Κεφάλαιο 11: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΠΑΣΤΕΡ (ΕΙΠ)

Το ΕΙΠ είναι ένα αυτοτελές και διεθνώς αναγνωρισμένο ερευνητικό Ινστιτούτο και αποτελεί μετεξέλιξη ενός από τα παλιότερα ερευνητικά Κέντρα της χώρας με μακρά και σημαντικότατη προσφορά στο χώρο της Δημόσιας Υγείας. Έχει αναπτύξει τη δυνατότητα άμεσης ανταπόκρισης στην αντιμετώπιση αναδυόμενων ή επανεμφανιζόμενων παθογόνων μικροοργανισμών ικανών να προκαλέσουν επιδημίες ή ακόμη και πανδημίες. Διαθέτει διαπιστευμένα εργαστήρια, πέντε εργαστήρια αναφοράς και πρότυπη μονάδα παραγωγής εμβολίων. Αποτελεί ενεργό μέλος του «Reseau International des Instituts Pasteur et Instituts Associes en Europe».

Σήμερα, το ΕΙΠ περιλαμβάνει ένα (1) Ινστιτούτο, ως ακολούθως:

Με δεδομένα τα ειδικά χαρακτηριστικά του ΕΙΠ, με βάση τα οποία το Ινστιτούτο εκτός από τη βασική και εφαρμοσμένη βιοϊατρική έρευνα κυρίως στα λοιμώδη νοσήματα, έχει ως κύριο αντικείμενο και την επέμβαση σε περιπτώσεις επιδημιών για την αναγνώριση του αιτιολογικού παράγοντα, την παραγωγή εμβολίων με προτεραιότητα την κάλυψη εθνικών αναγκών καθώς και την εκπαίδευση στους προαναφερόμενους τομείς, αλλά και λόγω των νομικών δεσμεύσεων που απορρέουν από τη σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης, του Ινστιτούτου Παστέρ Παρισίων και του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ, προτείνεται η διατήρηση της υφιστάμενης διάρθρωσης ως αυτοτελούς ινστιτούτου.
Ως προς την παραπάνω πρόταση αναδιάρθρωσης του ΕΙΠ εξετάζεται η ακόλουθη εναλλακτική πρόταση:

  • Μετεγκατάσταση σε χώρο του ΙΙΒΕΑΑ (ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ)
  • 26 Ιανουαρίου 2012, 16:47 | Σύλλογος Προσωπικού Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    A) H διατήρηση της υφιστάμενης διάρθρωσης του ΕΙΠ ως αυτοτελούς Ινστιτούτου απορρέει από την αναγνώριση εκ μέρους του Υπουργείου των ειδικών χαρακτηριστικών του ΕΙΠ όπως καθορίζονται στη διμερή σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής κυβέρνησης με το Γαλλικό Ινστιτούτο Παστέρ. Σύμφωνα με τη διμερή σύμβαση η επιστημονική φυσιογνωμία του Ινστιτούτου αφορά σε συγκεκριμένους τρείς άξονες, α) την βασική και εφαρμοσμένη Βιοϊατρική Έρευνα επί των Λοιμωδών νοσημάτων, αλλά και την Ανοσολογία και τα Νευροεκφυλιστικά νοσήματα, β) την ανάπτυξη, παραγωγή και διάθεση εμβολίων, βιολογικών και θεραπευτικών προϊόντων με προτεραιότητα την κάλυψη των εθνικών αναγκών και τέλος γ) τη σημαντικότατη δραστηριότητα και προσφορά του ΕΙΠ στο χώρο της Δημόσιας Υγείας, μέσω των Εργαστηρίων Αναφοράς του Ινστιτούτου, με τη συμμετοχή του στην αντιμετώπιση επιδημιών όπως αυτή έχει καταγραφεί από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα. Οι τρεις αυτοί τομείς που δραστηριοποιείται το Ινστιτούτο είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους και υπάρχει λειτουργική διασύνδεση της ερευνητικής δραστηριότητας του Ινστιτούτου με τις παραγωγικές διαδικασίες, το διαγνωστκό τμήμα και τα εργαστήρια παροχής υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας του ΕΙΠ. Ως εκ της φυσιογνωμίας του, λοιπόν, το ΕΙΠ συνιστά μία εννιαία δομή που προσφέρει ολοκηρωμένη και σφαιρική δυνατότητα προσσέγγισης των κλάδων της Βιοιατρικής στους οποίους δραστηριοποιείται.

    B) Σχετικά με την εναλλακτική πρόταση της μετεγκατάστασης του ΕΙΠ σε χώρους του ΙΙΒΕΑΑ που προτείνεται επισημαίνουμε ότι μια τέτοια κίνηση αναιρεί πλήρως την αυτονομία του ΕΙΠ όπως καθορίζεται στη διμερή σύμβαση με το Γαλλικό Ινστιτούτο Παστέρ και θέτει κινδύνους για την αναίρεσή της με σημαντικές επιστημονικές και οικονομικές απώλειες σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, όπως αυτό έχει τονιστεί από το Γαλλικό Ινστιτούτο Παστέρ. Επιπλέον, προσκρούει αφενός σε νομικά θέματα που αφορούν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του Ινστιτούτου (Κληροδότημα Β. Ζαχάρωφ για την λειτουργία αποκλειστικά του συγκεκριμένου Ινστιτούτου) και αφετέρου δεν μπορεί να συνεισφέρει σε οικονομίες κλίμακας (αφού η ιδιοκτησία του Ινστιτούτου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δραστηριότητες άλλες από εκείνες που καθορίζονται σαφώς και κατά το νόμο, από τον χαρακτήρα του ως κοινωφελούς ιδρύματος).
    Πιο αναλυτικά:
    I. Η απόσπαση του Ε.Ι.Π. από το οικόπεδο εντός του οποίου βρίσκεται το σύνολο των εγκατάστασεών του και ασκείται το σύνολο των δραστηριοτήτων του και το οποίο οικόπεδο αποτελεί τη βασική και θεμελιώδη έγγεια ιδιοκτησία του, δεν είναι νομικώς δυνατή καθόσον προσκρούει σε συνταγματικές και εν γένει υψηλής νομικής περιωπής διατάξεις που διέπουν την ίδρυση και τη λειτουργία του ως κοινωφελούς Ν.Π.Ι.Δ. και δη κοινωφελούς ιδρύματος. Ειδικότερα:
    II. Η αναπόσπαστη σύνδεση του Ε.Ι.Π. ως κοινωφελούς ιδρύματος με την έγγεια ιδιοκτησία του καταδεικνύεται κατά τον πλέον ανάγλυφο, αλλά και μοναδικό σε σχέση με άλλους παρεμφερείς νομικούς φορείς, τρόπο, ήδη από την ίδρυσή του. Όπως γνωρίζετε, το Ε.Ι.Π. ιδρύθηκε δυνάμει του Β.Δ. της 26.4.1919 (ΦΕΚ Α΄ 95), με το οποίο καταρτίσθηκε το καταστατικό του, κατόπιν δωρεάς του Βασιλείου Ζαχάρωφ, ο οποίος εγχείρισε προς τον τότε Πρόεδρο της Κυβέρνησης το ποσό των 500.000 γαλλικών φράγκων, προκειμένου η Κυβέρνηση να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για τη σύσταση και την εξασφάλιση της λειτουργίας ενός επιστημονικού φορέα, και συγκεκριμένα του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ, ο οποίος θα προήγαγε την έρευνα και την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων για την εκπλήρωση κοινωφελών σκοπών δημόσιας υγιεινής. Ο ίδιος ο ιδρυτής έθεσε ως συστατικό στοιχείο του νέου κοινωφελούς ιδρύματος την απόκτηση ίδιων χώρων για την εγκατάσταση των πάσης φύσης υποδομών του.
    Για το λόγο ακριβώς αυτό, η Κυβέρνηση προέβη, ακολούθως, με τα προαναφερθέντα χρήματα της δωρεάς, στην αγορά του ευμεγέθους οικοπέδου εντός του οποίου στεγάζεται σήμερα το Ε.Ι.Π. Είναι δε απόλυτα χαρακτηριστικοί της αναπόσπαστης σύνδεσης της έγγειας ιδιοκτησίας του Ε.Ι.Π. με τη φύση, τη λειτουργία και την αποστολή του ως κοινωφελούς ιδρύματος, οι όροι υπό τους οποίους πραγματοποιήθηκε η εν λόγω δωρεά. Συγκεκριμένα, όπως επί λέξει αναφέρεται στο σχετικό υπ’ αριθμ. 20933/1919 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Γιγάντε, το εν λόγω οικόπεδο (επί της οδού Βασιλίσσης Σοφίας αριθμ. 127) μεταβιβάσθηκε “… προς τον συμβαλλόμενον Ιωάννην Αθανασάκην ενεργούντα κατά την προκειμένην αγοραπωλησίαν και ως ούτος εδήλωσε κατ’ εντολήν και διά χρημάτων του Βασιλείου Ζαχάρωφ, κατοίκου Παρισίων και αγοράζοντα αυτό ίνα χρησιμεύση προς εγκατάστασιν του δια του από 26 Απριλίου 1919 Β. Διατάγματος εγκεκριμένου Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ (Institut Pasteur) ιδρυθέντος υπό το Β. Ζαχάρωφ…”.
    Ήδη λοιπόν, ευθύς εξ’ αρχής από της ιδρύσεως του Ε.Ι.Π., η εν λόγω έγγεια περιουσία συνδέεται κατά τον πλέον αδιάσπαστο τρόπο με την ίδια την ύπαρξη και λειτουργία του ως κοινωφελούς ιδρύματος. Δηλονότι, το προκείμενο οικόπεδο αποτελεί απαράβατο συστατικό στοιχείο (οιονεί conditio sine qua non) του εν λόγω κοινωφελούς ιδρύματος, γιατί αγοράσθηκε όχι απλώς ως περιουσιακή αξία η οποία θα επέτρεπε (π.χ. μέσω πώλησης ή εκμίσθωσής της) την οικονομική υποστήριξη του Ε.Ι.Π., αλλά ως φυσική έδρα των εγκαταστάσεών του (συγκεκριμένα αγοράσθηκε προς εγκατάσταση του Ε.Ι.Π.). Τούτο σημαίνει ότι οποιαδήποτε επέμβαση επί του δεσμού του οικοπέδου προς τις δραστηριότητες του Ε.Ι.Π. συνιστά καταστατική αλλοίωση της φυσιογνωμίας του, η οποία, περαιτέρω, αντιβαίνει στο σύνολο των διεπουσών τη λειτουργία και τους σκοπούς του διατάξεων, υψηλής, όπως προαναφέρθηκε, νομικής περιωπής.
    III. Πράγματι, οι διέπουσες τη λειτουργία και τους σκοπούς του Ε.Ι.Π. διατάξεις απαγορεύουν απολύτως μεταβολές που αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του.
    1. Τούτο ισχύει, κατ’ αρχήν, όσον αφορά τις αλλεπάλληλες συναφθείσες διμερείς συμβάσεις μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και του Ινστιτούτου Παστέρ Παρισίων, η τελευταία των οποίων κυρώθηκε με το Νομ. 3733/2009 (ΦΕΚ Α΄ 7). Την καίρια σημασία των εν λόγω διεθνούς χαρακτήρα συμβατικών κειμένων αποδέχεται και η υπό κρίσιν πρόταση αναδιάρθρωσης που έχει δοθεί προς διαβούλευση, η οποία αναφέρεται σε νομικές δεσμεύσεις που απορρέουν από τα κείμενα αυτά και οι οποίες απαγορεύουν επεμβάσεις στην εσωτερική του διάρθρωση. Αξίζει να αναφερθεί ότι δυνάμει, ειδικότερα, του άρθρ. 12 του προαναφερθέντος Νομ. 3733/2009, η Ελληνική Κυβέρνηση ανέλαβε την υποχρέωση να εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία του.
    Συνεπεία των ανωτέρω, εφόσον απαγορεύονται επεμβάσεις και αλλοιώσεις επί της εσωτερικής διάρθρωσης του Ε.Ι.Π., πολλώ δε μάλλον απαγορεύονται επεμβάσεις και αλλοιώσεις επί συστατικού στοιχείου του ως κοινωφελούς ιδρύματος το οποίο είναι η συνέχιση της παρουσίας και της λειτουργίας του εντός του ακινήτου το οποίο αποκτήθηκε, κατά τη βούληση του ιδρυτή του, για την εγκατάστασή του.
    2. Αλλοιώσεις και επεμβάσεις επί της συστατικής φυσιογνωμίας του Ε.Ι.Π. απαγορεύονται όμως και από υπέρτερες των προαναφερθεισών διατάξεων και συγκεκριμένα από συνταγματικές διατάξεις. Κατά το άρθρ. 109 παρ. 1 Συντ. απαγορεύεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων, μεταξύ άλλων, δωρεάς, κατά τις υπέρ κοινωφελούς σκοπού διατάξεις τους. Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εξαιρέσεων του ανωτέρω κανόνα οι οποίες περιέχονται στην παρ. 2 ιδίου άνω άρθρ. 109, κατά την οποία κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για το ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που δωρήθηκε, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιοδήποτε λόγο, κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης. Όπως αντιλαμβάνεσθε και γνωρίζετε πολύ καλά με ίδια αντίληψη, καμία από τις ανωτέρω προϋποθέσεις δεν συντρέχει στην περίπτωση του Ε.Ι.Π.
    Συνεπεία και των εν προκειμένω, οποιαδήποτε διάταξη ή ρύθμιση (όπως η εδώ εξεταζόμενη) με την οποία επέρχεται αλλοίωση της βούλησης του δωρητή και ιδρυτή του Ε.Ι.Π. προσκρούει και σε συνταγματικές διατάξεις.
    3. Τέλος, η ίδια διάταξη με την οποία επέρχεται αλλοίωση της βούλησης του δωρητή και ιδρυτή του Ε.Ι.Π. προσκρούει και στην (κατ’ εξουσιοδότηση των προαναφερθεισών συνταγματικών διατάξεων) εκδοθείσα θεμελιώδη νομοθεσία περί των κοινωφελών ιδρυμάτων (Α.Ν. 2039/1939 – ΦΕΚ Α΄ 455). Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διάταξη εκείνη του άρθρ. 2 κατά την οποία η πιστή και επακριβής εκτέλεση της βούλησης των διαθετών και των δωρητών, με την οποία διατίθενται περιουσιακά στοιχεία χάριν κοινωφελών σκοπών, αποτελεί υποχρέωση του Κράτους.
    Όπως ευχερώς συνάγεται εκ των ανωτέρω, η προτεινόμενη ρύθμιση περί της μετεγκατάστασης του Ε.Ι.Π. σε άλλο χώρο πρέπει να απαλειφθεί από το Κεφάλαιο 11 της πρότασης αναδιάρθρωσης του ερευνητικού ιστού.

    Γ) Όσον αφορά εν γένει τις συγχωνεύσεις ερευνητικών κέντρων, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι δεν συμπεριλαμβάνονται ερευνητικές μονάδες και ινστιτούτα, τα οποία εποπτεύονται από άλλα Υπουργεία, των οποίων η μεταφορά τους σε ένα ενιαίο δίκτυο έρευνας θα διασφάλιζε όχι μόνο την αναγκαία κρίσιμη μάζα και οικονομίες κλίμακας αλλά και τη διεύρυνση των ερευνητικών στόχων.
    Επίσης,, αδυνατούμε να κατανοήσουμε την αναφορά σε μετακινήσεις ή συγχωνεύσεις Ινστιτούτων της ΓΓΕΤ (ΕΙΠ και Φλέμινγκ) με το ΙΙΒΕΑΑ, το οποίο ούτε καν αναφέρεται στα Ινστιτούτα της Ακαδημίας Αθηνών που συμμετέχουν στην προτεινόμενη αναδιάρθρωση των ΕΚ.

    Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Εργαζομένων Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ

    Α. Μαΐδης, Πρόεδρος
    Α. Μαμαλάκη, Αντιπρόεδρος
    Ο. Γεωργοπούλου, Γραμματέας
    Μ. Γαϊτάνου, Ταμίας
    Β. Μυριαγκού, Μέλος

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Oι ερευνητές του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ (Ε.Ι.Π.) συμφωνούν με την πρόταση της ΓΓΕΤ ως προς το σκέλος της που αφορά τη διατήρηση της υφιστάμενης διάρθρωσης του ΕΙΠ ως αυτοτελούς Ινστιτούτου, λόγω της ιδιαιτερότητας και της εξειδίκευσης του αντικειμένου του. Πράγματι, το Ε.Ι.Π. είναι το μοναδικό στην Ελλάδα ερευνητικό Ινστιτούτο που ήδη από το ιδρυτικό του καταστατικό έχει σαφή προσανατολισμό στην Έρευνα των Λοιμωδών Νοσημάτων προς όφελος της Δημόσιας Υγείας. Ακολουθώντας αυτήν την πορεία, το Ε.Ι.Π. έχει δια μέσου των ετών δημιουργήσει παράδοση προσφοράς στη βασική και εφαρμοσμένη έρευνα των Λοιμωδών Νοσημάτων, ενώ παράλληλα έχει αναπτύξει εξαιρετικά σημαντική δραστηριότητα και σε άλλους τομείς της Βιοϊατρικής Έρευνας, όπως σε νοσήματα του Ανοσοποιητικού συστήματος και Νευροεκφυλιστικά νοσήματα με στόχο την κατανόηση της παθογένειας, την πρόληψη και τη θεραπεία. Επίσης μοναδικό χαρακτηριστικό του Ε.Ι.Π. είναι η ενεργή συμμετοχή του στο Διεθνές Δίκτυο των Ινστιτούτων Παστέρ, που απορρέει από τη σύμβαση με το Γαλλικό Ινστιτούτο Παστέρ.

    Χάρη σε αυτά τα χαρακτηριστικά, το Ε.Ι.Π. αποβλέπει να εξελιχθεί σε πυρήνα ενός Μεσογειακού Δικτύου Ινστιτούτων Μεταφραστικής Έρευνας για την προάσπιση της Δημόσιας Υγείας και θα ήταν επομένως λάθος να μη διατηρήσει την αυτονομία και την ιδιαιτερότητά του.

    Σχετικά με την εναλλακτική πρόταση που διατυπώνεται από τη ΓΓΕΤ, για μετεγκατάσταση του ΕΙΠ σε χώρους του ΙΙΒΕΑΑ, είμαστε αντίθετοι, αφενός επειδή αδυνατούμε να κατανοήσουμε το όφελος που θα προέκυπτε από μια τέτοια μετακίνηση (προφανώς, δεν μπορεί να συνεισφέρει σε οικονομίες κλίμακας -το αντίθετο μάλιστα), και, αφετέρου, γιατί προσκρούει σε νομικά θέματα που αφορούν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του Ινστιτούτου (Κληροδότημα Β. Ζαχάρωφ). Επιπλέον, μία τέτοια παρέμβαση θα έθιγε ουσιαστικά την αυτονομία του ΕΙΠ όπως καθορίζεται στη Σύμβαση με το Γαλλικό Ινστιτούτο Παστέρ, αντιτιθέμενη στην πρόσφατα εκφρασμένη άποψη της Γαλλικής πλευράς και διακινδυνεύοντας την αναίρεση της Σύμβασης με συνέπεια ευρύτερες απώλειες σε επιστημονικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

    Oι ερευνητές του ΕΙΠ:
    ΛΥΜΠΈΡΗ ΠΗΓΉ, ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ ΟΥΡΑΝΙΑ, ΛΑΒΔΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΜΑΜΑΛΆΚH ΑΥΓΉ, ΘΩΜΑΪΔΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ, ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΝΙΚΗ, ΜΑΤΣΑ ΡΕΒΕΚΚΑ, ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗ ΚΙΚΗ, ΓΑΪΤΑΝΟΥ ΜΑΡΙΑ, ΜΑΥΡΟΜΑΡΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗ, ΜΠΟΛΕΤΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΑ, ΛΙΑΚΑΤΑ ΕΛΙΣΑΒΕΤ, ΜΕΝΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, ΜΥΡΙΑΓΚΟΥ ΒΙΒΗ, ΣΜΥΡΛΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, PROBERT LESLEY, ΝΤΟΤΣΙΚΑ ΕΛΕΝΗ, ΣΜΥΡΛΉ ΔΈΣΠΟΙΝΑ, ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ ΚΑΙΤΗ, ΣΓΟΥΡΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ, ΤΑΟΥΦΊΚ ΕΡΑ, TZEΛΕΠΗ ΕΥΑ, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΣΥΛΒΑ
    Συνεργαζόμενα μέλη ΔΕΠ:
    TΖΑΡΤΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΤΣΑΒΟΥΔΗ ΛΙΑ