ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ – ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΠΟΙΝΗΣ

ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΠΟΙΝΗΣ

Ι. Γενικοί κανόνες

Άρθρο 79
Δικαστική επιμέτρηση της ποινής

1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι’ αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του.
2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του.
3. Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του.
4. Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος.
5. Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών, στ) το ότι τέλεσε έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου.
6. Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της.
7. Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία.

Άρθρο 80
Επιμέτρηση και απότιση χρηματικής ποινής

1. Κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής, το δικαστήριο ορίζει στην απόφαση τόσο τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων όσο και το ύψος τους.
2. Κατά τον προσδιορισμό του αριθμού των ημερήσιων μονάδων, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του μόνο τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του υπαιτίου γι’ αυτή.
3. Το δικαστήριο καθορίζει το ύψος κάθε ημερήσιας μονάδας με βάση την προσωπική και οικονομική κατάσταση του υπαιτίου, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα τα καθαρά έσοδα που αποκτά από την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε ημέρα, άλλα τυχόν εισοδήματα και εν γένει την περιουσία του, καθώς και τις οικογενειακές του υποχρεώσεις. Άλλες υποχρεώσεις του μπορούν επίσης να συνυπολογισθούν από το δικαστήριο.
4. Αν ο καταδικασθείς αδυνατεί να καταβάλει αμέσως το σύνολο της χρηματικής ποινής ή η καταβολή της θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα, το δικαστήριο καθορίζει προθεσμία, όχι μεγαλύτερη από τρία έτη, ώστε μέσα σε αυτήν να καταβάλει σε δόσεις την ποινή του.
5. Αν η αδυναμία καταβολής των δόσεων της χρηματικής ποινής οφείλεται σε ουσιώδη αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του καταδικασθέντος μετά την επιμέτρηση της ποινής, ο καταδικασθείς μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση: α) διεύρυνση της προθεσμίας καταβολής της χρηματικής ποινής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα πέντε έτη, β) μείωση του ύψους της ημερήσιας μονάδας ή γ) αντικατάσταση της χρηματικής ποινής από την προσφορά κοινωφελούς εργασίας, στο μέτρο που ορίζει το δικαστήριο. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί μία μόνο φορά. Η μη εκπλήρωση των πιο πάνω υποχρεώσεων συνεπάγεται τη βεβαίωση του ποσού της χρηματικής ποινής υπέρ του Δημοσίου.
6. Μαζί με τη χρηματική ποινή το δικαστήριο ορίζει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που θα πρέπει να εκτίσει ο καταδικασθείς σε περίπτωση μη καταβολής της χρηματικής ποινής, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων της χρηματικής ποινής. Στην περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 99.

Άρθρο 81
Επιμέτρηση της ποινής της παροχής κοινωφελούς εργασίας

1.Κατά την επιμέτρηση της ποινής της παροχής κοινωφελούς εργασίας λαμβάνονται υπόψη και η ηλικία, η κατάσταση της υγείας του υπαιτίου, καθώς και οι επαγγελματικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις.
2. Στην απόφαση ορίζεται η μέγιστη διάρκεια παροχής της κοινωφελούς εργασίας, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες.
3. Η κοινωφελής εργασία πραγματοποιείται σε δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή μη κερδοσκοπικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, προς όφελος του κοινού.
4. Στην απόφαση καθορίζεται και η φυλάκιση ή η χρηματική ποινή που θα πρέπει να εκτίσει ο καταδικασθείς, αν δεν εκτελέσει με συνέπεια την κοινωφελή εργασία. Τέσσερεις ώρες κοινωφελούς εργασίας αντιστοιχούν προς μία ημέρα φυλάκισης ή μία ημερήσια μονάδα χρηματικής ποινής.
5. Αν η εργασία παρέχεται από εκείνον που καταδικάστηκε ελλιπώς ή πλημμελώς με δική του υπαιτιότητα, ο εισαγγελέας εκτέλεσης της ποινής, αφού λάβει υπόψη τη συχνότητα και σοβαρότητα της παραβίασης των υποχρεώσεων από τον καταδικασθέντα, τον βαθμό της υπαιτιότητάς του και το τμήμα της ποινής που εκτίθηκε, μπορεί να: α) προβεί σε προειδοποίηση εκείνου που καταδικάστηκε, β) παρατείνει την προθεσμία για την εκτέλεση της εργασίας μέχρι ένα επιπλέον έτος, γ) επιτρέψει την εκτέλεση της χρηματικής ποινής που είχε καθοριστεί σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, αφού αφαιρέσει το ποσό που αναλογεί στην ήδη εκτελεσθείσα ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, καθορίζοντας για κάθε τέσσερις ώρες εργασίας μία ημερήσια μονάδα χρηματικής ποινής, δ) διατάσσει την έκτιση μέρους της φυλάκισης που επιβλήθηκε σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, διάρκειας δέκα ημερών έως ενός μηνός, ε) διατάσσει την έκτιση της φυλάκισης που επιβλήθηκε σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, αφού αφαιρέσει τον χρόνο παροχής κοινωφελούς εργασίας, καθορίζοντας για κάθε τέσσερεις ώρες εργασίας μία ημέρα φυλάκισης.

Άρθρο 82
Υπολογισμός του χρόνου της προσωρινής κράτησης

1. Όταν επιβάλλεται στερητική της ελευθερίας ποινή, αφαιρείται ο χρόνος της προσωρινής κράτησης, ο χρόνος κράτησης από τη σύλληψη ως την προσωρινή κράτηση, καθώς και ο χρόνος παραμονής σε θεραπευτικές μονάδες για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
2. Στην περίπτωση συρροής εγκλημάτων που συνεκδικάζονται, αφαιρείται από την επιβληθείσα συνολική ποινή ο χρόνος της κράτησης που διατάχθηκε για οποιοδήποτε από αυτά, ακόμη και όταν η απόφαση κήρυξε τον καταδικασθέντα αθώο για το έγκλημα για το οποίο είχε κρατηθεί. Αν ο κρατηθείς αθωωθεί για το έγκλημα για το οποίο είχε κρατηθεί και γι αυτά που συνεκδικάσθηκαν, ο χρόνος κράτησης αφαιρείται από άλλες ποινές, εφόσον επιβάλλονται για εγκλήματα που διαπράχθηκαν πριν από την κράτηση.
3. Η αρμόδια αρχή για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων αφαιρεί από την ποινή τον χρόνο κράτησης που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης έως τότε που αυτή έγινε αμετάκλητη.
4. Όταν επιβάλλεται μόνο χρηματική ποινή για το έγκλημα για το οποίο ο καταδικασθείς είχε κρατηθεί, αφαιρούνται από την ποινή που του επιβλήθηκε οι ημερήσιες μονάδες που αντιστοιχούν στον χρόνο της κράτησης.

ΙΙ. Μείωση της απειλούμενης ποινής

Άρθρο 83
Μειωμένη ποινή

Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι έτη, δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία.

Άρθρο 84
Ελαφρυντικές περιστάσεις

1. Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις.
2. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα, β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.
3. Ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.

Άρθρο 85
Συρροή λόγων μείωσης της ποινής

1. Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή.
2. Οι ποινές της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται και όταν πέραν της συνδρομής ενός λόγου μείωσης της ποινής ή ελαφρυντικής περίπτωσης, ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει την ενοχή του κατά την προδικασία, συμβάλλοντας έτσι στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης.

Άρθρα 86 – 93
(Καταργούνται)

ΙΙΙ. Συρροή εγκλημάτων

Άρθρο 94
Συνολική ποινή σε περίπτωση στερητικών της ελευθερίας ποινών

1.Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη, όταν η ποινή βάση είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση.
2. Αν τα εγκλήματα που συρρέουν τελέστηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής.
3. Αν χορηγήθηκε αμνηστία, χάρη, αναστολή δίωξης, απόλυση υπό όρο ή επήλθε παραγραφή ή αφέθηκε οπωσδήποτε η ποινή για ένα ή περισσότερα από τα εγκλήματα που συρρέουν και των οποίων οι ποινές προσμετρήθηκαν κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, εξακολουθεί η εκτέλεση των υπόλοιπων ποινών και, αν συντρέχει περίπτωση, ο εισαγγελέας προκαλεί νέα προσμέτρηση γι’ αυτές, αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του καταδικασθέντος.

Άρθρο 95
Συντρέχουσες παρεπόμενες ποινές και μέτρα ασφαλείας

Οι παρεπόμενες ποινές και τα μέτρα ασφαλείας επιβάλλονται ή μπορούν επιβληθούν μαζί με τη συνολική ποινή, αν το ορίζει ο νόμος για ένα από τα εγκλήματα που συρρέουν.

Άρθρο 96
Συνολική ποινή σε περίπτωση συρροής χρηματικών ποινών

1. Αν συντρέχουν περισσότερες από μία χρηματικές ποινές, η συνολική ποινή που επιβάλλεται αποτελείται από τη βαρύτερή τους, επαυξημένη ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος. Η επαύξηση αυτή όμως δεν μπορεί να ξεπεράσει το ένα δεύτερο του αθροίσματος των υπόλοιπων ποινών που συντρέχουν. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι ισόποσες, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές.
2. Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 94 εφαρμόζεται και σ’ αυτό το άρθρο.

Άρθρο 96Α
Συνολική ποινή σε περίπτωση συρροής ποινών παροχής κοινωφελούς εργασίας

1.Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρηση, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τις οκτακόσιες ώρες κοινωφελούς εργασίας.
2. Αν τα εγκλήματα που συρρέουν τελέστηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής.
3. Η ποινή της παροχής κοινωφελούς εργασίας δεν εκτελείται όταν συντρέχει με στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη των τριών ετών.

Άρθρο 97
Άλλες περιπτώσεις συνολικής ποινής
Οι διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96Α παρ. 1 εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή.

Άρθρο 98
Έγκλημα κατ’ εξακολούθηση
1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96Α παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.
2. Η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.

ΙV. Αναστολή εκτέλεσης της ποινής
Άρθρο 99
Αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρο
1. Αν κάποιος καταδικαστεί αμετάκλητα σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που χορηγεί την αναστολή.
2. Στην ίδια απόφαση το δικαστήριο μπορεί να προσδιορίσει τους όρους υπό τους οποίους παρέχεται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, οι οποίοι, διαζευκτικά ή σωρευτικά, είναι ιδίως: α) η αποκατάσταση του συνόλου ή μέρους της ζημίας που προκλήθηκε στο θύμα της αξιόποινης πράξης κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του καταδικασθέντος, β) η αφαίρεση της άδειας οδήγησης για χρονικό διάστημα έως ένα έτος, αν η πράξη συνδέεται με σοβαρή παραβίαση των κανόνων οδήγησης, γ) η καταβολή ποσού ύψους έως δέκα χιλιάδες ευρώ για κοινωφελείς σκοπούς, δ) η εκπλήρωση υποχρεώσεων του καταδικασθέντος για διατροφή ή επιμέλεια άλλων προσώπων, ε) η συμμετοχή του καταδικασθέντος, εφόσον συναινεί, σε πρόγραμμα απεξάρτησης ή άλλο θεραπευτικό πρόγραμμα, στ) η συμμετοχή του καταδικασθέντος σε συνεδρίες με επιμελητή κοινωνικής αρωγής.
3. Μετά από αίτηση του εισαγγελέα εκτέλεσης της ποινής ή του καταδικασθέντος, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την άρση ή την τροποποίηση των όρων που έχει επιβάλλει. Νέα αίτηση του καταδικασθέντος μπορεί να υποβληθεί μετά πάροδο τριμήνου από την απόρριψη της προηγούμενης.
4. Αν ο καταδικασθείς παραβιάζει τους όρους που του έχουν επιβληθεί, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 81 παρ. 5.

Άρθρο 100
Αναστολή εκτέλεσης μέρους της ποινής

1. Αν κάποιος καταδικαστεί αμετάκλητα σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι είναι αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση του μέρους αυτού – η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη των δέκα ημερών ούτε ανώτερη των τριών μηνών – και την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου.
2. Οι παράγραφοι 2 έως 4 του προηγούμενου άρθρου έχουν και εδώ ανάλογη εφαρμογή.

Άρθρο 101
Ανάκληση της αναστολής

Αν κατά τη διάρκεια της αναστολής, καταστεί αμετάκλητη καταδίκη για πράξη που τελέστηκε πριν από τη δημοσίευση της απόφασης για την αναστολή, και η συνολική ποινή που επιβάλλεται κατά το άρθρο 94 παρ. 1 υπερβαίνει τα τρία έτη, η αναστολή θεωρείται ότι δε χορηγήθηκε ποτέ, εκτός αν το δικαστήριο, απαγγέλλοντας τη νέα καταδίκη, ρητά διατάξει με την ίδια απόφαση να διατηρηθεί η αναστολή, λόγω της ελαφράς φύσης του πλημμελήματος για το οποίο απαγγέλθηκε η νέα καταδίκη.

Άρθρο 102
Άρση της αναστολής

1. Αν κατά τον χρόνο της αναστολής ο καταδικασθείς καταδικαστεί και πάλι για έγκλημα που τελέστηκε κατά τη διάρκεια της αναστολής, το δικαστήριο διατάσσει την άρση της αναστολής μόλις καταστεί αμετάκλητη η νέα καταδίκη. Η ποινή που επιβλήθηκε με τη νέα καταδίκη εκτελείται στη συνέχεια μετά την ποινή που είχε ανασταλεί, εκτός αν λόγω της ελαφράς φύσης του πλημμελήματος που αφορά η νέα καταδίκη, το δικαστήριο με την ίδια απόφαση ρητά διατάξει να μην αρθεί η αναστολή.
2. Αν η αναστολή δεν ανακληθεί και δεν αρθεί, η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί.

Άρθρο 103
Ενέργεια αλλοδαπής απόφασης

Αν η καταδίκη που ορίζει το προηγούμενο άρθρο επήλθε με απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, η ενέργειά της όσον αφορά την άρση της αναστολής κρίνεται ελεύθερα από το δικαστήριο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε διατάξεις διεθνών ή ευρωπαϊκών κειμένων που δεσμεύουν τη χώρα.

Άρθρο 104
Δικαστικές δαπάνες, αποζημιώσεις και παρεπόμενες ποινές

1. Η αναστολή της ποινής δεν απαλλάσσει τον καταδικασθέντα από την πληρωμή των δικαστικών εξόδων, την αστική αποζημίωση ή τη χρηματική ικανοποίηση.
2. Οι παρεπόμενες ποινές αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κύρια ποινή. Αν όμως πρόκειται για αποστέρηση θέσεων και αξιωμάτων κατά το άρθρο 60, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη μη αναστολή.

V. Μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής

Άρθρο 104Α
Μετατροπή της φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία

1.Όταν για ένα πλημμέλημα επιβάλλεται φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 99 και 100, η ποινή μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας (άρθρο 81), εκτός αν το δικαστήριο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι αυτή δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων εγκλημάτων.
2. Η μετατροπή δεν είναι εφικτή αν ο καταδικασθείς δεν συναινεί ή δεν είναι παρών.

VI. Δικαστική άφεση της ποινής

Άρθρο 104Β
Λόγοι δικαστικής άφεσης της ποινής

1. Το δικαστήριο μπορεί να μην επιβάλλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος αν: α) αυτός έχει πληγεί τόσο σοβαρά από το αποτέλεσμα της πράξης του, ώστε η επιβολή της ποινής να εμφανίζεται πλέον δυσανάλογα επαχθής, β) έχει αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού την προσβολή που έχει προκαλέσει στον παθόντα, δείχνοντας ειλικρινή μετάνοια, ώστε η ποινή να μην κρίνεται πλέον αναγκαία, γ) η βλάβη ή ο κίνδυνος που προκλήθηκαν από την πράξη του ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας ή δ) έχει περάσει ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος, ώστε η επιβολή της ποινής να μην εμφανίζεται πλέον αναγκαία, σε συνδυασμό και με τη μικρή βαρύτητα της πράξης.
2. Το δικαστήριο δεν επιβάλλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος, αν έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης μεταξύ αυτού και του παθόντος.

  • 20 Μαρτίου 2019, 14:31 | Αντώνης Παπαρηγόπουλος

    οι διατάξεις των άρθρων 99 κ 100 είναι ακατανόητες. Στο άρθρο 99 η αναστολή εμφανίζεται δυνατή ακόμη και για επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 5 ετών και δη υποχρεωτικά (εκτός αν το δικαστήριο κρίνει άλλως) με μόνη προυπόθεση οι προηγούμενες αμετάκλητες να είναι έως 3 έτη. Αυτή η ερμηνεία έρχεται βεβαια σε αντίθεση με το άρθρο 100 που δίνει δυνατότητα μερικής αναστολής (δυσμενέστερου δηλ μέτρου) σε ποινές μέχρι 3 έτη.
    Άλλη ερμηνεία ότι αναστολή δεν είναι δυνατή σε συνολικό άθροισμα άνω των 3 ετών των προηγούμενων και της νυν ποινής, που θα ήταν ισως ορθή πρόβλεψη, προσκρούει στην απαίοτηση για «αμετάκλητες» ποινές.
    Ομοίως στο άρθρο 100, με την προσθήκη του όρου «αμετάκλητα» φαίνεται ότι δίνεται η δυνατότητα μερικής αναστολής μόνο μετά την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Απορίας άξιο βεβαια, αν όντως αυτό ήταν το ζητούμενο και τι θα γίνεται στο μεσοδιάστημα μέχρι δηλ η απόφαση πυο επιβάλλει τη σχετική ποινή καταστεί αμετάκλητη

  • 18 Μαρτίου 2019, 14:20 | Κοσμάς

    άρθρο 84 παρ. 2 γ «Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως (…) γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος (…)». Η λέξη «ανάρμοστη» πρέπει κατά τη γνώμη μου να αντικατασταθεί με τη λέξη «παράνομη» ή έστω με τις λέξεις «μη σύννομη συμπεριφορά του παθόντος». Ποιός και με ποιά ασφαλή κριτήρια μπορεί να ορίσει σήμερα ποιά συμπεριφορά είναι «ανάρμοστη» και ποιά «αρμόζουσα». Το δίκαιο πρέπει να μπορεί να διασφαλίζει τη σύννομη συμπεριφορά μας έναντι των λοιπών κοινωνών. Το «αρμόζον» και το ανάρμοστο» είναι πολύ αόριστες έννοιες.

  • 15 Μαρτίου 2019, 20:05 | ΕΡΜΗΣ ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ

    Η διατύπωση των άρθρων 99 και 100 είναι ατυχής στο σημείο που γίνεται λόγος για αμετάκλητη καταδίκη σε ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη. Και τούτο διότι με τη σύνταξη αυτή δίνεται η εντύπωση ότι κατηγορούμενος που δεν έχει στο ποινικό του μητρώο αμετάκλητες καταδίκες άνω των 3 ετών δικαιούται αναστολής ανεξαρτήτως του ύψους της ποινής που του επιβάλλεται από το δικαστήριο.
    Η διατύπωση θα πρέπει να επανέλθει στη σημερινή της μορφή: «Αν κάποιος ΔΕΝ έχει καταδικαστεί αμετάκλητα… καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα Χ έτη».

  • 14 Μαρτίου 2019, 20:19 | Μ.Καραγιάννης

    Το αρ 81 Α εξαφανίστηκε;

  • 13 Μαρτίου 2019, 17:15 | Ευάγγελος Ντόβας

    Λάθος η υπό όρους και προυποθέσεις χορήγηση της αναστολής κατ΄άρθρο 99 ΠΚ. Το αίσθημα αδικίας σε περίπτωση χορήγηση αναστολής υπό όρο ή μη σε ίδια αδικήματα δικασθέντα από διαφορετικούς δικαστές θα είναι διάχυτο. Η κατάργηση της δυνατότητας μετατροπης της ποινής σε εξαγοράσιμη είναι τεράστιο λάθος ειδικά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι για ποινες από 3 καιέως 5 έτη δεν προβλέπεται δυνατότητα μετατροπης τους σε κοινωφελή εργασία παρά μόνο μετά την έκτιση του 1/10 αυτής. Σε ένα δικαικό σύστημα όπου κάθε διοικητική παράβαση έχει και ποινική προέκταση – κατά βάση πλημμεληματική και ενίοτε και κακουργηματική είναι εντελώς παράλογο θα οδηγήσεκαλούς πολίτες στις φυλακές με ότι αυτό συνεπάγεται. Εάν θεωρείται μη σύγχρονος τρόπος έκτισης της ποινής η εξαγορά της – που κατά την άποψή μου και καινοτόμος ήταν και ιφελιμη για το Δημόσιο αποτρεπτικά λειτουργούσε – θα έπρεπε να αντικατασταθεί με την κοινωφελη εργασία, χωρίς όμως όρους και προυποθέσεις. Αυθαίρετα κτισματα,σωματικές βλάβες από τροχαία ατυχήματα, συκοφαντικές δυσφημήσεις, κτλ θα οδηγούν κάποιον να γνωρίσει την χαρά των σωφρονιστικών καταστημάτων. Με συγχωρείται κατά την ταπεινή μου άποψη αυτό δεν αποτελέι εκσυγχρονισμό. Το να επιστρέφεις σε πρακτικές εγκλεισμού για ήσσονος σημασίας ποινικές παραβάσεις ή για παραβάσεις που δεν ενέχουν ποινική χροιά καν αλλά βαπτίζονται ως τέτοιες μόνο πρόοδο σεν συνιστά.

  • 13 Μαρτίου 2019, 11:33 | Σταθης Μ.

    Εχει γινει αποτιμηση ποσα εκατομμυρια ευρω εσοδα κατ ετος θα σταματησουν να εισρεουν στα Δημοσια Ταμεια απο την καταργηση του μετρου της δυνατοτητας μετατροπης και εξαγορας των ποινων φυλακισης.Ξαφνικα το Ελληνικο Δημοσιο εγινε πλουσιο και δεν εχει αναγκη εσοδων.Προτεινεται να μην καταργηθει το μετρο για ποινες πλημμεληματικου χαρακτηρα και τα εσοδα να διατιθενται μεσω ειδικου λογαριασμου που θα διαχειριζεται το Υπ. Δικαιοσυνης υπερ της βελτιωσης των συνθηκων διαβιωσης των εγκλιστων στις φυλακες ως και της εφαρμογης νεων συγχρονων επιστημονικων προγραμματων μεσα απο το εφαρμοζομενο και το ισχυον καθε φορα Σωφρονιστικο Συστημα.

  • 9 Μαρτίου 2019, 01:27 | ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΡΔΑΣ

    Το άρθρο 83 συνδυάζεται με μειωμένη ποινή. Δηλαδή η απόπειρα δικάζεται με αυτόν τον τρόπο.

    Οι ποινές είναι εξοντωτικές και δε θα έπρεπε να ξεπερνούν το 1/4 απο το ύψος της ποινής σε συνδυασμό με κοινωνική εργασία ίδιας χρονικΉς περιόδου ώστε να έχει νόημα ουσιαστικό η μεταμέλεια.

  • 8 Μαρτίου 2019, 21:17 | Κωνσταντίνος

    Κάποιες παρατηρήσεις: α) Σχετικά με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 79: Γιατί εμείς οι δικαστές θα πρέπει εν τοις πράγμασιν να απολογούμαστε ακόμα και για το ύψος της ποινής που βάζουμε; Η ποινική δίκη είναι μία διαδικασία ζωντανή που δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε όλες της τις εκφάνσεις στο χαρτί. Διαφαίνεται (και συγχωρέστε με αν κάνω λάθος) ότι δεν μας έχετε καμία εμπιστοσύνη όσον αφορά στην εκφορά του δικαιοδοτικού μας λόγου ούτε στη διατύπωση της δικανικής μας κρίσεως. Συμβαίνει αυτό και σε άλλες σύγχρονες δημοκρατίες του κόσμου, από τις οποίες εμφαίνεται ότι εμπνεύστηκε το υπό διαβούλευση νομοθέτημα;; Και αν η αιτιολογία στο συγκεκριμένο σκέλος της αποφάσεως κριθεί ελλιπής θα μας έρχονται πίσω υποθέσεις, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά για να δικαιολογήσουμε το ύψος της ποινής που βάλαμε;;; Ηρεμήστε, δεν ανεβαίνουμε στην έδρα για να εκδικηθούμε τον κόσμο, αλλά για να απονείμουμε δικαιοσύνη. Και λάβετε επιτέλους υπόψη εκτός από τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και τη «δίψα» των παθόντων για δικαίωση!Στο τέλος, θα φοβόμαστε να δικάσουμε…
    β) Σχετικά με το άρθρο 84 παρ. 2α του Π.Κ.: Τι ακριβώς εννοείτε όταν λέτε «ελαφρό» πλημμέλημα;; Μήπως πρέπει να το εξειδικεύσετε έτι περαιτέρω;; Με άλλα λόγια: Η διατύπωση του συγκεκριμένου εδαφίου ενέχει αοριστία, πράγμα ανεπίτρεπτο έως αντισυνταγματικό για ποινικό νομοθέτημα.
    γ) Σχετικά με το άρθρο 84 παρ. 3 του Π.Κ.: Η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση δεν έχει καμία σχέση με τις συνθήκες τελέσεως της πράξεως! Ουσιαστικά είναι σαν να απολογούμαστε στον κατηγορούμενο επειδή καθυστερήσαμε! Και μία ερώτηση: Μια παρατεταμένη αποχή των δικηγόρων όπως συνέβη το 2016 θα συνηγορεί άνευ άλλου τινός υπέρ της χορήγησης ενός τέτοιου ελαφρυντικού στον κατηγορούμενο;;; Ή μία απαγόρευση απόπλου λόγω κακοκαιρίας (ή για οποιονδήποτε άλλον λόγο) που θα καθιστά τη μετάβαση των παραγόντων της δίκης στην έδρα του Δικαστηρίου αδύνατη; Και επί τη ευκαιρία: Τόσες φορές έχουν αλλάξει τα νομοθετήματα αυτά (Π.Κ., ΚΠΔ, κλπ). Σε καμία τροποποίηση δεν έχει ληφθεί υπόψη η νησιωτικότητα παρά τη ρητή περί του αντιθέτου επιταγή του Συντάγματος. Μήπως είναι ευκαιρία τώρα;;;

  • 8 Μαρτίου 2019, 19:56 | Ανδρέας Ζ.

    Στο άρθρο 83 ΠΚ και πάλι δεν προβλέπεται η ρύθμιση της περίπτωσης της πρόσκαιρης κάθειρξης(5-15 χρόνια), όπως είναι και σήμερα η σχετική διάταξη, που αφήνει αρρυθμιστη την περίπτωση της πρόσκαιρης κάθειρξης 5-20 ετών. Δεν υπάρχει αιτιολογία για τέτοιο κενό, το οποίο πρέπει να ρυθμιστεί, ανάλογα με τα έως τώρα πορίσματα της νομολογίας.

  • 7 Μαρτίου 2019, 20:10 | Μιχάλης

    Στο νέο άρθρο 80 παρ. 5 ρυθμίζεται η περίπτωση του ισχύοντος 82 παρ. 8, επαναλαμβάνεται η λέξη καταδικασθείς που παραπέμπει σε καταδικαστική απόφαση και ομοίως γίνεται αναφορά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση. Τι θα ισχύει σε περίπτωση αιτήματος παράτασης της προθεσμίας ή αιτήσεως μετατροπής σε κοινωφελή συνολικής δοσοποιημένης ποινής η οποία είναι πλέον η ποινή εκτελέσεως π.χ. του Μονομελούς Εφετείου όταν η ποινή βάσης είναι του 3μελούς Εφετείου; Μπορεί να υποβληθεί τέτοιο αίτημα για τη συνολική ποινή; Σε ποιο δικαστήριο θα εισαχθεί; Στις συνολικής ή της ποινής βάσης;

  • Σχόλιο από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι:

    «Με το σχέδιο αυτό ουσιαστικά καταργούνται τα εγκλήματα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά. Καταργούνται συγκεκριμένα τα σχετικά άρθρα 81Α και 361Β.

    Επαναφέρεται βέβαια το παλαιό άρθρο 79.3 με την παραπλήσια μορφή του άρθρου 79.5 «5. Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: (…) στ) το ότι τέλεσε έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου.»

    Κατ’ αρχή στο παλαιό άρθρο 79.3 προβλεπόταν «Η τέλεση της πράξης από μίσος προκαλούμενο λόγω της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών, της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής ή του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου του παθόντος συνιστά επιβαρυντική περίσταση και η ποινή δεν αναστέλλεται.» Σε σχέση με την εδώ πρόταση, το παλαιό 79.3 ήταν πιο επιβαρυντικό αφού προέβλεπε μη αναστολή της ποινής, κάτι που δεν προβλέπεται στο σχέδιο νόμου.

    Κατά δεύτερο και κυριότερο, τα φερόμενα ρατσιστικά εγκλήματα σήμερα εισάγονται στο ακροατήριο με το άρθρο 81Α που ορίζει ρητά το ρατσιστικό έγκλημα. Αυτό επιτρέπει να διερευνηθεί το φερόμενο ρατσιστικό έγκλημα κατά την προανάκριση/προκαταρκτική εξέταση. Επίσης επιτρέπει στα θύματα που επιλέγουν να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγοντες να εξετάζουν το ρατσιστικό κίνητρο κατά την εξέταση των μαρτύρων και να αγορεύουν οι δικηγόροι τους επ’ αυτού.

    Τέλος, οι προβλεπόμενες ποινές σε σχετικές καταδίκες είναι ρητά αυξημένες με το 81Α και πάνω από το ανώτερο όριο που προβλέπουν τα αντίστοιχα με τα εγκλήματα άρθρα.

    Αντίθετα, το άρθρο 79.5 αφορά την επιμέτρηση της ποινής. Άρα δεν διερευνάται το ρατσιστικό κίνητρο κατά την προανάκριση/προκαταρκτική εξέταση, αν υπάρξει ποινική δίωξη το έγκλημα δεν εισάγεται στο ακροατήριο ως ρατσιστικό, και άρα τα θύματα που επιλέγουν να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγοντες δεν μπορούν να εξετάζουν το ρατσιστικό κίνητρο κατά την εξέταση των μαρτύρων ούτε να αγορεύουν οι δικηγόροι τους επ’ αυτού. Εναπόκειται στο τέλος της δίκης, αν υπάρξει καταδίκη, εισαγγελέας και δικαστές να λάβουν υπόψη το 79.5 κατά την επιμέτρηση της ποινής η οποία όμως δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από την ανώτατη προβλεπόμενη.

    Τέλος, με την κατάργηση του 361Β παύει να είναι έγκλημα η προμήθεια αγαθών ή η προσφορά υπηρεσιών ή η αναγγελία με δημόσια πρόσκληση παροχής ή προμήθειας αυτών αποκλείοντας από καταφρόνηση πρόσωπα λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου. Η Χρυσή Αυγή θα μπορεί πια ανενόχλητα να ξαναρχίσει τη σχετική μισαλλόδοξη δράση της…

    Τα άρθρα 81Α και 361Β νομοθετήθηκαν το 2015 από την ίδια κυβέρνηση που σήμερα προτείνει να τα καταργήσει χωρίς καμιάν εξήγηση. Επίσης, δεν υπάρχει πρόβλεψη να συνεχίσουν να ισχύουν τα άρθρα αυτά για αδικήματα που θα έχουν τελεστεί πριν την ισχύ του νέου ποινικού δικαίου και εμπίπτουν στα άρθρα αυτά με αποτέλεσμα να παύσει η ποινική δίωξή τους.

    Η πρόταση είναι απλή: διατηρείστε τα άρθρα 81Α και 361Β ΠΚ ως έχουν.

  • 6 Μαρτίου 2019, 19:38 | Δημήτρης

    Με το προτεινόμενο σχέδιο εάν αντιλαμβάνομαι σωστά καταργείται πλήρως ο θεσμός της μετατροπής των στερητικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματικές ποινές. Συνεπώς σε επιβαλλόμενες ποινές φυλάκισης για πλημμέλημα π.χ. 4 ετών η απόφαση εκτελείται αμέσως και ο καταδικασθείς οδηγείται στην φυλακή;

Σχολιάστε

Πριν υποβάλλετε το σχόλιο σας παρακαλούμε να συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Όροι Συμμετοχής

  1. Φροντίστε να διατυπώνετε προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις που σχετίζονται άμεσα με το υπό διαβούλευση ζήτημα. Προφανώς κάθε ζήτημα εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο αλλά ο δημόσιος διάλογος διευκολύνεται με στοχευμένες και συγκεκριμένες προτάσεις και παρεμβάσεις.
  2. Φροντίστε να διατυπώνετε τις προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις με τρόπο σύντομο και περιεκτικό.
  3. Προσπαθήστε να τεκμηριώνετε αυτά που γράφετε με αναφορές, παραπομπές σε άλλα κείμενα, υλικό ή συνδέσμους με αντίστοιχο περιεχόμενο, εκτός αν η χρήση τους είναι καταχρηστική και στην περίπτωση αυτή θα αφαιρούνται.
  4. Βεβαιωθείτε ότι το περιεχόμενο που υποβάλετε δεν προσβάλλει δικαιώματα άλλων προσώπων.
  5. Είναι γόνιμο να υπάρχει ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των συμμετεχόντων αλλά είναι σημαντικό για την ποιότητα και αποτελεσματικότητα του διαλόγου να αποφεύγονται οι προσωπικές αντιπαραθέσεις με άλλους συμμετέχοντες.
  6. Προτάσεις, σχόλια, υπερσύνδεσμοι ή οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο, τα οποία διατυπώνονται σε γλώσσα και με τρόπο υβριστικό, χυδαίο ή περιέχουν ή υποκινούν μισαλλοδοξία και διακρίσεις που βασίζονται σε φύλο, ηλικία, σεξουαλικό προσανατολισμό, φυλετική ή εθνική καταγωγή ή θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν θα δημοσιεύονται στο OpenGov.gr. Επίσης δε θα δημοσιεύονται σχόλια τα οποία παραπέμπουν σε άλλους δικτυακούς τόπους για λόγους διαφήμισης, δημοσιότητας ή οποιονδήποτε άλλο σκοπό που κρίνεται από το OpenGov.gr ως καταχρηστικός.
  7. Οι προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις που υποβάλετε υπόκεινται σε έλεγχο ως προς την τήρηση των παρόντων όρων χρήσης και συμμετοχής.
  8. Με τη συμμετοχή σας αποδέχεστε τη χρήση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου για ενημερωτικούς λόγους σχετικούς με τους στόχους του OpenGov.gr.
  9. Με τη συμμετοχή σας αποδέχεστε τη διάθεση των προτάσεων, σχολίων ή ερωτήσεων που υποβάλετε με την άδεια «Creative Commons».