Άρθρο 01- Κύρωση της Σύμβασης

Κυρώνεται και έχει την ισχύ της παραγράφου 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Νομιμοποίηση, Ανίχνευση, Κατάσχεση και Δήμευση Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και για τη Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας που υπογράφηκε στη Βαρσοβία στις 16 Μαΐου 2005 (εφεξής «Σύμβαση»), το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην αγγλική και στην γαλλική γλώσσα, και σε μετάφραση στην ελληνική, έχει ως εξής:

Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Νομιμοποίηση Εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, την Έρευνα, την Κατάσχεση και τη Δήμευση των Προϊόντων Εγκλήματος και τη Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας

Βαρσοβία, 16.5.2005

Προίμιο

Τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και οι άλλοι Υπογράφοντες την παρούσα,
Θεωρώντας ότι στόχος του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι να επιτύχει μεγαλύτερη ενότητα μεταξύ των μελών του,
Πεπεισμένοι για την ανάγκη να ακολουθηθεί μια κοινή ποινική πολιτική που θα στοχεύει στην προστασία της κοινωνίας,
Θεωρώντας ότι η πάλη κατά του σοβαρού εγκλήματος, που έχει γίνει ένα αυξανόμενο διεθνές πρόβλημα, απαιτεί τη χρήση σύγχρονων και αποτελεσματικών μεθόδων σε διεθνή κλίμακα,
Θεωρώντας ότι μια από αυτές τις μεθόδους συνίσταται στη στέρηση των εγκληματιών από τα προϊόντα και τα όργανα του εγκλήματος,
Θεωρώντας ότι για την επίτευξη αυτού του στόχου πρέπει επίσης να καθιερωθεί ένα λειτουργικό σύστημα διεθνούς συνεργασίας,
Λαμβάνοντας υπόψη τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, την έρευνα, τη κατάσχεση και τη δήμευση προϊόντων εγκλήματος (ETS αριθ. 141 – εφεξής αποκαλούμενη «Σύμβαση του 1990»),
Αναφερόμενοι επίσης στο Ψήφισμα 1373 (2001) σχετικά με τις απειλές της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας που προκαλούνται από τρομοκρατικές πράξεις, το οποίο υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις 28 Σεπτεμβρίου 2001 και ιδιαίτερα την παράγραφό 3.δ.,
Αναφερόμενοι στη Διεθνή Σύμβαση για την Καταστολή της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 9 Δεκεμβρίου 1999 και, ιδιαίτερα, στα άρθρα 2 και 4, τα οποία υποχρεώνουν τα Συμβαλλόμενα Κράτη να αναγνωρίσουν τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ως ποινικό αδίκημα,
Πεπεισμένοι για την αναγκαιότητα να ληφθούν άμεσα μέτρα για να επικυρωθεί και να εφαρμοστεί πλήρως η Διεθνής Σύμβαση για την Καταστολή της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας, που αναφέρεται πιο πάνω,

Συμφωνήσαν τα εξής:

Κεφάλαιο Ι – Χρήση των όρων

Άρθρο 1 – Χρήση των όρων

Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης:
α. «προϊόντα» νοούνται οποιοδήποτε οικονομικά πλεονεκτήματα προερχόμενα ή αποκτηθέντα, άμεσα ή έμμεσα, από ποινικά αδικήματα. Τα εν λόγω πλεονεκτήματα είναι δυνατόν να συνίστανται σε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, όπως αυτό καθορίζεται στην υποπαράγραφο β αυτού του άρθρου,
β. «περιουσιακά στοιχεία» περιλαμβάνουν περιουσιακά στοιχεία οποιασδήποτε περιγραφής, υλικής ή άυλης, κινητής ή ακίνητης καθώς και νόμιμοι τίτλοι και έγγραφα που αποδεικνύουν τίτλο ή συμφέρον επί αυτών των περιουσιακών στοιχείων,
γ. «όργανα» νοούνται οποιοδήποτε περιουσιακά στοιχεία χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν, με οποιονδήποτε τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, για τη διάπραξη μιας ή περισσότερων αξιόποινων πράξεων
δ. «δήμευση» νοείται ποινή ή μέτρο, που επιβάλλεται από δικαστήριο, έπειτα από δίκη για ποινικό αδίκημα ή αδικήματα, η οποία κατέληξε στην οριστική αποστέρηση περιουσίας,
ε. «βασικό αδίκημα» νοείται οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, συνεπεία του οποίου παρήχθησαν προϊόντα που μπορούν να γίνουν αντικείμενο του αδικήματος, που περιγράφεται στο άρθρο 9 της Σύμβασης,
στ. «Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών» (εφεξής αναφερόμενη ως «ΜΧΠ») νοείται μια κεντρική, εθνική υπηρεσία που είναι αρμόδια για τη λήψη (και, όπου επιτρέπεται, την αίτηση), την ανάλυση και τη διάδοση στις αρμόδιες αρχές, αποκαλύψεων οικονομικών πληροφοριών,
i. που αφορούν ύποπτα προϊόντα και πιθανή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή
ii. που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία ή κανονισμούς,
προκειμένου να καταπολεμηθεί η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,
ζ. «δέσμευση» ή «κατάσχεση» νοείται η προσωρινή απαγόρευση μεταφοράς, καταστροφής, μετατροπής, διάθεσης ή μετακίνησης περιουσιακών στοιχείων ή η προσωρινή ανάληψη της φύλαξης ή του έλεγχου περιουσιακών στοιχείων, επί τη βάσει απόφασης που έχει εκδοθεί από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή
η. «χρηματοδότηση της τρομοκρατίας» νοούνται οι πράξεις που καθορίζονται στο άρθρο 2 της Διεθνούς Σύμβασης για την Καταστολή της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας, που αναφέρεται ανωτέρω.

Κεφάλαιο ΙΙ – Χρηματοδότηση της τρομοκρατίας

Άρθρο 2 – Εφαρμογή της Σύμβασης αναφορικά με την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα, προκειμένου να καταστήσει δυνατή την εφαρμογή των διατάξεων που περιλαμβάνονται στα Κεφάλαια ΙΙΙ, IV και V αυτής της Σύμβασης για την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
2. Ειδικότερα, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα εξασφαλίσει ότι είναι σε θέση να ερευνά, εντοπίζει, προσδιορίζει, δεσμεύει, κατάσχει και δημεύει περιουσιακά στοιχεία, νόμιμης ή μη προέλευσης, που έχουν χρησιμοποιηθεί ή που έχουν διατεθεί για να χρησιμοποιηθούν με οποιαδήποτε μέσο, εν όλω ή εν μέρει, για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή προϊόντα αυτού του αδικήματος, και να συνεργάζεται για αυτό το σκοπό στη μεγαλύτερη δυνατή εμβέλεια.

Κεφάλαιο ΙΙΙ – Μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε εθνικό επίπεδο

Υποκεφάλαιο 1 – Γενικές διατάξεις

Άρθρο 3 – Μέτρα δήμευσης

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα, προκειμένου να καταστήσει δυνατή την δήμευση των οργάνων και των προϊόντων ή των περιουσιακών στοιχείων, σε αξία αντίστοιχη αυτών των προϊόντων και παράνομων περιουσιακών στοιχείων.
2. Δεδομένου ότι η παράγραφος 1 αυτού του άρθρου εφαρμόζεται στη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και στις κατηγορίες αδικημάτων του παραρτήματος της Σύμβασης, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επίσημου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, με μια δήλωση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να δηλώσει ότι η παράγραφος 1 αυτού του άρθρου εφαρμόζεται.
α. μόνο στο βαθμό που το αδίκημα τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφαλείας μέγιστης διάρκειας άνω του έτους. Εντούτοις, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να προβεί σε μια δήλωση σχετικά με αυτή τη διάταξη για τη δήμευση των προϊόντων από φορολογικά αδικήματα, με αποκλειστικό σκοπό να καταστήσει δυνατή τη δήμευση τέτοιων προϊόντων, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και μέσω διεθνούς/ διασυνοριακής συνεργασίας, στο πλαίσιο της εθνικής και διεθνούς νομοθεσίας περί είσπραξης φόρων και/ή
β. μόνο σε λίστα συγκεκριμένων αδικημάτων.
3. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να προβλέψουν την υποχρεωτική δήμευση, αναφορικά με τα αδικήματα που υπόκεινται σε καθεστώς δήμευσης. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν συγκεκριμένα να συμπεριλάβουν σε αυτήν τη διάταξη τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της διακίνησης ναρκωτικών, της εμπορίας ανθρώπων και οποιοδήποτε άλλο σοβαρό αδίκημα.
4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα προκειμένου, στις περιπτώσεις σοβαρού αδικήματος ή σοβαρών αδικημάτων όπως καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο, να απαιτείται από τον δράστη να καταδεικνύει την προέλευση των φερόμενων ως προϊόντων εγκλήματος ή άλλων υποκείμενων σε δήμευση περιουσιακών στοιχείων, εφόσον αυτή η απαίτηση συμβαδίζει με τις αρχές του εσωτερικού του δικαίου.

Άρθρο 4 – Ανακριτικά και προσωρινά μέτρα

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να δύναται ταχύτατα να προσδιορίζει, εντοπίζει, δεσμεύει ή κατάσχει περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το Άρθρο 3, ούτως ώστε να διευκολυνθεί στην συνέχεια η επιβολή της δήμευσης.

Άρθρο 5 – Δέσμευση, κατάσχεση και δήμευση

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα θεσπίζει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα μέτρα δέσμευσης, κατάσχεσης και δήμευσης συμπεριλαμβάνουν επίσης:
α. περιουσιακά στοιχεία, στα οποία έχουν μετασχηματιστεί ή μετατραπεί τα προϊόντα
β. περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από νόμιμες πηγές, εφόσον τα προϊόντα έχουν αναμιχθεί, εν όλω ή εν μέρει, με τέτοια περιουσιακά στοιχεία, μέχρι της εκτιμώμενης αξίας των αναμιχθέντων προϊόντων
γ. εισόδημα ή άλλα οφέλη που απορρέουν από τα προϊόντα, από τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία τα προϊόντα του εγκλήματος έχουν μετασχηματιστεί ή μετατραπεί ή από τα περιουσιακά στοιχεία με τα οποία τα προϊόντα του εγκλήματος έχουν αναμιχθεί, μέχρι την εκτιμώμενη αξία των αναμιχθέντων προϊόντων, με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση με τα προϊόντα.

Άρθρο 6 – Διαχείριση των δεσμευμένων ή κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει τη σωστή διαχείριση των δεσμευμένων ή κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 αυτής της Σύμβασης.

Άρθρο 7 – Ανακριτικές αρμοδιότητες και τεχνικές

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να εξουσιοδοτήσει τις Δικαστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές να διατάσσουν την παράδοση ή κατάσχεση τραπεζικών, οικονομικών ή εμπορικών αρχείων, προκειμένου να διεξάγονται οι ενέργειες που αναφέρονται στα Άρθρα 3, 4 και 5. Κανένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν θα αρνείται να ενεργήσει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου, επικαλούμενο το τραπεζικό απόρρητο.
2. Χωρίς επιφύλαξη ως προς την παράγραφο 1, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα, προκειμένου να δύναται:
α. να καθορίζει εάν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι κάτοχος ή δικαιούχος ενός ή περισσότερων λογαριασμών, οποιασδήποτε φύσης, σε οποιαδήποτε τράπεζα που βρίσκεται στην επικράτειά του και, στην περίπτωση αυτή, να λαμβάνει όλες τις λεπτομέρειες των προσδιορισμένων λογαριασμών.
β. να λαμβάνει τα στοιχεία των συγκεκριμένων τραπεζικών λογαριασμών και των τραπεζικών πράξεων που έχουν διενεργηθεί κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου, μέσω ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων και των στοιχείων οποιουδήποτε αποστέλλοντος ή λαμβάνοντος λογαριασμού
γ. να παρακολουθεί, κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου, τις τραπεζικές πράξεις που διενεργούνται μέσω ενός ή περισσότερων προσδιορισμένων/ λογαριασμών και,
δ. να διασφαλίζει ότι οι τράπεζες δεν αποκαλύπτουν στον ενδιαφερόμενο πελάτη της τράπεζας ή σε άλλα τρίτα πρόσωπα ότι έχουν αναζητηθεί ή ληφθεί πληροφορίες σύμφωνα με τα εδάφια α, β ή γ ή ότι διεξάγεται έρευνα.
Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα εξετάσουν την επέκταση αυτής της διάταξης στους λογαριασμούς που τηρούνται σε μη τραπεζικά χρηματοοικονομικά ιδρύματα.
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα εξετάσει την θέσπιση/υιοθέτηση των αναγκαίων νομοθετικών και άλλων μέτρων, προκειμένου να καταστήσει δυνατή τη χρήση ειδικών ανακριτικών τεχνικών, οι οποίες θα διευκολύνουν τον προσδιορισμό και τον εντοπισμό των προϊόντων και τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων που σχετίζονται με αυτά, όπως η παρακολούθηση, η υποκλοπή τηλεπικοινωνιών, η πρόσβαση σε συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και η εντολή παράδοσης συγκεκριμένων εγγράφων.

Άρθρο 8 – Ένδικα μέσα

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη που επηρεάζονται από τα μέτρα, σύμφωνα με τα Άρθρα 3, 4 και 5 και όποιες σχετικές σε αυτή την παράγραφο διατάξεις, θα έχουν στην διάθεση τους αποτελεσματικά ένδικα μέσα προκειμένου να διαφυλάξουν τα δικαιώματά τους.

Άρθρο 9 – Αδικήματα σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο να στοιχειοθετηθούν ως αδικήματα, όταν διαπράττονται με δόλο:
α. η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε εγκληματική δραστηριότητα, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε ενέχεται στη δραστηριότητα αυτή, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες της δραστηριότητάς του
β. η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της πραγματικής φύσης, προέλευσης, θέσης, διάθεσης, διακίνησης, σχετικών τίτλων ιδιοκτησίας των περιουσιακών στοιχείων, εφόσον προκύπτει γνώση του ότι τα περιουσιακά στοιχεία αυτά είναι προϊόντα
και, σύμφωνα με τις συνταγματικές αρχές και τις βασικές αρχές του νομικού του συστήματός
γ. η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσιακών στοιχείων, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης ότι τα περιουσιακά στοιχεία αυτά αποτελούσαν προϊόντα
δ. η συμμετοχή, η σύσταση οργάνωσης ή η συνωμοσία για την διάπραξη, η απόπειρα διάπραξης και η συνδρομή στην διάπραξη, η υποκίνηση, διευκόλυνση και παροχή συμβουλών για τη διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που στοιχειοθετούνται σύμφωνα με αυτό το άρθρο.
2. Για τους σκοπούς της εκτέλεσης ή εφαρμογής της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου:
α. δεν θα έχει σημασία εάν το βασικό αδίκημα υπόκειται στην δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων του Συμβαλλόμενου Μέρους
β. δύναται να προβλεφθεί ότι τα αδικήματα που αναφέρονται σε εκείνη την παράγραφο δεν αποδίδονται στα πρόσωπα που διέπραξαν το βασικό αδίκημα
γ. η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχείο ενός αδικήματος που αναφέρεται σε εκείνη την παράγραφο μπορούν να συνάγονται από τα πραγματικά περιστατικά
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος δύναται να υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να προβλέψει ως αδικήματα, βάσει του εσωτερικού του δικαίου, όλες ή μερικές από τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου, σε μία ή και στις δύο από τις ακόλουθες περιπτώσεις όπου ο δράστης
α. υποψιάστηκε ότι τα περιουσιακά στοιχεία ήταν προϊόντα,
β. όφειλε να έχει υποθέσει ότι τα περιουσιακά στοιχεία ήταν προϊόντα.
4. Υπό τον όρο ότι η παράγραφος 1 αυτού του άρθρου εφαρμόζεται στις κατηγορίες βασικών αδικημάτων που αναφέρονται στο Παράρτημα της Σύμβασης, κάθε Κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δύναται, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επίσημου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, με μια δήλωση που θα απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να δηλώσει ότι η παράγραφος 1 αυτού του άρθρου τυγχάνει εφαρμογής:
α. μόνο στο βαθμό που το βασικό αδίκημα τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφαλείας μέγιστης διάρκειας άνω του έτους ή για εκείνα τα Συμβαλλόμενα Μέρη που έχουν ένα ελάχιστο κατώτατο όριο για τα αδικήματα στο νομικό σύστημά τους, στο βαθμό που το αδίκημα τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφαλείας διάρκειας τουλάχιστον άνω των έξι μηνών ή/και
β. μόνο εάν εντάσσεται το βασικό αδίκημα σε ειδική λίστα συγκεκριμένων βασικών αδικημάτων ή/και
γ. σε συγκεκριμένη κατηγορία σοβαρών αδικημάτων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους.
5. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα διασφαλίσει ότι μια προγενέστερη ή ταυτόχρονη καταδίκη για το βασικό αδίκημα δεν αποτελεί προϋπόθεση, για μια καταδίκη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
6. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα διασφαλίσει ότι μια καταδίκη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, σύμφωνα με αυτό το άρθρο είναι δυνατή, όπου αποδεικνύεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία, που αποτελούν αντικείμενο της παραγράφου 1.α ή β αυτού του άρθρου, προήλθαν από κάποιο βασικό αδίκημα, χωρίς να είναι απαραίτητο να στοιχειοθετηθεί συγκεκριμένο αδίκημα.
7. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα διασφαλίσει ότι τα βασικά αδικήματα για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες επεκτείνονται και σε συμπεριφορές που έλαβαν χώρα σε άλλο Κράτος, οι οποίες στοιχειοθετούν αδικήματα σε εκείνο το Κράτος και οι οποίες θα στοιχειοθετούσαν βασικό αδίκημα, αν είχαν λάβει χώρα στο εσωτερικό του. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος δύναται να ορίσει ότι μόνη προϋπόθεση είναι η συμπεριφορά να στοιχειοθετεί βασικό αδίκημα στο εσωτερικό του.

Άρθρο 10 – Εταιρική ευθύνη

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα νομικά πρόσωπα μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνα για τα ποινικά αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες που προβλέπονται σε αυτή τη Σύμβαση, τα οποία διαπράχθηκαν προς όφελός τους από οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί είτε ατομικά είτε ως τμήμα ενός οργάνου του νομικού προσώπου, το οποίο κατέχει μια διευθυντική θέση εντός του νομικού προσώπου, βάσει:
α. της εξουσίας αντιπροσώπευσης του νομικού προσώπου ή
β. της εξουσίας λήψης αποφάσεων εξ ονόματος του νομικού προσώπου ή
γ. της εξουσίας άσκησης ελέγχου στο νομικό πρόσωπο,
όπως και για τη συμμετοχή ενός τέτοιου φυσικού προσώπου ως συνεργού ή ηθικού αυτουργού στα προαναφερθέντα αδικήματα.
2. Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέφθηκαν ήδη στην παράγραφο 1, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι ένα νομικό πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο, όταν η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου από ένα φυσικό πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει καταστήσει πιθανή τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, προς όφελος εκείνου του νομικού προσώπου, από ένα φυσικό πρόσωπο που είναι υπό την εξουσία του.
3. Η ευθύνη ενός νομικού προσώπου, σύμφωνα με αυτό το άρθρο, δεν θα αποκλείει την άσκηση ποινικής δίωξης κατά των φυσικών πρόσωπων που είναι δράστες, ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί, των ποινικών αδικημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα διασφαλίσει ότι τα νομικά πρόσωπα που θεωρούνται υπεύθυνα, σύμφωνα με αυτό το άρθρο, υπόκεινται σε αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές ποινικές ή μη-ποινικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των χρηματικών κυρώσεων.

Άρθρο 11 – Προηγούμενες αποφάσεις

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον καθορισμό της ποινής, οριστικές αποφάσεις κατά ενός φυσικού ή νομικού πρόσωπου, που έχουν ληφθεί από έτερο Συμβαλλόμενο Μέρος, σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται στην παρούσα Σύμβαση.

Υποκεφάλαιο 2 – Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (ΜΧΠ) και πρόληψη

Άρθρο 12 – Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (ΜΧΠ)

1.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να ιδρύσει μια μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών, όπως καθορίζεται στην παρούσα Σύμβαση.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι η μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών του έχει εγκαίρως πρόσβαση, άμεσα ή έμμεσα, στις οικονομικές, διοικητικές και αστυνομικές πληροφορίες που απαιτούνται προκειμένου να εκτελέσει ορθά τις λειτουργίες της, συμπεριλαμβανομένης και της ανάλυσης εκθέσεων ύποπτων συναλλαγών.

Άρθρο 13 – Μέτρα αποτροπής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να δημιουργήσει ένα περιεκτικό εσωτερικό ρυθμιστικό και εποπτικό ή ελεγκτικό καθεστώς για να αποτρέψει τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα ισχύοντα διεθνή πρότυπα, συμπεριλαμβανόμενων ιδιαιτέρως των συστάσεων που υιοθετούνται από την Ομάδα Δράσης Οικονομικών Πράξεων σχετικά με το Ξέπλυμα Χρήματος (FATF).
2. Από αυτή την άποψη, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει, συγκεκριμένα, αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα, προκειμένου να:
α. απαιτεί από νομικά και φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν σε δραστηριότητες που είναι ιδιαιτέρως πιθανό να χρησιμοποιούνται με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και σχετικά με αυτές τις δραστηριότητες:
i. να εξακριβώνουν και να ελέγχουν την ταυτότητα των πελατών τους και, ενδεχομένως, των πραγματικών δικαιούχων και να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας στην επαγγελματική αυτή σχέση, ανάλογα με το βαθμό κινδύνου
ii. να αναφέρουν υπόνοιες νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, όπου απαιτείται προστασία
iii. να λαμβάνουν υποστηρικτικά μέτρα, όπως η τήρηση αρχείων σχετικά με τους πελάτες και τις συναλλαγές τους, την κατάρτιση του προσωπικού και την καθιέρωση εσωτερικών κανονισμών και διαδικασιών και, εάν κριθεί σκόπιμο, προσαρμοσμένα στο μέγεθος και τη φύση της επιχείρησής:
β. να απαγορεύουν, ανάλογα με την περίπτωση, στα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο α, να αποκαλύπτουν ότι έχει πραγματοποιηθεί μια αναφορά ύποπτης συναλλαγής ή σχετικές πληροφορίες έχουν υποβληθεί ή ότι πραγματοποιείται έρευνα για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή μπορεί να πραγματοποιηθεί
γ. να διασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο α υπόκεινται σε αποτελεσματικά συστήματα ελέγχου και, όπου είναι εφαρμόσιμο, συστήματα εποπτείας, με σκοπό να διασφαλιστεί η συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, όπου κρίνεται σκόπιμο, ανάλογα με το βαθμό κινδύνου
3. Ενόψει των ανωτέρω, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να ανιχνεύσει τη σημαντική διασυνοριακή μεταφορά μετρητών και των αντίστοιχων διαπραγματεύσιμων αξιόγραφων.

Άρθρο 14 – Αναβολή των εσωτερικών ύποπτων συναλλαγών

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετεί τέτοια νομοθετικά και άλλα μέτρα, όπως μπορεί να είναι απαραίτητο, προκειμένου να επιτρέψει την ανάληψη άμεσων ενεργειών από τη ΜΧΠ ή, ανάλογα με την περίπτωση, από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή ή σώμα, όταν υπάρχει υποψία ότι μια συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, προκειμένου να αναστείλει ή να αρνηθεί τη συγκατάθεση σε μια συναλλαγή που προχωρά, για να αναλυθεί η συναλλαγή και να επιβεβαιωθεί η υποψία. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να περιορίσει ένα τέτοιο μέτρο στις περιπτώσεις όπου έχει υποβληθεί μια αναφορά ύποπτης συναλλαγής. Η μέγιστη διάρκεια οποιασδήποτε αναστολής ή άρνησης συγκατάθεσης σε μια συναλλαγή υπόκειται στις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.

Κεφάλαιο IV – Διεθνής συνεργασία

Υποκεφάλαιο 1 – Αρχές της διεθνούς συνεργασίας

Άρθρο 15 – Γενικές αρχές και μέτρα για τη διεθνή συνεργασία

1.Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα συνεργάζονται αμοιβαία το ένα με το άλλο, στην ευρύτερη δυνατή έκταση, για τους σκοπούς των ερευνών και των διαδικασιών που στοχεύουν στη δήμευση οργάνων και προϊόντων.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετεί τέτοια νομοθετικά ή άλλα μέτρα, που μπορεί να είναι απαραίτητα, προκειμένου να του επιτρέψουν να συμμορφωθεί, υπό τους όρους που προβλέπονται σε αυτό το κεφάλαιο, με αιτήματα:
α. για δήμευση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων που αντιπροσωπεύουν προϊόντα ή όργανα, καθώς επίσης και για την δήμευση προϊόντων που συνίστανται σε μια απαίτηση καταβολής ενός χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί στην αξία των προϊόντων
β. για ερευνητική συνδρομή και προσωρινά μέτρα, για κάθε μορφή δήμευσης που αναφέρεται στο ανωτέρω εδάφιο α.
3. Η ερευνητική συνδρομή και τα προσωρινά μέτρα που επιδιώκονται στην παράγραφο 2.β θα διεξάγονται όπως επιτρέπεται και σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους. Όπου το αίτημα σχετικά με ένα από αυτά τα μέτρα διευκρινίζει τις διατυπώσεις ή διαδικασίες που είναι απαραίτητες βάσει του δικαίου του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, ακόμα και αν αυτές είναι άγνωστες στο ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος, το τελευταίο θα συμμορφώνεται με τέτοια αιτήματα, στην έκταση που η επιδιωκόμενη δράση δεν είναι αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του.
4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετεί τέτοια νομοθετικά ή άλλα μέτρα, που μπορεί να είναι απαραίτητα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα αιτήματα που προέρχονται από άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη για τον προσδιορισμό, την επισήμανση, τη δέσμευση ή κατάσχεση προϊόντων και οργάνων, θα λαμβάνουν την ίδια προτεραιότητα, όπως εκείνα που υποβάλλονται στα πλαίσια των εσωτερικών διαδικασιών.

Υποκεφάλαιο 2 – Ερευνητική συνδρομή

Άρθρο 16 – Υποχρέωση συνδρομής

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα παρέχουν το ένα στο άλλο, κατόπιν αιτήσεως, το ευρύτερο δυνατό μέτρο συνδρομής στον προσδιορισμό και την επισήμανση των οργάνων, των προϊόντων και άλλων περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε δήμευση. Τέτοια συνδρομή θα περιλαμβάνει οποιοδήποτε μέτρο παρέχει και διασφαλίζει τα αποδεικτικά στοιχεία, ως προς την ύπαρξη, τη θέση ή τη μετακίνηση, τη φύση, το νομικό καθεστώς ή την αξία των προαναφερθέντων περιουσιακών στοιχείων.

Άρθρο 17 – Αιτήματα πληροφόρησης για τραπεζικούς λογαριασμούς

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, υπό τους όρους που προβλέπονται σε αυτό το άρθρο, θα λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα προκειμένου να προσδιορίσει, σε απάντηση ενός αιτήματος που στέλνεται από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, ότι ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που αποτελεί το υποκείμενο μιας ποινικής έρευνας, έχει ή ελέγχει έναν ή περισσότερους λογαριασμούς, οποιασδήποτε φύσης, σε οποιαδήποτε τράπεζα βρίσκεται στο επικράτειά του και, σε αυτή την περίπτωση, θα παρέχει τα στοιχεία των προσδιορισμένων λογαριασμών.
2. Η υποχρέωση που καθορίζεται σε αυτό το άρθρο θα ισχύει μόνο μέχρι του σημείου που οι πληροφορίες είναι στην κατοχή της τράπεζας που τηρεί το λογαριασμό.
3. Εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 37, το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, στο αίτημα:
α. θα δηλώνει γιατί θεωρεί ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είναι πιθανό να είναι ουσιαστικής σημασίας, για τους σκοπούς της ποινικής έρευνας για το αδίκημα
β. θα δηλώνει για ποιους λόγους θεωρεί ότι οι τράπεζες στο ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος τηρούν το λογαριασμό και θα διευκρινίζει, στην ευρύτερη δυνατή έκταση, ποιες τράπεζες ή/και λογαριασμοί μπορεί να εμπλέκονται και
γ. θα περιλαμβάνει οποιεσδήποτε πρόσθετες πληροφορίες είναι διαθέσιμες, οι οποίες μπορούν να διευκολύνουν την εκτέλεση του αιτήματος.
4. Το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση ενός τέτοιου αιτήματος από τους ίδιους όρους που εφαρμόζει για τα αιτήματα έρευνας και κατάσχεσης.
5. Κάθε Κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορεί, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επίσημου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, με μια δήλωση που θα απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να δηλώσει ότι αυτό το άρθρο ισχύει μόνο για τις κατηγορίες αδικημάτων που διευκρινίζονται στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα αυτής της Σύμβασης.
6. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να επεκτείνουν αυτήν τη διάταξη σε λογαριασμούς που τηρούνται σε μη τραπεζικούς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς. Τέτοια επέκταση μπορεί να υπόκειται στην αρχή της αμοιβαιότητας.

Άρθρο 18 – Αιτήματα πληροφόρησης για τραπεζικές συναλλαγές

1. Κατόπιν αιτήσεως από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος θα παρέχει τα στοιχεία των καθορισμένων τραπεζικών λογαριασμών και των τραπεζικών πράξεων που έχουν διενεργηθεί κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου μέσω ενός ή περισσότερων λογαριασμών που διευκρινίζονται στο αίτημα, συμπεριλαμβανομένων και των στοιχείων οποιουδήποτε αποστέλλοντος ή λαμβάνοντος λογαριασμού.
2. Η υποχρέωση που καθορίζεται σε αυτό το άρθρο θα ισχύει μόνο στην έκταση που οι πληροφορίες είναι στην κατοχή της τράπεζας που τηρεί το λογαριασμό.
3. Εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 37, το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος θα υποδεικνύει στο αίτημά γιατί θεωρεί τις ζητούμενες πληροφορίες σχετικές με το σκοπό της ποινικής έρευνας για το αδίκημα.
4. Το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση ενός τέτοιου αιτήματος από τους ίδιους όρους που εφαρμόζει για τα αιτήματα έρευνας και κατάσχεσης.
5. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να επεκτείνουν αυτή τη διάταξη σε λογαριασμούς που τηρούνται σε μη τραπεζικούς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς. Τέτοια επέκταση μπορεί να υπόκειται στην αρχή της αμοιβαιότητας.

Άρθρο 19 – Αιτήματα για παρακολούθηση τραπεζικών συναλλαγών

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα διασφαλίσει ότι, κατόπιν αιτήματος ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, είναι σε θέση να παρακολουθεί, κατά τη διάρκεια μιας καθορισμένης περιόδου, τις τραπεζικές πράξεις που διενεργούνται μέσω ενός ή περισσότερων λογαριασμών που διευκρινίζονται στο αίτημα και θα διαβιβάζει τα αποτελέσματα στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος.
2. Εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 37, το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος θα υποδεικνύει στο αίτημά του γιατί θεωρεί τις ζητούμενες πληροφορίες σχετικές με το σκοπό της ποινικής έρευνας για το αδίκημα.
3. Η απόφαση παρακολούθησης θα λαμβάνεται σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση από τις αρμόδιες αρχές του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, με τον οφειλόμενο σεβασμό στην εθνική νομοθεσία εκείνου του Συμβαλλόμενου Μέρους.
4. Οι πρακτικές λεπτομέρειες σχετικά με την παρακολούθηση θα συμφωνούνται μεταξύ των αρμόδιων αρχών του αιτούντος και του ερωτώμενου Συμβαλλόμενων Μερών.
5. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να επεκτείνουν αυτήν τη διάταξη σε λογαριασμούς που τηρούνται σε μη τραπεζικούς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς.

Άρθρο 20 – Αυθόρμητη πληροφόρηση

Χωρίς επιφύλαξη ως προς τις δικές του έρευνες ή διαδικασίες, ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, χωρίς προγενέστερο αίτημα, να αποστείλει σε ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος πληροφορίες για όργανα και προϊόντα, όταν θεωρεί ότι η αποκάλυψη μιας τέτοιας πληροφορίας μπορεί να βοηθήσει το λαμβάνον Συμβαλλόμενο Μέρος στην έναρξη ή τη διεξαγωγή των ερευνών ή διαδικασιών ή μπορεί να οδηγήσει σε ένα αίτημα από εκείνο το Συμβαλλόμενο Μέρος, στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου.

Υποκεφάλαιο 3 – Προσωρινά μέτρα

Άρθρο 21 – Υποχρέωση λήψεως προσωρινών μέτρων

1. Κατόπιν αιτήματος ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, το οποίο έχει αρχίσει ποινικές διαδικασίες ή διαδικασίες με σκοπό τη δήμευση, ένα Συμβαλλόμενο Μέρος θα λαμβάνει τα απαραίτητα προσωρινά μέτρα, όπως η δέσμευση ή η κατάσχεση, προκειμένου να αποτρέψει οποιαδήποτε συναλλαγή, μεταφορά ή διάθεση περιουσιακών στοιχείων τα οποία, σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο ενός αιτήματος για δήμευση ή που μπορεί να είναι τέτοιας φύσης ώστε να ικανοποιήσουν το αίτημα.
2. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει λάβει ένα αίτημα για δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 23, θα λαμβάνει, εάν του ζητηθεί, τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου για οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία αποτελούν το αντικείμενο του αιτήματος ή μπορούν να είναι τέτοιας φύσης, ώστε να ικανοποιήσουν το αίτημα.

Άρθρο 22 – Εκτέλεση των προσωρινών μέτρων

1. Μετά την εκτέλεση των προσωρινών μέτρων που έχουν ζητηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 21, το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος θα παρέχει αυθόρμητα και το συντομότερο δυνατόν στο ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος όλες τις πληροφορίες που μπορούν να αμφισβητήσουν ή να τροποποιήσουν την έκταση αυτών των μέτρων. Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος θα παρέχει επίσης χωρίς καθυστέρηση όλες τις συμπληρωματικές πληροφορίες που ζητούνται από το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος, οι οποίες είναι απαραίτητες για την εφαρμογή και την παρακολούθηση των προσωρινών μέτρων.
2. Πριν άρει οποιοδήποτε προσωρινό μέτρο που λήφθηκε σύμφωνα με αυτό το άρθρο, το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος, οπουδήποτε αυτό είναι δυνατό, θα δίνει στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος μια ευκαιρία να παρουσιάσει τους λόγους του υπέρ της συνέχισης του μέτρου.

Υποκεφάλαιο 4 – Δήμευση

Άρθρο 23 – Υποχρέωση δήμευσης

1. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, που έχει λάβει ένα αίτημα που υποβλήθηκε από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος και αφορά την δήμευση οργάνων ή προϊόντων, που βρίσκονται στο επικράτειά του:
α. θα εκτελεί μια απόφαση δήμευσης που εκδόθηκε από ένα δικαστήριο ενός αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, σε σχέση με τέτοια όργανα ή προϊόντα ή
β. θα υποβάλει το αίτημα στις αρμόδιες αρχές του, με σκοπό τη λήψη μιας απόφασης δήμευσης και, εάν χορηγηθεί τέτοια απόφαση, θα την εκτελεί.
2. Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παραγράφου 1.β αυτού του άρθρου, οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος, όποτε είναι απαραίτητο, θα έχει την αρμοδιότητα να ξεκινήσει τις διαδικασίες δήμευσης, βάσει του δικαίου του.
3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου θα ισχύουν επίσης για τη δήμευση που συνίσταται σε μια απαίτηση καταβολής ενός ποσού χρημάτων που αντιστοιχεί στην αξία των προϊόντων, εάν τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία μπορεί να επιβληθεί η δήμευση βρίσκονται στο ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά την επιβολή της δήμευσης σύμφωνα με την παράγραφο 1, το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος, εάν η πληρωμή δεν πραγματοποιηθεί, θα υλοποιεί την αξίωση σε οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία είναι διαθέσιμα για αυτό τον σκοπό.
4. Εάν ένα αίτημα δήμευσης αφορά ένα συγκεκριμένο στοιχείο της περιουσίας, τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να συμφωνήσουν ότι το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιβάλει την δήμευση υπό μορφή απαίτησης καταβολής ενός ποσού χρημάτων που αντιστοιχεί στην αξία των περιουσιακών στοιχείων.
5. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα συνεργάζονται στην ευρύτερη δυνατή έκταση, βάσει του εσωτερικού δικαίου τους, με εκείνα τα Συμβαλλόμενα Μέρη τα οποία ζητούν την εκτέλεση μέτρων ισοδύναμων με δήμευση, που οδηγούν σε αποστέρηση περιουσιακών στοιχείων και τα οποία δεν είναι ποινικές κυρώσεις, στο βαθμό που τέτοια μέτρα διατάσσονται από μια δικαστική αρχή του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους σε σχέση με ένα ποινικό αδίκημα, υπό τον όρο ότι έχει αποδειχθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία αποτελούν προϊόντα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία κατά την έννοια του Άρθρου 5 αυτής της Σύμβασης.

Άρθρο 24 – Εκτέλεση της δήμευσης

1. Οι διαδικασίες για την επίτευξη και την επιβολή της δήμευσης, σύμφωνα με το άρθρο 23, θα διέπονται από το δίκαιο του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.
2. Το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος θα δεσμεύεται από τα συμπεράσματα, ως προς τα γεγονότα, στο βαθμό που δηλώνονται σε μια καταδίκη ή δικαστική απόφαση του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους ή στο βαθμό που μια τέτοια καταδίκη ή δικαστική απόφαση βασίζεται εμμέσως σε αυτά.
3. Κάθε κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορεί, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επίσημου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, με μια δήλωση που θα απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να δηλώσει ότι η παράγραφος 2 αυτού του άρθρου εφαρμόζεται μόνο υπό τον όρο των συνταγματικών αρχών της και των βασικών εννοιών του νομικού συστήματός της.
4. Εάν η δήμευση συνίσταται στην απαίτηση καταβολής ενός ποσού χρημάτων, η αρμόδια αρχή του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους θα μετατρέψει το ποσό αυτό στο νόμισμα εκείνου του Συμβαλλόμενου Μέρους, με τη συναλλαγματική ισοτιμία που θα ισχύει όταν λαμβάνεται η απόφαση επιβολής της δήμευσης.
5. Στην περίπτωση του άρθρου 23, παράγραφος 1.α, μόνο το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος θα έχει το δικαίωμα να αποφασίσει σχετικά με οποιαδήποτε αίτηση αναθεώρησης της απόφασης δήμευσης.

Άρθρο 25 – Δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία

1. Τα περιουσιακά στοιχεία που δημεύονται από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 αυτής της Σύμβασης, θα διατίθενται από αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο και τις διοικητικές διαδικασίες του.
2. Όταν ενεργούν κατόπιν αιτήματος που υποβάλλεται από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 αυτής της Σύμβασης, τα Συμβαλλόμενα Μέρη, στην έκταση που επιτρέπεται από το εσωτερικό τους δίκαιο και εάν αυτό ζητηθεί, θα εξετάζουν κατά προτεραιότητα την επιστροφή των δημευθέντων περιουσιακών στοιχείων στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, ώστε να μπορεί να δώσει αποζημίωση στα θύματα του εγκλήματος ή να επιστρέψει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους.
3. Όταν ενεργεί κατόπιν αιτήματος που υποβάλλεται από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 αυτής της Σύμβασης, ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να εξετάσει ιδιαίτερα τη σύναψη συμφωνιών ή ρυθμίσεων για τον επιμερισμό με άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη, σε τακτική ή κατά περίπτωση βάση, τέτοιων περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο ή τις διοικητικές διαδικασίες του.

Άρθρο 26 – Δικαίωμα εκτέλεσης και μέγιστο ποσό δήμευσης

1. Ένα αίτημα δήμευσης, το οποίο υποβάλλεται σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24, δεν έχει επιπτώσεις στο δικαίωμα του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους να επιβάλλει αυτό την απόφαση δήμευσης.
2. Τίποτα σε αυτήν την Σύμβαση δεν θα ερμηνευθεί έτσι ώστε να επιτραπεί να υπερβεί η συνολική αξία της δήμευσης το χρηματικό ποσό που διευκρινίζεται στην απόφαση δήμευσης. Εάν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος διαπιστώσει ότι αυτό μπορεί να συμβεί, τα ενδιαφερόμενα μέρη θα προσέρχονται σε διαβουλεύσεις για να αποφύγουν μια τέτοια επίπτωση.

Άρθρο 27 – Φυλάκιση σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως

Το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος δεν θα επιβάλει φυλάκιση για αδυναμία εκπληρώσεως ή οποιοδήποτε άλλο μέτρο περιορίζει την ελευθερία ενός προσώπου, ως συνέπεια ενός αιτήματος σύμφωνα με το άρθρο 23, εάν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος έχει προσδιορίσει κάτι τέτοιο στο αίτημα.

Υποκεφάλαιο 5 – Άρνηση και αναβολή συνεργασίας

Άρθρο 28 – Λόγοι άρνησης

1. Η συνεργασία στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου μπορεί να τύχει άρνησης εάν:
α. η επιδιωκόμενη δράση θα ήταν αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού συστήματος του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους ή
β. η εκτέλεση του αιτήματος είναι πιθανό να βλάψει την κυριαρχία, ασφάλεια, δημόσια τάξη ή άλλα ουσιαστικά συμφέροντα του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους ή
γ. κατά τη γνώμη του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, η σημασία της υπόθεσης, την οποία αφορά το αίτημα, δεν δικαιολογεί τη λήψη των επιδιωκόμενων μέτρων ή
δ. το αδίκημα, το οποίο αφορά το αίτημα, είναι ένα φορολογικό αδίκημα, με εξαίρεση τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας
ε. το αδίκημα, το οποίο αφορά το αίτημα είναι ένα πολιτικό αδίκημα, με εξαίρεση τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή
στ. το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος θεωρεί ότι η συμμόρφωση με την επιδιωκόμενη δράση θα ήταν αντίθετη προς την αρχή του δεδικασμένου (ne bis in idem) ή
ζ. το αδίκημα, το οποίο αφορά το αίτημα, δεν συνιστά αδίκημα βάσει του νόμου του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, εάν είχε διαπραχθεί στη δικαιοδοσία του. Εντούτοις, αυτός ο λόγος άρνησης ισχύει για την συνεργασία στο πλαίσιο του Υποκεφαλαίου 2, μόνο στο βαθμό που η επιδιωκόμενη συνδρομή περιλαμβάνει καταναγκαστικές ενέργειες. Όπου απαιτείται διττό αξιόποινο για συνεργασία στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου, η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι έχει ικανοποιηθεί, ανεξάρτητα από το εάν και τα δύο Συμβαλλόμενα Μέρη τοποθετούν το αδίκημα στην ίδια κατηγορία αδικημάτων ή ονομάζουν το αδίκημα με την ίδια ορολογία, υπό τον όρο ότι και τα δύο Συμβαλλόμενα Μέρη ποινικοποιούν τη συμπεριφορά που περιγράφεται στο αδίκημα.
2. Η συνεργασία στο πλαίσιο του Υποκεφαλαίου 2, στο βαθμό που η επιδιωκόμενη συνδρομή περιλαμβάνει καταναγκαστικές ενέργειες και στο πλαίσιο του Υποκεφαλαίου 3 αυτού του Κεφαλαίου, μπορεί επίσης να τύχει άρνησης, εάν τα επιδιωκόμενα μέτρα δεν θα μπορούσαν να ληφθούν βάσει του εσωτερικού δικαίου του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους για τους σκοπούς των ερευνών ή των διαδικασιών, αν είχε υπάρξει μια παρόμοια εσωτερική υπόθεση.
3. Όπου το απαιτεί το δίκαιο του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, η συνεργασία στο πλαίσιο του Υποκεφαλαίου 2, στο βαθμό που η επιδιωκόμενη συνδρομή περιλαμβάνει καταναγκαστικές ενέργειες και στο πλαίσιο του Υποκεφαλαίου 3 αυτού του Κεφαλαίου, μπορεί επίσης να τύχει άρνησης, εάν τα επιδιωκόμενα μέτρα ή οποιαδήποτε άλλα μέτρα έχουν παρόμοια αποτελέσματα, δεν θα επιτρέπονταν βάσει του δικαίου του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους ή, όσον αφορά στις αρμόδιες αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, εάν το αίτημα δεν εγκρίνεται είτε από ένα δικαστή είτε από μια άλλη δικαστική αρχή, συμπεριλαμβανομένων και των εισαγγελέων, τη στιγμή που οποιεσδήποτε από αυτές τις αρχές ενεργούν σε σχέση με ποινικά αδικήματα.
4. Η συνεργασία στο πλαίσιο του Υποκεφαλαίου 4 αυτού του Κεφαλαίου μπορεί επίσης να τύχει άρνησης, εάν:
α. βάσει του δικαίου του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, δεν προβλέπεται δήμευση για τον τύπο αδικήματος, στον οποίο αφορά το αίτημα ή
β. με την επιφύλαξη της υποχρέωσης του Άρθρου 23, παράγραφος 3, θα ήταν αντίθετο προς τις αρχές του εσωτερικού δικαίου του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, όσον αφορά στα όρια της δήμευσης, σε σχέση με τη συνάφεια μεταξύ ενός αδικήματος και:
i. ενός οικονομικού οφέλους, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως προϊόν του ή
ii. περιουσιακών στοιχείων που μπορούν να χαρακτηριστούν ως όργανά του ή
γ. βάσει του δικαίου του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, η δήμευση δεν μπορεί πλέον να επιβληθεί ή να εκτελεσθεί, λόγω παρόδου της προθεσμίας ή
δ. με την επιφύλαξη του άρθρου 23, παράγραφος 5, το αίτημα δεν αφορά σε μια προηγούμενη καταδίκη ή μια απόφαση δικαστικής φύσης ή μια δήλωση σε μια τέτοια απόφαση ότι ένα αδίκημα ή διάφορα αδικήματα έχουν διαπραχθεί, βάσει των οποίων έχει διαταχθεί ή επιδιώκεται η δήμευση ή
ε. η δήμευση είναι είτε μη εκτελεστή στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, είτε υπόκειται ακόμα στα τακτικά ένδικα μέσα ή
στ. το αίτημα αφορά σε μια απόφαση δήμευσης, που εκδόθηκε ερήμην του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η δήμευση, και σύμφωνα με τη γνώμη του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, οι διαδικασίες που διεξήχθησαν από το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος και οδήγησαν σε μια τέτοια απόφαση δεν ικανοποιούν τα ελάχιστα δικαιώματα υπεράσπισης που αναγνωρίζονται ως οφειλόμενα σε καθένα κατά του οποίου αποδίδεται μια ποινική κατηγορία.
5. Για το σκοπό της παραγράφου 4.στ αυτού του άρθρου, μια απόφαση δεν θεωρείται ότι έχει εκδοθεί ερήμην εάν:
α. έχει επικυρωθεί ή έχει εκδοθεί μετά από εναντίωση του ενδιαφερόμενου πρόσωπου ή
β. έχει ασκηθεί έφεση κατά αυτής, υπό τον όρο ότι η έφεση ασκήθηκε από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
6. Όταν εξετάζεται, για τους σκοπούς της παραγράφου 4.στ αυτού του άρθρου, το εάν έχουν ικανοποιηθεί τα ελάχιστα δικαιώματα της υπεράσπισης, το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος θα λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει επιδιώξει εσκεμμένα να αποφύγει τη δικαιοσύνη ή το γεγονός ότι εκείνο το πρόσωπο, που είχε τη δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων κατά της απόφασης που λήφθηκε ερήμην, επέλεξε να μην το κάνει. Το ίδιο θα ισχύει όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, στο οποίο έχει νομίμως επιδοθεί η κλήση για να εμφανιστεί, επέλεξε να μην το κάνει, ούτε να ζητήσει αναβολή.
7. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν θα επικαλείται το τραπεζικό απόρρητο ως λόγο άρνησης οποιασδήποτε συνεργασίας, στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου. Όπου το εσωτερικό δίκαιο του το απαιτεί, ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να απαιτήσει ένα αίτημα συνεργασίας, που θα περιελάμβανε την άρση του τραπεζικού απορρήτου, να εγκριθεί είτε από ένα δικαστή είτε από άλλη δικαστική αρχή, συμπεριλαμβανομένων και των εισαγγελέων, αν οποιεσδήποτε από αυτές τις αρχές ενεργούν σε σχέση με ποινικά αδικήματα.
8. Με την επιφύλαξη του λόγου άρνησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1.α αυτού του άρθρου:
α. το γεγονός ότι το πρόσωπο που βρίσκεται υπό ανάκριση ή υπόκειται σε απόφαση δήμευσης από τις αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους είναι νομικό πρόσωπο, δεν θα τυγχάνει επίκλησης από το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος, ως εμπόδιο για παροχή οποιασδήποτε συνεργασίας στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου
β. το γεγονός ότι το φυσικό πρόσωπο κατά του οποίου έχει εκδοθεί μια απόφαση δήμευσης προϊόντων έχει αποβιώσει ή το γεγονός ότι ένα νομικό πρόσωπο κατά του οποίου έχει εκδοθεί μια απόφαση δήμευσης προϊόντων έχει στη συνέχεια λυθεί, δεν θα τυγχάνει επίκλησης ως εμπόδιο για την παροχή συνδρομής σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1.α.
γ. το γεγονός ότι το πρόσωπο που βρίσκεται υπό ανάκριση ή υπόκειται σε μια απόφαση δήμευσης από τις αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, αναφέρεται στο αίτημα ως ο αυτουργός τόσο του σχετικού ποινικού αδικήματος όσο και του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, σύμφωνα με το Άρθρο 9.2.β αυτής της Σύμβασης, δεν θα τυγχάνει επίκλησης από το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος ως εμπόδιο για παροχή οποιασδήποτε συνεργασίας στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου.

Άρθρο 29 – Αναβολή

Το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να αναβάλει τις ενέργειες για ένα αίτημα, εάν μια τέτοια ενέργεια θα παρακώλυε τις έρευνες ή τις διαδικασίες από τις αρχές της.

Άρθρο 30 – Μερική ή υπό όρους ικανοποίηση ενός αιτήματος

Πριν αρνηθεί ή αναβάλλει τη συνεργασία στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου, το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος, όπου απαιτείται, μετά από διαβούλευση με το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, θα εξετάζει εάν το αίτημα μπορεί να ικανοποιηθεί μερικώς ή υπό όρους, που αυτό κρίνει απαραίτητους.

Υποκεφάλαιο 6 – Γνωστοποίηση και προστασία των δικαιωμάτων τρίτων

Άρθρο 31 – Γνωστοποίηση των εγγράφων

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα παρέχουν μεταξύ τους το ευρύτερο δυνατό μέτρο αμοιβαίας συνδρομής, στην επίδοση δικαστικών εγγράφων στα πρόσωπα που επηρεάζονται από τα προσωρινά μέτρα και τη δήμευση.
2. Τίποτα σε αυτό το άρθρο δεν προορίζεται να παρεμποδίσει:
α. τη δυνατότητα αποστολής δικαστικών εγγράφων, μέσω της ταχυδρομικής οδού, απευθείας σε πρόσωπα στο εξωτερικό
β. τη δυνατότητα των δικαστικών υπαλλήλων, των ανώτερων υπαλλήλων ή των άλλων αρμόδιων αρχών του Συμβαλλόμενου Μέρους προέλευσης να επιδίδουν δικαστικά έγγραφα απευθείας μέσω των προξενικών αρχών εκείνου του Συμβαλλόμενου Μέρους ή μέσω των δικαστικών υπαλλήλων, των ανώτερων υπαλλήλων ή των άλλων αρμόδιων αρχών του Συμβαλλόμενου Μέρους προορισμού,
εκτός εάν το Συμβαλλόμενο Μέρος προορισμού κάνει μια δήλωση περί του αντιθέτου στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επισήμου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης.
3. Κατά την επίδοση δικαστικών έγγραφων σε πρόσωπα στο εξωτερικό που επηρεάζονται από προσωρινά μέτρα ή αποφάσεις δήμευσης που εκδόθηκαν από το αποστέλλον Συμβαλλόμενο Μέρος, αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος θα προσδιορίζει ποια ένδικα μέσα είναι διαθέσιμα βάσει του δικαίου του σε τέτοια πρόσωπα.

Άρθρο 32 – Αναγνώριση των αποφάσεων τρίτων χωρών

1. Κατά την εξέταση ενός αιτήματος συνεργασίας, στο πλαίσιο των παραγράφων 3 και 4, το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος θα αναγνωρίζει οποιαδήποτε δικαστική απόφαση λαμβάνεται από το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, σχετικά με τα δικαιώματα που διεκδικούνται από τρίτους.
2. Η αναγνώριση μπορεί να απορριφθεί εάν:
α. οι τρίτοι δεν είχαν επαρκείς ευκαιρίες να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους ή
β. η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με μια απόφαση που λήφθηκε ήδη στο ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος σχετικά με το ίδιο θέμα ή
γ. είναι ασυμβίβαστη με τη δημόσια τάξη του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους ή
δ. η απόφαση λήφθηκε αντίθετα προς τις διατάξεις, σχετικά με την αποκλειστική αρμοδιότητα που προβλέπεται από το δίκαιο του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.

Υποκεφάλαιο 7 – Δικονομικοί και άλλοι γενικοί κανόνες

Άρθρο 33 – Κεντρική αρχή

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα υποδείξουν μια κεντρική αρχή ή, εάν είναι απαραίτητο, αρχές, οι οποίες θα είναι αρμόδιες για την αποστολή και την απάντηση των αιτημάτων που υποβάλλονται στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου, την εκτέλεση τέτοιων αιτημάτων ή τη μεταβίβαση τους στις αρμόδιες αρχές για εκτέλεση.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επίσημου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, θα κοινοποιεί στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης τα ονόματα και τις διευθύνσεις των αρχών που υποδεικνύονται σε εκτέλεση της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου.

Άρθρο 34 – Άμεση επικοινωνία

1. Οι κεντρικές αρχές θα επικοινωνούν απευθείας η μια με την άλλη.
2. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, τα αιτήματα ή οι επικοινωνίες στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου μπορούν να σταλούν απευθείας από τις δικαστικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων και των εισαγγελέων, του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους σε αντίστοιχες αρχές του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα αποστέλλεται συγχρόνως ένα αντίγραφο στην κεντρική αρχή του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, μέσω της κεντρικής αρχής του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.
3. Οποιαδήποτε αίτημα ή επικοινωνία στο πλαίσιο των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου, μπορεί να υποβληθεί μέσω του Διεθνούς Ποινικού Αστυνομικού Οργανισμού (INTERPOL).
4. Όπου ένα αίτημα υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 αυτού του άρθρου και η αρχή δεν είναι αρμόδια να εξετάσει το αίτημα, θα παραπέμπει το αίτημα στην αρμόδια εθνική αρχή και θα ενημερώνει απευθείας το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος για την ενέργεια αυτή.
5. Τα αιτήματα ή οι επικοινωνίες στο πλαίσιο της παραγράφου 2 αυτού του Κεφαλαίου, που δεν περιλαμβάνουν καταναγκαστικές ενέργειες, μπορούν να διαβιβαστούν απευθείας από τις αρμόδιες αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους στις αρμόδιες αρχές του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.
6. Τα σχέδια αιτημάτων ή επικοινωνιών στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου, μπορούν να αποστέλλονται απευθείας από τις δικαστικές αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους προς αντίστοιχες αρχές του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, πριν από ένα επίσημο αίτημα, ώστε να διασφαλιστεί ότι μπορεί να εξεταστεί αποτελεσματικά κατά την παραλαβή του και ότι περιέχει ικανοποιητικές πληροφορίες και ενισχυτική τεκμηρίωση γι’ αυτό, ώστε να καλύψει τις απαιτήσεις της νομοθεσίας του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.

Άρθρο 35 – Μορφή αιτήματος και γλώσσες

1. Όλα τα αιτήματα στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου θα υποβάλλονται εγγράφως. Μπορούν να διαβιβαστούν ηλεκτρονικά, ή με οποιαδήποτε άλλα μέσα τηλεπικοινωνιών, υπό τον όρο ότι το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος είναι προετοιμασμένο, κατόπιν αιτήσεως, να παραγάγει οποιαδήποτε στιγμή ένα γραπτό αρχείο μιας τέτοιας επικοινωνίας καθώς και του πρωτότυπου. Εντούτοις, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, οποιαδήποτε στιγμή, με μια δήλωση που θα απευθύνεται προς το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να υποδείξει τους όρους υπό τους οποίους είναι έτοιμο να δεχτεί και να εκτελέσει αιτήματα που παραλαμβάνονται ηλεκτρονικά ή με οποιουσδήποτε άλλους τρόπους επικοινωνίας.
2. Υπό τον όρο των διατάξεων της παραγράφου 3 αυτού του άρθρου, δεν θα απαιτούνται μεταφράσεις των αιτημάτων ή των δικαιολογητικών εγγράφων.
3. Κατά την υπογραφή ή την κατάθεση του επισήμου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, οποιοδήποτε Κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορούν να κοινοποιήσουν στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης μια δήλωση ότι διατηρούν το δικαίωμα να απαιτούν, τα αιτήματα που υποβάλλονται σε αυτά και τα έγγραφα που υποστηρίζουν τέτοια αιτήματα, να συνοδεύονται από μια μετάφραση στη γλώσσα τους ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης ή σε μία από τις γλώσσες που θα υποδείξουν. Μπορεί, σε εκείνη την περίπτωση, να δηλώσουν την ετοιμότητά τους να δεχτούν μεταφράσεις σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, όπως θα διευκρινίζεται. Τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να εφαρμόσουν τον κανόνα αμοιβαιότητας.

Άρθρο 36 – Νομιμοποίηση

Τα έγγραφα που διαβιβάζονται σε εφαρμογή αυτού του Κεφαλαίου θα απαλλάσσονται από όλες τις διατυπώσεις νομιμοποίησης.

Άρθρο 37 – Περιεχόμενο του αιτήματος

1. Οποιοδήποτε αίτημα συνεργασίας στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου θα διευκρινίζει:
α. την αρχή που υποβάλλει το αίτημα και την αρχή που διεξάγει τις έρευνες ή τις διαδικασίες
β. το αντικείμενο και το λόγο του αιτήματος
γ. τα θέματα, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών γεγονότων (όπως η ημερομηνία, ο τόπος και οι περιστάσεις του αδικήματος) στα οποία αφορούν οι έρευνες ή οι διαδικασίες, εκτός από την περίπτωση ενός αιτήματος για γνωστοποίηση
δ. στο βαθμό που η συνεργασία περιλαμβάνει μέτρα καταναγκαστικού χαρακτήρα:
i. το κείμενο των νομικών διατάξεων ή, όπου αυτό δεν είναι δυνατό, μια δήλωση του σχετικού εφαρμοστέου νόμου και
ii. μια υπόδειξη ότι το επιδιωκόμενο μέτρο ή οποιαδήποτε άλλα μέτρα έχουν παρόμοια αποτελέσματα, θα μπορούσαν να ληφθούν στην επικράτεια του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, βάσει του εθνικού δικαίου του
ε. όπου είναι απαραίτητο και στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό:
i. λεπτομέρειες για το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που αφορά το αίτημα, συμπεριλαμβανομένου και του ονόματος, της ημερομηνίας και του τόπου γέννησης, της υπηκοότητας και της διεύθυνσης, και, στην περίπτωση ενός νομικού προσώπου, της έδρας του και
ii. τα περιουσιακά στοιχεία, σε σχέση με τα οποία επιδιώκεται η συνεργασία, η θέση τους, η σύνδεσή τους με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που αφορά το αίτημα, οποιαδήποτε σύνδεση με το αδίκημα, καθώς επίσης και οποιεσδήποτε διαθέσιμες πληροφορίες για άλλα πρόσωπα και άλλα συμφέροντα στα περιουσιακά στοιχεία και
στ. οποιαδήποτε ιδιαίτερη διαδικασία επιθυμεί το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος να ακολουθηθεί.
2. Ένα αίτημα για λήψη προσωρινών μέτρων, στο πλαίσιο του Υποκεφαλαίου 3, σε σχέση με την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων στα οποία μπορεί να εκτελεστεί μια απόφαση δήμευσης που συνίσταται στην απαίτηση καταβολής ενός ποσού χρημάτων, θα υποδεικνύει επίσης ένα μέγιστο ποσό για το οποίο επιδιώκεται η αποκατάσταση εκείνων των περιουσιακών στοιχείων.
3. Εκτός από τις ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οποιοδήποτε αίτημα στο πλαίσιο του Υποκεφαλαίου 4 θα περιλαμβάνει:
α. στην περίπτωση του άρθρου 23, παράγραφος 1.α:
i. ένα επικυρωμένο πιστό αντίγραφο της απόφασης δήμευσης που εκδόθηκε από το δικαστήριο στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος και μια δήλωση των λόγων βάσει των οποίων εκδόθηκε η απόφαση, εάν δεν αναφέρονται στην ίδια την απόφαση
ii. μια πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους ότι η απόφαση δήμευσης είναι εκτελεστή και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα
iii. πληροφορίες ως προς την έκταση στην οποία ζητείται η εκτέλεση της απόφασης και
iv. πληροφορίες ως προς την ανάγκη λήψης οποιωνδήποτε προσωρινών μέτρων
β. στην περίπτωση του άρθρου 23, παράγραφος 1.β, μια δήλωση των γεγονότων στα οποία στηρίχθηκε το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, που είναι επαρκή για να επιτρέψουν στο ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος να επιδιώξει την εκτέλεση της απόφασης, βάσει του εσωτερικού δικαίου του
γ. όταν τρίτα μέρη είχαν την ευκαιρία να απαιτήσουν δικαιώματα, έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι αυτό έχει συμβεί.

Άρθρο 38 – Ελλιπή αιτήματα

1. Εάν ένα αίτημα δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις αυτού του Κεφαλαίου ή οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν είναι επαρκείς για να επιτρέψουν στο ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος να εξετάσει το αίτημα, εκείνο το Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει από το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος να τροποποιήσει το αίτημα ή να το ολοκληρώσει με πρόσθετες πληροφορίες.
2. Το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει μια προθεσμία για την παραλαβή τέτοιων τροποποιήσεων ή πληροφοριών.
3. Εν αναμονή παραλαβής των αιτούμενων τροποποιήσεων ή πληροφοριών, σε σχέση με ένα αίτημα στο πλαίσιο του Υποκεφαλαίου 4 αυτού του Κεφαλαίου, το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να λάβει οποιοδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 2 ή 3 αυτού του Κεφαλαίου.

Άρθρο 39 – Πολλαπλότητα αιτημάτων

1. Όπου το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει περισσότερα από ένα αιτήματα στο πλαίσιο των υποκεφαλαίων 3 ή 4 αυτού του Κεφαλαίου, για το ίδιο πρόσωπο ή περιουσιακά στοιχεία, η πολλαπλότητα των αιτημάτων δεν θα αποτρέψει εκείνο το Συμβαλλόμενο Μέρος από την εξέταση των αιτημάτων που περιλαμβάνουν τη λήψη προσωρινών μέτρων.
2. Στην περίπτωση πολλαπλότητας αιτημάτων, στο πλαίσιο του Υποκεφαλαίου 4 αυτού του Κεφαλαίου, το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος θα εξετάσει τη διαβούλευση με τα αιτούντα Συμβαλλόμενα Μέρη.

Άρθρο 40 – Υποχρέωση αιτιολόγησης

Το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος θα αναφέρει τους λόγους για οποιαδήποτε απόφαση άρνησης, αναβολής ή θέσης όρων για οποιαδήποτε συνεργασία, στα πλαίσια αυτού του Κεφαλαίου.

Άρθρο 41 – Πληροφορίες

1. Το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος θα ενημερώνει αμέσως το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος για:
α. τις ενέργειες που άρχισε σε σχέση με ένα αίτημα, στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου
β. το τελικό αποτέλεσμα των ενεργειών που διεξάγονται βάσει του αιτήματος
γ. την απόφαση να αρνηθεί, αναβάλει ή καταστήσει υπό όρους, γενικά ή εν μέρει, οποιαδήποτε συνεργασία στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου
δ. οποιεσδήποτε περιστάσεις καθιστούν αδύνατη τη διεξαγωγή των ενεργειών που επιδιώκονται ή είναι πιθανό να τις καθυστερήσουν σημαντικά και
ε. σε περίπτωση προσωρινών μέτρων που λαμβάνονται σύμφωνα με ένα αίτημα στο πλαίσιο των παραγράφων 2 ή 3 αυτού του Κεφαλαίου, τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου του που θα οδηγούσαν αυτόματα στην άρση του προσωρινού μέτρου.
2. Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος θα ενημερώνει αμέσως το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος για:
α. οποιαδήποτε αναθεώρηση, απόφαση ή οποιοδήποτε άλλο γεγονός, λόγω του οποίου η απόφαση δήμευσης παύει να είναι πλήρως ή μερικώς εκτελεστή και
β. οποιαδήποτε εξέλιξη, πραγματική ή νομική, λόγω της οποίας οποιεσδήποτε ενέργειες, στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου, δεν δικαιολογούνται πλέον.
3. Όπου ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, βάσει της ίδιας απόφασης δήμευσης, ζητά την δήμευση σε περισσότερα από ένα Συμβαλλόμενα Μέρη, θα ενημερώνει όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη, που επηρεάζονται από την εκτέλεση της απόφασης για το αίτημα.

Άρθρο 42 – Περιορισμός της χρήσης

1. Το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση ενός αιτήματος από την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία που λαμβάνονται, δεν θα χρησιμοποιηθούν ή διαβιβαστούν από τις αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή του, για έρευνες ή διαδικασίες, εκτός από εκείνες που διευκρινίζονται στο αίτημα.
2. Κάθε Κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορεί, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επισήμου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, με δήλωση που θα απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να δηλώσει ότι, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή του, οι πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέχονται από αυτό, στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή να διαβιβαστούν από τις αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους σε έρευνες ή διαδικασίες, εκτός από εκείνες που διευκρινίζονται στο αίτημα.

Άρθρο 43 – Εμπιστευτικότητα

1. Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να απαιτήσει να τηρεί το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος εμπιστευτικά τα γεγονότα και την ουσία του αιτήματος, εκτός από το βαθμό που είναι απαραίτητο για να εκτελέσει το αίτημα. Εάν το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να συμμορφωθεί με την απαίτηση της εμπιστευτικότητας, θα ενημερώνει αμέσως το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος.
2. Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, εάν αυτό δεν είναι αντίθετο προς τις βασικές αρχές του εθνικού δικαίου του και εάν του ζητηθεί, θα τηρεί εμπιστευτικά οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες παρέχονται από το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος, στο βαθμό που η αποκάλυψή τους δεν είναι απαραίτητη για τις έρευνες ή τις διαδικασίες που περιγράφονται στο αίτημα.
3. Υπό τον όρο των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου του, ένα Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει λάβει αυθόρμητες πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 20, θα συμμορφώνεται με οποιαδήποτε απαίτηση εμπιστευτικότητας, όπως αυτό θα ζητηθεί από το Συμβαλλόμενο Μέρος που παρέχει τις πληροφορίες. Εάν το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορέσει να συμμορφωθεί με μια τέτοια απαίτηση, θα ενημερώνει αμέσως το διαβιβάζον Συμβαλλόμενο Μέρος.

Άρθρο 44 – Έξοδα

Τα συνηθισμένα έξοδα συμμόρφωσης με ένα αίτημα θα επιβαρύνουν το ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος. Όπου είναι απαραίτητα έξοδα ουσιαστικής ή εξαιρετικής φύσης, προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση με ένα αίτημα, τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα διαβουλεύονται, προκειμένου να συμφωνηθούν οι όροι με τους οποίους πρόκειται να εκτελεστεί το αίτημα και ο τρόπος με τον οποίο θα αναληφθούν τα έξοδα.

Άρθρο 45 – Αποζημίωση

1. Όταν ξεκινήσουν νομικές ενέργειες από ένα πρόσωπο για ευθύνη αποζημίωσης, ως αποτέλεσμα μιας πράξης ή παράλειψης, αναφορικά με τη συνεργασία στο πλαίσιο αυτού του Κεφαλαίου, τα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη θα εξετάζουν το ενδεχόμενο διαβούλευσης μεταξύ τους, όπου αυτό απαιτείται, προκειμένου να καθορίσουν πώς θα κατανείμουν οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης οφείλεται.
2. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος το οποίο έχει καταστεί διάδικος σε δίκη για αποζημίωση, θα προσπαθήσει να ενημερώσει το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος για τη δίκη αυτή, σε περίπτωση που το τελευταίο ενδιαφέρεται για την υπόθεση.

Κεφάλαιο Β – Συνεργασία μεταξύ των Μονάδων Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών

Άρθρο 46 – Συνεργασία μεταξύ των Μονάδων Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών

1.Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα διασφαλίζουν ότι οι ΜΧΠ, όπως καθορίζονται σε αυτή τη Σύμβαση, θα συνεργάζονται με σκοπό την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, τη συγκέντρωση και ανάλυση ή, εάν κριθεί απαραίτητο, την έρευνα μέσα στις ΜΧΠ σχετικών πληροφοριών για οποιοδήποτε γεγονός μπορεί να αποτελεί ένδειξη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, σύμφωνα με τις εθνικές αρμοδιότητές τους.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα διασφαλίσει ότι οι ΜΧΠ ανταλλάσσουν, αυθόρμητα ή κατόπιν αιτήσεως και, είτε σύμφωνα με αυτή τη Σύμβαση, είτε σύμφωνα με τα υπάρχοντα ή μελλοντικά μνημόνια συμφωνίας που είναι συμβατά με αυτή τη Σύμβαση, οποιεσδήποτε προσιτές πληροφορίες που μπορεί να είναι σχετικές με την επεξεργασία ή την ανάλυση των πληροφοριών ή, εάν αυτό κριθεί απαραίτητο, με την έρευνα από τη ΜΧΠ, σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές που αφορούν τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που εμπλέκονται.
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα διασφαλίζει ότι η εκτέλεση των λειτουργιών των ΜΧΠ, σύμφωνα με αυτό το άρθρο, δεν θα επηρεάζεται από το εσωτερικό του καθεστώς, ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για διοικητικές, αστυνομικές ή δικαστικές αρχές.
4. Κάθε αίτημα που υποβάλλεται σύμφωνα με αυτό το άρθρο θα συνοδεύεται από μια συνοπτική δήλωση των σχετικών γεγονότων που είναι γνωστά στην αιτούσα ΜΧΠ. Η ΜΧΠ θα διευκρινίζει στο αίτημα με ποιόν τρόπο θα χρησιμοποιηθούν οι πληροφορίες που ζητούνται.
5. Όταν ένα αίτημα υποβάλλεται σύμφωνα με αυτό το άρθρο, η ερωτώμενη ΜΧΠ θα παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων και των προσιτών οικονομικών πληροφοριών και των ζητούμενων αστυνομικών δεδομένων, που αναζητούνται με το αίτημα, χωρίς να είναι αναγκαία η επίσημη επιστολή του αιτήματος, στο πλαίσιο των ισχυουσών συμβάσεων ή συμφωνιών μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών.
6. Μια ΜΧΠ μπορεί να αρνηθεί να αποκαλύψει πληροφορίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αποδυνάμωση μιας ανάκρισης που διεξάγεται στο ερωτώμενο Συμβαλλόμενο Μέρος ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπου η αποκάλυψη των πληροφοριών θα ήταν σαφώς δυσανάλογη προς τα νόμιμα συμφέροντα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου ή του ενδιαφερόμενου Συμβαλλόμενου Μέρους ή, διαφορετικά, δεν θα ήταν σύμφωνη με θεμελιώδεις αρχές του εθνικού δικαίου του ερωτώμενου Συμβαλλόμενου Μέρους. Οποιαδήποτε τέτοια άρνηση θα επεξηγείται κατάλληλα στη ΜΧΠ που ζητά τις πληροφορίες.
7. Οι πληροφορίες ή τα έγγραφα που λαμβάνονται σύμφωνα με αυτό το άρθρο θα χρησιμοποιούνται μόνο για τους λόγους που καθορίζονται στην παράγραφο 1. Οι πληροφορίες που παρέχονται από μια αντίστοιχη ΜΧΠ δεν θα διαδίδονται σε τρίτους, ούτε θα χρησιμοποιούνται από τη λαμβάνουσα ΜΧΠ για σκοπούς διαφορετικούς από την ανάλυση, χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση της παρέχουσας ΜΧΠ.
8. Κατά τη διαβίβαση πληροφοριών ή εγγράφων σύμφωνα με αυτό το άρθρο, η διαβιβάζουσα ΜΧΠ μπορεί να επιβάλει περιορισμούς και όρους στη χρήση των πληροφοριών, για σκοπούς άλλους από εκείνους που ορίζονται στην παράγραφο 7. Η λαμβάνουσα ΜΧΠ θα συμμορφώνεται με οποιουσδήποτε τέτοιους περιορισμούς και όρους.
9. Όπου ένα Συμβαλλόμενο Μέρος επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τις διαβιβασθείσες πληροφορίες ή έγγραφα σε ανακρίσεις ή ποινικές διώξεις, για τους σκοπούς που καθορίζονται στην παράγραφο 7, η διαβιβάζουσα ΜΧΠ δεν μπορεί να αρνηθεί τη συγκατάθεσή της σε μια τέτοια χρήση, εκτός αν το κάνει βάσει περιορισμών του εθνικού της δικαίου ή των όρων που αναφέρονται στην παράγραφο 6. Οποιαδήποτε άρνηση να χορηγηθεί η συγκατάθεση θα εξηγείται κατάλληλα.
10. Οι ΜΧΠ θα λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων ασφάλειας, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες που υποβάλλονται σύμφωνα με αυτό το άρθρο δεν είναι προσιτές σε οποιεσδήποτε άλλες αρχές, υπηρεσίες ή τμήματα.
11. Οι πληροφορίες που υποβάλλονται θα προστατεύονται, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981 για την Προστασία των Ατόμων, όσον αφορά στην Αυτόματη Επεξεργασία Προσωπικών δεδομένων (ETS αριθ. 108) και λαμβάνοντας υπόψη τη Σύσταση αριθ. R (87) 15 της 15ης Σεπτεμβρίου 1987, της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη Ρύθμιση της Χρήσης των Προσωπικών Δεδομένων στον Τομέα της Αστυνομίας, με τουλάχιστον τους ίδιους κανόνες εμπιστευτικότητας και προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπως εκείνοι που ισχύουν στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου που εφαρμόζεται στην αιτούσα ΜΧΠ.
12. Η διαβίβαζουσα ΜΧΠ μπορεί να διεξάγει εύλογες έρευνες, ως προς τη χρήση που έγινε στις πληροφορίες που παρασχέθηκαν και η λαμβάνουσα ΜΧΠ, όποτε αυτό είναι πρακτικά εφικτό, θα παρέχει τέτοια πληροφόρηση.
13. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα υποδεικνύουν τη μονάδα που αποτελεί ΜΧΠ, κατά την έννοια αυτού του άρθρου.

Άρθρο 47 – Διεθνής συνεργασία για την αναβολή των ύποπτων συναλλαγών

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα υιοθετεί τέτοια νομοθετικά ή άλλα μέτρα, που μπορεί να κριθούν απαραίτητα προκειμένου να επιτραπεί η έναρξη επειγουσών ενεργειών από μια ΜΧΠ, μετά από αίτημα αλλοδαπής ΜΧΠ να αναστείλει ή να αρνηθεί τη συγκατάθεση της σε μια συναλλαγή που προχωρά, για μια τέτοια περίοδο και ανάλογα με τους ίδιους όρους που ισχύουν στον εσωτερικό δίκαιό της για την αναβολή των συναλλαγών.
2. Οι ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θα διενεργούνται όπου η ερωτώμενη ΜΧΠ πείθεται, έπειτα από αιτιολόγηση από την πλευρά της αιτούσας ΜΧΠ, ότι:
α. η συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και
β. η συναλλαγή θα είχε ανασταλεί, ή η συγκατάθεση στη συναλλαγή που προχωρά θα είχε τύχει άρνησης, εάν η συναλλαγή είχε αποτελέσει το αντικείμενο μιας εσωτερικής έκθεσης ύποπτης συναλλαγής.

Κεφάλαιο VI – Μηχανισμός ελέγχου και διευθέτηση των διαφορών

Άρθρο 48 – Μηχανισμός ελέγχου και διευθέτηση των διαφορών

1. Η Διάσκεψη των Συμβαλλόμενων Μερών (ΔΣΜ) θα είναι αρμόδια για την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης. Η ΔΣΜ:
α. θα παρακολουθεί την κατάλληλη εφαρμογή της Σύμβασης από τα Συμβαλλόμενα Μέρη
β. θα εκφράζει, μετά από αίτημα ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, γνώμη σχετικά με οποιοδήποτε θέμα αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της Σύμβασης.
2. Η ΔΣΜ θα ενεργεί στο πλαίσιο της ανωτέρω παραγράφου 1.α, χρησιμοποιώντας οποιεσδήποτε διαθέσιμες δημόσιες περιλήψεις (για τις χώρες που ανήκουν στο Moneyval) της Επίλεκτης Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την Αξιολόγηση των Μέτρων κατά της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες (Moneyval) και οποιεσδήποτε διαθέσιμες δημόσιες περιλήψεις του FATF (για τις χώρες που ανήκουν στο FATF), που θα συμπληρώνονται από περιοδικά ερωτηματολόγια αυτοαξιολόγησης, ανάλογα με την περίπτωση. Η διαδικασία παρακολούθησης αφορά τα πεδία που καλύπτονται από αυτή τη Σύμβαση και δεν καλύπτονται από άλλα σχετικά διεθνή πρότυπα, για τα οποία πραγματοποιούνται αμοιβαίες αξιολογήσεις από το FATF και το Moneyval.
3. Εάν η ΔΣΜ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται συμπληρωματικές πληροφορίες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, θα επικοινωνεί με το ενδιαφερόμενο Συμβαλλόμενο Μέρος, εκμεταλλευόμενη, αν ζητηθεί από τη ΔΣΜ, τη διαδικασία και το μηχανισμό Moneyval. Το ενδιαφερόμενο Συμβαλλόμενο Μέρος θα υποβάλει έπειτα έκθεση στη ΔΣΜ. Η ΔΣΜ, με βάση τα στοιχεία αυτά, θα αποφασίζει εάν πρέπει να πραγματοποιηθεί ή όχι μια σε μεγαλύτερο βάθος αξιολόγηση της θέσης του ενδιαφερόμενου Συμβαλλόμενου Μέρους. Αυτό μπορεί, αλλά δεν χρειάζεται απαραιτήτως, να συμπεριλαμβάνει, μια επιτόπια επίσκεψη από μια ομάδα αξιολόγησης.
4. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης, θα επιδιώκεται μια διευθέτηση της διαφωνίας μέσω διαπραγματεύσεων ή οποιωνδήποτε άλλων ειρηνικών μέσων της επιλογής τους, συμπεριλαμβανομένης και της υποβολής της διαφωνίας στη ΔΣΜ, σε ένα διαιτητικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις θα είναι δεσμευτικές για τα Συμβαλλόμενα Μέρη ή στο Διεθνές Δικαστήριο, όπως αυτό θα συμφωνηθεί από τα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη.
5. Η ΔΣΜ θα υιοθετήσει το δικό της εσωτερικό κανονισμό.
6. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης θα συγκαλεί τη ΔΣΜ όχι αργότερα από ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος αυτής της Σύμβασης. Έπειτα, θα πραγματοποιούνται τακτικές συνεδριάσεις της ΔΣΜ, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό που υιοθετήθηκε από τη ΔΣΜ.

Κεφάλαιο VII – Τελικές διατάξεις

Άρθρο 49 – Υπογραφή και έναρξη ισχύος

1. Η Σύμβαση θα είναι ανοικτή για υπογραφή από τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα Κράτη μη-Μέλη που έχουν συμμετάσχει στην επεξεργασία της. Τα εν λόγω Κράτη ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορούν να εκφράσουν τη συγκατάθεσή τους να δεσμεύονται από:
α. υπογραφή χωρίς επιφύλαξη ως προς την επικύρωση, την αποδοχή ή την έγκριση ή
β. υπογραφή υποκείμενη σε επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση, ακολουθούμενη από επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση.
2. Τα επίσημα έγγραφα της επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης θα κατατίθενται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
3. Η παρούσα Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα, μετά τη λήξη μιας περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία 6 υπογράφοντες, εκ των οποίων τουλάχιστον τέσσερις είναι Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, έχουν εκφράσει τη συγκατάθεσή τους να δεσμεύονται από τη Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1.
4. Για οποιοδήποτε υπογράφοντα εκφράσει στη συνέχεια τη συγκατάθεσή του να δεσμεύεται από αυτή, η Σύμβαση θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη μιας περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία της έκφρασης της συγκατάθεσής του για δέσμευση από τη Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1.
5. Κανένα Συμβαλλόμενο Μέρος στη Σύμβαση του 1990 δεν μπορεί να επικυρώσει, να δεχτεί ή να εγκρίνει την παρούσα Σύμβαση χωρίς να θεωρήσει ότι δεσμεύεται από τις διατάξεις τουλάχιστον που αντιστοιχούν στις διατάξεις της Σύμβασης του 1990, για τις οποίες έχει δεσμευθεί.
6. Από την έναρξη της ισχύος της, τα Συμβαλλόμενα Μέρη σε αυτή τη Σύμβαση, τα οποία είναι συγχρόνως Συμβαλλόμενα Μέρη στη Σύμβαση του 1990:
α. θα εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης στις αμοιβαίες σχέσεις τους
β. θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν τις διατάξεις της Σύμβασης του 1990 στις σχέσεις τους με άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη εκείνης της Σύμβασης, αλλά όχι της παρούσας.

Άρθρο 50 – Προσχώρηση στη Σύμβαση

1. Μετά την έναρξη ισχύος αυτής της Σύμβασης, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατόπιν διαβουλεύσεως με τα Συμβαλλόμενα Μέρη της Σύμβασης, μπορεί να προσκαλέσει οποιοδήποτε Κράτος, το οποίο δεν είναι μέλος του Συμβουλίου και το οποίο δεν έχει συμμετάσχει στην επεξεργασία της, να προσχωρήσει σε αυτή τη Σύμβαση, με μια απόφαση που θα λαμβάνεται από την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 20.δ. του Κανονισμού του Συμβουλίου της Ευρώπης και με ομόφωνη ψήφο των αντιπροσώπων των Συμβαλλόμενων Μερών που έχουν το δικαίωμα να είναι Μέλη της Επιτροπής.
2. Για οποιοδήποτε Κράτος προσχωρήσει σε αυτήν, η Σύμβαση θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη μιας περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία της κατάθεσης του επισήμου εγγράφου προσχώρησης στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Άρθρο 51 – Εδαφική εφαρμογή

1. Οποιοδήποτε Κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορεί, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επισήμου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησής του, να διευκρινίσει την επικράτεια ή τις επικράτειες για τις οποίες θα ισχύσει η Σύμβαση.
2. Οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία, με μια δήλωση που θα απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να επεκτείνει την εφαρμογή της Σύμβασης σε οποιαδήποτε άλλη επικράτεια, η οποία διευκρινίζεται στη δήλωση. Αναφορικά με μια τέτοια επικράτεια, η Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη μιας περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής μιας τέτοιας δήλωσης από το Γενικό Γραμματέα.
3. Οποιαδήποτε δήλωση γίνεται στο πλαίσιο των δύο προηγούμενων παραγράφων μπορεί, σχετικά με οποιαδήποτε επικράτεια διευκρινιστεί σε μια τέτοια δήλωση, να ανακληθεί με μια ανακοίνωση που θα απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα. Η ανάκληση θα ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη μιας περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία της παραλαβής μιας τέτοιας ανακοίνωσης από το Γενικό Γραμματέα.

Άρθρο 52 – Σχέση με άλλες συμβάσεις και συμφωνίες

1. Αυτή η Σύμβαση δεν έχει επιπτώσεις στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Συμβαλλόμενων Μερών που προκύπτουν από διεθνή πολυμερή επίσημα έγγραφα, αναφορικά με ειδικά ζητήματα.
2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη σε αυτή τη Σύμβαση μπορούν να συνάψουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες μεταξύ τους, για θέματα που διαπραγματεύεται αυτή η Σύμβαση, με σκοπό τη συμπλήρωση ή την ενίσχυση των διατάξεων της ή τη διευκόλυνση της εφαρμογής των αρχών που ενσωματώνονται σε αυτή.
3. Εάν δύο ή περισσότερα Συμβαλλόμενα Μέρη έχουν ήδη συνάψει μια συμφωνία ή μια συνθήκη για ένα θέμα που διαπραγματεύεται αυτή η Σύμβαση ή έχουν εδραιώσει διαφορετικά τις σχέσεις τους για αυτό το θέμα, θα έχουν το δικαίωμα να εφαρμόσουν εκείνη τη συμφωνία ή συνθήκη ή να ρυθμίσουν αυτές τις σχέσεις αναλόγως, αντί της Σύμβασης, εάν αυτό διευκολύνει τη διεθνή συνεργασία.
4. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη που είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εφαρμόζουν, στις αμοιβαίες σχέσεις τους, τους κανόνες της Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο βαθμό που υπάρχουν κανόνες της Κοινότητας ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διέπουν το ιδιαίτερο σχετικό θέμα και είναι εφαρμόσιμοι στη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς επιφύλαξη ως προς το αντικείμενο και το σκοπό της παρούσας Σύμβασης και χωρίς επιφύλαξη ως προς την πλήρη εφαρμογή της στα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη.

Άρθρο 53 – Διακηρύξεις και επιφυλάξεις

1. Οποιοδήποτε Κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορεί, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επισήμου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης του, να κάνει μια ή περισσότερες από τις δηλώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, άρθρο 9, παράγραφος 4, άρθρο 17, παράγραφος 5, άρθρο 24, παράγραφος 3, άρθρο 31, παράγραφος 2, άρθρο 35, παράγραφοι 1 και 3 και άρθρο 42, παράγραφος 2.
2. Οποιοδήποτε Κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορεί επίσης, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επισήμου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης του, με μια δήλωση που θα απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα, να επιφυλάσσεται του δικαιώματος του να μην εφαρμόσει, εν μέρει ή στο σύνολο, τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 2, εδάφιο γ, του άρθρου 9, παράγραφος 6, του άρθρου 46, παράγραφος 5 και του άρθρου 47.
3. Οποιοδήποτε Κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορεί, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επισήμου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης του, να δηλώσει τον τρόπο με τον οποίο σκοπεύει να εφαρμόσει τα άρθρα 17 και 19 αυτής της Σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαίτερα τις ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες στον τομέα της διεθνούς συνεργασίας σε ποινικά ζητήματα. Θα γνωστοποιεί δε οποιεσδήποτε αλλαγές σε αυτές τις πληροφορίες στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
4. Οποιοδήποτε Κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορεί, κατά την υπογραφή ή κατά την κατάθεση του επισήμου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης του, να δηλώσει:
α. ότι δεν θα εφαρμόσει το άρθρο 3, παράγραφος 4 αυτής της Σύμβασης ή
β. ότι θα εφαρμόσει το άρθρο 3, παράγραφος 4 αυτής της Σύμβασης μόνο εν μέρει ή
γ. τον τρόπο με τον οποίο σκοπεύει να εφαρμόσει το άρθρο 3, παράγραφος 4 αυτής της Σύμβασης.
Θα γνωστοποιεί δε οποιεσδήποτε αλλαγές σε αυτές τις πληροφορίες στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
5. Καμία άλλη επιφύλαξη δεν μπορεί να διατυπωθεί.
6. Οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος έχει εκφράσει μια επιφύλαξη σύμφωνα με αυτό το άρθρο, μπορεί να την ανακαλέσει πλήρως ή εν μέρει, μέσω μιας ανακοίνωσης που θα απευθύνεται προς το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η ανάκληση θα εφαρμοστεί από την ημερομηνία της παραλαβής μιας τέτοιας ανακοίνωσης από το Γενικό Γραμματέα.
7. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει εκφράσει επιφύλαξη για μια διάταξη της Σύμβασης, δεν μπορεί να απαιτήσει την εφαρμογή αυτής της διάταξης από οποιοδήποτε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος. Μπορεί, όμως, εάν η επιφύλαξή του είναι μερική ή υπό όρους, να απαιτήσει την εφαρμογή αυτής της διάταξης, στο βαθμό που το ίδιο την έχει αποδεχθεί.

Άρθρο 54 – Τροποποιήσεις

1. Τροποποιήσεις στη Σύμβαση μπορούν να προταθούν από οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος, και θα κοινοποιούνται από το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και κάθε Κράτος μη-Μέλος που έχει προσχωρήσει ή έχει κληθεί να προσχωρήσει στη Σύμβαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50.
2. Οποιαδήποτε τροποποίηση προτείνεται από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος θα κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC), η οποία θα υποβάλει στην Επιτροπή των Υπουργών τη γνώμη της σχετικά με την προτεινόμενη τροποποίηση.
3. Η Επιτροπή Υπουργών θα εξετάζει την προτεινόμενη τροποποίηση και τη γνώμη που υποβλήθηκε από το CDPC και μπορεί να υιοθετήσει την τροποποίηση με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 20.δ του Κανονισμού του Συμβουλίου της Ευρώπης.
4. Το κείμενο οποιασδήποτε τροποποίησης που υιοθετείται από την Επιτροπή Υπουργών, σύμφωνα με την παράγραφο 3 αυτού του άρθρου, θα διαβιβάζεται στα Συμβαλλόμενα Μέρη για αποδοχή.
5. Οποιαδήποτε τροποποίηση υιοθετείται, σύμφωνα με την παράγραφο 3 αυτού του άρθρου, θα τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα αφότου όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη έχουν ενημερώσει το Γενικό Γραμματέα για την αποδοχή τους.
6. Προκειμένου να ενημερωθούν οι κατηγορίες των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα, καθώς επίσης και να τροποποιηθεί το άρθρο 13, μπορούν να προταθούν τροποποιήσεις από οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος ή από την Επιτροπή Υπουργών. Αυτές θα κοινοποιούνται από το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης στα Συμβαλλόμενα Μέρη.
7. Αφού διαβουλευθεί με τα Συμβαλλόμενα Μέρη που δεν είναι Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και, εάν είναι απαραίτητο με το CDPC, η Επιτροπή Υπουργών μπορεί να υιοθετήσει μια τροποποίηση που προτείνεται, σύμφωνα με την παράγραφο 6, από την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 20.δ του Κανονισμού του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η τροποποίηση θα τίθεται σε ισχύ μετά τη λήξη μιας περιόδου ενός έτους, από την ημερομηνία κατά την οποία έχει διαβιβαστεί στα Συμβαλλόμενα Μέρη. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ειδοποιήσει το Γενικό Γραμματέα για οποιαδήποτε ένσταση όσον αφορά στην έναρξη ισχύος της τροποποίησης, κατά την άποψή του.
8. Εάν το ένα τρίτο των Συμβαλλόμενων Μερών ειδοποιήσει το Γενικό Γραμματέα για μια ένσταση όσον αφορά στην έναρξη ισχύος της τροποποίησης, η τροποποίηση δεν θα τίθεται σε ισχύ.
9. Εάν λιγότερο από το ένα τρίτο των Συμβαλλόμενων Μερών δηλώσει μια ένσταση, η τροποποίηση θα τεθεί σε ισχύ για εκείνα τα Συμβαλλόμενα Μέρη που δεν έχουν δηλώσει ένσταση.
10. Μόλις τεθεί μια τροποποίηση σε ισχύ, σύμφωνα με τις παραγράφους 6 έως 9 αυτού του άρθρου και ένα Συμβαλλόμενο Μέρος έχει δηλώσει μια ένσταση γι’ αυτή, η τροποποίηση θα τίθεται σε ισχύ για το ενδιαφερόμενο Συμβαλλόμενο Μέρος την πρώτη ημέρα του μήνα, μετά την ημερομηνία κατά την οποία έχει ειδοποιήσει το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης για την αποδοχή της. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει υποβάλλει μια ένσταση μπορεί να την ανακαλέσει οποιαδήποτε στιγμή, δηλώνοντας το στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
11. Εάν μια τροποποίηση έχει υιοθετηθεί από την Επιτροπή Υπουργών, ένα Κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν μπορούν να εκφράσουν τη συγκατάθεσή τους να δεσμεύονται από τη Σύμβαση, χωρίς να δεχθούν συγχρόνως και την τροποποίηση.

Άρθρο 55 – Καταγγελία

1. Οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, οποιαδήποτε στιγμή, να καταγγείλει τη Σύμβαση μέσω μιας γνωστοποίησης που θα απευθύνεται προς το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
2. Μια τέτοια καταγγελία θα ισχύει από την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη μιας περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης από το Γενικό Γραμματέα.
3. Η παρούσα Σύμβαση θα συνεχίσει, εντούτοις, να ισχύει για την επιβολή δήμευσης, σύμφωνα με το άρθρο 23, για την οποία έχει υποβληθεί αίτημα σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης, πριν την ημερομηνία ισχύος μια τέτοιας καταγγελίας.

Άρθρο 56 – Γνωστοποιήσεις

Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης θα ειδοποιεί τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, τα Κράτη μη-Μέλη τα οποία έχουν συμμετάσχει στην επεξεργασία της Σύμβασης, οποιοδήποτε Κράτος καλείται να προσχωρήσει σε αυτή και οποιοδήποτε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος στη Σύμβαση για:
α. οποιαδήποτε υπογραφή
β. την κατάθεση οποιουδήποτε επισήμου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης
γ. οποιαδήποτε ημερομηνία έναρξης ισχύος της Σύμβασης, σύμφωνα με τα άρθρα 49 και 50
δ. οποιαδήποτε δήλωση ή επιφύλαξη εκφραστεί σύμφωνα με το άρθρο 53
ε. οποιαδήποτε άλλη πράξη, ανακοίνωση ή επικοινωνία σχετικά με τη Σύμβαση.

Σε πιστοποίηση των ανωτέρω οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι γι’ αυτό, υπέγραψαν αυτή τη Σύμβαση.

Συντάχθηκε στη Βαρσοβία, σήμερα 16η Μαΐου 2005, στα αγγλικά και στα γαλλικά, με τα δύο κείμενα εξίσου αυθεντικά, σε ένα ενιαίο αντίγραφο το οποίο θα κατατεθεί στα αρχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης θα διαβιβάσει επικυρωμένα αντίγραφα σε κάθε Κράτος Μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, στα Κράτη μη-Μέλη τα οποία έχουν συμμετάσχει στην επεξεργασία της Σύμβασης και σε οποιοδήποτε Κράτος καλείται να προσχωρήσει σε αυτή.

Παράρτημα

α. συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και εκβίαση
β. τρομοκρατία, συμπεριλαμβανομένης και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας
γ. εμπορία ανθρώπων και λαθραία διακίνηση μεταναστών
δ. σεξουαλική εκμετάλλευση, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών
ε. παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών
στ. παράνομη διακίνηση όπλων
ζ. παράνομη διακίνηση κλεμμένων και άλλων αγαθών
η. διαφθορά και δωροδοκία
θ. απάτη
ι. παραχάραξη και κιβδηλεία νομίσματος
κ. κιβδηλεία και πειρατεία προϊόντων
λ. εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος
μ. ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βαριά σωματική βλάβη
ν. απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και κράτηση ομήρων
ξ. ληστεία ή κλοπή
ο. λαθρεμπορία
π. εκβίαση
ρ. πλαστογραφία
σ. πειρατεία και
τ. συναλλαγές από κατόχους εμπιστευτικών πληροφοριών και χειραγώγηση της αγοράς.