ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗΣ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΕΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗΣ (άρθρα 9-12)

Άρθρο 9

Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Aντικατάσταση άρθρου 7Α ν. 3468/2006

(παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)

Το άρθρο 7Α του ν. 3468/2006 (Α΄ 129), περί περιοχών πρώτης επιλογής για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 7A

Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας –

(παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)

  1. Οι Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) είναι υποσύνολο των αναγκαίων περιοχών για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και χερσαίων αιολικών σταθμών, όπως ορίζεται στην υπό στοιχεία ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Χαρτογράφηση των περιοχών για την επίτευξη του στόχου για την ανανεώσιμη ενέργεια στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2050, σύμφωνα με την παρ. 18 του άρθρου 33 του ν. 4936/2022» (Β’ 7365). Οι Περιοχές Επιτάχυνσης είναι περιοχές με εγκαταστάσεις σταθμών Α.Π.Ε. και σχετικές με αυτούς υποδομές, όπως τα δίκτυα, οι υποδομές αποθήκευσης ή ό,τι άλλο απαιτείται για τη σύνδεσή τους, που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς για την επίτευξη των ποσοτικών στόχων της υπ’ αρ. 4/2019 απόφασης του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονικής Πολιτικής «Κύρωση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ)» (Ε.Σ.Ε.Κ., Β’ 4893) για τα έτη 2030 και 2050.

Οι περιοχές αυτές βρίσκονται εκτός:

α) προστατευόμενων περιοχών του Δικτύου «Natura 2000» και των περιοχών που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας, των μείζονων μεταναστευτικών οδών για τα πτηνά και τα θαλάσσια θηλαστικά, εξαιρουμένων των τεχνητών και κατασκευασμένων επιφανειών εντός των περιοχών αυτών, όπως οροφές, χώροι στάθμευσης ή υποδομές μεταφορών,

β) περιοχών, όπου η ανάπτυξη συγκεκριμένης κατηγορίας ή τεχνολογίας τύπων έργων Α.Π.Ε. αναμένεται να έχει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ.107017/28.8.2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων «Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας 2001/42//ΕΚ σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001» (Β’ 1225).

  1. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κατόπιν εισήγησης της Γενικής Γραμματείας Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος, η οποία προηγουμένως έχει εκπονήσει Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, ορίζονται οι Περιοχές Επιτάχυνσης για σταθμούς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.), εφόσον δεν επέρχονται σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε προστατευόμενες περιοχές του Δικτύου «Natura 2000». Για την έκδοση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, απαιτούνται η έγκριση της Διεύθυνσης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και η γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΧΩ.Θ.Α.).

Με την ίδια απόφαση:

α) ορίζεται το μέγεθος της κάθε Περιοχής Επιτάχυνσης για Α.Π.Ε., λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες και τις απαιτήσεις του τύπου ή των τύπων της τεχνολογίας, διασφαλίζοντας ότι συμβάλλουν στην επίτευξη των ποσοτικών στόχων του Ε.Σ.Ε.Κ. για το 2030 και το 2050,

β) ορίζονται οι όροι και οι κανόνες ανάπτυξης των έργων Α.Π.Ε. και των σχετικών υποδομών τους, όπως τα δίκτυα, οι υποδομές αποθήκευσης ή ό,τι άλλο απαιτείται για τη σύνδεσή τους, καθώς και η κατανομή των περιοχών εγκατάστασης και η μέγιστη ισχύς των έργων σε κάθε περιοχή εγκατάστασης,

γ) θεσπίζονται οι κατευθύνσεις, όροι και τα μέτρα μετριασμού για την προστασία του περιβάλλοντος, σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων,

δ) δύναται είτε να δοθεί προτεραιότητα σε τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες, όπως στέγες και προσόψεις κτιρίων, υποδομές μεταφορών και στο άμεσο περιβάλλον τους, χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες και, κατά περίπτωση, χώροι επεξεργασίας αστικών λυμάτων, καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς, είτε να εξαιρεθούν συγκεκριμένοι τύποι τεχνολογιών και ιδίως οι σταθμοί καύσης βιομάζας και οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί.

ε) περιγράφεται η αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε για τον προσδιορισμό της περιοχής επιτάχυνσης με αναφορά στα μέτρα μετριασμού.

  1. Μετά τη δημοσιοποίησή τους με τη διαδικασία της παρ. 2, οι Περιοχές Επιτάχυνσης σταθμών Α.Π.Ε. επανεξετάζονται περιοδικά, κατά περίπτωση, ιδίως στο πλαίσιο της επικαιροποίησης των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα που υποβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018 για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 663/2009 και (ΕΚ) 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 94/22/ΕΚ, 98/70/ΕΚ, 2009/31/ΕΚ, 2009/73/ΕΚ, 2010/31/ΕΕ, 2012/27/ΕΕ και 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 2009/119/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 328).».

 

Άρθρο 10

Περιβαλλοντική αδειοδότηση των σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις Περιοχές Επιτάχυνσης – Προσθήκη άρθρου 7Β στον ν. 3468/2006

(παρ. 7 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)

Στον ν. 3468/2006 (Α΄129) προστίθεται άρθρο 7Β, ως εξής:

«Άρθρο 7Β

Περιβαλλοντική αδειοδότηση των σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις Περιοχές Επιτάχυνσης

(παρ. 7 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)

  1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209), σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του παρόντος.
  2. Οι φορείς των έργων Α.Π.Ε. κατηγορίας Α που εγκαθίστανται εντός μίας Περιοχής Επιτάχυνσης, πριν από την υποβολή αίτησης για τη χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης στον αρμόδιο Διαχειριστή, υποβάλλουν στην αρμόδια περιβαλλοντική αρχή αίτηση εξαίρεσης από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, σύμφωνα με την παρ. 1, παρέχοντας τις απαραίτητες πληροφορίες και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο απαιτηθεί σχετικά με τα χαρακτηριστικά των έργων Α.Π.Ε. και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες και τα μέτρα που θεσπίζονται από τη σχετική απόφαση για τη συγκεκριμένη Περιοχή Επιτάχυνσης, για την ανάπτυξη και εγκατάσταση των έργων Α.Π.Ε. και την αντιμετώπιση των τυχόν περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή ολοκληρώνει τον έλεγχο εντός τριάντα (30) ημερών, ή εντός είκοσι (20) ημερών, εφόσον πρόκειται για έργα που προβαίνουν σε ριζική ανανέωση από την ημερομηνία υποβολής όλων των απαιτούμενων πληροφοριών.

Με την ολοκλήρωση του ελέγχου, όπου απαιτείται, η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή εκδίδει για τα έργα βεβαίωση εξαίρεσης από περιβαλλοντική αδειοδότηση ή δεόντως αιτιολογημένη απόφαση, η οποία βασίζεται σε σαφή αποδεικτικά στοιχεία, ότι τα έργα είναι πολύ πιθανό να προκαλέσουν σημαντικές απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες λόγω της περιβαλλοντικής ευαισθησίας της γεωγραφικής περιοχής στην οποία εγκαθίστανται. Οι συνέπειες αυτές δεν μπορούν να μετριαστούν από τα μέτρα που προσδιορίζονται στις αποφάσεις που ορίζουν Περιοχές Επιτάχυνσης ή προτείνονται από τους φορείς των έργων, και ως εκ τούτου υπόκεινται σε περιβαλλοντική αδειοδότηση. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης διενεργείται, κατά προτεραιότητα, το αργότερο εντός έξι (6) μηνών ή δώδεκα (12) μηνών λόγω δικαιολογημένων εκτάκτων περιστάσεων για έργα υποκατηγορίας Α1, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), περί κατάταξης έργων και δραστηριοτήτων, από την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής απόφασης. Οι προθεσμίες του προηγούμενου εδαφίου μειώνονται σε τέσσερις (4) και οκτώ (8) μήνες, αντίστοιχα, για έργα της υποκατηγορίας Α2.

  1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, υπόκεινται σε περιβαλλοντική αδειοδότηση, υπό την προϋπόθεση ότι προκαλούν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον σε άλλο κράτος μέλος ή το αιτηθεί ένα άλλο κράτος μέλος που ενδέχεται να επηρεαστεί σημαντικά.».

 

Άρθρο 11

Διαδικασία αδειοδότησης των σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις Περιοχές Επιτάχυνσης – Προσθήκη άρθρου 7Γ στον ν. 3468/2006

(παρ. 9 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)

Στον ν. 3468/2006 (Α΄129) προστίθεται άρθρο 7Γ ως εξής:

«Άρθρο 7Γ

Διαδικασία αδειοδότησης των σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις Περιοχές Επιτάχυνσης

(παρ. 9 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)

  1. Για τους σταθμούς με Άδεια Παραγωγής ή Βεβαίωση ή Βεβαίωση Ειδικών Έργων εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 17 της υπό στοιχεία ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/114746/4230/30.11.2020 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Κανονισμός Βεβαιώσεων Παραγωγού Ηλεκτρικής Ενέργειας από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ και Βεβαιώσεων Παραγωγού Ηλεκτρικής Ενέργειας Ειδικών Έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και Συμπαραγωγή Hλεκτρισμού-Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (ΣΗΘΥΑ)» (Β΄5291).

Η Βεβαίωση ή η Βεβαίωση Ειδικών Έργων ή η απόρριψη αίτησης εκδίδεται εντός δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αντιρρήσεων, εφόσον δεν έχουν υποβληθεί αντιρρήσεις για το εν λόγω έργο, άλλως εντός δέκα (10) ημερών, είτε από το πέρας της προθεσμίας που έχει ο αιτών για να υποβάλει τις απόψεις του κατά των αντιρρήσεων, είτε από την υποβολή των απόψεων, κατά τα προβλεπόμενα στο όγδοο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 4685/2020.

  1. Για τους εξαιρούμενους σταθμούς, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτηση για χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης σύμφωνα με το άρθρο 34 του ν. 4951/2022 (Α’ 129).
  2. Για τη χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης σε σταθμό Α.Π.Ε., ο αρμόδιος Διαχειριστής δύναται να ζητήσει συμπληρωματικά έγγραφα και στοιχεία, καθώς και διευκρινίσεις επί των ήδη υποβληθέντων εγγράφων, εντός είκοσι (20) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, άλλως η αίτηση τεκμαίρεται πλήρης. Η μη προσκόμιση των συμπληρωματικών στοιχείων από τον αιτούντα, εντός της τεθείσας προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των είκοσι (20) ημερών, καθιστά απαράδεκτη την αίτηση. Ο αρμόδιος Διαχειριστής, με την επιφύλαξη της παρ. 4, χορηγεί τη νέα Οριστική Προσφορά Σύνδεσης εντός τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση, είτε της προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών του δευτέρου εδαφίου, σε περίπτωση που δεν ζητηθούν συμπληρωματικά ή διευκρινιστικά στοιχεία, είτε από την ημερομηνία υποβολής των συμπληρωματικών ή διευκρινιστικών στοιχείων.
  3. Για τη σύναψη της Σύμβασης Σύνδεσης, αν προβλέπεται η υπογραφή κύριου τεύχους και συμπληρώματος, υπογράφονται το κύριο τεύχος εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος και το συμπλήρωμα εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος. Αν η Σύμβαση Σύνδεσης δεν χωρίζεται σε κύριο τεύχος και συμπλήρωμα, αλλά αποτελεί ένα ενιαίο κείμενο, συνάπτεται εντός προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από την υποβολή της αίτησης.
  4. Για την έκδοση Άδειας Εγκατάστασης, η αρμόδια αδειοδοτούσα αρχή, εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της αίτησης, δύναται να ζητήσει διευκρινήσεις ή συμπληρώσεις των ήδη υποβληθέντων εγγράφων και στοιχείων εντός τακτής προθεσμίας, άλλως η αίτηση θεωρείται πλήρης. Η Άδεια Εγκατάστασης εκδίδεται εντός δέκα (10) ημερών από την παρέλευση είτε της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου σε περίπτωση που δεν ζητηθούν συμπληρωματικά ή διευκρινιστικά στοιχεία είτε από την ημερομηνία υποβολής των συμπληρωματικών ή διευκρινιστικών στοιχείων.
  5. Η διαδικασία σύναψης Σύμβασης Λειτουργικής Ενίσχυσης ή η έκδοση βεβαίωσης απευθείας συμμετοχής στην αγορά από την εταιρεία Δ.Α.Π.Ε.Ε.Π. Α.Ε. δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πέντε (5) ημέρες από την υποβολή της σχετικής αίτησης.
  6. Ειδικότερα για σταθμούς Α.Π.Ε., με μέγιστη ισχύ παραγωγής μικρότερη ή ίση των εκατό πενήντα (150) κιλοβάτ (kW):

Α) η Οριστική Προσφορά Σύνδεσης χορηγείται από τον αρμόδιο Διαχειριστή εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της αίτησης,

Β) η Σύμβαση Σύνδεσης δεν χωρίζεται σε κύριο τεύχος και συμπλήρωμα, αλλά αποτελεί ένα ενιαίο κείμενο, και συνάπτεται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της αίτησης.

Γ) η διαδικασία σύναψης Σύμβασης Λειτουργικής Ενίσχυσης ή η έκδοση της βεβαίωσης απευθείας συμμετοχής στην αγορά από την εταιρεία Δ.Α.Π.Ε.Ε.Π. Α.Ε. δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πέντε (5) ημέρες από την υποβολή της σχετικής αίτησης.».

 

Άρθρο 12

Διάρκεια της διαδικασίας αδειοδότησης των σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις Περιοχές Επιτάχυνσης- Προσθήκη άρθρου 7Δ στον ν. 3468/2006

(παρ. 7 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)

Στον ν. 3468/2006 (Α΄ 129) προστίθεται άρθρο 7Δ ως εξής:

«Αρθρο 7Δ

Διάρκεια της διαδικασίας αδειοδότησης των σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις Περιοχές Επιτάχυνσης

(παρ. 7 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)

  1. Η διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.), συμπεριλαμβανομένων των εξαιρούμενων σταθμών, που εγκαθίστανται εντός περιοχών επιτάχυνσης, δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες από την υποβολή της αίτησης για έκδοση της βεβαίωσης ή της βεβαίωσης ειδικών έργων από τον φορέα αδειοδότησης Α΄ φάσης έως και την έκδοση της άδειας λειτουργίας από την αρμόδια αδειοδοτουσα αρχή. Για τους εξαιρούμενους σταθμούς η διαδικασία αδειοδότησης άρχεται από την υποβολή της αίτησης για την έκδοση Απόφασης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης και λήγει με τη σύνδεση των σταθμών από τον αρμόδιο Διαχειριστή και την έκδοση της σχετικής βεβαίωσης ηλέκτρισης. Αν συμπεριληφθούν στις αναγκαίες περιοχές και περιοχές εγκατάστασης υπεράκτιων σταθμών και υποσύνολο αυτών συμπεριληφθεί στις περιοχές επιτάχυνσης, η διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης των σταθμών αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει τους εικοσι τέσσερις (24) μήνες. Ειδικά για σταθμούς που προβαίνουν σε ριζική ανανέωση και σταθμούς με μέγιστη ισχύ παραγωγής μικρότερη ή ίση των εκατό πενήντα (150) κιλοβάτ (kW), η διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσής τους δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Σε περίπτωση υπεράκτιων σταθμών, η ανωτέρω διαδικασία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες.

Οι προθεσμίες του πρώτου και τρίτου εδαφίου δύναται να παρατείνονται κατά έξι (6) μήνες, ενώ οι προθεσμίες του τέταρτου εδαφίου δύναται να παρατείνονται κατά τρεις (3) και έξι (6) μήνες αντίστοιχα, όταν δικαιολογείται δεόντως λόγω έκτακτων περιστάσεων, ιδίως όταν αυτές απαιτούν παρατεταμένες περιόδους που απαιτούνται για αξιολογήσεις βάσει του εφαρμοστέου περιβαλλοντικού δικαίου της Ένωσης, και για τις οποίες έκτακτες περιστάσεις ενημερώνονται σχετικά ο κάτοχος του σταθμού και η Υπηρεσία μίας Στάσης του άρθρου 41 του ν. 4951/2022 (Α’ 129), περί ανάπτυξης και λειτουργίας του Ενιαίου Πληροφοριακού Συστήματος Αδειοδότησης Έργων Α.Π.Ε..

  1. Στη διάρκεια της διαδικασίας αδειοδότησης των σταθμών, της διαδικασίας αδειοδότησης για την ανανέωση των σταθμών, καθώς και στις προθεσμίες απόκρισης προς τον ενδιαφερόμενο, για τη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (Ρ.Α.Α.Ε.Υ.), τον αρμόδιο Διαχειριστή, την αρμόδια αδειοδοτούσα αρχή, την εταιρεία «Δ.Α.Π.Ε.Ε.Π. Α.Ε.» και οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή φορέα, δεν συνυπολογίζονται:

α) ο χρόνος κατασκευής ή ανανέωσης των σταθμών παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, των συνδέσεών τους με το δίκτυο και των σχετικών υποδομών δικτύου που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της σταθερότητας, της αξιοπιστίας και της ασφάλειας του δικτύου,

β) η διάρκεια των διοικητικών σταδίων που απαιτούνται για σημαντικές αναβαθμίσεις του δικτύου, οι οποίες είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της σταθερότητας, της αξιοπιστίας και της ασφάλειας του δικτύου, και

γ) η διάρκεια δικαστικών προσφυγών και ένδικων μέσων, άλλων διαδικασιών ενώπιον δικαστηρίου, και εναλλακτικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών, περιλαμβανομένων διαδικασιών προσφυγής και εξωδικαστικών προσφυγών και βοηθημάτων.».

  • 14 Απριλίου 2026, 09:57 | Άννα Καγιαμπάκη

    Συμφωνώ επίσης με τα σχόλια της WWF Ελλάς και της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας.

  • 14 Απριλίου 2026, 08:05 | Άννα Καγιαμπάκη

    Η συντόμευση προθεσμιών και διαδικασιών περιορίζει τη δυνατότητα ουσιαστικής επιστημονικής κρίσης. Οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στην πλειονότητά τους αναφέρουν ότι τα έργα τα οποία εξετάζουν δε θα έχουν καμία επίπτωση, ή θα έχουν ελάχιστες, αναστρέψιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον.
    – Ορίστε προδιαγραφές για το τι θα υποβάλλεται προς αξιολόγηση. Να εξετάζεται οπωσδήποτε το φυσικό περιβάλλον από ειδικούς επιστήμονες και να μην είναι μια απλή τεχνική έκθεση – περιγραφή του έργου, την οποία θα υποβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι φορείς και έπειτα θα πιέζουν τη Διοίκηση λόγω της προθεσμίας.
    – Ορίστε ποιες ειδικότητες επιστημόνων θα καταγράφουν το φυσικό περιβάλλον.
    – Ορίστε αυστηρούς κανόνες για την προστασία της βιοποικιλότητας και του τοπίου.

  • 14 Απριλίου 2026, 08:14 | Δέσποινα Πακτίτη

    ΑΡΘΡΑ 1-2
    Το τοπίο δεν αναγνωρίζεται ως παράγοντας σχεδιασμού, ούτε ως πεδίο σύγκρουσης, διαπραγμάτευσης και κοινωνικής σημασίας. Δηλαδή δεν τίθεται ως «όριο», αλλά ως ουδέτερο υπόβαθρο εφαρμογής πολιτικών (και ως λέξη-έννοια ανύπαρκτη σε όλο το Σχέδιο Νόμου).
    Πρόταση τροποποίησης:
    Να προστεθεί στον σκοπό ρητή αναφορά στην προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό του τοπίου, με ενσωμάτωση των αρχών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο (Ν. 3827/2010), διότι η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ πραγματοποιείται στον χώρο, που αποτελεί το λειτουργικό υπόβαθρο της ενεργειακής πολιτικής. Μονάδα ανάλυσης του χώρου είναι το τοπίο.

    ΑΡΘΡΟ 3
    Η διάταξη είναι έντονα τεχνική και αποσκοπεί κυρίως στην εναρμόνιση ορισμών. Ωστόσο, ακριβώς επειδή πρόκειται για θεμελιακό οριστικό άρθρο, η πλήρης αποσύνδεση των ορισμών καυσίμων από κάθε αναφορά σε χωρικές, κοινωνικές και τοπιακές συνέπειες αναπαράγει μια λογική σύμφωνα με την οποία η ενέργεια αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ροή προϊόντων και όχι ως διεργασία που παράγει χωρικούς μετασχηματισμούς. Αυτό είναι προβληματικό, επειδή η ενεργειακή πολιτική δεν είναι ουδέτερη ως προς το τοπίο: επενεργεί πάνω σε συγκεκριμένους τόπους, σε σχέσεις ανθρώπου-χώρου και σε αξίες ενσωματωμένες στο τοπίο. Το πρόβλημα των ενεργειακών πολιτικών στην Ελλάδα είναι ακριβώς αυτή η αποσπασματική τεχνοκρατική θέαση, όπου ο χώρος γίνεται «ουδέτερο περιβάλλον» και το τοπίο επίπεδο υπόβαθρο κίνησης και απόστασης.
    Πρόταση τροποποίησης:
    Προσθήκη τελικής παραγράφου ως εξής:
    «Η εφαρμογή των ορισμών του παρόντος άρθρου και η προώθηση των ανανεώσιμων καυσίμων τελεί υπό την επιφύλαξη της τήρησης των αρχών της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης και της προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού του τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.»

    ΑΡΘΡΟ 4
    Ορισμοί του ν. 3468/2006. Το άρθρο επεκτείνει εκτενώς τους ενεργειακούς ορισμούς, προσθέτει κατηγορίες, διαδικασίες και τεχνικά υποσυστήματα, αλλά δεν προσθέτει ούτε μία έννοια που να επιτρέπει στο υπόλοιπο νομοθέτημα να προσεγγίσει το τοπίο ως αναλυτική και κανονιστική κατηγορία. Αυτό δεν αποτελεί απλή παράλειψη ύφους, αλλά δομικό έλλειμμα. Όταν ο νόμος ορίζει με εξαντλητική λεπτομέρεια καύσιμα, αποθήκευση, συμψηφισμό, καθεστώτα στήριξης, περιοχές επιτάχυνσης και τεχνολογίες, αλλά όχι το τοπίο, τότε το τοπίο εξορίζεται από το πεδίο του σχεδιασμού (ενώ είναι ενσωματωμένο στα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της χώρας μας στο πλαίσιο υλοποίησης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο, ν. 3827/2010) πριν ακόμη αρχίσει η εφαρμογή του νόμου. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί χωρίς οριστική εισαγωγή του τοπίου, της πολιτικής τοπίου και των στόχων ποιότητας τοπίου, όλη η μετέπειτα συζήτηση περί χωροθέτησης και αποδοχής παραμένει δευτερεύουσα. Τα ενεργειακά έργα παράγουν τοπιακούς μετασχηματισμούς με γεωμορφολογικές, οικολογικές, αισθητικές, κοινωνικοοικονομικές, ιστορικές και βιωματικές συνέπειες (Pavlis, 2025). Άρα, η νομοθεσία δεν μπορεί να μένει μόνο στους τεχνικούς ενεργειακούς ορισμούς.
    Πρόταση τροποποίησης:
    Προσθήκη, στο άρθρο 2 του ν. 3468/2006, νέων περιπτώσεων μετά την περ. 32ξη ως εξής:
    «32ξηα. Τοπίο: περιοχή, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον λαό, της οποίας ο χαρακτήρας είναι αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης φυσικών ή/και ανθρώπινων παραγόντων.
    32ξηβ. Πολιτική τοπίου: η έκφραση των αρμόδιων δημόσιων αρχών μέσω γενικών αρχών, στρατηγικών και κατευθυντήριων οδηγιών που επιτρέπουν τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό του τοπίου.
    32ξηγ. Στόχοι ποιότητας τοπίου: η διατύπωση από τις αρμόδιες αρχές των προσδοκιών του κοινού σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του τοπίου που το περιβάλλει, κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης.
    32ξηδ. Τοπιακή φέρουσα ικανότητα: ο βαθμός στον οποίο ένα τοπίο δύναται να υποδεχθεί έργα και δραστηριότητες χωρίς να θίγονται ουσιωδώς ο χαρακτήρας, η αναγνωρισιμότητα, η συνοχή, η αισθητική, η βιωματική ποιότητα και οι κοινωνικοπολιτισμικές του λειτουργίες.»

    ΑΡΘΡΟ 6
    Το άρθρο συγκροτεί τον ενεργειακό προσανατολισμό της χώρας και αναβαθμίζει τον στόχο των ΑΠΕ στο 42,5%, ενώ ορίζει την προστασία του κλίματος ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα υψίστης σημασίας. Όμως η προτεραιότητα αυτή παραμένει μονοδιάστατη. Δεν τίθεται καμία αρχή που να δηλώνει ότι ο κλιματικός στόχος πρέπει να επιδιώκεται μέσω χωρικά διαφοροποιημένης, κοινωνικά νομιμοποιημένης και τοπιακά συμβατής μετάβασης. Στην πράξη, έτσι εγκαθιδρύεται μια λογική ιεράρχησης στην οποία το κλίμα υπερισχύει apriori του τοπίου, αντί να τίθεται το ζητούμενο της σύνθεσής τους. Οι μεγάλες fast-track εγκαταστάσεις δεν είναι η μόνη οδός της ενεργειακής μετάβασης και εγείρουν μείζονα ζητήματα βιωσιμότητας. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010) δεν αντιμετωπίζει το τοπίο ως πολυτέλεια απέναντι στην ανάπτυξη, αλλά ως κοινό πόρο, στοιχείο ποιότητας ζωής και πεδίο όπου πρέπει να ενσωματώνονται άλλες πολιτικές.
    Πρόταση τροποποίησης:
    Αναδιατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 1 ν. 3468/2006 ως εξής:
    «2. Η προστασία του κλίματος, μέσω της προώθησης της παραγωγής ενέργειας από Α.Π.Ε., αποτελεί περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα υψίστης σημασίας, η οποία ασκείται σε συνέργεια με την προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό του τοπίου, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, την πολιτιστική κληρονομιά και τις αρχές της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης.»
    Και προσθήκη νέας παρ. 5:
    «5. Η επίτευξη των εθνικών στόχων για τις Α.Π.Ε. εξειδικεύεται με κριτήρια χωρικής καταλληλότητας, τοπιακής φέρουσας ικανότητας, κοινωνικής αποδοχής και προστασίας της τοπικής αναπτυξιακής φυσιογνωμίας, ιδίως σε περιοχές υψηλής οικολογικής, αισθητικής, ιστορικής, πολιτισμικής ή βιωματικής αξίας.»

    ΑΡΘΡΟ 7
    Η διάταξη μιλά για ενημέρωση, ευαισθητοποίηση, οδηγίες και κατάρτιση, όμως όλο το περιεχόμενό της είναι προσανατολισμένο κυρίως στα δικαιώματα των ενεργών πελατών, στις τεχνολογίες, στις πιστοποιήσεις εγκαταστατών και στα διαθέσιμα μέτρα στήριξης. Απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά η ενημέρωση για τις χωρικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και τοπιακές συνέπειες των έργων. Όμως η δημόσια πληροφόρηση δεν μπορεί να εξαντλείται στα πλεονεκτήματα, στις τεχνικές λεπτομέρειες και στην αγορά. Η ουσιαστική συμμετοχή προϋποθέτει επαρκή, προσβάσιμη και ισόρροπη πληροφόρηση όχι μόνο για τα οφέλη αλλά και για τις κοινωνικο-περιβαλλοντικές, πολιτισμικές και οικονομικές επιπτώσεις. Οι διαβουλεύσεις στην Ελλάδα είναι συχνά προσχηματικές, φτωχές σε προσβασιμότητα και ανεπαρκείς για διαμόρφωση τεκμηριωμένης θέσης. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010) απαιτεί ενδυνάμωση της συνείδησης των πολιτών για την αξία των τοπίων και τις μεταβολές τους, καθώς και εκπαίδευση και επιμόρφωση σε θέματα πολιτικής τοπίου. Επομένως, το Άρθρο 6, ενώ κινείται σε σωστή κατεύθυνση, παραμένει στενά ενεργειακο-τεχνικό και όχι πραγματικά δημοκρατικό-τοπιακό.
    Πρόταση τροποποίησης:
    Στην παρ. 1Α, μετά το εδάφιο περί δίκαιης κατανομής κόστους και οφελών, να προστεθεί:
    «Για τη δίκαιη κατανομή του κόστους και των οφελών λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη, πέραν των ενεργειακών, τεχνικών και οικονομικών παραμέτρων, οι περιβαλλοντικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και τοπιακές επιπτώσεις των κοινών έργων στις επηρεαζόμενες περιοχές, καθώς και η συμβατότητά τους με τους στόχους ποιότητας τοπίου και τις αρχές της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης.»
    Προσθήκη νέας παραγράφου μετά την παρ. 6Α:
    «6Β. Πριν από τη σύναψη συμφωνίας για κοινό έργο διενεργείται ειδική αξιολόγηση χωρικής και τοπιακής καταλληλότητας, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον: α) εκτίμηση τοπιακού χαρακτήρα, β) εκτίμηση τοπιακής φέρουσας ικανότητας, γ) τεκμηρίωση συμβατότητας με υφιστάμενες παραγωγικές, πολιτισμικές και κοινωνικές λειτουργίες της περιοχής, και δ) διαδικασία πρώιμης και ουσιαστικής διαβούλευσης με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές και τις επηρεαζόμενες κοινότητες.»

    ΑΡΘΡΟ 8
    Η συνεργασία νοείται αποκλειστικά ως συνεργασία ιχνηλασιμότητας, αειφορίας καυσίμων και διοικητικών δεδομένων, όχι ως συνεργασία ανταλλαγής εμπειρίας και τεχνογνωσίας για τις κοινωνικές και τοπιακές διαστάσεις της μετάβασης. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010), αντίθετα, προβλέπει συνεργασία για τη βελτίωση των μέτρων που λαμβάνονται, ανταλλαγή εμπειριών, μεθοδολογίας και πληροφοριών σε ζητήματα τοπίου. Υπάρχει ανάγκη για Landscape Character Assessments και Landscape Capacity Assessments, καθώς και για συμμετοχικό σχεδιασμό, ακριβώς επειδή η απλή τεχνική ιχνηλασιμότητα δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει τις συγκρούσεις που γεννά η ενεργειακή μετάβαση.
    Πρόταση τροποποίησης στο Άρθρο 8:
    Αναδιατύπωση της παρ. 1 ως εξής:
    «1. Με σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πολλαπλής διεκδίκησης μεμονωμένων παρτίδων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Διεύθυνση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εναλλακτικών Καυσίμων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ως αρμόδια για την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου των ανανεώσιμων καυσίμων και των καυσίμων χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, σύμφωνα με τα άρθρα 32Ζ και 32ΖΑ, συνεργάζεται με τις αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών μελών και με αναγνωρισμένα εθελοντικά και εθνικά καθεστώτα και, στο πλαίσιο αυτό, ανταλλάσσει, όπου απαιτείται, δεδομένα. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει επίσης ανταλλαγή πληροφοριών, μεθοδολογιών και βέλτιστων πρακτικών σχετικά με τη χωρική καταλληλότητα, την κοινωνική αποδοχή, τη συμμετοχή του κοινού και την προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό του τοπίου στο πλαίσιο της ανάπτυξης έργων Α.Π.Ε..»

    ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β:
    Το Κεφάλαιο αυτό ενισχύει θεσμικά την ενεργειακή μετάβαση, αλλά δεν ενισχύει εξίσου τη χωρική και τοπιακή της νομιμοποίηση. Στα άρθρα 3–8 λείπει μια ιδρυτική παραδοχή: ότι η μετάβαση δεν εξαντλείται σε καύσιμα, στόχους, πιστοποιήσεις, ενημέρωση τεχνικών και διακρατικές συμφωνίες, αλλά συντελείται πάνω σε τοπία που είναι πολιτισμικά και κοινωνικά σημασιοδοτημένα. Γι’ αυτό και προτείνονται στοχευμένες προσθήκες που εισάγουν τους όρους «τοπίο», «πολιτική τοπίου», «στόχοι ποιότητας τοπίου», «τοπιακή φέρουσα ικανότητα», «διαβούλευση» και «πολυκριτηριακή εκτίμηση κόστους και οφέλους». Έτσι το νομοσχέδιο θα παύσει να είναι ένα αποκλειστικά ενεργειακό κείμενο με χωρικές συνέπειες και θα γίνει ένα πραγματικά χωρικό και αναπτυξιακό εργαλείο με ενεργειακό σκοπό.

    Άρθρο 9
    Το άρθρο 9 εμφανίζει το βασικό θεωρητικό και κανονιστικό πρόβλημα όλου του Κεφαλαίου: οι Περιοχές Επιτάχυνσης συγκροτούνται κυρίως με όρους αρνητικού αποκλεισμού και τεχνικής καταλληλότητας, όχι με όρους θετικής τοπιακής αξιολόγησης. Δηλαδή, ο χώρος θεωρείται κατάλληλος εφόσον βρίσκεται εκτός Natura, εκτός ορισμένων ευαίσθητων περιοχών και εκτός ζωνών όπου προβλέπονται σημαντικές επιπτώσεις. Αυτό όμως δεν συνάδει ούτε με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010), η οποία αντιμετωπίζει το τοπίο ως περιοχή όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον λαό και απαιτεί πολιτικές προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού για όλα τα τοπία, ούτε με το ότι η ενεργειακή χωροθέτηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τον χαρακτήρα, την ταυτότητα, τις βιωματικές ποιότητες και τη φέρουσα ικανότητα του τοπίου. Οι fast-track εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας δεν αποτελούν τη μόνη οδό αξιοποίησης των ΑΠΕ και απαιτούνται εργαλεία όπως Landscape Character Assessments και Landscape Capacity Assessments, τα οποία σήμερα δεν εφαρμόζονται επαρκώς στην Ελλάδα.
    Επιπλέον, η διατύπωση περί «υποβαθμισμένων εδαφών που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς» είναι προβληματική, επειδή υπονοεί ότι το μη παραγωγικό ή μη καλλιεργήσιμο ισοδυναμεί αυτομάτως με χωρικά και τοπιακά διαθέσιμο. Αυτό είναι αναγωγιστικό: ακόμη και ένα φαινομενικά «υποβαθμισμένο» τοπίο μπορεί να έχει ιστορική, κοινωνική, συμβολική ή αναπτυξιακή αξία, ενώ η ίδια η έννοια της υποβάθμισης δεν μπορεί να εξαντλείται σε αγροτική αχρηστία. Οι μεγάλες αιολικές εγκαταστάσεις μπορούν να επηρεάσουν πολυδιάστατα το τοπίο —γεωμορφολογικά, αισθητικά, κοινωνικοοικονομικά, ιστορικά και βιωματικά— και άρα δεν αρκεί μια γενική ΣΜΠΕ χωρίς ειδική τοπιακή τεκμηρίωση.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
    Προτείνεται η προσθήκη, μετά το τρίτο εδάφιο του νέου άρθρου 7Α, παραγράφου ως εξής:
    «Ο καθορισμός των Περιοχών Επιτάχυνσης βασίζεται, πέραν των ενεργειακών, τεχνικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων, και σε ειδική αξιολόγηση του τοπιακού χαρακτήρα, της τοπιακής φέρουσας ικανότητας και της συμβατότητας των προτεινόμενων έργων με τους στόχους ποιότητας τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.»
    Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση της περ. δ) της ίδιας υπουργικής απόφασης ως εξής:
    «δ) δύναται είτε να δοθεί προτεραιότητα σε τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες, όπως στέγες και προσόψεις κτιρίων, υποδομές μεταφορών και στο άμεσο περιβάλλον τους, χώροι στάθμευσης, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες και, κατά περίπτωση, χώροι επεξεργασίας αστικών λυμάτων, καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη, εφόσον τεκμηριώνεται ότι δεν φέρουν ιδιαίτερο τοπιακό χαρακτήρα, κοινωνική ή πολιτισμική σημασία και δεν υπονομεύεται η δυνατότητα αποκατάστασης ή εναλλακτικής βιώσιμης αξιοποίησής τους, είτε να εξαιρεθούν συγκεκριμένοι τύποι τεχνολογιών…»
    Τέλος, προτείνεται η προσθήκη στην περ. ε):
    «…και ειδική αναφορά στην αξιολόγηση των επιπτώσεων στον χαρακτήρα, την αναγνωρισιμότητα, τη συνοχή και τη βιωματική ποιότητα του τοπίου.»

    Άρθρο 10
    Εδώ είναι το πιο σοβαρό προβληματικό σημείο του Κεφαλαίου, διότι εισάγει ως βασική αρχή την εξαίρεση από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και από την ειδική οικολογική αξιολόγηση για έργα ΑΠΕ εντός Περιοχών Επιτάχυνσης. Αυτή η ρύθμιση συμπυκνώνει μια λογική εκ των προτέρων θεσμικής αποφόρτισης των έργων, σαν να θεωρείται ότι η χωρική ένταξη σε Περιοχή Επιτάχυνσης έχει ήδη εξαντλήσει το ουσιαστικό ζήτημα της καταλληλότητας. Το τοπίο δεν είναι στατικό χωρικό δοχείο αλλά δυναμικό, βιωμένο και κοινωνικά σημασιοδοτημένο σύστημα, του οποίου οι μεταβολές δεν προδικάζονται πλήρως σε ένα αρχικό στρατηγικό επίπεδο. Τα έργα μεγάλης κλίμακας έχουν συχνά σημαντικές κοινωνικο-πολιτισμικές και τοπιακές συνέπειες, ενώ η περιβαλλοντική αξιολόγηση στην Ελλάδα συχνά υποβαθμίζει το τοπίο σε οπτικό μόνο ζήτημα (Pavlis, 2025). Συνεπώς απαιτούνται ποιοτικότερες προσεγγίσεις και όχι μια λογική απλής τεχνικής διευκόλυνσης.
    Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι το άρθρο προβλέπει περιβαλλοντική αδειοδότηση μόνο εφόσον διαπιστωθούν «σημαντικές απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες» λόγω περιβαλλοντικής ευαισθησίας της γεωγραφικής περιοχής. Η διατύπωση αυτή είναι υπερβολικά στενή, διότι αφήνει εκτός πεδίου κρίσιμες κατηγορίες επιπτώσεων: σωρευτικές αλλοιώσεις τοπιακού χαρακτήρα, ασυμβατότητα με την κλίμακα του τοπίου, υπονόμευση της αισθητικής και βιωματικής ποιότητας, προσβολή της τοπικής ταυτότητας και σύγκρουση με χρήσεις όπως ο ήπιος τουρισμός ή η αγροτική πολυλειτουργικότητα. Με άλλα λόγια, το άρθρο κρατά τη διοικητική πόρτα ανοιχτή μόνο για το «απρόβλεπτο», ενώ το κύριο πρόβλημα στα τοπία είναι συχνά ακριβώς το προβλέψιμο αλλά θεσμικά υποτιμημένο.
    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
    Προτείνεται η αναδιατύπωση της παρ. 1 του νέου άρθρου 7Β ως εξής:
    «Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα της παρ. 2 του άρθρου 7Α, υπάγονται σε ειδική απλοποιημένη διαδικασία περιβαλλοντικής και τοπιακής αξιολόγησης, κατά την οποία ελέγχεται η συμμόρφωσή τους με τους όρους της οικείας Περιοχής Επιτάχυνσης, η συμβατότητά τους με τον τοπιακό χαρακτήρα της περιοχής και η απουσία σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον και το τοπίο.»
    Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση του τέταρτου εδαφίου της παρ. 3 ως εξής:
    «…η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή εκδίδει βεβαίωση υπαγωγής στην απλοποιημένη διαδικασία ή δεόντως αιτιολογημένη απόφαση, βάσει σαφών αποδεικτικών στοιχείων, ότι τα έργα είναι πολύ πιθανό να προκαλέσουν σημαντικές δυσμενείς συνέπειες, ιδίως λόγω περιβαλλοντικής ευαισθησίας, τοπιακής ασυμβατότητας, σωρευτικών επιπτώσεων, σοβαρής αλλοίωσης του τοπιακού χαρακτήρα ή ουσιώδους υπονόμευσης της κοινωνικής και πολιτισμικής λειτουργίας του τοπίου, οι οποίες δεν μπορούν να μετριαστούν…»
    Και να προστεθεί νέα παράγραφος:
    «Για τα έργα της παρούσας διενεργείται υποχρεωτικά συνοπτική αξιολόγηση τοπιακών επιπτώσεων, στην οποία εξετάζονται τουλάχιστον η ορατότητα, η σχέση κλίμακας έργου–τοπίου, η επίδραση στον τοπιακό χαρακτήρα, οι σωρευτικές επιπτώσεις και η συμβατότητα με υφιστάμενες παραγωγικές, πολιτισμικές και βιωματικές λειτουργίες του χώρου.»
    Άρθρο 11
    Το άρθρο 11 οργανώνει μια διοικητική αλληλουχία εξαιρετικά συμπιεσμένη χρονικά, με έμφαση στην ταχεία έκδοση βεβαιώσεων, προσφορών σύνδεσης, αδειών εγκατάστασης και συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης. Εδώ το πρόβλημα δεν είναι ότι το κράτος επιδιώκει αποτελεσματικότητα, αλλά ότι η αποτελεσματικότητα αποσυνδέεται σχεδόν πλήρως από κάθε ουσιαστική πρόβλεψη συμμετοχικής ή/και τοπιακής κρίσης. Το μόνο σημείο στο οποίο εμφανίζονται τρίτοι είναι οι «αντιρρήσεις», αλλά αυτές λειτουργούν ως τυπικό, περιορισμένο διοικητικό στάδιο και όχι ως πραγματική διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης για τον χώρο. Αυτό συγκρούεται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο ( ν. 3827/2010), η οποία απαιτεί θεσμοθέτηση διαδικασιών συμμετοχής των πολιτών, των τοπικών και περιφερειακών αρχών και άλλων ενδιαφερόμενων μερών στην πολιτική τοπίου, Η έλλειψη ουσιαστικής δημόσιας συμμετοχής είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες ενίσχυσης της κοινωνικής αντίδρασης και απονομιμοποίησης των έργων (Pavlis, 2025).
    Δεύτερον, το άρθρο δομείται λες και η διαδικασία αδειοδότησης είναι αποκλειστικά ζήτημα τεχνικής πληρότητας φακέλου. Όμως, ένα έργο ΑΠΕ δεν είναι απλώς τεχνική εγκατάσταση αλλά υποδομή που αναδιαμορφώνει τον χώρο, την ταυτότητα και τις κοινωνικές προσδοκίες του. Συνεπώς, μια διαδικασία που δεν ενσωματώνει ούτε στοιχειώδη τεκμηρίωση κοινωνικής αποδοχής, ούτε υποχρέωση εξέτασης της συμβατότητας με τοπικές αναπτυξιακές στρατηγικές, παραμένει διοικητικά γρήγορη αλλά ουσιαστικά χωρικά τυφλή.
    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
    Προτείνεται η προσθήκη νέας παραγράφου στο τέλος του άρθρου 7Γ ως εξής:
    «Πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης για σταθμούς Α.Π.Ε. εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, διασφαλίζεται διαδικασία έγκαιρης και ουσιαστικής διαβούλευσης με τις οικείες τοπικές και περιφερειακές αρχές και με το ενδιαφερόμενο κοινό, ιδίως όταν πρόκειται για έργα ικανά να επιφέρουν ουσιώδη μεταβολή στον τοπιακό χαρακτήρα ή στις παραγωγικές, κοινωνικές και πολιτισμικές λειτουργίες της περιοχής.»
    Προτείνεται επίσης η προσθήκη εδαφίου στην παράγραφο για τη χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης:
    «Η πλήρωση των διοικητικών και τεχνικών προϋποθέσεων δεν απαλλάσσει την αρμόδια αρχή από την υποχρέωση ελέγχου της συμμόρφωσης του έργου με τους όρους τοπιακής συμβατότητας και τις κατευθύνσεις της οικείας Περιοχής Επιτάχυνσης.»
    Και προσθήκη νέας παραγράφου:
    «Για έργα με σημαντική χωρική, οπτική ή σωρευτική επίδραση, η αδειοδοτούσα αρχή λαμβάνει υπόψη ειδική τεκμηρίωση σχετικά με τη συμβατότητα του έργου με τον τοπιακό χαρακτήρα, την τοπική αναπτυξιακή φυσιογνωμία και τις κοινωνικές λειτουργίες του χώρου.»

    Άρθρο 12
    H επιτάχυνση δεν είναι απλώς λειτουργική επιλογή αλλά καθίσταται κανονιστική αρχή που υπερισχύει σχεδόν όλων των άλλων παραμέτρων. Καθορίζονται αυστηρές συνολικές προθεσμίες, ενώ από τον υπολογισμό εξαιρούνται μεγάλα τμήματα της πραγματικής διαδικασίας, ιδίως ο χρόνος κατασκευής, κρίσιμες αναβαθμίσεις δικτύου και η διάρκεια δικαστικών προσφυγών. Το αποτέλεσμα είναι μια θεσμική σύλληψη όπου το ζητούμενο είναι η μέγιστη συντόμευση της διοικητικής τροχιάς, χωρίς αντίστοιχη θεσμική πρόνοια για τη διασφάλιση του χρόνου που απαιτεί η ουσιαστική αξιολόγηση του χώρου και του τοπίου. Aυτό είναι προβληματικό, γιατί το τοπίο δεν είναι αντικείμενο που αξιολογείται απλώς υπό καθεστώς χρονικού στόχου· είναι πεδίο πολυπαραγοντικών σχέσεων, μνήμης, εμπειρίας και κοινωνικής διαπραγμάτευσης.
    Το δεύτερο πρόβλημα είναι πιο λεπτό αλλά εξίσου σοβαρό: η αφαίρεση του χρόνου των δικαστικών προσφυγών από τον υπολογισμό της διαδικασίας ουσιαστικά σημαίνει ότι η κοινωνική και νομική σύγκρουση αντιμετωπίζεται ως εξωτερική παρεμβολή και όχι ως πιθανό σύμπτωμα ελλειμματικού σχεδιασμού. Όμως, οι συγκρούσεις γύρω από τις ΑΠΕ στην Ελλάδα δεν είναι απλώς NIMBY αντιδράσεις, αλλά συχνά εκφράζουν βαθύτερες τοπιακές, κοινωνικές, αναπτυξιακές και δημοκρατικές εντάσεις. Άρα, ένα θεσμικό πλαίσιο που μετρά τον χρόνο χωρίς να μετρά τη χωρική και κοινωνική νομιμοποίηση, διευκολύνει μεν την επιτάχυνση, αλλά αυξάνει την πιθανότητα σύγκρουσης και τελικά υπονομεύει τη σταθερότητα των ίδιων των έργων.
    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
    Προτείνεται η αναδιατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 7Δ ως εξής:
    «Η διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις προθεσμίες του παρόντος, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διασφαλισθεί η επαρκής περιβαλλοντική, χωρική και τοπιακή αξιολόγηση και η ουσιαστική συμμετοχή του κοινού, όπου αυτή απαιτείται.»
    Προτείνεται επίσης η προσθήκη νέου εδαφίου στη δεύτερη παράγραφο:
    «Η επίκληση έκτακτων περιστάσεων για την παράταση των προθεσμιών περιλαμβάνει και περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται πρόσθετη αξιολόγηση λόγω ιδιαίτερης τοπιακής ευαισθησίας, σωρευτικών επιπτώσεων ή σοβαρής κοινωνικής αμφισβήτησης του έργου.»
    Και προσθήκη νέας παραγράφου:
    «Σε περιπτώσεις έργων που προβλέπεται να επηρεάσουν ουσιωδώς τον τοπιακό χαρακτήρα, την αναγνωρισιμότητα ή τις κοινωνικοοικονομικές λειτουργίες μιας περιοχής, η αρμόδια αρχή δύναται, με ειδική αιτιολογία, να επιμηκύνει εύλογα τη διαδικασία για την ολοκλήρωση της απαιτούμενης αξιολόγησης και διαβούλευσης.»

    ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ:
    Το βασικό πρόβλημα αυτού του Κεφαλαίου είναι ότι δεν οργανώνει απλώς μια ταχύτερη αδειοδότηση· οργανώνει μια νέα χωρική κανονικότητα, στην οποία το έργο προηγείται του τοπίου και η επιτάχυνση προηγείται της ουσιαστικής χωρικής κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο απαιτεί το τοπίο να αντιμετωπίζεται ως κοινός πόρος, ως αντικείμενο προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού και ως πεδίο διατύπωσης στόχων ποιότητας κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης. Το Κεφάλαιο Γ΄ δεν συνιστά απλώς εργαλείο ενεργειακής μετάβασης, αλλά εργαλείο επιτάχυνσης μιας μετάβασης χωρικά και τοπιακά ελλειμματικής.

    Άρθρο 13

    Το άρθρο 13 μεταφέρει εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης την ίδια βασική λογική που ήδη διατρέχει το νομοσχέδιο: η αδειοδοτική διαδικασία αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως ζήτημα χρονικής συμπίεσης και διοικητικής επιτάχυνσης. Έτσι, ακόμη και εκτός των ειδικά προνομιακών ζωνών, ο χώρος προσεγγίζεται ως πεδίο ταχείας διεκπεραίωσης και όχι ως πεδίο σύνθετης κοινωνικής και τοπιακής αξιολόγησης. Το γεγονός ότι ένα έργο βρίσκεται εκτός Περιοχής Επιτάχυνσης δεν σημαίνει ότι εγκαθίσταται σε τοπίο χαμηλής αξίας ή σε χώρο χωρίς ισχυρές κοινωνικές, πολιτισμικές και αναπτυξιακές λειτουργίες. Οι μεγάλες fast-track εγκαταστάσεις δεν αποτελούν τη μόνη βιώσιμη οδό ενεργειακής μετάβασης, εγείρουν ζητήματα βιωσιμότητας και απαιτείται ορθολογικός χωρικός σχεδιασμός με σεβασμό στην ποικιλομορφία, τον χαρακτήρα και την ταυτότητα του τοπίου.

    Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι οι προθεσμίες του άρθρου παρουσιάζονται ως ουδέτερες, ενώ στην πράξη ιεραρχούν τον χρόνο έναντι της ουσιαστικής κρίσης. Όταν δε από τον συνολικό χρόνο εξαιρούνται ο χρόνος σύνδεσης, οι σημαντικές αναβαθμίσεις δικτύου και ο χρόνος δικαστικών προσφυγών, η επιτάχυνση γίνεται σε μεγάλο βαθμό λογιστική: εμφανίζεται ένας κλειστός χρόνος διοικητικής συμμόρφωσης, αλλά όχι ο πραγματικός χρόνος κοινωνικής, χωρικής και νομικής ωρίμανσης του έργου. Από τη σκοπιά της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο, η πολιτική τοπίου συνεπάγεται θεσμικά εργαλεία για προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό όλων των τοπίων, καθώς και διατύπωση στόχων ποιότητας τοπίου μετά από δημόσια διαβούλευση. Το άρθρο 13 δεν λαμβάνει υπόψη αυτά τα στοιχεία.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης

    Προτείνεται η αναδιατύπωση του πρώτου εδαφίου του νέου άρθρου 4Α ως εξής:
    «Η διάρκεια αδειοδότησης και σύνδεσης σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) και Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.), συμπεριλαμβανομένων των εξαιρούμενων σταθμών, που εγκαθίστανται εκτός περιοχών επιτάχυνσης, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διασφαλισθεί η επαρκής περιβαλλοντική, χωρική και τοπιακή αξιολόγηση των έργων, καθώς και η ουσιαστική συμμετοχή του κοινού, όπου αυτή απαιτείται.»
    Προτείνεται επίσης η προσθήκη νέας παραγράφου:
    «Για έργα εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης, ιδίως σε περιοχές με ιδιαίτερο τοπιακό χαρακτήρα, έντονη κοινωνική προσκόλληση, παραγωγική πολυλειτουργικότητα ή πολιτισμική σημασία, η αρμόδια αρχή εξετάζει ειδικά τη συμβατότητα του έργου με τον χαρακτήρα, τη φέρουσα ικανότητα και τους στόχους ποιότητας του τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.»
    Και προσθήκη στο τελευταίο μέρος του άρθρου:
    «Η εξαίρεση των δικαστικών προσφυγών από τον υπολογισμό της διάρκειας δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωση εξέτασης των αιτίων κοινωνικής και χωρικής σύγκρουσης που συνδέονται με την εγκατάσταση του έργου.»

    Άρθρο 14
    Η θέσπιση σαφέστερης προθεσμίας για την Οριστική Προσφορά Σύνδεσης απαντά σε υπαρκτό ζήτημα διοικητικής αβεβαιότητας. Ωστόσο, ακριβώς επειδή η σύνδεση αποτελεί κρίσιμο βήμα στην ενεργοποίηση ενός έργου, δεν θα πρέπει να παρουσιάζεται ως ουδέτερο τεχνικό στάδιο, πλήρως αποσυνδεδεμένο από τη συνολική καταλληλότητα του έργου.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 5 ν. 4951/2022 του εξής εδαφίου:
    «Η χορήγηση της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης δεν υποκαθιστά τον έλεγχο χωρικής και τοπιακής συμβατότητας του έργου και των συνοδών έργων σύνδεσης, όπου αυτός απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία.»

    Άρθρο 15

    Το άρθρο 15 είναι ιδιαίτερα προβληματικό, επειδή εισάγει ένα εξαιρετικά συμπιεσμένο χρονικό πλαίσιο ενενήντα ημερών για όλη τη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Με τον τρόπο αυτό, η αδειοδότηση προσεγγίζεται ως σχεδόν αυτοματοποιημένη διοικητική αλληλουχία, σαν να πρόκειται για εγγενώς χωρικά ουδέτερα έργα. Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει δεκτό άκριτα. Το τοπίο δεν απειλείται μόνο από αιολικά έργα· απειλείται από κάθε μορφή μαζικής και χωρικά άκαμπτης ενεργειακής εγκατάστασης που επιβάλλει νέα οπτική, λειτουργική και κοινωνική γεωμετρία στον χώρο. Η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να σέβεται την ποικιλομορφία, τον χαρακτήρα και την ταυτότητα του και να θεμελιώνεται σε βασικές αρχές ορθολογικού χωρικού σχεδιασμού και δημόσιας διαβούλευσης . Μια διαδικασία ενενήντα ημερών, χωρίς πρόβλεψη για ειδική χωρική και τοπιακή κρίση, κινδυνεύει να λειτουργήσει αδιακρίτως.
    Το πρόβλημα εντείνεται επειδή το άρθρο αφορά σταθμούς της περ. ιστ) της παρ. 1 του άρθρου 33, δηλαδή εξαιρούμενα έργα, για τα οποία ο νομοθέτης φαίνεται να θεωρεί ότι η μικρότερη τυπική βαρύτητα συνεπάγεται και μειωμένη ανάγκη ουσιαστικής αξιολόγησης. Όμως ούτε το μικρό μέγεθος ούτε η τεχνολογία από μόνα τους αρκούν ως τεκμήριο χωρικής αβλαβούς ένταξης. Η καταλληλότητα εξαρτάται από τη σχέση του έργου με την κλίμακα, τις χρήσεις, τις αξίες και τον χαρακτήρα του συγκεκριμένου τοπίου (Pavlis, 2025).

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης

    Προτείνεται η αναδιατύπωση της νέας παρ. 8 του άρθρου 33 ως εξής:
    «8. Ειδικά για φωτοβολταϊκούς σταθμούς της περ. ιστ) της παρ. 1, η διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης δύναται να επιταχύνεται, εφόσον δεν προκύπτουν ουσιώδεις περιβαλλοντικές, χωρικές ή τοπιακές επιπτώσεις και εφόσον τα έργα εγκαθίστανται σε τεχνητές ή ήδη έντονα ανθρωπογενώς μετασχηματισμένες επιφάνειες ή σε χώρους των οποίων η καταλληλότητα έχει προηγουμένως τεκμηριωθεί. Στις λοιπές περιπτώσεις εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.»
    Εναλλακτικά, αν διατηρηθεί το 90ήμερο, να προστεθεί τουλάχιστον:
    «Η προθεσμία της παρούσας δεν εφαρμόζεται όταν το έργο χωροθετείται σε περιοχή με ιδιαίτερο τοπιακό χαρακτήρα, σε περιοχή με ισχυρή παραγωγική, πολιτισμική ή κοινωνική λειτουργία ή όταν απαιτείται ειδική τεκμηρίωση χωρικής και τοπιακής συμβατότητας.»

    Άρθρο 16

    Δεν εντοπίζεται μείζον εννοιολογικό πρόβλημα. Παρ’ όλα αυτά, η οριζόντια ταχεία χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης για όλους τους εξαιρούμενους σταθμούς ≤150 kW ενδέχεται να δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι τέτοια έργα είναι πάντοτε χωρικά ή τοπιακά αμελητέα. Εφόσον το νομοσχέδιο οικοδομεί γενικά μια λογική επιτάχυνσης, καλό είναι να παραμείνει σαφές ότι ούτε η χαμηλή ισχύς αναιρεί αυτομάτως την ανάγκη εξέτασης των τοπικών συνθηκών. Η παρατήρηση αυτή είναι χρήσιμη ακριβώς για να μη χαθεί η αρχή της site-specific αξιολόγησης.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 34 του ν. 4951/2022 του εξής εδαφίου:
    «Η ανωτέρω προθεσμία δεν θίγει την υποχρέωση ελέγχου της συμβατότητας του σταθμού με τυχόν ισχύοντες χωρικούς, περιβαλλοντικούς και τοπιακούς περιορισμούς της περιοχής εγκατάστασης.»

    Άρθρο 17

    Το άρθρο 17 είναι ίσως το πιο ακραίο παράδειγμα διοικητικής συμπίεσης, καθώς μειώνει την αρχική απόκριση του Διαχειριστή σε πέντε ημέρες και επιπλέον προβλέπει ότι η συνολική διαδικασία αδειοδότησης των γνωστοποιούμενων σταθμών, συμπεριλαμβανομένης της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τις τριάντα ημέρες. Εδώ η διοίκηση προσεγγίζει πλέον ορισμένες κατηγορίες έργων σχεδόν ως αντικείμενα αυτόματης διεκπεραίωσης. Όμως ακόμη και η απλούστευση πρέπει να έχει όρια, επειδή η χωρική και τοπιακή σημασία ενός έργου δεν εξαρτάται μόνο από το αν υπάγεται σε γνωστοποίηση. Oι κοινωνικές αντιδράσεις και οι συγκρούσεις γύρω από τα έργα ΑΠΕ συνδέονται με την κλίμακα, την τοπιακή φέρουσα ικανότητα, τις χρήσεις, τη δημόσια συμμετοχή και τη σημασία του τόπου για τις τοπικές κοινωνίες (Pavlis, 2025). Μια διαδικασία τριάντα ημερών είναι εξαιρετικά δύσκολο να συνδυαστεί με ουσιαστική κρίση σε τέτοιες περιπτώσεις.
    Ακόμη πιο προβληματική είναι η πρόβλεψη ότι, αν ο Διαχειριστής δεν απαντήσει εντός πέντε ημερών μετά την ολοκλήρωση των έργων σύνδεσης, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προχωρήσει ο ίδιος στη σύνδεση του σταθμού στην εσωτερική ηλεκτρολογική εγκατάσταση. Η ρύθμιση αυτή ενισχύει το πνεύμα αυτοματισμού και μετατοπίζει περαιτέρω το βάρος από τη διοικητική ευθύνη στην de facto ενεργοποίηση του έργου. Aυτό δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα γιατί κάθε τέτοιος θεσμικός αυτοματισμός μειώνει το περιθώριο ουσιαστικού ελέγχου της χωρικής συμβατότητας.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης

    Προτείνεται η αναδιατύπωση της νέας παρ. 8 του άρθρου 38 ως εξής:
    «8. Η διαδικασία αδειοδότησης για τους γνωστοποιούμενους σταθμούς δύναται να επιταχύνεται και να μην υπερβαίνει συνολικά τις τριάντα (30) ημέρες, μόνον εφόσον πρόκειται για έργα περιορισμένης χωρικής όχλησης, για τα οποία δεν προκύπτουν ουσιώδεις περιβαλλοντικές, χωρικές ή τοπιακές επιπτώσεις και δεν απαιτείται ειδική αξιολόγηση συμβατότητας με τον τοπιακό χαρακτήρα της περιοχής.»
    Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση του εδαφίου περί μη απόκρισης του Διαχειριστή ως εξής:
    «Σε περίπτωση μη απόκρισης του αρμόδιου Διαχειριστή εντός της ως άνω προθεσμίας, ο ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει την αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος από ανώτερο αρμόδιο όργανο ή από την Υπηρεσία Μίας Στάσης· η μη απόκριση δεν τεκμαίρει αυτοδικαίως δυνατότητα σύνδεσης χωρίς προηγούμενο έλεγχο τήρησης των προβλεπόμενων όρων.»
    Η τροποποίηση αυτή είναι σημαντική, γιατί αναστέλλει τον αυτοματισμό χωρίς να αναιρεί την ανάγκη διοικητικής ταχύτητας.

    Άρθρο 18

    Η ριζική ανανέωση μπορεί πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις, να συνιστά εύλογη προτεραιότητα έναντι νέων έργων, ιδίως όταν δεν επεκτείνει ουσιωδώς το αποτύπωμα του σταθμού. Ωστόσο, το άρθρο όπως διατυπώνεται αντιμετωπίζει τη ριζική ανανέωση κυρίως ως διαδικαστικό και τεχνικό ζήτημα, με έμφαση στην προτεραιοποίηση, στις συντομευμένες προθεσμίες και στη γρήγορη έκδοση νέων προσφορών, αδειών και συμβάσεων. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι η «ριζική ανανέωση» δεν είναι πάντοτε χωρικά αμελητέα. Αντίθετα, μπορεί να συνεπάγεται σημαντική μεταβολή ως προς τον όγκο, το ύψος, τα τεχνικά χαρακτηριστικά, την ορατότητα, τη σχέση με την κλίμακα του τοπίου και τις σωρευτικές επιπτώσεις. Aυτά δεν μπορούν να υποβαθμίζονται σε δευτερεύον ζήτημα, επειδή η τοπιακή συμβατότητα δεν εξαρτάται μόνο από το αν το έργο είναι «παλαιό» ή «υφιστάμενο».
    Το πρόβλημα οξύνεται από το κριτήριο της προτεραιότητας όταν η αύξηση της μέγιστης ισχύος δεν υπερβαίνει το 15% και δεν προκύπτει μεγαλύτερη επιβάρυνση του δικτύου. Αυτή η θεώρηση είναι αποκλειστικά ενεργειακο-τεχνική. Όμως μια αύξηση ισχύος, μια αντικατάσταση εξοπλισμού ή μια μεταβολή τεχνικών χαρακτηριστικών μπορεί να έχει δυσανάλογες τοπιακές συνέπειες ακόμη κι αν το δίκτυο δεν επιβαρύνεται σημαντικότερα. Η κρίσιμη παράμετρος δεν είναι μόνο το grid burden αλλά η μεταβολή στη σχέση του έργου με το τοπίο. Oι αξιολογήσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη γεωγραφία, το ιστορικό πλαίσιο, τις τοπικές χρήσεις γης και τις κοινωνικές διαστάσεις.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης

    Προτείνεται η προσθήκη νέας παραγράφου μετά την παρ. 4 του άρθρου 42 ως εξής:
    «4Α. Η προτεραιότητα εξέτασης αιτήσεων ριζικής ανανέωσης δεν εφαρμόζεται αυτομάτως όταν από τα νέα τεχνικά χαρακτηριστικά του σταθμού προκύπτει ενδεχόμενη ουσιώδης μεταβολή της οπτικής παρουσίας, της σχέσης κλίμακας έργου–τοπίου, της σωρευτικής επίδρασης ή του τοπιακού χαρακτήρα της περιοχής εγκατάστασης. Στις περιπτώσεις αυτές διενεργείται ειδικός έλεγχος τοπιακής συμβατότητα, βάσει των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων»
    Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση της παρ. 4 ως εξής:
    «Η αίτηση για χορήγηση νέας Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης εξετάζεται κατά προτεραιότητα από τον αρμόδιο Διαχειριστή έναντι λοιπών αιτήσεων, εφόσον δεν προκύπτει: α) αύξηση της μέγιστης ισχύος παραγωγής μεγαλύτερη από δεκαπέντε τοις εκατό (15%), β) επιβάρυνση του δικτύου σε βαθμό μεγαλύτερο από τα αρχικά τεχνικά χαρακτηριστικά, και γ) ουσιώδης μεταβολή της χωρικής, οπτικής ή τοπιακής επίδρασης του σταθμού.»
    Και προσθήκη νέας παραγράφου πριν από το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 42:
    «Για σταθμούς που προβαίνουν σε ριζική ανανέωση εξετάζεται, όπου απαιτείται, η συμβατότητα των νέων χαρακτηριστικών του έργου με τον χαρακτήρα, τη φέρουσα ικανότητα και τις κοινωνικές και αναπτυξιακές λειτουργίες του τοπίου της περιοχής εγκατάστασης.»

    Συνολική παρατήρηση το Κεφάλαιο Δ

    Το Κεφάλαιο Δ΄ γενικεύει εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης την ίδια λογική που έχει ήδη εγκαθιδρυθεί εντός αυτών: ταχύτερες διαδικασίες, στενότερα διοικητικά χρονοδιαγράμματα, προτεραιοποίηση, απλούστευση και σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν αυτοματοποιημένη αδειοδοτική ροή. Από άποψη ενεργειακής διοίκησης, αυτό μπορεί να παρουσιαστεί ως εξορθολογισμός. Από την άλλη, όμως, το βασικό πρόβλημα παραμένει ότι η νομοθεσία επιταχύνει διαδικασίες χωρίς να εισάγει ισοβαρώς μηχανισμούς χωρικής/ τοπιακής κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο βλέπει το τοπίο ως κοινό πόρο, ως πεδίο αντιληπτό από τον λαό και ως αντικείμενο προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού, με συμμετοχή των πολιτών και διατύπωση στόχων ποιότητας.

    Άρθρο 22

    Το άρθρο 22 παρουσιάζει μια χαρακτηριστική μονομέρεια: αντιμετωπίζει την «προέλευση» αποκλειστικά ως ζήτημα ενεργειακής ιχνηλασιμότητας και εμπορικής απόδειξης, όχι και ως ζήτημα χωρικής και τοπιακής ενσωμάτωσης της ενέργειας. Με άλλα λόγια, η ενέργεια αποκτά πιστοποιημένη προέλευση, αλλά όχι χωρική λογοδοσία ως προς τις συνθήκες παραγωγής της. Όμως η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι απλώς αλλαγή καυσίμου ή τεχνολογίας, αλλά κοινωνικο-χωρικός μετασχηματισμός με συνέπειες για την ταυτότητα, τον χαρακτήρα και τις βιωματικές ποιότητες και αξίες του τοπίου. Τα ενεργειακά έργα δεν πρέπει να αξιολογούνται μόνο με όρους παραγωγής και αγοράς, αλλά και με όρους βιωσιμότητας, δημόσιας διαβούλευσης και ορθολογικού χωροταξικού σχεδιασμού.

    Το πρόβλημα εδώ είναι ότι θεσπίζει ένα σύστημα πιστοποίησης το οποίο μπορεί εύκολα να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποϋλοποίησης της ενεργειακής προέλευσης: ο τελικός καταναλωτής πληροφορείται το «πράσινο» χαρακτηριστικό της ενέργειας, χωρίς το θεσμικό πλαίσιο να απαιτεί αντίστοιχη πληροφόρηση για τη χωρική, κοινωνική ή τοπιακή συνθήκη υπό την οποία αυτή παράχθηκε. Έτσι, η εγγύηση προέλευσης κινδυνεύει να γίνει εργαλείο αγοράς αποσυνδεδεμένο από το πραγματικό εδαφικό (territorial) και τοπιακό αποτύπωμα της παραγωγής.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:

    Προτείνεται η προσθήκη, στο τέλος της παρ. 7 του άρθρου 15 ν. 3468/2006, εδαφίου ως εξής:
    «Η χρήση των Εγγυήσεων Προέλευσης δεν απαλλάσσει τους παραγωγούς, τους προμηθευτές και τις αρμόδιες αρχές από την υποχρέωση διασφάλισης ότι η παραγωγή της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές διενεργείται κατά τρόπο συμβατό με τις αρχές της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης και της προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού του τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.»

    Και προσθήκη στην παρ. 3 του άρθρου 15 του εξής εδαφίου:
    «Η πληροφόρηση προς τους τελικούς καταναλωτές για την προέλευση της ενέργειας μπορεί να συνοδεύεται, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κώδικα του Φορέα Έκδοσης, από συνοπτικά στοιχεία σχετικά με το είδος της εγκατάστασης παραγωγής και τη βασική χωρική κατηγορία του τόπου εγκατάστασής της.»

    Άρθρο 23

    Το άρθρο 23 βελτιώνει τεχνικά το περιεχόμενο και τη διαδικασία έκδοσης των εγγυήσεων προέλευσης, ιδίως ως προς τα χρονικά διαστήματα, τις κατηγορίες ενέργειας, τα μητρώα και τις μετρήσεις. Όμως παραμένει πλήρως εγκλωβισμένο σε μια λογική τεχνικής πιστοποίησης χωρίς χωρικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην εγγύηση αφορούν πηγή, περίοδο παραγωγής, ισχύ, ενίσχυση και στοιχεία σταθμού, αλλά δεν υπάρχει καμία πρόνοια, έστω προαιρετική ή συνοπτική, για το αν η ενέργεια προέρχεται από εγκατάσταση χωρικά/ τοπιακά συμβατή, από έργο ενταγμένο σε Περιοχή Επιτάχυνσης, από έργο που έτυχε λειτουργικής ή επενδυτικής ενίσχυσης χωρίς κοινωνική ανταποδοτικότητα ή από σταθμό εγκατεστημένο σε τοπίο ιδιαίτερης ευαισθησίας. Έτσι, το ενεργειακό προϊόν αποκτά υψηλή λογιστική διαφάνεια αλλά μηδενική τοπιακή διαφάνεια.

    Η αξιολόγηση των ενεργειακών έργων πρέπει να περιλαμβάνει τη γεωγραφία, το ιστορικό πλαίσιο, τις τοπικές χρήσεις γης, την κοινωνική αποδοχή και να λαμβάνει υπόψη τον τοπιακό χαρακτήρα και τη φέρουσα ικανότητα του τοπίου. Όταν η νομοθεσία χτίζει ένα εξελιγμένο καθεστώς μητρώων και πιστοποιήσεων χωρίς αντίστοιχη μέριμνα για την κοινωνικο-χωρική ορατότητα αυτών των έργων, ενισχύει τη μετατροπή της ενεργειακής μετάβασης σε τεχνικό-αγοραίο σύστημα αποκομμένο από τους τόπους παραγωγής.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:

    Προτείνεται η προσθήκη νέας περίπτωσης στην παρ. 1 του άρθρου 17 ν. 3468/2006 ως εξής:
    «ζ) όπου είναι διαθέσιμο και τεχνικά εφικτό, συνοπτική αναφορά στο καθεστώς χωρικής εγκατάστασης του σταθμού, ιδίως εάν ο σταθμός βρίσκεται εντός ή εκτός Περιοχής Επιτάχυνσης, καθώς και εάν υπόκειται σε ειδικούς όρους περιβαλλοντικής ή τοπιακής προστασίας.»

    Προτείνεται επίσης η προσθήκη νέου εδαφίου μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 5:
    «Ο Φορέας Έκδοσης δύναται να δημοσιεύει, σε συγκεντρωτική μορφή, στοιχεία για τη χωρική κατανομή των εγκαταστάσεων που συνδέονται με εγγυήσεις προέλευσης, ώστε να ενισχύεται η διαφάνεια ως προς τη γεωγραφική και χωρική διάσταση της παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας.»

    Άρθρο 24

    Η εισαγωγή ειδικού πλαισίου για πιλοτικά έργα καινοτόμων τεχνολογιών μπορεί να είναι θεμιτή. Όμως η εξουσιοδότηση προς τη Ρ.Α.Α.Ε.Υ. να ρυθμίζει κριτήρια επιλογής και πλαίσιο αδειοδότησης περιορίζεται κυρίως σε ζητήματα εθνικής άμυνας, ασφάλειας, δημόσιας υγείας και συμβατότητας με το Ειδικό Χωροταξικό για ΑΠΕ. Αυτό είναι ανεπαρκές. Τα πιλοτικά έργα, ακριβώς επειδή εισάγουν νέες τεχνολογίες, νέες μορφές χωρικής παρουσίας και συχνά νέες αβεβαιότητες, οφείλουν να εξετάζονται όχι μόνο ως πειραματικές ενεργειακές εφαρμογές αλλά και ως εν δυνάμει νέες μορφές μετασχηματισμού τοπίου. Η απουσία ρητής αναφοράς στην τοπιακή συμβατότητα και στη δημόσια διαβούλευση είναι εδώ ακόμη πιο προβληματική, επειδή το «πιλοτικό» μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε δίαυλο παράκαμψης αυστηρότερων κριτηρίων, ακριβώς λόγω του καινοτομικού χαρακτήρα του έργου.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης

    Προτείνεται η αναδιατύπωση της περ. β) της νέας παρ. 4 του άρθρου 18Β ως εξής:
    «β) το πλαίσιο αδειοδότησης των εν λόγω έργων, χωρίς να θίγονται η εθνική άμυνα και ασφάλεια, η δημόσια υγεία και ασφάλεια, το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), καθώς και οι αρχές της προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού του τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.»

    Προτείνεται επίσης η προσθήκη νέας περ. στ):
    «στ) ειδικά κριτήρια αξιολόγησης της χωρικής, περιβαλλοντικής, κοινωνικής και τοπιακής συμβατότητας των πιλοτικών έργων, καθώς και διαδικασία έγκαιρης ενημέρωσης και διαβούλευσης με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές και το ενδιαφερόμενο κοινό.»

    Άρθρο 25

    Το άρθρο 25 είναι κατά βάση νομοτεχνική και λειτουργική επέκταση των αρμοδιοτήτων του Δ.Α.Π.Ε.Ε.Π. ως προς τον υπολογισμό μειγμάτων και τον έλεγχο της χρήσης εγγυήσεων προέλευσης. Δεν υπάρχει εδώ μείζον θεωρητικό πρόβλημα από μόνο του. Ωστόσο, στο μέτρο που ο φορέας αποκτά ενισχυμένο ρόλο στον προσδιορισμό του «υπολειπόμενου μείγματος» και στην παρακολούθηση του τρόπου με τον οποίο αποδίδεται στους καταναλωτές η προέλευση της ενέργειας, θα ήταν εύλογο να συνδεθεί αυτή η αρμοδιότητα και με μια πιο διευρυμένη λογική διαφάνειας. Εφόσον το νομοσχέδιο χτίζει έναν ολοένα πιο λεπτομερή μηχανισμό ενεργειακής λογιστικής, καό θα ήταν να μην αποκόπτεται πλήρως αυτή η λογιστική από τη χωρική και τοπιακή ορατότητα της παραγωγής.
    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της περ. στ) της παρ. 2 του άρθρου 118 ν. 4001/2011 του εξής εδαφίου:
    «Ο Δ.Α.Π.Ε.Ε.Π. δύναται να δημοσιεύει σε ετήσια βάση συγκεντρωτικά στοιχεία σχετικά με τη γεωγραφική και κατηγορική κατανομή των εγκαταστάσεων που συνδέονται με εγγυήσεις προέλευσης, προς ενίσχυση της διαφάνειας της αγοράς και της ενημέρωσης των καταναλωτών.»

    Άρθρο 26
    Το άρθρο 26 κινείται στη σωστή κατεύθυνση ως προς την αναγνώριση της ανάγκης αξιολόγησης κανονιστικών και διοικητικών φραγμών για τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις ενέργειας. Όμως είναι ελλιπές ως προς τα κριτήρια της αξιολόγησης. Η διάταξη μιλά για κανονιστικούς και διοικητικούς φραγμούς, αλλά δεν εντάσσει στην αξιολόγηση τις χωρικές, κοινωνικές και τοπιακές προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να αναπτυχθούν υγιώς και δίκαια οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις. Οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις δεν είναι ουδέτερες. Μπορούν να λειτουργήσουν είτε ως μέσο σταθεροποίησης μιας κοινωνικά και χωρικά ισορροπημένης μετάβασης είτε ως μηχανισμός περαιτέρω ενίσχυσης ενεργειακών επενδύσεων αποσυνδεδεμένων από το τοπικό συμφέρον.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
    Προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου 2ΣΤ ως εξής:
    «Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προκειμένου να προωθήσει τη σύναψη μακροπρόθεσμων συμβάσεων ενέργειας από Α.Π.Ε., αξιολογεί τους κανονιστικούς, διοικητικούς, χωρικούς και κοινωνικούς φραγμούς, στηριζόμενο σε μελέτες ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών, καθώς και σε μελέτες των εποπτευόμενων φορέων του. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει ιδίως την επίδραση των εν λόγω συμβάσεων στην ανάπτυξη αποκεντρωμένων έργων, στην κοινωνική αποδοχή, στη στήριξη τοπικών και κοινοτικών σχημάτων ενέργειας και στη συμβατότητα της ενεργειακής ανάπτυξης με τις αρχές της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης και της πολιτικής τοπίου. Τα μέτρα και οι πολιτικές που προκύπτουν από την αξιολόγηση συμπεριλαμβάνονται στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα και στις ενοποιημένες εθνικές εκθέσεις προόδου.»

    Άρθρο 27
    Το άρθρο 27 είναι συνολικά θετικό ως προς την αποκέντρωση, την ευελιξία και τη συμμετοχή μικρών ή κινητών συστημάτων στην αγορά. Μπορεί να ιδωθεί ως βήμα προς μια λιγότερο συγκεντρωτική ενεργειακή αρχιτεκτονική, πιο συμβατή με μικρότερης κλίμακας, αποκεντρωμένες και δυνητικά πιο τοπιακά ενσωματώσιμες μορφές ενεργειακής μετάβασης. Εκεί όπου χρειάζεται προσοχή είναι στο ότι το άρθρο βλέπει την ευελιξία κυρίως ως ζήτημα δικτύου, αγοράς και τεχνικής βελτιστοποίησης. Θα ήταν θεσμικά χρησιμότερο να αναδειχθεί και ο χωρικός-αναπτυξιακός ρόλος αυτών των μικρών και κινητών συστημάτων: δηλαδή ότι μπορούν να λειτουργήσουν και ως εναλλακτική σε επεκτάσεις δικτύων και σε χωρικά βαριές υποδομές, συμβάλλοντας σε ενεργειακή μετάβαση μικρότερου τοπιακού αποτυπώματος.
    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:

    Προτείνεται η προσθήκη στην παρ. 2 του άρθρου 15 ν. 4001/2011, μετά τη φράση περί έξυπνων δικτύων, των λέξεων:
    «καθώς και η προώθηση αποκεντρωμένων ενεργειακών λύσεων μικρής κλίμακας που δύνανται να μειώνουν την ανάγκη για εκτεταμένες χωρικές και δικτυακές επεμβάσεις».

    Προτείνεται επίσης η προσθήκη στην περ. (ι) της παρ. 2 του άρθρου 127 ν. 4001/2011 του εξής εδαφίου:
    «Κατά την εξέταση εναλλακτικών λύσεων ανάπτυξης του δικτύου, λαμβάνεται υπόψη και η δυνατότητα περιορισμού των χωρικών/ τοπιακών επιπτώσεων μέσω της αξιοποίησης αποκεντρωμένης παραγωγής, αποθήκευσης, απόκρισης ζήτησης και μικρών ή κινητών συστημάτων.»
    Η ίδια λογική μπορεί να προστεθεί και στην αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 131Β.

    Άρθρο 28

    Οι Διαχειριστές καλούνται να δημοσιεύουν στοιχεία για μερίδια παραγωγής, εκπομπές, ένταση εκπομπών, προβλέψεις, απόκριση ζήτησης και παραγωγή από αυτοκαταναλωτές και κοινότητες. Ωστόσο, και εδώ επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: υψηλή διαφάνεια των ροών, μηδενική σχεδόν διαφάνεια των χωρικών και τοπιακών συνθηκών παραγωγής. Θα ήταν πολύ πιο συνεκτικό ένα σύστημα δημοσιοποίησης που να επιτρέπει όχι μόνο να γνωρίζουμε «πόση» πράσινη ενέργεια παράγεται, αλλά και «πώς» και «πού» αυτή εντάσσεται στον χώρο. Η γεωγραφία της ενεργειακής μετάβασης έχει τεράστια σημασία, ακριβώς επειδή διαφορετικές χωρικές μορφές παραγωγής έχουν διαφορετικές συνέπειες για το τοπίο, την τοπική οικονομία και την κοινωνική νομιμοποίηση.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης

    Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της παρ. 1 του νέου άρθρου 2ΓΑ του εξής εδαφίου:
    «Στον βαθμό που αυτό είναι τεχνικά εφικτό και χωρίς να θίγονται ζητήματα ασφάλειας και προστασίας δεδομένων, οι Διαχειριστές δημοσιεύουν και συγκεντρωτικά στοιχεία για τη γεωγραφική κατανομή της παραγωγής από Α.Π.Ε. ανά βασική κατηγορία χώρου και εγκατάστασης, ώστε να ενισχύεται η διαφάνεια ως προς τη χωρική διάσταση της ενεργειακής μετάβασης.»

    Και προσθήκη στην παρ. 2:
    «Η απόφαση της Ρ.Α.Α.Ε.Υ. δύναται να προβλέπει και μορφότυπα παρουσίασης δεδομένων κατάλληλους για την αποτύπωση βασικών χωρικών χαρακτηριστικών της παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας.»

    Άρθρο 29

    Το άρθρο 29 κινείται στην ίδια κατεύθυνση με το άρθρο 27 και, συνολικά, δεν παρουσιάζει σοβαρό πρόβλημα· αντιθέτως, ενισχύει τη δυνατότητα συμμετοχής μικρών και κινητών συστημάτων στην αγορά εξισορρόπησης. Αυτή η κατεύθυνση είναι δυνητικά θετική, επειδή συμβάλλει σε πιο ευέλικτα και αποκεντρωμένα σχήματα διαχείρισης ενέργειας, άρα και σε δυνατότητες περιορισμού της πίεσης για μεγάλες, χωρικά επιθετικές υποδομές. Ωστόσο, όπως και στο άρθρο 27, λείπει μια στοιχειώδης αναγνώριση ότι η διεύρυνση της συμμετοχής αυτών των πόρων μπορεί να υπηρετήσει όχι μόνο τη λειτουργική ασφάλεια και την αγορά, αλλά και έναν πιο ισορροπημένο χωρικό μετασχηματισμό της ενεργειακής μετάβασης.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
    Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος του δεύτερου εδαφίου της περ. κα) της παρ. 2 του άρθρου 17 ν. 4425/2016 του εξής:
    «Κατά τον καθορισμό των τεχνικών απαιτήσεων και των κανόνων συμμετοχής, λαμβάνεται υπόψη και η συμβολή των μικρών ή κινητών ηλεκτρικών συστημάτων στη μείωση της ανάγκης για εκτεταμένες νέες ενεργειακές υποδομές και στη στήριξη αποκεντρωμένων μορφών ενεργειακής μετάβασης.»

    Άρθρο 30
    Το άρθρο 30 είναι κατά βάση τεχνικό και, σε μεγάλο βαθμό, θετικό ως προς την πρόσβαση σε πραγματικό χρόνο σε δεδομένα μπαταριών, την έξυπνη επαναφόρτιση και την αμφίδρομη επαναφόρτιση. Τέτοιες ρυθμίσεις μπορούν να υποστηρίξουν ένα πιο αποκεντρωμένο και έξυπνο ενεργειακό μοντέλο, με δυνητικά μικρότερη εξάρτηση από μεγάλες χωρικές επεμβάσεις. Παρ’ όλα αυτά, η διάταξη περιορίζεται πλήρως στη διαλειτουργικότητα, στην πρόσβαση και στα δεδομένα, χωρίς να συνδέει αυτή την τεχνολογική εξέλιξη με έναν ευρύτερο στρατηγικό στόχο περιορισμού του χωρικού/ τοπιακού αποτυπώματος της μετάβασης. Θα είχε αξία να αναδειχθεί ότι η αξιοποίηση έξυπνης φόρτισης, οικιακής αποθήκευσης και αμφίδρομης λειτουργίας δεν είναι μόνο τεχνολογική βελτίωση, αλλά μέρος ενός διαφορετικού υποδείγματος ενεργειακής οργάνωσης, λιγότερο συγκεντρωτικού και δυνητικά περισσότερο συμβατού με τη διαφοροποίηση και τη φέρουσα ικανότητα των τοπίων.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της παρ. 3 του νέου άρθρου 20Α ν. 4710/2020 του εξής εδαφίου:
    «Η προώθηση των λειτουργιών έξυπνης και αμφίδρομης επαναφόρτισης εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό αποκεντρωμένων και ευέλικτων ενεργειακών συστημάτων, με σκοπό τη μείωση της ανάγκης για χωρικά εκτεταμένες ενεργειακές υποδομές και την υποστήριξη μιας ενεργειακής μετάβασης συμβατής με τις αρχές της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης.»

    Συνολική παρατήρηση για το Κεφάλαιο ΣΤ:
    Το Κεφάλαιο ΣΤ΄ είναι σαφώς λιγότερο προβληματικό από τα κεφάλαια που αφορούν άμεσα την επιτάχυνση της χωροθέτησης και της αδειοδότησης. Κινείται κυρίως στο πεδίο της αγοράς, της ιχνηλασιμότητας, της διαφάνειας, της ευελιξίας και της τεχνολογικής προσαρμογής. Παρ’ όλα αυτά, ακριβώς εκεί αναδεικνύεται ένα ευρύτερο έλλειμμα του νομοσχεδίου: ακόμη και όταν οικοδομεί προηγμένους μηχανισμούς διαχείρισης, δεδομένων, εγγυήσεων και συμμετοχής μικρών πόρων, το κάνει σχεδόν αποκλειστικά με όρους αγοράς, λειτουργίας συστήματος και διοικητικής αποτελεσματικότητας, όχι με όρους χωρικής και τοπιακής επίγνωσης. Αυτό είναι σημαντικό γιατί η ενεργειακή μετάβαση δεν κρίνεται μόνο στο επίπεδο του τιμολογίου, της εξισορρόπησης ή της ιχνηλασιμότητας, αλλά και στο επίπεδο του πώς οι ενεργειακές υποδομές και οι νέες τεχνολογίες αναδιοργανώνουν σχέσεις ανθρώπων, τόπων και τοπίων.

    Άρθρο 98
    Το άρθρο 98 κινείται σε μια κατεύθυνση συστηματοποίησης των κατηγοριών προστασίας και των επιτρεπόμενων χρήσεων, όμως παραμένει ισχυρά εγκλωβισμένο σε μια στενά βιοφυσική και «λειτουργιστική» αντίληψη του προστατευόμενου χώρου. Παρότι γίνεται μνεία σε «πολιτισμικές αξίες» μόνο στη ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, το τοπίο δεν ενσωματώνεται ως διακριτή παράμετρος προστασίας, αξιολόγησης και ρύθμισης σε όλο το εύρος του άρθρου. Έτσι, το κανονιστικό σχήμα υποβαθμίζει τη συμβολική, αισθητηριακή, ιστορική και βιωματική διάσταση των προστατευόμενων περιοχών και αντιμετωπίζει τον χώρο κυρίως ως φορέα οικοτόπων, ειδών και χρήσεων. Αυτό είναι κρίσιμο έλλειμμα, διότι σε πολλές περιοχές Natura το προστατευτέο διακύβευμα δεν εξαντλείται στην οικολογική ακεραιότητα, αλλά αφορά και τη φυσιογνωμία, τη σχέση ανθρώπου–χώρου, την ιστορικότητα των χρήσεων, την αναγνωρισιμότητα του τόπου και τη συνοχή του τοπίου, λαμβάνοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010).

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
    Να προστεθεί, στην αρχή του άρθρου 19, μετά το πρώτο εδάφιο της περ. α), νέο εδάφιο ως εξής:
    «Κατά τον χαρακτηρισμό, την οριοθέτηση, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των προστατευόμενων περιοχών λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, πέραν των οικολογικών κριτηρίων, και η αξία του τοπίου ως βιωμένης, αντιληπτής, ιστορικά και πολιτισμικά διαμορφωμένης χωρικής ολότητας, συμπεριλαμβανομένων της αισθητικής, συμβολικής, κοινωνικής και της ευρύτερης πολιτισμικής του σημασίας.»

    1. Ορισμός «Περιοχών προστασίας της βιοποικιλότητας»
    Η διατύπωση της παρ. α) εστιάζει αποκλειστικά στην παρουσία τύπων οικοτόπων και ειδών. Η επιλογή αυτή είναι νομικά κατανοητή ως προς τη λογική του Natura 2000, αλλά κανονιστικά ανεπαρκής για μια σύγχρονη προσέγγιση προστασίας, διότι αποσυνδέει το προστατευτέο αντικείμενο από τη μορφή και την εμπειρία του τόπου. Σε πολλά τοπία υψηλής οικολογικής αξίας, η βιοποικιλότητα είναι αδιαχώριστη από τη μακρά ιστορική διαμόρφωση του αγροτικού και ορεινού τοπίου. Αν το άρθρο παραμείνει μόνο στη γλώσσα των «τύπων οικοτόπων και ειδών», χάνει τη δυνατότητα να προστατεύσει τον χαρακτήρα του τόπου ως σύνθεση φύσης, ιστορίας και κοινωνικής πρακτικής, όπως προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010).

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Στην περ. α) της αρχής του άρθρου 19, μετά τις λέξεις:
    «που χρήζουν προστασίας και διατήρησης»
    να προστεθούν οι λέξεις:
    «, καθώς και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τοπίου που αποτυπώνουν τη χωρική συνοχή, τη φυσιογνωμία, την ιστορική εξέλιξη και τη σχέση φύσης και ανθρώπινης παρουσίας».

    2. Ονοματοδοσία και συγκρότηση ευρύτερων περιοχών

    Η πρόβλεψη ότι περισσότερες περιοχές μπορούν να συγκροτούν μία περιοχή προστασίας είναι θετική, αλλά η διατύπωση παραμένει διοικητική και φυσιοκεντρική. Δεν αναγνωρίζει ρητά ότι πολλές προστατευόμενες ενότητες συγκροτούνται ως ενιαία τοπιακά συστήματα, με κοινή μορφολογία, κοινή αναγνωρισιμότητα και ενιαία εμπειρία χώρου. Χωρίς αυτή τη ρητή πρόβλεψη, η ενοποίηση μπορεί να παραμείνει τεχνική και όχι ουσιαστική.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Στην περ. β), μετά τις λέξεις:
    «βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους»
    να προστεθούν οι λέξεις:
    «ή/και βάσει της τοπιακής τους ενότητας, της κοινής φυσιογνωμίας τους και της ιστορικά διαμορφωμένης σχέσης μεταξύ φυσικών και ανθρωπογενών στοιχείων».

    3. Κατηγορία «Προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί»

    Η συγκεκριμένη διατύπωση υιοθετεί μια στενά φυσιοκεντρική προσέγγιση, η οποία υποβαθμίζει το τοπίο σε «λειτουργικό τμήμα της φύσης» ή σε άθροισμα μεμονωμένων φυσικών στοιχείων. Με τον τρόπο αυτό, το τοπίο αποσυνδέεται από τον κατεξοχήν σχεσιακό και υβριδικό του χαρακτήρα και μετατρέπεται σε αντικείμενο τεχνικής ταξινόμησης και διαχείρισης. Η εκτενής απαρίθμηση φυσικών σχηματισμών ενισχύει αυτή την αποσπασματοποίηση, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την ολότητα, τη δομή και τη σημασία του τοπίου προς επιμέρους «σημεία» οικολογικής αξίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (Ν. 3827/2010), το τοπίο ορίζεται ως «περιοχή, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον λαό, της οποίας ο χαρακτήρας είναι αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης των φυσικών ή/και ανθρώπινων παραγόντων» (άρθρ. 1α), δηλαδή ως προϊόν αλληλεπίδρασης φυσικών και ανθρώπινων παραγόντων, αλλά και ως πεδίο εμπειρίας, αντίληψης και αξιακής απόδοσης . Στο υπό εξέταση σχέδιο νόμου απουσιάζει πλήρως αυτή η διάσταση, καθώς δεν αναγνωρίζονται ούτε οι κοινωνικές και πολιτισμικές αξίες του τοπίου, ούτε ο ρόλος των τοπικών κοινωνιών στη διαμόρφωση και αξιολόγησή του.

    Παράλληλα, η έμφαση σε οικολογικά, γεωλογικά και γεωμορφολογικά κριτήρια συγκροτεί ένα περιορισμένο πλαίσιο αποτίμησης, που αγνοεί την αισθητική, συμβολική και την ευρύτερη πολιτισμική διάσταση του τοπίου, όπως αυτή αναδεικνύεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο ως θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητας, ποιότητας ζωής και της συλλογικής ευημερίας . Επιπλέον, η ένταξη των προστατευόμενων σχηματισμών σε ζώνες κλιμακούμενης προστασίας, αν και θεσμικά αναμενόμενη, δεν θεμελιώνεται σε μια ολοκληρωμένη τοπιακή προσέγγιση (π.χ. μέσω στόχων ποιότητας τοπίου ή συμμετοχικών διαδικασιών), αλλά παραμένει εγκλωβισμένη σε μια διοικητική λογική χωρικής ρύθμισης.

    Συνολικά, η παράγραφος δεν συγκροτεί μια συνεκτική πολιτική τοπίου, αλλά αναπαράγει ένα τεχνοκρατικό σχήμα διαχείρισης φυσικών στοιχείων, στο οποίο το τοπίο αποδυναμώνεται ως εμπειρία, σχέση και φορέας νοήματος.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Η φράση:
    «Ως προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται, αντιστοίχως, λειτουργικά τμήματα της φύσης ή μεμονωμένα δημιουργήματά της…»
    να αντικατασταθεί ως εξής:
    «Ως προστατευόμενα τοπία χαρακτηρίζονται περιοχές με ιδιαίτερη οικολογική, αισθητική, ιστορική, πολιτισμική, κοινωνική ή γεωμορφολογική αξία, των οποίων η φυσιογνωμία προκύπτει από τη διαχρονική αλληλεπίδραση φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και συγκροτεί αναγνωρίσιμη, βιωμένη και συμβολικά φορτισμένη χωρική ενότητα. Ως προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται μεμονωμένα στοιχεία ή δημιουργήματα της φύσης σημειακού ή περιοχικού χαρακτήρα, τα οποία έχουν ιδιαίτερη οικολογική, γεωλογική, γεωμορφολογική ή αισθητική αξία.»

    4. Απουσία ρητής τοπιακής διάστασης στις ζώνες προστασίας

    Το μεγαλύτερο δομικό πρόβλημα του άρθρου είναι ότι οι τέσσερις ζώνες προστασίας οργανώνονται αποκλειστικά γύρω από την ένταση της οικολογικής προστασίας. Δεν προβλέπεται ότι η οριοθέτηση, οι χρήσεις και τα μέτρα πρέπει να συναρτώνται και με τη διατήρηση της τοπιακής συνοχής, της οπτικής ακεραιότητας, της εμπειρίας του τόπου και της πολιτισμικής συνέχειας. Έτσι, ακόμη και αν προστατεύεται τυπικά ένα οικοσύστημα, μπορεί να νομιμοποιούνται παρεμβάσεις που αλλοιώνουν δραστικά τον χαρακτήρα και τη βιωμένη εικόνα του χώρου.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Να προστεθεί, μετά τη φράση:
    «μία ή περισσότερες ζώνες προστασίας και διαχείρισης από τις παρακάτω»
    νέο εδάφιο ως εξής:
    «Κατά τον καθορισμό των ζωνών αυτών λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, πέραν των οικολογικών κριτηρίων, η διατήρηση της τοπιακής συνοχής, της φυσιογνωμίας, της οπτικής ακεραιότητας, των ιστορικών ιχνών και της βιωματικής ποιότητας του τόπου.»

    5. Ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης

    Η ζώνη απόλυτης προστασίας ορίζεται μεν αυστηρά, αλλά η διατύπωση για τις επιτρεπόμενες χρήσεις παραπέμπει γενικά στις κατηγορίες του π.δ. 59/2018. Αυτό δημιουργεί μια υπερβολικά πολεοδομική και τυπολογική λογική ρύθμισης σε μια κατηγορία που θα έπρεπε να διέπεται από την αρχή της ελάχιστης δυνατής επέμβασης. Λείπει επίσης σαφής αναφορά στην αποφυγή αλλοίωσης της αισθητηριακής και τοπιακής ακεραιότητας.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Στο τέλος της περιγραφής της ζώνης απόλυτης προστασίας της φύσης να προστεθεί εδάφιο:
    «Στις ζώνες αυτές αποκλείονται επεμβάσεις ή χρήσεις που, έστω και αν δεν συνεπάγονται άμεση οικολογική βλάβη, αλλοιώνουν τη μορφή, τη σιωπή, την οπτική ακεραιότητα και τις βιωματικές ποιότητες του προστατευόμενου τοπίου.»

    6. Ζώνη προστασίας της φύσης

    Η υφιστάμενη διατύπωση αναφέρεται στην προστασία της «φυσικής κατάστασης, σύνθεσης ή εξέλιξης» του περιβάλλοντος. Πρόκειται για σημαντική αλλά ελλιπή φόρμουλα, διότι η έννοια της ουσιώδους μεταβολής θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τη μεταβολή της τοπιακής φυσιογνωμίας, ιδίως σε περιοχές όπου το τοπίο αποτελεί αναπόσπαστη διάσταση του προστατευτέου αντικειμένου.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
    Στο εδάφιο:
    «Στις ζώνες αυτές προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες ή επεμβάσεις που μπορούν να μεταβάλλουν ουσιωδώς προς το χειρότερο τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του.»
    να προστεθούν, μετά τη λέξη «εξέλιξή του», οι λέξεις:
    «, καθώς και την τοπιακή φυσιογνωμία, την αισθητική συνοχή και τη βιωμένη σχέση ανθρώπου και τόπου».

    7. Ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών

    Η ζώνη αυτή οργανώνεται γύρω από την έννοια του «βαθμού διατήρησης» των προστατευτέων αντικειμένων. Ωστόσο, στις περισσότερες ελληνικές περιοχές Natura, η κατάσταση διατήρησης οικοτόπων και ειδών συνδέεται συχνά με ιστορικές χρήσεις γης, αγροτικές πρακτικές, αναβαθμίδες, μονοπάτια, μωσαϊκά καλλιέργειας και ημιφυσικής βλάστησης. Αν η διαχείριση δεν αναγνωρίσει αυτή τη σχέση, κινδυνεύει να αποσυνδέσει την προστασία της φύσης από το πολιτισμικό τοπίο που την έχει συνδιαμορφώσει.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Στο πρώτο εδάφιο της περ. γ), μετά τις λέξεις:
    «που αυτές φιλοξενούν»
    να προστεθούν οι λέξεις:
    «, καθώς και των τοπιακών δομών και ιστορικών χρήσεων γης που συνδέονται λειτουργικά με αυτά».

    8. Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων

    Εδώ υπάρχει η μόνη ρητή αναφορά σε «πολιτισμικές αξίες», όμως η θέση της είναι περιοριστική και προβληματική. Δηλαδή, οι πολιτισμικές αξίες δεν αναγνωρίζονται ως στοιχείο του προστατευτέου χώρου συνολικά, αλλά μόνο ως κάτι που μπορεί να «συνυπάρχει» σε μια ηπιότερη ζώνη. Αυτό υποβαθμίζει το τοπίο σε δευτερεύον παράγοντα και το εξορίζει ουσιαστικά από τις αυστηρότερες κατηγορίες προστασίας. Η διατύπωση θα έπρεπε να αναγνωρίζει ότι οι πολιτισμικές και τοπιακές αξίες διαπερνούν το σύνολο της προστατευόμενης περιοχής.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Η φράση:
    «στις οποίες είναι δυνατό να συνυπάρχει το προστατευτέο αντικείμενο μαζί με σχετικές πολιτισμικές αξίες»
    να αντικατασταθεί ως εξής:
    «στις οποίες το προστατευτέο αντικείμενο συνδέεται με τοπιακές, ιστορικές, πολιτισμικές και κοινωνικές αξίες, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της φυσιογνωμίας και της διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής».

    9. Δυνατότητα πολεοδόμησης έως 20% σε όμορα τμήματα ζώνης βιώσιμης διαχείρισης

    Η δυνατότητα καθορισμού οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση σε τμήματα ζωνών βιώσιμης διαχείρισης, ακόμη και υπό προϋποθέσεις, εισάγει μια έντονα αναπτυξιακή λογική μέσα σε προστατευόμενο κανονιστικό πλαίσιο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικολογικό. Είναι και βαθιά τοπιακό: η επέκταση σχεδίου πόλεως ή οικισμού μπορεί να αλλοιώσει μη αναστρέψιμα τα όρια οικισμού-υπαίθρου, την κλίμακα του χώρου, τη μορφολογική συνέχεια, τη θέαση, την αναγνωρισιμότητα και τη συνολική φυσιογνωμία της προστατευόμενης περιοχής. Το κριτήριο του 20% είναι υπερβολικά αδρό και ποσοτικό· δεν αποτιμά το ποιόν και τη θέση της επέμβασης μέσα στο τοπίο.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Η υποπερ. δδ) να αντικατασταθεί ως εξής:
    «δδ) η έκταση προς πολεοδόμηση τεκμηριώνεται ως απολύτως αναγκαία, περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο μέτρο και δεν επιτρέπεται να επιφέρει ουσιώδη αλλοίωση της τοπιακής συνοχής, της φυσιογνωμίας, της θέασης, της αναγνωρισιμότητας και της σχέσης οικισμού και υπαίθρου της οικείας προστατευόμενης περιοχής. Η σχετική τεκμηρίωση περιλαμβάνει υποχρεωτικώς ειδική αξιολόγηση τοπιακών επιπτώσεων.»
    Και να διαγραφεί η φράση:
    «η έκταση δεν υπερβαίνει ποσοστό είκοσι τοις εκατόν (20%) της συνολικής έκτασης της ζώνης».

    10. Ειδικά καθεστώτα και απεικόνιση σε σχέδια χρήσεων γης

    Η πρόβλεψη ότι στις ζώνες μπορεί να περιλαμβάνονται περιοχές που υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα είναι ορθή, αλλά η διατύπωση παραμένει απλή καταγραφή επικάλυψης καθεστώτων. Δεν προβλέπει υποχρέωση ενοποιημένης ανάγνωσης του χώρου. Έτσι, αρχαιολογικός χώρος, δάσος, βιότοπος και προστατευόμενο τοπίο μπορεί να εμφανίζονται ως παράλληλα επίπεδα χωρίς ουσιαστική σύνθεση.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Μετά τη φράση:
    «και απεικονίζονται στα, κατά περίπτωση, σχέδια χρήσεων γης»
    να προστεθεί:
    «, με τρόπο που να αποτυπώνει και να αξιολογεί τη μεταξύ τους λειτουργική, ιστορική και τοπιακή συνάφεια, ώστε η ρύθμιση των χρήσεων να διασφαλίζει ενιαία προστασία του χαρακτήρα του τόπου.»

    11. Επιτρεπόμενες δραστηριότητες στο σύνολο των ζωνών

    Η οριζόντια πρόβλεψη ότι σε όλες τις ζώνες επιτρέπονται δραστηριότητες όπως πεζοπορία, ορειβασία, αναρρίχηση, ιππασία, σπηλαιοπεριήγηση κ.λπ. είναι υπερβολικά γενική. Παρουσιάζει τις δραστηριότητες αυτές ως κατ’ αρχήν ουδέτερες, ενώ στην πράξη η έντασή τους, η χωρική συγκέντρωση, οι συνοδευτικές υποδομές και η εποχική πίεση μπορεί να επιφέρουν σοβαρή τοπιακή και οικολογική υποβάθμιση. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν επιτρέπονται, αλλά πού, πώς, σε ποια κλίμακα και με ποια φέρουσα ικανότητα.
    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Στην περ. ε), μετά την απαρίθμηση των δραστηριοτήτων, να προστεθεί εδάφιο:
    «Οι δραστηριότητες αυτές επιτρέπονται μόνον εφόσον ασκούνται κατά τρόπο συμβατό με τη φέρουσα ικανότητα, την οικολογική ακεραιότητα, την τοπιακή συνοχή και τη βιωματική ποιότητα της οικείας περιοχής, χωρίς την εγκατάσταση ή πρόκληση συνοδευτικών υποδομών ή παρεμβάσεων που αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του τόπου.»

    12. Κριτήριο «ακεραιότητας της περιοχής»

    Στο τέλος του άρθρου, η δυνατότητα προσωρινών ή μόνιμων περιορισμών συνδέεται με την «ακεραιότητα της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες». Η διατύπωση αυτή είναι πολύ στενή. Η ακεραιότητα μιας προστατευόμενης περιοχής δεν είναι μόνο οικολογική αλλά και τοπιακή, ιδίως όταν μιλάμε για τόπους με ισχυρή μορφολογική, ιστορική και πολιτισμική ενότητα.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
    Η φράση:
    «για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες»
    να αντικατασταθεί ως εξής:
    «για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες, τη τοπιακή συνοχή, τη φυσιογνωμία και τη συνολική ποιότητα του προστατευόμενου χώρου».

    Συνοπτική αποτίμηση:
    Το βασικό πρόβλημα του άρθρου 98 είναι ότι, ενώ φαίνεται να οργανώνει με πληρότητα τις κατηγορίες προστασίας, στην πραγματικότητα δεν ενσωματώνει ουσιαστικά το τοπίο ως αυτοτελή άξονα περιβαλλοντικής προστασίας και χωρικής ρύθμισης. Το τοπίο εμφανίζεται αποσπασματικά, κυρίως ως ειδική κατηγορία ή ως δευτερεύουσα αναφορά σε «πολιτισμικές αξίες», όχι όμως ως διαπεραστική αρχή που πρέπει να κατευθύνει τον χαρακτηρισμό, τη ζωνοποίηση, τις επιτρεπόμενες χρήσεις και την ερμηνεία της ακεραιότητας. Έτσι, το άρθρο παραμένει εγκλωβισμένο σε μια διοικητική και βιοφυσική λογική, χωρίς να συλλαμβάνει τις προστατευόμενες περιοχές ως βιωμένους, ιστορικά παραγόμενους και πολιτισμικά νοηματοδοτημένους τόπους.
    Αν, όμως, υιοθετηθούν οι προτεινόμενες αλλαγές (υπάρχουν σχετικά σχόλια σε όλο το σχέδιο νόμου), αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της καλής εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο στην Ελλάδα. Μια τέτοια κατεύθυνση είχε, έστω μερικώς, επιχειρηθεί με την εισαγωγή των Ενοτήτων Τοπίου στα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της περιόδου 2014–2016, χωρίς όμως να ακολουθηθεί στη συνέχεια από άλλη αξιόλογη, συστηματική ή επιχειρησιακή δράση. Υπό αυτή την έννοια, η παρούσα αναθεώρηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ευκαιρία επανενεργοποίησης της τοπιακής διάστασης της περιβαλλοντικής πολιτικής και του χωρικού σχεδιασμού, όχι περιθωριακά, αλλά ως οργανικό στοιχείο της προστασίας και διαχείρισης των περιοχών Natura 2000.

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
    Οργανωτικά και υπηρεσιακά θέματα αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εποπτευόμενων φορέων αυτού και Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (άρθρα 102-108)

    Άρθρο 104

    Η ίδρυση ειδικής διοικητικής μονάδας για τη διαχείριση του Τομεακού Προγράμματος Ανάπτυξης είναι καταρχήν εύλογη και υπηρετεί τη διοικητική συγκρότηση του Υπουργείου. Ωστόσο, η ρύθμιση έχει έντονα συγκεντρωτικό και επιταχυμένο χαρακτήρα, ιδίως ως προς τη στελέχωση, καθώς προβλέπει κατ’ εξαίρεση μετατάξεις και αποσπάσεις χωρίς γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων. Αυτό μπορεί να δικαιολογείται με όρους λειτουργικής ανάγκης, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει εγγυήσεις διαφάνειας, αξιοκρατίας και θεσμικής ισορροπίας. Επιπλέον, η επιλογή πολύ συγκεκριμένων κλάδων για θέσεις ευθύνης ίσως αποδειχθεί υπερβολικά περιοριστική για μια μονάδα με έντονο διαχειριστικό, ελεγκτικό και αναπτυξιακό αντικείμενο, που θα μπορούσε να απαιτεί και άλλες ειδικότητες, όπως οι Γεωγράφοι.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:

    Να προστεθεί μετά το εδάφιο για τις μετατάξεις το εξής:
    «Η επιλογή του προσωπικού γίνεται κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης, με ειδική αιτιολόγηση ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των επιλεγέντων και με τήρηση κριτηρίων διαφάνειας, αξιοκρατίας και λειτουργικής καταλληλότητας.»
    Και να αναδιατυπωθεί το εδάφιο για τους προϊσταμένους ως εξής:
    «Στην Αυτοτελή Διεύθυνση Διαχείρισης Τ.Π.Α., καθώς και στα Τμήματα που την απαρτίζουν, προΐστανται υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ συναφών κλάδων και ειδικοτήτων, ιδίως ΠΕ Γεωτεχνικών ειδικότητας Γεωλόγων, ΠΕ Γεωγράφων, ΠΕ Διοικητικού Οικονομικού ειδικότητας Διοικητικού-Οικονομικού, ΠΕ Μηχανικών ειδικότητας Πολιτικών Μηχανικών και Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών.»

    Άρθρο 105

    Η ρύθμιση επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα πραγματικό διοικητικό κενό συνέχειας, όμως το κάνει με τρόπο που αναπαράγει το πρόβλημα της παρατεταμένης προσωρινότητας. Η παράταση για ακόμη είκοσι τέσσερις μήνες, με δυνατότητα νέας παράτασης και με ρητή εξαίρεση από βασικές εγγυήσεις του π.δ. 164/2004, δείχνει ότι το κράτος εξακολουθεί να στηρίζεται σε διαδοχικές συμβάσεις για ανάγκες που είναι στην πράξη διαρκείς. Μια τέτοια πρακτική δεν λύνει δομικά το πρόβλημα στελέχωσης του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α., αλλά το μεταθέτει χρονικά, με επιβάρυνση τόσο της υπηρεσιακής σταθερότητας όσο και της ασφάλειας των εργαζομένων.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:

    Να προστεθεί στο τέλος του άρθρου το εξής:
    «Εντός του χρόνου της παράτασης, ο Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α. οφείλει να κινήσει τις αναγκαίες διαδικασίες για την οριστική και σταθερή κάλυψη των αντίστοιχων αναγκών, σύμφωνα με τις αρχές της διαφάνειας, της αξιοκρατίας και της χρηστής διοίκησης.»

    Άρθρο 107

    Η προσθήκη των λέξεων «διαχειρίζεται, διατηρεί, αυξάνει ή» διευρύνει εμφανώς την ευχέρεια του Δημοσίου ως προς τη μετοχική του παρουσία στον ΑΔΜΗΕ. Ωστόσο, η διατύπωση είναι υπερβολικά ανοιχτή και δεν συνοδεύεται από σαφές πλαίσιο αρχών, σκοπών ή ορίων δημόσιου ελέγχου. Δεδομένου ότι πρόκειται για διαχειριστή κρίσιμης ενεργειακής υποδομής, η ευχέρεια αυτή δεν θα έπρεπε να εμφανίζεται ως απλή δυνατότητα εταιρικής διαχείρισης, αλλά να συνδέεται ρητά με το δημόσιο συμφέρον, την ασφάλεια εφοδιασμού, τη θεσμική ανεξαρτησία του διαχειριστή και τη συμμόρφωση προς το ενωσιακό πλαίσιο ιδιοκτησιακού διαχωρισμού.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:

    Να αναδιατυπωθεί το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 ως εξής:
    «Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να διαχειρίζεται, διατηρεί, αυξάνει ή περιορίζει την άμεση ή/και έμμεση συμμετοχή αυτού ή νομικών προσώπων που ελέγχει άμεσα ή έμμεσα στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της ΑΔΜΗΕ Α.Ε., αποκλειστικά με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, την ασφάλεια εφοδιασμού, τη διασφάλιση του στρατηγικού χαρακτήρα των δικτύων μεταφοράς και τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο περί ιδιοκτησιακού διαχωρισμού.»

    Δρ. Ευάγγελος Παυλής
    Επίκουρος Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
    Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης
    Μέλος ΔΣ Ένωσης Γεωγράφων Ελλάδας – Υπεύθυνος για θέματα Εκπαίδευσης

  • 14 Απριλίου 2026, 07:49 | Ελληνικός Σύνδεσμος Επενδυτών Μικρών Ανεμογεννητριών

    Στο πλαίσιο του Κεφαλαίου Γ’ και της επιτάχυνσης αδειοδότησης εντός/εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης, προτείνουμε ρητή πρόβλεψη ότι σταθμοί μικρών ανεμογεννητριών δύνανται να υποβάλλονται και να εξετάζονται με κοινά αιτήματα χορήγησης Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης (ΟΠΣ), ανεξαρτήτως της ισχύος κάθε επιμέρους σταθμού. Η δυνατότητα αυτή εναρμονίζεται απόλυτα με την ενιαία εξέταση σωρευτικών επιπτώσεων και δεν συνεπάγεται χαρακτηρισμό τους ως ενιαίου σταθμού.
    Επιπλέον, για την αποφυγή οριζόντιων ζωνών αποκλεισμού που αντίκεινται στο άρθρο 16στ’ της RED III, ζητούμε να προβλεφθεί ρητά ότι η στάθμιση επιπτώσεων γίνεται κατά περίπτωση μέσω ΜΠΕ/ΕΟΑ.

  • 14 Απριλίου 2026, 06:02 | Foreign Investors Council / Koutalidis Law Firm

    Σχόλια για άρθρα 10, 11 και 12

    Η προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 1, σύμφωνα με την οποία τα έργα Α.Π.Ε. εντός Περιοχών Επιτάχυνσης «εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση», εγείρει ζητήματα συμβατότητας τόσο με το ενωσιακό δίκαιο όσο και με το άρθρο 24 του Συντάγματος.

    Συγκεκριμένα, η Οδηγία (ΕΕ) 2023/2413 δεν θεσπίζει γενική και άνευ όρων εξαίρεση των έργων από την περιβαλλοντική αξιολόγηση, αλλά προβλέπει καθεστώς επιτάχυνσης υπό αυστηρές προϋποθέσεις: (α) προηγούμενο στρατηγικό σχεδιασμό και περιβαλλοντική εκτίμηση των Περιοχών Επιτάχυνσης, (β) τεκμήριο μη ύπαρξης σημαντικών επιπτώσεων και όχι απόλυτη εξαίρεση, και (γ) υποχρεωτικό έλεγχο (screening) ανά έργο για τη διαπίστωση ενδεχόμενων σημαντικών ή απρόβλεπτων επιπτώσεων.

    Η διατύπωση της διάταξης, ως έχει, δημιουργεί την εντύπωση γενικής απαλλαγής από (α) την περιβαλλοντική αδειοδότηση και (β) την ειδική οικολογική αξιολόγηση,
    χωρίς ρητή διασφάλιση της εφαρμογής των απαιτήσεων του άρθρου 6 παρ. 3 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (Natura 2000), γεγονός που ενδέχεται να εγείρει θέματα συμβατότότητας με το ενωσιακό δίκαιο.

    Επιπλέον, η πλήρης εξαίρεση από την προληπτική περιβαλλοντική αξιολόγηση ενδέχεται να αντίκειται στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία η προστασία του περιβάλλοντος κατ’ άρθρο 24 Συντάγματος προϋποθέτει ουσιαστικό και προηγούμενο έλεγχο των επιπτώσεων συγκεκριμένου έργου.

    Η παρ. 2 κινείται προς την κατεύθυνση του επιτρεπτού κατά το ενωσιακό δίκαιο, καθόσον εισάγει διαδικασία ελέγχου και δυνατότητα υπαγωγής σε περιβαλλοντική αδειοδότηση σε περίπτωση σημαντικών επιπτώσεων. Ωστόσο, η σχέση της με την παρ. 1 παραμένει ασαφής και δημιουργεί ερμηνευτική ανασφάλεια.

    Για λόγους συμβατότητας με το ενωσιακό και συνταγματικό δίκαιο, προτείνεται να αντικατασταθεί ο όρος «εξαιρούνται» με διατύπωση περί «τεκμηρίου μη ύπαρξης σημαντικών επιπτώσεων», να προβλεφθεί ρητά ότι διενεργείται υποχρεωτικός έλεγχος ανά έργο (screening), να διασφαλιστεί ρητά η εφαρμογή της ειδικής οικολογικής αξιολόγησης όπου απαιτείται κατά το δίκαιο της ΕΕ, να αποσαφηνιστεί ότι η εξαίρεση δεν καταλαμβάνει έργα που ενδέχεται να επηρεάσουν περιοχές Natura 2000 ή να έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις.

    Με τις ανωτέρω τροποποιήσεις, η διάταξη θα ευθυγραμμιστεί περαιτέρω με τη λογική της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, η οποία επιδιώκει την επιτάχυνση των διαδικασιών χωρίς την κατάργηση των βασικών εγγυήσεων περιβαλλοντικής προστασίας.

    Για το Foreign Investors Council, Ευ. Ν. Κουράκης, Γεν Γραμματέας του ΔΣ, Εταίρος της Δικηγορικής Εταιρείας Κουταλίδη, Επικεφαλής Ενέργειας κ Υποδομών / Επιμέλεια σχολίων: Βαγγέλης Μυλωνάς Τσούμας, Μαριαντίνα Λίλλη-Κόκκορη και Βασιλική Ξυνού.

  • 14 Απριλίου 2026, 06:29 | Foreign Investors Council / Koutalidis Law Firm

    Σχόλιο για το Άρθρο 10:

    Προτείνεται να εξεταστεί περαιτέρω το κατά πόσο το προτεινόμενο πλαίσιο των άρθρων 7Β, 7Γ και 7Δ διασφαλίζει επαρκώς την ποιότητα του περιβαλλοντικού ελέγχου, δεδομένης της κατ’ αρχήν εξαίρεσης από την περιβαλλοντική αδειοδότηση και των ιδιαίτερα σύντομων προθεσμιών που τίθενται. Ειδικότερα, απαιτείται να διασφαλιστεί ότι λαμβάνονται υπόψη τοπικές και σωρευτικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις και ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν τον αναγκαίο χρόνο για ουσιαστική αξιολόγηση των έργων.

    Για το Foreign Investors Council, Ευ. Ν. Κουράκης, Γεν Γραμματέας του ΔΣ, Εταίρος της Δικηγορικής Εταιρείας Κουταλίδη, Επικεφαλής Ενέργειας κ Υποδομών / Επιμέλεια σχολίων: Βαγγέλης Μυλωνάς Τσούμας, Μαριαντίνα Λίλλη-Κόκκορη και Βασιλική Ξυνού.

  • 14 Απριλίου 2026, 06:45 | Foreign Investors Council / Koutalidis Law Firm

    Προτείνεται να εξεταστεί περαιτέρω η αιτιολογική βάση της προτεινόμενης ρύθμισης του άρθρου 7Α, σε συνάρτηση με τις απαιτήσεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413. Η εν λόγω Οδηγία πράγματι εισάγει την έννοια των «Περιοχών Επιτάχυνσης» και επιδιώκει την απλοποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης, υπό την προϋπόθεση προηγούμενης στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης. Ωστόσο, δεν καθορίζει το επίπεδο κανονιστικής πράξης ούτε επιβάλλει μείωση των θεσμικών και διαδικαστικών εγγυήσεων.

    Υπό το πρίσμα αυτό, θα πρέπει να αιτιολογηθεί ειδικώς η απόκλιση από το προϊσχύσαν καθεστώς, κατά το οποίο οι αντίστοιχες περιοχές καθορίζονταν με προεδρικό διάταγμα, παρέχοντας αυξημένες εγγυήσεις ελέγχου. Περαιτέρω, προτείνεται να διασφαλιστεί ρητά ότι η στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση δεν υποκαθιστά πλήρως την αξιολόγηση σε επίπεδο έργου, ιδίως σε περιπτώσεις όπου ενδέχεται να προκύπτουν τοπικές ή σωρευτικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

    Για το Foreign Investors Council, Ευ. Ν. Κουράκης, Γεν Γραμματέας του ΔΣ, Εταίρος της Δικηγορικής Εταιρείας Κουταλίδη, Επικεφαλής Ενέργειας κ Υποδομών / Επιμέλεια σχολίων: Βαγγέλης Μυλωνάς Τσούμας, Μαριαντίνα Λίλλη-Κόκκορη και Βασιλική Ξυνού.

  • 14 Απριλίου 2026, 03:37 | ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΥΛΗΣ

    Άρθρο 9

    Οι Περιοχές Επιτάχυνσης συγκροτούνται κυρίως με όρους αρνητικού αποκλεισμού και τεχνικής καταλληλότητας, όχι με όρους θετικής τοπιακής αξιολόγησης. Δηλαδή, ο χώρος θεωρείται κατάλληλος εφόσον βρίσκεται εκτός Natura, εκτός ορισμένων ευαίσθητων περιοχών και εκτός ζωνών όπου προβλέπονται σημαντικές επιπτώσεις. Αυτό όμως δεν συνάδει ούτε με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010), η οποία αντιμετωπίζει το τοπίο ως περιοχή όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον λαό και απαιτεί πολιτικές προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού για όλα τα τοπία, ούτε με το ότι η ενεργειακή χωροθέτηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τον χαρακτήρα, την ταυτότητα, τις βιωματικές ποιότητες και τη φέρουσα ικανότητα του τοπίου. Οι fast-track εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας δεν αποτελούν τη μόνη οδό αξιοποίησης των ΑΠΕ και απαιτούνται εργαλεία όπως Landscape Character Assessments και Landscape Capacity Assessments, τα οποία σήμερα δεν εφαρμόζονται επαρκώς στην Ελλάδα.

    Επιπλέον, η διατύπωση περί «υποβαθμισμένων εδαφών που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς» είναι προβληματική, επειδή υπονοεί ότι το μη παραγωγικό ή μη καλλιεργήσιμο ισοδυναμεί αυτομάτως με χωρικά και τοπιακά διαθέσιμο. Αυτό είναι αναγωγιστικό: ακόμη και ένα φαινομενικά «υποβαθμισμένο» τοπίο μπορεί να έχει ιστορική, κοινωνική, συμβολική ή αναπτυξιακή αξία, ενώ η ίδια η έννοια της υποβάθμισης δεν μπορεί να εξαντλείται σε αγροτική αχρηστία. Οι μεγάλες αιολικές εγκαταστάσεις μπορούν να επηρεάσουν πολυδιάστατα το τοπίο —γεωμορφολογικά, αισθητικά, κοινωνικοοικονομικά, ιστορικά και βιωματικά— και άρα δεν αρκεί μια γενική ΣΜΠΕ χωρίς ειδική τοπιακή τεκμηρίωση.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:

    Προτείνεται η προσθήκη, μετά το τρίτο εδάφιο του νέου άρθρου 7Α, παραγράφου ως εξής:
    «Ο καθορισμός των Περιοχών Επιτάχυνσης βασίζεται, πέραν των ενεργειακών, τεχνικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων, και σε ειδική αξιολόγηση του τοπιακού χαρακτήρα, της τοπιακής φέρουσας ικανότητας και της συμβατότητας των προτεινόμενων έργων με τους στόχους ποιότητας τοπίου, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.»

    Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση της περ. δ) της ίδιας υπουργικής απόφασης ως εξής:
    «δ) δύναται είτε να δοθεί προτεραιότητα σε τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες, όπως στέγες και προσόψεις κτιρίων, υποδομές μεταφορών και στο άμεσο περιβάλλον τους, χώροι στάθμευσης, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες και, κατά περίπτωση, χώροι επεξεργασίας αστικών λυμάτων, καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη, εφόσον τεκμηριώνεται ότι δεν φέρουν ιδιαίτερο τοπιακό χαρακτήρα, κοινωνική ή πολιτισμική σημασία και δεν υπονομεύεται η δυνατότητα αποκατάστασης ή εναλλακτικής βιώσιμης αξιοποίησής τους, είτε να εξαιρεθούν συγκεκριμένοι τύποι τεχνολογιών…»

    Τέλος, προτείνεται η προσθήκη στην περ. ε):
    «…και ειδική αναφορά στην αξιολόγηση των επιπτώσεων στον χαρακτήρα, την αναγνωρισιμότητα, τη συνοχή και τη βιωματική ποιότητα του τοπίου.»

    Άρθρο 10

    Εδώ είναι το πιο σοβαρό προβληματικό σημείο του Κεφαλαίου, διότι εισάγει ως βασική αρχή την εξαίρεση από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και από την ειδική οικολογική αξιολόγηση για έργα ΑΠΕ εντός Περιοχών Επιτάχυνσης. Αυτή η ρύθμιση συμπυκνώνει μια λογική εκ των προτέρων θεσμικής αποφόρτισης των έργων, σαν να θεωρείται ότι η χωρική ένταξη σε Περιοχή Επιτάχυνσης έχει ήδη εξαντλήσει το ουσιαστικό ζήτημα της καταλληλότητας. Το τοπίο δεν είναι στατικό χωρικό δοχείο αλλά δυναμικό, βιωμένο και κοινωνικά σημασιοδοτημένο σύστημα, του οποίου οι μεταβολές δεν προδικάζονται πλήρως σε ένα αρχικό στρατηγικό επίπεδο. Τα έργα μεγάλης κλίμακας έχουν συχνά σημαντικές κοινωνικο-πολιτισμικές και τοπιακές συνέπειες, ενώ η περιβαλλοντική αξιολόγηση στην Ελλάδα συχνά υποβαθμίζει το τοπίο σε οπτικό μόνο ζήτημα (Pavlis, 2025). Συνεπώς απαιτούνται ποιοτικότερες προσεγγίσεις και όχι μια λογική απλής τεχνικής διευκόλυνσης.

    Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι το άρθρο προβλέπει περιβαλλοντική αδειοδότηση μόνο εφόσον διαπιστωθούν «σημαντικές απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες» λόγω περιβαλλοντικής ευαισθησίας της γεωγραφικής περιοχής. Η διατύπωση αυτή είναι υπερβολικά στενή, διότι αφήνει εκτός πεδίου κρίσιμες κατηγορίες επιπτώσεων: σωρευτικές αλλοιώσεις τοπιακού χαρακτήρα, ασυμβατότητα με την κλίμακα του τοπίου, υπονόμευση της αισθητικής και βιωματικής ποιότητας, προσβολή της τοπικής ταυτότητας και σύγκρουση με χρήσεις όπως ο ήπιος τουρισμός ή η αγροτική πολυλειτουργικότητα. Με άλλα λόγια, το άρθρο κρατά τη διοικητική πόρτα ανοιχτή μόνο για το «απρόβλεπτο», ενώ το κύριο πρόβλημα στα τοπία είναι συχνά ακριβώς το προβλέψιμο αλλά θεσμικά υποτιμημένο.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
    Προτείνεται η αναδιατύπωση της παρ. 1 του νέου άρθρου 7Β ως εξής:
    «Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα της παρ. 2 του άρθρου 7Α, υπάγονται σε ειδική απλοποιημένη διαδικασία περιβαλλοντικής και τοπιακής αξιολόγησης, κατά την οποία ελέγχεται η συμμόρφωσή τους με τους όρους της οικείας Περιοχής Επιτάχυνσης, η συμβατότητά τους με τον τοπιακό χαρακτήρα της περιοχής και η απουσία σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον και το τοπίο.»

    Προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση του τέταρτου εδαφίου της παρ. 3 ως εξής:
    «…η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή εκδίδει βεβαίωση υπαγωγής στην απλοποιημένη διαδικασία ή δεόντως αιτιολογημένη απόφαση, βάσει σαφών αποδεικτικών στοιχείων, ότι τα έργα είναι πολύ πιθανό να προκαλέσουν σημαντικές δυσμενείς συνέπειες, ιδίως λόγω περιβαλλοντικής ευαισθησίας, τοπιακής ασυμβατότητας, σωρευτικών επιπτώσεων, σοβαρής αλλοίωσης του τοπιακού χαρακτήρα ή ουσιώδους υπονόμευσης της κοινωνικής και πολιτισμικής λειτουργίας του τοπίου, οι οποίες δεν μπορούν να μετριαστούν…»

    Και να προστεθεί νέα παράγραφος:
    «Για τα έργα της παρούσας διενεργείται υποχρεωτικά συνοπτική αξιολόγηση τοπιακών επιπτώσεων, στην οποία εξετάζονται τουλάχιστον η ορατότητα, η σχέση κλίμακας έργου–τοπίου, η επίδραση στον τοπιακό χαρακτήρα, οι σωρευτικές επιπτώσεις και η συμβατότητα με υφιστάμενες παραγωγικές, πολιτισμικές και βιωματικές λειτουργίες του χώρου.»

    Άρθρο 11

    Το άρθρο 11 οργανώνει μια διοικητική αλληλουχία εξαιρετικά συμπιεσμένη χρονικά, με έμφαση στην ταχεία έκδοση βεβαιώσεων, προσφορών σύνδεσης, αδειών εγκατάστασης και συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης. Εδώ το πρόβλημα δεν είναι ότι το κράτος επιδιώκει αποτελεσματικότητα, αλλά ότι η αποτελεσματικότητα αποσυνδέεται σχεδόν πλήρως από κάθε ουσιαστική πρόβλεψη συμμετοχικής ή/και τοπιακής κρίσης. Το μόνο σημείο στο οποίο εμφανίζονται τρίτοι είναι οι «αντιρρήσεις», αλλά αυτές λειτουργούν ως τυπικό, περιορισμένο διοικητικό στάδιο και όχι ως πραγματική διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης για τον χώρο. Αυτό συγκρούεται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο ( ν. 3827/2010), η οποία απαιτεί θεσμοθέτηση διαδικασιών συμμετοχής των πολιτών, των τοπικών και περιφερειακών αρχών και άλλων ενδιαφερόμενων μερών στην πολιτική τοπίου, Η έλλειψη ουσιαστικής δημόσιας συμμετοχής είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες ενίσχυσης της κοινωνικής αντίδρασης και απονομιμοποίησης των έργων (Pavlis, 2025).

    Δεύτερον, το άρθρο δομείται λες και η διαδικασία αδειοδότησης είναι αποκλειστικά ζήτημα τεχνικής πληρότητας φακέλου. Όμως, ένα έργο ΑΠΕ δεν είναι απλώς τεχνική εγκατάσταση αλλά υποδομή που αναδιαμορφώνει τον χώρο, την ταυτότητα και τις κοινωνικές προσδοκίες του. Συνεπώς, μια διαδικασία που δεν ενσωματώνει ούτε στοιχειώδη τεκμηρίωση κοινωνικής αποδοχής, ούτε υποχρέωση εξέτασης της συμβατότητας με τοπικές αναπτυξιακές στρατηγικές, παραμένει διοικητικά γρήγορη αλλά ουσιαστικά χωρικά τυφλή.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:

    Προτείνεται η προσθήκη νέας παραγράφου στο τέλος του άρθρου 7Γ ως εξής:
    «Πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης για σταθμούς Α.Π.Ε. εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, διασφαλίζεται διαδικασία έγκαιρης και ουσιαστικής διαβούλευσης με τις οικείες τοπικές και περιφερειακές αρχές και με το ενδιαφερόμενο κοινό, ιδίως όταν πρόκειται για έργα ικανά να επιφέρουν ουσιώδη μεταβολή στον τοπιακό χαρακτήρα ή στις παραγωγικές, κοινωνικές και πολιτισμικές λειτουργίες της περιοχής.»

    Προτείνεται επίσης η προσθήκη εδαφίου στην παράγραφο για τη χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης:
    «Η πλήρωση των διοικητικών και τεχνικών προϋποθέσεων δεν απαλλάσσει την αρμόδια αρχή από την υποχρέωση ελέγχου της συμμόρφωσης του έργου με τους όρους τοπιακής συμβατότητας και τις κατευθύνσεις της οικείας Περιοχής Επιτάχυνσης.»

    Και προσθήκη νέας παραγράφου:
    «Για έργα με σημαντική χωρική, οπτική ή σωρευτική επίδραση, η αδειοδοτούσα αρχή λαμβάνει υπόψη ειδική τεκμηρίωση σχετικά με τη συμβατότητα του έργου με τον τοπιακό χαρακτήρα, την τοπική αναπτυξιακή φυσιογνωμία και τις κοινωνικές λειτουργίες του χώρου.»

    Άρθρο 12
    H επιτάχυνση δεν είναι απλώς λειτουργική επιλογή αλλά καθίσταται κανονιστική αρχή που υπερισχύει σχεδόν όλων των άλλων παραμέτρων. Καθορίζονται αυστηρές συνολικές προθεσμίες, ενώ από τον υπολογισμό εξαιρούνται μεγάλα τμήματα της πραγματικής διαδικασίας, ιδίως ο χρόνος κατασκευής, κρίσιμες αναβαθμίσεις δικτύου και η διάρκεια δικαστικών προσφυγών. Το αποτέλεσμα είναι μια θεσμική σύλληψη όπου το ζητούμενο είναι η μέγιστη συντόμευση της διοικητικής τροχιάς, χωρίς αντίστοιχη θεσμική πρόνοια για τη διασφάλιση του χρόνου που απαιτεί η ουσιαστική αξιολόγηση του χώρου και του τοπίου. Aυτό είναι προβληματικό, γιατί το τοπίο δεν είναι αντικείμενο που αξιολογείται απλώς υπό καθεστώς χρονικού στόχου• είναι πεδίο πολυπαραγοντικών σχέσεων, μνήμης, εμπειρίας και κοινωνικής διαπραγμάτευσης.

    Το δεύτερο πρόβλημα είναι πιο λεπτό αλλά εξίσου σοβαρό: η αφαίρεση του χρόνου των δικαστικών προσφυγών από τον υπολογισμό της διαδικασίας ουσιαστικά σημαίνει ότι η κοινωνική και νομική σύγκρουση αντιμετωπίζεται ως εξωτερική παρεμβολή και όχι ως πιθανό σύμπτωμα ελλειμματικού σχεδιασμού. Όμως, οι συγκρούσεις γύρω από τις ΑΠΕ στην Ελλάδα δεν είναι απλώς NIMBY αντιδράσεις, αλλά συχνά εκφράζουν βαθύτερες τοπιακές, κοινωνικές, αναπτυξιακές και δημοκρατικές εντάσεις. Άρα, ένα θεσμικό πλαίσιο που μετρά τον χρόνο χωρίς να μετρά τη χωρική και κοινωνική νομιμοποίηση, διευκολύνει μεν την επιτάχυνση, αλλά αυξάνει την πιθανότητα σύγκρουσης και τελικά υπονομεύει τη σταθερότητα των ίδιων των έργων.

    Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:

    Προτείνεται η αναδιατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 7Δ ως εξής:
    «Η διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις προθεσμίες του παρόντος, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διασφαλισθεί η επαρκής περιβαλλοντική, χωρική και τοπιακή αξιολόγηση και η ουσιαστική συμμετοχή του κοινού, όπου αυτή απαιτείται.»

    Προτείνεται επίσης η προσθήκη νέου εδαφίου στη δεύτερη παράγραφο:
    «Η επίκληση έκτακτων περιστάσεων για την παράταση των προθεσμιών περιλαμβάνει και περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται πρόσθετη αξιολόγηση λόγω ιδιαίτερης τοπιακής ευαισθησίας, σωρευτικών επιπτώσεων ή σοβαρής κοινωνικής αμφισβήτησης του έργου.»

    Και προσθήκη νέας παραγράφου:
    «Σε περιπτώσεις έργων που προβλέπεται να επηρεάσουν ουσιωδώς τον τοπιακό χαρακτήρα, την αναγνωρισιμότητα ή τις κοινωνικοοικονομικές λειτουργίες μιας περιοχής, η αρμόδια αρχή δύναται, με ειδική αιτιολογία, να επιμηκύνει εύλογα τη διαδικασία για την ολοκλήρωση της απαιτούμενης αξιολόγησης και διαβούλευσης.»

    ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ:
    Το βασικό πρόβλημα αυτού του Κεφαλαίου είναι ότι δεν οργανώνει απλώς μια ταχύτερη αδειοδότηση· οργανώνει μια νέα χωρική κανονικότητα, στην οποία το έργο προηγείται του τοπίου και η επιτάχυνση προηγείται της ουσιαστικής χωρικής κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο απαιτεί το τοπίο να αντιμετωπίζεται ως κοινός πόρος, ως αντικείμενο προστασίας, διαχείρισης και σχεδιασμού και ως πεδίο διατύπωσης στόχων ποιότητας κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης. Το Κεφάλαιο Γ΄ δεν συνιστά απλώς εργαλείο ενεργειακής μετάβασης, αλλά εργαλείο επιτάχυνσης μιας μετάβασης χωρικά και τοπιακά ελλειμματικής.

    Pavlis, E. (2025) Large-Scale Wind Energy Farm Development and Its Impacts on the Landscape: A Case Study of Greece, Journal of Landscape Ecology 18(3), 24-61. DOI: 10.2478/jlecol-2025-0019
    https://sciendo.com/article/10.2478/jlecol-2025-0019

    Δρ. Ευάγγελος Παυλής
    Επίκουρος Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
    Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης
    Μέλος ΔΣ Ένωσης Γεωγράφων Ελλάδας – Εντεταλμένος Σύμβουλος Εκπαίδευσης

  • 14 Απριλίου 2026, 02:08 | Φοίβος Κυπριανού

    Προσυπογράφω και εγώ το κείμενο το οποίο υπογράφει ο ΣΕΠΟΧ και έχει ως εξής:
    Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές […] λοιπών φορέων εποπτείας του» – του οποίου η διαβούλευση εκτείνεται χρονικά κυρίως κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας (!) –, στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις.
    Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
    Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
    Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
    Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.

    Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία
    Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.

    Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.

    Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
    Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
    Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
    Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.

  • 14 Απριλίου 2026, 02:40 | Άννα Ροδοπούλου

    Προσυπογράφω και εγώ το κείμενο το οποίο υπογράφει ο ΣΕΠΟΧ και έχει ως εξής:
    Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές […] λοιπών φορέων εποπτείας του» – του οποίου η διαβούλευση εκτείνεται χρονικά κυρίως κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας (!) –, στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις.
    Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
    Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
    Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
    Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.

    Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία
    Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.

    Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.

    Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
    Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
    Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
    Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.

  • 14 Απριλίου 2026, 02:19 | Μανταλένα Κυπριανού

    Προσυπογράφω και εγώ το κείμενο το οποίο υπογράφει ο ΣΕΠΟΧ και έχει ως εξής:
    Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές […] λοιπών φορέων εποπτείας του» – του οποίου η διαβούλευση εκτείνεται χρονικά κυρίως κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας (!) –, στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις.
    Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
    Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
    Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
    Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.

    Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία
    Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.

    Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.

    Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
    Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
    Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
    Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.

  • 14 Απριλίου 2026, 01:43 | Ελένη Κυπριανού

    Προσυπογράφω και εγώ το κείμενο το οποίο υπογράφει ο ΣΕΠΟΧ και έχει ως εξής:
    Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές […] λοιπών φορέων εποπτείας του» – του οποίου η διαβούλευση εκτείνεται χρονικά κυρίως κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας (!) –, στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις.
    Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
    Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
    Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
    Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.

    Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία
    Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.

    Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.

    Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
    Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
    Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
    Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.

  • 14 Απριλίου 2026, 01:19 | Γιάννης Θέος

    Συντάσσομαι με τα σχόλια του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος, όπως εκφράζονται στο παρακάτω κείμενο που συνέταξε και υπέβαλλε η Κα Καραμανώφ.

    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:55 | Ε.Σ.Ε.Μ.Α

    Στο πλαίσιο του Κεφαλαίου Γ’ και της επιτάχυνσης αδειοδότησης εντός/εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης, προτείνουμε ρητή πρόβλεψη ότι σταθμοί μικρών ανεμογεννητριών δύνανται να υποβάλλονται και να εξετάζονται με κοινά αιτήματα χορήγησης Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης (ΟΠΣ), ανεξαρτήτως της ισχύος κάθε επιμέρους σταθμού. Η δυνατότητα αυτή εναρμονίζεται απόλυτα με την ενιαία εξέταση σωρευτικών επιπτώσεων και δεν συνεπάγεται χαρακτηρισμό τους ως ενιαίου σταθμού.
    Επιπλέον, για την αποφυγή οριζόντιων ζωνών αποκλεισμού που αντίκεινται στο άρθρο 16στ’ της RED III, ζητούμε να προβλεφθεί ρητά ότι η στάθμιση επιπτώσεων γίνεται κατά περίπτωση μέσω ΜΠΕ/ΕΟΑ.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:26 | Γιώτα Ιωαννίδου

    Προσυπογράφω και εγώ το κείμενο το οποίο υπογράφει ο ΣΕΠΟΧ και έχει ως εξής:
    Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές […] λοιπών φορέων εποπτείας του» – του οποίου η διαβούλευση εκτείνεται χρονικά κυρίως κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας (!) –, στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις.
    Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
    Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
    Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
    Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.

    Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία
    Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.
    Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.

    Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
    Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
    Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
    Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:13 | Ανεξάρτητη Δημοτική Κίνηση «Κοινό Τηνίων»

    Άρθρο 9 – Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Aντικατάσταση άρθρου 7Α ν.3468/2006

    Με μία απλή απόφαση του υπουργού ενέργειας, ορίζονται οι περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ και θεσπίζονται οι όροι ανάπτυξης των εγκαταστάσεων ΑΠΕ και των συνοδών έργων (δρόμοι, δίκτυα, έργα αποθήκευσης κλπ.). Η απόφαση αυτή λαμβάνεται κατόπιν εισήγησης της Γενικής Γραμματείας Χωρικού Σχεδιασμού (του υπουργείου) η οποία εκπονεί στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων με την έγκριση της Διεύθυνσης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (πάλι του υπουργείου) και την γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (το οποίο απαρτίζεται κυρίως από διευθυντές και γενικούς γραμματείς του υπουργείου).

    Δεν προβλέπεται συμμετοχή κανενός άλλου φορέα (τοπικής αυτοδιοίκησης, ανεξάρτητων φορέων, περιβαλλοντικών οργανώσεων, κοινωνίας πολιτών κλπ.) σε αυτή την απόφαση. Κάποιοι άνθρωποι δηλαδή σε υπουργικά γραφεία και σε κλειστές αίθουσες, θα αποφασίζουν την μετατροπή κάποιων περιοχών σε χαβούζες αιολικών, φωτοβολταϊκών και μπαταριών, ερήμην των κατοίκων τους.

    Οι περιοχές επιτάχυνσης μπορούν να εκτείνονται σε όλη την επικράτεια εκτός από περιοχές NATURA, περιοχές προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας, περιοχές μείζονων μεταναστευτικών οδών για τα πτηνά και τα θαλάσσια θηλαστικά. Ακόμα και σε αυτές τις περιοχές όμως εξαιρούνται οι κατασκευασμένες και τεχνητές επιφάνειες όπως χώροι στάθμευσης ή υποδομές μεταφορών οι οποίες μπορούν να αποτελούν περιοχές επιτάχυνσης. Επιπλέον, περιοδικά επανεξετάζονται, άρα δεν ορίζονται μία φορά αλλά μπορούν να επεκτείνονται κάθε τόσο με νέα απόφαση.

    – Οι περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ δεν πρέπει να θεσμοθετηθούν. Αντιθέτως, πρέπει να θεσμοθετηθεί η δεσμευτική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, της τοπικής αυτοδιοίκησης και των περιβαλλοντικών οργανώσεων στην έγκριση οποιουδήποτε έργου ΑΠΕ.

    Άρθρο 10 – Περιβαλλοντική αδειοδότηση των σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις Περιοχές Επιτάχυνσης – Προσθήκη άρθρου 7Β στον ν. 3468/2006

    Καταργείται η οποιαδήποτε περιβαλλοντική αδειοδότηση και οικολογική αξιολόγηση σε έργα ΑΠΕ στις εν λόγω περιοχές επιτάχυνσης! Εγκρίνονται δηλαδή και προχωρούν έργα έτσι απλά χωρίς άδεια, με μία “γνωστοποίηση” σαν να είναι καταστήματα! Αντίθετα, προκειμένου η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή να απαιτήσει περιβαλλοντική αδειοδότηση για κάποιο έργο θα πρέπει να αποδείξει σαφώς ότι θα προκαλέσει σημαντικές απρόβλεπτες (sic) δυσμενείς συνέπειες στην περιοχή που εγκαθίστανται. Αν δηλαδή οι δυσμενείς συνέπειες είναι σημαντικές αλλά προβλέψιμες, το έργο δεν θα μπορεί να σταματήσει!

    Εδώ έχουμε μια πλήρης αντιστροφή των ρόλων. Αντί να έχει υποχρέωση ο επενδυτής να αποδείξει πως το έργο δεν θα προκαλέσει δυσμενείς περιβαλλοντικές συνέπειες για να αδειοδοτηθεί, θα πρέπει η ελέγχουσα αρχή μέσα σε 30 ημέρες, να αποδείξει πως οι δυσμενείς περιβαλλοντικές συνέπειες είναι σημαντικές και απρόβλεπτες για να ζητήσει την περιβαλλοντική αδειοδότησή του. Λαμβάνοντας υπόψιν την μόνιμη υποστελέχωση των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών, είναι σίγουρο ότι στις περιοχές αυτές κανένα έργο δεν θα “κόβεται” ποτέ.

    Επιπλέον, από την στιγμή που δεν θα υπάρχουν περιβαλλοντικές άδειες, δεν θα μπορούν να γίνουν προσφυγές επί αυτών. Αφαιρείται δηλαδή η δυνατότητα από οποιονδήποτε να καταφύγει στο δικαστήριο αν θεωρεί ότι κάποιο έργο μέσα στις περιοχές αυτές, έχει σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

    – Οι περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ είναι ουσιαστικά περιοχές ανεξέλεγκτης εγκατάστασης ΑΠΕ και πρέπει γενικώς να μην θεσμοθετηθούν.

    Άρθρο 12 – Διάρκεια της διαδικασίας αδειοδότησης των σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις Περιοχές Επιτάχυνσης- Προσθήκη άρθρου 7Δ στον ν. 3468/2006

    Η συνολική διάρκεια αδειοδότησης ενός έργου μέσα στις περιοχές επιτάχυνσης δεν επιτρέπεται να ξεπερνάει τους 12 μήνες.

    – Οι περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ, θα καταστραφούν πλήρως από τις ανεξέλεγκτες εγκαταστάσεις σε μόλις λίγα χρόνια από τον ορισμό τους. Πρέπει γενικώς να μην θεσμοθετηθούν.

  • 13 Απριλίου 2026, 23:53 | Κώστας

    Πρόταση Στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο και στο Άρθρο 11 παρ.4 προτείνω να προστεθεί η ακόλουθη πρόβλεψη : Τόσο η Οριστική Προσφορά Σύνδεσης όσο και η Σύμβαση Σύνδεσης ισχύουν εφ΄όσον ισχύει και η πληρότητα φακέλου του σχετικού αιτήματος . Σε περίπτωση απώλειας της πληρότητας φακέλου για οποιαδήποτε αιτία ( π.χ ακύρωση περιβαλλοντικής αδειοδότησης ) τόσο η Οριστική Προσφορά Σύνδεσης όσο και η Σύμβαση Σύνδεσης ακυρώνονται αυτοδίκαια εντός 60 ημερών από την απώλεια πληρότητας φακέλου εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος επενδυτής δεν προσκομίσει εντός του προαναφερόμενου διαστήματος των 60 ημερών νέο πλήρη φάκελο σύμφωνα με το άρθρο 34 του ν. 4951/2022 (Α’ 129).

  • 13 Απριλίου 2026, 23:05 | Στυλιανός Γιαννακόπουλος

    Θέλω να εκφράσω την αντίθεσή μου σε κομβικές διατάξεις του νομοσχεδίου, οι οποίες θυσιάζουν το φυσικό περιβάλλον στον βωμό μιας ανεξέλεγκτης ενεργειακής επέκτασης. Η πραγματική πράσινη μετάβαση δεν επιτυγχάνεται με καταστροφή της βιοποικιλότητας.
    Διαφωνώ με τη διαταξη και το άρθρο περί «Περιοχών επιτάχυνσης». Είναι αδιανόητη οποιαδήποτε αδειοδότηση με διαδικασίες fast-track χωρίς εξειδικευμένες Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και χωρίς αναθεωρημένο Χωροταξικό Πλαίσιο.

    Επιτέλους σεβαστείτε τον φυσικό πλούτο της χώρας.

  • 13 Απριλίου 2026, 22:33 | ΡΟΪΛΟΥ ΔΑΦΝΗ

    ΣΥΜΦΩΝΩ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

    
Άρθρο 9 Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Aντικατάσταση άρθρου 7Α ν. 3468/2006 (παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)
Με το παρόν νομοσχέδιο ενσωματώνεται στην εθνική νομοθεσία η Οδηγία 2023/2413 για την «προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές». Ανάμεσα στις προβλέψεις της Οδηγίας είναι και ο καθορισμός από τα Κράτη-Μέλη των «Περιοχών Επιτάχυνσης των ΑΠΕ», δηλαδή περιοχών όπου τα έργα ΑΠΕ θα εξαιρούνται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, αφού πρώτα, βέβαια, θα πρέπει να έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι οι περιοχές που έχουν καθοριστεί ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» έχουν χαμηλή οικολογική αξία. Υπό το πρίσμα αυτό, σημειώνεται εξ αρχής ότι οι «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» δεν μπορεί να είναι περιοχές με έστω και μέτρια φυσικότητα και παρουσία φυσικών πληθυσμών χλωρίδας και πανίδας, αλλά αποκλειστικά τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες και χώροι με προηγούμενη έντονη ανθρωπογενή χρήση. Κατά συνέπεια, σε σχέση με τις περιοχές που δύναται ή όχι να καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ»:
• Δεν δύναται, φυσικά, να είναι εκτάσεις εντός Δικτύου NATURA και χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση, δηλαδή ακόμα και τεχνητές ή/και κατασκευασμένες επιφάνειες εντός των περιοχών αυτών δύναται να αποτελούν μέρος ή να γειτνιάζουν με ενδιαιτήματα της άγριας πανίδας, επομένως η αδειοδότηση έργων ΑΠΕ ακόμα σε αυτές τις θέσεις πρέπει να ακολουθεί την τυπική διαδικασία αδειοδότησης.
• Παρομοίως, δεν δύναται να είναι εκτάσεις εντός του δικτύου των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά (ΣΠΠ), αφενός επειδή αποτελούν την επιστημονική βάση για τον καθορισμό των Ζωνών Ειδικής Προστασίας του Δικτύου NATURA, αφετέρου γιατί σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1542/2017) οι ΣΠΠ πρέπει να απολαμβάνουν και αυστηρότερη προστασία από τις ΖΕΠ, καθώς πληρούν τα κριτήρια για κήρυξη ως ΖΕΠ αλλά δεν απολαμβάνουν αυτό το καθεστώς. Με βάση αυτό το σκεπτικό, άλλωστε, έχει εξισωθεί το καθεστώς των ΣΠΠ με των ΖΕΠ κατά την αδειοδότηση των έργων ΑΠΕ (υπάρχει κοινή υποχρέωση εκπόνησης και υποβολής Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης).
• Προφανώς δεν δύναται να είναι και περιοχές πάνω στις κύριες μεταναστευτικές οδούς των πουλιών, οι οποίες πρέπει να προσδιοριστούν σε χάρτες βάσει επικαιροποιημένης επιστημονικής τεκμηρίωσης και όχι στο επίπεδο μίας γενικόλογης διατύπωσης.
Θεωρούμε, επίσης, ότι από τις κατηγορίες περιοχών που αναφέρονται στο Σχέδιο Νόμου ότι δύναται να δοθεί προτεραιότητα για τον καθορισμό τους ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ», (τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες, όπως στέγες και προσόψεις κτιρίων, υποδομές μεταφορών και στο άμεσο περιβάλλον τους, χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες και, κατά περίπτωση, χώροι επεξεργασίας αστικών λυμάτων, καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς) πρέπει να εξαιρεθεί οπωσδήποτε η κατηγορία «τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες». Οι περιοχές αυτές, ακόμα και αν δεν πληρούν τα κριτήρια για να ενταχθούν στο εθνικό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών, είναι κατά κανόνα περιοχές με αυξημένη παρουσία άγριας πανίδας και ιδιαίτερα πουλιών και οι οποίες με την πάροδο του χρόνου αποκτούν όλο και μεγαλύτερο φυσικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, έργα ΑΠΕ που σχεδιάζονται σε αυτές τις περιοχές δύναται να έχουν επιπτώσεις σε φυσικούς πληθυσμούς άγριας πανίδας και χλωρίδας και επομένως δεν μπορούν να απαλλαγούν από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, κάτι που αναπόφευκτα θα ισχύσει εάν οι τεχνητές λίμνες – ταμιευτήρες καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ».
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ έχουν μεταφερθεί σχεδόν αυτούσια από την Οδηγία οι προβλέψεις για τις κατηγορίες περιοχών που δεν δύναται (π.χ. περιοχές NATURA, μεταναστευτικές οδοί) ή δύναται (π.χ. χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, βιομηχανικοί χώροι) να καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ», σκόπιμα παραλείπονται παντελώς τα εδάφια της Οδηγίας που αναφέρονται σε περιοχές που έχουν προκύψει ως σημαντικές βάσει χαρτών ευαισθησίας (ως περιοχές που δεν δύναται να καθοριστούν ως «επιτάχυνσης ΑΠΕ), αλλά και στην αναγκαιότητα χρήσης των χαρτών ευαισθησίας ως εργαλεία για τον προσδιορισμό των περιοχών. Συγκεκριμένα, η Οδηγία αναφέρει ότι:
ii) …(τα Κράτη – Μέλη) εξαιρούν τις περιοχές Natura 2000 και τις περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας, τις μείζονες μεταναστευτικές οδούς για τα πτηνά και τα θαλάσσια θηλαστικά, καθώς και άλλες περιοχές που προσδιορίζονται βάσει των χαρτών ευαισθησίας και των εργαλείων που αναφέρονται στο σημείο iii)
iii) χρησιμοποιούν όλα τα κατάλληλα και αναλογικά εργαλεία και σύνολα δεδομένων για τον προσδιορισμό των περιοχών στις οποίες οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές δεν θα έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της χαρτογράφησης της ευαισθησίας της άγριας πανίδας,
Στο Σχέδιο Νόμου παραλείπεται σκόπιμα οποιαδήποτε αναφορά σε χάρτες ευαισθησίας της άγριας πανίδας, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως το ΥΠΕΝ έχει πραγματική «αλλεργία» στη χρήση επιστημονικών εργαλείων και την τεκμηρίωση που αυτά μπορούν να παράσχουν, κατά τη νομοθέτηση. Κρίνεται απολύτως απαραίτητο να περιληφθούν αυτούσιες όλες οι παραπάνω διατυπώσεις της Οδηγίας που αφορούν στην αξιοποίηση των χαρτών ευαισθησίας της άγριας πανίδας.
Σε κάθε περίπτωση, η προώθηση των έργων ΑΠΕ σε – καθορισμένες με πολύ αυστηρά κριτήρια – «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» υποτίθεται ότι θα πρέπει να έχει και σκοπό τη μείωση των συγκρούσεων ανάπτυξης ΑΠΕ και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, αφού θα υπάρχουν ισχυρά κίνητρα για τους ενεργειακούς φορείς να κατευθυνθούν προς τις «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ». Για να είναι πραγματικά αποτελεσματική αυτή η προσέγγιση θα πρέπει αναπόφευκτα να συνδυαστεί με σαφείς χωροταξικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη έργων ΑΠΕ σε περιοχές NATURA και φυσικές περιοχές.
Τέλος, δεν μπορεί παρά να μη σχολιαστεί το γεγονός πως η Διοίκηση «σπεύδει» (ορθώς) με την ενσωμάτωση της Οδηγίας να ανταποκριθεί στην εκκίνηση διαδικασίας επί παραβάσει της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας που άνοιξε προ λίγων μηνών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά συνεχίζει να παραλείπει σκόπιμα (σε τελείως απαράδεκτο βαθμό) να μην δείχνει οποιαδήποτε πρόθεση να συμμορφωθεί με την πολύ πιο σοβαρή (αφού βρίσκεται στο στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης) και πολύ πιο μακρόχρονη (η διαδικασία έχει ανοίξει από το 2014!) παράβαση της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας σε σχέση με την αδειοδότηση αιολικών σταθμών στις περιοχές NATURA. Είναι τουλάχιστον οξύμωρο ότι με το παρόν Σχέδιο Νόμου εισάγονται διατάξεις που αφορούν την χωροταξία των ΑΠΕ, τη στιγμή που το ισχύον Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τις ΑΠΕ έχει χαρακτηριστεί ως μη συμβατό με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία!

  • 13 Απριλίου 2026, 22:16 | Δάφνη Ροϊλού

    Υποστηρίζω τη θέση της ελληνικής ορνιθολογικής εταιρίας

  • 13 Απριλίου 2026, 22:15 | Ροϊλού Δάφνη

    ΣΥΜΦΩΝΩ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

    
Άρθρο 9 Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Aντικατάσταση άρθρου 7Α ν. 3468/2006 (παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)
Με το παρόν νομοσχέδιο ενσωματώνεται στην εθνική νομοθεσία η Οδηγία 2023/2413 για την «προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές». Ανάμεσα στις προβλέψεις της Οδηγίας είναι και ο καθορισμός από τα Κράτη-Μέλη των «Περιοχών Επιτάχυνσης των ΑΠΕ», δηλαδή περιοχών όπου τα έργα ΑΠΕ θα εξαιρούνται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, αφού πρώτα, βέβαια, θα πρέπει να έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι οι περιοχές που έχουν καθοριστεί ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» έχουν χαμηλή οικολογική αξία. Υπό το πρίσμα αυτό, σημειώνεται εξ αρχής ότι οι «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» δεν μπορεί να είναι περιοχές με έστω και μέτρια φυσικότητα και παρουσία φυσικών πληθυσμών χλωρίδας και πανίδας, αλλά αποκλειστικά τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες και χώροι με προηγούμενη έντονη ανθρωπογενή χρήση. Κατά συνέπεια, σε σχέση με τις περιοχές που δύναται ή όχι να καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ»:
• Δεν δύναται, φυσικά, να είναι εκτάσεις εντός Δικτύου NATURA και χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση, δηλαδή ακόμα και τεχνητές ή/και κατασκευασμένες επιφάνειες εντός των περιοχών αυτών δύναται να αποτελούν μέρος ή να γειτνιάζουν με ενδιαιτήματα της άγριας πανίδας, επομένως η αδειοδότηση έργων ΑΠΕ ακόμα σε αυτές τις θέσεις πρέπει να ακολουθεί την τυπική διαδικασία αδειοδότησης.
• Παρομοίως, δεν δύναται να είναι εκτάσεις εντός του δικτύου των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά (ΣΠΠ), αφενός επειδή αποτελούν την επιστημονική βάση για τον καθορισμό των Ζωνών Ειδικής Προστασίας του Δικτύου NATURA, αφετέρου γιατί σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1542/2017) οι ΣΠΠ πρέπει να απολαμβάνουν και αυστηρότερη προστασία από τις ΖΕΠ, καθώς πληρούν τα κριτήρια για κήρυξη ως ΖΕΠ αλλά δεν απολαμβάνουν αυτό το καθεστώς. Με βάση αυτό το σκεπτικό, άλλωστε, έχει εξισωθεί το καθεστώς των ΣΠΠ με των ΖΕΠ κατά την αδειοδότηση των έργων ΑΠΕ (υπάρχει κοινή υποχρέωση εκπόνησης και υποβολής Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης).
• Προφανώς δεν δύναται να είναι και περιοχές πάνω στις κύριες μεταναστευτικές οδούς των πουλιών, οι οποίες πρέπει να προσδιοριστούν σε χάρτες βάσει επικαιροποιημένης επιστημονικής τεκμηρίωσης και όχι στο επίπεδο μίας γενικόλογης διατύπωσης.
Θεωρούμε, επίσης, ότι από τις κατηγορίες περιοχών που αναφέρονται στο Σχέδιο Νόμου ότι δύναται να δοθεί προτεραιότητα για τον καθορισμό τους ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ», (τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες, όπως στέγες και προσόψεις κτιρίων, υποδομές μεταφορών και στο άμεσο περιβάλλον τους, χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες και, κατά περίπτωση, χώροι επεξεργασίας αστικών λυμάτων, καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς) πρέπει να εξαιρεθεί οπωσδήποτε η κατηγορία «τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες». Οι περιοχές αυτές, ακόμα και αν δεν πληρούν τα κριτήρια για να ενταχθούν στο εθνικό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών, είναι κατά κανόνα περιοχές με αυξημένη παρουσία άγριας πανίδας και ιδιαίτερα πουλιών και οι οποίες με την πάροδο του χρόνου αποκτούν όλο και μεγαλύτερο φυσικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, έργα ΑΠΕ που σχεδιάζονται σε αυτές τις περιοχές δύναται να έχουν επιπτώσεις σε φυσικούς πληθυσμούς άγριας πανίδας και χλωρίδας και επομένως δεν μπορούν να απαλλαγούν από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, κάτι που αναπόφευκτα θα ισχύσει εάν οι τεχνητές λίμνες – ταμιευτήρες καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ».
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ έχουν μεταφερθεί σχεδόν αυτούσια από την Οδηγία οι προβλέψεις για τις κατηγορίες περιοχών που δεν δύναται (π.χ. περιοχές NATURA, μεταναστευτικές οδοί) ή δύναται (π.χ. χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, βιομηχανικοί χώροι) να καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ», σκόπιμα παραλείπονται παντελώς τα εδάφια της Οδηγίας που αναφέρονται σε περιοχές που έχουν προκύψει ως σημαντικές βάσει χαρτών ευαισθησίας (ως περιοχές που δεν δύναται να καθοριστούν ως «επιτάχυνσης ΑΠΕ), αλλά και στην αναγκαιότητα χρήσης των χαρτών ευαισθησίας ως εργαλεία για τον προσδιορισμό των περιοχών. Συγκεκριμένα, η Οδηγία αναφέρει ότι:
ii) …(τα Κράτη – Μέλη) εξαιρούν τις περιοχές Natura 2000 και τις περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας, τις μείζονες μεταναστευτικές οδούς για τα πτηνά και τα θαλάσσια θηλαστικά, καθώς και άλλες περιοχές που προσδιορίζονται βάσει των χαρτών ευαισθησίας και των εργαλείων που αναφέρονται στο σημείο iii)
iii) χρησιμοποιούν όλα τα κατάλληλα και αναλογικά εργαλεία και σύνολα δεδομένων για τον προσδιορισμό των περιοχών στις οποίες οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές δεν θα έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της χαρτογράφησης της ευαισθησίας της άγριας πανίδας,
Στο Σχέδιο Νόμου παραλείπεται σκόπιμα οποιαδήποτε αναφορά σε χάρτες ευαισθησίας της άγριας πανίδας, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως το ΥΠΕΝ έχει πραγματική «αλλεργία» στη χρήση επιστημονικών εργαλείων και την τεκμηρίωση που αυτά μπορούν να παράσχουν, κατά τη νομοθέτηση. Κρίνεται απολύτως απαραίτητο να περιληφθούν αυτούσιες όλες οι παραπάνω διατυπώσεις της Οδηγίας που αφορούν στην αξιοποίηση των χαρτών ευαισθησίας της άγριας πανίδας.
Σε κάθε περίπτωση, η προώθηση των έργων ΑΠΕ σε – καθορισμένες με πολύ αυστηρά κριτήρια – «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» υποτίθεται ότι θα πρέπει να έχει και σκοπό τη μείωση των συγκρούσεων ανάπτυξης ΑΠΕ και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, αφού θα υπάρχουν ισχυρά κίνητρα για τους ενεργειακούς φορείς να κατευθυνθούν προς τις «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ». Για να είναι πραγματικά αποτελεσματική αυτή η προσέγγιση θα πρέπει αναπόφευκτα να συνδυαστεί με σαφείς χωροταξικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη έργων ΑΠΕ σε περιοχές NATURA και φυσικές περιοχές.
Τέλος, δεν μπορεί παρά να μη σχολιαστεί το γεγονός πως η Διοίκηση «σπεύδει» (ορθώς) με την ενσωμάτωση της Οδηγίας να ανταποκριθεί στην εκκίνηση διαδικασίας επί παραβάσει της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας που άνοιξε προ λίγων μηνών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά συνεχίζει να παραλείπει σκόπιμα (σε τελείως απαράδεκτο βαθμό) να μην δείχνει οποιαδήποτε πρόθεση να συμμορφωθεί με την πολύ πιο σοβαρή (αφού βρίσκεται στο στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης) και πολύ πιο μακρόχρονη (η διαδικασία έχει ανοίξει από το 2014!) παράβαση της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας σε σχέση με την αδειοδότηση αιολικών σταθμών στις περιοχές NATURA. Είναι τουλάχιστον οξύμωρο ότι με το παρόν Σχέδιο Νόμου εισάγονται διατάξεις που αφορούν την χωροταξία των ΑΠΕ, τη στιγμή που το ισχύον Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τις ΑΠΕ έχει χαρακτηριστεί ως μη συμβατό με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία!

  • 13 Απριλίου 2026, 21:06 | Ευτύχιος Σαββίδης

    Προσυπογράφω και εγώ το κείμενο το οποίο υπογράφει ο ΣΕΠΟΧ και έχει ως εξής:
    Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές […] λοιπών φορέων εποπτείας του» – του οποίου η διαβούλευση εκτείνεται χρονικά κυρίως κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας (!) –, στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις.

    Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
    Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
    Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
    Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.
    Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία
    Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.
    Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.

    Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
    Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
    Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.

    Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού

  • 13 Απριλίου 2026, 21:57 | Μαρίζα Δαούτη

    Προσυπογράφω και εγώ το κείμενο το οποίο υπογράφει ο ΣΕΠΟΧ και έχει ως εξής:
    Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές […] λοιπών φορέων εποπτείας του» – του οποίου η διαβούλευση εκτείνεται χρονικά κυρίως κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας (!) –, στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις.

    Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
    Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
    Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
    Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.
    Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία
    Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.
    Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.

    Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
    Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
    Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.

    Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού

  • 1. Βασική ένσταση: το νομοσχέδιο αντιστρέφει τη σωστή σειρά
    Η παρούσα τροποποίηση επιχειρεί να επιταχύνει την αδειοδότηση πριν ολοκληρωθεί το αναγκαίο θεσμικό και επιστημονικό υπόβαθρο που θα όφειλε να προηγείται:
    το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, οι Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ), τα Σχέδια Διαχείρισης και κυρίως τα Προεδρικά Διατάγματα που καθορίζουν οριστικά ζώνες προστασίας, επιτρεπόμενες χρήσεις και όρους δραστηριοτήτων στις προστατευόμενες περιοχές. Στην ίδια την ιστοσελίδα του ΥΠΕΝ εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ισχύον για τις ΑΠΕ το Ειδικό Χωροταξικό του 2008, δηλαδή ένα πλαίσιο ηλικίας σχεδόν δύο δεκαετιών.

    2. Οι Περιοχές Επιτάχυνσης δεν αίρουν τον κίνδυνο για το Natura 2000
    Το γεγονός ότι οι Περιοχές Επιτάχυνσης ορίζονται τυπικά εκτός Natura 2000 δεν αρκεί. Η νομολογία και η ενωσιακή περιβαλλοντική νομοθεσία δεν προστατεύουν μόνο τις επεμβάσεις εντός των ορίων μιας προστατευόμενης περιοχής, αλλά και έργα εκτός αυτής όταν μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τους οικοτόπους, τα είδη, τη λειτουργική συνοχή, τις μεταναστευτικές διαδρομές ή τη συνολική ακεραιότητα της περιοχής. Αυτό είναι κρίσιμο για αιολικά, συνοδά οδικά έργα, γραμμές διασύνδεσης και έργα αποθήκευσης, που έχουν συχνά επιπτώσεις πολύ πέρα από το ακριβές σημείο εγκατάστασης.

    3. Η εξαίρεση από περιβαλλοντική αδειοδότηση είναι θεσμικά επικίνδυνη
    Η ρύθμιση του άρθρου 10, που προβλέπει εξαίρεση από περιβαλλοντική αδειοδότηση και από ειδική οικολογική αξιολόγηση για έργα εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, μεταφέρει το βάρος από την ουσιαστική πρόληψη σε έναν σύντομο διοικητικό έλεγχο συμμόρφωσης. Αυτό είναι προβληματικό ιδίως σε μια χώρα όπου οι στόχοι διατήρησης, οι ζώνες προστασίας και οι δεσμευτικοί όροι χρήσεων για πολλές περιοχές Natura 2000 δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί πλήρως με το απαιτούμενο κανονιστικό βάθος. Όταν λείπει το ολοκληρωμένο καθεστώς προστασίας, η περιβαλλοντική αδειοδότηση δεν είναι «γραφειοκρατικό βάρος» αλλά το ελάχιστο φίλτρο νομιμότητας και πρόληψης.

    4. Η Ελλάδα έχει ήδη καταδικαστεί για ελλιπή προστασία Natura 2000
    Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην υπόθεση C-849/19, Επιτροπή κατά Ελλάδας, έκρινε ότι η Ελλάδα παρέβη τις υποχρεώσεις της επειδή δεν είχε θεσπίσει για 239 τόπους κοινοτικής σημασίας τα αναγκαία μέτρα διατήρησης και τους κατάλληλους στόχους διατήρησης. Η καταδίκη αυτή του 2020 δεν είναι ένα τυπικό ή παρωχημένο γεγονός· αποτυπώνει δομικό έλλειμμα προστασίας του δικτύου Natura 2000 στη χώρα.

    5. Το πρόβλημα δεν ανήκει στο παρελθόν· η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να το επισημαίνει
    Η εικόνα αυτή δεν έχει θεραπευθεί πλήρως. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε μεταγενέστερες παρεμβάσεις της, συνέχισε να τονίζει ότι η Ελλάδα οφείλει να ολοκληρώσει τους ειδικούς στόχους διατήρησης και τα μέτρα διατήρησης για όλες τις περιοχές Natura 2000. Σε έγγραφα και πακέτα παραβάσεων των ετών 2025–2026 επισημαίνεται ότι τα μέτρα αυτά είναι βασική προϋπόθεση για τη σωστή διαχείριση του δικτύου και για την προστασία της βιοποικιλότητας.

    6. Άρα η χώρα δεν δικαιούται να χαλαρώνει τους ελέγχους
    Υπό αυτές τις συνθήκες, η προωθούμενη εξαίρεση από περιβαλλοντική αδειοδότηση δεν συνιστά «εξορθολογισμό», αλλά αποδυνάμωση ελέγχου σε ένα πεδίο όπου η Ελλάδα έχει ήδη διαπιστωμένα ελλείμματα συμμόρφωσης. Το σωστό νομικά και ουσιαστικά θα ήταν το ακριβώς αντίστροφο: πρώτα πλήρες καθεστώς προστασίας ανά περιοχή, με συγκεκριμένους στόχους διατήρησης και δεσμευτικές ζώνες, και μετά εξέταση ταχύτερων διαδικασιών μόνο όπου η φέρουσα ικανότητα έχει τεκμηριωμένα αποδειχθεί.

    7. Οι ΕΠΜ και τα Προεδρικά Διατάγματα δεν έχουν ολοκληρωθεί στον απαιτούμενο βαθμό
    Το ίδιο το ΥΠΕΝ, στις δημόσιες ανακοινώσεις του για τις ΕΠΜ, ανέφερε επανειλημμένα ότι μετά τη διαβούλευση των μελετών «θα ακολουθήσει» η εκπόνηση Σχεδίων Διαχείρισης και των αντίστοιχων Προεδρικών Διαταγμάτων. Αυτό δείχνει ότι επί μακρόν το κρίσιμο αυτό κανονιστικό στάδιο παρέμενε εκκρεμές. Ενδεικτικά, ακόμη και το 2023–2024 δημοσιοποιούνταν νέες διαβουλεύσεις ΕΠΜ για μεγάλες γεωγραφικές ενότητες της χώρας.

    8. Χωρίς Προεδρικά Διατάγματα δεν υπάρχει οριστική και δεσμευτική θωράκιση
    Σύμφωνα με το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο που παραθέτει το ΥΠΕΝ για τις προστατευόμενες περιοχές, οι ειδικές χρήσεις, οι ζώνες προστασίας και οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες εξειδικεύονται βάσει ΕΠΜ και καθορίζονται με Προεδρικό Διάταγμα. Άρα όσο τα ΠΔ δεν έχουν ολοκληρωθεί καθολικά και ουσιαστικά, η προστασία παραμένει σε μεγάλο βαθμό ελλιπής, μεταβατική ή αποσπασματική.

    9. Το επιχείρημα της “επιτάχυνσης” είναι προσχηματικό όταν απουσιάζει ο προηγούμενος χωροταξικός σχεδιασμός
    Η πολιτεία δεν μπορεί να επικαλείται ανάγκη επιτάχυνσης, ενώ διατηρεί σε ισχύ το Ειδικό Χωροταξικό ΑΠΕ του 2008 και ταυτόχρονα καθυστερεί επί σειρά ετών την αναθεώρησή του. Η μακρόχρονη αυτή εκκρεμότητα υπονομεύει κάθε επιχείρημα περί ώριμου χωρικού σχεδιασμού. Ακόμη και σε κοινοβουλευτικά κείμενα του 2026 καταγράφεται ότι το νέο Ειδικό Χωροταξικό ΑΠΕ είχε προκηρυχθεί ήδη από τον Φεβρουάριο του 2019 και η ολοκλήρωσή του παρατείνεται διαρκώς.

    10. Δημιουργείται εύλογη εντύπωση εσκεμμένης καθυστέρησης
    Δεν είναι εύκολο να αποδοθεί νομικά πρόθεση χωρίς άμεσες αποδείξεις. Όμως πολιτικά και θεσμικά μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι δημιουργείται ισχυρή εντύπωση συνειδητής ή τουλάχιστον συστηματικής καθυστέρησης στην ολοκλήρωση του ειδικού χωροταξικού για τις ΑΠΕ, των ΕΠΜ και των ΠΔ, ενώ στο μεταξύ προωθούνται διαρκώς διατάξεις επιτάχυνσης αδειοδοτήσεων. Η αλληλουχία αυτή δεν είναι ουδέτερη: ευνοεί την αδειοδότηση έργων σε ένα μεταβατικό και ελλιπώς ρυθμισμένο περιβάλλον, αντί να προηγηθεί η ουσιαστική προστασία.

    11. Η έλλειψη πλήρους προστασίας Natura 2000 στην Ελλάδα δεν είναι θεωρητική
    Πρόκειται για διαχρονικό και καταγεγραμμένο πρόβλημα. Ακόμη και σε ευρωπαϊκό υλικό για το πρόγραμμα LIFE IP 4Natura είχε επισημανθεί το πολύ χαμηλό ποσοστό διαχειριστικών σχεδίων στις ελληνικές περιοχές Natura 2000 και η έλλειψη αναγκαίων εργαλείων διαχείρισης και προστασίας. Το στοιχείο αυτό δεν αποδεικνύει μόνο ιστορικό έλλειμμα· δείχνει και γιατί η διοικητική επιτάχυνση χωρίς προηγούμενη θεσμική θωράκιση είναι επικίνδυνη.

    12. Η ρύθμιση υποτιμά τις σωρευτικές επιπτώσεις
    Τα έργα ΑΠΕ δεν αξιολογούνται ποτέ ουσιαστικά αν εξετάζονται ως μεμονωμένα σημεία στον χάρτη. Οι μεγαλύτερες περιβαλλοντικές βλάβες προκαλούνται από το άθροισμα: δρόμοι πρόσβασης, εκσκαφές, πυλώνες, υπόγειες ή εναέριες διασυνδέσεις, υποσταθμοί, αποθήκευση, θόρυβος, κατακερματισμός βιοτόπων και απώλεια αδιατάρακτου τοπίου. Σε περιοχές γειτνιάζουσες με Natura 2000, η απαλλαγή από πλήρη περιβαλλοντική αδειοδότηση κινδυνεύει να αποκρύψει ακριβώς αυτές τις σωρευτικές επιπτώσεις, οι οποίες είναι κρίσιμες για αρπακτικά πτηνά, μεταναστευτικά είδη, χερσαίους οικοτόπους και ορεινά οικοσυστήματα.

    13. Η συμμόρφωση με την Οδηγία 2023/2413 δεν επιβάλλει υποβάθμιση της προστασίας
    Η ενωσιακή υποχρέωση για επιτάχυνση των ΑΠΕ δεν νομιμοποιεί την παράκαμψη της περιβαλλοντικής νομιμότητας. Αντίθετα, η λογική της Οδηγίας είναι ότι οι ταχύτερες διαδικασίες μπορούν να εφαρμοστούν όταν το κράτος έχει προηγουμένως κάνει τη σοβαρή δουλειά: χωρικό σχεδιασμό, χαρτογράφηση συγκρούσεων, στόχους διατήρησης, μέτρα προστασίας και σαφείς αποκλεισμούς. Εφόσον αυτά στη χώρα μας παραμένουν ελλιπή ή ανολοκλήρωτα, η επίκληση της Οδηγίας ως άλλοθι για χαλάρωση ελέγχων είναι νομικά και πολιτικά εσφαλμένη.

    14. Συμπέρασμα
    Η προτεινόμενη τροποποίηση δεν συνιστά ώριμη μεταρρύθμιση αλλά επικίνδυνη επίσπευση χωρίς επαρκές προστατευτικό υπόβαθρο. Σε μια χώρα:
    που έχει ήδη καταδικαστεί από το ΔΕΕ για ελλείψεις προστασίας Natura 2000, που εξακολουθεί να δέχεται παρατηρήσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τους στόχους και τα μέτρα διατήρησης, που διατηρεί σε ισχύ χωροταξικό ΑΠΕ του 2008, και που δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει στον αναγκαίο βαθμό ΕΠΜ, σχέδια διαχείρισης και Προεδρικά Διατάγματα, η αποδυνάμωση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης δεν είναι λύση. Είναι πολλαπλασιαστής νομικού κινδύνου, περιβαλλοντικής βλάβης και κοινωνικής σύγκρουσης.

    Η προτεινόμενη τροποποίηση των άρθρων 9–12 κινείται σε εσφαλμένη κατεύθυνση, διότι επιδιώκει να επιταχύνει την αδειοδότηση έργων ΑΠΕ πριν διαμορφωθεί το αναγκαίο, πλήρες και δεσμευτικό πλαίσιο προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Ιδίως ως προς τις περιοχές Natura 2000, η ρύθμιση είναι προβληματική, καθώς στηρίζεται στην παραδοχή ότι αρκεί ο τυπικός αποκλεισμός τους από τις «Περιοχές Επιτάχυνσης», ενώ στην πραγματικότητα οι επιπτώσεις έργων ΑΠΕ, ιδίως αιολικών και των συνοδών υποδομών τους, εκτείνονται συχνά πέραν των ορίων μιας προστατευόμενης περιοχής και μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την ακεραιότητα, τη λειτουργική συνοχή και τους στόχους διατήρησής της.
    Η επιλογή να προβλέπεται, κατά κανόνα, εξαίρεση από την περιβαλλοντική αδειοδότηση και από την ειδική οικολογική αξιολόγηση για έργα εντός Περιοχών Επιτάχυνσης είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για την ελληνική πραγματικότητα. Και αυτό διότι η Ελλάδα δεν διαθέτει ακόμη ολοκληρωμένο και οριστικό σύστημα προστασίας για το σύνολο των περιοχών Natura 2000. Το ίδιο το ΥΠΕΝ αναγνωρίζει θεσμικά ότι η εξειδίκευση των ζωνών, των χρήσεων γης και των επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων γίνεται βάσει Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών και ολοκληρώνεται με Προεδρικά Διατάγματα. Όσο αυτά δεν έχουν ολοκληρωθεί με πληρότητα, η περιβαλλοντική αδειοδότηση αποτελεί το ελάχιστο αναγκαίο εργαλείο πρόληψης και όχι περιττή γραφειοκρατία.

    Η ανάγκη αυξημένης προστασίας είναι ακόμη πιο επιτακτική, επειδή η χώρα έχει ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-849/19 για την αποτυχία της να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα και στόχους διατήρησης για μεγάλο αριθμό περιοχών Natura 2000. Το πρόβλημα αυτό δεν έχει ξεπεραστεί οριστικά: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να υπογραμμίζει ότι οι στόχοι και τα μέτρα διατήρησης αποτελούν θεμελιώδη προϋπόθεση για τη σωστή διαχείριση του δικτύου Natura 2000 και ζητεί την ολοκλήρωσή τους. Επομένως, κάθε νομοθετική πρωτοβουλία που χαλαρώνει τους ελέγχους πριν αποκατασταθούν αυτά τα θεσμικά ελλείμματα εκθέτει εκ νέου τη χώρα σε παραβίαση του ενωσιακού δικαίου.

    Περαιτέρω, είναι αδικαιολόγητο να θεσπίζονται fast-track διαδικασίες, όταν παραμένει ανολοκλήρωτο το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ. Στην επίσημη σελίδα του ΥΠΕΝ εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ισχύον το Ειδικό Χωροταξικό του 2008, ενώ σε δημόσια έγγραφα καταγράφεται ότι η αναθεώρηση του νέου πλαισίου είχε ξεκινήσει ήδη από το 2019 και συνεχώς μετατίθεται. Η παράλληλη προώθηση επιταχυνόμενων αδειοδοτήσεων χωρίς προηγούμενη ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού, των ΕΠΜ και των σχετικών Προεδρικών Διαταγμάτων δημιουργεί εύλογα την εντύπωση μιας συνειδητής επιλογής να προηγηθεί η διευκόλυνση της επενδυτικής δραστηριότητας από τη θεσμική κατοχύρωση της προστασίας.

    Για όλους αυτούς τους λόγους, η προτεινόμενη ρύθμιση πρέπει να αποσυρθεί ή να τροποποιηθεί ριζικά. Προϋπόθεση για οποιαδήποτε επιτάχυνση αδειοδότησης οφείλει να είναι: πρώτον, η ολοκλήρωση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ, δεύτερον, η ολοκλήρωση των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών, τρίτον, η έκδοση των αναγκαίων Προεδρικών Διαταγμάτων για όλες τις προστατευόμενες περιοχές Natura 2000, και τέταρτον, η πλήρης συμμόρφωση της χώρας με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέχρι τότε, κάθε απόπειρα αποδυνάμωσης της περιβαλλοντικής αδειοδότησης υπονομεύει τόσο την προστασία της φύσης όσο και την ασφάλεια δικαίου.

  • 13 Απριλίου 2026, 20:54 | Ίρις Λυκουριώτη

    Προσυπογράφω και εγώ το κείμενο το οποίο υπογράφει ο ΣΕΠΟΧ και έχει ως εξής:
    Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές […] λοιπών φορέων εποπτείας του» – του οποίου η διαβούλευση εκτείνεται χρονικά κυρίως κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας (!) –, στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις.
    Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
    Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
    Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
    Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.
    Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία
    Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.
    Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.
    Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
    Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
    Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
    Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.

  • 13 Απριλίου 2026, 19:46 | LEKKAS CHARALAMPOS

    ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9
    Θέμα: Ρητή Συμπερίληψη των Αυτόνομων Σταθμών Αποθήκευσης (Σ.Α.Η.Ε.) και Αντλησιοταμίευσης στις «Περιοχές Επιτάχυνσης Α.Π.Ε.».

    1. Το Πρόβλημα της Υφιστάμενης Διάταξης:
    Στην παρ. 1 του νέου άρθρου 7Α του ν. 3468/2006 (όπως εισάγεται με το Άρθρο 9 του Σ/Ν), αναφέρεται ότι οι Περιοχές Επιτάχυνσης αποτελούν «υποσύνολο των αναγκαίων περιοχών για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και χερσαίων αιολικών σταθμών». Οι υποδομές αποθήκευσης αναφέρονται όλως παρεμπιπτόντως, απλώς ως «σχετικές με αυτούς υποδομές». Η διατύπωση αυτή δημιουργεί νομικό κενό, αποκλείοντας τους αυτόνομους Σταθμούς Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (Σ.Α.Η.Ε. συσσωρευτών και αντλησιοταμίευσης) από τις ευεργετικές fast-track διαδικασίες των 12 μηνών και την απαλλαγή από περιβαλλοντική αδειοδότηση.

    2. Προτεινόμενη Νομοθετική Προσθήκη:
    Προτείνεται η ρητή τροποποίηση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 7Α, ώστε να διαμορφωθεί ως εξής:
    «1. Οι Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) είναι υποσύνολο των αναγκαίων περιοχών για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και χερσαίων αιολικών σταθμών, καθώς και αυτόνομων σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (Σ.Α.Η.Ε. τεχνολογίας συσσωρευτών και αντλησιοταμίευσης) και υβριδικών σταθμών, όπως ορίζεται στην υπό στοιχεία ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας…»

    3. Τεχνική και Νομική Αιτιολόγηση:
    Αν οι Περιοχές Επιτάχυνσης προωθήσουν αποκλειστικά Φ/Β και Αιολικά χωρίς την ταυτόχρονη και ισότιμη αδειοδότηση αυτόνομων σταθμών αποθήκευσης, τα τοπικά δίκτυα θα οδηγηθούν σε άμεσο κορεσμό (curtailments). Η αποθήκευση δεν συνιστά απλώς «συνοδό έργο», αλλά βασική προϋπόθεση βιωσιμότητας των Περιοχών Επιτάχυνσης. Εάν η αποθήκευση δεν κατονομαστεί ρητώς, τα σχετικά επενδυτικά σχέδια θα παγιδευτούν στις κοινές, χρονοβόρες διαδικασίες (εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης), θέτοντας σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων του ΕΣΕΚ 2050.

  • 13 Απριλίου 2026, 19:02 | ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗ

    Η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης προϋποθέτει την εξισορρόπηση της ταχείας ανάπτυξης των ΑΠΕ με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και την κοινωνική συναίνεση. Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται απαραίτητη η ενσωμάτωση των παρακάτω ρυθμίσεων:

    1. Θεσμική Θωράκιση Προστατευόμενων Περιοχών
    Είναι επιτακτική η εισαγωγή ενός σαφούς και περιεκτικού ορισμού για τις περιοχές που τελούν υπό καθεστώς προστασίας. Ο ορισμός αυτός πρέπει να περιλαμβάνει ρητά το Εθνικό Σύστημα Προστατευόμενων Περιοχών, διασφαλίζοντας ότι:

    Η διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας παραμένει προτεραιότητα.

    Αποφεύγονται νομικές ασάφειες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε δικαστικές εμπλοκές των έργων.

    Εναρμονίζεται πλήρως η εθνική νομοθεσία με τα εθνικά προγράμματα προστασίας και τις ευρωπαϊκές επιταγές.

    2. Ενίσχυση της Διαφάνειας και Κοινωνική Συμμετοχή
    Η χωροθέτηση των «Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ» δεν μπορεί να αποτελεί μια αμιγώς τεχνοκρατική διαδικασία. Απαιτείται η πρόβλεψη για ουσιαστική, ευρεία και μακράς διάρκειας διαβούλευση, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η διαδικασία αυτή οφείλει να:

    Επιτρέπει την ενεργό εμπλοκή της τοπικής αυτοδιοίκησης, των περιβαλλοντικών φορέων και των πολιτών από τα πρώτα στάδια του σχεδιασμού.

    Διασφαλίζει επαρκή χρόνο για την αξιολόγηση των προτάσεων, υπερβαίνοντας τις τυπικές προθεσμίες.

    Ενισχύει την κοινωνική αποδοχή των έργων, μειώνοντας τις τοπικές συγκρούσεις και διασφαλίζοντας τη δημοκρατική νομιμοποίηση της μετάβασης.

    Στόχος: Η δημιουργία ενός δίκαιου και ξεκάθαρου πλαισίου που επιταχύνει την πράσινη ενέργεια, προστατεύοντας ταυτόχρονα το πολύτιμο οικολογικό απόθεμα της χώρας και το δικαίωμα των τοπικών κοινωνιών στη συναπόφαση.

  • 13 Απριλίου 2026, 19:48 | ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗ

    Ο καθορισμός Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ πρέπει να λάβει υπόψη
    – τη δυνητική χρήση της γης στην συγκεκριμένη περιοχή,
    – το βαθμό ανάπτυξης ΑΠΕ σε Περιφέρειες και Νομούς και την εγκατεστημένη ήδη ισχύ σε αυτές.
    – περιοχές με υπερ κορεσμό, όπως η Εύβοια, Φωκίδα, Βοιωτία και συνολικά η Στερεά πρέπει να έχουν αντίστροφή της επιτάχυνσης λογική, δηλαδή με αλγορίθμους και με δεδομένα εκτιμήσεων επιπτώσεων, ήδη εγκαταστημένης ισχύος, να φέρουν μειούμενο ή πολύ χαμηλό βαθμό ανάπτυξης νέων ΑΠΕ,
    – όχι ΑΠΕ σε αλπικά τοπία, δασικές εκτάσεις και υψόμετρα άνω των 700 μέτρων και πλησίον σε πηγές ποταμών,
    – χιλιομετρική απόσταση ανάπτυξης ΑΠΕ γύρω από οικισμούς, πόλεις, χωριά.
    – σαφές πλαίσιο χωροθέτησης για τις υποδομές αποθήκευσης ενέργειας.
    – Να εξεταστεί η δυνατότητα προσωρινής αναστολής νέων αδειοδοτήσεων σε περιοχές με υψηλή συγκέντρωση έργων, έως την ολοκλήρωση της αναγκαίας επιστημονικής τεκμηρίωσης.

  • 13 Απριλίου 2026, 19:28 | ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗ

    Ο καθορισμός Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ πρέπει να λάβει υπόψη
    – τη δυνητική χρήση της γης στην συγκεκριμένη περιοχή,
    – το βαθμό ανάπτυξης ΑΠΕ σε Περιφέρειες και Νομούς και την εγκατεστημένη ήδη ισχύ σε αυτές.
    – περιοχές με υπερ κορεσμό, όπως η Εύβοια, Φωκίδα, Βοιωτία και συνολικά η Στερεά πρέπει να έχουν αντίστροφή της επιτάχυνσης λογική, δηλαδή με αλγορίθμους και με δεδομένα εκτιμήσεων επιπτώσεων, ήδη εγκαταστημένης ισχύος, να φέρουν μειούμενο ή πολύ χαμηλό βαθμό ανάπτυξης νέων ΑΠΕ,
    – όχι ΑΠΕ σε αλπικά τοπία, δασικές εκτάσεις και υψόμετρα άνω των 700 μέτρων και πλησίον σε πηγές ποταμών,
    – χιλιομετρική απόσταση ανάπτυξης ΑΠΕ γύρω από οικισμούς, πόλεις, χωριά.

  • 13 Απριλίου 2026, 18:53 | BIGPOWER

    Θέμα: Ρητή Συμπερίληψη των Αυτόνομων Σταθμών Αποθήκευσης (Σ.Α.Η.Ε.) και Αντλησιοταμίευσης στις «Περιοχές Επιτάχυνσης Α.Π.Ε.».

    1. Το Πρόβλημα της Υφιστάμενης Διάταξης: Στην παρ. 1 του νέου άρθρου 7Α του ν. 3468/2006 (όπως εισάγεται με το Άρθρο 9 του Σ/Ν), αναφέρεται ότι οι Περιοχές Επιτάχυνσης αποτελούν «υποσύνολο των αναγκαίων περιοχών για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και χερσαίων αιολικών σταθμών». Οι υποδομές αποθήκευσης αναφέρονται όλως παρεμπιπτόντως, απλώς ως «σχετικές με αυτούς υποδομές». Η διατύπωση αυτή δημιουργεί νομικό κενό, αποκλείοντας τους αυτόνομους Σταθμούς Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (Σ.Α.Η.Ε. συσσωρευτών και αντλησιοταμίευσης) από τις ευεργετικές fast-track διαδικασίες των 12 μηνών και την απαλλαγή από περιβαλλοντική αδειοδότηση.

    2. Προτεινόμενη Νομοθετική Προσθήκη: Προτείνεται η ρητή τροποποίηση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 7Α, ώστε να διαμορφωθεί ως εξής: «1. Οι Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) είναι υποσύνολο των αναγκαίων περιοχών για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και χερσαίων αιολικών σταθμών, καθώς και αυτόνομων σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (Σ.Α.Η.Ε. τεχνολογίας συσσωρευτών και αντλησιοταμίευσης) και υβριδικών σταθμών, όπως ορίζεται στην υπό στοιχεία ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας…»

    3. Τεχνική και Νομική Αιτιολόγηση: Αν οι Περιοχές Επιτάχυνσης προωθήσουν αποκλειστικά Φ/Β και Αιολικά χωρίς την ταυτόχρονη και ισότιμη αδειοδότηση αυτόνομων σταθμών αποθήκευσης, τα τοπικά δίκτυα θα οδηγηθούν σε άμεσο κορεσμό (curtailments). Η αποθήκευση δεν συνιστά απλώς «συνοδό έργο», αλλά βασική προϋπόθεση βιωσιμότητας των Περιοχών Επιτάχυνσης. Δεδομένου ότι η Διοίκηση συχνά ερμηνεύει τη νομοθεσία συσταλτικά, εάν η αποθήκευση δεν κατονομαστεί ρητώς, τα σχετικά επενδυτικά σχέδια θα παγιδευτούν στις κοινές, χρονοβόρες διαδικασίες (εκτός Περιοχών Επιτάχυνσης), θέτοντας σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων του ΕΣΕΚ 2050 (12.025 MW BESS και 5.453 MW Αντλησιοταμίευσης).

  • 13 Απριλίου 2026, 16:12 | ΕΛΕΤΑΕΝ

    Άρθρο 9: Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Aντικατάσταση άρθρου 7Α ν. 3468/2006

    1] Από το συνδυασμό του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του νέου άρ. 7Α ν. 3468/2006 και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του νέου άρ. 7Δ ν. 3468/2006 που εισάγεται με τον άρ. 12 του νομοσχεδίου, προκύπτει ότι σε Περιοχές Επιτάχυνσης (ΠερΕπ) αναπτύσσονται χερσαία αιολικά, χερσαία φωτοβολταϊκά και θαλάσσια φωτοβολταϊκά.

    Θεωρούμε λάθος τη συμπερίληψη θαλάσσιων φωτοβολταϊκών σε Περιοχές Επιτάχυνσης διότι πρόκειται για μια τεχνολογία που δεν είναι τόσο ώριμη και αναπτυγμένη.

    Επίσης, θεωρούμε ότι είναι λάθος ο καθορισμός Περιοχών Επιτάχυνσης για χερσαία αιολικά: Τα προβλήματα της αδειοδοτικής διαδικασίας που αντιμετωπίζουν τα χερσαία αιολικά είναι πολύ μεγάλα και γενικά. Το κράτος πρέπει να προσπαθήσει να τα επιλύσει επιβάλλοντας απλώς την εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας από τις υπηρεσίες και εισάγοντας λίγες και εντοπισμένες νομοθετικές αλλαγές που έχουμε προτείνει. Δεν πρέπει να χάσει χρόνο και πόρους στο να προσπαθήσει να εφαρμόσει την προβλεπόμενη βαριά διαδικασία για να σχεδιάσει Περιοχές Επιτάχυνσης για χερσαία αιολικά.

    Αντιθέτως, προτείνουμε τον καθορισμό Περιοχών Επιτάχυνσης για Υπεράκτια Αιολικά Πάρκα, διότι για αυτά προβλέπεται ούτως ή άλλως μια βαριά διαδικασία σχεδιασμού. Συγκεκριμένα, σύμφωνα και με τη νομοθετική ρύθμιση που σας έχουμε υποβάλει, θα πρέπει τα ίδια τα Προεδρικά Διατάγματα θέσπισης των ΠΟΑΥΑΠ που θα εκδοθούν ύστερα από την αναλυτική διαδικασία Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ), να θεσπίζουν τις ΠΟΑΥΠΑ ως Περιοχές Επιτάχυνσης ΥΑΠ σύμφωνα με τους όρους που θα έχει καθορίσει η διαδικασία ΣΜΠΕ. Με τον τρόπο αυτό θα καλυφθεί το χρονικό κενό που έχει δημιουργηθεί από τον καθυστέρηση εφαρμογής του νόμου για τα ΥΑΠ.

    2] Με την περίπτωση α) της παρ. 1 του νέου άρ. 7Α ν. 3468/2006 προβλέπεται ασαφώς ότι οι Περιοχές Επιτάχυνσης είναι εκτός «των περιοχών που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας, των μείζονων μεταναστευτικών οδών για τα πτηνά και τα θαλάσσια θηλαστικά».
    Η διατύπωση αυτή είναι απλή μετάφραση άρ. 15γ, παρ. α.ii. της Οδηγίας. Πρέπει να γίνουν σαφείς αναφορές στα συγκεκριμένα εργαλεία του ελληνικού νομικού πλαισίου, άλλως θα δημιουργηθεί σύγχυση.

    3] Ασαφής είναι η διατύπωση της περίπτωσης β) του νέου άρ. 7Α ν. 3468/2006 με την οποία προβλέπεται ότι οι Περιοχές Επιτάχυνσης είναι εκτός «περιοχών, όπου η ανάπτυξη συγκεκριμένης κατηγορίας ή τεχνολογίας τύπων έργων Α.Π.Ε. αναμένεται να έχει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ / ΕΥΠΕ / οικ.107017 / 28.8.2006».
    Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η αναγνώριση τέτοιων περιοχών και η τεκμηρίωση ότι πληρείται η προϋπόθεση αυτή, θα γίνεται με την συγκεκριμένη κάθε φορά ΣΜΠΕ της παρ. 2.

    Άρθρο 10: Περιβαλλοντική αδειοδότηση των σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις Περιοχές Επιτάχυνσης – Προσθήκη άρθρου 7Β στον ν. 3468/2006

    Με την παρ. 2 του νέου άρ. 7Β του ν.3468/2006, όπως και με ορισμένες άλλες του σχεδίου νόμου (π.χ. άρθρα 7Γ, 7Δ του ν.3468/2006 και 4Α του ν.4951/2022 όπως καθορίζονται από τα άρ. 11, 12, 13 του σχεδίου νόμου) προβλέπονται συγκεκριμένες προθεσμίες για την διάρκεια της αδειοδότησης των έργων. Δεν προβλέπεται όμως τι θα συμβαίνει εάν παραβιάζονται αυτές οι προθεσμίες. Ελλείψει τέτοιας πρόνοιας, οι σχετικές διατάξεις θα παραμείνουν ανούσιο ευχολόγιο.
    Υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι το αίτημα για επιτάχυνση της διαδικασίας αδειοδότησης και για πραγματική συμμόρφωση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οδηγία, δεν σημαίνει ότι όλα τα έργα πρέπει να εγκρίνονται εντός του προβλεπόμενου χρόνου. Σημαίνει ότι το κράτος οφείλει εντός του χρόνου αυτού να έχει εκδώσει οριστική απόφαση, είτε θετική είτε απορριπτική, για κάθε αίτημα αφού έχει εξετάσει όλες τις παραμέτρους του προτεινόμενου έργου ήτοι περιβαλλοντικές, οικονομικές, τεχνικές κλπ.

    Περαιτέρω, υπενθυμίζεται ότι έχουμε καταθέσει δύο τουλάχιστον προτάσεις νομοθετικών ρυθμίσεων που απαντούν ρεαλιστικά στο τι πρέπει να γίνεται εάν η Διοίκηση παραβιάζει της προθεσμίες της:
    – να αναστέλλονται οι προθεσμίες που ισχύουν για τις επιχειρήσεις και τους επιβάλλουν την επίτευξη συγκεκριμένων χρονικών οροσήμων επί χρηματική ποινή ή ποινή ακύρωσης της Βεβαίωσης Παραγωγού,
    – να έχει τη δυνατότητα ο υποψήφιος παραγωγός να μεταφέρει το φάκελο ΑΕΠΟ από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση στο κεντρικό ΥΠΕΝ για τη λήψη από αυτό οριστικής απόφασης χωρίς επανάληψη της διαδικασίας.

    Γενικότερα, σημειώνεται ότι η συστηματική παραβίαση των προθεσμιών από τη Διοίκηση, φέρει συνεχώς τις επιχειρήσεις αντιμέτωπες με τον κίνδυνο ακύρωσης των έργων τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κυοφορούμενη επιβολή τυφλών, οριζόντιων περιορισμών δια του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ. Δεν είναι δίκαιο το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ να οδηγήσει σε αυτόματο θάνατο ώριμα έργα, ακόμα και έργα που έχουν ολοκληρώσει τη συλλογή όλων των γνωμοδοτήσεων, και δεν έχει εκδοθεί απόφαση επί της ΑΕΠΟ εξαιτίας καθυστέρησης της Διοίκησης.

    Άρθρο 11: Διαδικασία αδειοδότησης των σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις Περιοχές Επιτάχυνσης – Προσθήκη άρθρου 7Γ στον ν. 3468/2006

    1] Ισχύουν όσα αναφέραμε ανωτέρω στο σχόλιο του άρ. 10 για τις προθεσμίες.
    2] Από αβλεψία είναι λανθασμένη η αναφορά της διάταξης της Οδηγίας στο τίτλο του άρθρου, Η ορθή αναφορά είναι στην παρ. 7 του. άρ. 1 της Οδηγίας 2023/2413 και συγκεκριμένα στο νέο άρ. 16α της Οδηγίας 2018/2001.

    Άρθρο 12: Διάρκεια της διαδικασίας αδειοδότησης των σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στις Περιοχές Επιτάχυνσης- Προσθήκη άρθρου 7Δ στον ν. 3468/2006

    1] Ισχύουν όσα αναφέραμε ανωτέρω στο σχόλιο του άρ. 10 για τις προθεσμίες.
    2] Η παρ. 2γ συνιστά λανθασμένη μεταφορά της Οδηγίας στο Ελληνικό δίκαιο. Με την παράγραφο αυτή καθορίζεται ότι στη διάρκεια αδειοδότησης δεν συνυπολογίζονται «η διάρκεια δικαστικών προσφυγών και ένδικων μέσων, άλλων διαδικασιών ενώπιον δικαστηρίου, και εναλλακτικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών, περιλαμβανομένων διαδικασιών προσφυγής και εξωδικαστικών προσφυγών και βοηθημάτων». Πρόκειται για απευθείας μετάφραση της παρ. 8.γ του άρ. 16 της Οδηγίας 2018/2001 που εισήγαγε η παρ. 7 του άρ. 1 της Οδηγίας 2023/2413.

    Η εισαγόμενη διάταξη δεν διευκρινίζει τι είδους εκκρεμοδικίες θα είναι αυτές που θα αναστέλλουν τις προθεσμίες. Επειδή εδώ πρόκειται για προθεσμίες στη Διοίκηση, είναι παραπάνω από βέβαιο ότι η δημόσια γραφειοκρατία θα ερμηνεύσει ότι πρόκειται για κάθε εκκρεμοδικία που αφορά άδεια του έργου, ακόμα και αν αυτή δεν εμποδίζει τη Διοίκηση να ασκήσει τα καθήκοντά της (κάτι που είναι βέβαιο ότι θα συμβαίνει αφού δεν πρόκειται για οριστικές δικαστικές αποφάσεις).

    Έτσι εισάγεται ο εξής παραλογισμός: το Ελληνικό κράτος απαλλάσσει τον εαυτό του από την υποχρέωση να τηρήσει τις προθεσμίες που ο νόμος του θέτει, με πρόφαση μια εκκρεμοδικία που στην πραγματικότητα θίγει και φέρνει σε δύσκολη θέση τον επενδυτή και όχι το κράτος.

    Είναι προφανές ότι το αληθινό νόημα της Οδηγίας είναι ότι θέλει να προστατέψει τη Διοίκηση στις περιπτώσεις που σε κάποιο κράτος-μέλος εμποδίζεται να ασκήσει τα καθήκοντά της από μια εκκρεμοδικία. Δεν θέλει να την προστατέψει από κάθε εκκρεμοδικία, ακόμα και άσχετη με αυτή.
    (Τα ίδια ισχύουν για την παρ. 3δ του νέου άρ. 4Α του ν.3468/2006 που εισάγει το άρ. 13 του σχεδίου νόμου).

  • 13 Απριλίου 2026, 09:59 | Επιτροπή Κατοίκων Δημοτικής Κοινότητας Στεφανίου Κορινθίας

    Παρατηρήσεις επί του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές» – Ζητήματα χωρικού σχεδιασμού και σωρευτικών επιπτώσεων στη Δ.Ε. Τενέας Δήμου Κορινθίων.

    Στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης επί του ανωτέρω σχεδίου νόμου, καταθέτουμε τις ακόλουθες παρατηρήσεις, οι οποίες αφορούν τις χωρικές επιπτώσεις των προτεινόμενων ρυθμίσεων, ιδίως σε περιοχές που ήδη εμφανίζουν αυξημένη συγκέντρωση ενεργειακών έργων και συναφών υποδομών.

    Η έννοια των “Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ”, όπως εισάγεται στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου, αποτελεί κατ’ αρχήν εργαλείο επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης. Ωστόσο, η εφαρμογή της χωρίς προηγούμενη ολοκληρωμένη χωρική και περιβαλλοντική τεκμηρίωση ενέχει τον κίνδυνο παγίωσης υφιστάμενων χωρικών ανισορροπιών αντί της άρσης τους.

    🔹 Υφιστάμενη κατάσταση στην περιοχή

    Η περιοχή της Δ.Ε. Τενέας, και ειδικότερα οι κοινότητες Στεφανίου και Αγιονορίου, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα στρεβλής χωρικής ανάπτυξης των ΑΠΕ.
    Η σημερινή υπερσυγκέντρωση έργων και ενεργειακών υποδομών δεν προέκυψε βάσει οργανωμένου χωροταξικού σχεδιασμού, αλλά διαμορφώθηκε στην πράξη από τη συνδυασμένη επίδραση:
    • του διαθέσιμου ενεργειακού δυναμικού,
    • της ανάπτυξης δικτύων μεταφοράς και διανομής ενέργειας (ΑΔΜΗΕ – ΔΕΔΔΗΕ),
    • καθώς και των σχετικών κατευθύνσεων της ΡΑΑΕΥ,
    επί των οποίων εδράστηκαν διαδοχικές επενδυτικές επιλογές.
    Η πρακτική αυτή έχει οδηγήσει σε συνθήκες υπερκορεσμού, χωρίς να έχει προηγηθεί:
    • εκτίμηση σωρευτικών επιπτώσεων, ούτε
    • προσδιορισμός της φέρουσας ικανότητας της περιοχής.

    🔴 Διαρθρωτικό πρόβλημα εφαρμογής του υφιστάμενου πλαισίου

    Η εξέλιξη της περιοχής κατά τα τελευταία έτη αναδεικνύει ένα δομικό πρόβλημα του υφιστάμενου πλαισίου, καθώς η συγκέντρωση έργων και υποδομών δεν προέκυψε βάσει ολοκληρωμένου χωρικού σχεδιασμού, αλλά ως αποτέλεσμα διαδοχικών, αποσπασματικών αδειοδοτήσεων και της ανάπτυξης ενεργειακών δικτύων, επί των οποίων εδράστηκαν επενδυτικές επιλογές.
    Η πρακτική αυτή οδήγησε σε de facto διαμόρφωση περιοχών υψηλής συγκέντρωσης ενεργειακών δραστηριοτήτων, χωρίς προηγούμενη εκτίμηση σωρευτικών επιπτώσεων και χωρίς προσδιορισμό φέρουσας ικανότητας.
    Το υπό διαβούλευση πλαίσιο καλείται να αντιμετωπίσει αυτή τη διαρθρωτική υστέρηση και όχι να οδηγήσει σε ενδεχόμενη παγίωσή της.

    🔴 Ειδική επισήμανση για το Άρθρο 9 – Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ

    Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι ρυθμίσεις του άρθρου 9 περί καθορισμού «Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ».
    Οι ρυθμίσεις αυτές, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, δύνανται να ευνοήσουν την περαιτέρω συγκέντρωση έργων σε περιοχές που ήδη διαθέτουν ενεργειακές εγκαταστάσεις και υποδομές , μέσω ταχύτερων διαδικασιών και απλοποιημένων περιβαλλοντικών αξιολογήσεων.
    Εάν εφαρμοστούν χωρίς προηγούμενη ουσιαστική τεκμηρίωση, ενδέχεται να λειτουργήσουν σωρευτικά και αυτοενισχυτικά ως μηχανισμός περαιτέρω συγκέντρωσης έργων.
    Η έννοια των Περιοχών Επιτάχυνσης, όπως εισάγεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο μέσω της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, προϋποθέτει προηγούμενη στρατηγική περιβαλλοντική αξιολόγηση και τεκμηριωμένη εκτίμηση σωρευτικών επιπτώσεων.
    Στην περίπτωση της περιοχής μας, οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν.
    Κατά συνέπεια, η ενδεχόμενη ένταξή της σε καθεστώς επιτάχυνσης ενέχει τον κίνδυνο θεσμικής παγίωσης ήδη διαμορφωμένων χωρικών ανισορροπιών χωρίς μηχανισμό ανάσχεσης σε ήδη επιβαρυμένες περιοχές.

    🔴 Κρίσιμη έλλειψη: Σωρευτικές επιπτώσεις και φέρουσα ικανότητα

    Στην περιοχή, τα υφιστάμενα έργα και όσα βρίσκονται σε στάδιο αδειοδοτικής ωρίμανσης έχουν αξιολογηθεί κατά κανόνα σε επίπεδο μεμονωμένων έργων, χωρίς να έχει προηγηθεί συνολική και συστηματική εκτίμηση σωρευτικών επιπτώσεων, ούτε έχει προσδιοριστεί η φέρουσα ικανότητα της περιοχής παρά τις επανειλημμένες σχετικές επισημάνσεις μας προς τις αρμόδιες αρχές.
    Η απουσία αυτή συνιστά : Ουσιώδες κενό στον ορθολογικό χωρικό σχεδιασμό και δημιουργεί συνθήκες ανεξέλεγκτης συσσώρευσης και εύλογα ερωτήματα ως προς την επάρκεια του υφιστάμενου πλαισίου περιβαλλοντικής αξιολόγησης, ιδίως σε περιοχές με ήδη υψηλή συγκέντρωση έργων.
    Η έννοια της φέρουσας ικανότητας, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, προϋποθέτει συνολική εκτίμηση των επιπτώσεων κάθε περιοχής και δεν μπορεί να εξαντλείται σε αποσπασματικά ή ποσοτικά κριτήρια.
    Χωρίς την ύπαρξη αυτής της θεμελιώδους τεκμηρίωσης, οποιαδήποτε εκ των προτέρων χωρική κατηγοριοποίηση περιοχών ως κατάλληλων για επιτάχυνση καθίσταται επισφαλής.

    🔴 Ευρωπαϊκό πλαίσιο και προϋποθέσεις εφαρμογής

    Σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2023/2413, ο καθορισμός Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ προϋποθέτει προηγούμενη στρατηγική περιβαλλοντική αξιολόγηση, εκτίμηση σωρευτικών επιπτώσεων και τεκμηρίωση της χωρικής καταλληλότητας, ώστε να αποφεύγεται η επιλογή ήδη επιβαρυμένων περιοχών.
    Η απουσία ρητής διασφάλισης των ανωτέρω στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου δημιουργεί κίνδυνο απόκλισης από το πνεύμα της ενωσιακής ρύθμισης και ενδεχόμενης παγίωσης υφιστάμενων στρεβλώσεων.

    🔴 Έλλειψη χωροταξικού πλαισίου για αποθήκευση

    Ιδιαίτερη σημασία έχει η απουσία θεσμοθετημένου χωροταξικού πλαισίου για τις υποδομές αποθήκευσης ενέργειας, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα ως προς τη συνολική χωρική επιβάρυνση των περιοχών και δυσχεραίνει τον ορθολογικό σχεδιασμό.

    🔴 Αναγκαιότητα σύνδεσης με τον εν εξελίξει χωρικό σχεδιασμό

    Στην ευρύτερη περιοχή βρίσκεται σε εξέλιξη το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΕΠΣ) Κορίνθου – Άσσου – Λεχαίου και ΣΧΟΟΑΠ Τενέας, το οποίο αποτελεί το βασικό εργαλείο χωρικής οργάνωσης.
    Η διαδικασία αυτή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και συνεπώς δεν έχουν προσδιοριστεί θεσμικά και με συστηματικό τρόπο οι τοπικές ιδιαιτερότητες , οι χρήσεις γης, οι αντοχές του χώρου και τα όρια ανάπτυξης.
    Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι δεν δύναται να καθορίζονται περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ σε περιοχές όπου εκκρεμεί η ολοκλήρωση θεσμοθετημένου χωρικού σχεδιασμού, χωρίς προηγούμενη ουσιαστική συνεκτίμησή του.

    Κατά συνέπεια:
    Η πρόωρη ένταξη περιοχών σε καθεστώς επιτάχυνσης, χωρίς να έχει προηγηθεί η ολοκλήρωση του χωρικού σχεδιασμού και η απαραίτητη επιστημονική τεκμηρίωση, ενδέχεται να υπονομεύσει τον ρόλο του σχεδιασμού αυτού.

    🔴 Θεσμική ευθύνη και συνέπειες επιλογών πολιτικής

    Σε κάθε περίπτωση, εφόσον, παρά τα ανωτέρω, η Πολιτεία επιλέξει την περαιτέρω συγκέντρωση ενεργειακών δραστηριοτήτων σε ήδη επιβαρυμένες περιοχές, οφείλει να αναλάβει πλήρως τις συνέπειες της επιλογής αυτής, τόσο σε επίπεδο περιβαλλοντικής αποκατάστασης όσο και διασφάλισης της βιωσιμότητας των τοπικών κοινωνιών και οικισμών.

    🔴 Προτάσεις – Αιτήματα

    Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, προτείνεται:

    1. Να προβλεφθεί ρητά ότι ο καθορισμός Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ προϋποθέτει υποχρεωτικά:
    • προηγούμενη εκτίμηση σωρευτικών επιπτώσεων
    • προσδιορισμό φέρουσας ικανότητας σε τοπικό επίπεδο και ευρύτερης περιοχής.

    2. Να εξαιρεθούν από ενδεχόμενο χαρακτηρισμό ως Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ περιοχές που:
    • εμφανίζουν ήδη αυξημένη συγκέντρωση έργων
    • δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο συνολικής περιβαλλοντικής και χωρικής αξιολόγησης

    3. Να προβλεφθεί ρητά ότι δεν δύναται να καθορίζονται Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ σε περιοχές όπου εκκρεμεί η ολοκλήρωση θεσμοθετημένου χωρικού σχεδιασμού, χωρίς προηγούμενη ουσιαστική συνεκτίμησή του.

    4. Να θεσπιστεί σαφές πλαίσιο χωροθέτησης για τις υποδομές αποθήκευσης ενέργειας.

    5. Να εξεταστεί η δυνατότητα προσωρινής αναστολής νέων αδειοδοτήσεων σε περιοχές με υψηλή συγκέντρωση έργων, έως την ολοκλήρωση της αναγκαίας επιστημονικής τεκμηρίωσης.

    🔴 Καταληκτική επισήμανση

    Επισημαίνεται ότι σε περιοχές όπου η σωρευτική επιβάρυνση από ενεργειακές δραστηριότητες υπερβαίνει τα όρια της φέρουσας ικανότητας, ανακύπτουν ζητήματα που άπτονται της ίδιας της βιωσιμότητας των οικιστικών ενοτήτων και της διατήρησης των υφιστάμενων χρήσεων γης.
    Υπό την έννοια αυτή, η πρόληψη της περαιτέρω επιβάρυνσης δεν συνιστά απλώς ζήτημα ορθολογικού σχεδιασμού, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για την αποτροπή μη αναστρέψιμων χωρικών και κοινωνικών επιπτώσεων και την αποτροπή δημιουργίας συνθηκών μη βιώσιμης οικιστικής ανάπτυξης.
    Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου, ως προπομπός της αναθεώρησης του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ, οφείλει να ενσωματώσει σαφείς και δεσμευτικές εγγυήσεις χωρικής ισορροπίας.
    Σε αντίθετη περίπτωση, υφίσταται ο κίνδυνος παγίωσης ήδη διαμορφωμένων χωρικών ανισορροπιών, με δυσμενείς επιπτώσεις για το περιβάλλον, την τοπική οικονομία και την κοινωνική συνοχή, υπονομεύοντας τελικά την ίδια την κοινωνική αποδοχή της ενεργειακής μετάβασης.

    10-4-2026
    Με εκτίμηση

    Για την Επιτροπή

    Γ. Ζούζας, Πρόεδρος της Δημοτικής Κοινότητας Στεφανίου

    Α. Παπαντωνίου, Πρόεδρος του Μορφωτικού & Εκπολιτιστικού Συλλόγου Στεφανίου

    Φ. Γκρούτσης, Μέλος

    Α. Κωστούλης, Μέλος

  • 13 Απριλίου 2026, 09:46 | ΑΛΈΞΑΝΔΡΟΣ

    θρο 9 Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Aντικατάσταση άρθρου 7Α ν. 3468/2006 (παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)Με το παρόν νομοσχέδιο ενσωματώνεται στην εθνική νομοθεσία η Οδηγία 2023/2413 για την «προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές». Ανάμεσα στις προβλέψεις της Οδηγίας είναι και ο καθορισμός από τα Κράτη-Μέλη των «Περιοχών Επιτάχυνσης των ΑΠΕ», δηλαδή περιοχών όπου τα έργα ΑΠΕ θα εξαιρούνται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, αφού πρώτα, βέβαια, θα πρέπει να έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι οι περιοχές που έχουν καθοριστεί ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» έχουν χαμηλή οικολογική αξία. Υπό το πρίσμα αυτό, σημειώνεται εξ αρχής ότι οι «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» δεν μπορεί να είναι περιοχές με έστω και μέτρια φυσικότητα και παρουσία φυσικών πληθυσμών χλωρίδας και πανίδας, αλλά αποκλειστικά τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες και χώροι με προηγούμενη έντονη ανθρωπογενή χρήση. Κατά συνέπεια, σε σχέση με τις περιοχές που δύναται ή όχι να καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ»:
    • Δεν δύναται, φυσικά, να είναι εκτάσεις εντός Δικτύου NATURA και χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση, δηλαδή ακόμα και τεχνητές ή/και κατασκευασμένες επιφάνειες εντός των περιοχών αυτών δύναται να αποτελούν μέρος ή να γειτνιάζουν με ενδιαιτήματα της άγριας πανίδας, επομένως η αδειοδότηση έργων ΑΠΕ ακόμα σε αυτές τις θέσεις πρέπει να ακολουθεί την τυπική διαδικασία αδειοδότησης.
    • Παρομοίως, δεν δύναται να είναι εκτάσεις εντός του δικτύου των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά (ΣΠΠ), αφενός επειδή αποτελούν την επιστημονική βάση για τον καθορισμό των Ζωνών Ειδικής Προστασίας του Δικτύου NATURA, αφετέρου γιατί σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1542/2017) οι ΣΠΠ πρέπει να απολαμβάνουν και αυστηρότερη προστασία από τις ΖΕΠ, καθώς πληρούν τα κριτήρια για κήρυξη ως ΖΕΠ αλλά δεν απολαμβάνουν αυτό το καθεστώς. Με βάση αυτό το σκεπτικό, άλλωστε, έχει εξισωθεί το καθεστώς των ΣΠΠ με των ΖΕΠ κατά την αδειοδότηση των έργων ΑΠΕ (υπάρχει κοινή υποχρέωση εκπόνησης και υποβολής Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης).
    • Προφανώς δεν δύναται να είναι και περιοχές πάνω στις κύριες μεταναστευτικές οδούς των πουλιών, οι οποίες πρέπει να προσδιοριστούν σε χάρτες βάσει επικαιροποιημένης επιστημονικής τεκμηρίωσης και όχι στο επίπεδο μίας γενικόλογης διατύπωσης.
    Θεωρούμε, επίσης, ότι από τις κατηγορίες περιοχών που αναφέρονται στο Σχέδιο Νόμου ότι δύναται να δοθεί προτεραιότητα για τον καθορισμό τους ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ», (τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες, όπως στέγες και προσόψεις κτιρίων, υποδομές μεταφορών και στο άμεσο περιβάλλον τους, χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες και, κατά περίπτωση, χώροι επεξεργασίας αστικών λυμάτων, καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς) πρέπει να εξαιρεθεί οπωσδήποτε η κατηγορία «τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες». Οι περιοχές αυτές, ακόμα και αν δεν πληρούν τα κριτήρια για να ενταχθούν στο εθνικό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών, είναι κατά κανόνα περιοχές με αυξημένη παρουσία άγριας πανίδας και ιδιαίτερα πουλιών και οι οποίες με την πάροδο του χρόνου αποκτούν όλο και μεγαλύτερο φυσικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, έργα ΑΠΕ που σχεδιάζονται σε αυτές τις περιοχές δύναται να έχουν επιπτώσεις σε φυσικούς πληθυσμούς άγριας πανίδας και χλωρίδας και επομένως δεν μπορούν να απαλλαγούν από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, κάτι που αναπόφευκτα θα ισχύσει εάν οι τεχνητές λίμνες – ταμιευτήρες καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ».
    Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ έχουν μεταφερθεί σχεδόν αυτούσια από την Οδηγία οι προβλέψεις για τις κατηγορίες περιοχών που δεν δύναται (π.χ. περιοχές NATURA, μεταναστευτικές οδοί) ή δύναται (π.χ. χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, βιομηχανικοί χώροι) να καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ», σκόπιμα παραλείπονται παντελώς τα εδάφια της Οδηγίας που αναφέρονται σε περιοχές που έχουν προκύψει ως σημαντικές βάσει χαρτών ευαισθησίας (ως περιοχές που δεν δύναται να καθοριστούν ως «επιτάχυνσης ΑΠΕ), αλλά και στην αναγκαιότητα χρήσης των χαρτών ευαισθησίας ως εργαλεία για τον προσδιορισμό των περιοχών. Συγκεκριμένα, η Οδηγία αναφέρει ότι:
    ii) …(τα Κράτη – Μέλη) εξαιρούν τις περιοχές Natura 2000 και τις περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας, τις μείζονες μεταναστευτικές οδούς για τα πτηνά και τα θαλάσσια θηλαστικά, καθώς και άλλες περιοχές που προσδιορίζονται βάσει των χαρτών ευαισθησίας και των εργαλείων που αναφέρονται στο σημείο iii)
    iii) χρησιμοποιούν όλα τα κατάλληλα και αναλογικά εργαλεία και σύνολα δεδομένων για τον προσδιορισμό των περιοχών στις οποίες οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές δεν θα έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της χαρτογράφησης της ευαισθησίας της άγριας πανίδας,
    Στο Σχέδιο Νόμου παραλείπεται σκόπιμα οποιαδήποτε αναφορά σε χάρτες ευαισθησίας της άγριας πανίδας, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως το ΥΠΕΝ έχει πραγματική «αλλεργία» στη χρήση επιστημονικών εργαλείων και την τεκμηρίωση που αυτά μπορούν να παράσχουν, κατά τη νομοθέτηση. Κρίνεται απολύτως απαραίτητο να περιληφθούν αυτούσιες όλες οι παραπάνω διατυπώσεις της Οδηγίας που αφορούν στην αξιοποίηση των χαρτών ευαισθησίας της άγριας πανίδας.
    Σε κάθε περίπτωση, η προώθηση των έργων ΑΠΕ σε – καθορισμένες με πολύ αυστηρά κριτήρια – «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» υποτίθεται ότι θα πρέπει να έχει και σκοπό τη μείωση των συγκρούσεων ανάπτυξης ΑΠΕ και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, αφού θα υπάρχουν ισχυρά κίνητρα για τους ενεργειακούς φορείς να κατευθυνθούν προς τις «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ». Για να είναι πραγματικά αποτελεσματική αυτή η προσέγγιση θα πρέπει αναπόφευκτα να συνδυαστεί με σαφείς χωροταξικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη έργων ΑΠΕ σε περιοχές NATURA και φυσικές περιοχές.
    Τέλος, δεν μπορεί παρά να μη σχολιαστεί το γεγονός πως η Διοίκηση «σπεύδει» (ορθώς) με την ενσωμάτωση της Οδηγίας να ανταποκριθεί στην εκκίνηση διαδικασίας επί παραβάσει της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας που άνοιξε προ λίγων μηνών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά συνεχίζει να παραλείπει σκόπιμα (σε τελείως απαράδεκτο βαθμό) να μην δείχνει οποιαδήποτε πρόθεση να συμμορφωθεί με την πολύ πιο σοβαρή (αφού βρίσκεται στο στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης) και πολύ πιο μακρόχρονη (η διαδικασία έχει ανοίξει από το 2014!) παράβαση της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας σε σχέση με την αδειοδότηση αιολικών σταθμών στις περιοχές NATURA. Είναι τουλάχιστον οξύμωρο ότι με το παρόν Σχέδιο Νόμου εισάγονται διατάξεις που αφορούν την χωροταξία των ΑΠΕ, τη στιγμή που το ισχύον Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τις ΑΠΕ έχει χαρακτηριστεί ως μη συμβατό με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία

  • ΣΥΜΦΩΝΩ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΧΟΛΙΑ Της WWF Ελλάς
    Γενικά σχόλια για το Κεφάλαιο Γ’ Τα άρθρα 9-12 επιχειρούν να ενσωματώσουν τις «Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ» της RED III — αλλά το κάνουν αποσπασματικά, καθυστερημένα και με παραλείψεις. Το αποτέλεσμα δεν είναι επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, αλλά ένα θολό καθεστώς που τελικά υπονομεύει τη σωστή μετάβαση στις ΑΠΕ και την καλή φήμη που τους πρέπει, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο ακόμα μακρύτερο δρόμο για επιβαρυντικές ενεργειακές επιλογές, όπως τα ορυκτά καύσιμα και οι υποδομές τους. Μεγάλος προβληματισμός προκαλείται από την ανάγνωση του νομοσχεδίου, καθώς αντί για ένα σαφές και ιεραρχημένο πλαίσιο, όπως αυτό που επιτάσσει η οδηγία REDIII, με το νομοσχέδιο επιχειρείται κακή ενσωμάτωση, με έλλειψη χωρικής στόχευσης και δίχως πρόνοια για διασφάλιση ουσιαστικής κοινωνικής συμμετοχής. Σε ό,τι αφορά την κοινωνική συμμετοχή, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει, στο σχετικό έγγραφο κατευθύνσεων, ότι είναι ζωτικής σημασίας να διασφαλιστεί μια διαδικασία ουσιαστικής δημόσιας διαβούλευσης κατά τον καθορισμό των περιοχών επιτάχυνσης, η οποία σημαίνει «εμπλοκή του κοινού σε πρώιμο στάδιο, με την παροχή επαρκούς βασικής πληροφόρησης και δέουσα λήψη υπόψη των απόψεων του κοινού» (SWD(2024) 333 final, σελ. 24). Σημαντικό στοιχείο διασφάλισης περιβαλλοντικής προστασίας είναι η εξαίρεση των προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 από την ένταξή τους σε περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ, πρόνοια της ίδιας της οδηγίας. Όμως η απουσία διάταξης κατάργησης των περιοχών αιολικής προτεραιότητας (ΠΑΠ) του ειδικού χωροταξικού ΑΠΕ (του οποίου σκανδαλωδώς και σε παράβαση της σχετικής επιταγής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ακόμα εκκρεμεί η αναθεώρηση) δημιουργεί ένα χαοτικό νέο τοπίο, το οποίο αμαυρώνει τη θετική εικόνα που η χώρα οφείλει στις ΑΠΕ. Σημειωτέον ότι οι ΠΑΠ που προβλέπονται στο ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ 2008 περιλαμβάνουν και περιοχές Natura, με αποτέλεσμα η ενσωμάτωση της REDIII που επιχειρείται με μεγάλη προχειρότητα μέσα από το νομοσχέδιο να εντείνει τη χαοτική κατάσταση που επικρατεί στο πεδίο. Με τέτοιες αλχημείες, η χώρα αποτυγχάνει να δώσει προτεραιότητα με την απαραίτητη ισχυρή κοινωνική συμμετοχή και ευθύνη για τη διαμόρφωση ενός σοβαρού πλαισίου ανάπτυξης των ΑΠΕ με ισχυρές περιβαλλοντικές διασφαλίσεις και θετικό κοινωνικό πρόσημο. Στόχος πρέπει να είναι η ταχεία μεν αλλά ορθολογική μετάβαση σε 100% καθαρή ενέργεια που εξασφαλίζει προστασία της φύσης, χαμηλό κόστος, ενεργειακή ασφάλεια και κοινωνική νομιμοποίηση και ουσιαστική συμμετοχή. Πολύτιμος χρόνος έχει ήδη χαθεί με την κλιματική αλλαγή να επιδεινώνεται και την ενεργειακή ανασφάλεια να δείχνει το γεωπολιτικό αδιέξοδο και τους σοβαρότατους κινδύνους που γεννά η εξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες. Η ενσωμάτωση της REDIII κατά τρόπο που διασφαλίζει τη σωστή και ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι κρίσιμη σε αυτή την ταραγμένη περίοδο. Είναι καιρός η χώρα να ξεκολλήσει από το ξεπερασμένο και αναχρονιστικό και περιβαλλοντικά ιδιαίτερα καταστροφικό ενεργειακό μοντέλο που βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα και να δώσει θετική ενέργεια και πολιτικά οραματική προτεραιότητα στη μετάβαση σε ένα σύστημα καθαρής ενέργειας μέσα από σωστές συμμετοχικές διαδικασίες και ισχυρές περιβαλλοντικές διασφαλίσεις. Με βάση ανάλυση που διενεργήθηκε το 2023 από το Εργαστήριο Συστημάτων Αποφάσεων της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του ΕΜΠ, σε συνεργασία με το WWF Ελλάς και το Τμήμα Βιολογίας (Εργαστήριο Βοτανικής) του Πανεπιστημίου Πατρών, για την επίτευξη ενεργειακής μετάβασης της Ελλάδας σε ένα σύστημα ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ σε ποσοστό 100% (με ισχυρότατη εξοικονόμηση, κτηριακές αναβαθμίσεις και πλήρη εξηλεκτρισμό) μέχρι το 2035, προβλέπεται μίγμα τεχνολογιών ΑΠΕ 15,3GW χερσαίων αιολικών, 2GW υπεράκτιων, καθώς και 11,5GW φωτοβολταϊκών και 3GW ηλιακών σε στέγες – σύνολο 31,8GW εγκατεστημένης ισχύος αιολικών και φωτοβολταϊκών, μαζί με συστήματα αποθήκευσης διαφόρων τεχνολογιών. Το σημερινό σύνολο εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ αλλά και των έργων που έχουν λάβει οριστικούς όρους σύνδεσης δεν απέχει πολύ από τον στόχο αυτόν, όμως η υστέρηση στην υποστήριξη του συστήματος με σωστό χωρικό σχεδιασμό και αποθήκευση είναι κρίσιμη. Λαμβάνοντας υπόψη ότι εκτός από τις ήδη εγκατεστημένες και λειτουργούσες μονάδες ΑΠΕ (σήμερα ανέρχονται σε 11,2 φωτοβολταϊκά και 6,3 αιολικά = 17,5GW εγκατεστημένης ισχύος αιολικών και φωτοβολταϊκών), επιπλέον 3,4GW αιολικών και 11,3GW έχουν λάβει οριστική προσφορά σύνδεσης αλλά δεν έχουν ακόμα κατασκευαστεί. Συνεπώς, είναι ήδη δρομολογημένο ένα σύστημα 32,2GW αιολικών και φωτοβολταϊκών, το οποίο μπορεί μέχρι το 2035 να αντικαταστήσει στην ηλεκτροπαραγωγή το σύνολο σχεδόν της σημερινής εγκατεστημένης ισχύος ορυκτών καυσίμων, με προϋπόθεση βεβαίως τη θέσπιση και εφαρμογή ισχυρών πολιτικών για την άμεση προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας με διάφορες τεχνολογίες, τον εξηλεκτρισμό σε θέρμανση και κίνηση, την αποτροπή κάθε νέας αδειοδότησης συστημάτων ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα και την της ριζική ανακατεύθυνση των δημόσιων πόρων από την επιδότηση των ρυπογόνων καυσίμων, στην επένδυση για την πράσινη καινοτομία. Ειδικά σε σχέση με τη χωροταξική διάσταση των ΑΠΕ, το WWF Ελλάς έχει από το 2022 διαμορφώσει πρόταση για νέο σύστημα χωρικού σχεδιασμού, το οποίο είναι διαθέσιμο εδώ: https://www.wwf.gr/?uNewsID=8221291. Το προτεινόμενο σύστημα για τη χωρική ανάπτυξη των ΑΠΕ επιδιώκει να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις στην πορεία της χώρας μας προς την κλιματική ουδετερότητα: την άμεση ανάγκη για κάλυψη του 100% της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2035, τα κενά στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών για τη φύση που δυσχεραίνουν την ορθή χωροθέτηση των ΑΠΕ, τον ελλιπή χωροταξικό σχεδιασμό που υπονομεύει τη νομικά ασφαλή και περιβαλλοντικά βέλτιστη ανάπτυξη των εγκαταστάσεων, καθώς και την περιορισμένη συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης και των τοπικών κοινωνιών στη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Ζητάμε τις εξής απαραίτητες αλλαγές στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο: 1. Πρόβλεψη για κατάργηση των περιοχών αιολικής προτεραιότητας ΑΠΕ, όπως αυτές προβλέπονται στο ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ και αντικατάστασή τους από τις περιοχές επιτάχυνσης, με βάση τις πρόνοιες της οδηγίας (ΕΕ)2023/2413 (REDIII) και με ισχυρές περιβαλλοντικές διασφαλίσεις, επιπλέον των προβλεπόμενων από την οδηγία. 2. Συμπερίληψη στο νομοσχέδιο του άρθρου 15β της οδηγίας σχετικά με τη «χαρτογράφηση αναγκαίων περιοχών για τις εθνικές συνεισφορές στον συνολικό στόχο της Ένωσης για την ανανεώσιμη ενέργεια για το 2030», ώστε η μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο να είναι πλήρης και όχι αποσπασματική. Και ακολούθως αναθεώρηση της σχετικής και ήδη εκδοθείσας υ.α. ώστε η χαρτογράφηση αυτή να είναι επιστημονικά στέρεη και να λάβει υπόψη περιβαλλοντικές παραμέτρους ώστε να διασφαλιστεί ο σωστός καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης. 3. Συμπερίληψη στο νομοσχέδιο ορισμού της έννοιας των περιοχών “που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας», μεταξύ των οποίων ρητά να περιλαμβάνεται κατ’ ελάχιστον το Εθνικό Σύστημα Προστατευόμενων Περιοχών. 4. Πρόβλεψη για ισχυρή, ευρεία κοινωνική συμμετοχή και μεγάλης διάρκειας διαβούλευση για τον καθορισμό των περιοχών επιτάχυνσης ΑΠΕ, σύμφωνα με τις πρόνοιες της οδηγίας και τις ερμηνευτικές κατευθύνσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ουσιαστική εμπλοκή του κοινού. Ειδικότερα σχόλια για το Κεφάλαιο Γ’ Σε σχέση με συγκεκριμένα καίρια σημεία των διατάξεων επισημαίνουμε τα εξής: 1. Η προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 9 ορίζει ότι οι περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ είναι υποσύνολο «των αναγκαίων περιοχών για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και χερσαίων αιολικών σταθμών, όπως ορίζεται στην υπουργική απόφαση ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 (Β’ 7365)». Αν και η διαδικασία δυο σταδίων προβλέπεται στην οδηγία, με πρώτη τη χαρτογράφηση των αναγκαίων περιοχών για τις εθνικές συνεισφορές (15β οδηγίας) και δεύτερη τον καθορισμό και χαρτογράφηση των περιοχών επιτάχυνσης ΑΠΕ (15γ οδηγίας), εντούτοις η μη ενσωμάτωση της κανονιστικής διάταξης αλλά η απευθείας τύποις υλοποίηση του πρώτου σταδίου συνιστά κακή νομοθέτηση, εντείνει τον αποσπασματικό χαρακτήρα της νομοθεσίας και εν τέλει επιδεινώνει τη χαοτική κατάσταση ανάπτυξης των ΑΠΕ. Σημειώνουμε ότι η υ.α. θεσπίζει δεσμευτικό πλαίσιο για τη μεταγενέστερη ανάπτυξη των ΑΠΕ, και θα ήταν ορθότερο να υποβληθεί σε Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (ΣΠΕ). Παρά το γεγονός ότι η διαδικασία υποβολής του σχεδίου σε ΣΠΕ προβλέπεται για το στάδιο του καθορισμού περιοχών επιτάχυνσης ΑΠΕ, εντούτοις η διαβούλευση είναι πάντοτε προτιμότερο να διενεργείται όσο το δυνατόν νωρίτερα, και καθώς η ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 έχει χαρακτηριστικά χωροταξικού εργαλείου, και μάλιστα εθνικής εμβέλειας, θεωρούμε ότι θα ήταν προτιμότερο να υποβληθεί στις ίδιες διαδικασίες με τα υπόλοιπα παρόμοια εργαλεία, με τα οποία αναπόφευκτα αλληλεπιδρά και εμμέσως τροποποιεί. Επιπρόσθετα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η προαναφερόμενη υ.α. αποτελεί «συντονισμένη χαρτογράφηση για την ανάπτυξη ανανεώσιμης ενέργειας στην επικράτειά τους με σκοπό τον προσδιορισμό του εγχώριου δυναμικού και των διαθέσιμων χερσαίων, υπόγειων, θαλάσσιων περιοχών ή των εσωτερικών υδάτων, που είναι αναγκαίες για την εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας και των σχετικών υποδομών τους», με την έννοια της οδηγίας 2023/2413. Πρώτα από όλα, δεν χαρτογραφείται το δυναμικό όλων των μορφών ανανεώσιμης ενέργειας. Στην συνέχεια, δεν υπάρχει πραγματική χαρτογράφηση των υφιστάμενων ή σχεδιαζόμενων σταθμών ΑΠΕ: οι παρατιθέμενοι στην υ.α. χάρτες αποτελούν μία στατιστική απεικόνιση του αριθμού των σταθμών ανά Περιφέρεια, αλλά όχι απεικόνιση της θέσης τους, μολονότι τα στοιχεία αυτά είναι διαθέσιμα (πρβλ. άρθ. 6 της υ.α.). Είναι σαφές ότι η χαρτογράφηση της υ.α. δεν είναι συντονισμένη – στο προοίμιό της δεν γίνεται καμία αναφορά σε κάποια διαδικασία συντονισμού ή γνωμοδοτήσεις αρμόδιων και εμπλεκόμενων αρχών και φορέων. Ουσιαστικά πρόκειται για μια τεχνική μελέτη η οποία δεν πληροί βασικές καλές πρακτικές σχεδιασμού (π.χ. υιοθέτηση συγκεκριμένης μεθοδολογίας με έμφαση σε χωρικές παραμέτρους & κριτήρια, αναφορά στην κατάλληλη χωρική κλίμακα, συν-αξιολόγηση και στάθμιση ποικίλων στόχων και περιορισμών κ.λπ.). Με τα δεδομένα αυτά, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η εν λόγω υ.α. μπορεί να «υποστηρίξει» την οριοθέτηση των καλύτερων δυνατών «Περιοχών Επιτάχυνσης». Σε αντίθεση με όσα επιτάσσει η οδηγία, και με την (πιθανή) εξαίρεση του ΕΣΕΚ και του Δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης (ΔΠΑ) του ΑΔΜΗΕ, είναι αμφίβολο αν έχουν ληφθεί υπόψη άλλα υφιστάμενα έγγραφα ή σχέδια χωροταξικού σχεδιασμού [άρθ. 15β(1) οδηγίας 2018/2001 όπως ισχύει]. Το ισχύον ΕΧΠ-ΑΠΕ αναφέρεται, αλλά η σχέση του με την υ.α. ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 είναι ασαφής (πρβλ. άρθ. 6 ), διατηρώντας τη σύγχυση που υπάρχει σχετικά με το εάν και πώς το ΕΧΠ-ΑΠΕ, στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησής του, θα εξυπηρετήσει τους σκοπούς της οδηγίας ή εάν, τελικά, θα υπάρχουν δύο διακριτά και ανεξάρτητα εργαλεία χωρικού σχεδιασμού των ΑΠΕ. Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, που επίσης αναφέρεται ρητά στην οδηγία 2023/2413, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι απλώς δεν υπάρχει – μάλιστα η υ.α. δεν καταπιάνεται καθόλου με το δυναμικό ΑΠΕ στη θάλασσα, παρά τη σαφή πρόβλεψη της οδηγίας. Κάποια ένδειξη ότι έχει ληφθεί υπόψη η «διαθεσιμότητα σχετικών ενεργειακών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων, της αποθήκευσης και άλλων εργαλείων ευελιξίας» δεν υπάρχει [πρβλ. άρθ. 15β(2) περ. (γ) οδηγίας 2018/2001]. Ένας μεγάλος αριθμός άλλων εργαλείων του χωρικού σχεδιασμού, πολεοδομικού και χωροταξικού, πρώτου και δεύτερου επιπέδου, δεν έχει ληφθεί υπόψη. Στοιχεία για την ζήτηση συμπεριλαμβάνονται (άρθ. 4 της ως άνω υ.α.), αλλά δεν είναι σαφές πώς (και αν) ελήφθησαν υπόψη στην χαρτογράφηση αυτή [πρβλ. άρθ. 15β(2) περ. (β) οδηγίας 2018/2001]. Προφανώς, κάποιες από τις αδυναμίες αυτές μπορούν να αμβλυνθούν σε μελλοντικές αναθεωρήσεις (ή κατά την θέσπιση των «περιοχών επιτάχυνσης »), αλλά είναι σαφές ότι η διαδικασία αυτή θα επιφέρει νέες καθυστερήσεις, και δυσεπίλυτα νομικά προβλήματα. Ακόμα χειρότερα, η υ.α. ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 υπονοεί ότι δεν χρειάζεται επί της ουσίας μια ειδικότερη χαρτογράφηση, διότι οι στόχοι για ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ για τα έτη-ορόσημα 2030 & 2050 υπερκαλύπτονται από υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Για να φτάσει σε αυτό το λανθάνον συμπέρασμα, η υ.α λαμβάνει υπόψη το σύνολο των σταδίων αδειοδότησης, χωρίς να σταθμίσει το γεγονός ότι πολλές εγκαταστάσεις στα στάδια βεβαίωσης παραγωγού και αίτησης για προσφορά σύνδεσης είναι αβέβαιο αν θα πραγματοποιηθούν, και τα έργα που τελικά πραγματοποιούνται χαρακτηρίζονται από υπέρμετρες καθυστερήσεις στην αδειοδότησή τους. Τέλος, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι σχετικές με τη χαρτογράφηση διατάξεις της οδηγίας [άρθ. 15(β) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με το άρθ. 1 σημείο (6) της οδηγίας 2023/2413] έχουν ελλιπώς ενσωματωθεί στην εθνική έννομη τάξη με μία εξουσιοδοτική διάταξη (άρθ. 33 παρ. 18 ν. 4936/2022, όπως προστέθηκε πρόσφατα – 12/2025- με τον ν. 5261/2025): κρίσιμες απαιτήσεις της οδηγίας, όπως η προώθηση της συνύπαρξης των χρήσεων και ο συντονισμός όλων των αρχών κατά την χαρτογράφηση ουδέποτε ενσωματώθηκαν [άρθ. 15β(1)(γ) και 15β(3)(α) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με την οδηγία 2023/2413]. 2. Οι διατάξεις της οδηγίας 2023/2413 για τις «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ» είναι κομβικής σημασίας, και για τον λόγο αυτό είναι επιτακτική η ακριβής ενσωμάτωσή τους. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να γίνουν οι εξής παρατηρήσεις: (α) Κατά την οδηγία, «περιοχές επιτάχυνσης» μπορεί να είναι μόνο «επαρκώς ομοιογενείς χερσαίες περιοχές, εσωτερικά ύδατα και θαλάσσιες περιοχές». Δεν είναι καταρχήν σύμφωνες με το γράμμα και το πνεύμα της οδηγίας «περιοχές επιτάχυνσης» που είναι ασυνεχείς ή περιλαμβάνουν μεμονωμένες εγκαταστάσεις (προκειμένου οι τελευταίες να απολάβουν τα πλεονεκτήματα των «περιοχών» αυτών) ή αποτελούν «μωσαϊκά» ασύμβατων στοιχείων του περιβάλλοντος, χρήσεων γης και δραστηριοτήτων. Αν μη τι άλλο, παρόμοιες επιλογές θα εμπόδιζαν μία σωστή εκτίμηση των επιπτώσεων της θέσπισης των περιοχών αυτών. Ωστόσο, η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση δεν υπάρχει στο νομοσχέδιο. (β) Κατά την οδηγία, εκτός από περιοχές του Δικτύου «Natura 2000», δεν μπορούν να αποτελέσουν «περιοχές επιτάχυνσης» και περιοχές «που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας», καθώς και μείζονες μεταναστευτικές οδοί για τα πτηνά και τα θαλάσσια θηλαστικά. Το νομοσχέδιο επαναλαμβάνει verbatim την πρόβλεψη αυτή, χωρίς να προσδιορίζει ποιες είναι αυτές οι περιοχές αποκλεισμού με βάση «εθνικά προγράμματα προστασίας» – είναι απαραίτητο να συμπεριληφθεί στο νομοσχέδιο ο ορισμός που δίνει ο εθνικός νομοθέτης στην έννοια “εθνικά προγράμματα προστασίας”. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω περιλαμβάνουν, κατ’ ελάχιστον, το Εθνικό Σύστημα Προστατευόμενων Περιοχών του άρθ. 3 ν. 3937/2011, όπως ισχύει. Άλλωστε, στο σχετικό έγγραφο κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής γίνεται λόγος για «Natura 2000 sites, areas designated under national protection schemes for nature and biodiversity conservation, major bird and marine mammal migratory routes as well as other areas identified on the basis of sensitivity maps and other appropriate and proportionate tools and datasets» (SWD(2024) 333 final, σελ. 12). Παράλληλα, είναι σαφές από την οικονομία των διατάξεων ότι η διοίκηση οφείλει, μέσω του καθορισμού των «Περιοχών Επιτάχυνσης», να εφαρμόσει και τη δασική νομοθεσία, η οποία έχει συνταγματικό έρεισμα. (γ) Ωστόσο, η οδηγία προσθέτει και μία ακόμα κατηγορία όπου δεν είναι δυνατή η χωροθέτηση «Περιοχών Επιτάχυνσης» – «άλλες περιοχές που προσδιορίζονται βάσει των χαρτών ευαισθησίας» και βάσει των δεδομένων που έχουν προκύψει από την εφαρμογή των οδηγιών 92/43 και 2009/147 [15γ(α)(ii) οδηγίας 2018/2001]. Πρόκειται για σημαντική μέριμνα της οδηγίας, καθώς οι περιοχές αυτές περιλαμβάνουν περιοχές κατανομής σπάνιων προστατευόμενων ειδών και οικοτόπων, και μάλιστα λιγότερο μελετημένων, οι οποίες βρίσκονται εκτός προστατευόμενων περιοχών. Η κατηγορία αυτή λείπει από το νομοσχέδιο, που ενσωματώνει, κατά συνέπεια, εσφαλμένα στο σημείο αυτό την οδηγία. Περαιτέρω, λείπει το σημαντικό εργαλείο των «χαρτών ευαισθησίας». Επιπλέον, θα πρέπει να τονιστεί ότι στην χώρα μας δεν υπάρχει η παραμικρή θεσμοθέτηση ή επίσημη αναγνώριση μεταναστευτικών οδών για πτηνά, και κυρίως θαλάσσια θηλαστικά. Ειδικά για τα τελευταία, η εμπειρία των ΣΠΕ για τα προγράμματα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων έχει καταδείξει ένα εξαιρετικά χαμηλό επιστημονικό επίπεδο, και μία αδυναμία (ή μάλλον απροθυμία) θέσπισης ουσιαστικών μέτρων προστασίας (τα «μεταναστευτικά περάσματα-στενωποί» του άρθ. 5Β της ΚΥΑ Η.Π. 37338/1807/Ε.103/2010, για την προστασία της ορνιθοπανίδας, αφορούν μόνο την αιολική ενέργεια, και δεν ταυτίζονται απόλυτα με τις «μεταναστευτικές οδούς»). (δ) Κατά την οδηγία, και στο πλαίσιο της χωροθέτησης των «Περιοχών Επιτάχυνσης», λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη τα «διαθέσιμα δεδομένα στο πλαίσιο της ανάπτυξης ενός συνεκτικού δικτύου Natura 2000, τόσο όσον αφορά τους τύπους οικοτόπων και τα είδη βάσει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ … όσο και τα πτηνά και τους τόπους που προστατεύονται βάσει της οδηγίας 2009/147/ΕΚ…» [πρβλ. 15γ(1)(α)(iii) οδηγίας 2018/2001]. Τα ίδια, λίγο-πολύ, δεδομένα χρησιμοποιούνται και για θέσπιση των μέτρων μετριασμού εντός των «Περιοχών» αυτών [15γ(1)(β) οδηγίας 2018/2001]. Πρόκειται για εύλογη υποχρέωση, καθώς τα δεδομένα αυτά αφορούν την περιοχή κατανομής προστατευόμενων, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απειλούμενων ειδών και οικότοπων. Η υποχρέωση αυτή δεν είναι εμφανής στο νομοσχέδιο, που αφήνει περιθώρια για θέσπιση «Περιοχών Επιτάχυνσης» κατά την ανέλεγκτη κρίση των συντακτών των ΣΠΕ. Ακόμα περισσότερο, η οδηγία απαιτεί να ληφθούν υπόψη και εργαλεία που δεν υπάρχουν (ή υπάρχουν σε πολύ περιορισμένο βαθμό), όπως αναλύσεις ευαισθησίας της άγριας πανίδας [πρβλ. άρθ. 15γ(1)(α)(iii) οδηγίας 2018/2001]. (ε) Κατά την οδηγία, και στο πλαίσιο της χωροθέτησης των «Περιοχών Επιτάχυνσης», η απόδοση προτεραιότητας «σε τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες» είναι υποχρεωτική και όχι δυνητική [πρβλ. άρθ. 15γ(1)(α)(i) οδηγίας 2018/2001, σε αντιπαραβολή με το προτεινόμενο άρθ. 7Α παρ. 2 περ. (δ) ν. 3468/2006]. Αντίθετα, για το νομοσχέδιο, τα παραπάνω αποτελούν απλή «δυνατότητα». Η οδηγία ευνοεί την «συνύπαρξη των χρήσεων» [πρβλ. άρθ. 15β(3)(α) οδηγίας 2018/2001], όμως η εύνοια αυτή δεν προκύπτει από κανένα σημείο του νομοσχεδίου. Πρόκειται για μία παράδοξη επιλογή προστασίας των επιφανειών αυτών από την «απειλή» της ενσωμάτωσης ΑΠΕ σε αυτές, μολονότι αυτό είναι προς όφελος των ιδιοκτητών και διαχειριστών τους, και μολονότι, στην ελληνική πραγματικότητα, αυτές στερούνται (στην συντριπτική πλειονότητά τους) πολιτιστικού ή αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος. Η διάζευξή που υπάρχει στο ίδιο σημείο του νομοσχεδίου («είτε», δηλ. «είτε» δίνεται προτεραιότητα σε τεχνητές επιφάνειες, «είτε» εξαιρούνται συγκεκριμένες τεχνολογίες, όπως οι σταθμοί βιομάζας και/ή υδροηλεκτρικής ενέργειας από τις «περιοχές επιτάχυνσης») δεν υπάρχει στην οδηγία. Ειρήσθω εν παρόδω ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν την ευχέρεια να εξαιρούν οποιαδήποτε τεχνολογία από τις «Περιοχές Επιτάχυνσης», αλλά μόνο τους σταθμούς βιομάζας και/ή υδροηλεκτρικής ενέργειας [πρβλ. 15γ(1)(β) οδηγίας 2018/2001]. Παρόμοια ερωτηματικά δημιουργεί και η παράλειψη ενσωμάτωσης της διάταξης του άρθ. 15 παρ. 3 της οδηγίας 2018/2001 [1(5) σημείο (β) οδηγίας 2023/2413], σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη να νομοθετούν «για την ενσωμάτωση και την ανάπτυξη της ανανεώσιμης ενέργειας, μεταξύ άλλων για την αυτοκατανάλωση ανανεώσιμης ενέργειας και τις κοινότητες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς και για τη χρήση της αναπόφευκτης απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης κατά τον προγραμματισμό, συμπεριλαμβανομένων του έγκαιρου χωροταξικού σχεδιασμού, της σχεδίασης, κατασκευής και ανακαίνισης αστικών υποδομών, βιομηχανικών, εμπορικών ή οικιστικών περιοχών και ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, φυσικού αερίου και εναλλακτικών καυσίμων»: η διάταξη επιβάλλει την ειδική μέριμνα για την ανανεώσιμη ενέργεια, και μάλιστα της αυτοκατανάλωσης και των ενεργειακών κοινοτήτων, στο σύνολο του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, και όχι μόνο στο υπό αναθεώρηση ΕΧΠ-ΑΠΕ. Στα παραπάνω σημεία, υπάρχει εσφαλμένη ενσωμάτωση ή μη ενσωμάτωση της Οδηγίας. (στ) Σύμφωνα με το σημείο γ) του προτεινόμενου άρθ. 7Α παρ. 2 ν. 3468/2006, από κοινού με τις «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ» «θεσπίζονται οι κατευθύνσεις, όροι και τα μέτρα μετριασμού για την προστασία του περιβάλλοντος, σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 ΚΥΑ…». Η διάταξη έχει το νόημα ότι η απόφαση θέσπισης των «Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ» οφείλει να διασφαλίσει την τήρηση του συνόλου της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, είτε προέρχεται από το ενωσιακό δίκαιο (π.χ., σχετικά με την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα) είτε όχι (π.χ., την δασική νομοθεσία, την νομοθεσία για τον αιγιαλό, κτλ.). Επειδή τα έργα ΑΠΕ εντός των περιοχών απαλλάσσονται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, απαλλάσσονται και από όλες τις άδειες ή εγκρίσεις που έχουν ενσωματωθεί σε αυτή (δηλ. όλες τις άδειες και εγκρίσεις για τη διαχείριση αποβλήτων, την έγκριση επέμβασης κατά την έννοια του έκτου κεφαλαίου του ν. 998/1979, και την άδεια διάθεσης λυμάτων ή βιομηχανικών αποβλήτων, πρβλ. 12 παρ. 1 ν. 4014/2011, όπως ισχύει). Έτσι δημιουργείται ένα κενό, που πρέπει να καλυφθεί από την απόφαση θέσπισης κάθε «Περιοχής Επιτάχυνσης». Ιδανικά, οι προτεινόμενες διατάξεις πρέπει να διασαφηνίσουν το σημείο αυτό. (ζ) Ακόμα και με το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, εξακολουθεί να μην έχει ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία η διάταξη του άρθρου 15ε της οδηγίας 2018/2001, σχετικά με τις «εκτάσεις για υποδομές δικτύου και αποθήκευσης που απαιτούνται για την ενσωμάτωση της ανανεώσιμης ενέργειας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας» [προσθήκη με το άρθ. 1 παρ. 6 της οδηγίας 2023/2413]. Η ενσωμάτωση είναι απαραίτητη, καθώς το άρθρο αυτό (μεταξύ άλλων) απαγορεύει την εγκατάσταση έργων αποθήκευσης εντός των τόπων Natura 2000, και επιβάλλει την «αποφυγή» των ίδιων τόπων για τα έργα δικτύου. Επίσης, οι ίδιες ακριβώς υποχρεώσεις υπάρχουν και για τις «περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών συστημάτων προστασίας». Η παράλειψη ενσωμάτωσης της διάταξης αυτής, ενώ με διάφορες πρωτοβουλίες της πολιτείας προωθούνται οι Σταθμοί Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (Σ.Α.Η.Ε., πρβλ. ενδεικτικά 43Α ν. 5233/2025), εγείρει πολλά ερωτηματικά. (η) Εξακολουθεί να μην έχει ενσωματωθεί η διάταξη του άρθ. 15δ(2) ν. 2018/2001 [προσθήκη με το άρθ. 1(6) της οδηγίας 2023/2413, με το οποίο προστέθηκε όλο το άρθ. 15(δ) της οδηγίας 2018/2001 όπως ισχύει σήμερα]. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, «τα κράτη μέλη προωθούν τη δημόσια αποδοχή των έργων ανανεώσιμης ενέργειας μέσω της άμεσης και έμμεσης συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών στα εν λόγω έργα». Η διάταξη αφορά τα έργα εντός των «Περιοχών Επιτάχυνσης», και είναι προφανές ότι δεν σχετίζεται με την διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό κατά την θέσπιση των «Περιοχών Επιτάχυνσης», αλλά με άλλες μορφές διαρκούς συμμετοχής. Δεν χρειάζεται να επισημανθεί η σημασία της διάταξης για την αποδοχή των «Περιοχών Επιτάχυνσης» και την καλύτερη δυνατή εναρμόνισή τους με τοπικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες. Και για το θέμα αυτό, το νομοσχέδιο σιωπά. 3. Με το προτεινόμενο άρθρο 10 (προσθήκη άρθ. 7β ν. 3468/2006), τα έργα ΑΠΕ που εγκαθίστανται εντός «Περιοχών Επιτάχυνσης» εξαιρούνται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση και την ειδική οικολογική αξιολόγηση [πρβλ. 16α(3) έως 16α(5) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με το άρθ. 1(7) της οδηγίας 2023/2413]. Προφανώς, πρόκειται για σημαντικό προνόμιο υπέρ των έργων αυτών, και για τον λόγο αυτό πρέπει να αντισταθμιστεί από την ορθή οριοθέτηση των «Περιοχών Επιτάχυνσης» (βλ., για το θέμα αυτό, προηγούμενα σχόλια). Μερικές διευκρινιστικές παρατηρήσεις: (α) Η διάταξη εφαρμόζεται αποκλειστικά σε «έργα ΑΠΕ», τις κατηγορίες των οποίων η οδηγία (αλλά όχι η προτεινόμενη διάταξη) απαριθμεί περιοριστικά [για την ακρίβεια: «έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, νέες αιτήσεις για σταθμούς παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των σταθμών που συνδυάζουν διαφορετικά είδη τεχνολογίας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των αιτήσεων για την ανανέωση σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας σε καθορισμένες περιοχές επιτάχυνσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για τη σχετική τεχνολογία και τη συντοπισμένη αποθήκευση ενέργειας, καθώς και για τη σύνδεση των εν λόγω σταθμών παραγωγής και αποθήκευσης με το δίκτυο…», 16α(3) οδηγίας 2018/2001]. Δεν εφαρμόζεται σε συνοδά και βοηθητικά έργα (π.χ., δασικούς δρόμους), διότι αυτό δεν προκύπτει από πουθενά. Επίσης, δεν εφαρμόζεται σε σύνθετα έργα, με υποέργα ΑΠΕ (π.χ., παραθεριστικό οικισμό με φωτοβολταϊκή ή γεωθερμική εγκατάσταση). (β) Μία διάταξη που περιορίζει την διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό εγείρει ζητήματα διαφάνειας, και έγκαιρης πρόσβασης στην δικαιοσύνη (και σε διοικητικές διαδικασίες επανεξέτασης). Για τον λόγο αυτό, είναι σημαντικό ότι η οδηγία προβλέπει ότι όλες οι αποφάσεις αδειοδότησης δημοσιεύονται [16(9), 16α(5)(2) και 16α(6)(3) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με την οδηγία 2023/2413]. Παρόλα αυτά, οι διατάξεις αυτές δεν έχουν ενσωματωθεί στο νομοσχέδιο. Οι σχετικές απαιτήσεις δεν ικανοποιούνται από τα άρθ. 40-41 ν. 4951/2022 (περί Ενιαίου Πληροφοριακού Συστήματος Αδειοδότησης Έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ή Π.Σ.Α.Π.Ε.). Η δημοσίευση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την βεβαίωση εξαίρεσης από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, που προβλέπει το άρθρο 10 του νομοσχεδίου. (γ) Η οδηγία 2023/2413 προβλέπει ορισμένους πρόσθετους όρους για την εξαίρεση αιολικών και φωτοβολταϊκών έργων από την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Συγκεκριμένα, πρέπει να λαμβάνονται «αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία, εάν δεν υπάρχουν άλλα αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα, μπορούν να λάβουν τη μορφή χρηματικής αποζημίωσης … Σε περίπτωση που οι αρνητικές επιπτώσεις αυτές έχουν αντίκτυπο στην προστασία των ειδών, ο φορέας εκμετάλλευσης καταβάλλει χρηματική αποζημίωση για τα προγράμματα προστασίας των ειδών καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του σταθμού παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας, προκειμένου να διασφαλιστεί ή να βελτιωθεί η κατάσταση διατήρησης των επηρεαζόμενων ειδών…» [άρθ. 16α(5)(ε) έως (στ) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκε από την Οδηγία 2023/2413]. Τα αντισταθμιστικά αυτά μέτρα είναι υποχρεωτικά, και φυσικά είναι απαραίτητα για την «ισορροπία» των διατάξεων. Και η διάταξη αυτή δεν ενσωματώνεται καθόλου.

  • 13 Απριλίου 2026, 09:07 | Στυλιανός Πάγκαλος

    Συμφωνώ με τα σχόλια και τις προτάσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος, όπως εκφράζονται στο παρακάτω κείμενο που συνέταξε και υπέβαλλε η Κα Καραμανώφ.
    8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
    Αθήνα, 8 Απριλίου 2026Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
    Επιπλέον απουσιάζει η πρόβλεψη για τη μικρότερη και πλέον άμεσα αξιοποιήσιμη μορφή αυτοπαραγωγών: τα φωτοβολταϊκά στις στέγες των σπιτιών. Δεν υπάρχει ενεργειακός χώρος, ενώ η ΕΕ επιβάλλει να υπάρχει διευκόλυνση στους αυτοπαραγωγούς. Τότε για ποια ενεργειακή δημοκρατία μιλάμε;

  • 11 Απριλίου 2026, 19:58 | ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ

    ΣΥΜΦΩΝΩ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

    
Άρθρο 9 Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Aντικατάσταση άρθρου 7Α ν. 3468/2006 (παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)
Με το παρόν νομοσχέδιο ενσωματώνεται στην εθνική νομοθεσία η Οδηγία 2023/2413 για την «προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές». Ανάμεσα στις προβλέψεις της Οδηγίας είναι και ο καθορισμός από τα Κράτη-Μέλη των «Περιοχών Επιτάχυνσης των ΑΠΕ», δηλαδή περιοχών όπου τα έργα ΑΠΕ θα εξαιρούνται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, αφού πρώτα, βέβαια, θα πρέπει να έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι οι περιοχές που έχουν καθοριστεί ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» έχουν χαμηλή οικολογική αξία. Υπό το πρίσμα αυτό, σημειώνεται εξ αρχής ότι οι «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» δεν μπορεί να είναι περιοχές με έστω και μέτρια φυσικότητα και παρουσία φυσικών πληθυσμών χλωρίδας και πανίδας, αλλά αποκλειστικά τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες και χώροι με προηγούμενη έντονη ανθρωπογενή χρήση. Κατά συνέπεια, σε σχέση με τις περιοχές που δύναται ή όχι να καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ»:
• Δεν δύναται, φυσικά, να είναι εκτάσεις εντός Δικτύου NATURA και χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση, δηλαδή ακόμα και τεχνητές ή/και κατασκευασμένες επιφάνειες εντός των περιοχών αυτών δύναται να αποτελούν μέρος ή να γειτνιάζουν με ενδιαιτήματα της άγριας πανίδας, επομένως η αδειοδότηση έργων ΑΠΕ ακόμα σε αυτές τις θέσεις πρέπει να ακολουθεί την τυπική διαδικασία αδειοδότησης.
• Παρομοίως, δεν δύναται να είναι εκτάσεις εντός του δικτύου των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά (ΣΠΠ), αφενός επειδή αποτελούν την επιστημονική βάση για τον καθορισμό των Ζωνών Ειδικής Προστασίας του Δικτύου NATURA, αφετέρου γιατί σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1542/2017) οι ΣΠΠ πρέπει να απολαμβάνουν και αυστηρότερη προστασία από τις ΖΕΠ, καθώς πληρούν τα κριτήρια για κήρυξη ως ΖΕΠ αλλά δεν απολαμβάνουν αυτό το καθεστώς. Με βάση αυτό το σκεπτικό, άλλωστε, έχει εξισωθεί το καθεστώς των ΣΠΠ με των ΖΕΠ κατά την αδειοδότηση των έργων ΑΠΕ (υπάρχει κοινή υποχρέωση εκπόνησης και υποβολής Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης).
• Προφανώς δεν δύναται να είναι και περιοχές πάνω στις κύριες μεταναστευτικές οδούς των πουλιών, οι οποίες πρέπει να προσδιοριστούν σε χάρτες βάσει επικαιροποιημένης επιστημονικής τεκμηρίωσης και όχι στο επίπεδο μίας γενικόλογης διατύπωσης.
Θεωρούμε, επίσης, ότι από τις κατηγορίες περιοχών που αναφέρονται στο Σχέδιο Νόμου ότι δύναται να δοθεί προτεραιότητα για τον καθορισμό τους ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ», (τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες, όπως στέγες και προσόψεις κτιρίων, υποδομές μεταφορών και στο άμεσο περιβάλλον τους, χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες και, κατά περίπτωση, χώροι επεξεργασίας αστικών λυμάτων, καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς) πρέπει να εξαιρεθεί οπωσδήποτε η κατηγορία «τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες». Οι περιοχές αυτές, ακόμα και αν δεν πληρούν τα κριτήρια για να ενταχθούν στο εθνικό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών, είναι κατά κανόνα περιοχές με αυξημένη παρουσία άγριας πανίδας και ιδιαίτερα πουλιών και οι οποίες με την πάροδο του χρόνου αποκτούν όλο και μεγαλύτερο φυσικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, έργα ΑΠΕ που σχεδιάζονται σε αυτές τις περιοχές δύναται να έχουν επιπτώσεις σε φυσικούς πληθυσμούς άγριας πανίδας και χλωρίδας και επομένως δεν μπορούν να απαλλαγούν από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, κάτι που αναπόφευκτα θα ισχύσει εάν οι τεχνητές λίμνες – ταμιευτήρες καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ».
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ έχουν μεταφερθεί σχεδόν αυτούσια από την Οδηγία οι προβλέψεις για τις κατηγορίες περιοχών που δεν δύναται (π.χ. περιοχές NATURA, μεταναστευτικές οδοί) ή δύναται (π.χ. χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, βιομηχανικοί χώροι) να καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ», σκόπιμα παραλείπονται παντελώς τα εδάφια της Οδηγίας που αναφέρονται σε περιοχές που έχουν προκύψει ως σημαντικές βάσει χαρτών ευαισθησίας (ως περιοχές που δεν δύναται να καθοριστούν ως «επιτάχυνσης ΑΠΕ), αλλά και στην αναγκαιότητα χρήσης των χαρτών ευαισθησίας ως εργαλεία για τον προσδιορισμό των περιοχών. Συγκεκριμένα, η Οδηγία αναφέρει ότι:
ii) …(τα Κράτη – Μέλη) εξαιρούν τις περιοχές Natura 2000 και τις περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας, τις μείζονες μεταναστευτικές οδούς για τα πτηνά και τα θαλάσσια θηλαστικά, καθώς και άλλες περιοχές που προσδιορίζονται βάσει των χαρτών ευαισθησίας και των εργαλείων που αναφέρονται στο σημείο iii)
iii) χρησιμοποιούν όλα τα κατάλληλα και αναλογικά εργαλεία και σύνολα δεδομένων για τον προσδιορισμό των περιοχών στις οποίες οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές δεν θα έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της χαρτογράφησης της ευαισθησίας της άγριας πανίδας,
Στο Σχέδιο Νόμου παραλείπεται σκόπιμα οποιαδήποτε αναφορά σε χάρτες ευαισθησίας της άγριας πανίδας, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως το ΥΠΕΝ έχει πραγματική «αλλεργία» στη χρήση επιστημονικών εργαλείων και την τεκμηρίωση που αυτά μπορούν να παράσχουν, κατά τη νομοθέτηση. Κρίνεται απολύτως απαραίτητο να περιληφθούν αυτούσιες όλες οι παραπάνω διατυπώσεις της Οδηγίας που αφορούν στην αξιοποίηση των χαρτών ευαισθησίας της άγριας πανίδας.
Σε κάθε περίπτωση, η προώθηση των έργων ΑΠΕ σε – καθορισμένες με πολύ αυστηρά κριτήρια – «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» υποτίθεται ότι θα πρέπει να έχει και σκοπό τη μείωση των συγκρούσεων ανάπτυξης ΑΠΕ και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, αφού θα υπάρχουν ισχυρά κίνητρα για τους ενεργειακούς φορείς να κατευθυνθούν προς τις «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ». Για να είναι πραγματικά αποτελεσματική αυτή η προσέγγιση θα πρέπει αναπόφευκτα να συνδυαστεί με σαφείς χωροταξικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη έργων ΑΠΕ σε περιοχές NATURA και φυσικές περιοχές.
Τέλος, δεν μπορεί παρά να μη σχολιαστεί το γεγονός πως η Διοίκηση «σπεύδει» (ορθώς) με την ενσωμάτωση της Οδηγίας να ανταποκριθεί στην εκκίνηση διαδικασίας επί παραβάσει της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας που άνοιξε προ λίγων μηνών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά συνεχίζει να παραλείπει σκόπιμα (σε τελείως απαράδεκτο βαθμό) να μην δείχνει οποιαδήποτε πρόθεση να συμμορφωθεί με την πολύ πιο σοβαρή (αφού βρίσκεται στο στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης) και πολύ πιο μακρόχρονη (η διαδικασία έχει ανοίξει από το 2014!) παράβαση της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας σε σχέση με την αδειοδότηση αιολικών σταθμών στις περιοχές NATURA. Είναι τουλάχιστον οξύμωρο ότι με το παρόν Σχέδιο Νόμου εισάγονται διατάξεις που αφορούν την χωροταξία των ΑΠΕ, τη στιγμή που το ισχύον Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τις ΑΠΕ έχει χαρακτηριστεί ως μη συμβατό με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία!

  • 11 Απριλίου 2026, 18:47 | Μάρω Τσώλη

    Η επιτάχυνση που εισάγει το παρόν νομοσχέδιο δεν αποτελεί λύση αλλά πρόβλημα καθότι η φύση δεν μπορεί να προστατεύεται με fast track διαδικασίες ούτε αξιολογείται υπό πίεση.
    Δεν αντέχει συμπιεσμενους ελέγχους και περιορισμένες γνωμοδοτήσεις. Όταν μειώνεται ο χρόνος ελέγχου, μειώνεται η ουσία του ελέγχου. Ο περιορισμός της συμμετοχής είναι συνυφασμένος με τον περιορισμό της δημοκρατίας. Το Σύνταγμα είναι σαφές. Το άρθρο 24 επιβάλλει προστασία του φυσικού περιβάλλοντος χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς όρους «επιτάχυνσης». Το άρθρο 101 παρ 4. αναγνωρίζει τη νησιωτικότητα ως ειδική συνθήκη που απαιτεί ιδιαίτερη μέριμνα όχι οριζόντια αντιμετώπιση. Κι όμως, το παρόν πλαίσιο αγνοεί ολοσχερώς τη φωνή των νησιών. Αγνοεί τη φέρουσα ικανότητα των τοπίων. Αγνοεί την ανάγκη χωροταξικού σχεδιασμού πριν από οποιαδήποτε επένδυση. Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να γίνεται με όρους πίεσης και ταχύτητας. Δεν μπορεί να μετατρέπει τα νησιά και τις ορεινές περιοχές σε βιομηχανικά πεδία εγκατάστασης. Η φύση δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι μη αναστρέψιμο κεφάλαιο. Αν χαθεί, δεν αποκαθίσταται. Και καμία «πράσινη» επένδυση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απώλειά της.
    Η επιτάχυνση δεν είναι πολιτική. Είναι υποχώρηση.

  • 11 Απριλίου 2026, 16:57 | ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΤΣΕΚΟΥΡΑΣ

    Στο άρθρο 9 : Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Aντικατάσταση
    άρθρου 7Α ν. 3468/2006
    Οι Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ δε μπορεί να περιορίζονται σε μόνο δύο μορφές ΑΠΕ αλλά
    πρέπει να υποστηρίζουν μίγμα στην Παραγωγή, Διαχείριση-Αποθήκευση και Μεταφορά-
    Χρήση ΑΠΕ. Οι μονάδες Βιομάζας (για Θερμότητα, Ηλεκτροπαραγωγή και Συμπαραγωγή), οι
    Σταθμοί Ηλεκτρόλυσης Υδρογόνου, οι Ηλιοθερμικοί σταθμοί καθώς και οι μονάδες
    Αποθήκευσης Ενέργειας (Ηλεκτρικής σε Συσσωρευτές, οι σταθμοί Αποθήκευσης Υδρογόνου
    και Κυψελών Καυσίμου, Διατάξεις Χημικής Αποθήκευσης, Αντλισοταμιευτικά, αλλά και

    Θερμικής Ενέργειας) καθώς και αποδοτικά δίκτυα Τηλεθέρμανσης – Τηλεψύξης, πρέπει να
    συμπεριλαμβάνονται στο μίγμα ΑΠΕ κάθε περιοχής οπότε και των Περιοχών Επιχάχυνσης.

  • 10 Απριλίου 2026, 18:54 | WWF Ελλάς

    Γενικά σχόλια για το Κεφάλαιο Γ’

    Τα άρθρα 9-12 επιχειρούν να ενσωματώσουν τις «Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ» της RED III — αλλά το κάνουν αποσπασματικά, καθυστερημένα και με παραλείψεις. Το αποτέλεσμα δεν είναι επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, αλλά ένα θολό καθεστώς που τελικά υπονομεύει τη σωστή μετάβαση στις ΑΠΕ και την καλή φήμη που τους πρέπει, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο ακόμα μακρύτερο δρόμο για επιβαρυντικές ενεργειακές επιλογές, όπως τα ορυκτά καύσιμα και οι υποδομές τους.
    Μεγάλος προβληματισμός προκαλείται από την ανάγνωση του νομοσχεδίου, καθώς αντί για ένα σαφές και ιεραρχημένο πλαίσιο, όπως αυτό που επιτάσσει η οδηγία REDIII, με το νομοσχέδιο επιχειρείται κακή ενσωμάτωση, με έλλειψη χωρικής στόχευσης και δίχως πρόνοια για διασφάλιση ουσιαστικής κοινωνικής συμμετοχής.
    Σε ό,τι αφορά την κοινωνική συμμετοχή, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει, στο σχετικό έγγραφο κατευθύνσεων, ότι είναι ζωτικής σημασίας να διασφαλιστεί μια διαδικασία ουσιαστικής δημόσιας διαβούλευσης κατά τον καθορισμό των περιοχών επιτάχυνσης, η οποία σημαίνει «εμπλοκή του κοινού σε πρώιμο στάδιο, με την παροχή επαρκούς βασικής πληροφόρησης και δέουσα λήψη υπόψη των απόψεων του κοινού» (SWD(2024) 333 final, σελ. 24).
    Σημαντικό στοιχείο διασφάλισης περιβαλλοντικής προστασίας είναι η εξαίρεση των προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 από την ένταξή τους σε περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ, πρόνοια της ίδιας της οδηγίας. Όμως η απουσία διάταξης κατάργησης των περιοχών αιολικής προτεραιότητας (ΠΑΠ) του ειδικού χωροταξικού ΑΠΕ (του οποίου σκανδαλωδώς και σε παράβαση της σχετικής επιταγής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ακόμα εκκρεμεί η αναθεώρηση) δημιουργεί ένα χαοτικό νέο τοπίο, το οποίο αμαυρώνει τη θετική εικόνα που η χώρα οφείλει στις ΑΠΕ. Σημειωτέον ότι οι ΠΑΠ που προβλέπονται στο ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ 2008 περιλαμβάνουν και περιοχές Natura, με αποτέλεσμα η ενσωμάτωση της REDIII που επιχειρείται με μεγάλη προχειρότητα μέσα από το νομοσχέδιο να εντείνει τη χαοτική κατάσταση που επικρατεί στο πεδίο.
    Με τέτοιες αλχημείες, η χώρα αποτυγχάνει να δώσει προτεραιότητα με την απαραίτητη ισχυρή κοινωνική συμμετοχή και ευθύνη για τη διαμόρφωση ενός σοβαρού πλαισίου ανάπτυξης των ΑΠΕ με ισχυρές περιβαλλοντικές διασφαλίσεις και θετικό κοινωνικό πρόσημο. Στόχος πρέπει να είναι η ταχεία μεν αλλά ορθολογική μετάβαση σε 100% καθαρή ενέργεια που εξασφαλίζει προστασία της φύσης, χαμηλό κόστος, ενεργειακή ασφάλεια και κοινωνική νομιμοποίηση και ουσιαστική συμμετοχή. Πολύτιμος χρόνος έχει ήδη χαθεί με την κλιματική αλλαγή να επιδεινώνεται και την ενεργειακή ανασφάλεια να δείχνει το γεωπολιτικό αδιέξοδο και τους σοβαρότατους κινδύνους που γεννά η εξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες. Η ενσωμάτωση της REDIII κατά τρόπο που διασφαλίζει τη σωστή και ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι κρίσιμη σε αυτή την ταραγμένη περίοδο. Είναι καιρός η χώρα να ξεκολλήσει από το ξεπερασμένο και αναχρονιστικό και περιβαλλοντικά ιδιαίτερα καταστροφικό ενεργειακό μοντέλο που βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα και να δώσει θετική ενέργεια και πολιτικά οραματική προτεραιότητα στη μετάβαση σε ένα σύστημα καθαρής ενέργειας μέσα από σωστές συμμετοχικές διαδικασίες και ισχυρές περιβαλλοντικές διασφαλίσεις.
    Με βάση ανάλυση που διενεργήθηκε το 2023 από το Εργαστήριο Συστημάτων Αποφάσεων της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του ΕΜΠ, σε συνεργασία με το WWF Ελλάς και το Τμήμα Βιολογίας (Εργαστήριο Βοτανικής) του Πανεπιστημίου Πατρών, για την επίτευξη ενεργειακής μετάβασης της Ελλάδας σε ένα σύστημα ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ σε ποσοστό 100% (με ισχυρότατη εξοικονόμηση, κτηριακές αναβαθμίσεις και πλήρη εξηλεκτρισμό) μέχρι το 2035, προβλέπεται μίγμα τεχνολογιών ΑΠΕ 15,3GW χερσαίων αιολικών, 2GW υπεράκτιων, καθώς και 11,5GW φωτοβολταϊκών και 3GW ηλιακών σε στέγες – σύνολο 31,8GW εγκατεστημένης ισχύος αιολικών και φωτοβολταϊκών, μαζί με συστήματα αποθήκευσης διαφόρων τεχνολογιών. Το σημερινό σύνολο εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ αλλά και των έργων που έχουν λάβει οριστικούς όρους σύνδεσης δεν απέχει πολύ από τον στόχο αυτόν, όμως η υστέρηση στην υποστήριξη του συστήματος με σωστό χωρικό σχεδιασμό και αποθήκευση είναι κρίσιμη.
    Λαμβάνοντας υπόψη ότι εκτός από τις ήδη εγκατεστημένες και λειτουργούσες μονάδες ΑΠΕ (σήμερα ανέρχονται σε 11,2 φωτοβολταϊκά και 6,3 αιολικά = 17,5GW εγκατεστημένης ισχύος αιολικών και φωτοβολταϊκών), επιπλέον 3,4GW αιολικών και 11,3GW έχουν λάβει οριστική προσφορά σύνδεσης αλλά δεν έχουν ακόμα κατασκευαστεί. Συνεπώς, είναι ήδη δρομολογημένο ένα σύστημα 32,2GW αιολικών και φωτοβολταϊκών, το οποίο μπορεί μέχρι το 2035 να αντικαταστήσει στην ηλεκτροπαραγωγή το σύνολο σχεδόν της σημερινής εγκατεστημένης ισχύος ορυκτών καυσίμων, με προϋπόθεση βεβαίως τη θέσπιση και εφαρμογή ισχυρών πολιτικών για την άμεση προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας με διάφορες τεχνολογίες, τον εξηλεκτρισμό σε θέρμανση και κίνηση, την αποτροπή κάθε νέας αδειοδότησης συστημάτων ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα και την της ριζική ανακατεύθυνση των δημόσιων πόρων από την επιδότηση των ρυπογόνων καυσίμων, στην επένδυση για την πράσινη καινοτομία.
    Ειδικά σε σχέση με τη χωροταξική διάσταση των ΑΠΕ, το WWF Ελλάς έχει από το 2022 διαμορφώσει πρόταση για νέο σύστημα χωρικού σχεδιασμού, το οποίο είναι διαθέσιμο εδώ: https://www.wwf.gr/?uNewsID=8221291. Το προτεινόμενο σύστημα για τη χωρική ανάπτυξη των ΑΠΕ επιδιώκει να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις στην πορεία της χώρας μας προς την κλιματική ουδετερότητα: την άμεση ανάγκη για κάλυψη του 100% της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2035, τα κενά στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών για τη φύση που δυσχεραίνουν την ορθή χωροθέτηση των ΑΠΕ, τον ελλιπή χωροταξικό σχεδιασμό που υπονομεύει τη νομικά ασφαλή και περιβαλλοντικά βέλτιστη ανάπτυξη των εγκαταστάσεων, καθώς και την περιορισμένη συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης και των τοπικών κοινωνιών στη λήψη των σχετικών αποφάσεων.

    Ζητάμε τις εξής απαραίτητες αλλαγές στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο:

    1. Πρόβλεψη για κατάργηση των περιοχών αιολικής προτεραιότητας ΑΠΕ, όπως αυτές προβλέπονται στο ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ και αντικατάστασή τους από τις περιοχές επιτάχυνσης, με βάση τις πρόνοιες της οδηγίας (ΕΕ)2023/2413 (REDIII) και με ισχυρές περιβαλλοντικές διασφαλίσεις, επιπλέον των προβλεπόμενων από την οδηγία.

    2. Συμπερίληψη στο νομοσχέδιο του άρθρου 15β της οδηγίας σχετικά με τη «χαρτογράφηση αναγκαίων περιοχών για τις εθνικές συνεισφορές στον συνολικό στόχο της Ένωσης για την ανανεώσιμη ενέργεια για το 2030», ώστε η μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο να είναι πλήρης και όχι αποσπασματική. Και ακολούθως αναθεώρηση της σχετικής και ήδη εκδοθείσας υ.α. ώστε η χαρτογράφηση αυτή να είναι επιστημονικά στέρεη και να λάβει υπόψη περιβαλλοντικές παραμέτρους ώστε να διασφαλιστεί ο σωστός καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης.

    3. Συμπερίληψη στο νομοσχέδιο ορισμού της έννοιας των περιοχών “που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας», μεταξύ των οποίων ρητά να περιλαμβάνεται κατ’ ελάχιστον το Εθνικό Σύστημα Προστατευόμενων Περιοχών.

    4. Πρόβλεψη για ισχυρή, ευρεία κοινωνική συμμετοχή και μεγάλης διάρκειας διαβούλευση για τον καθορισμό των περιοχών επιτάχυνσης ΑΠΕ, σύμφωνα με τις πρόνοιες της οδηγίας και τις ερμηνευτικές κατευθύνσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ουσιαστική εμπλοκή του κοινού.

    Ειδικότερα σχόλια για το Κεφάλαιο Γ’

    Σε σχέση με συγκεκριμένα καίρια σημεία των διατάξεων επισημαίνουμε τα εξής:

    1. Η προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 9 ορίζει ότι οι περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ είναι υποσύνολο «των αναγκαίων περιοχών για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και χερσαίων αιολικών σταθμών, όπως ορίζεται στην υπουργική απόφαση ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 (Β’ 7365)». Αν και η διαδικασία δυο σταδίων προβλέπεται στην οδηγία, με πρώτη τη χαρτογράφηση των αναγκαίων περιοχών για τις εθνικές συνεισφορές (15β οδηγίας) και δεύτερη τον καθορισμό και χαρτογράφηση των περιοχών επιτάχυνσης ΑΠΕ (15γ οδηγίας), εντούτοις η μη ενσωμάτωση της κανονιστικής διάταξης αλλά η απευθείας τύποις υλοποίηση του πρώτου σταδίου συνιστά κακή νομοθέτηση, εντείνει τον αποσπασματικό χαρακτήρα της νομοθεσίας και εν τέλει επιδεινώνει τη χαοτική κατάσταση ανάπτυξης των ΑΠΕ.
    Σημειώνουμε ότι η υ.α. θεσπίζει δεσμευτικό πλαίσιο για τη μεταγενέστερη ανάπτυξη των ΑΠΕ, και θα ήταν ορθότερο να υποβληθεί σε Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (ΣΠΕ). Παρά το γεγονός ότι η διαδικασία υποβολής του σχεδίου σε ΣΠΕ προβλέπεται για το στάδιο του καθορισμού περιοχών επιτάχυνσης ΑΠΕ, εντούτοις η διαβούλευση είναι πάντοτε προτιμότερο να διενεργείται όσο το δυνατόν νωρίτερα, και καθώς η ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 έχει χαρακτηριστικά χωροταξικού εργαλείου, και μάλιστα εθνικής εμβέλειας, θεωρούμε ότι θα ήταν προτιμότερο να υποβληθεί στις ίδιες διαδικασίες με τα υπόλοιπα παρόμοια εργαλεία, με τα οποία αναπόφευκτα αλληλεπιδρά και εμμέσως τροποποιεί. Επιπρόσθετα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η προαναφερόμενη υ.α. αποτελεί «συντονισμένη χαρτογράφηση για την ανάπτυξη ανανεώσιμης ενέργειας στην επικράτειά τους με σκοπό τον προσδιορισμό του εγχώριου δυναμικού και των διαθέσιμων χερσαίων, υπόγειων, θαλάσσιων περιοχών ή των εσωτερικών υδάτων, που είναι αναγκαίες για την εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας και των σχετικών υποδομών τους», με την έννοια της οδηγίας 2023/2413. Πρώτα από όλα, δεν χαρτογραφείται το δυναμικό όλων των μορφών ανανεώσιμης ενέργειας. Στην συνέχεια, δεν υπάρχει πραγματική χαρτογράφηση των υφιστάμενων ή σχεδιαζόμενων σταθμών ΑΠΕ: οι παρατιθέμενοι στην υ.α. χάρτες αποτελούν μία στατιστική απεικόνιση του αριθμού των σταθμών ανά Περιφέρεια, αλλά όχι απεικόνιση της θέσης τους, μολονότι τα στοιχεία αυτά είναι διαθέσιμα (πρβλ. άρθ. 6 της υ.α.). Είναι σαφές ότι η χαρτογράφηση της υ.α. δεν είναι συντονισμένη – στο προοίμιό της δεν γίνεται καμία αναφορά σε κάποια διαδικασία συντονισμού ή γνωμοδοτήσεις αρμόδιων και εμπλεκόμενων αρχών και φορέων. Ουσιαστικά πρόκειται για μια τεχνική μελέτη η οποία δεν πληροί βασικές καλές πρακτικές σχεδιασμού (π.χ. υιοθέτηση συγκεκριμένης μεθοδολογίας με έμφαση σε χωρικές παραμέτρους & κριτήρια, αναφορά στην κατάλληλη χωρική κλίμακα, συν-αξιολόγηση και στάθμιση ποικίλων στόχων και περιορισμών κ.λπ.). Με τα δεδομένα αυτά, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η εν λόγω υ.α. μπορεί να «υποστηρίξει» την οριοθέτηση των καλύτερων δυνατών «Περιοχών Επιτάχυνσης».
    Σε αντίθεση με όσα επιτάσσει η οδηγία, και με την (πιθανή) εξαίρεση του ΕΣΕΚ και του Δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης (ΔΠΑ) του ΑΔΜΗΕ, είναι αμφίβολο αν έχουν ληφθεί υπόψη άλλα υφιστάμενα έγγραφα ή σχέδια χωροταξικού σχεδιασμού [άρθ. 15β(1) οδηγίας 2018/2001 όπως ισχύει]. Το ισχύον ΕΧΠ-ΑΠΕ αναφέρεται, αλλά η σχέση του με την υ.α. ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 είναι ασαφής (πρβλ. άρθ. 6 ), διατηρώντας τη σύγχυση που υπάρχει σχετικά με το εάν και πώς το ΕΧΠ-ΑΠΕ, στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησής του, θα εξυπηρετήσει τους σκοπούς της οδηγίας ή εάν, τελικά, θα υπάρχουν δύο διακριτά και ανεξάρτητα εργαλεία χωρικού σχεδιασμού των ΑΠΕ. Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, που επίσης αναφέρεται ρητά στην οδηγία 2023/2413, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι απλώς δεν υπάρχει – μάλιστα η υ.α. δεν καταπιάνεται καθόλου με το δυναμικό ΑΠΕ στη θάλασσα, παρά τη σαφή πρόβλεψη της οδηγίας. Κάποια ένδειξη ότι έχει ληφθεί υπόψη η «διαθεσιμότητα σχετικών ενεργειακών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων, της αποθήκευσης και άλλων εργαλείων ευελιξίας» δεν υπάρχει [πρβλ. άρθ. 15β(2) περ. (γ) οδηγίας 2018/2001]. Ένας μεγάλος αριθμός άλλων εργαλείων του χωρικού σχεδιασμού, πολεοδομικού και χωροταξικού, πρώτου και δεύτερου επιπέδου, δεν έχει ληφθεί υπόψη. Στοιχεία για την ζήτηση συμπεριλαμβάνονται (άρθ. 4 της ως άνω υ.α.), αλλά δεν είναι σαφές πώς (και αν) ελήφθησαν υπόψη στην χαρτογράφηση αυτή [πρβλ. άρθ. 15β(2) περ. (β) οδηγίας 2018/2001]. Προφανώς, κάποιες από τις αδυναμίες αυτές μπορούν να αμβλυνθούν σε μελλοντικές αναθεωρήσεις (ή κατά την θέσπιση των «περιοχών επιτάχυνσης »), αλλά είναι σαφές ότι η διαδικασία αυτή θα επιφέρει νέες καθυστερήσεις, και δυσεπίλυτα νομικά προβλήματα. Ακόμα χειρότερα, η υ.α. ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 υπονοεί ότι δεν χρειάζεται επί της ουσίας μια ειδικότερη χαρτογράφηση, διότι οι στόχοι για ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ για τα έτη-ορόσημα 2030 & 2050 υπερκαλύπτονται από υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Για να φτάσει σε αυτό το λανθάνον συμπέρασμα, η υ.α λαμβάνει υπόψη το σύνολο των σταδίων αδειοδότησης, χωρίς να σταθμίσει το γεγονός ότι πολλές εγκαταστάσεις στα στάδια βεβαίωσης παραγωγού και αίτησης για προσφορά σύνδεσης είναι αβέβαιο αν θα πραγματοποιηθούν, και τα έργα που τελικά πραγματοποιούνται χαρακτηρίζονται από υπέρμετρες καθυστερήσεις στην αδειοδότησή τους. Τέλος, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι σχετικές με τη χαρτογράφηση διατάξεις της οδηγίας [άρθ. 15(β) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με το άρθ. 1 σημείο (6) της οδηγίας 2023/2413] έχουν ελλιπώς ενσωματωθεί στην εθνική έννομη τάξη με μία εξουσιοδοτική διάταξη (άρθ. 33 παρ. 18 ν. 4936/2022, όπως προστέθηκε πρόσφατα – 12/2025- με τον ν. 5261/2025): κρίσιμες απαιτήσεις της οδηγίας, όπως η προώθηση της συνύπαρξης των χρήσεων και ο συντονισμός όλων των αρχών κατά την χαρτογράφηση ουδέποτε ενσωματώθηκαν [άρθ. 15β(1)(γ) και 15β(3)(α) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με την οδηγία 2023/2413].

    2. Οι διατάξεις της οδηγίας 2023/2413 για τις «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ» είναι κομβικής σημασίας, και για τον λόγο αυτό είναι επιτακτική η ακριβής ενσωμάτωσή τους. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να γίνουν οι εξής παρατηρήσεις:

    (α) Κατά την οδηγία, «περιοχές επιτάχυνσης» μπορεί να είναι μόνο «επαρκώς ομοιογενείς χερσαίες περιοχές, εσωτερικά ύδατα και θαλάσσιες περιοχές». Δεν είναι καταρχήν σύμφωνες με το γράμμα και το πνεύμα της οδηγίας «περιοχές επιτάχυνσης» που είναι ασυνεχείς ή περιλαμβάνουν μεμονωμένες εγκαταστάσεις (προκειμένου οι τελευταίες να απολάβουν τα πλεονεκτήματα των «περιοχών» αυτών) ή αποτελούν «μωσαϊκά» ασύμβατων στοιχείων του περιβάλλοντος, χρήσεων γης και δραστηριοτήτων. Αν μη τι άλλο, παρόμοιες επιλογές θα εμπόδιζαν μία σωστή εκτίμηση των επιπτώσεων της θέσπισης των περιοχών αυτών. Ωστόσο, η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση δεν υπάρχει στο νομοσχέδιο.

    (β) Κατά την οδηγία, εκτός από περιοχές του Δικτύου «Natura 2000», δεν μπορούν να αποτελέσουν «περιοχές επιτάχυνσης» και περιοχές «που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας», καθώς και μείζονες μεταναστευτικές οδοί για τα πτηνά και τα θαλάσσια θηλαστικά. Το νομοσχέδιο επαναλαμβάνει verbatim την πρόβλεψη αυτή, χωρίς να προσδιορίζει ποιες είναι αυτές οι περιοχές αποκλεισμού με βάση «εθνικά προγράμματα προστασίας» – είναι απαραίτητο να συμπεριληφθεί στο νομοσχέδιο ο ορισμός που δίνει ο εθνικός νομοθέτης στην έννοια “εθνικά προγράμματα προστασίας”. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω περιλαμβάνουν, κατ’ ελάχιστον, το Εθνικό Σύστημα Προστατευόμενων Περιοχών του άρθ. 3 ν. 3937/2011, όπως ισχύει. Άλλωστε, στο σχετικό έγγραφο κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής γίνεται λόγος για «Natura 2000 sites, areas designated under national protection schemes for nature and biodiversity conservation, major bird and marine mammal migratory routes as well as other areas identified on the basis of sensitivity maps and other appropriate and proportionate tools and datasets» (SWD(2024) 333 final, σελ. 12). Παράλληλα, είναι σαφές από την οικονομία των διατάξεων ότι η διοίκηση οφείλει, μέσω του καθορισμού των «Περιοχών Επιτάχυνσης», να εφαρμόσει και τη δασική νομοθεσία, η οποία έχει συνταγματικό έρεισμα.

    (γ) Ωστόσο, η οδηγία προσθέτει και μία ακόμα κατηγορία όπου δεν είναι δυνατή η χωροθέτηση «Περιοχών Επιτάχυνσης» – «άλλες περιοχές που προσδιορίζονται βάσει των χαρτών ευαισθησίας» και βάσει των δεδομένων που έχουν προκύψει από την εφαρμογή των οδηγιών 92/43 και 2009/147 [15γ(α)(ii) οδηγίας 2018/2001]. Πρόκειται για σημαντική μέριμνα της οδηγίας, καθώς οι περιοχές αυτές περιλαμβάνουν περιοχές κατανομής σπάνιων προστατευόμενων ειδών και οικοτόπων, και μάλιστα λιγότερο μελετημένων, οι οποίες βρίσκονται εκτός προστατευόμενων περιοχών. Η κατηγορία αυτή λείπει από το νομοσχέδιο, που ενσωματώνει, κατά συνέπεια, εσφαλμένα στο σημείο αυτό την οδηγία. Περαιτέρω, λείπει το σημαντικό εργαλείο των «χαρτών ευαισθησίας». Επιπλέον, θα πρέπει να τονιστεί ότι στην χώρα μας δεν υπάρχει η παραμικρή θεσμοθέτηση ή επίσημη αναγνώριση μεταναστευτικών οδών για πτηνά, και κυρίως θαλάσσια θηλαστικά. Ειδικά για τα τελευταία, η εμπειρία των ΣΠΕ για τα προγράμματα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων έχει καταδείξει ένα εξαιρετικά χαμηλό επιστημονικό επίπεδο, και μία αδυναμία (ή μάλλον απροθυμία) θέσπισης ουσιαστικών μέτρων προστασίας (τα «μεταναστευτικά περάσματα-στενωποί» του άρθ. 5Β της ΚΥΑ Η.Π. 37338/1807/Ε.103/2010, για την προστασία της ορνιθοπανίδας, αφορούν μόνο την αιολική ενέργεια, και δεν ταυτίζονται απόλυτα με τις «μεταναστευτικές οδούς»).

    (δ) Κατά την οδηγία, και στο πλαίσιο της χωροθέτησης των «Περιοχών Επιτάχυνσης», λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη τα «διαθέσιμα δεδομένα στο πλαίσιο της ανάπτυξης ενός συνεκτικού δικτύου Natura 2000, τόσο όσον αφορά τους τύπους οικοτόπων και τα είδη βάσει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ … όσο και τα πτηνά και τους τόπους που προστατεύονται βάσει της οδηγίας 2009/147/ΕΚ…» [πρβλ. 15γ(1)(α)(iii) οδηγίας 2018/2001]. Τα ίδια, λίγο-πολύ, δεδομένα χρησιμοποιούνται και για θέσπιση των μέτρων μετριασμού εντός των «Περιοχών» αυτών [15γ(1)(β) οδηγίας 2018/2001]. Πρόκειται για εύλογη υποχρέωση, καθώς τα δεδομένα αυτά αφορούν την περιοχή κατανομής προστατευόμενων, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απειλούμενων ειδών και οικότοπων. Η υποχρέωση αυτή δεν είναι εμφανής στο νομοσχέδιο, που αφήνει περιθώρια για θέσπιση «Περιοχών Επιτάχυνσης» κατά την ανέλεγκτη κρίση των συντακτών των ΣΠΕ. Ακόμα περισσότερο, η οδηγία απαιτεί να ληφθούν υπόψη και εργαλεία που δεν υπάρχουν (ή υπάρχουν σε πολύ περιορισμένο βαθμό), όπως αναλύσεις ευαισθησίας της άγριας πανίδας [πρβλ. άρθ. 15γ(1)(α)(iii) οδηγίας 2018/2001].

    (ε) Κατά την οδηγία, και στο πλαίσιο της χωροθέτησης των «Περιοχών Επιτάχυνσης», η απόδοση προτεραιότητας «σε τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες» είναι υποχρεωτική και όχι δυνητική [πρβλ. άρθ. 15γ(1)(α)(i) οδηγίας 2018/2001, σε αντιπαραβολή με το προτεινόμενο άρθ. 7Α παρ. 2 περ. (δ) ν. 3468/2006]. Αντίθετα, για το νομοσχέδιο, τα παραπάνω αποτελούν απλή «δυνατότητα». Η οδηγία ευνοεί την «συνύπαρξη των χρήσεων» [πρβλ. άρθ. 15β(3)(α) οδηγίας 2018/2001], όμως η εύνοια αυτή δεν προκύπτει από κανένα σημείο του νομοσχεδίου. Πρόκειται για μία παράδοξη επιλογή προστασίας των επιφανειών αυτών από την «απειλή» της ενσωμάτωσης ΑΠΕ σε αυτές, μολονότι αυτό είναι προς όφελος των ιδιοκτητών και διαχειριστών τους, και μολονότι, στην ελληνική πραγματικότητα, αυτές στερούνται (στην συντριπτική πλειονότητά τους) πολιτιστικού ή αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος. Η διάζευξή που υπάρχει στο ίδιο σημείο του νομοσχεδίου («είτε», δηλ. «είτε» δίνεται προτεραιότητα σε τεχνητές επιφάνειες, «είτε» εξαιρούνται συγκεκριμένες τεχνολογίες, όπως οι σταθμοί βιομάζας και/ή υδροηλεκτρικής ενέργειας από τις «περιοχές επιτάχυνσης») δεν υπάρχει στην οδηγία. Ειρήσθω εν παρόδω ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν την ευχέρεια να εξαιρούν οποιαδήποτε τεχνολογία από τις «Περιοχές Επιτάχυνσης», αλλά μόνο τους σταθμούς βιομάζας και/ή υδροηλεκτρικής ενέργειας [πρβλ. 15γ(1)(β) οδηγίας 2018/2001]. Παρόμοια ερωτηματικά δημιουργεί και η παράλειψη ενσωμάτωσης της διάταξης του άρθ. 15 παρ. 3 της οδηγίας 2018/2001 [1(5) σημείο (β) οδηγίας 2023/2413], σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη να νομοθετούν «για την ενσωμάτωση και την ανάπτυξη της ανανεώσιμης ενέργειας, μεταξύ άλλων για την αυτοκατανάλωση ανανεώσιμης ενέργειας και τις κοινότητες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς και για τη χρήση της αναπόφευκτης απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης κατά τον προγραμματισμό, συμπεριλαμβανομένων του έγκαιρου χωροταξικού σχεδιασμού, της σχεδίασης, κατασκευής και ανακαίνισης αστικών υποδομών, βιομηχανικών, εμπορικών ή οικιστικών περιοχών και ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, φυσικού αερίου και εναλλακτικών καυσίμων»: η διάταξη επιβάλλει την ειδική μέριμνα για την ανανεώσιμη ενέργεια, και μάλιστα της αυτοκατανάλωσης και των ενεργειακών κοινοτήτων, στο σύνολο του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, και όχι μόνο στο υπό αναθεώρηση ΕΧΠ-ΑΠΕ. Στα παραπάνω σημεία, υπάρχει εσφαλμένη ενσωμάτωση ή μη ενσωμάτωση της Οδηγίας.

    (στ) Σύμφωνα με το σημείο γ) του προτεινόμενου άρθ. 7Α παρ. 2 ν. 3468/2006, από κοινού με τις «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ» «θεσπίζονται οι κατευθύνσεις, όροι και τα μέτρα μετριασμού για την προστασία του περιβάλλοντος, σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 ΚΥΑ…». Η διάταξη έχει το νόημα ότι η απόφαση θέσπισης των «Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ» οφείλει να διασφαλίσει την τήρηση του συνόλου της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, είτε προέρχεται από το ενωσιακό δίκαιο (π.χ., σχετικά με την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα) είτε όχι (π.χ., την δασική νομοθεσία, την νομοθεσία για τον αιγιαλό, κτλ.). Επειδή τα έργα ΑΠΕ εντός των περιοχών απαλλάσσονται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, απαλλάσσονται και από όλες τις άδειες ή εγκρίσεις που έχουν ενσωματωθεί σε αυτή (δηλ. όλες τις άδειες και εγκρίσεις για τη διαχείριση αποβλήτων, την έγκριση επέμβασης κατά την έννοια του έκτου κεφαλαίου του ν. 998/1979, και την άδεια διάθεσης λυμάτων ή βιομηχανικών αποβλήτων, πρβλ. 12 παρ. 1 ν. 4014/2011, όπως ισχύει). Έτσι δημιουργείται ένα κενό, που πρέπει να καλυφθεί από την απόφαση θέσπισης κάθε «Περιοχής Επιτάχυνσης». Ιδανικά, οι προτεινόμενες διατάξεις πρέπει να διασαφηνίσουν το σημείο αυτό.

    (ζ) Ακόμα και με το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, εξακολουθεί να μην έχει ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία η διάταξη του άρθρου 15ε της οδηγίας 2018/2001, σχετικά με τις «εκτάσεις για υποδομές δικτύου και αποθήκευσης που απαιτούνται για την ενσωμάτωση της ανανεώσιμης ενέργειας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας» [προσθήκη με το άρθ. 1 παρ. 6 της οδηγίας 2023/2413]. Η ενσωμάτωση είναι απαραίτητη, καθώς το άρθρο αυτό (μεταξύ άλλων) απαγορεύει την εγκατάσταση έργων αποθήκευσης εντός των τόπων Natura 2000, και επιβάλλει την «αποφυγή» των ίδιων τόπων για τα έργα δικτύου. Επίσης, οι ίδιες ακριβώς υποχρεώσεις υπάρχουν και για τις «περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών συστημάτων προστασίας». Η παράλειψη ενσωμάτωσης της διάταξης αυτής, ενώ με διάφορες πρωτοβουλίες της πολιτείας προωθούνται οι Σταθμοί Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (Σ.Α.Η.Ε., πρβλ. ενδεικτικά 43Α ν. 5233/2025), εγείρει πολλά ερωτηματικά.

    (η) Εξακολουθεί να μην έχει ενσωματωθεί η διάταξη του άρθ. 15δ(2) ν. 2018/2001 [προσθήκη με το άρθ. 1(6) της οδηγίας 2023/2413, με το οποίο προστέθηκε όλο το άρθ. 15(δ) της οδηγίας 2018/2001 όπως ισχύει σήμερα]. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, «τα κράτη μέλη προωθούν τη δημόσια αποδοχή των έργων ανανεώσιμης ενέργειας μέσω της άμεσης και έμμεσης συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών στα εν λόγω έργα». Η διάταξη αφορά τα έργα εντός των «Περιοχών Επιτάχυνσης», και είναι προφανές ότι δεν σχετίζεται με την διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό κατά την θέσπιση των «Περιοχών Επιτάχυνσης», αλλά με άλλες μορφές διαρκούς συμμετοχής. Δεν χρειάζεται να επισημανθεί η σημασία της διάταξης για την αποδοχή των «Περιοχών Επιτάχυνσης» και την καλύτερη δυνατή εναρμόνισή τους με τοπικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες. Και για το θέμα αυτό, το νομοσχέδιο σιωπά.

    3. Με το προτεινόμενο άρθρο 10 (προσθήκη άρθ. 7β ν. 3468/2006), τα έργα ΑΠΕ που εγκαθίστανται εντός «Περιοχών Επιτάχυνσης» εξαιρούνται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση και την ειδική οικολογική αξιολόγηση [πρβλ. 16α(3) έως 16α(5) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με το άρθ. 1(7) της οδηγίας 2023/2413]. Προφανώς, πρόκειται για σημαντικό προνόμιο υπέρ των έργων αυτών, και για τον λόγο αυτό πρέπει να αντισταθμιστεί από την ορθή οριοθέτηση των «Περιοχών Επιτάχυνσης» (βλ., για το θέμα αυτό, προηγούμενα σχόλια). Μερικές διευκρινιστικές παρατηρήσεις:

    (α) Η διάταξη εφαρμόζεται αποκλειστικά σε «έργα ΑΠΕ», τις κατηγορίες των οποίων η οδηγία (αλλά όχι η προτεινόμενη διάταξη) απαριθμεί περιοριστικά [για την ακρίβεια: «έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, νέες αιτήσεις για σταθμούς παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των σταθμών που συνδυάζουν διαφορετικά είδη τεχνολογίας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των αιτήσεων για την ανανέωση σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας σε καθορισμένες περιοχές επιτάχυνσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για τη σχετική τεχνολογία και τη συντοπισμένη αποθήκευση ενέργειας, καθώς και για τη σύνδεση των εν λόγω σταθμών παραγωγής και αποθήκευσης με το δίκτυο…», 16α(3) οδηγίας 2018/2001]. Δεν εφαρμόζεται σε συνοδά και βοηθητικά έργα (π.χ., δασικούς δρόμους), διότι αυτό δεν προκύπτει από πουθενά. Επίσης, δεν εφαρμόζεται σε σύνθετα έργα, με υποέργα ΑΠΕ (π.χ., παραθεριστικό οικισμό με φωτοβολταϊκή ή γεωθερμική εγκατάσταση).

    (β) Μία διάταξη που περιορίζει την διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό εγείρει ζητήματα διαφάνειας, και έγκαιρης πρόσβασης στην δικαιοσύνη (και σε διοικητικές διαδικασίες επανεξέτασης). Για τον λόγο αυτό, είναι σημαντικό ότι η οδηγία προβλέπει ότι όλες οι αποφάσεις αδειοδότησης δημοσιεύονται [16(9), 16α(5)(2) και 16α(6)(3) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκαν με την οδηγία 2023/2413]. Παρόλα αυτά, οι διατάξεις αυτές δεν έχουν ενσωματωθεί στο νομοσχέδιο. Οι σχετικές απαιτήσεις δεν ικανοποιούνται από τα άρθ. 40-41 ν. 4951/2022 (περί Ενιαίου Πληροφοριακού Συστήματος Αδειοδότησης Έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ή Π.Σ.Α.Π.Ε.). Η δημοσίευση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την βεβαίωση εξαίρεσης από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, που προβλέπει το άρθρο 10 του νομοσχεδίου.

    (γ) Η οδηγία 2023/2413 προβλέπει ορισμένους πρόσθετους όρους για την εξαίρεση αιολικών και φωτοβολταϊκών έργων από την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Συγκεκριμένα, πρέπει να λαμβάνονται «αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία, εάν δεν υπάρχουν άλλα αναλογικά αντισταθμιστικά μέτρα, μπορούν να λάβουν τη μορφή χρηματικής αποζημίωσης … Σε περίπτωση που οι αρνητικές επιπτώσεις αυτές έχουν αντίκτυπο στην προστασία των ειδών, ο φορέας εκμετάλλευσης καταβάλλει χρηματική αποζημίωση για τα προγράμματα προστασίας των ειδών καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του σταθμού παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας, προκειμένου να διασφαλιστεί ή να βελτιωθεί η κατάσταση διατήρησης των επηρεαζόμενων ειδών…» [άρθ. 16α(5)(ε) έως (στ) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκε από την Οδηγία 2023/2413]. Τα αντισταθμιστικά αυτά μέτρα είναι υποχρεωτικά, και φυσικά είναι απαραίτητα για την «ισορροπία» των διατάξεων. Και η διάταξη αυτή δεν ενσωματώνεται καθόλου.

  • 10 Απριλίου 2026, 10:30 | ΑΙΚΑΤΕΡΊΝΗ ΓΕΩΡΓΊΟΥ

    Συμφωνώ απόλυτα και συντάσσομαι με τις αντιρρήσεις και τις προτάσεις που κατέθεσε το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας για το παρόν νομοσχέδιο.

  • 10 Απριλίου 2026, 10:16 | ΑΙΚΑΤΕΡΊΝΗ ΓΕΩΡΓΊΟΥ

    ​»Συμφωνώ απόλυτα και συντάσσομαι με τις αντιρρήσεις και τις προτάσεις που κατέθεσε το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας για το παρόν νομοσχέδιο.»

  • 10 Απριλίου 2026, 00:45 | ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΣΚΥΡΟΥ

    Οι διατάξεις των άρθρων 9–12 ειναι προβληματικές ως προς τη συνταγματική τους συμβατότητα.
    Απαιτείται η αναδιατύπωση του άρθρου 10 ώστε να μην καταργείται η περιβαλλοντική αδειοδότηση και η ειδική οικολογική αξιολόγηση.
    Απαραίτητη η εξαίρεση μικρών νησιών Natura από το καθεστώς εξαίρεσης.
    Η «πράσινη» μετάβαση δεν μπορεί να επιτυγχάνεται με συρρίκνωση του συνταγματικού πλαισίου προστασίας. Η επιτάχυνση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την προφύλαξη. Η «ανάπτυξη» δεν μπορεί να λειτουργεί ως υπέρτερη αρχή έναντι της προστασίας του τοπίου και της βιοποικιλότητας.

  • 9 Απριλίου 2026, 22:38 | Loukas Theofilou

    Το προτεινόμενο πλαίσιο για τις Περιοχές Επιτάχυνσης δεν συνιστά απλώς επιτάχυνση των διαδικασιών, αλλά εισάγει μια βαθιά προβληματική μεταβολή στη φιλοσοφία της περιβαλλοντικής προστασίας, με σοβαρές και δυνητικά μη αναστρέψιμες συνέπειες. Η γενικευμένη εξαίρεση των έργων Α.Π.Ε. από την περιβαλλοντική αδειοδότηση εντός των περιοχών αυτών ισοδυναμεί, στην πράξη, με συστηματική αποδυνάμωση των προληπτικών ελέγχων και μετατροπή τους σε τυπική διαδικασία.

    Η παραδοχή ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις μπορούν να προβλεφθούν εκ των προτέρων σε στρατηγικό επίπεδο και να αντιμετωπιστούν με γενικούς όρους είναι επιστημονικά ατεκμηρίωτη και διοικητικά επικίνδυνη. Τα οικοσυστήματα δεν λειτουργούν με ομοιόμορφους κανόνες και οι σωρευτικές, έμμεσες και χωρικά εξειδικευμένες επιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθούν επαρκώς σε μια εκ των προτέρων μελέτη. Με το προτεινόμενο σύστημα, αυτές οι επιπτώσεις απλώς παύουν να αξιολογούνται ουσιαστικά.

    Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η καθιέρωση μιας διαδικασίας «ταχείας επαλήθευσης», με ασφυκτικά χρονικά περιθώρια, η οποία δεν μπορεί αντικειμενικά να υποκαταστήσει μια πραγματική περιβαλλοντική αξιολόγηση. Στην πράξη, πρόκειται για έναν μηχανισμό ταχείας επικύρωσης έργων, όπου η διοίκηση καλείται να εγκρίνει εντός ημερών σύνθετες παρεμβάσεις με δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις, χωρίς τον αναγκαίο χρόνο και τα εργαλεία ουσιαστικού ελέγχου.

    Περαιτέρω, το πλαίσιο αγνοεί σχεδόν πλήρως το ζήτημα των σωρευτικών επιπτώσεων. Η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού έργων εντός των ίδιων περιοχών, χωρίς σαφή και δεσμευτικά όρια φέρουσας ικανότητας και χωρίς συνεχή επανεκτίμηση, δημιουργεί συνθήκες σταδιακής αλλά βέβαιης υποβάθμισης. Η απουσία μηχανισμού παρακολούθησης των πραγματικών επιπτώσεων επιτείνει τον κίνδυνο, καθώς δεν προβλέπεται καμία ουσιαστική δυνατότητα διόρθωσης της πορείας.

    Υπό τα ανωτέρω, το προτεινόμενο καθεστώς δεν αποτελεί ισορροπημένη μεταρρύθμιση, αλλά ένα σχήμα που προκρίνει μονομερώς την ταχύτητα εις βάρος της προστασίας του περιβάλλοντος και της ασφάλειας δικαίου. Ένα τέτοιο πλαίσιο είναι όχι μόνο περιβαλλοντικά επισφαλές, αλλά και νομικά ευάλωτο, καθώς είναι εξαιρετικά πιθανό να οδηγήσει σε μαζικές προσφυγές και ακυρώσεις, υπονομεύοντας τελικά και τον ίδιο τον στόχο της επιτάχυνσης.

    Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να επανεξεταστούν οι βασικές επιλογές του Κεφαλαίου και ιδίως:
    • Να αρθεί η οριζόντια εξαίρεση από την περιβαλλοντική αδειοδότηση και να αντικατασταθεί από υποχρεωτικό, έστω απλουστευμένο αλλά ουσιαστικό, έλεγχο ανά έργο.
    • Να θεσπιστούν σαφή και δεσμευτικά όρια φέρουσας ικανότητας ανά Περιοχή Επιτάχυνσης, με υποχρεωτική αξιολόγηση σωρευτικών επιπτώσεων πριν από κάθε νέα έγκριση.
    • Να καθιερωθεί μηχανισμός συνεχούς παρακολούθησης και δυνατότητα αναστολής ή αναθεώρησης έργων και όρων εγκατάστασης όπου διαπιστώνονται επιπτώσεις.
    • Να διασφαλιστεί ουσιαστική διαφάνεια και συμμετοχή του κοινού, ως αναγκαία προϋπόθεση κοινωνικής αποδοχής και θεσμικής νομιμοποίησης.

    Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε ένα καθεστώς απορρύθμισης. Η επιτάχυνση χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις δεν αποτελεί πρόοδο, αλλά οπισθοδρόμηση με υψηλό περιβαλλοντικό και θεσμικό κόστος.

  • 9 Απριλίου 2026, 19:40 | ΜΕΝΔΡΙΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

    Προτείνω να ενταχθούν οι ακόλουθες περιοχές στις Περιοχές Επιτάχυνσης των ΑΠΕ:

    1. Γεωθερμικό Πεδίο Νέας Κεσσάνης Ξάνθης, όπως αυτό ορίζεται από την ΥΑ Δ9Β/Φ166/12647/ΓΔΦΠ3557/193 // ΦΕΚ1012Β/19.07.2005
    Αιτιολόγηση: στην περιοχή αυτή τα ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΑ ΘΡΑΚΗΣ (θυγατρική της ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΘΡΑΚΗΣ, η οποία ήδη διατηρεί ~20 εκτάρια γεωθερμικά θερμαινόμενα θερμοκήπια στο Νέο Εράσμιο) σχεδιάζουν την κατασκευή 13 εκταρίων θερμοκηπίων θερμαινόμενων με γεωθερμική ενέργεια συμβάλλοντας στην τοπική ανάπτυξη και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Το γεωθερμικό πεδίο έχει εγκριθεί προς εκμετάλλευση με σύμβαση μακροχρόνιας μίσθωσης.

    2. Χερσόνησος Μεθάνων
    Αιτιολόγηση: Στην περιοχή σχεδιάζει η ΔΕΗ-ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ την δημιουργία Γεωθερμικού Σταθμού Ηλεκτροπαραγωγής. Η περιοχή είναι ενεργό ηφαίστειο οπότε εκτιμάται ότι υπάρχει αξιόλογο γεωθερμικό δυναμικό υψηλής ενθαλπίας. Επίσης αποτελεί την μοναδική περιοχή εκμισθωμένη από τη ΔΕΗ-Αν. χωρίς προβλήματα κοινωνικής αποδοχής και χωρίς ανταγωνισμό από άλλες μορφές ηλεκτροπαραγωγής.

    Μετά τιμής,
    Δημήτριος Μενδρινός
    MBA, MEng, Μηχανικός Μεταλλείων-Μεταλλουργός

    Προϊστάμενος Τμήματος Γεωθερμίας και Αποθήκευσης CO2
    Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας
    19 χλμ. Λεωφόρου Μαραθώνος, 19009 Πικέρμι Αττικής

  • 9 Απριλίου 2026, 17:44 | Αργυρώ Καρακώστα

    Ρητή αντίθεση στην περαιτέρω αδειοδότηση έργων ΑΠΕ στον Δήμο Δελφών και προτάσεις προστασίας του τοπικού κεφαλαίου βάσει της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413.
    Ως κάτοικος/δημότης της περιοχής, δεν συναινώ στην περαιτέρω αδειοδότηση έργων ΑΠΕ στη Φωκίδα, καθώς η φέρουσα ικανότητα του τόπου μας έχει ήδη εξαντληθεί. Με βάση τις διατάξεις του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου και την ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών οδηγιών, υποβάλλω τις κάτωθι παρατηρήσεις:
    1. Προστασία Οικισμών και Δελφικού Τοπίου (Ενσωμάτωση Οδηγίας 2023/2413):
    Σύμφωνα με το Άρθρο 15γ της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, τα κράτη-μέλη οφείλουν κατά τον ορισμό των «περιοχών επιτάχυνσης» ΑΠΕ να εξαιρούν μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, καθώς και άλλες προστατευόμενες περιοχές πολιτιστικής και ιστορικής αξίας. Η εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε περιοχές με οπτική επαφή με το Δελφικό Τοπίο και τους παραδοσιακούς οικισμούς μας (Δελφοί, Χρισσό, Γαλαξίδι, Ιτέα, Άμφισσα) αποτελεί προσβολή στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Ζητώ την καθιέρωση απαγορευτικών ζωνών οπτικής επαφής, ώστε καμία εγκατάσταση να μην είναι ορατή από τους οικισμούς και τα μνημεία, ανεξαρτήτως χιλιομετρικής απόστασης, όπως επιτάσσει η ανάγκη διατήρησης της ακεραιότητας των προστατευόμενων χώρων.
    2. Διασφάλιση Υδάτινων Πόρων και Περιβαλλοντική Συμμόρφωση:
    Τα βουνά μας (Γκιώνα, Παρνασσός) είναι ζωτικής σημασίας για την ύδρευση και την άρδευση (Ελαιώνας Άμφισσας). Επειδή η πράσινη μετάβαση δεν πρέπει να υπονομεύει άλλους περιβαλλοντικούς στόχους, απαιτώ την υποχρεωτική εκπόνηση Ειδικής Υδρογεωλογικής Μελέτης για κάθε έργο. Πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι θεμελιώσεις και οι εκσκαφές δεν θα διαταράξουν τον υδροφόρο ορίζοντα και τις πηγές των χωριών μας, προστατεύοντας τα τοπικά οικοσυστήματα σύμφωνα με τις απαιτήσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ.
    3. Όχι σε νέες οδικές διανοίξεις – Αποκατάσταση Φυσικού Αναγλύφου:
    Εκφράζω την πλήρη αντίθεσή μου στη διάνοιξη νέων οδικών αρτηριών στις βουνοκορφές, οι οποίες αλλοιώνουν ανεπανόρθωτα το τοπίο. Ζητώ τον αυστηρό περιορισμό των νέων διανοίξεων και τη θέσπιση υποχρεωτικών εγγυητικών επιστολών από τους επενδυτές για την πλήρη αποκατάσταση του φυσικού αναγλύφου μετά το πέρας των εργασιών.
    Η πράσινη μετάβαση, όπως ορίζεται από το ενωσιακό δίκαιο, οφείλει να είναι δίκαιη και δεν μπορεί να επιτευχθεί με την υποβάθμιση της ζωής των κατοίκων και την αλλοίωση της ιστορικής ταυτότητας της Φωκίδας.

  • Άρθρο 9 Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Aντικατάσταση άρθρου 7Α ν. 3468/2006 (παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413)

    Με το παρόν νομοσχέδιο ενσωματώνεται στην εθνική νομοθεσία η Οδηγία 2023/2413 για την «προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές». Ανάμεσα στις προβλέψεις της Οδηγίας είναι και ο καθορισμός από τα Κράτη-Μέλη των «Περιοχών Επιτάχυνσης των ΑΠΕ», δηλαδή περιοχών όπου τα έργα ΑΠΕ θα εξαιρούνται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, αφού πρώτα, βέβαια, θα πρέπει να έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι οι περιοχές που έχουν καθοριστεί ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» έχουν χαμηλή οικολογική αξία. Υπό το πρίσμα αυτό, σημειώνεται εξ αρχής ότι οι «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» δεν μπορεί να είναι περιοχές με έστω και μέτρια φυσικότητα και παρουσία φυσικών πληθυσμών χλωρίδας και πανίδας, αλλά αποκλειστικά τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες και χώροι με προηγούμενη έντονη ανθρωπογενή χρήση. Κατά συνέπεια, σε σχέση με τις περιοχές που δύναται ή όχι να καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ»:
    • Δεν δύναται, φυσικά, να είναι εκτάσεις εντός Δικτύου NATURA και χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση, δηλαδή ακόμα και τεχνητές ή/και κατασκευασμένες επιφάνειες εντός των περιοχών αυτών δύναται να αποτελούν μέρος ή να γειτνιάζουν με ενδιαιτήματα της άγριας πανίδας, επομένως η αδειοδότηση έργων ΑΠΕ ακόμα σε αυτές τις θέσεις πρέπει να ακολουθεί την τυπική διαδικασία αδειοδότησης.
    • Παρομοίως, δεν δύναται να είναι εκτάσεις εντός του δικτύου των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά (ΣΠΠ), αφενός επειδή αποτελούν την επιστημονική βάση για τον καθορισμό των Ζωνών Ειδικής Προστασίας του Δικτύου NATURA, αφετέρου γιατί σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1542/2017) οι ΣΠΠ πρέπει να απολαμβάνουν και αυστηρότερη προστασία από τις ΖΕΠ, καθώς πληρούν τα κριτήρια για κήρυξη ως ΖΕΠ αλλά δεν απολαμβάνουν αυτό το καθεστώς. Με βάση αυτό το σκεπτικό, άλλωστε, έχει εξισωθεί το καθεστώς των ΣΠΠ με των ΖΕΠ κατά την αδειοδότηση των έργων ΑΠΕ (υπάρχει κοινή υποχρέωση εκπόνησης και υποβολής Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης).
    • Προφανώς δεν δύναται να είναι και περιοχές πάνω στις κύριες μεταναστευτικές οδούς των πουλιών, οι οποίες πρέπει να προσδιοριστούν σε χάρτες βάσει επικαιροποιημένης επιστημονικής τεκμηρίωσης και όχι στο επίπεδο μίας γενικόλογης διατύπωσης.
    Θεωρούμε, επίσης, ότι από τις κατηγορίες περιοχών που αναφέρονται στο Σχέδιο Νόμου ότι δύναται να δοθεί προτεραιότητα για τον καθορισμό τους ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ», (τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες, όπως στέγες και προσόψεις κτιρίων, υποδομές μεταφορών και στο άμεσο περιβάλλον τους, χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες και, κατά περίπτωση, χώροι επεξεργασίας αστικών λυμάτων, καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς) πρέπει να εξαιρεθεί οπωσδήποτε η κατηγορία «τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες». Οι περιοχές αυτές, ακόμα και αν δεν πληρούν τα κριτήρια για να ενταχθούν στο εθνικό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών, είναι κατά κανόνα περιοχές με αυξημένη παρουσία άγριας πανίδας και ιδιαίτερα πουλιών και οι οποίες με την πάροδο του χρόνου αποκτούν όλο και μεγαλύτερο φυσικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, έργα ΑΠΕ που σχεδιάζονται σε αυτές τις περιοχές δύναται να έχουν επιπτώσεις σε φυσικούς πληθυσμούς άγριας πανίδας και χλωρίδας και επομένως δεν μπορούν να απαλλαγούν από την περιβαλλοντική αδειοδότηση, κάτι που αναπόφευκτα θα ισχύσει εάν οι τεχνητές λίμνες – ταμιευτήρες καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ».
    Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ έχουν μεταφερθεί σχεδόν αυτούσια από την Οδηγία οι προβλέψεις για τις κατηγορίες περιοχών που δεν δύναται (π.χ. περιοχές NATURA, μεταναστευτικές οδοί) ή δύναται (π.χ. χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, βιομηχανικοί χώροι) να καθοριστούν ως «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ», σκόπιμα παραλείπονται παντελώς τα εδάφια της Οδηγίας που αναφέρονται σε περιοχές που έχουν προκύψει ως σημαντικές βάσει χαρτών ευαισθησίας (ως περιοχές που δεν δύναται να καθοριστούν ως «επιτάχυνσης ΑΠΕ), αλλά και στην αναγκαιότητα χρήσης των χαρτών ευαισθησίας ως εργαλεία για τον προσδιορισμό των περιοχών. Συγκεκριμένα, η Οδηγία αναφέρει ότι:
    ii) …(τα Κράτη – Μέλη) εξαιρούν τις περιοχές Natura 2000 και τις περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων προστασίας για τη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας, τις μείζονες μεταναστευτικές οδούς για τα πτηνά και τα θαλάσσια θηλαστικά, καθώς και άλλες περιοχές που προσδιορίζονται βάσει των χαρτών ευαισθησίας και των εργαλείων που αναφέρονται στο σημείο iii)
    iii) χρησιμοποιούν όλα τα κατάλληλα και αναλογικά εργαλεία και σύνολα δεδομένων για τον προσδιορισμό των περιοχών στις οποίες οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές δεν θα έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της χαρτογράφησης της ευαισθησίας της άγριας πανίδας,
    Στο Σχέδιο Νόμου παραλείπεται σκόπιμα οποιαδήποτε αναφορά σε χάρτες ευαισθησίας της άγριας πανίδας, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως το ΥΠΕΝ έχει πραγματική «αλλεργία» στη χρήση επιστημονικών εργαλείων και την τεκμηρίωση που αυτά μπορούν να παράσχουν, κατά τη νομοθέτηση. Κρίνεται απολύτως απαραίτητο να περιληφθούν αυτούσιες όλες οι παραπάνω διατυπώσεις της Οδηγίας που αφορούν στην αξιοποίηση των χαρτών ευαισθησίας της άγριας πανίδας.
    Σε κάθε περίπτωση, η προώθηση των έργων ΑΠΕ σε – καθορισμένες με πολύ αυστηρά κριτήρια – «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ» υποτίθεται ότι θα πρέπει να έχει και σκοπό τη μείωση των συγκρούσεων ανάπτυξης ΑΠΕ και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, αφού θα υπάρχουν ισχυρά κίνητρα για τους ενεργειακούς φορείς να κατευθυνθούν προς τις «περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ». Για να είναι πραγματικά αποτελεσματική αυτή η προσέγγιση θα πρέπει αναπόφευκτα να συνδυαστεί με σαφείς χωροταξικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη έργων ΑΠΕ σε περιοχές NATURA και φυσικές περιοχές.
    Τέλος, δεν μπορεί παρά να μη σχολιαστεί το γεγονός πως η Διοίκηση «σπεύδει» (ορθώς) με την ενσωμάτωση της Οδηγίας να ανταποκριθεί στην εκκίνηση διαδικασίας επί παραβάσει της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας που άνοιξε προ λίγων μηνών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά συνεχίζει να παραλείπει σκόπιμα (σε τελείως απαράδεκτο βαθμό) να μην δείχνει οποιαδήποτε πρόθεση να συμμορφωθεί με την πολύ πιο σοβαρή (αφού βρίσκεται στο στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης) και πολύ πιο μακρόχρονη (η διαδικασία έχει ανοίξει από το 2014!) παράβαση της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας σε σχέση με την αδειοδότηση αιολικών σταθμών στις περιοχές NATURA. Είναι τουλάχιστον οξύμωρο ότι με το παρόν Σχέδιο Νόμου εισάγονται διατάξεις που αφορούν την χωροταξία των ΑΠΕ, τη στιγμή που το ισχύον Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τις ΑΠΕ έχει χαρακτηριστεί ως μη συμβατό με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία!

  • Στα Άρθρα 9 – 12

    Η Ανισότητα στην Περιβαλλοντική Αδειοδότηση
    Η βασική καινοτομία του νομοσχεδίου είναι η καθιέρωση των «Περιοχών Επιτάχυνσης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας», όπου φωτοβολταϊκά και αιολικά έργα (εκτός Natura 2000) θα μπορούν να εξαιρούνται από την υποχρέωση έκδοσης ΑΕΠΟ (Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων). Αυτό μειώνει δραστικά τον χρόνο αδειοδότησης για τις συγκεκριμένες τεχνολογίες.
    Αντίθετα, για τα ΜΥΗΣ, η απαίτηση ΑΕΠΟ παραμένει υποχρεωτική. Η μόνη προβλεπόμενη διευκόλυνση —η δυνατότητα προσφυγής στα περιφερειακά ή κεντρικά συμβούλια (ΠΕΣΠΑ/ΚΕΣΠΑ) έναν μήνα πριν τη λήξη της διαβούλευσης— αποτελεί μια διοικητική «δικλείδα ασφαλείας», η οποία όμως δεν αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος: τη γραφειοκρατική πολυπλοκότητα και τη χρονική καθυστέρηση.
    Η διατήρηση της πλήρους περιβαλλοντικής διαδικασίας για τα ΜΥΗΣ δημιουργεί δύο κρίσιμα προβλήματα:

    1. Χρονική Υστέρηση: Ενώ τα αιολικά και φωτοβολταϊκά θα ωριμάζουν σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα ΜΥΗΣ θα παραμένουν εγκλωβισμένα σε πολυετείς αδειοδοτικούς κύκλους.
    2. Απώλεια Ηλεκτρικού Χώρου: Λόγω της βραδύτητας στην αδειοδότηση, όταν ένα ΜΥΗΣ φτάσει τελικά στο στάδιο της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης, ο διαθέσιμος ηλεκτρικός χώρος στο δίκτυο θα έχει πιθανότατα καταληφθεί από τα «ταχύτερα» έργα άλλων τεχνολογιών.
    Παρόλο που τα ΜΥΗΣ προσφέρουν σταθερή παραγωγή και συμβάλλουν στην ευστάθεια του συστήματος, η εξαίρεσή τους από τις διαδικασίες επιτάχυνσης τα καθιστά επενδυτικά ευάλωτα. Χωρίς μια πιο γενναία απλοποίηση, ο κλάδος κινδυνεύει με στασιμότητα, καθώς ο συνδυασμός μακράς αδειοδότησης και περιορισμένου δικτύου ακυρώνει ή μειώνει στην πράξη τη πιθανότητα υλοποίησης των έργων αυτών.

    Εφόσον η αδειοδοτική ωρίμανση (ΑΕΠΟ) παραμένει χρονοβόρα, η μόνη ουσιαστική θωράκιση των έργων είναι η διασφάλιση της θέσης τους στην «ουρά» του δικτύου.
    Η πρόταση για υπαγωγή στην Ομάδα Β (ή αντίστοιχη κατηγορία υψηλής προτεραιότητας) στον ΔΕΔΔΗΕ/ΑΔΜΗΕ στηρίζεται στα εξής επιχειρήματα:
    1. Τεχνική Αναγκαιότητα: Τα ΜΥΗΣ έχουν υψηλότερο συντελεστή χρησιμοποίησης και προσφέρουν βάση (baseload) στο σύστημα, σε αντίθεση με την τυχαιότητα των αιολικών και φωτοβολταϊκών. Επομένως, ο ηλεκτρικός χώρος που «δεσμεύουν» έχει μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για την ευστάθεια του δικτύου.
    2. Αντιστάθμιση Καθυστέρησης: Επειδή η περιβαλλοντική αδειοδότηση των ΜΥΗΣ παραμένει σύνθετη, η ένταξη σε υψηλή προτεραιότητα θα δίνει πραγματικές δυνατότητες διεκδίκησης ή εξασφάλισης ηλεκτρικού χώρου στο δίκτυο, ώστε να αποτρέπεται ο εκτοπισμός τους από άλλα έργα και ειδικότερα από φωτοβολταϊκά έργα τα οποία αποτελούν και την βασική αιτία δημιουργίας αστάθειας και ανάγκης εξισορρόπησης στο δίκτυο.
    3. Δίκαιη Μετάβαση: Αν το κράτος επιβάλλει αυστηρότερο αδειοδοτικό πλαίσιο στα ΜΥΗΣ, οφείλει να παρέχει προνομιακή πρόσβαση στις υποδομές σύνδεσης, ώστε να μην εξοβελιστεί μια ολόκληρη τεχνολογία ΑΠΕ από την αγορά.

    Λαμβάνοντας υπόψη τη διατήρηση της απαίτησης ΑΕΠΟ για τα ΜΥΗΣ, σε αντίθεση με την απλοποίηση που προβλέπεται για άλλες τεχνολογίες, κρίνεται επιβεβλημένη η υπαγωγή του συνόλου των Μικρών Υδροηλεκτρικών Έργων σε καθεστώς υψηλής προτεραιότητας για τη χορήγηση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης (π.χ. Ομάδα Β). Η ρύθμιση αυτή αποτελεί το μοναδικό αποτελεσματικό αντιστάθμισμα στον αυξημένο χρόνο αδειοδοτικής ωρίμανσης και εγγυάται τη διαθεσιμότητα ηλεκτρικού χώρου για μια τεχνολογία κρίσιμη για την ευστάθεια του εθνικού συστήματος.

  • 7 Απριλίου 2026, 11:12 | Μανώλης Στεργίου

    Απουσιάζει η πρόβλεψη για τη μικρότερη και πλέον άμεσα αξιοποιήσιμη μορφή αυτοπαραγωγών: τα φωτοβολταϊκά στις στέγες των σπιτιών. Δεν υπάρχει ενεργειακός χώρος, ενώ η ΕΕ επιβάλλει να υπάρχει διευκόλυνση στους αυτοπαραγωγούς. Τότε για ποια ενεργειακή δημοκρατία μιλάμε;

  • 3 Απριλίου 2026, 12:37 | Στρατης Τελλογλου

    [12:28 PM, 4/3/2026] stratis63: *Τίτλος:*
    Θέσπιση απλοποιημένου πλαισίου για φωτοβολταϊκά εξωστών (plug-in PV έως 800W)

    *Σχόλιο:*

    Η προτεινόμενη νομοθετική πρωτοβουλία για την επιτάχυνση της διείσδυσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, απουσιάζει πλήρως πρόβλεψη για τη μικρότερη και πλέον άμεσα αξιοποιήσιμη μορφή αυτοπαραγωγής: τα φωτοβολταϊκά εξωστών (plug-in photovoltaic systems).

    Η παράλειψη αυτή στερεί από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού – ιδίως ενοικιαστές και κατοίκους πολυκατοικιών – τη δυνατότητα συμμετοχής στην ενεργειακή μετάβαση.

    *1. Ευρωπαϊκή υποχρέωση και κατευθύνσεις*

    Οι Οδηγίες (ΕΕ) 2018/2001 (RED II) και (ΕΕ) 2023/2413 (RED III) κατοχυρώνουν το δικαίωμα των καταναλωτών να παράγουν, να καταναλώνουν και να αποθηκεύουν ενέργεια, επιβάλλοντας στα κράτη μέλη την άρση δυσανάλογων διοικητικών εμποδίων.

    Η μη πρόβλεψη απλοποιημένου καθεστώτος για πολύ μικρές εγκαταστάσεις αντιβαίνει στο πνεύμα των ανωτέρω οδηγιών, ιδίως ως προς την έννοια του “prosumers” και της αποκεντρωμένης παραγωγής.

    *2. Διεθνής και ευρωπαϊκή πρακτική*

    Σε κράτη μέλη όπως η Γερμανία, τα λεγόμενα “Balkonkraftwerke” έχουν ήδη ρυθμιστεί με:

    * όριο ισχύος inverter έως 800 W,
    * απλή διαδικασία καταχώρησης,
    * χωρίς απαίτηση άδειας ή προέγκρισης διαχειριστή.

    Η εμπειρία αυτή έχει αποδείξει ότι:

    * δεν προκύπτουν ζητήματα ασφάλειας δικτύου,
    * δεν παρατηρούνται προβλήματα ποιότητας ισχύος,
    * η συμμετοχή των πολιτών αυξάνεται σημαντικά.

    *3. Τεχνική αξιολόγηση*

    Τα συστήματα αυτά:

    * έχουν ισχύ μικρότερη από κοινές οικιακές συσκευές,
    * διαθέτουν υποχρεωτικά προστασία anti-islanding,
    * εγχέουν ελάχιστη περίσσεια ενέργειας στο δίκτυο.

    Συνεπώς, η απαίτηση έγκρισης από διαχειριστή ή σύμβασης σύνδεσης θα ήταν δυσανάλογη και διοικητικά επιβαρυντική.

    *4. Κοινωνική διάσταση*

    Η θέσπιση πλαισίου για plug-in φωτοβολταϊκά:

    * ενισχύει την ενεργειακή δημοκρατία,
    * δίνει πρόσβαση σε ενοικιαστές,
    * μειώνει το ενεργειακό κόστος νοικοκυριών χωρίς ιδιόκτητη στέγη.

    *5. Πρόταση*

    Προτείνεται η προσθήκη ειδικής διάταξης με τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:

    * επιτρεπόμενη ισχύς έως 800 W (inverter),
    * απαλλαγή από άδεια και περιβαλλοντική αδειοδότηση,
    * απλή γνωστοποίηση αντί έγκρισης,
    * ρητή πρόβλεψη ότι δεν απαιτείται συναίνεση πολυκατοικίας, παρά μόνο για λόγους ασφάλειας ή προστασίας μνημείων,
    * υποχρεωτική συμμόρφωση με ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας.

    *6. Συμπέρασμα*

    Η ενσωμάτωση της ανωτέρω ρύθμισης αποτελεί χαμηλού κόστους και άμεσης απόδοσης παρέμβαση, πλήρως ευθυγραμμισμένη με το ενωσιακό δίκαιο και τη βέλτιστη ευρωπαϊκή πρακτική.

    Η παράλειψή της θα διατηρήσει αδικαιολόγητους φραγμούς στην ευρύτερη κοινωνική συμμετοχή στην ενεργειακή μετάβαση.

    Για τους λόγους αυτούς, ζητείται η συμπερίληψη σχετικής διάταξης στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο.
    [12:28 PM, 4/3/2026] stratis63:

  • 3 Απριλίου 2026, 11:44 | Γεώγιος Κόλλιας

    Άρθρο 9

    Περιοχές Επιτάχυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Aντικατάσταση άρθρου 7Α ν. 3468/2006.
    Στην παρ. 2 αναφέρεται : «Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κατόπιν εισήγησης της Γενικής Γραμματείας Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος, η οποία προηγουμένως έχει εκπονήσει Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, ορίζονται οι Περιοχές Επιτάχυνσης για σταθμούς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.), εφόσον δεν επέρχονται σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε προστατευόμενες περιοχές του Δικτύου «Natura 2000».
    Αντί της διαδικασίας μέσω απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος να λαμβάνονται υπόψη τα προβλεπόμενα για κάθε περιοχή στις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες, παρόλη τη μεγάλη καθυστέρηση να ολοκληρωθούν.