Στο άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45), περί αιτήσεων προς τη Διοίκηση, προστίθεται παρ. 5α ως εξής:
«5α. Επιτρέπεται σε φορείς του πρώτου εδαφίου του άρθρου 1 να χορηγούν πιστοποίηση σε επαγγελματίες, οι οποίοι δύνανται να βεβαιώνουν γεγονότα ή στοιχεία που είναι συναφή με την άσκηση του επαγγέλματός τους. Οι βεβαιώσεις που εκδίδουν οι επαγγελματίες που έχουν πιστοποιηθεί σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο παράγουν πλήρη απόδειξη ενώπιον των φορέων που τους έχουν πιστοποιήσει. Οι υπάλληλοι που εκδίδουν διοικητικές πράξεις με βάση τις βεβαιώσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν έχουν καμία ευθύνη για εγγραφές και ενδείξεις των πράξεων που οφείλονται σε σφάλματα των βεβαιώσεων. Το άρθρο 7, περί αμεροληψίας των διοικητικών οργάνων, εφαρμόζεται και για τους πιστοποιημένους επαγγελματίες. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Εσωτερικών ορίζονται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την πιστοποίηση επαγγελματιών, η χρονική της διάρκεια, οι υποχρεώσεις των πιστοποιημένων επαγγελματιών, η διαδικασία, οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε αυτούς και τα κριτήρια επιβολής τους, οι κατηγορίες διοικητικών πράξεων που μπορούν να εκδίδονται βάσει βεβαιώσεων της παρούσας παραγράφου, τα είδη και ο αριθμός των ελέγχων επί των βεβαιώσεων αυτών, καθώς και οι προϋποθέσεις πρόσβασης στο μητρώο των πιστοποιημένων επαγγελματιών. Με όμοιο διάταγμα, ορίζονται η διαδικασία για την ανάθεση προς τον πιστοποιημένο επαγγελματία της βεβαίωσης από τον φορέα ή από τον διοικούμενο, ο τρόπος και ο υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής του πιστοποιημένου επαγγελματία, λαμβάνονται πρόνοιες για την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, ιδίως όταν η αμοιβή του πιστοποιημένου επαγγελματία καταβάλλεται από τον διοικούμενο, και ρυθμίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας.».



