- Το Δημόσιο δεν ασκεί ένδικα μέσα κατά οριστικών αποφάσεων πολιτικών και τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως προς το κεφάλαιο με το οποίο επιδικάζεται στους ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης ή χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164), επί υποθέσεων με ιδιαίτερη κοινωνική σημασία.
- Ως υποθέσεις με ιδιαίτερη κοινωνική σημασία δύναται να χαρακτηρίζονται υποθέσεις όπου, ως συνέπεια παράνομων πράξεων ή παραλείψεων οργάνων του Κράτους, ένα (1) ή περισσότερα πρόσωπα απεβίωσαν ή υπέστησαν βλάβη του σώματος ή της υγείας τους, σε περιπτώσεις:
α) μείζονος φυσικής καταστροφής,
β) δυστυχήματος σε δημόσια κτήρια ή εγκαταστάσεις ή υποδομές ή σε μέσα μαζικής μεταφοράς,
γ) τρομοκρατικών επιθέσεων,
δ) ατυχήματος κατά την υπηρεσία, ιδίως μελών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, και
ε) ιατρικών πράξεων ή παραλείψεων σε δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα ή υγειονομικές μονάδες.
- Με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου χαρακτηρίζεται μια υπόθεση ιδιαίτερης κοινωνικής σημασίας. Με όμοια πράξη καθορίζεται η εφαρμογή του παρόντος σε έκτακτα ή και σε τακτικά ένδικα μέσα.
- Μετά από την έκδοση πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου της παρ. 3, και εντός του πεδίου εφαρμογής της, το Δημόσιο παραιτείται από ένδικα μέσα που έχει ήδη ασκήσει και εμπίπτουν στην παρ. 1.
- Τα επιδικασθέντα ποσά της παρ. 1 είναι αφορολόγητα, ανεκχώρητα και ακατάσχετα, στα χέρια του Δημοσίου τόσο όσο και τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης. Τα ποσά αυτά δεν δεσμεύονται, ούτε συμψηφίζονται με βεβαιωμένες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση, το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς οργανισμούς ή τα πιστωτικά ιδρύματα και δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό εισοδηματικών ορίων που τίθενται για τη χορήγηση οποιασδήποτε κοινωνικής ή προνοιακής παροχής. Τα επιδικασθέντα ποσά δεν υπόκεινται στο ψηφιακό τέλος συναλλαγής του Βιβλίου Πρώτου του Κώδικα εμμέσων φόρων επί των συναλλαγών του πεδίου εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, καθώς και λοιπών εμμέσων φόρων (ν. 5177/2025, Α΄ 21).





Άρθρο 11 – Μη Άσκηση Ένδικων Μέσων σε Υποθέσεις Ιδιαίτερης Κοινωνικής Σημασίας
Θετικά στοιχεία
• Η ουσιαστική πολιτική επιλογή — το Δημόσιο να μην ασκεί ένδικα μέσα κατά αποφάσεων επιδίκασης ψυχικής οδύνης σε τραγωδίες — είναι σωστή, αναγκαία και μακροπρόθεσμα ορθολογικά και οικονομικά αποδοτική.
• Η αφορολόγητη, ανεκχώρητη και ακατάσχετη μεταχείριση των επιδικαζόμενων ποσών, ο μη συμψηφισμός με βεβαιωμένες οφειλές και η μη συνυπολόγιση σε εισοδηματικά κριτήρια παροχών αποτελούν σημαντικές, ολιστικές προστατευτικές ρυθμίσεις.
• Η καθιέρωση γενικής πάγιας ρύθμισης, αντί νομοθέτησης κατά περίπτωση (Μάτι, Μάνδρα, Τέμπη), αποτελεί νομοτεχνικά ορθή επιλογή.
Σοβαρά νομικά και πρακτικά προβλήματα
• ΥΣ ως αποφαινόμενο όργανο χωρίς κριτήρια: Η εξουσία χαρακτηρισμού δίνεται αποκλειστικά στο Υπουργικό Συμβούλιο χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς προθεσμία και χωρίς δικαστικό έλεγχο. Είναι εξουσία πολιτικά ευάλωτη, ιδίως, στις πελατειακές σχέσεις.
• Ορισμός παρ. 2 προβληματικός: Οι πέντε κατηγορίες αφήνουν εκτός σοβαρές περιπτώσεις (περιβαλλοντικές τραγωδίες, ατυχήματα σε σωφρονιστικά) ή ενδεχομένως καλύπτουν τόσο ευρύ φάσμα που καθίσταται αδύνατη η εκτίμηση δημοσιονομικού κόστους.
• Απουσία εκτίμησης δημοσιονομικού κόστους: Η ΑΣΥΡ δεν περιέχει αξιολόγηση οικονομικής επίπτωσης. Ο χαρακτηρισμός ενός γεγονότος ως «ιδιαίτερης κοινωνικής σημασίας» θα δεσμεύει το Δημόσιο σε εκκρεμείς δίκες αδιακρίτως ύψους.
• Αδιευκρίνιστη αναδρομική εφαρμογή: Η παρ. 4 προβλέπει παραίτηση από «ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα», αλλά δεν ορίζεται διαδικασία και προθεσμία παραίτησης. Πρακτικά εκκρεμεί η ερμηνεία.
• Απουσία χρονικής προθεσμίας για έκδοση πράξης ΥΣ: Αν το ΥΣ δεν χαρακτηρίσει εντός εύλογου χρόνου, οι ενδιαφερόμενοι δεν γνωρίζουν την τύχη της υπόθεσής τους. Δεν προβλέπεται δικαστική προσβολή άρνησης.
• Αοριστία «τακτικών ένδικων μέσων»: Η δυνατότητα (παρ. 3 εδ. β) εφαρμογής και σε «τακτικά ένδικα μέσα» χωρίς κριτήρια αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα άσκησης αναίρεσης σε εξαιρετικές περιστάσεις — ποιες όμως;
Προτάσεις
• Να εισαχθούν στον νόμο αντικειμενικά, ουδέτερα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό υπόθεσης ως «ιδιαίτερης κοινωνικής σημασίας» (π.χ. αριθμός θυμάτων, βαρύτητα αναπηρίας, αιτιώδης σχέση με παράνομη κρατική δράση/παράλειψη).
• Να ορισθεί προθεσμία έκδοσης πράξης ΥΣ (π.χ. εντός 90 ημερών από έκδοση πρωτόδικης απόφασης) με τεκμήριο αποχής αν παρέλθει.
• Να εισαχθεί δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της άρνησης χαρακτηρισμού (αίτηση στο ΣτΕ ή στο αρμόδιο διοικητικό εφετείο).
• Να προβλεφθεί ρητά μεταβατική ρύθμιση για εκκρεμείς υποθέσεις: προθεσμία 30 ημερών για παραίτηση από ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα από έκδοση πράξης ΥΣ.
• Να εκπονηθεί και να δημοσιοποιηθεί εκτίμηση δημοσιονομικού κόστους βάσει ιστορικών δεδομένων δικαστικών αποφάσεων, με ετήσια αναθεώρηση.
• Να εξεταστεί η επέκταση της ρύθμισης και σε υποθέσεις περιβαλλοντικών τραγωδιών και ατυχημάτων σε σωφρονιστικά ιδρύματα που εμπίπτουν στην ίδια λογική.
Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία να δοθεί επιτέλους οριστική λύση σε ένα χρόνιο ιδιοκτησιακό πρόβλημα που ταλαιπωρεί εδώ και δεκαετίες πολίτες στη Χαλκιδική και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις ανά τη χώρα.
Σε πολλές περιπτώσεις, ακίνητα που είχαν παραχωρηθεί νομίμως σε αρχικούς δικαιούχους δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από την έκδοση τίτλων, όχι λόγω υπαιτιότητας των ίδιων, αλλά λόγω παραλείψεων της Πολιτείας. Η αδράνεια αυτή του Κράτους μεταφέρθηκε άδικα στους απογόνους τους, οι οποίοι μέχρι σήμερα κατέχουν, χρησιμοποιούν, δηλώνουν φορολογικά τα ακίνητα και επιβαρύνονται κανονικά με ΕΝΦΙΑ.
Παράλληλα, με την πάροδο του χρόνου πραγματοποιήθηκαν και προφορικές ανταλλαγές μεταξύ των αρχικών δικαιούχων, με αποτέλεσμα να έχει διαμορφωθεί εδώ και πολλές δεκαετίες μια παγιωμένη πραγματική κατάσταση, πλήρως γνωστή και αποδεκτή στις τοπικές κοινωνίες, χωρίς ουσιαστικές αμφισβητήσεις. Εξαιτίας αυτής της εξέλιξης, σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι πλέον δυνατό να εντοπιστούν με ακρίβεια οι αρχικοί δικαιούχοι που συνδέονται με τους σημερινούς κληρονόμους, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί τη διαχρονική και αδιαμφισβήτητη σχέση των οικογενειών αυτών με τα συγκεκριμένα ακίνητα.
Επιπλέον, σε πολλές από τις ιδιοκτησίες αυτές λειτουργούν νόμιμα επιχειρήσεις με σχετικές άδειες που έχουν εκδοθεί εδώ και δεκαετίες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις έχουν εκδοθεί πολεοδομικές άδειες και έχουν ανεγερθεί ή επισκευαστεί οικίες, οι οποίες δηλώνονται κανονικά στη φορολογική διοίκηση. Τα πραγματικά αυτά δεδομένα επιβεβαιώνουν έμπρακτα τη διαχρονική αναγνώριση και χρήση των ακινήτων από τους σημερινούς κατόχους και κληρονόμους.
Παρά τη διαμορφωμένη αυτή πραγματικότητα, στο Κτηματολόγιο εξακολουθεί, σε πολλές περιπτώσεις, να εμφανίζεται ως κύριος το Ελληνικό Δημόσιο. Έτσι, οι σημερινοί κληρονόμοι στερούνται στην πράξη τη δυνατότητα να ασκήσουν νόμιμα δικαιώματα επί των περιουσιών τους.
Η Πολιτεία οφείλει τώρα να προχωρήσει σε σαφή, γενική και οριστική ρύθμιση για όλες αυτές τις περιπτώσεις, χωρίς αποκλεισμούς και χωρίς νέες αδικίες. Πρέπει επιτέλους να δοθεί λύση. Η αποκατάσταση αυτής της εκκρεμότητας αποτελεί ζήτημα δικαιοσύνης, ασφάλειας δικαίου και σεβασμού προς τους πολίτες.
Η άποψή μου είναι η προτεινόμενη διάταξη καταδεικνύει ακριβώς και το σοβαρό πρόβλημα στην επίλυση διαφορών και την αμηχανία που έχει ο νομοθέτης, αφού δεν αντιμετωπίζχει το πρόβλημα στη ρίζα του.
Αν ο σκοπός του νόμου είναι η δημιουργία ενός κράτους φιλικού προς τον πολίτη, τότε θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί ο θεσμός εξώδικης επίλυσης αστικών διαφορών μεταξύ Δημοσίου και πολιτών (ιδιωτών).
Η διάταξη βασίζεται σε ένα περίεργο παίγνιο.
Μια διαφορά θα κριθεί πρώτα από τα δικαστήρια σε πρώτο βαθμό και μετά το Δημόσιο θα παραιτηθεί από τα ένδικα μέσα.
Η μεθοδολογία αυτή αφενός είναι επικίνδυνη για τα ταμιακά συμφέροντα του Δημοσίου (στην περίπτωση που η πρωτόδικη απόφαση επιβάλλει υπέρογκη αποζημίωση σε βάρος του Δημοσίου) και αφετέρου δεν οδηγεί πραγματικά στην πολιτισμένη επίλυση των διαφορών, αφού ο ιδιώτης θα πρέπεινα ασκήσει αγωγή, να κάνει όλη την δικαστική διαδικασία (που γίνται βασικά στον πρώτο βαθμό) και μετά να ελπίζει ότι το Δημόσιο δεν θα ασκήσει έφεση.
Θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί με την παροχή στο ΝΣΚ πραγματικής δυνατότητας συμβιβαστικής επίλυσης μιας διαφοράς με ευρεία διακριτική ευχέρεια και χωρις το ΝΣΚ να ενεργεί ως οιονεί δικαιοδοτικό όργανο (που απορρίπτει ένα αίτημα συμβιβασμού του ιδιώτη ως απαράδεκτο ή και αβάσιμο!) αλλά ως εκπρόσωπος του Δημοσίου που διαπραγματεύεται την ουσία της διαφοράς για την επίτευξη ενός χαμηλότερου ποσού αποζημίωσης
Θα θεωρούσα μάλιστα πιο ορθό από δικαιοπολιτικής άποψης να υπάγεται και το Δημόσιο (ακόμη και σε περιπτώσεις αστικής ευθύνης του Δημοσίου που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια) σε υποχρεωτική διαμεσολάβηση.
Θα μπορούσε να προστεθεί και η πρόβλεψη για χρόνιες απαλλοτριώσεις που το κράτος νέμεται αλλά δεν ολοκληρώνει τα έργα (συντελεσμένες και μη) και να αποδεσμεύονται – να επιστρέφουν ελεύθερα στους ιδιοκτήτες.
Ο εύλογος χρόνος που έχει νομολογηθεί να ισχύσει και εδω
Είναι πράγματι μια τεράστια πρωτοβουλία που αν ευοδωθεί θα δώσει μεγάλη ανάσα στους κατοίκους της Συκιάς Χαλκιδικής που είναι σε αδιέξοδο μετά από τις διεκδικήσεις του ελληνικού δημοσίου σε απαλλοτριωμενες εκτάσεις των κατοίκων μετά την ολοκλήρωση του κτηματολογίου στην περιοχή το 2008.
Μπράβο όλη η κοινωνία της Συκιάς Χαλκιδικής περιμένει με μεγάλη αγωνία την υλοποίηση της συγκεκριμένης προσπάθειας για να απεγκλωβίσει την κοινωνία από τα προβλήματα που προέκυψαν με την ολοκλήρωση του κτηματολογίου του 2008.
Επιτέλους μια σπουδαία πρωτοβουλία που θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα της Συκιάς Χαλκιδικής
Μπράβο πολύ καλή προσπάθεια!!
Bravoo