Άρθρο 06 – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

1. Στη διαδικασία διαμεσολάβησης τα μέρη παρίστανται μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους.
2. Ο διαμεσολαβητής ορίζεται από τα μέρη ή από τρίτο πρόσωπο της κοινής τους επιλογής. Ο διαμεσολαβητής είναι ένας (1), εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν εγγράφως ότι οι διαμεσολαβητές θα είναι περισσότεροι.
3. Ο χρόνος, τόπος και λοιπές διαδικαστικές λεπτομέρειες της διεξαγωγής της διαμεσολάβησης καθορίζονται από το διαμεσολαβητή σε συμφωνία με τα μέρη. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία των μερών για τα παραπάνω, ο διαμεσολαβητής δύναται να διεξάγει τη διαμεσολάβηση κατά τον τρόπο τον οποίο κρίνει προσφορότερο λαμβανομένων υπόψιν των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της διαφοράς των μερών.
4. Η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα και δεν τηρούνται πρακτικά εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Ο διαμεσολαβητής μπορεί, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να επικοινωνεί και να συναντάται με καθένα από τα μέρη είτε χωριστά είτε από κοινού. Πληροφορίες που τυχόν αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις χωριστές επικοινωνίες του με το ένα μέρος δεν κοινολογούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του άλλου μέρους. Όλες οι ενέργειες του διαμεσολαβητή και των μερών για την επίτευξη συμβιβαστικής επίλυσης της μεταξύ τους διαφοράς διέπονται από τις αρχές της καλής πίστης και ειλικρίνειας και της διαρκούς αμεροληψίας του διαμεσολαβητή έναντι αυτών. Τα μέρη μπορούν, σε κάθε περίπτωση, να συμφωνήσουν ως διαδικασία διαμεσολάβησης τη διαδικασία και τους ειδικότερους κανόνες που προβλέπουν κέντρα και οργανισμοί διαμεσολάβησης.
5. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας όλοι οι συμμετέχοντες συμφωνούν εγγράφως περί του εμπιστευτικού ή μη χαρακτήρα της διαδικασίας. Η συμφωνία αυτή διέπεται από τις οικείες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Τα μέρη, δύνανται περαιτέρω να συμφωνήσουν ότι θα τηρήσουν εμπιστευτικό και το περιεχόμενο της συμφωνίας, στην οποία ενδέχεται να καταλήξουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, εκτός αν η κοινολόγηση του περιεχομένου της είναι απαραίτητη για την εκτέλεσή της ή αυτό επιβάλλεται για λόγους δημόσιας τάξης.
6. Οι διαμεσολαβητές, τα μέρη, οι πληρεξούσιοι αυτών και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες ενώπιον των Δικαστηρίων ή σε διαιτητικές διαδικασίες, εκτός αν αυτό επιβάλλεται για λόγους δημόσιας τάξης, για την προστασία της ανηλικότητας ή της σωματικής ακεραιότητας και ψυχικής υγείας φυσικού προσώπου.
7. Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των Ποινικών Δικαστηρίων, των Ανακριτών και των Εισαγγελέων, καθώς και της αντίθετης και ρητής συμφωνίας των μερών, οι απόψεις και οι προτάσεις που εκφράστηκαν από τα μέρη κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, οι τυχόν απόψεις του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για την επίτευξη συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, η τυχόν εκφρασθείσα βούληση των μερών για αποδοχή κάποιας εκ των παραπάνω προτάσεων καθώς και όποιες δηλώσεις των μερών στο πλαίσιο της διαδικασίας διαμεσολάβησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεικτικά μέσα ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου ή διαιτητικού δικαστηρίου σε περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Η παραπάνω απαγόρευση δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις τελευταίου εδαφίου της προηγουμένης παραγράφου.
8. Ο διαμεσολαβητής δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί το διορισμό του και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ευθύνεται μόνο για δόλο ή βαρεία αμέλεια, ανεξαρτήτως της τυχόν πειθαρχικής ή ποινικής ευθύνης του, όπως νόμος ορίζει.

  • 2 Ιανουαρίου 2018, 13:36 | ΑΝΔΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ – ΛΟΥΙΖΑ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια

    Η διάταξη τοιυ άρθρου 6 παρ. 7 πρέπει να απαλειφθεί. Τα οριζόμενα στην διάταξη αυτή, σχετικά με την τήρηση της εμπιστευτικότητας, καλύπτονται από τις προηγούμενες παραγράφους, ενώ η επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των ποινικών δικαστηρίων, των ανακριτών και των Εισαγγελέων παραπέμπουν σε άλλες διαδικασίες που ουδεμία σχέση έχουν με την διαμεσολάβηση. Η διάταξη αυτή φανερώνει πλήρη άγνοια της διαμεσολάβησης και σκοπό εκφοβισμού των πολιτών και διαμεσολαβητών, επομένως κάθε άλλο παρά προωθεί την διαμεσολάβηση.

  • Σε περίπτωση επίτευξης της διαμεσολαβητικής συμφωνίας, η αμοιβή των συμπαριστάμενων δικηγόρων, προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διαιτητικές αμοιβές.

  • Στο άρθρο 6 παρ.2 θεωρώ ότι αρμόζει να μπει η παρ.6 του άρθρου 5.
    Στο άρθρο 6 παρ.2 θεωρώ ότι δεν αρμόζει η φράση «συμβιβαστικής επίλυσης», δεδομένου ότι η διαμεσολάβηση δεν είναι απλός συμβιβασμός και θα πρέπει να αντικατασταθεί με τη φράση «συμφωνίας επίλυσης…». Στο ίδιο άρθρο και παράγραφο, η αναφορά στις αρχές της καλής πίστης και ειλικρίνειας είναι πολύ θεωρητικές, καθόσον άπειρες φορές ο διαμεσολαβητής αντιμετωπίζει το πρόβλημα της κρυφής ατζέντας των μερών που πρέπει να καταλάβει και να σπάσει και δεν είναι δεδομένη η ειλικρίνεια των μερών, ειδικά στο στάδιο το διαπραγματευτικό.
    Στο ίδιο άρθρο παρ.7, επαναλαμβάνεται η φράση «για την επίτευξη συμβιβαστικής επίλυσης» και αναφέρομαι στα παραπάνω. Στο τελευταίο εδάφιο λείπει το άρθρο «του».

  • 1 Ιανουαρίου 2018, 16:47 | ΜΑΝΙΑΤΟΠΟΥΛΟΣ ΠΕΡΙΚΛΗΣ

    Νομοτεχνική προσθήκη:
    Στον όρο: 2. Ο διαμεσολαβητής ορίζεται από τα μέρη ή από τρίτο πρόσωπο της κοινής τους επιλογής.
    Θα πρέπει να προστεθεί «ή από την Κεντρική Επιτροπή αν δεν έχει ορισθεί με έναν από τους δύο προηγουμένους τρόπους»

  • Στην παράγραφο 4 : στην αρχή της παραγράφου, συμφωνούμε να τεθεί στη διακριτική ευχέρεια των μερών η κοινή τους επιλογή να κοινοποιήσουν το ότι επίλυσαν τη διαφορά τους με διαμεσολάβηση, γιατί αυτό μπορεί να προάγει το θεσμό. Θεωρούμε ωστόσο πως δεν υπάρχει λόγος να θέσουμε το θέμα της τήρησης των πρακτικών στην επιλογή των μερών, προσθέτοντας ενδεχομένως ένα ακόμη πεδίο διαφοράς μεταξύ τους, αν το ένα μέρος θέλει και το άλλο όχι.

  • 31 Δεκεμβρίου 2017, 20:21 | ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΛΟΥΚΑΚΟΥ

    Παναγιώτα Λουκάκου Δικηγόρος -Διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια
    6 παρ.3 Η έγγραφη συμφωνία για υπαγωγή της διαφοράς σε διαμεσολάβηση αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της διαδικασίας περιλαμβάνεται υποχρεωτικά στο πρακτικό διαμεσολάβησης και καθιστά ασφαλή τόσο για το διαμεσολαβητή όσο και για τα μέρη και τους δικηγόρους τους τη διεξαγωγή της διαμεσολάβησης. Σε αντίθετη περίπτωση το περιβάλλον καθίσταται επισφαλές για τη διεξαγωγή της και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα διδαχθήκαμε για να διαπιστευθούμε ως διαμεσολαβητές.Οι διαμεσολαβητές δεν θα πρέπει να αναλάβουν διαμεσολάβηση χωρίς προηγούμενη γραπτή συμφωνία στην οποία θα καθορίζονται όλοι οι όροι συνεργασίας και οι δεσμεύσεις όλων των εμπλεκομένων με σαφήνεια όπως επιβάλλει η καλή πίστη και η μέχρι σήμερα διεθνής πρακτική .
    6 παρ.4 Η τήρηση πρακτικών αντιστρατεύεται πλήρως την αρχή της εμπιστευτικότητας και τον ίδιο τον χαρακτήρα της διαμεσολάβησης είναι εντελώς αντίθετη με το περιεχόμενο της εκπαίδευσης μας και τη διεθνή πρακτική και θα πρέπει να απαλειφθεί .
    6 παρ.5 Η συγκεκριμένη διάταξη αντιστρατεύεται πλήρως την ίδιο τον ορισμό της διαμεσολάβησης όπως αυτός διατυπώνεται στην αρχή του νομοθετήματος . Διαμεσολάβηση χωρίς εμπιστευτικότητα δεν νοείται .Είναι εντελώς αντίθετη με το περιεχόμενο της εκπαίδευσης των διαμεσολαβητών , με τη διεθνή πρακτική και εμπειρία και ευελπιστώ ότι θα διορθωθεί εγκαίρως στο νομοσχέδιο αυτή η αβλεψία . Σε κάθε περίπτωση οι ίδιοι οι διαμεσολαβητές θα πρέπει να διασφαλίσουμε τη διαδικασία αρνούμενοι να διεξάγουμε διαμεσολάβηση χωρίς τη δέσμευση της εμπιστευτικότητας. Μια διαμεσολάβηση όπου τα μέρη δεν θα δεσμεύονται ως προς αυτή τη θεμελιώδη αρχή της διαδικασίας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

  • Η παρ. 6 του εν λόγω άρθρου χρήζει περισσότερης διευκρίνησης. Κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης π.χ για κάποια εμπράγματη διαφορά είναι πιθανόν τα μέρη να χρησιμοποιήσουν μηχανικούς για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών τους και προκειμένου να βοηθήσουν το διαμεσολαβητή στο έργο του για την επιπτευξη συμφωνίας. Εάν τελικά δεν καταλήξουν σε συμφωνία και αποτύχει η διαμεσολάβηση, δεν θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τους μηχανικούς τους ως μάρτυρες στη δίκη που θα ακολουθήσει («… όποιοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαμεσολάβηση δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο Δικαστήριο…»); Θα πρέπει να βρίσκουν άλλους και να πληρωνουν επιπλέον χρήματα, ενώ ήδη οι συγκεκριμένοι μηχανικοί είχαν ασχοληθεί εμπεριστατωμένα με την υπόθεση; Θα πρέπει να ξεκαθαριστεί το συγκεκριμένο ζήτημα, αφού διαφορετικά η εν λόγω ρύθμιση θα λειτουργεί αποτρεπτικά για την προσφυγή στη διαμεσολάβηση, ενώ στις περιπτώσεις που θα τυγχάνει υποχρεωτική, η διαμεσολάβηση θα καθίσταται άνευ ουσίας και μόνο για να εισπράξει τα €250 ο διαμεσολαβητής. Κανείς δε θα θέλει να ρισκάρει να χρησιμοποιήσει κάποιον ειδικό, όταν θα ξέρει πως αν αποτύχει η διαμεσολάβηση (πολύ πιθανόν), δε θα μπορεί να τον χρησιμοποιήσει στο Δικαστήριο. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε οικογενειακές διαφορές π.χ με τη χρησιμοποίηση παιδοψυχιάτρων κλπ., όπως και στις διαφορές που σχετίζονται με το ιατρικό δίκαιο.

  • Η διαδικασία είναι (και πρέπει να είναι αν θέλουμε να μιλάμε για διαμεσολάβηση και να καταλαβαίνουμε όλοι το ίδιο) εμπιστευτική εξ ορισμού (δείτε και το αρ. 2), συνεπώς τα μέρη δεν χρειάζεται να αποφασίσουν «πριν από την έναρξη» αν θέλουν να είναι εμπιστευτική ή όχι, όπως αναφέρεται στην παρ. 5. Είναι εμπιστευτική, εκτός αν τα μέρη αποφασίσουν άλλως.

  • 31 Δεκεμβρίου 2017, 08:02 | ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΤΣΕΛΙΟΥ Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια

    Η αρχή της εμπιστευτικότητας είναι θεμελιώδης αρχή της διαμεσολάβησης, συνυφασμένη με την έννοια και την φύση της. Δεν επιτρέπεται να επαφίεται στην διακριτκή ευχέρεια των μερών. Ακόμα και στο άρθρο 2 παρ. 2 του παρόντος σχεδίου νόμου αναφέρεται ρητά η εμπιστευτικότητα ως ένα από τα βασικα χαρακτηριστικά της διαδικασίας.
    Πρέπει να απαλειφθεί από την παράγραφο 4 του άρθρου 6, η φράση «εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν δαιφορετικά». Επίσης να απαλειφθεί από την παρ. 5 η φράση » πριν την έναρξη της διαδικασίας οι συμμετέχοντες πρέπει να συμφωνήσουν περί του εμπιστευικού η μή χαρακτήρα της διαδικασίας».
    Ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της διαδικασίας και η μη τήρηση πρακτικών πρέπει να είναι δεδομένα, γιατί μόνον έτσι δημιουργείται αίσθημα ασφάλειας στα μέρη για να συζητήσουν και διαπραγματευθούν και δεν υπάρχει δυνατότητα το ένα μέρος να πιέσει το άλλο με οποιονδήποτε τρόπο.
    Μέχρι σήμερα, όταν συντάσσουμε την συμφωνία υπαγωγής στην διαμεσολάβηση περιλαμβάνουμε σε αυτήν ρήτρα εμπιστευτικότητας την οποία υπογράφουμε όλοι οι συμμετέχοντες. ΄Ετσι πρέπει να παραμείνει και όχι να υπάρχει δυνατότητα και ρήτρας μη εμπιστευκότητας.
    Κανένας νόμος δεν επιτρέπεται να «τινάζει στον αέρα» τους ακρογωνιαίους λίθους της διαμεσολάβησης!

  • 31 Δεκεμβρίου 2017, 00:53 | Λυριστής Σάββας – Ζιώγα Δέσποινα

    Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου καθιερώνει την υποχρεωτική παράσταση των μερών με δικηγόρο, χωρίς ωστόσο να παραπέμπει στην – όλως προβληματική ως έχει αναφερθεί στο σχετικό άρθρο- εξαίρεση των καταναλωτικών διαφορών και των μικροδιαφορών του άρθρου 5 παρ.3Α.

  • 30 Δεκεμβρίου 2017, 17:02 | ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΤΣΕΛΙΟΥ

    Η αρχή της εμπιστευτικότητας είναι θεμελιώδης αρχή της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, συνυφασμένη με την έννοια και την φύση της. Αλλωστε η εμπιστευτικότητα αναφέρεται ρητά ως βασικό χαρακτηριστικό της διαμεσολάβησης στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του Νόμου.
    Δεν επιτρέπεται η τήρηση της εμπιστευτικότητας να εξαρτάται από την διακριτική ευχέρεια των μερών, διότι τίθεται σε αμφισβήτηση και δημιουργεί ανασφάλεια στα μέρη – ή έστω, στο ένα από αυτά -, που επιλέγουν να προσέλθουν στην διαδικασία για να μην δημοσιοποιηθεί η διαφορά τους, ούτε όσα θα διαμοιφθούν κατά την διάρκεια αυτής. Επίσης δεν πρέπει να τηρούντια πρακτικά, σε καμια περίπτωση!
    Κανένας νόμος δνε επιτρέπεται «να τινάξει στο αέρα» τους ακρογωνιαίους λίθους της διαμεσολάβησης.
    Με βάση τα παραπάνω:

    Θα πρέπει στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού να απαλειφθεί η φράση «εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά».
    Επίσης να απαλειφθεί από την παράγραφο 5 η φράση «πριν την έναρξη της διαδικασίας τα μέρη συμφωνούν εγγράφως περί του εμπιστευτικού ή μη χαρακτήρα της διαμεσολάβησης».
    Στην συμφωνία υπαγωγής της διαφοράς στην διαμεσολάβηση που συντάσσουμε μέχρι σήμερα, περιλαμβάνεται πάντα η ρήτρα εμπιστευτικότητας και έτσι πρέπει να εξακολουθήσει να γίνεται και όχι να είναι δυνατή και ρήτρα μη εμπιστευτικότητας.

  • 30 Δεκεμβρίου 2017, 13:37 | Λυκούργος Μηνακάκης

    Επίσης πρέπει να ορισθεί μέγιστος επιτρεπόμενος αριθμός συνεδριάσεων, διαφορετικά ο διαμεσολαβητής θα δύναται να επιβάλει συνεδριάσεις με σκοπό την αύξηση των ωρών απασχόλησής του και συνακόλουθα της αμοιβής του.

  • 30 Δεκεμβρίου 2017, 13:03 | Λυκούργος Μηνακάκης

    Η υποχρέωση παράστασης των μερών αποκλειστικά «μετά» πληρεξουσίου δικηγόρου είναι προσβλητική για το δικηγόρο και έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 3§1 Κώδικα Δικηγόρων, αφού αφήνει σαφές υπονοούμενο ότι ο δικηγόρος δεν χαίρει της εμπιστοσύνης του εντολέως του. Δημιουργεί δε και τεράστιο πρακτικό ζήτημα αφού είναι ανεφάρμοστη ή τουλάχιστον πολύ δύσκολα εφαρμόσιμη σε περιπτώσεις υπερηλίκων, κατοίκων εξωτερικού, κατοίκων απομακρυσμένων περιοχών κλπ και ατόμων με αδυναμία και άγνοια χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή. Θα πρέπει να προστεθεί η φράση «ή δια, με την προσκόμιση εξουσιοδότησης με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή».

  • 29 Δεκεμβρίου 2017, 21:58 | Δημήτρης Γαλλής

    α.- να δοθεί ρητά η δυνατότητα ορισμού περισσοτέρων του ενός διαμεσολαβητών (πχ ενός νομικού και ενός τεχνικού)
    β.- εφόσον συμφωνηθεί τήρηση πρακτικών, θα πρέπει να μπορούν αυτά να χρησιμοποιηθούν ενώπιον δικαστηρίου
    γ.- με σύμφωνη γνώμη των μερών ο διαμεσολαβητής θα πρέπει να μπορεί να εκφέρει γνώμη ως διαιτητής, ώστε να μπορεί αυτή να χρησιμοποιηθεί αργότερα στο δικαστήριο, αν δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία.

  • 29 Δεκεμβρίου 2017, 15:24 | Πελαγία Χριστονάκη

    Στην παράγραφο 3 θα πρέπει να προστεθεί «Η διαδικασία της Διαμεσολάβησης»,ο χρόνος, ο τόπος…