Άρθρο 22 – Συμβάσεις πίστωσης σε ξένο νόμισμα

(Άρθρο 23 της Οδηγίας)

1. Σε περίπτωση συμβάσεων πίστωσης σε ξένο νόμισμα, ο πιστωτικός φορέας:
α) είτε συμπεριλαμβάνει στη σύμβαση πίστωσης όρο, σύμφωνα με τον οποίο ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να μετατρέψει, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, τη σύμβαση πίστωσης σε εναλλακτικό νόμισμα τουλάχιστον όταν η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας υπερβαίνει το 20 %,
β) είτε διασφαλίζει ότι η σύμβαση πίστωσης συνοδεύεται καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής με χρηματοπιστωτικό μέσο αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου.

2. Στην περίπτωση α) της παραγράφου 1 ανωτέρω ο σχετικός όρος της σύμβασης ορίζει υποχρεωτικά ως εναλλακτικό νόμισμα:
α) το νόμισμα στο οποίο ο καταναλωτής λαμβάνει κατά κύριο λόγο το εισόδημά του ή διατηρεί τα περιουσιακά του στοιχεία από τα οποία πρόκειται να εξοφληθεί η πίστωση, όπως προέκυψε από την τελευταία αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ή/και
β) το νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο ο καταναλωτής είτε κατοικούσε τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης είτε κατοικεί κατά το χρόνο κατά τον οποίο ζητείται η ενεργοποίηση του σχετικού συμβατικού όρου.

3. Στην περίπτωση της υποπαραγράφου α) της παραγράφου 1 ανωτέρω, η συναλλαγματική ισοτιμία βάσει της οποίας γίνεται η μετατροπή είναι η επισήμως δημοσιευόμενη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή την Τράπεζα της Ελλάδος συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς που ισχύει την ημέρα της μετατροπής, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση πίστωσης.

4. Όταν ένας καταναλωτής έχει συνάψει σύμβαση πίστωσης σε ξένο νόμισμα, ο πιστωτικός φορέας ειδοποιεί άμεσα τον καταναλωτή, εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο όταν η αξία του οφειλόμενου συνολικού ποσού που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής ή η αξία των οφειλόμενων δόσεων παρουσιάζει διακύμανση μεγαλύτερη από 20 % σε σχέση με τις αντίστοιχες αξίες που θα υπολογίζονταν με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ του νομίσματος της σύμβασης και του νομίσματος του κράτους μέλους που ίσχυε κατά τη χρονική στιγμή σύναψης της σύμβασης πίστωσης. Με την ειδοποίηση αυτή ο καταναλωτής πληροφορείται για την ενεργοποίηση των δυνατοτήτων που έχουν συμφωνηθεί στη σύμβαση πίστωσης δυνάμει της παραγράφου 1.
Στην προβλεπόμενη περιοδική ενημέρωση θα περιλαμβάνεται αναφορά του ύψους της μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Οι ρυθμίσεις που εφαρμόζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου κοινοποιούνται στον καταναλωτή στο πλαίσιο του «Ευρωπαϊκού Τυποποιημένου Δελτίου Πληροφοριών (ESIS)» και της σύμβασης πίστωσης. Όταν δεν υπάρχει στη σύμβαση πίστωσης όρος, σύμφωνα με τον οποίο ο συναλλαγματικός κίνδυνος, στον οποίο εκτίθεται ο καταναλωτής περιορίζεται σε διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας μικρότερης του 20%, το ESIS περιλαμβάνει ενδεικτικό παράδειγμα που αφορά στον αντίκτυπο διακύμανσης 20 % της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΥΠΟΜΝΗΜΑ
    του μη κερδοσκοπικού σωματείου, μέλος του ΙΝΚΑ/ΓΟΚΕ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ, με την επωνυμία «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΣΕ ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ» που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής, Σόλωνος αρ. 21 και εκπροσωπείται νόμιμα.
    Α. Τυγχάνουμε αστικό, μη κερδοσκοπικό σωματείο ιδρυθέν την 2014 και κύρια αποστολή μας σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού μας είναι η προάσπιση των συμφερόντων των μελών μας και η προστασία τους, καθώς και η εξώδικη και η δικαστική επιδίωξη αξιώσεων που προκύπτουν από τη σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο.
    Β. Τέθηκε προς δημόσια διαβούλευση η κοινοτική οδηγία 2014/17/ΕΕ που αφορά τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού ΕΕ αριθμ. 1093/2010, με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη.
    Γ. Για την κατάθεση του παρόντος πέρα του γενικού ενδιαφέροντος, έχουμε και ειδικό άμεσο έννομο συμφέρον ερειδόμενο στον καταστατικό μας σκοπό και στην σημασία του θέματος τόσο για τα μέλη μας όσο και ευρύτερα για το κοινωνικό σύνολο.
    i) Η ανάγκη για την θεσμοθέτηση της ανωτέρω οδηγίας πηγάζει από την παραδοχή ότι η πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων και των μεσιτών πιστωτικών προϊόντων παραβιάζει βασικές αρχές του δικαίου των συναλλαγών μεταξύ αυτών και των καταναλωτών και ειδικότερα την αρχή της εμπιστοσύνης, της διαφάνειας, της συναλλακτικής ευθύτητας, της ευκρίνειας των συμβατικών όρων, της πλήρους ενημέρωσης.
    Λόγω της φύσης των δανειακών συμβάσεων, οι οποίες κατά κύριο λόγο αφορούν την κάλυψη στεγαστικών αναγκών, είναι ορθό να αναφέρουμε ότι η πρακτική αυτή παραβιάζει τα άρθρα 2, 5,17 του Συντάγματος καθώς και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
    Ειδικότερα, ρητά γίνεται παραδοχή στην ανωτέρω οδηγία ότι η ανάγκη για την θεσμοθέτησή της πηγάζει από προβλήματα που αφορούν πιστώσεις εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα τις οποίες είχαν συνάψει οι καταναλωτές αλλά χωρίς να έχουν σχετική ενημέρωση ή επίγνωση του συναλλαγματικού κινδύνου. (στοιχείο 4 της ανωτέρω οδηγίας)
    Είναι φανερό ότι η οδηγία αφορά κυρίως αυτό το κομμάτι των δανειοληπτών σε ξένο νόμισμα οι οποίοι έχουν υποστεί ζημία από την παράνομη, καταχρηστική και αθέμιτη πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων. Τα τελευταία, με σκοπό να επιτύχουν την πώληση, άλλως διάθεση περισσοτέρων κεφαλαίων στην αγορά και να εξασφαλίσουν την εισροή μεγάλων ποσών σε ευρώ, διαφήμιζαν και προωθούσαν με κάθε τρόπο από μη καταρτισμένους και ειδικά εκπαιδευμένους υπαλλήλους τη πώληση αυτών των προϊόντων. Η αθρόα πώληση επιτεύχθηκε με την απόκρυψη της πραγματικής φύσης της δανειακής σύμβασης και συγκεκριμένα ότι πέρα από το κίνδυνο μη καταβολής της δόσης και την καταγγελία του δανείου, που είναι και ο μοναδικός κίνδυνος για τον οφειλέτη σε κάθε δανειακή σύμβαση, αυτός αναλάμβανε και ένα πρόσθετο κίνδυνο, τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Αυτός όμως δεν σχετίζεται με τον πυρήνα της δανειακής σύμβασης αλλά ενδεχομένως θα μπορούσε να είναι αντικείμενο μίας άλλης σύμβασης στο πλαίσιο της δανειακής σχέσης, δεν συνιστά όμως δανεισμό ο δανεισμός ξένου νομίσματος αλλά ο δανεισμός ποσού χρημάτων ανεξάρτητα από το νόμισμα στο οποίο δανείζεσαι.
    Η παράνομη και καταχρηστική αυτή πρακτική αποδείχθηκε επικίνδυνη διότι μεσούσης της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης, άνθρωποι σε παραγωγική ηλικία, με αυξημένες οικονομικές και οικογενειακές υποχρεώσεις, καλούνται να καταβάλουν επιπλέον έως και το 70% του κεφαλαίου του δανείου που είχαν αναλάβει εξαιτίας της ανατροπής της αρχικής ισοτιμίας.
    Οι δανειολήπτες αντιμετωπίζονται από τα πιστωτικά ιδρύματα ως επενδυτές και όχι ως καταναλωτές. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα πιστωτικά ιδρύματα γνώριζαν ή σε κάθε περίπτωση είναι αδύνατο να μη γνώριζαν, ή από βαριά και μη συγγνωστή αμέλεια δεν γνώριζαν, αλλά σίγουρα με δόλο παρέλειψαν να ενημερώσουν τους καταναλωτές κατά τη σύναψη της σύμβασης για τον συναλλαγματικό κίνδυνο από τη σύναψη δανείων σε ξένο νόμισμα.
    Εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής 80.000 περίπου οικογένειες καλούνται να καταβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα κεφάλαια για δάνεια που δεν ανέλαβαν, τα πιστωτικά δε ιδρύματα απολαμβάνουν τα κεφάλαια αυτά μη νόμιμα, ενώ ήδη έχουν απορροφήσει κεφάλαια από την ασφάλιση αυτών των δανείων, από την αυξημένη ρευστότητα που εξασφάλισαν εξαιτίας της διάθεσής τους, από την υπεραπόδοση του επιτοκίου (διότι μπορεί το επιτόκιο να ήταν χαμηλότερο για τους δανειολήπτες αλλά με ακόμη χαμηλότερο επιτόκιο είχαν δανειστεί και οι τράπεζες).
    iii) Τα ανωτέρω επιτάσσουν ότι κατά την ενσωμάτωση της ανωτέρω οδηγίας πρέπει να περιληφθεί ρύθμιση για τους ήδη δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο και ειδικότερα να αφορά τουλάχιστον την καταβολή κάθε δόσης από την ψήφιση του νόμου και εφεξής. Αυτή άλλωστε είναι και η βούληση του ευρωπαίου νομοθέτη διότι αναγνωρίζοντας το πρόβλημα ως υφιστάμενο, αναγνωρίζει και το απρόσωπο υποκείμενο της ζημίας που είναι οι ήδη δανειολήπτες. Διαφορετικά η οδηγία είναι κενό γράμμα. Άλλωστε και τα ίδια πιστωτικά ιδρύματα με την παράνομη, αντίθετη στο γράμμα και το πνεύμα της ανωτέρω οδηγίας συμπεριφορά τους, αναπροσαρμόζουν το ποσό της δόσης σύμφωνα με την τρέχουσα ισοτιμία αντιμετωπίζοντας κα αυτό το τρόπο αυτή (τη δόση) ως χωριστό από τη δανειακή σύμβαση χρηματοπιστωτικό προϊόν και κατά συνέπεια επιδέχεται αυτοτελούς ρύθμισης που θα άρχεται με την θεσμοθέτηση του σχετικού εφαρμοστικού της οδηγίας νομοθετήματος.
    iv) Θα πρέπει να θεσπιστεί μηχανισμός αποκατάστασης της ζημίας που έχουμε υποστεί και άμεση προσαρμογή της δόσης και του ύψους του δανείου εκάστου δανειολήπτη. Ειδικότερα πλειάδα αποφάσεων (ΠΠρΑλεξ. 38/2015, ΠΠρΞανθ 23/2014, ΠΠρΚοζάνης 38/2015, ΠΠρΑλεξ 26/2015, ΠΠρΞανθ 13/2015, ΠΠρΡοδ 35/2015, ΠΠρΞανθ 41/2015, ΠΠρΘες 3351/2015, ΠΠρΙωαν. 161/2015, ΠΠρΑθηνών 3789/2015, ΠΠρΤρικ. 2/2016, ΠΠρΠειραιά 619/2016, ΜΠρΑθηνών 7501/2015, ΜΠρΑθηνών 7209/2015, ΜΠρΑθηνών 5712/2015, ΜΠρΑθηνών 8463/2015, ΜΠρΑθηνών3399/2015, ΜΠρΑθηνών 4481/2015, ΜΠρΘες. 13248/2015, ΜΠρΡόδου 458/2015, ΜΠρΚοζ 342/2014, ΜΠρΛαμ 134/2015, ΜΠρΛαμ 135/2015, ΜΠρΡοδ 58/2015, ΜΠρΒόλου 458/2015, ΜΠρΛαμ 178/2015, ΜΠρΡόδου 371/2015, ΜΠρΛαμ 163/2015, ΜΠρΘες 3965/2015, ΜΠρΡοδ 555/2015, ΜΠρΘες 3320/2015, ΜΠρΛαμ 320/2015, ΜΠρΒόλου 574/2015, ΜΠρΝαυπλίου 128/2015, ΜΠρΙωαν. 192/2015, ΜΠρΡοδ 248/2015, ΜΠρΡοδ 297/2015, ΜΠρΡεθύμνης 192/2014, ΜΠρΧίου 110/2015, ΜΠρΑγρινίου 261/2015, ΜΠρΙωαν 395/2015, ΜΠρΘες 13247/2015, ΜΠρΧανίων 365/2015) αναγνωρίζει το βάσιμο του ανωτέρω αιτήματος και προκρίνουν τη λύση της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου. Η αναπροσαρμογή των όρων του δανείου, δηλαδή το ύψος του καταβλητέου κεφαλαίου και το σύστημα αναπροσαρμογής, είναι αντικείμενο της παρούσας νομοθετικής ρύθμισης.
    v) Επιβάλλεται η θέσπιση άμεσης αποζημίωσης των δανειοληπτών για ελβετικό φράγκο για την οικονομική και ηθική ζημία που έχουν υποστεί εξαιτίας της συμπεριφοράς των τραπεζικών ιδρυμάτων και ειδικότερα εξαιτίας της απόκρυψης στοιχείων. Η αποζημίωση αυτή έχει χαρακτήρα αποκαταστατικό, δικαιοπολιτικό και σχετίζεται με τον πυρήνα της ανωτέρω οδηγίας, αλλά και με την αρχή της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που επέδειξαν οι καταναλωτές προς τα τραπεζικά ιδρύματα και για λόγο αυτό έχουν θιγεί.
    vi) Θα πρέπει να θεσπιστούν όχι μέτρα αλλά ρήτρες με δεσμευτικό και κυρωτικό χαρακτήρα για την εξασφάλιση της διαφάνειας, της δημοσιότητας και την τήρηση του καθήκοντος ενημέρωσης από τα πιστωτικά ιδρύματα προκειμένου να αποφευχθεί αυτή η ομοιόμορφη και γενική πρακτική από τα τραπεζικά ιδρύματα στο μέλλον, δηλαδή να προωθούν κεκαλυμμένα τραπεζικά προϊόντα υψηλού ρίσκου σε δανειακές συμβάσεις.
    Αθήνα, 24/5/2016
    Ο Πρόεδρος του Συλλόγου Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου
    Νικήτας Καλφόπουλος

  • 24 Μαΐου 2016, 10:44 | χαρτάς ιάκωβος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    άρθρο3
    Από τη στιγμή που όπως αναφέρθηκε στο άρθρο 1, καθίσταται υποχρεωτική η ασφάλιση έναντι συναλλαγματικού κινδύνου καθ’ όλη τη διάρκεια του δανείου, η ισοτιμία μετατροπής θα πρέπει να είναι η ισοτιμία με βάση την οποία υπολογίστηκε η ασφάλιση αυτή άρα η ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου.

  • 24 Μαΐου 2016, 09:24 | χαρτάς ιάκωβος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Στη παράγραφο 1 β) θα πρέπει η υποχρέωση ασφάλισης έναντι συναλλαγματικού κινδύνου να είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ καθ όλη τη διάρκεια του δανείου και να αναφέρεται ΡΗΤΑ στη σύμβαση το κόστος.
    Για τον παραπάνω λόγο θα πρέπει να ισχύουν και οι 2 προϋποθέσεις και η α και η β και όχι μία από τις δύο.

    Τέλος στην παράγραφο 4 δεν αρκεί απλά ενημέρωση με επιστολή αλλά να προβλεφθεί η δυνατότητα ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ενημέρωσης με email και με sms. Η ενημέρωση να γίνεται όταν η ισοτιμία παρουσιάσει διακύμανση μεγαλύτερη του 10%.

    Να συμπληρωθεί ότι στη περίπτωση διακύμανσης άνω του 10%, το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει να παρέχει εμπεριστατωμένη ενημέρωση στον δανειολήπτη από το ειδικό τμήμα διαχείρισης κινδύνων που διαθέτει (risk management) και να ενημερώνει σχετικά με την προβλεπόμενη εξέλιξη της ισοτιμίας αλλά και επιπλέον δυνατότητα αντιστάθμισης του κινδύνου με χρήση παράγωγων εναλλακτικών προϊόντων.

  • 24 Μαΐου 2016, 09:52 | χαρτάς ιάκωβος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Στο άρθρο 22 παρ 3 αναφέρεται ότι «η επισήμως δημοσιευόμενη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή την Τράπεζα της Ελλάδος συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς που ισχύει την ημέρα της μετατροπής, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση πίστωσης.»
    Το τελευταίο κομμάτι δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Οι τράπεζες έχει παρατηρηθεί σε συμβάσεις ότι χρησιμοποιούν κατά το δοκούν τις ισοτιμίες τιμής αγοράς, τιμής πώλησης, διατραπεζικής αγοράς, τιμή αναφοράς ΤΤΕ και τέλος την τιμή κλεισίματος της ΕΚΤ. Η οδηγία θα πρέπει να υποχρεώνει ρητά σαν ισοτιμία μετατροπής την επισήμως δημοσιευμένη από την ΕΚΤ ή την ΤΤΕ και ΜΟΝΟ.