Άρθρο 49
Μισθολογικές προσαυξήσεις δικαστικών λειτουργών – Τροποποίηση άρθρου 4 ν. 2521/1997
Στο άρθρο 4 του ν. 2521/1997 (Α΄ 174), περί διαρρυθμίσεων μισθολογικών προαγωγών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στο πρώτο εδάφιο της περ. α) μετά τις λέξεις «Παρέδρου Πρωτοδικείου,» προστίθενται οι λέξεις «Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη,», αβ) οι περ. β) και στ) αντικαθίστανται, β) στην παρ. 2, μετά τη λέξη «όχι» προστίθενται οι λέξεις «το χρονικό διάστημα φοίτησης στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και πρακτικής άσκησης στα δικαστικά καταστήματα, καθώς και» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 4 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 4
Διαρρυθμίσεις μισθολογικών προαγωγών
1.α) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Πρωτοδίκη, Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοιχους, οι οποίοι συμπληρώνουν επτά (7) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Παρέδρου Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοιχων, και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχονται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, οι αποδοχές του επόμενου βαθμού. Ως αποδοχές νοούνται ο βασικός μισθός, καθώς και τα κάθε είδους επιδόματα και λοιπές παροχές που θα ελάμβανε ο δικαστικός λειτουργός αν είχε προαχθεί στο βαθμό αυτό.
β) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Προέδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχους, οι οποίοι συμπληρώνουν τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό του οικείου κλάδου και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, καθώς και στους ίδιους δικαστικούς λειτουργούς που συμπληρώνουν δώδεκα (12) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Πρωτοδίκη, Παρέδρου Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη και αντίστοιχων παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από τη συμπλήρωση του προς προαγωγή χρόνου, προσαύξηση ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Στους δικαστικούς λειτουργούς του πρώτου εδαφίου, οι οποίοι συμπληρώνουν στον βαθμό τους διπλάσιο χρόνο από τον κατά νόμο απαιτούμενο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και εξακολουθούν να παραμένουν στον ίδιο βαθμό μη προαγόμενοι ελλείψει κενών θέσεων, καθώς και στους ίδιους αυτούς δικαστικούς λειτουργούς που συμπληρώνουν δέκα επτά (17) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Πρωτοδίκη, Παρέδρου Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη και αντιστοίχων παρέχεται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προσαύξηση ίση με τα ενενήντα εκατοστά (90/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού από τη συμπλήρωση του διπλάσιου αυτού χρόνου. Για τη χορήγηση των προσαυξήσεων λόγω μη προαγωγής στον επόμενο βαθμό λαμβάνεται υπόψη μόνο ο προβλεπόμενος από τις οικείες διατάξεις χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό για προαγωγή στον επόμενο. Στους Πρωτοδίκες, Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες των διοικητικών δικαστηρίων, οι οποίοι συμπληρώνουν δώδεκα (12) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Παρέδρου Πρωτοδικείου, Παρέδρου Εισαγγελίας, Παρέδρου Πρωτοδικείου των διοικητικών δικαστηρίων, Ειρηνοδίκη και Δόκιμου Ειρηνοδίκη και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προσαύξηση ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του προέδρου πρωτοδικών και του βασικού μισθού του Εφέτη. Στους Πρωτοδίκες, Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες των διοικητικών δικαστηρίων, οι οποίοι συμπληρώνουν δέκα επτά (17) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Παρέδρου Πρωτοδικείου, Παρέδρου Εισαγγελίας, Παρέδρου Πρωτοδικείου των διοικητικών δικαστηρίων, Ειρηνοδίκη και Δόκιμου Ειρηνοδίκη και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προσαύξηση ίση με τα ενενήντα εκατοστά (90/100) της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του Προέδρου Πρωτοδικών και του βασικού μισθού του Εφέτη.
γ) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Εφέτη και αντίστοιχους, οι οποίοι συμπληρώνουν τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό του οικείου κλάδου και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από τη συμπλήρωση του προς προαγωγή χρόνου, προσαύξηση ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Στους ίδιους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι συμπληρώνουν στο βαθμό τους διπλάσιο χρόνο από τον κατά νόμο απαιτούμενο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και εξακολουθούν να παραμένουν στον ίδιο βαθμό μη προαγόμενοι ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από τη συμπλήρωση του διπλάσιου αυτού χρόνου, προσαύξηση ίση με τα ενενήντα πέντε εκατοστά (95/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Για τη χορήγηση των προσαυξήσεων στους ανωτέρω δικαστικούς λειτουργούς λαμβάνεται υπόψη μόνο ο προβλεπόμενος από τις οικείες διατάξεις χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό για προαγωγή στον επόμενο.
δ) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Συμβούλου Επικρατείας, Προέδρου Εφετών και αντίστοιχους, οι οποίοι παραμένουν επί τριετία στο βαθμό τους και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων ή λόγω εξάντλησης της ιεραρχίας τους αντίστοιχα, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προσαύξηση ίση με τα εβδομήντα εκατοστά (70/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Στο χρόνο υπηρεσίας των δικαστικών λειτουργών με βαθμό Συμβούλου Επικρατείας και αντίστοιχων συνυπολογίζεται και ο χρόνος υπηρεσίας τους ως Προέδρων Εφετών. Για τους βαθμούς του Αντεισαγγελέα του Α.Π., του Αντεπιτρόπου Επικρατείας του Ε.Σ. και των Τ.Δ.Δ. και του Προέδρου και Εισαγγελέα Εφετών, ως αμέσως επόμενος βαθμός για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρείται ο βαθμός του Αντιπροέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου.
ε) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Αντιπροέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου και αντίστοιχους, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από της προαγωγής τους ως Αντιπροέδρων προσαύξηση ίση με τα εβδομήντα εκατοστά (70/100) της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού Αντιπροέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου και Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου.
στ) Η περ. α) και τα εδάφια τέταρτο και πέμπτο της περ. β) εφαρμόζονται αναλόγως και στους πρωτοδίκες ειδικής επετηρίδας του άρθρου 8 του ν. 5108/2024 (Α΄ 65), με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 10 του ίδιου νόμου. Επιπρόσθετα, στους πρωτοδίκες ειδικής επετηρίδας, καθώς και στους πρωτοδίκες γενικής επετηρίδας και στους προέδρους πρωτοδικών, που εντάχθηκαν στη γενική επετηρίδα μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας βάσει του ν. 5108/2024 παρέχεται, μετά τη συμπλήρωση δικαστικής υπηρεσίας είκοσι τεσσάρων (24) ετών, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Πρωτοδίκη, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη, και με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο βασικός μισθός του εφέτη.
- Για την εφαρμογή της παρ. 1, ως υπηρεσία νοείται μόνο η πραγματική υπηρεσία που έχει διανυθεί με την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, και όχι το χρονικό διάστημα φοίτησης στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και πρακτικής άσκησης στα δικαστικά καταστήματα, καθώς και οι υπηρεσίες ή προϋπηρεσίες σε άλλες θέσεις, ανεξάρτητα αν αυτές λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας.
- Για τη χορήγηση μισθολογικής προαγωγής σε δικαστικό λειτουργό με βαθμό Προέδρου Εφετών και κάτω ή αντίστοιχο, στον οποίο έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ή υπάρχει ποινική καταδίκη σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του ή στις εκθέσεις επιθεώρησης και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού του μητρώου υπάρχουν δυσμενείς χαρακτηρισμοί για την υπηρεσιακή του απόδοση, απαιτείται και σύμφωνη γνώμη του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δεν συμφωνεί με τη χορήγηση της μισθολογικής προσαύξησης, ο δικαστικός λειτουργός επανακρίνεται μετά ένα έτος από τότε που συμπλήρωσε τον απαιτούμενο προς προαγωγή χρόνο. Αν και πάλι δεν χορηγηθεί η μισθολογική προαγωγή, η κρίση επαναλαμβάνεται κάθε φορά μετά ένα έτος από την προηγούμενη κρίση. Η θετική κρίση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναδράμει σε χρόνο προγενέστερο της ημέρας συμπλήρωσης του έτους που απαιτείται για την τελευταία κρίση. Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Αρεοπαγίτη και άνω ή αντίστοιχο, στους οποίους έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ή υπάρχει ποινική καταδίκη σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν χορηγείται μισθολογική προσαύξηση.».
Άρθρο 50
Χρόνος υπηρεσίας και εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου – Προσθήκη παρ. 2 στο άρθρο 40 του Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων
- Στο άρθρο 40 του Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων (ν. 4798/2021, Α΄ 68), περί μισθολογικής κλίμακας, προστίθεται παρ. 2 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 40 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 40
Μισθολογική κλίμακα
- Οι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου κατατάσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια για τους δικαστικούς υπαλλήλους, ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας τους.
- Ως εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.) των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου Π.Ε. Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου ορίζεται το Μ.Κ. 8 της κατηγορίας τους.».
- Ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε στον Κλάδο ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου από τους εν ενεργεία υπαλλήλους έως και την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου προσμετράται στο ακέραιο για τη μισθολογική τους εξέλιξη. Για τον ως άνω χρόνο υπηρεσίας εκδίδεται σχετική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, εντός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Άρθρο 51
Ανώτατο όριο αποδοχών μελών συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών που κατέχουν και άλλη αμειβόμενη θέση ή ιδιότητα – Τροποποίηση περ. ε) παρ. 3 άρθρου 28 ν. 4354/2015
Στην περ. ε) της παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί ανώτατου ορίου αποδοχών, προστίθεται τρίτο εδάφιο και η περ. ε) διαμορφώνεται ως εξής:
«ε) O Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, και τα μέλη των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών: ως προς το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών ή συντάξεων (κύριων και επικουρικών) που τους καταβάλλονται, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει σε ύψος το ογδόντα τοις εκατό (80%) των πάσης φύσεως αποδοχών, που ορίζονται για τους δικαστικούς λειτουργούς στην περ. α). Σε περίπτωση που στις ανωτέρω θέσεις διορίζονται συνταξιούχοι δικαστικοί λειτουργοί, το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών ή συντάξεων (κύριων και επικουρικών) τους δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο της περ. α). Για τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου που κατέχουν νομίμως και άλλη αμειβόμενη θέση ή ιδιότητα σε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών ή συντάξεων, κύριων και επικουρικών, που τους καταβάλλονται από όλες τις αμειβόμενες θέσεις ή ιδιότητες που κατέχουν, δεν μπορεί να υπερβαίνει το όριο του πρώτου εδαφίου.».
Άρθρο 52
Ρύθμιση θεμάτων μισθολογικής εξέλιξης υπαλλήλων μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης – Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 11 ν. 4354/2015
- Στην παρ. 5 του άρθρου 11 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί χρόνου και τρόπου μισθολογικής εξέλιξης, μετά τις λέξεις «Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου» προστίθενται οι λέξεις «και οι μονιμοποιηθέντες, πρώην ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι, οι οποίοι κατά τη μονιμοποίησή τους είχαν διατηρήσει το ασφαλιστικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α.,» και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:
«5. Ειδικά οι υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου και οι μονιμοποιηθέντες, πρώην ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπάλληλοι, οι οποίοι κατά τη μονιμοποίησή τους είχαν διατηρήσει το ασφαλιστικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α., που υπάγονται στον παρόντα και συνεχίζουν να απασχολούνται μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησής τους, διατηρούν το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχαν έως την υποβολή της αίτησης και δεν εξελίσσονται μισθολογικά σε ανώτερο κλιμάκιο έως τη λύση της εργασιακής τους σχέσης.».
- Ποσά διαφορών μισθολογικών απολαβών που έχουν καταβληθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε υπαλλήλους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και σε μονιμοποιηθέντες, πρώην ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαλλήλους, οι οποίοι κατά τη μονιμοποίησή τους είχαν διατηρήσει το ασφαλιστικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α., που υπάγονται στο άρθρο 7 του ν. 4354/2015, εξαιτίας της μη κατάταξής τους στο εισαγωγικό κλιμάκιο μετά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησής τους, δεν καταλογίζονται και, αν έχουν ήδη καταλογισθεί, δεν αναζητούνται.
Άρθρο 53
Επέκταση εφαρμογής άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς
- Οι παρ. 1, 3, 4 και 5 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 (Α΄ 88) περί επέκτασης προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους, εφαρμόζονται στο προσωπικό που έχει διοριστεί ή μεταταχθεί από την 1η Απριλίου 2023 και εφεξής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023, καθώς και στο προσωπικό των ανεξάρτητων αρχών και λοιπών φορέων της παρ. 1 του άρθρου 91 του ν. 5043/2023 (Α΄ 91). Το ύψος της προσωπικής διαφοράς που υπολογίζεται κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως.
- Από το πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 εξαιρούνται:
α) το προσωπικό που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 και την παρ. 7 του άρθρου 33 του ν. 4914/2022 (Α΄ 61) και
β) το προσωπικό της παρ. 3 του άρθρου 91 του ν. 5043/2023.
- Για τη χορήγηση, τον υπολογισμό, τον συμψηφισμό και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής της προσωπικής διαφοράς της παρ. 1 του παρόντος, ισχύει αναλόγως το άρθρο 64 του ν. 5042/2023.
Άρθρο 54
Αποδοχές του προσωπικού της Προεδρίας της Κυβέρνησης
- Το μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού της Προεδρίας της Κυβέρνησης καθορίζεται σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β΄ του ν. 4354/2015 (Α΄ 176).
- Το προσωπικό με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετεί στις οργανικές μονάδες της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού και της Γενικής Γραμματείας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων της Προεδρίας της Κυβέρνησης, κατατάσσεται στη μισθολογική κλίμακα σύμφωνα με το άρθρο 107 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133), εφόσον σωρευτικά:
α) διαθέτει πτυχίο ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, πανεπιστημιακού ή τεχνολογικού τομέα, της ημεδαπής ή της αλλοδαπής και αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό τίτλου σπουδών ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας ή έχει αποφοιτήσει από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.), και
β) έχει παρακολουθήσει επιτυχώς ειδικό πρόγραμμα εκπαίδευσης το οποίο οργανώνεται από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. και καθορίζεται με απόφαση του αρμόδιου για θέματα δημόσιας διοίκησης Υπουργού μετά από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Κ.Δ.Δ.Α.
Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται και στο προσωπικό που υπηρετεί με απόσπαση στις αναφερόμενες υπηρεσίες. Σε περίπτωση λήξης της απόσπασης και επανόδου του υπαλλήλου στην οργανική του θέση, πραγματοποιείται εκ νέου σύγκριση των αποδοχών του, προκειμένου να υπολογιστεί η τυχόν προσωπική διαφορά που θα είχε δημιουργηθεί εάν υπηρετούσε στην οργανική του θέση και όχι στη θέση απόσπασης. Ο εκ νέου υπολογισμός ισχύει και σε περίπτωση που την απόσπαση ακολουθεί είτε απόσπαση σε άλλη θέση είτε μετάταξη σε άλλη θέση.
- Σε περίπτωση που από την εφαρμογή του παρόντος προκύψουν τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο υπάλληλος κατά την 1η Ιουλίου 2026, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική. Για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή. Η προσωπική διαφορά του παρόντος συμψηφίζεται σύμφωνα με το άρθρο 206 του ν. 5193/2025 (Α΄ 56).
Άρθρο 55
Προσωπικό Προεδρίας της Δημοκρατίας – Τροποποίηση περ. ια) παρ. 1 άρθρου 7 ν. 4354/2015
- Στην περ. ια) της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί πεδίου εφαρμογής, μετά τις λέξεις «στον Κανονισμό της,», προστίθενται οι λέξεις «καθώς και το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στην παρ. 1 του άρθρου 12 του π.δ. 351/1991 (Α΄ 121), πλην των προβλεπομένων στην περ. α), στο τρίτο εδάφιο της περ. β), στο τέταρτο εδάφιο της περ. ε) και στην περ. στ) της παρ. 1, κατά το μέρος που αφορά στο προσωπικό των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του π.δ. 351/1991. Στις διατάξεις αυτές συμπεριλαμβάνεται ο Αναπληρωτής Διευθυντής του Γραφείου της Προεδρίας της Δημοκρατίας κατά την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 351/1991, καθώς και οι απασχολούμενοι στο Γραφείο αυτό με ανάθεση καθηκόντων δυνάμει των περ. β), γ) και δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 του π.δ. 351/1991,» και η περ. ια) διαμορφώνεται ως εξής:
«ια) οι υπάλληλοι της Βουλής, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό της, καθώς και το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στην παρ. 1 του άρθρου 12 του π.δ. 351/1991 (Α΄ 121), πλην των προβλεπομένων στην περ. α), στο τρίτο εδάφιο της περ. β), στο τέταρτο εδάφιο της περ. ε) και στην περ. στ) της παρ. 1, κατά το μέρος που αφορά στο προσωπικό των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του π.δ. 351/1991. Στο ανωτέρω προσωπικό συμπεριλαμβάνονται οι απασχολούμενοι με ανάθεση καθηκόντων δυνάμει των περ. β), γ) και δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 του π.δ. 351/1991.».
- Ισχύουσες διατάξεις του π.δ. 351/1991 δεν θίγονται από τις ρυθμίσεις του παρόντος.
Άρθρο 56
Αποδοχές Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος – Τροποποίηση άρθρου 145 ν. 4472/2017
Στο άρθρο 145 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74), περί αποδοχών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η παρ. 1 αντικαθίσταται, β) η παρ. 3 καταργείται και το άρθρο 145 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 145
Αποδοχές
- Οι κάθε είδους μηνιαίες αποδοχές των Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος καθορίζονται ως εξής:
α) Οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών ορίζονται στο ύψος του ενενήντα τοις εκατό (90%) του ορίου της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί ανωτάτων ορίων αποδοχών.
β) Οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Τιτουλάριων Επισκόπων και των Βοηθών Επισκόπων ορίζονται σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%) των αποδοχών της περ. α).
- Πέρα από τις ανωτέρω αποδοχές δεν καταβάλλεται καμία άλλη παροχή.
3. [Καταργείται].».





Επί του άρθρου 53 το πλαφόν δημιουργεί άλλη μια αδικία, για την πραγματική εξομάλυνση του εργασιακού κλίματος και την τήρηση της βασικής αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία, είναι απαραίτητο να απαλειφθεί το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 σχετικά με το ανώτατο όριο των 300 ευρώ. Η επέκταση της προσωπικής διαφοράς πρέπει να γίνει ομοιόμορφα και με ενιαίους κανόνες για όλο το προσωπικό, διασφαλίζοντας τη δίκαιη αντιμετώπιση τόσο των τωρινών όσο και των μελλοντικών υπαλλήλων.
Η επιβολή πλαφόν στην προσωπική διαφορά αποτελεί συνέχιση της ανισότητας στην μισθοδοσία μεταξύ συναδέλφων που εργάζονται στους ίδιους χώρους με τα ίδια χρόνια ,το ίδιο αντικείμενο και δεν συμβάλει στην ομαλή λειτουργία της υπηρεσίας. Στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης πρέπει να καταβληθεί ότι δικαιούται ο καθένας χωρίς πλαφόν. Πρέπει να μείνει ελεύθερο.
Η αύξηση του μισθού των αρχιερέων, σε συνδυασμό με την υπό σκέψη κατάργηση του τεκμαρτού εισοδήματος από το 2027 για τους ελεύθερους επαγγελματίες, θα στοιχίσει στην κυβέρνηση, παρόλο που έχει την ψευδαίσθηση ότι θα πάρει ψήφους από αυτές τις προεκλογικές παροχές.
Δεν μπορεί να σταθεί το κράτος στα πόδια του αν πληρώνουν μόνο οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι όλο το φορολογικό βάρος.
Το πλαφόν στην απόδοση της προσωπικής διαφοράς (300 ευρώ) θα πρέπει να διαγραφεί από την διατύπωση της διάταξης πάση θυσία. Δεν θεραπεύεται ουσιαστικά η μισθολογική ανισότητα, διατηρείται απλώς με άλλα μεγέθη. Ίδια εργασία σημαίνει και ίδιες απολαβές.
Πρέπει να αφαιρεθεί το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 53 περί του ανώτατου ορίου 300€.
Καθώς αναφέρεται ότι γίνεται «Επέκταση εφαρμογής άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς» και ότι «Οι παρ. 1, 3, 4 και 5 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 (Α΄ 88) περί επέκτασης προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους, εφαρμόζονται στο προσωπικό που έχει διοριστεί ή μεταταχθεί από την 1η Απριλίου 2023 και εφεξής…»
γιατί αυθαίρετα τίθεται ζήτημα ανώτατου ορίου 300€ για την χορήγηση της ΠΔ, χωρίς αυτό να βασίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ υπαλλήλων που κατέχουν τις ίδιες θέσεις και ασκούν τα ίδια καθήκοντα; Και γιατί να υφίσταται μια τόσο σημαντική διαφοροποίηση στις αποδοχές τους;
Επίσης πρέπει να συνυπολογίζεται αυτό το επίδομα της ΠΔ και στις συντάξιμες αποδοχές του καθενός μας.
Διερωτώμαι εάν αυτά τα σχόλιά μας θα τύχουν κάποιας ανταπόκρισης!
Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 53, εισάγεται για πρώτη φορά ανώτατο όριο (πλαφόν) 300€ στην προσωπική διαφορά των υπαλλήλων που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν από 1/4/2023. Η μη απόδοση της πλήρους προσωπικής διαφοράς παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας και το δικαίωμα για «ίση αμοιβή για ίση εργασία».Το πλαφόν των 300€ συντηρεί αδικαιολόγητα την ύπαρξη υπαλλήλων «πολλαπλών ταχυτήτων» και είναι απαραίτητο να απαληφθεί ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης, καθολική και δίκαιη μισθολογική εξίσωση όλων των εργαζομένων.
Επί του άρθρου 53, εφόσον το σκεπτικό πίσω από την επέκταση της προσωπικής διαφοράς είναι η εξάλειψη των μισθολογικών ανισοτήτων μεταξύ υπαλλήλων ίδιων προσόντων, το όριο των 300€ αναιρεί αυτόματα τη νομοθετική πρόθεση και οδηγεί σε εκ νέου άνιση μεταχείριση. Πώς αιτιολογείται αυτό το όριο; Από πού προκύπτει και πώς υπολογίστηκε; Το δημοσιονομικό κόστος αν καταργηθεί το όριο των 300€ είναι από αμελητέο έως ανύπαρκτο. Δεν εξυπηρετεί σε τίποτε ο συγκεκριμένος κόφτης.
ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ &ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΠΟΥ ΔΙΔΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΡΦΩΝ ΜΑΣ , ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΞΗΣ , ΟΛΟΙ ΜΑ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΝΑ ΑΜΟΙΒΩΜΑΣΤΕ ΙΣΑ ΓΙΑ ΙΔΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ , ΓΙΑ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΟΥΜΕ ΜΕ ΟΡΕΞΗ &ΚΙΝΗΤΡΟ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ, ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ
Άρθρο 53: Με την εισαγωγή του πλαφόν των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως ισχύουν τα κάτωθι:
1. Προκύπτει μια νέα μισθολογική ανισότητα αφού διαιωνίζονται οι υπάλληλοι «δύο ταχυτήτων». Για παράδειγμα υπάλληλοι που εργάζονται στην ίδια υπηρεσία, και συγκεκριμένα στο ίδιο τμήμα, έχοντας τα ίδια ακριβώς προσόντα, την ίδια προϋπηρεσία και την ίδια ύλη αρμοδιοτήτων, θα συνεχίσουν να αμείβονται με σημαντικές αποκλίσεις που σε πολλές περιπτώσεις αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 700 ευρώ μηνιαίως.
2. Παραβίαση των αρχών της ισονομίας και της μισθολογικής ισότητας: Η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση υπαλλήλων με βάση την ημερομηνία διορισμού ή μετάταξης έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική αρχή της ισονομίας και της μισθολογικής ισότητας των δημοσίων υπαλλήλων.
Προτείνεται η απαλοιφή του πλαφόν των 300 ευρώ. Η προσωπική διαφορά πρέπει να υπολογίζεται και να χορηγείται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο για όλους, χωρίς διακρίσεις.
Τώρα περισσότερο από ποτέ είναι κρίσιμη η χορήγηση της προσωπικής διαφοράς τουλάχιστον με τους ίδιους όρους που δόθηκε στο παρελθόν, δεδομένης της εκτόξευσης του κόστους ζωής. Το πλαφόν θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο και ως σοβαρότατος λόγος αποχώρησης από το Δημόσιο νεοδιόριστων συναδελφισσών και συναφέλφων, ειδικά από την κοινότητα των μηχανικών, καθιστώντας το έργο των ήδη υποστελεχωμένων δημοσίων υπηρεσιών δυσχερέστερο.
Επί του άρθρου 53 το πλαφόν δημιουργεί άλλη μια αδικία, για την πραγματική εξομάλυνση του εργασιακού κλίματος και την τήρηση της βασικής αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία, είναι απαραίτητο να απαλειφθεί το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 σχετικά με το ανώτατο όριο των 300 ευρώ. Η επέκταση της προσωπικής διαφοράς πρέπει να γίνει ομοιόμορφα και με ενιαίους κανόνες για όλο το προσωπικό, διασφαλίζοντας τη δίκαιη αντιμετώπιση τόσο των τωρινών όσο και των μελλοντικών υπαλλήλων.
Άρθρο 53. Η ύπαρξη πλαφόν και η απόδοση της προσωπικής διαφοράς δημιουργεί άλλη μια ομάδα εργαζομένων με διαφορετικές απολαβές και στη λογική του «Διαίρει και Βασίλευε» και όχι στη δίκαιη και ενιαία μισθολογική αντιμετώπιση (ίδια εργασία άρα ίδιες απολαβές). Πρέπει να δοθεί με τους ίδιους όρους όπως και τις προηγούμενες φορές.
Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΙΣΟΝΟΜΙΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΙΣΧΥΣΕΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ & ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΝ ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ ΕΩΣ ΤΩΡΑ ΤΙΣ ΑΡΘΡΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΣΤΑ 300,00 ΕΥΡΩ.ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΟΔΗΓΟΥΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΩΝ ΣΕ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΙΑ ΤΥΠΙΚΑ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΡΟΠΣΟΝΤΑ
Η αδικία συνεχίζεται..η πρόβλεψη ανώτατου ορίου 300 ευρώ ενισχύει την ανισότητα.
Άρθρο 53:
Η παράγραφο 1 να διαμορφωθεί ως εξής:
Οι παρ. 1, 3, 4 και 5 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 (Α΄ 88) περί επέκτασης προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους, εφαρμόζονται στο προσωπικό που έχει διοριστεί ή μεταταχθεί μετά την 1η.11.2011 και εφεξής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023, καθώς και στο προσωπικό των ανεξάρτητων αρχών και λοιπών φορέων της παρ. 1 του άρθρου 91 του ν. 5043/2023 (Α΄ 91). Το ύψος της προσωπικής διαφοράς που υπολογίζεται κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να υπολείπεται το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως.
Η παράγραφος 3 να διαμορφωθεί ως εξής:
Για τη χορήγηση, τον υπολογισμό, τον συμψηφισμό και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής της προσωπικής διαφοράς της παρ. 1 του παρόντος, ισχύει αναλόγως το άρθρο 64 του ν. 5042/2023 με την επιφύλαξη του άρθρου 206 του ν. 5193/2025 (Α’ 56).
Παρατηρήσεις:
α) Όσον αφορά την ημερομηνία διορισμού ή μετάταξης των δημοσίων υπαλλήλων, να διατυπωθεί όπως το 2018 και το 2023 (βλ. άρθρο 64 του ν. 5042/2023 και άρθρο 45 του ν. 4569/2018). Συγκεκριμένα να διατυπωθεί “…που έχουν διοριστεί ή μεταταχθεί μετά την 1η.11.2011” ώστε να υπάρξει η δυνατότητά επανυπολογισμού της προσωπικής διαφοράς για όλους τους παλιούς υπαλλήλους που η προσωπική διαφορά ήταν μηδέν ή κάτω από 300 ευρώ και αδικήθηκαν από την εκ των υστέρων πρόβλεψη ενός ελάχιστου ποσού ως προσωπικής διαφοράς που ψηφίστηκε με το άρθρο 206 του ν. 5193/11-04-2025 (φεκ Α’ 56).
β) Η προσθήκη «και εφεξής» είναι πολύ θετικό γιατί θα σταματήσει την διαιώνιση του προβλήματος της προσωπικής διαφοράς για κάθε νέο υπάλληλο που διορίζεται ή μετατάσσετε και δεν την λαμβάνει.
γ) Το πλαφόν των 300 ευρώ θα πρέπει να απαλειφθεί ή αν δεν είναι εφικτό τότε να αυξηθεί και να προστεθεί η φράση «Το ύψος της προσωπικής διαφοράς που υπολογίζεται κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να υπολείπεται το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως».
δ) Η προσθήκη του άρθρου 206 του ν. 5193/2025 στην περίπτωση που δεν μπεί στην παράγραφο 1 η φράση «δεν δύναται να υπολείπεται του ποσού των 300 ευρώ» είναι αναγκαία για την διασφάλιση του ελάχιστου ποσού της προσωπικής διαφοράς. Αν υπολογιστεί με το άρθρο 64 του ν. 5042/2023 τότε θα υπάρξουν πάλι περιπτώσεις δημοσίων υπαλλήλων που η προσωπική τους διαφορά θα είναι μηδέν ή μικρότερη από το ποσό των 300 ευρώ όπως είχε γίνει και το 2023.
Ως προς το Άρθρο 53: Το ανώτατο όριο των 300 ευρώ στην προσωπική διαφορά με μόνο κριτήριο την ημερομηνία μετάταξης/διορισμού επιτείνει την αδικία και ανισότητα που επιχειρεί ο νομοθέτης να διορθώσει με την απόδοση προσωπικής διαφοράς. Σε προηγούμενες περιπτώσεις, η προσωπική διαφορά είχε αποδοθεί σε νεοδιορισθέντες/μεταταχθέντες υπαλλήλους χωρίς κάποιο πλαφόν στο όριο αμοιβής, οπότε και τώρα μια διάταξη που μνημονεύει τον τελευταίο νόμο αναφέροντας ότι τον επεκτείνει, θα έπρεπε να λειτουργεί με τους ίδιους ακριβώς όρους. Συνεπώς θα πρέπει να αφαιρεθεί οποιοδήποτε πλαφόν στο ύψος της υπολογιζόμενης προσωπικής διαφοράς.
Στο άρθρο 53, το «ταβάνι» των 300€ στην προσωπική διαφορά, εξακολουθεί και διαιωνίζει τη μισθολογική ανισότητα μεταξύ παλαιών και νέων υπαλλήλων. Επιπροσθέτως, το δημοσιονομικό κόστος αν καταργηθεί το όριο των 300€ είναι από αμελητέο έως ανύπαρκτο. Δεν εξυπηρετεί σε τίποτε ο συγκεκριμένος κόφτης.
Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 53, εισάγεται για πρώτη φορά ανώτατο όριο (πλαφόν) 300€ στην προσωπική διαφορά των υπαλλήλων που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν από 1/4/2023. Η μη απόδοση της πλήρους προσωπικής διαφοράς παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας και το δικαίωμα για «ίση αμοιβή για ίση εργασία».Το πλαφόν των 300€ συντηρεί αδικαιολόγητα την ύπαρξη υπαλλήλων «πολλαπλών ταχυτήτων» και είναι απαραίτητο να απαληφθεί ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης, καθολική και δίκαιη μισθολογική εξίσωση όλων των εργαζομένων.
Επί του άρθρου 53 το πλαφόν δημιουργεί άλλη μια αδικία, για την πραγματική εξομάλυνση του εργασιακού κλίματος και την τήρηση της βασικής αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία, είναι απαραίτητο να απαλειφθεί το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 σχετικά με το ανώτατο όριο των 300 ευρώ. Η επέκταση της προσωπικής διαφοράς πρέπει να γίνει ομοιόμορφα και με ενιαίους κανόνες για όλο το προσωπικό, διασφαλίζοντας τη δίκαιη αντιμετώπιση τόσο των τωρινών όσο και των μελλοντικών υπαλλήλων.
Η προτεινόμενη διάταξη του Άρθρου 53, αντί να θεραπεύσει τις πολυετείς μισθολογικές ανισότητες, τις παγιώνει και εισάγει νέους περιορισμούς, εγειρόντας σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το Σύνταγμα.
1. Κατάφωρη παραβίαση της συνταγματικής ισότητας στην ΑΑΔΕ
Το άρθρο επεκτείνει την προσωπική διαφορά σε συγκεκριμένους φορείς, αφήνοντας για ακόμα μια φορά εκτός το προσωπικό της ΑΑΔΕ, το οποίο διαχρονικά (ήδη από το 2017) υφίσταται έναν άδικο μισθολογικό διαχωρισμό. Η εξαίρεση αυτή παραβιάζει την Αρχή της Ισότητας (Άρθρο 4 παρ. 1 του Σύνταγματος) και την Αρχή της Ίσης Αμοιβής για Εργασία Ίσης Αξίας (Άρθρο 22 παρ. 1β του Σύνταγματος). Υπάλληλοι που υπηρετούν στον ίδιο κρίσιμο εισπρακτικό και ελεγχτικό μηχανισμό, με τα ίδια τυπικά προσόντα και τα ίδια υπηρεσιακά βάρη, στερούνται αποδοχές που άλλοι συνάδελφοί τους εισπράττουν κανονικά, απλώς και μόνο λόγω του τρόπου ή του χρόνου διορισμού/μετάταξής τους.
2. Αντισυνταγματική θέσπιση ανώτατου ορίου (πλαφόν)
Η εισαγωγή ανώτατου ορίου (πλαφόν) στο ποσό της προσωπικής διαφοράς αλλοιώνει τον χαρακτήρα της, ο οποίος βασίζεται σε αντικειμενικές μισθολογικές συγκρίσεις. Η επιβολή «κόφτη» στερεί από τους δικαιούχους το πλήρες –και ενδεχομένως μεγαλύτερο– ποσό που δικαιούνται. Αυτή η «εξίσωση προς τα κάτω» παραβιάζει την Αρχή της Αναλογικότητας και την Προστατευόμενη Εμπιστοσύνη του Διοικουμένου.
Προτείνεται:
Η ρητή συμπερίληψη όλου του προσωπικού της ΑΑΔΕ στους δικαιούχους της προσωπικής διαφοράς, ώστε να αρθεί η διαχρονική αδικία.
Η πλήρης απαλοιφή του ανώτατου ορίου, ώστε η προσωπική διαφορά να χορηγείται ακέραιη στο ύψος που πραγματικά αναλογεί.
Άρθρο 53. Το πλαφόν που προτείνεται στην προσωπική διαφορά δεν λύνει κανένα πρόβλημα, απλά επιτείνει και διευρύνει τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των υπαλλήλων που ασκούν τα ίδια καθήκοντα στους ίδιους χώρους εργασίας και με το ίδιο η συναφές αντικείμενο. Το καλύτερο είναι να δοθεί με τους ίδιους όρους και για όλους όσους την δικαιούται. Η προσωπική διαφορά δεν είναι εργαλείο για να το χρησιμοποιεί ο καθένας όπως νομίζει. Είναι μία προσπάθεια δικαιότερης κατανομής μισθού, για ανθρώπους που μισθολογικά υστερούν έναντι άλλων συναδέλφων τους και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται σε κάθε περίπτωση.
Άρθρο 53: Η θέσπιση ανώτατου ορίου 300 € στην προσωπική διαφορά δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ισονομίας, αξιοκρατίας και συμβατότητας με το πνεύμα του άρθρου 64 του Ν. 5042/2023.
Το ύψος της προσωπικής διαφοράς δεν είναι αυθαίρετο· προκύπτει από πραγματική διαφορά μισθολογικών κλιμακίων. Το να περιορίζεται τεχνητά σε 300 € σημαίνει ότι η Πολιτεία αναγνωρίζει την ανισότητα αλλά επιλέγει να την καλύψει μόνο εν μέρει, αφήνοντας μέρος της αδικίας να παραμένει.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται: είτε η κατάργηση του πλαφόν.
Άρθρο 53 ~ Η ύπαρξη πλαφόν και η απόδοση της προσωπικής διαφοράς δημιουργεί άλλη μια ομάδα εργαζομένων με διαφορετικές απολαβές και στη λογική του «Διαίρει και Βασίλευε» και όχι στη δίκαιη και ενιαία μισθολογική αντιμετώπιση (ίδια εργασία άρα ίδιες απολαβές). Πρέπει να δοθεί με τους ίδιους όρους όπως και τις προηγούμενες φορές.
Η πρόβλεψη ανώτατου ορίου (πλαφόν) ύψους 300,00 ευρώ στην προσωπική διαφορά του άρθρου 53 χρήζει επανεξέτασης, καθώς εισάγει άνιση μεταχείριση μεταξύ υπαλλήλων που τελούν υπό όμοιες υπηρεσιακές και μισθολογικές συνθήκες. Ειδικότερα, η εν λόγω ρύθμιση διαφοροποιεί αδικαιολόγητα τον τρόπο υπολογισμού και χορήγησης της προσωπικής διαφοράς σε σχέση με τους ήδη δικαιούχους της αντίστοιχης παροχής, δημιουργώντας κατηγορίες εργαζομένων με διαφορετική μισθολογική μεταχείριση, παρά την ύπαρξη ίδιων καθηκόντων, προσόντων και συνθηκών απασχόλησης.Δεδομένου ότι η επέκταση της εφαρμογής του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 αποσκοπεί στην άρση υφιστάμενων μισθολογικών ανισοτήτων και στην αποκατάσταση της αρχής της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, η θέσπιση του ανωτέρω περιορισμού αντιστρατεύεται τον ίδιο τον σκοπό της ρύθμισης. Η αποκατάσταση μιας υφιστάμενης στρέβλωσης δεν δύναται να επιτευχθεί μέσω της δημιουργίας νέων αποκλίσεων και νέων περιπτώσεων άνισης μεταχείρισης.Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαία η πλήρης κατάργηση του ανώτατου ορίου των 300,00 ευρώ, ώστε η προσωπική διαφορά να υπολογίζεται και να χορηγείται με ενιαίο και αντικειμενικό τρόπο, βάσει των πραγματικών αποδοχών που αντιστοιχούν στη θέση ευθύνης και στα καθήκοντα κάθε υπαλλήλου. Μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζονται η ίση μεταχείριση, η μισθολογική δικαιοσύνη και η συνεπής εφαρμογή των αρχών που υπηρετεί η συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση.
Πρόκειται για ένα παντελώς άνισο και άδικο άρθρο το οποίο καθιστά συναδέλφους που βρίσκονται στο ίδιο γραφείο, έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, την ίδια προϋπηρεσία και επιτελούν την ίδια εργασία, να αμείβονται διαφορετικά απλά επειδή και μόνο ο ένας μετατάχθηκε στη θέση αυτή νωρίτερα από τον άλλον έστω και κάποιους μήνες (δηλαδή πριν τις 1/4/2023). Να εφαρμοστεί η ίδια διάταξη υπολογισμού Προσωπικής Διαφοράς που ισχύει ήδη για τους υπαλλήλους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν πριν τον Απρίλιο του 2023, αλλιώς θα συντελεστεί μια κατάφωρη αδικία για τους «νεότερους»!
Σχόλιο για το άρθρο 53:Η θέσπιση ανώτατου ορίου 300 € στην προσωπική διαφορά δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ισονομίας, αξιοκρατίας και συμβατότητας με το πνεύμα του άρθρου 64 του Ν. 5042/2023.
Το ύψος της προσωπικής διαφοράς δεν είναι αυθαίρετο· προκύπτει από πραγματική διαφορά μισθολογικών κλιμακίων. Το να περιορίζεται τεχνητά σε 300 € σημαίνει ότι η Πολιτεία αναγνωρίζει την ανισότητα αλλά επιλέγει να την καλύψει μόνο εν μέρει, αφήνοντας μέρος της αδικίας να παραμένει.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται: είτε η κατάργηση του πλαφόν.
Άρθρο 53: Η ύπαρξη πλαφόν και η απόδοση της προσωπικής διαφοράς δημιουργεί άλλη μια ομάδα εργαζομένων με διαφορετικές απολαβές ενώ κάνουν την ίδια εργασία απλά μετατάχθηκαν ή διορίστηκαν σε διαφορετική ημερομηνία.
Άρθρο 53: Με την εισαγωγή του πλαφόν των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως ισχύουν τα κάτωθι:
1. Προκύπτει μια νέα μισθολογική ανισότητα αφού διαιωνίζονται οι υπάλληλοι «δύο ταχυτήτων». Για παράδειγμα υπάλληλοι που εργάζονται στην ίδια υπηρεσία, και συγκεκριμένα στο ίδιο τμήμα, έχοντας τα ίδια ακριβώς προσόντα, την ίδια προϋπηρεσία και την ίδια ύλη αρμοδιοτήτων, θα συνεχίσουν να αμείβονται με σημαντικές αποκλίσεις που σε πολλές περιπτώσεις αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 700 ευρώ μηνιαίως.
2. Παραβίαση των αρχών της ισονομίας και της μισθολογικής ισότητας: Η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση υπαλλήλων με βάση την ημερομηνία διορισμού ή μετάταξης έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική αρχή της ισονομίας και της μισθολογικής ισότητας των δημοσίων υπαλλήλων.
Προτείνεται η απαλοιφή του πλαφόν των 300 ευρώ. Η προσωπική διαφορά πρέπει να υπολογίζεται και να χορηγείται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο για όλους, χωρίς διακρίσεις.
Άρθρο 53: Με την εισαγωγή του πλαφόν των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως ισχύουν τα κάτωθι:1. Προκύπτει μια νέα μισθολογική ανισότητα αφού διαιωνίζονται οι υπάλληλοι «δύο ταχυτήτων». Για παράδειγμα υπάλληλοι που εργάζονται στην ίδια υπηρεσία, και συγκεκριμένα στο ίδιο τμήμα, έχοντας τα ίδια ακριβώς προσόντα, την ίδια προϋπηρεσία και την ίδια ύλη αρμοδιοτήτων, θα συνεχίσουν να αμείβονται με σημαντικές αποκλίσεις που σε πολλές περιπτώσεις αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 700 ευρώ μηνιαίως.2. Παραβίαση των αρχών της ισονομίας και της μισθολογικής ισότητας: Η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση υπαλλήλων με βάση την ημερομηνία διορισμού ή μετάταξης έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική αρχή της ισονομίας και της μισθολογικής ισότητας των δημοσίων υπαλλήλων.Προτείνεται η απαλοιφή του πλαφόν των 300 ευρώ. Η προσωπική διαφορά πρέπει να υπολογίζεται και να χορηγείται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο για όλους, χωρίς διακρίσεις.Τώρα περισσότερο από ποτέ είναι κρίσιμη η χορήγηση της προσωπικής διαφοράς τουλάχιστον με τους ίδιους όρους που δόθηκε στο παρελθόν, δεδομένης της εκτόξευσης του κόστους ζωής.
άρθρο 53
– Απόδοση ΠΛΗΡΟΥΣ προσωπικής διαφοράς στους νεοεισερχόμενους υπαλλήλους (επομένως κατάργηση του εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 53 περί πλαφόν 300 ευρώ – αναδρομική ισχύ από την μέρα ανάληψης των καθηκόντων τους).
– Κατάργηση του συμψηφισμού της προσωπικής διαφοράς με τη λήψη μισθολογικών κλιμακίων.
– Ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς στον βασικό και συντάξιμο μσθό.
– Θετικό το «εφεξής» του εδαφίου 1 της παραγράφου 1 του άρθρου 53.
Άρθρο 53 ~ Παρά το γεγονός ότι η προτεινόμενη διάταξη εισάγεται με σκοπό την αποκατάσταση της μισθολογικής ανισότητας μεταξύ υπαλλήλων που διαθέτουν τα ίδια τυπικά προσόντα, ασκούν τα ίδια καθήκοντα και υπηρετούν στους ίδιους φορείς με παλαιότερους συναδέλφους τους, η πρόβλεψη ότι η προσωπική διαφορά «δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως» οδηγεί ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα.
Οι δικαιούχοι των προηγούμενων επεκτάσεων της προσωπικής διαφοράς έλαβαν το σύνολο του ποσού που προέκυπτε από τον προβλεπόμενο τρόπο υπολογισμού, χωρίς κανέναν περιορισμό ή ανώτατο όριο. Αντίθετα, η παρούσα διάταξη εισάγει για πρώτη φορά πλαφόν αποκλειστικά για τους υπαλλήλους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1η Απριλίου 2023, με αποτέλεσμα εργαζόμενοι που υπάγονται στο ίδιο ακριβώς μισθολογικό καθεστώς να αντιμετωπίζονται διαφορετικά.
Η εισαγωγή του πλαφόν δεν δικαιολογείται ούτε από τη ρύθμιση της Κυβέρνησης για την επιβολή συμψηφισμού με την πδ με το άρθρο 206 του Νόμου 5193/2025. Αντιθέτως, η συγκεκριμένη διάταξη αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την αδικία της προτεινόμενης ρύθμισης. Οι παλαιότεροι συνάδελφοι που έλαβαν ολόκληρη την προσωπική διαφορά εξακολουθούν να διατηρούν το υπερβάλλον ποσό μέχρι αυτό να συμψηφιστεί σταδιακά με τις μελλοντικές μισθολογικές αυξήσεις. Δεδομένου ότι οι αυξήσεις των βασικών μισθών είναι περιορισμένες και χορηγούνται σε αραιά χρονικά διαστήματα, απαιτούνται πολλά χρόνια έως ότου επέλθει ουσιαστική απομείωση των προσωπικών διαφορών που υπερβαίνουν τα 300 ευρώ.
Αντιθέτως, οι νέοι υπάλληλοι στερούνται εξαρχής το ποσό αυτό και δεν έχουν ποτέ τη δυνατότητα να το λάβουν, έστω προσωρινά, όπως συνέβη με τους παλαιότερους συναδέλφους τους. Ως αποτέλεσμα, η πραγματική απώλεια δεν αντιστοιχεί μόνο στη μηνιαία διαφορά μεταξύ της προσωπικής διαφοράς που δικαιούνται και του πλαφόν των 300 ευρώ, αλλά στο άθροισμα αυτής της διαφοράς για όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι παλαιότεροι συνάδελφοί τους θα εξακολουθούν να λαμβάνουν το υπερβάλλον ποσό.
Η πρόβλεψη του πλαφόν των 300 ευρώ αποτυπώνει τη διαχρονική κυβερνητική εμμονή να αντιμετωπίζει ακόμη και την αποκατάσταση προφανών μισθολογικών αδικιών σε βάρος των δημοσίων υπαλλήλων ως ευκαιρία επιβολής νέων περιορισμών και περικοπών.
Άρθρο 53 Η ύπαρξη πλαφόν και η απόδοση της προσωπικής διαφοράς δημιουργεί άλλη μια ομάδα εργαζομένων με διαφορετικές απολαβές ενώ κάνουν την ίδια εργασία απλά μετατάχθηκαν ή διορίστηκαν στο υπουργείο οικονομικών σε διαφορετική ημερομηνία.
ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΝΑ ΔΟΘΟΥΝ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ. ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΙΣΤΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΑΡΦΙ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ Ν.Δ.
Επί του άρθρου 53 το πλαφόν δημιουργεί άλλη μια αδικία, για την πραγματική εξομάλυνση του εργασιακού κλίματος και την τήρηση της βασικής αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία, είναι απαραίτητο να απαλειφθεί το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 σχετικά με το ανώτατο όριο των 300 ευρώ. Η επέκταση της προσωπικής διαφοράς πρέπει να γίνει ομοιόμορφα και με ενιαίους κανόνες για όλο το προσωπικό, διασφαλίζοντας τη δίκαιη αντιμετώπιση τόσο των τωρινών όσο και των μελλοντικών υπαλλήλων.
Έντονη διαμαρτυρία επί του υπό διαβούλευση άρθρου για την προσωπική διαφορά των νεοδιοριζόμενων υπαλλήλων
Αρχή ίσης αμοιβής για ίδια εργασία – Δημόσιο συμφέρον – Κίνδυνος περαιτέρω υποστελέχωσης
Αξιότιμες κυρίες και κύριοι,
Με αφορμή το υπό διαβούλευση άρθρο για την επέκταση της προσωπικής διαφοράς στους υπαλλήλους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1η Απριλίου 2023, καταθέτω την παρούσα έντονη διαμαρτυρία και τις παρατηρήσεις μου, με πλήρη σεβασμό στους θεσμούς αλλά και με την αναγκαία σαφήνεια που επιβάλλει η πραγματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών.
Ως νέος δόκιμος υπάλληλος του Δημοσίου, θεωρώ υποχρέωσή μου να μιλήσω με θεσμικό τρόπο, αλλά χωρίς ωραιοποιήσεις. Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί δεν αφορά μόνο μια επιμέρους μισθολογική ρύθμιση. Αφορά τη δυνατότητα του Δημοσίου να λειτουργεί, να προσελκύει και να κρατά ικανούς υπαλλήλους, να προστατεύει τη δημόσια περιουσία, να εξυπηρετεί τους πολίτες και τελικά να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.
Καταρχάς, είναι θετικό ότι αναγνωρίζεται, έστω και καθυστερημένα, πως οι υπάλληλοι που εισήλθαν στο Δημόσιο μετά το 2023 βρέθηκαν σε σαφώς δυσμενέστερη μισθολογική θέση σε σχέση με συναδέλφους που ασκούν ίδια ή απολύτως συγκρίσιμα καθήκοντα. Ωστόσο, η προτεινόμενη ρύθμιση, όπως διατυπώνεται, δεν θεραπεύει επαρκώς την αδικία. Αντίθετα, κινδυνεύει να τη μονιμοποιήσει με νέο τρόπο, δημιουργώντας άλλη μια κατηγορία εργαζομένων που θα αμείβονται διαφορετικά για την ίδια εργασία.
Η αρχή της ίσης αμοιβής για ίδια εργασία δεν είναι σύνθημα. Είναι θεμελιώδης αρχή ισότητας, δικαιοσύνης και ορθολογικής διοίκησης. Δεν είναι δυνατόν υπάλληλοι με ίδια τυπικά προσόντα, ίδια κατηγορία, ίδια ειδικότητα, ίδιο αντικείμενο και ίδια ευθύνη να αμείβονται διαφορετικά αποκλειστικά και μόνο λόγω της ημερομηνίας διορισμού τους. Μια τέτοια διάκριση δε μπορεί να θεωρείται ούτε δίκαιη ούτε παραγωγική ούτε συμβατή με την ανάγκη εκσυγχρονισμού της Δημόσιας Διοίκησης.
Το πλαφόν των 300 ευρώ προκαλεί σοβαρό προβληματισμό. Με ποια τεκμηρίωση επιλέγεται το συγκεκριμένο ποσό; Ποια μελέτη αποδεικνύει ότι οι πραγματικές μισθολογικές αποκλίσεις εξαντλούνται στα 300 ευρώ; Γιατί η αποκατάσταση μιας μισθολογικής αδικίας τίθεται εξαρχής υπό ανώτατο όριο, αντί να υπολογίζεται με βάση την πραγματική διαφορά που υφίσταται κάθε υπάλληλος σε σχέση με τον συνάδελφο που βρίσκεται σε ουσιαστικά ίδια υπηρεσιακή κατάσταση;
Η οικονομική πραγματικότητα δεν επιτρέπει άλλες καθυστερήσεις
Η συζήτηση για την προσωπική διαφορά δε μπορεί να αποκοπεί από τη σημερινή οικονομική κατάσταση της χώρας. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν ζουν σε άλλη οικονομία. Αντιμετωπίζουν το ίδιο κύμα ακρίβειας, τα ίδια ενοίκια, τα ίδια αυξημένα κόστη μετακίνησης, ενέργειας, βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Ο πληθωρισμός έχει πλέον φθάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με την Ελλάδα να εμφανίζει εναρμονισμένο πληθωρισμό περίπου 5% τον Μάιο του 2026, ενώ ήδη τον Απρίλιο του 2026 ο εθνικός δείκτης τιμών καταναλωτή είχε αυξηθεί κατά 5,4% σε ετήσια βάση. Αυτά τα μεγέθη δεν είναι λογιστικές λεπτομέρειες. Είναι απώλεια πραγματικού εισοδήματος για κάθε εργαζόμενο.
Η ακρίβεια πλήττει κυρίως τα βασικά αγαθά. Στα τρόφιμα και στα μη αλκοολούχα ποτά καταγράφονται σημαντικές αυξήσεις, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το ψωμί και τα αρτοποιήματα, το κρέας, τα γαλακτοκομικά, τα φρούτα, τα λαχανικά, τον καφέ και άλλα είδη καθημερινής κατανάλωσης. Για έναν εργαζόμενο που πληρώνει ενοίκιο, μετακινήσεις, λογαριασμούς και βασικά έξοδα διαβίωσης, η πραγματική αγοραστική δύναμη του μισθού μειώνεται μήνα με τον μήνα.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη βαρύτερο αν ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα καταγράφει τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν οι αποδοχές συγκρίνονται με βάση τα επίπεδα τιμών και το πραγματικό κόστος ζωής. Με απλά λόγια, ο Έλληνας εργαζόμενος, και ιδίως ο νέος δημόσιος υπάλληλος, δεν έχει απλώς χαμηλό μισθό σε απόλυτο ποσό. Έχει μισθό που αγοράζει λιγότερα από όσα αγοράζει ο αντίστοιχος μισθός σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο της αδικίας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι σχεδόν μηδενικές πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς του Δημοσίου δεν αποτελούν απλώς ζήτημα εισοδηματικής πολιτικής. Αποτελούν ζήτημα βιωσιμότητας του ίδιου του κράτους. Όταν οι μισθοί δεν ακολουθούν ούτε κατ’ ελάχιστον το κόστος ζωής, όταν η προσωπική διαφορά αντιμετωπίζεται ως περιορισμένο επίδομα και όχι ως αποκατάσταση αδικίας, όταν οι νέοι υπάλληλοι καλούνται να σηκώσουν δυσανάλογο βάρος χωρίς αντίστοιχη αναγνώριση, τότε η αποχώρηση από το Δημόσιο παύει να είναι μεμονωμένη επιλογή και γίνεται μαζική τάση.
Υποστελέχωση και δημόσιο συμφέρον
Πάνω από όλα βρίσκεται το δημόσιο συμφέρον. Το δημόσιο συμφέρον όμως δεν υπηρετείται με υποστελεχωμένες υπηρεσίες, εξαντλημένους υπαλλήλους, χαμηλές αποδοχές, αντικίνητρα παραμονής και συνεχή μετακύλιση ευθυνών σε όσους εξακολουθούν να κρατούν όρθιες τις υπηρεσίες με φιλότιμο και υπερπροσπάθεια.
Η υποστελέχωση δεν είναι μια αφηρημένη διοικητική έννοια. Σημαίνει καθυστερήσεις στην εξυπηρέτηση των πολιτών, αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου, συσσώρευση εκκρεμοτήτων, πίεση στους υπαλλήλους, κίνδυνο λαθών, απώλεια θεσμικής μνήμης και τελικά υποβάθμιση της αξιοπιστίας του κράτους. Σε υπηρεσίες με τεχνικό, οικονομικό, νομικό ή διοικητικό αντικείμενο, η απώλεια εξειδικευμένων στελεχών δεν αναπληρώνεται εύκολα. Χρειάζονται χρόνια εμπειρίας, γνώσης και πρακτικής εξοικείωσης για να λειτουργήσει σωστά ένας δημόσιος φορέας.
Όποιος αφήνει τις δημόσιες υπηρεσίες στην τύχη τους, γνωρίζοντας την υποστελέχωση, τη μισθολογική απαξίωση και την αυξανόμενη απογοήτευση των υπαλλήλων, αναλαμβάνει και την αντίστοιχη ευθύνη. Η ευθύνη αυτή δεν είναι θεωρητική. Είναι διοικητική, θεσμική, κοινωνική και πολιτική. Αποτυπώνεται στην καθημερινή ταλαιπωρία των πολιτών, στην απαξίωση του Δημοσίου, στην απώλεια εμπιστοσύνης προς το κράτος και, τελικά, στη δημοκρατική κρίση των πολιτών. Στις εκλογές, αλλά και πέρα από αυτές: στον δημόσιο έλεγχο, στη θεσμική λογοδοσία, στις συλλογικές αντιδράσεις και στην ίδια την πραγματικότητα που δε μπορεί επ’ αόριστον να συγκαλύπτεται.
Προσωπική εμπειρία νέου υπαλλήλου
Υπηρετώ εδώ και έναν χρόνο στην Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών – Ανατολικής Αττικής. Μέσα σε αυτό το διάστημα διαπίστωσα από πρώτο χέρι τις τεράστιες ανάγκες των δημόσιων υπηρεσιών, αλλά και το υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού, ευθύνης και αφοσίωσης πολλών συναδέλφων.
Παρότι νέος δόκιμος υπάλληλος, κλήθηκα να αναλάβω ευθύνες και καθήκοντα αντίστοιχα με συναδέλφους που διαθέτουν πολυετή εμπειρία. Συμμετείχα ενεργά στην εξυπηρέτηση πολιτών, στη διεκπεραίωση σύνθετων διοικητικών υποθέσεων, στη συνεργασία με άλλες δημόσιες υπηρεσίες, στην επεξεργασία τεχνικών θεμάτων και στη γενικότερη υποστήριξη της λειτουργίας της υπηρεσίας. Αυτή είναι η καθημερινότητα πολλών νέων υπαλλήλων: πλήρης ανάληψη ευθύνης από την πρώτη ημέρα, χωρίς αντίστοιχη μισθολογική αναγνώριση.
Οι νεότεροι υπάλληλοι δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση. Ζητούν δικαιοσύνη. Ζητούν να μη θεωρείται αυτονόητο ότι θα εργάζονται με την ίδια ευθύνη, την ίδια πίεση και την ίδια παραγωγικότητα, αλλά με χαμηλότερες αποδοχές μόνο και μόνο επειδή διορίστηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο.
Η καμπάνα της μαζικής φυγής ήδη χτυπάει
Το πρόβλημα δεν είναι μελλοντικό. Είναι ήδη παρόν. Οι νέοι επιστήμονες, οι μηχανικοί, οι πληροφορικοί, οι οικονομολόγοι, οι νομικοί και οι λοιποί εξειδικευμένοι υπάλληλοι έχουν πραγματικές εναλλακτικές επιλογές στον ιδιωτικό τομέα ή στο εξωτερικό. Όταν το Δημόσιο δεν προσφέρει αξιοπρεπείς αποδοχές, προοπτική και αίσθημα δικαιοσύνης, δε μπορεί να περιμένει ότι θα αποτελεί ελκυστική επιλογή για ικανά στελέχη.
Ήδη υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η αποδοχή διορισμού δεν είναι πλέον δεδομένη. Σε ορισμένες ειδικότητες, ιδίως σε μηχανικούς και πτυχιούχους πληροφορικής, η απροθυμία ανάληψης θέσης έχει καταγραφεί σε ποσοστά που φθάνουν από 50% έως και 75%. Αυτό σημαίνει ότι οι συνάδελφοι που αποδέχονται τελικά τον διορισμό τους μπορεί πλέον να μην ξεπερνούν το 50%. Η καμπάνα της μαζικής φυγής ήδη χτυπάει και όποιος προσποιείται ότι δεν την ακούει, οδηγεί το Δημόσιο σε ακόμη μεγαλύτερη κρίση στελέχωσης.
Αν δεν αυξηθούν άμεσα και δραστικά οι μισθοί στο Δημόσιο, δεν θα έχουμε απλώς μερικές αποχωρήσεις υπαλλήλων. Θα έχουμε μαζική αποχώρηση, αδυναμία αναπλήρωσης, διαρκή αποδυνάμωση κρίσιμων υπηρεσιών και τελικά διάλυση βασικών λειτουργιών του δημόσιου τομέα. Και όταν διαλύεται ο δημόσιος τομέας, δεν πλήττονται μόνο οι υπάλληλοι. Πλήττεται το ίδιο το κράτος, οι πολίτες, η κοινωνική συνοχή, η οικονομία και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Τι πρέπει να αλλάξει
Για τους παραπάνω λόγους, θεωρώ αναγκαίο το υπό διαβούλευση άρθρο να επανεξεταστεί ουσιαστικά και όχι απλώς να βελτιωθεί φραστικά. Η χορήγηση προσωπικής διαφοράς δεν πρέπει να λειτουργήσει ως περιορισμένο βοήθημα έως 300 ευρώ, αλλά ως πραγματικός μηχανισμός αποκατάστασης της μισθολογικής ανισότητας.
Ειδικότερα, ζητώ να εξεταστούν τα εξής:
• Να αποσαφηνιστεί πλήρως ο τρόπος υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς, με αντικειμενικά, διαφανή και δημοσιευμένα κριτήρια.
• Να μη λειτουργήσει το όριο των 300 ευρώ ως αυθαίρετο πλαφόν που αφήνει αθεράπευτες πραγματικές μισθολογικές αποκλίσεις.
• Να διασφαλιστεί ότι εργαζόμενοι με ίδια κατηγορία, ίδια ειδικότητα, ίδια προσόντα και ίδια καθήκοντα δεν θα αμείβονται διαφορετικά λόγω ημερομηνίας διορισμού.
• Να υπάρξει συνολική και άμεση αναθεώρηση των μισθών του Δημοσίου, ώστε να ληφθούν υπόψη ο πληθωρισμός, η ακρίβεια, η χαμηλότερη αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ο κίνδυνος μαζικών αποχωρήσεων.
• Να αντιμετωπιστεί η μισθολογική πολιτική όχι ως λογιστικό κόστος, αλλά ως κρίσιμη επένδυση στη λειτουργία του κράτους, στην ποιότητα των υπηρεσιών προς τον πολίτη και στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος.
Συμπέρασμα
Η ενίσχυση των νέων υπαλλήλων δεν αποτελεί δημοσιονομική πολυτέλεια. Αποτελεί προϋπόθεση λειτουργίας του Δημοσίου. Ένα κράτος που δε μπορεί να κρατήσει τους νέους, καταρτισμένους και παραγωγικούς υπαλλήλους του, δε μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας.
Η Πολιτεία οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη ότι το μισθολογικό πρόβλημα έχει πλέον μετατραπεί σε πρόβλημα στελέχωσης, λειτουργίας και αξιοπιστίας του κράτους. Αν η κατάσταση συνεχιστεί, η μαζική αποχώρηση υπαλλήλων και η αδυναμία προσέλκυσης νέων δεν θα αποτελούν κινδυνολογία, αλλά αναπόφευκτη συνέπεια πολιτικών επιλογών που αγνόησαν την πραγματικότητα.
Για τον λόγο αυτό, ζητώ την ουσιαστική αναμόρφωση της ρύθμισης, την πραγματική αποκατάσταση της αρχής της ίσης αμοιβής για ίδια εργασία και την άμεση λήψη γενναίων μισθολογικών μέτρων για τους δημόσιους υπαλλήλους. Το δημόσιο συμφέρον δεν αντέχει άλλη αναβολή.
Με εκτίμηση,
Νέος δόκιμος υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών – Ανατολικής Αττικής
ΠΕ Πολιτικός Μηχανικός
Διορισμός 2025
Ενδεικτική τεκμηρίωση στοιχείων: Eurostat, ΕΛΣΤΑΤ και δημοσιευμένα στοιχεία/αναφορές για αποδοχές, πληθωρισμό, αγοραστική δύναμη και αποδοχή διορισμών σε κρίσιμες ειδικότητες.
Διαφωνω για την αυξηση των ιεραρχων. Ηδη εχουν πολλα προνομια. Ηδη η Χριστιανικη θρησκεια ειναι εναντιον του πλουτου
Διαφωνώ με το άρθρο 56 του νομοσχεδίου περί αύξησης των αποδοχών μητροπιλιτών και λοιπών. Θεωρώ εμπαιγμό της κυβέρνησης και αδιαφορία για τα οικονομικά προβλήματα των λοιπών τάξεων εργαζομένων και συνταξιούχων. Ήδη είναι υπερβολικό που η μισθοδοσία των ιερομένων πληρώνεται από κρατικά χρήνατα.
Θετική είναι η πρόβλεψη για την προσωπική διαφορά, όμως δημιουργεί μηχανικούς δύο κατηγοριών μισθολογικά που μπορεί να συντελέσει σε 30% διαφορά στις απολαβές, ανάλογα με το χρόνο πρόσληψης τους, γεγονός που θα λειτουργήσει ανασταλτικά στην προσέλκυση μηχανικών στο υπουργείο οικονομικών.
Η ύπαρξη πλαφόν στον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς δημιουργεί άλλη μια ομάδα εργαζομένων με διαφορετικές απολαβές με μόνο κριτήριο τον χρόνο μετάταξης ή διορισμού στο σχετικό υπουργείο ασχέτως αν κάνουν ακριβώς την ίδια εργασία.
Άρθρο 53 Η ύπαρξη πλαφόν και η απόδοση της προσωπικής διαφοράς δημιουργεί άλλη μια ομάδα εργαζομένων με διαφορετικές απολαβές ενώ κάνουν την ίδια εργασία απλά μετατάχθηκαν ή διορίστηκαν στο υπουργείο οικονομικών σε διαφορετική ημερομηνία.
Επί του άρθρου 53 το πλαφόν δημιουργεί άλλη μια αδικία, για την πραγματική εξομάλυνση του εργασιακού κλίματος και την τήρηση της βασικής αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία, είναι απαραίτητο να απαλειφθεί το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 σχετικά με το ανώτατο όριο των 300 ευρώ. Η επέκταση της προσωπικής διαφοράς πρέπει να γίνει ομοιόμορφα και με ενιαίους κανόνες για όλο το προσωπικό, διασφαλίζοντας τη δίκαιη αντιμετώπιση τόσο των τωρινών όσο και των μελλοντικών υπαλλήλων.
Αναφορικά με το άρθρο 53 το οποίο είναι στη σωστή κατεύθυνση προκειμένου να λυθεί το θέμα νέο-εισερχόμενων στο υπουργείο οικονομικών δυστυχώς το ανώτατο όριο των 300 € δημιουργεί υπαλλήλους δύο ταχυτήτων σε συγκεκριμένες ειδικότητες όπως αυτές των μηχανικών. Για την πλήρη θεραπεία του προβλήματος συνίσταται η αποφυγή ΠΕ Μηχανικών ή ΠΕ Πληροφορικής δύο μισθολογικών κατηγοριών δηλαδή καλό το άλλο χωρίς πλαφόν και με πλαφόν 300 €
Θετική είναι η πρόβλεψη για την προσωπική διαφορά, όμως η διατήρηση πλαφόν 300 ευρώ μηνιαίως εξακολουθεί να συντηρεί αδικαιολόγητες μισθολογικές ανισότητες. Υπάλληλοι με τα ίδια προσόντα, τα ίδια καθήκοντα και την ίδια ευθύνη αμείβονται διαφορετικά αποκλειστικά λόγω του χρόνου διορισμού ή μετάταξής τους. Η διαφορετική αμοιβή για εργασία ίσης αξίας παραβιάζει την αρχή της ισότητας και δημιουργεί υπαλλήλους δύο ταχυτήτων. Για τον λόγο αυτό, το πλαφόν θα πρέπει να καταργηθεί και να αποδοθεί το σύνολο της προσωπικής διαφοράς, ώστε να αρθούν οριστικά οι μισθολογικές στρεβλώσεις.
Στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ΔΕΝ έχει προβλεφθεί η χορήγηση προσωπικής διαφοράς, παρά μόνο για τους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Είναι κατάφορα άδικο για τους υπαλλήλους του ίδιου φορέα να αντιμετωπίζονται με διαφορετικά μέτρα και σταθμά, παρά το γεγονός ότι απαιτείται η ομαλή συνεργασία τους στο καίριο και νευραλγικό θέμα του ψηφιακού μετασχηματισμού του κράτους. Επιβάλλεται η διόρθωση αυτής της αδικίας, με χορήγηση της προσωπικής διαφοράς σε όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, χωρίς πλαφόν στην προσωπική διαφορά που δημιουργεί υπαλλήλους πολλαπλών ταχυτήτων.
Άρθρο 53 Η ύπαρξη πλαφόν και η απόδοση της προσωπικής διαφοράς δημιουργεί άλλη μια ομάδα εργαζομένων με διαφορετικές απολαβές και στη λογική του «Διαίρει και Βασίλευε» και όχι στη δίκαιη και ενιαία μισθολογική αντιμετώπιση (ίδια εργασία άρα ίδιες απολαβές), ειδικά στις δύσκολες εποχές με την ακρίβεια που μας έχει φέρει αυτή η κυβέρνηση. Πρέπει να δοθεί με τους ίδιους όρους όπως και τις προηγούμενες φορές.
Καταψηφιζω το άρθρο 56 περί αύξηση των αποδοχών των Αρχιερεων της εκκλησίας της Ελλάδος. Θεωρώ απαράδεκτη αυτή τη μισθολογικη αύξηση την ώρα που οι πολίτες υποφέρουν οικονομικά και πληρώνουν αβάσταχτη φορολογια.
Θετική είναι η πρόβλεψη για την προσωπική διαφορά, όμως η διατήρηση πλαφόν 300 ευρώ μηνιαίως εξακολουθεί να συντηρεί αδικαιολόγητες μισθολογικές ανισότητες. Υπάλληλοι με τα ίδια προσόντα, τα ίδια καθήκοντα και την ίδια ευθύνη αμείβονται διαφορετικά αποκλειστικά λόγω του χρόνου διορισμού ή μετάταξής τους. Η διαφορετική αμοιβή για εργασία ίσης αξίας παραβιάζει την αρχή της ισότητας και δημιουργεί υπαλλήλους δύο ταχυτήτων. Για τον λόγο αυτό, το πλαφόν θα πρέπει να καταργηθεί και να αποδοθεί το σύνολο της προσωπικής διαφοράς, ώστε να αρθούν οριστικά οι μισθολογικές στρεβλώσεις.
ΩΣΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΤΕ ΤΑ 300, ΜΗ ΜΙΛΑΤΕ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ. ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ, ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΑ 600 ΑΤΟΜΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΕΧΟΥΝ ΦΙΛΟΥΣ, ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ… ΟΤΙ ΔΩΣΟΥΝ ΘΑ ΠΑΡΟΥΝ. ΜΑΚΑΡΙ ΟΥΤΕ 20% ΑΝ ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΕΘΕΙ ΤΟ ΠΛΑΦΟΝ.
Θετική κρίνεται η επέκταση της εφαρμογής του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς, όπως προβλέπεται στο άρθρο 53. Ωστόσο, η διατήρηση ανώτατου ορίου (πλαφόν) ύψους 300 ευρώ μηνιαίως δεν επιλύει τις υφιστάμενες μισθολογικές ανισότητες, οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ υπαλλήλων που υπηρετούν υπό τις ίδιες συνθήκες.Ειδικότερα, υπάλληλοι που κατέχουν την ίδια θέση, διαθέτουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ασκούν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα εξακολουθούν να αμείβονται διαφορετικά, αποκλειστικά λόγω του χρόνου διορισμού ή μετάταξής τους. Η διαφορετική αμοιβή για εργασία ίσης αξίας δεν μπορεί να δικαιολογείται από ένα τυχαίο χρονικό κριτήριο, το οποίο δεν συνδέεται ούτε με την απόδοση ούτε με το επίπεδο ευθύνης των υπαλλήλων.Η μη καταβολή του συνόλου της προσωπικής διαφοράς, σε συνδυασμό με την επιβολή πλαφόν, δημιουργεί υπαλλήλους δύο ταχυτήτων εντός του ίδιου φορέα και εγείρει ζητήματα συμβατότητας με τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Για τον λόγο αυτό, η διάταξη θα πρέπει να αναθεωρηθεί, ώστε να αρθεί πλήρως κάθε μισθολογική διαφοροποίηση μεταξύ υπαλλήλων που τελούν υπό τις ίδιες υπηρεσιακές συνθήκες και παρέχουν εργασία ίσης αξίας. Η αρχή της ισότητας δεν μπορεί να εφαρμόζεται αποσπασματικά ούτε να περιορίζεται από ανώτατα όρια που διαιωνίζουν τις υφιστάμενες ανισότητες.
Άρθρο 53 ~ Η ύπαρξη πλαφόν και η απόδοση της προσωπικής διαφοράς δημιουργεί άλλη μια ομάδα εργαζομένων με διαφορετικές απολαβές και στη λογική του «Διαίρει και Βασίλευε» και όχι στη δίκαιη και ενιαία μισθολογική αντιμετώπιση (ίδια εργασία άρα ίδιες απολαβές). Πρέπει να δοθεί με τους ίδιους όρους όπως και τις προηγούμενες φορές.
Η πρόβλεψη ανώτατου ορίου 300 ευρώ στο άρθρο 53 δεν θεραπεύει τη μισθολογική ανισότητα που εξακολουθεί να υφίσταται μεταξύ υπαλλήλων με όμοια καθήκοντα, προσόντα και ευθύνες. Αντίθετα, διατηρεί διακρίσεις εις βάρος των νεότερων υπαλλήλων, οι οποίοι συχνά διαθέτουν ιδιαίτερα αυξημένα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα. Η προσέλκυση και διατήρηση ικανού ανθρώπινου δυναμικού στο Δημόσιο δεν μπορεί να επιτευχθεί με την επιβολή περιορισμών που διαιωνίζουν άνισες μισθολογικές συνθήκες. Ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό κράτος οφείλει να στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και της δίκαιης αμοιβής, αναγνωρίζοντας ισότιμα την προσφορά όλων των υπαλλήλων που καλούνται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της δημόσιας διοίκησης και της εξυπηρέτησης του πολίτη.