Εισαγωγή

Οι συνθήκες που διαμορφώνονται τόσο στη χώρα μας, αλλά και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες από τα αίτια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, κάνουν ολοένα και περισσότερο επιτακτική την ανάγκη για την βελτίωση τόσο του πλαισίου, όσο και του περιβάλλοντος, που αφορά στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προκλήσεων όπως είναι η υγεία, το περιβάλλον, η καταπολέμηση της ανεργίας, κυρίως της νεανικής και της αυξανόμενης «φυγής» των πιο δυναμικών ομάδων πληθυσμού προς το εξωτερικό.
Στα νέα δεδομένα που προκύπτουν, η αναδιάρθρωση και η ενίσχυση της Έρευνας και της Καινοτομίας, θα αποτελέσουν βασική προϋπόθεση για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και μοχλό στην αύξηση της παραγωγικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης, βελτιώνοντας τους παραδοσιακούς τρόπους άσκησης της επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας.
Η δημιουργία ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης, απαιτεί σωστή ενδυνάμωση και αναδιάρθρωση της οικονομικής και κοινωνικής υποδομής, τα βασικά στοιχεία της οποίας είναι:
• Ένας νέος ρόλος του κράτους κατεξοχήν επιτελικός σε σχέση με την οικονομία
• Ριζοσπαστικές πολιτικές για την έρευνα και καινοτομία που δεν θα είναι απλώς συμπληρωματικές για το νέο τύπο ανάπτυξης. Θα είναι οι ζωτικότερες και οι σημαντικότερες.
• Μια σύγχρονη παιδεία προσαρμοσμένη στις νέες απαιτήσεις
Το νέο όραμα ανάπτυξης θα πρέπει να βασισθεί στη συμμετοχή του μεγαλύτερου τμήματος της κοινωνίας με στόχο την προοπτική της ευημερίας και το άνοιγμα ευκαιριών, κυρίως στη νέα γενιά. Η μεγάλη πρόκληση είναι σήμερα να αντιμετωπίσουμε τις νέες συνθήκες που παράγονται από την παγκοσμιοποίηση και τον κατακερματισμό της παραγωγής και να μετατρέψουμε τις παραδοσιακές πολιτικές στήριξης της καινοτομίας των επιχειρήσεων, σε μηχανισμούς επιτυχούς ένταξής τους στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Ταυτόχρονα, οι παραδοσιακοί μηχανισμοί στήριξης της εργασίας και των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων θα πρέπει να μετατραπούν σε μηχανισμούς στήριξης της γνώσης καθώς και επανένταξης και ενσωμάτωσης όλων των κοινωνικών κατηγοριών στις νέες συνθήκες.
Η χώρα μας ως ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, συμφωνεί και προσαρμόζει κατάλληλα στο ελληνικό περιβάλλον τους βασικούς τομείς που έθεσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην Εαρινή Σύνοδο Κορυφής της 25-26ης Μαΐου 2010 σχετικά με το όραμα και τις στρατηγικές για τον Ορίζοντα 2020, όπως την ανάπτυξη της γνώσης και καινοτομίας, περισσότερο βιώσιμη ανάπτυξη, την αύξηση του ποσοστού απασχόλησης και την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού.
Το όραμα επομένως της ελληνικής πολιτείας, αποτελεί η αναδιάρθρωση του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας με έμφαση στην Καινοτομία, στην Έρευνα και στην Παιδεία, αποσκοπώντας στην ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγικής της δομής, ώστε να εξασφαλιστεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα και η αναπτυξιακή προοπτική και με αυτό τον τρόπο να ξεπεραστεί η σημερινή κρίση και να τεθούν τα θεμέλια για μια νέα αναπτυξιακή πορεία.
Οι επενδύσεις στην παιδεία, στην επιστήμη, στην έρευνα, στην τεχνολογική ανάπτυξη και στην καινοτομία, αποτελούν κεντρικό εργαλείο για ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο που θα είναι «βιώσιμο», που θα είναι «έξυπνο» και θα στηρίζεται στην καινοτομία και στην υψηλή κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού.
Αν θέλαμε να συνοψίσουμε σχετικά με τον σχεδιασμό και τη στρατηγική της ερχόμενης προγραμματικής περιόδου 2014-2020 θα μπορούσαμε να πούμε ότι το όραμα της χώρας μας είναι η μετάβαση από το Τρίγωνο Κρίσης (Χρέος-Έλλειμμα-Έλλειψη ισχυρής παραγωγικής βάσης), στο Τρίγωνο Γνώσης (Εκπαίδευση-Έρευνα-Καινοτομία).

  • Αξιότιμοι Κύριοιμ
    Παραθετούμε τις απόψεις μας ως προς το κείμενο της διαβούλευσης

    Σήμερα στην Ελλάδα επιχειρούν αρκετές επιχειρήσεις που αξιοποιούν σημαντικά την καινοτομία για να παραμείνουν ενεργές σε ένα θολό οικονομικό τοπίο. Ως εκτούτου θα αναμέναμε στο παρόν σχέδιο να αναφέρεται ένα σαφές φορολογικό πλάνο που θα επιτρέψει τις επιχειρήσεις να σχεδιάσουν σε μακροπρόθεσμη βάση και να κοστολογήσουν σωστά τις επενδύσεις που απαιτούνται.
    Το περιγραφόμενο όραμα μετάβασης από το Τρίγωνο Κρίσης (Χρέος-Έλλειμμα-Έλλειψη ισχυρής παραγωγικής βάσης), στο Τρίγωνο Γνώσης (Εκπαίδευση-Έρευνα-Καινοτομία) προτείνουμε να τροποποιηθεί σημαντικά ώστε να εμπεριέχει το εξωστρεφές επιχειρείν με ικανή κερδοφορία .
    Ζητούμενο για όλες τις επιχειρήσεις δεν είναι η έρευνα αλλά η ταχεία αξιοποίηση της έρευνας και της γνώσης για να πολλαπλασιασθούν οι πιθανότητες επιβίωσης μέσα σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Που διαφαίνονται μέσα στο κείμενο της διαβούλευσης οι καλές πρακτικές που θα βοηθήσουν στην ταχεία μετάβαση από την ιδέα στο πρωτότυπο και πως και με ποιές ενέργειες ενίσχυσης της μετάβασης από το πρωτότυπο σε προϊόν διαδικασία πολαπλασίως απαιτητική σε κόστος, χρόνο και υποστήριξη από την πολιτεία? Ποιό είναι το τραπεζικό σύστημα που θα υποστηρίξει ουσιαστικά ανάλογες ενέργειες?
    Η λογική της ύστερης αξιολόγησης της απόκλισης είναι επικίνδυνη γιατί αφαιρεί από την πολιτεία την δυνατότητα να εστιάσει στο εφικτό και το ουσιαστικό ζητούμενο που είναι η αξιοποίηση της έρευνας και τεχνολογίας για την επαύξηση των εξαγωγών με ελληνική προστιθέμενη αξία, την μείωση των εισαγωγών και ανάπτυξη ικανής κερδοφορίας που θα τροφοδοτήσει νέους κύκλους έρευνας και ανάπτυξης.
    Οι Ευρωπαϊκοί στόχοι που αναφέρονται δεν εξειδικεύονται για την Ελλάδα και δεν αποτελούν μέρος του παρόντος. Ποιο το επιδιωκόμενο ρεαλιστικό ποσοστό δαπανών Ερευνας και τενχολογίας ανά έτος ως προς το ΑΕΠ της Ελλάδος? Είναι ρεαλιστικός στόχος το 1,2% και πως θα επιτευχθεί? Αν υπάρχει απόκλιση ανά έτος ποιός ο μηχανισμός διόρθωσης? Ποιό το φορολογικό σύστημα που θα ενισχύσει την ροπή προς τεχνολογική ανάπτυξη των επιχειρήσεων? Πως θα αρθεί η διαπίστωση ότι η πλειοψηφία των επιχειρήσεων είναι μικρές ή πολύ μικρές επιχειρήσεις και αδυνατούν να αξιοποιήσουν επαρκώς την καινοτομία που διαθέτουν? Πως από τις νεοφείς επιχειρήσεις θα γίνει με γοργούς ρυθμούς η μετάβαση σε μεγαλύτερα σχήματα? Πως τα επενδυτικά κεφάλαια θα προτιμήσουν την Ελλάδα όταν η Ελλάδα θέτει διαρκώς φορολογικούς ή κανονιστικούς περιορισμούς (15% φορολογία της μεταβίβασης των μετοχών, σχεδιαζόμενη ρήτρα το 70% των επενδυτικών κεφαλαίων να αφορούν δαπάνες μισθοδοσίες, υψηλή γραφειοκρατία στον έλεγχο και στην εκταμίευση κλπ)?
    Πως η πολιτεία σχεδιάσει να άρει τις περιφερειακές ανισότητες? Ποιές οι τηλεπικοινωνιακές υποδομές της χώρας που θα υποστηρίξουν την πλέον βασική υστέρηση της περιφέρειας. Γιατί ο στόχος του FTTH δεν είναι υψηλή προτεραιότητα της πολιτείας? Γιατί τα ΜΑΝ που αναπτυχθήκαν σε όλους τους Δήμους σήμερα αξιοποιούνται μόνο για το Σύζευξις και όχι και για την παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών στους πολίτες της Περιφέρειας? Πως θα αντιμετωπισθεί η υστέρηση των Ελληνικών επιχειρήσεων όταν στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες το 1Gbit ανά σύνδεση είναι στην διάθεση των επιχειρήσεων πολιτών εδώ και χρόνια με ιδιαίτερα λογικό κόστος.

    Η παραγωγικότητα της ερευνητικής δραστηριότητας με την μέτρηση των δημοσιεύσεων στρεβλώνει τον ουσιαστικό στόχο που πρέπει να είναι το οικονομικό ώφελος σε μεσομακροπρόθεσμη βάση. Οι δημοσιεύσεις αποτελούν ένα ποιοτικό στόχο που θα πρέπει να δρα υποστηρικτικά ως προς τους ποσοτικούς στόχους που πρέπει να αφορούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας, προοπτικές εσόδων, κανονιστικές διατάξεις που ενσωματώνουν και ελληνικές καινοτομίες, αύξηση εξαγωγών, μείωση εισαγωγών διεθνοποίηση επιχειρήσεων και άλλους ειδικούς στόχους.
    Η Πιστοποίηση νέων προϊόντων, η συμόρφωση με νέους κανονισμούς, η υπεράσπιση κανόνων που ενσωματώνουν χαρακτηριστικά καινότομων Ελληνικών προϊόντων στην ΕΕ και σε άλλους εθνικούς ή διεθνείς Οργανισμούς και δυνατότητα δημιουργίας αναφορών καλής πρακτικής από το Δημόσιο είναι ουσιώδες σημείο επιτυχίας και θα πρέπει να προβλεφθεί η διαδικασία ενσωμάτωσης των πρακτικών αυτών στην καθημερινότητα της Δημόσιας Διοίκησης
    Η Τριτοβαθμια Εκπαίδευση θα πρέπει να συνδεθεί ουσιαστικά με την παραγωγή με την υποχρέωση των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών να απασχολούνται για σημαντικό διάστημα σε επιχειρήσεις με αποκλεισμό κάθε Φορέα του Δημοσίου από την διαδικασία αυτή.
    Η χρηματοδότηση καινοτόμων ενεργειών που επιφέρουν άμεση ή έμμεση μείωση του κόστους Ηλεκτρικής Ενέργειας στις επιχειρήσεις ή σε ομάδες επιχειρήσεων είναι σημαντικό να προστεθεί στους σκοπούς του παρόντος σχεδίου
    Η ΓΓΕΤ πρέπει να έχει τον επιτελικό ρόλο της παρακολούθησης των ενεργειών της υλοποίησης των δράσεων αυτών με σαφώς αποκεντρωμένο τρόπο ( Περιφέρειες και τοπικοί Φορείς) , της έγκαιρης εισήγησης στην πολιτεία των διορθωτικών μέτρων και του εκ των υστέρων ελέγχου της διαχείρισης αυτών πάντοτε με τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και με έμφαση στην ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας ως προς σαφώς προκαθορισμένο χρονικό διάστημα.
    Η Δημιουργία μητρώου καλών πρακτικών, ιστορικού επιχειρήσεων, ιστορικού αποτελεσμάτων των προτάσεων που χρηματοδοτήθηκαν, η συσχέτιση των εσόδων με τους κωδικούς custom tarrifs είναι μερικές καλές πρακτικές που θα πρέπει να υιοθετηθούν άμεσα και να διατηρηθούν.
    Προτείνουμε στο πλαίσιο του σχεδιαζόμενου νέου Νόμου για την ΕΤΑΚ όπου συγκροτούνται Περιφερειακά Επιστημονικά Συμβούλια ως συμβουλευτικά όργανα για την υποστήριξη της Περιφέρειας σε θέματα Έρευνας και Καινοτομίας να αναβαθμισθούν σε δευτεροβάθμια όργανα και να συσταθούν ανάλογα ανά θεματική ενότητα, ή συνδυασμό ενοτήτων. Τα Συμβούλια αυτά απαρτίζονται από τρεις εκπρόσωπους ερευνητικών και ακαδημαϊκών φορέων και τέσσερεις εκπρόσωπους παραγωγικών και κοινωνικών φορέων και να προβλεφθεί και η ανά πυλώνα σύσταση οργάνων που οι προτάσεις τους θα αποτελούν τον οδηγό για τα περιφερειακά επιστημονικά συμβούλια .

    Στο αναφερόμενο Σχήμα 11: Δομή του συστήματος παρακολούθησης υλοποίησης του Ε.Σ.Π.Ε.Κ και της RIS3 προτείνουμε οι Περιφέρειες να παίξουν καθοριστικό ρόλο και οι επιχειρήσεις – Πανεπιστήμια ερευνητικοί φορείς να αναφέρονται και να δρουν μόνο ως προς τις περιφέρειες και τις ενδιάμεσες αρχές χωρίς την υποχρεωτική διαμεσολάβηση του Υπουργείου παιδείας ως προς το Υπουργείο Ανάπτυξης. Ο ρόλος του Υπουργείου Παιδείας και της ΓΓΕΤ πρέπει να αναβαθμιστεί και να αποκτήσει συντονιστικό ρόλο ως προς την σύνδεση της επιχείρησης με την εκπαίδευση αλλά και την δημιουργία παιδείας ικανής να υποστηρίξει τις σύγχρονες συνθήκες επιχειρείν.
    Επίσης το Υπουργείο Οικονομικών ώς εποπτεύων μηχανισμός κάθε οικονομικής δραστηριότητας θα πρέπει να συμμετέχει ενεργά και να μορφώνει ένα πλαίσιο φιλικό προς τις καινότομες επιχειρήσεις και να υποχρεούται να αποφασίζει έγκαιρα και υποστηρικτικά των δράσεων.
    Οι Περιφέρειες θα πρέπει να αποκτήσουν ρόλο και στη διαμόρφωση της πολιτικής Έρευνας και Καινοτομίας με τη δημιουργία Περιφερειακών Επιστημονικών Συμβουλίων ως συμβουλευτικών οργάνων προς τη ΓΓΕΤΚ που θα προωθούν και θα συντονίζουν περιφερειακές πρωτοβουλίες για την Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία αλλά και στην εμπροσθοβαρή διαχείριση των πόρων με τρόπο που να προάγει την κάθε Περιφέρεια και να μεγιστοποιεί την επιδιωκόμενη ωφέλεια. Οι πιστώσεις πρέπει να διαχειρίζονται πλήρως από τα αρμόδια Περιφερειακά Όργανα. Πρέπει επιτέλους να τυποποιηθούν οι διαδικασίες υποβολής προτάσεων, αξιολόγησης, έγκρισης, υλοποίησης, ενδιάμεσων / τελικών ελέγχων και να αποκεντρωθούν.
    Θα πρέπει να τεθούν και φορολογικά – χρηματοοικονομικά κίνητρα για δάπανες έρευνας και τεχνολογίας αλλά και κίνητρα για την συγχώνευση επιχειρήσεων με σκοπό μεγαλύτερα σχήματα να αξιοποιήσουν πιο αποτελεσματικά τα αποτελέσματα της έρευνας.
    Θα πρέπει να προβλεφθεί η χρηματοδότηση των ερευνητικών έργων να είναι με θετικές ταμειακές ροές ως προς την εκταμίευση των χρημάτων και όμοια με τους κανόνες των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Ο οικονομικός έλεγχος να είναι ουσιαστικός ως προς την επιτυχία του ερευνητικού έργου και όχι τυπικός ως προς την διάρθωση των δαπανών.
    Θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα πολλαπλών κύκλων χρηματοδότησης μιας καινοτομίας στην κατεύθυνση του ολοκληρωμένου προϊόντος ή ολοκληρωμένης Λύσης σαν συνθήκη επιτυχίας.
    Θα πρέπει να προβλεφθούν μηχανισμοί ικανής χρηματοδότησης των έργων αυτών με ανταγωνιστικό επιτόκιο και τις ελάχιστες δυνατές εξασφαλίσεις (π.χ. αύλες).
    Επιγραμματικά θα θέλαμε την σαφή αναφορά στο ΕΣΠΕΚ των παρακάτω:
    1. Σαφή Περιφερειακή Διάσταση του νέου ΕΣΠΕΚ με όλες τις λειτουργικές αρμοδιότητες στην Περιφέρεια και στους φορείς των Επιχειρήσεων. Οι πιστώσεις πρέπει να διαχειρίζονται πλήρως από τα αρμόδια Περιφερειακά Όργανα.
    2. Σαφή Φορολογικά Κίνητρα για τις δαπάνες έρευνας και τεχνολογίας αλλά και για την συγχώνευση επιχειρήσεων στα πλαίσια αξιοποίησης ερευνητικού έργου.
    3. Δημιουργία νέας Γενικής κατηγορίας όπου θα μπορούν να εντάσσονται ειδικά σχέδια που δεν εμπίπτουν στις θεματικές κατηγορίες που αναφέρονται
    4. Κοινές ανοικτές προσκλήσεις καθόλη την διάρκεια 2014-2020 με δυνατότητα ενίσχυσης δράσεων που ανήκουν σε διαφορετικές θεματικές κατηγορίες
    5. Έμφαση στο αποτέλεσμα και ελαχιστοποίηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών υποβολής πρότασης και ελέγχου. Ο Οικονομικός έλεγχος να γίνεται από ιδιωτικούς φορείς με συγκεκριμένο και χρηματοδοτούμενο κόστος ενώ ο έλεγχος φυσικού αντικειμένου από την αρμοδίους φορείς. Ο εγκεκριμένος προϋπολογισμός κάθε έργου να μπορεί να προσαρμοσθεί στις ανάγκες βέλτιστης υλοποίησης του έργου
    6. Χρηματοδότηση διδακτορικών με την συμμετοχή επιχειρήσεων προς ώφελος επιχειρήσεων.
    7. Υποχρέωση των φοιτητών να απασχολούνται στις επιχειρήσεις για διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών όπως και οι εργασίες τους να είναι πάντοτε συσχετίσιμες με τις επιχειρήσεις.
    8. Σύνδεση Τριτοβαθμιας εκπαίδευσης με Επιχειρήσεις και ειδικά αυτές με σημαντική εξειδικευση και παραγωγή.
    9. Η Χρηματοδότηση να καταβάλεται πριν την εκτέλεση του αναλογούν μέρους του ερευνητικού έργου και ο απολογιστικός έλεγχος να καθορίζει .
    10. Σαφή καθορισμό στόχων για την ποιότητα της τηλεπικοινωνιακής υποδομής της Περιφέρειας και καθορισμό Εθνικής πολιτικής πρόσβασης FTTB/H ( Fiber to the business/home)
    11. Αρμοδιότητα στα Επιμελητήρια για την διαρκή καταγραφή του Ερευνητικού αλλά και των επιμέρους προϊόντων. Αποφυγή συναρμοδιοτήτων από τα Υπουργεία.
    12. Ενίσχυση της χρηματοδότησης καινοτόμων επιχειρήσεων από VC & Business Angels χωρίς περιορισμούς ως προς την κατεύθυνση των Κεφαλαίων

    Με εκτίμηση
    Για το Δίκτυο Συνδέσμων Βιοτεχνιών Βιομηχανιών Ακριτικών Περιοχών
    Ο Πρόεδρος του Δ.Σ.
    Χρήστος Γιορδαμλής

  • Η Εταιρεία Ελεύθερου Λογισμικού/ Λογισμικού Ανοικτού Κώδικα (ΕΕΛ/ΛΑΚ) χαιρετίζει την προσπάθεια της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) να καταρτίσει ένα Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο για την Έρευνα και Τεχνολογία (ΕΣΠΕΚ) το οποίο να βρίσκεται σε συνάρτηση τόσο με τις σχετικές Ευρωπαϊκές πολιτικές, ειδικά την Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την περίοδο 2017-2020, όσο και τις σχετικές εθνικές πολιτικές.

    Η ΕΕΛ/ΛΑΚ στηρίζει την προσπάθεια αυτή έχοντας ήδη συμμετάσχει σε διάφορα στάδια των σχετικών διαβουλεύσεων, αλλά και έχοντας συνεισφέρει μέσω των μελών της ή απευθείας στη διαμόρφωση του περιεχομένου του ΕΣΠΕΚ στις σχετικές συναντήσεις που έχει διοργανώσει η ΓΓΕΤ.

    Το υπάρχον ΕΣΠΕΚ μπορεί να βελτιωθεί περαιτέρω ως προς τα ακόλουθα σημεία:
    – Η προώθηση της έξυπνης εξειδίκευσης που αποτελεί βασικό στόχο του ΕΣΠΕΚ προϋποθέτει την πλέον αποτελεσματική και αποδοτική ροή δεδομένων, πληροφορίας και γνώσης και αυτή μπορεί να γίνει κυρίως μέσα από την ανοικτή διάθεση και περαιτέρω χρήση αυτής.
    – Όπως προκύπτει από το σύνολο των σχετικών Ευρωπαϊκών πολιτικών (π.χ. τόσο του Ψηφιακού Θεματολογίου 2020, των δράσεων για τη Δημιουργική Ευρώπη 2020, των πολιτικών που σχετίζονται με τη Europeana και των πολιτικών για την Ένωση Καινοτομίας), το άνοιγμα των δεδομένων, περιεχομένου, πληροφορίας και –τελικά- γνώσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βελτίωση της ροής της γνώσης μεταξύ διαφορετικών φορέων που συμμετέχουν στο οικοσύστημα της έξυπνης εξειδίκευσης. Επιπλέον, η κατάρτιση πολιτικών έξυπνης εξειδίκευσης προϋποθέτει την ύπαρξη μετρήσιμων δεικτών και τη θέση επαληθεύσιμων στόχων πολιτικών βασισμένων σε στοιχεία. Ο εξορθολογισμός του σχεδιασμού πολιτικών για την Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία (ΕΤΑΚ) προϋποθέτει, άρα, την ύπαρξη όσο περισσότερων στοιχείων και δεδομένων και μάλιστα ανοικτών προς περαιτέρω χρήση και επαλήθευση προκειμένου να μπορούν να καταρτιστούν οι αντίστοιχες πολιτικές.
    – Επιπλέον, η ύπαρξη απρόσκοπτης και ανοικτής πρόσβασης σε δεδομένα και πληροφορίες του δημοσίου τομέα αποτελεί προϋπόθεση τόσο για την πραγματοποίηση όλο και περισσότερων τύπων ερευνητικής δραστηριότητας όσο και για την κατάρτιση πολιτικών ΕΤΑΚ. Αλλά και το άνοιγμα των ερευνητικών δεδομένων αποτελεί προϋπόθεση για τη βελτίωση τόσο της ποιότητας όσο και την ένταση του αντικτύπου της έρευνας.
    – Η ανοικτότητα αποτελεί, επιπλέον, κεντρικό σημείο της επιχειρηματικής ανακάλυψης (entrepreneurial discovery), η οποία με τη σειρά της συνιστά την καρδιά της διαδικασίας της σύνδεσης της έρευνας με την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα σε ένα περιβάλλον έξυπνης εξειδίκευσης. Η εφαρμογή μοντέλων από τα κάτω (bottom up) τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην υλοποίηση των ερευνητικών πολιτικών και χρηματοδοτίκών προγραμμάτων βρίσκεται στην καρδιά των πολιτικών της έξυπνης εξειδίκευσης και οι στρατηγικές ανοικτής καινοτομίας (open innovation) και η εκμετάλλευση ανοικτών συνεργατικών χώρων (open spaces/ collaboration spaces) μέσα στον ιστό της έξυπνης πόλης (smart cities) αποτελούν το βέλτιστο αντίβαρο για τους κινδύνους που μπορεί να προκύπτουν από την ανοικτή εξειδίκευση και που έχουν εκφραστεί και στη σχετική βιβλιογραφία (βλ. Π.χ. OECD/OCDE, 2013 INNOVATION-DRIVEN GROWTH IN REGIONS: THE ROLE OF SMART SPECIALISATION)
    – Ενώ στο ΕΣΠΕΚ γίνεται αναφορά στα ανοικτά δεδομένα στην προτεραιότητα των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών, η σχετική αναφορά δεν αρκεί. Πρόκειται για αναφορά σε έναν κάθετο τομέα, ενώ το άνοιγμα της γνώσης αποτελεί τόσο σε Ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο οριζόντιο ζήτημα που πρέπει ρητώς να παρουσιάζεται ως τέτοιο (δηλαδή ως cross-cutting activity).
    – Ειδικότερα σε επίπεδο πολιτικής προτείνεται να υπάρξει πιο σαφής συντονισμός διαφορετικών κειμένων πολιτικής και η δημιουργία ενός σχετικού συντονιστικού οργάνου μεταξύ διαφορετικών φορέων (π.χ. υπουργείων ανάπτυξης, ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, παιδείας (ΓΓΕΤ και κεντρικό υπουργείο) και πολιτισμού (ΓΓ πολιτισμού) καθώς και οριζόντιων δευτεροβάθμιων φορέων (π.χ. ΕΕΛΛΑΚ, ΕΔΕΤ, ΕΚΤ από τον ακαδημαϊκό χώρο, ΣΕΚΕΕ, ΣΕΠΕ από τον επιχειρηματικό) που έχουν άμεσο ενδιαφέρον στο χώρο αυτό. Επιπλέον προτείνεται συντονισμός διαφορετικών πολιτικών και δεσμεύσεων που έχουν ήδη ληφθεί (π.χ. Open Government Partnership, Εθνική Στρατηγική για την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση, Europeana policies, Εθνική Στρατηγική για τις ΤΠΕ, Εθνική Στρατηγική για την Ανάπτυξη, Προτάσει Υπουργείου Πολιτισμού για το ΕΣΠΑ 2014-2020 κλπ)
    – Θα πρέπει να αποτελεί ρητή δέσμευση μέσα από το νόμο για την έρευνα ότι το ερευνητικό υλικό το οποίο δημιουργείται με δημόσιους πόρους (δεδομένα, πληροφορία, περιεχόμενο, δημοσιεύσεις) θα είναι ανοικτό και ότι το ανοικτό ερευνητικό υλικό θα χρηματοδοτείται από δημόσιους πόρους.
    – Θα πρέπει να υπάρξουν ειδικά προγράμματα για να αυξηθούν οι δεξιότητες για το χειρισμό ανοικτών και μεγάλων δεδομένων έτσι ώστε η Ελλάδα (open and big data skils) να ανταποκρίνεται στους στόχους της Ευρωπαϊκής πολιτικής για τη δημιουργία αλυσίδας αξίας δεδομένων (data value chain)
    – Θα πρέπει να εφαρμοστεί η οδηγία INSPIRE και ο Ν. 3882/2010 με τις τροποποιήσεις του 2013 που επιβάλλει το άνοιγμα των δημοσίων γεωχωρικών δεδομένων προκειμένου να ενισχυθεί η έρευνα στο χώρο του περιβάλλοντος, των μεταφορών και του τουρισμού
    – Θα πρέπει να ενισχυθούν οι δράσεις μεταφοράς της οδηγίας 37/2013/ΕΕ για την εξορισμού ανοικτότητα των δεδομένων και να μεταφερθούν υπό τη μορφή κώδικων δεοντολογίας και κανονισμών ανοικτής διάθεσης ερευνητικού υλικού από το σύνολο των Research Performing Organisations που χρηματοδοτούνται με δημόσιο χρήμα
    – Θα πρέπει να βελτιωθεί η νομοθεσία για τις spin-offs και να υπάρξουν επιτέλους κανονισμοί στους RPOs για να μπορεί να εφαρμοστεί η σχετική νομοθεσία
    – Πανεπιστήμαι και Ερευνητικά κέντρα θα πρέπει να υιοθετήσουν πολιτικές ανοικτής διάθεσης ψηφιακών μαθημάτων, δεδομένων και ανοικτής πρόσβασης ακολουθώντας τις οδηγίες της ΕΕ και ειδικά της δουλειά που έχει γίνει στο MEDOANET και στο LAPSI2
    – Θα πρέπει να επεκταθεί το πρόγραμμα συλλογής δεικτών από το ΕΚΤ για λογαριασμό της ΓΓΕΤ ώστε να περιλαμβάνει και KPIs για ανοικτά δεδομένα
    – Θα πρέπει να υπάρξει χρηματοδοτικό πρόγραμμα για την ανοικτή καινοτομία και τους ανοικτούς και συνεργατικού χώρους στην πόλη.

  • 25 Ιουνίου 2014, 10:40 | Μαρία Θανοπούλου

    Επί της διαδικασίας
    Στη διαβούλευση που ολοκληρώθηκε στις 5 Μαρτίου 2012 υποβλήθηκαν δεκαπέντε (15) τεκμηριωμένες προτάσεις ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ οι οποίες προέκριναν μεγάλα ερευνητικά πεδία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν εθνικές ερευνητικές προτεραιότητες. Στο υλικό της παρούσας διαβούλευσης όχι μόνον δεν γίνεται μνεία σε αυτές αλλά και διαφαίνεται ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη στους προτεινόμενους πυλώνες.
    Επομένως η καθόλα καλοπροαίρετη συμμετοχή των κοινωνικών επιστημόνων στη διαβούλευση αυτή δυστυχώς δεν αξιοποιείται όπως οι κρίσιμες περιστάσεις απαιτούν.

    Το 2013 η ελληνική κυβέρνηση ανέθεσε σε «διεθνείς και ελληνικές εταιρείες τη μελέτη και την ανάδειξη των τομέων της ελληνικής οπικονομίας που θα μπορούσαν να έχουν προστιθέμενη αξία στο ΑΕΠ και να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας». Γεννώνται τα εξής ερωτήματα: α) Με ποια κριτήρια οι εθνικοί δημόσιοι ακαδημαικοί και ερευνητικοί φορείς παρακάμφθηκαν στη διαδικασία αυτή. β) Πόσο αξιόπιστα είναι για τον Εθνικό Σχεδιασμό πορίσματα που προέρχονται από διεθνείς εταιρείες. γ) Σε εποχή κρίσης και στενότητας πόρων πως εξευρίσκονται κονδύλια για αναθέσεις τέτοιου τύπου τη στιγμή κατά την οποία η χρηματοδότηση της Ερευνας συνεχώς μειώνεται. δ) Τη στιγμή κατά την οποία δεν έχουν δημοσιοποιηθεί οι παραπάνω μελέτες πως είναι δυνατόν οι συμμετέχοντες στη διαβούλευση να κατανοήσουν τους λόγους ανάδειξης των συγκεκριμένων τομέων της ελληνικής οικονομίας.
    Επομένως η ακαδημαική και ερευνητική κοινότητα καλείται απλώς να συμπληρώσει συλλήψεις φορέων που δεν σχετίζονται άμεσα με την κοινωνική έρευνα.

    Επί της ουσίας
    Το υπό διαβούλευση κείμενο διαρθρώνεται από τρεις πυλώνες από τους οποίους μόνον ο ένας – ο πρώτος – έχει τομείς προτεραιότητας που καταλαμβάνουν περίπου 40 σελίδες, ενώ οι άλλοι δύο πυλώνες δεν έχουν τέτοιους τομείς. Γεννώνται τα εξής ερωτήματα: α) Οι τρεις πυλώνες είναι άνισοι μεταξύ τους και κατά πόσο ο πρώτος αποτελεί προτεραιότητα σε σχέση με τους άλλους δύο. β) Πως είναι δυνατόν στη περίπτωση του πρώτου πυλώνα να γίνεται λόγος για τομείς προτεραιοτήτων όταν αυτοί καταλαμβάνουν περίπου το μισό της έκτασης του υπό διαβούλευση κειμένου.

    Η κοινωνική έρευνα αναφέρεται στο 4.4.1 μαζί με την ανθρωπιστική και αφιερώνονται σε αυτές πέντε γραμμές. Με τον τρόπο που εμφανίζεται στο υπο διαβούλευση κείμενο, ως υποδιαίρεση του πυλώνα 3: «Κοινωνικές προκλήσεις», δημιουργείται η εντύπωση ότι η κοινωνική έρευνα δεν τέμνει οριζόντια τις κοινωνικές προκλήσεις, ούτε και τους τομείς προτεραιότητας του πυλώνα 1. Εμφανίζεται να είναι κάτι διακριτό τη στιγμή κατά την οποία θα έπρεπε να συνοδεύει όλα τα ζητήματα που υποδεικνύονται ως τομείς ερευνητικής προτεραιότητας.

    Είναι φανερό ότι χρειάζονται επαναδιατύπωση οι πυλώνες έτσι ώστε να προκύπτουν με σαφήνεια και να τεκμηριώνονται οι ερευνητικές προτεραιότητες οι οποίες πρέπει να είναι πιο περιορισμένες και λιγότερο αναλυτικές. Είναι αναγκαίο σε κάθε πυλώνα η κοινωνική έρευνα (ως βασική καταρχήν και εφαρμοσμένη στη συνέχεια) να διαπερνά όλες τις δρομολογούμενες προτεραιότητες της ερευνητικής πολιτικής έτσι ώστε να καταγράφει τις ανάγκες της κοινωνίας και να συμβάλλει σε μια ανάπτυξη που θα αφομοιώνει έγκαιρα τους κοινωνικούς κραδασμούς.

    Εν τέλει στα δύο τρίγωνα, το Τρίγωνο της Κρίσης και το Τρίγωνο της Γνώσης, πρέπει να προστεθεί ένα τρίτο, το Τριγώνου της Ανάπτυξης (κοινωνική συνοχή, κοινωνική δικαιοσύνη, κοινωνική ευημερία). Χωρίς τη γνώση για την Κοινωνία και χωρίς τη συμμετοχή της Κοινωνίας οποιοσδήποτε στόχος ανάκαμψης και ανάπτυξης είναι ανέφικτος.

    Μαρία Θανοπούλου Διευθύντρια Ερευνών ΕΚΚΕ
    Ελισσάβετ Αλλισον αφυπηρετήσσα ΙΑΑΚ/ΕΚΚΕ

  • 25 Ιουνίου 2014, 09:15 | ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ

    ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ
    http://www.eee-researchers.gr

    Αθήνα, 25 Ιουνίου 2014
    Αρ. Πρωτ.: Εξ./461/2014

    Θέσεις της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών επί των προτεραιοτήτων του «Εθνικού Πλαισίου για την Έρευνα και Καινοτομία και της Στρατηγικής Έξυπνης Εξειδίκευσης»
    (http://www.opengov.gr/ypepth/?p=2035)

    Το σχέδιο του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου για την έρευνα και την καινοτομία αναρτήθηκε από τη ΓΓΕΤ για διαβούλευση στις 12 Ιουνίου 2014 με καταληκτική ημερομηνία την 25η Ιουνίου, αφήνοντας ένα ελάχιστο χρονικό περιθώριο δεκατριών ημερών για τη σχετική συζήτηση. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι σε μια σχετικά μικρή περίοδο τριών χρόνων (2011-2014) το κείμενο αυτό αποτελεί την τρίτη κατά σειρά προσπάθεια της ΓΓΕΤ να εκπονήσει ένα εθνικό στρατηγικό πλαίσιο για την Έρευνα και την Καινοτομία, καθώς κάθε αλλαγή στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου συνοδεύεται από «εκ βάθρων αναθεωρήσεις» τόσο στο επίπεδο της ερευνητικής πολιτικής όσο και στο επίπεδο των θεσμών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα συμπεράσματα που απορρέουν από προηγούμενες φάσεις του εγχειρήματος, οι διεργασίες που επιτελούνται στον ερευνητικό ιστό και κυρίως η πραγματικότητα, όπως διαμορφώνεται στην παρούσα φάση.

    Οι παρατηρήσεις και οι θέσεις της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) συστηματοποιούνται ως ακολούθως:

    1. Άξονες του σχεδίου

    Το συγκεκριμένο σχέδιο κινείται σ’ έναν και μοναδικό κεντρικό άξονα: Τη διασύνδεση του παραγωγικού με τον ερευνητικό ιστό της χώρας. Με βάση αυτόν τον άξονα αναπτύσσεται ένα κείμενο εκατό σελίδων, το οποίο όμως δεν αντιμετωπίζει όλες τις πραγματικές προκλήσεις του εν λόγω εγχειρήματος.

    Όσο για τους άλλους άξονες, που κανονικά πρέπει να συμπεριλαμβάνονται σε στρατηγικά σχέδια για την έρευνα, π.χ., βασική και εφαρμοσμένη έρευνα σε όλους τους τομείς, ανθρωπιστικές επιστήμες, κλπ., δεν αναφέρονται καν στο σχέδιο, καθώς δεν παρουσιάζουν άμεση «επιχειρηματική» εφαρμογή. Κοντολογίς, ερευνητικοί φορείς που δραστηριοποιούνται σε γνωστικά αντικείμενα που δεν καταλήγουν σε «προϊόντα», π.χ., μαθηματικά, αστροφυσική, κοινωνιολογία, ιστορία, γλωσσολογία, εκπαίδευση, κλπ., καταδικάζονται σε μαρασμό, ακόμη κι αν κατέχουν μια υψηλή θέση (αριστεία) στην τελευταία αξιολόγηση του 2014. Επίσης το σχέδιο δεν αναφέρεται καθόλου στη διασύνδεση της έρευνας, δηλαδή της παραγωγής νέας γνώσης, με την τριτοβάθμια εκπαίδευση και τη δια βίου μάθηση.

    Επιπρόσθετα, ο βασικός άξονας που αναπτύσσεται στο κείμενο δεν παρουσιάζεται με συνεκτικό τρόπο. Η χάραξη της στρατηγικής που περιγράφεται στο Κεφάλαιο 3 βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με την περιγραφή και την ανάλυση της παρούσας κατάστασης και του ελληνικού περιβάλλοντος (οικονομικού και κοινωνικού) για το οποίο θα πρέπει να χαράσσεται η στρατηγική.

    Συγκεκριμένα, ενώ ορθά επισημαίνεται ότι:
    α) «… Η διάρθρωση του παραγωγικού ιστού της χώρας, ο οποίος στο μεγαλύτερο μέρος του αποτελείται από επιχειρήσεις μικρού μεγέθους με δραστηριότητες χαμηλής έντασης γνώσης, με αποτέλεσμα την υποτονική ζήτηση υπηρεσιών Έρευνας και Καινοτομίας, και τις χαμηλές επενδύσεις στην έρευνα από τις επιχειρήσεις»,
    β) « … η επιχειρηματική δραστηριότητα, οδηγήθηκε σε μεγάλο βαθμό σε δραστηριότητες μειωμένης έντασης γνώσης και προστιθέμενης αξίας που στοχεύουν κυρίως στην εσωτερική αγορά και κατανάλωση»,
    γ) «… Σε παραγωγικό επίπεδο, η μεγέθυνση βασίστηκε στην επέκταση του παραγωγικού δυναμικού, αξιοποιώντας ευρέως διαδεδομένες τεχνολογίες σε συνδυασμό με οργανωσιακές καινοτομίες και καινοτομίες στο μάρκετινγκ»,
    δ) «… Η ζήτηση από τις επιχειρήσεις, για νέα γνώση που προκύπτει μέσα από την έρευνα, είναι περιορισμένη»,
    η στρατηγική που αναπτύσσεται στο κείμενο βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τις ανωτέρω διαπιστώσεις.

    Πρόταση της ΕΕΕ :
    Κεντρικός άξονας του σχεδίου θα πρέπει να είναι η παραγωγή νέας γνώσης (επιστημονικής και τεχνολογικής) που αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα ανάπτυξης στις σύγχρονες οικονομίες. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να ληφθεί μέριμνα για στρατηγικά πεδία έρευνας τα οποία δεν συνδέονται ευθέως με την παραγωγή και χρήζουν ενίσχυσης από την Πολιτεία (π.χ., «χρήσιμη έρευνα»* , πολιτισμός, ανθρωπιστικές επιστήμες).
    Η έρευνα, ως ο βασικός μηχανισμός δημιουργίας της νέας γνώσης, θα πρέπει επίσης να συνδεθεί με την τριτοβάθμια εκπαίδευση και τη δια βίου μάθηση που θα εφοδιάσουν τους Έλληνες πολίτες με γνώσεις και δεξιότητες, ώστε η ελληνική οικονομία να μετασχηματιστεί σταδιακά σε μια σύγχρονη «οικονομία γνώσης».

    2. Προσανατολισμός της έρευνας

    Στη συνέχεια του υπό διαβούλευση σχεδίου, και εν είδει «επιμερισμού των ευθυνών», αναφέρεται ως μειονέκτημα το γεγονός ότι: «Η έρευνα είναι προσανατολισμένη σε πεδία που συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τα ενδιαφέροντα των ερευνητικών ομάδων και τις ευκαιρίες χρηματοδότησης που παρέχουν τα σχετικά προγράμματα και λιγότερο σε πεδία που αφορούν στις ανάγκες της οικονομίας …». Πέρα από το γεγονός ότι τα «ενδιαφέροντα» (τα οποία σηματοδοτούνται στο κείμενο αρνητικά) και οι συνακόλουθες ερευνητικές υποδομές και δεξιότητες που αναπτύσσουν οι ερευνητικές ομάδες θεωρούνται γενικά θετικός παράγοντας για την προώθηση της έρευνας, αναρωτιέται κανείς πού θα μπορούσαν να προσανατολιστούν οι ερευνητικές ομάδες πέρα από τα ερευνητικά προγράμματα (στην πλειοψηφία τους ευρωπαϊκά), τα οποία αποτελούν τη μόνη πηγή χρηματοδότησης, καθώς -όπως έχει προαναφερθεί- ο ιδιωτικός τομέας δεν ενδιαφέρεται για την έρευνα και η κρατική χρηματοδότηση είναι ελάχιστη. Αναρωτιέται επίσης κανείς, ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι επιμέρους κλάδοι που αναφέρονται στο προτεινόμενο κείμενο συμπίπτουν εν πολλοίς με τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες (περιβάλλον, ενέργεια, υγεία, κλπ.), με εξαίρεση ίσως τον τουρισμό, χωρίς ουσιώδη προσπάθεια εξειδίκευσης στην ελληνική πραγματικότητα, ώστε να διατυπωθούν τα συνεκτικά εκείνα στοιχεία που συνοψίζουν την αναβαθμισμένη ελληνική πρόταση αξίας σε σχέση με τους ανταγωνιστές.

    Ακόμη, υιοθετείται ένα πρωθύστερο σχήμα ενίσχυσης των συνεργειών ανάμεσα στον παραγωγικό και στον ερευνητικό ιστό, καθώς λέγεται ότι το ΕΣΠΕΚ στοχεύει στην « … ενίσχυση της έρευνας και καινοτομίας στις επιχειρήσεις», ώστε «να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για την ανάπτυξη συνεργασιών και δεσμών με το ερευνητικό σύστημα». Το σχήμα παρακάμπτει σαφώς τη λογική ακολουθία των πραγμάτων, καθώς βασική προϋπόθεση για να δημιουργηθούν «δεσμοί και συνεργασίες» είναι να υπάρχουν επιχειρήσεις που αντί του παγιωμένου ως τις μέρες μας μεταπρατικού τους χαρακτήρα, να τολμήσουν να βασίσουν το συγκριτικό τους πλεονέκτημα για την διαμόρφωση της κερδοφορίας τους σε επενδύσεις για δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης.

    Αντί οι συντάκτες του κειμένου να εγκύψουν στο συγκεκριμένο αυτό θέμα και να εξετάσουν τις αιτίες του, καταφεύγουν στη γνωστή ρήση: «… εντοπίζεται έλλειψη καλλιέργειας επιχειρηματικού πνεύματος στην ελληνική ερευνητική και ακαδημαϊκή κοινότητα που θα είχε στόχο την εμπορική αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης». Με άλλα λόγια, εφόσον δεν υπάρχουν επιχειρήσεις που να ενδιαφέρονται για έρευνα και ανάπτυξη, θα πρέπει οι ερευνητές να αναπτύξουν επιχειρηματική δραστηριότητα…!!!

    Πρόταση της ΕΕΕ :
    Να θεσμοθετηθεί και να χρηματοδοτηθεί η δημιουργία Ενιαίου Χώρου Έρευνας που θα βελτιστοποιήσει τις συνέργειες μεταξύ των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, των Ερευνητικών Κέντρων και των ελληνικών επιχειρήσεων που επενδύουν σε Ε&Α.
    Να δημιουργηθούν θεσμοί και συνθήκες που θα προσανατολίσουν νέους κυρίως επιχειρηματίες προς επιχειρηματικές δραστηριότητες Ε&Α.

    3. Χρηματοδότηση της έρευνας

    Το διάγραμμα χρηματοδότησης της έρευνας (Παράγραφος 3.1.5, 2ο διάγραμμα) μοιάζει μάλλον ατελέσφορο, γιατί:
    (α) Σε συνθήκες κρίσης και ασφυκτικού στραγγαλισμού της ρευστότητας οι επιχειρήσεις καλούνται να καταβάλουν μεγάλα ποσά για Ε&Α, δίχως χαλάρωση του κενού ρευστότητας από τον τραπεζοπιστωτικό τομέα, ή εναλλακτικά θέσπιση από την Πολιτεία υποστηρικτικών δομών (πχ. Ταμεία Εγγυοδωσίας, Επενδυτικά Ταμεία για νεοφυή επιχειρηματικότητα, κλπ.) .
    (β) Το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων τοποθετείται σε ελάχιστο σημείο το 2014-2015, μικρό το 2016 και αμέσως μετά εκτινάσσεται (χωρίς να δικαιολογείται/τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο η απότομη αυτή αλλαγή). Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνει σαφές πώς αυτό θα καταστεί εφικτό, με βάση τις ανηλλειμένες μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας μας που προϋποθέτουν την κατά προτεραιότητα διάθεση των πρωτογενών πλεονασμάτων για τακτοποίηση του Δημόσιου Δανεισμού, μην επιτρέποντας δημοσιονομική χαλάρωση.
    (γ) Μια επέκταση του διαγράμματος στα προηγούμενα έτη (π.χ., 2000-2014) θα έδειχνε ότι οι σχετικές προβλέψεις δεν συνάδουν με τη μέχρι σήμερα εικόνα, ούτε καν για την περίοδο πριν την κρίση, πριν δηλαδή το 2008.
    (δ) Η ποσόστωση του ΑΕΠ για την έρευνα, 0,57% το 2003 που έφτασε το 0,69% το 2012 και εκτιμάται ότι θα φτάσει το 1,2% το 2020, δεν αναλύεται επαρκώς ούτε ως προς την ολοκληρωθείσα περίοδο (2003-2012) ούτε ως προς την εκτιμώμενη (2013-2020). Σημειωτέον δε ότι στην εκτίμηση αυτή συμπεριλαμβάνεται ανελλιπώς και η μισθοδοσία των περίπου 10.000 καθηγητών ΑΕΙ. Επίσης, σε ότι αφορά στο πρώτο σκέλος, η επιτευχθείσα αύξηση της ποσόστωσης σε περίοδο χρηματοδοτικής καχεξίας θα μπορούσε να αποδοθεί αφενός στην πάνω από 25% συρρίκνωση του ΑΕΠ που λειτουργεί ως παρονομαστής για την παρούσα εκτίμηση, όπως και στο αυξημένο κόστος ασφαλιστικών εισφορών και φορολόγησης που συνοδεύει το μισθολογικό κόστος των δραστηριοτήτων έρευνας. Σε ότι αφορά στο δεύτερο σκέλος, δεν εξειδικεύονται κατά κανένα τρόπο (ούτε κλαδικά, ούτε χρονικά) οι πολλαπλασιαστές που θα επιτρέψουν την αύξηση των δαπανών έρευνας από ιδιωτικές πηγές, πολύ δε περισσότερο που με βάση το Σχήμα 5, από καμιά πηγή εκτός γενικά των ΠΔΕ δεν τεκμαίρεται κάτι τέτοιο.
    (ε) Θα πρέπει εδώ να τονιστεί πως και με βάση τις ποσοστώσεις του ΑΕΠ για την έρευνα, η συγκριτική ανάλυση δείχνει πως υπολειπόμαστε και θα συνεχίσουμε να υπολειπόμαστε ως χώρα, του κοινοτικού μέσου όρου των δαπανών για την έρευνα (0,69% έναντι 2,06% για το 2012 – 1,2% έναντι 3,0% το 2020). Αν πάλι ληφθεί ως βάση για τη σύγκριση ο λόγος των δαπανών για την έρευνα, τότε το 2012 οι ελληνικές δαπάνες για την έρευνα αποτελούν το 37% του κοινοτικού μέσου όρου (0,69% προς 2,06 %), ενώ το 2020 θα διαμορφωθεί σε 40% (1,2% προς 3,0%). Μιλάμε δηλαδή για σύγκλιση μόλις 3% με τον κοινοτικό Μ.Ο. και αυτό σε μια περίοδο εκτιμώμενης υψηλής μεγέθυνσης. Αυτό θα μπορούσε να αποδοθεί είτε σε μισθολογικό κόστος κατά 60% χαμηλότερο του κοινοτικού Μ.Ο., είτε σε αντίστοιχα χαμηλότερη απασχόληση, αν υποθέταμε μισθολογική εξίσωση!

    Δυστυχώς, ποτέ στο παρελθόν, ούτε και προ κρίσης, η ελληνική Πολιτεία δεν διέθεσε πόρους στην έρευνα και τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής στην ανάπτυξη φαίνονται ξεκάθαρα στο πιο κάτω διάγραμμα **:

    Πρόταση της ΕΕΕ :
    Να ληφθούν επιτέλους άμεσα αποφάσεις για «γενναία» κρατική χρηματοδότηση της έρευνας (που δεν υπόκειται ούτως ή άλλως σε καμιά μνημονιακή δέσμευση), σε υψηλό πολιτικό/κυβερνητικό επίπεδο και να θεσμοθετηθούν οι αντίστοιχες ρυθμίσεις, καθώς, όπως αναφέρεται -μεταξύ άλλων- και στην πρόσφατη έκθεση «The Economic Significance of the UK Science Base*** » που στοιχειοθετεί τη θετική επίδραση της δημόσιας χρηματοδότησης στο σύστημα Ε&Α της Βρετανίας: (α) Η δημόσια δαπάνη στην επιστήμη και στην τεχνολογική έρευνα είναι μια επένδυση που παράγει οικονομική ανάπτυξη. (β) Υπάρχει μία συμπληρωματική σχέση μεταξύ των τομέων της βιομηχανίας και του δημοσίου στην Ε&Α. (γ) Οι δημόσιες επενδύσεις στην έρευνα αυξάνουν αντί να μειώνουν τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα.

    4. Ερευνητικές προτεραιότητες

    Οι ερευνητικές προτεραιότητες, όπως αυτές αναπτύσσονται στο Κεφάλαιο 4, αν και εν γένει αποδεκτές, είναι πολλές και απαιτείται πιθανότατα περεταίρω θέσπιση προτεραιοτήτων, μέσω σειράς αντικειμενικών κριτηρίων, για την ένταξή τους ανά έτος και τον προγραμματισμό σχετικών προκηρύξεων ερευνητικών προγραμμάτων. Η θεσμοθέτηση των τομέων ενδιαφέροντος και εθνικής προτεραιότητας θα πρέπει να είναι σαφής, όπως σαφή θα πρέπει να είναι και τα «εργαλεία» με τα οποία οι τομείς αυτοί θα ενισχυθούν και θα χρηματοδοτηθούν, καθώς και τα σχετικά χρονοδιαγράμματα.

    Οι Πλατφόρμες Καινοτομίας (Σχήμα 7, Κεφάλαιο 4) προέκυψαν με μέθοδο που αναφέρεται και εξειδικεύεται, αλλά -παρόλα αυτά- παραμένει ασαφής. Αναγνωρίζεται πάντως ότι καλύπτουν τις κύριες περιοχές ερευνητικού ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβάνοντας και τον τουρισμό που συμβάλλει σημαντικά στην εθνική οικονομία.

    Επίσης, η περιφερειακή διάσταση (όπως αυτή παρουσιάζεται στο Κεφάλαιο 5) δεν περιλαμβάνει κάποιο μηχανισμό δέσμευσης των Περιφερειών και συνεπώς είναι πολύ πιθανόν να καταλήξει σε απλό «ευχολόγιο». Ίσως απαιτείται η δημιουργία κάποιου συντονιστικού οργάνου, μέσω συνεννόησης με το Υπ. Εσωτερικών.

    Πρόταση της ΕΕΕ:
    Να γίνει ρητή αναφορά στο μελλοντικό τρόπο θέσπισης ερευνητικών προτεραιοτήτων ανά έτος.
    Να αναφερθούν συγκεκριμένα χρηματοδοτικά προγράμματα και χρονοδιαγράμματα, τουλάχιστον για τα αμέσως επόμενα χρόνια για όλους τους τομείς προτεραιότητας.
    Να υπάρξει συντονισμός με συναρμόδια Υπουργεία και Περιφέρειες για εναρμόνιση των Περιφερειακών Προγραμμάτων με το όλο Σχέδιο.

    5. Προτάσεις ερευνητικής πολιτικής

    Με βάση τα ανωτέρω, θα θέλαμε να επισημάνουμε τα ακόλουθα σημεία:

    1.Ο πρώτος, βασικός στόχος θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός οικονομικού και επιχειρησιακού περιβάλλοντος που θα αναζητά την νέα γνώση, την έρευνα και την καινοτομία. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με την ενίσχυση των ανάλογων επιχειρήσεων και από άλλες χρηματοδοτήσεις και πολιτικές των αντίστοιχων υπουργείων.
    2. Ο σχεδιασμός της ερευνητικής πολιτικής θα πρέπει να βασίζεται στη διαπίστωση που περιλαμβάνεται στο ίδιο το κείμενο: Η έρευνα στην Ελλάδα είναι εξ’ αντικειμένου εξωστρεφής τομέας προσανατολισμένος προς τις Ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Άρα, ο σχεδιασμός θα πρέπει να στοχεύει σε αυτό το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, δηλαδή στην ενίσχυση του ερευνητικού δυναμικού της χώρας και της υπάρχουσας έρευνας, έστω κι αν το ερευνητικό αποτέλεσμα εξάγεται στη διεθνή αγορά.
    Η έρευνα, στην παρούσα φάση ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, θα πρέπει να αναπτυχθεί στις περιοχές όπου χρειάζεται ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και σε σχέση με το Ευρωπαϊκό περιβάλλον, ως σχεδιασμένη δημόσια επιλογή, χωρίς να περιμένει στήριξη από τον ελληνικό ιδιωτικό τομέα που προς το παρόν αδυνατεί να την παρέχει. Η επιλογή των στόχων της έρευνας επομένως δεν μπορεί να γίνει μόνο με πρωταρχική στόχευση τις υποτιθέμενες ανάγκες της σύγχρονης και καινοτόμου Ελληνικής παραγωγής που σπανίζει, αλλά σε συνδυασμό με τα θέματα και σημεία που η ελληνική έρευνα παρουσιάζει δυναμική στο διεθνές πεδίο (με βάση τους δείκτες και τις διεθνείς αξιολογήσεις).
    3. Η σύνδεση με τον ιδιωτικό τομέα, σήμερα που η Ελληνική οικονομία αναδιαρθρώνεται για να ανταποκριθεί στις συνθήκες κρίσης, δεν μπορεί παρά να γίνει με έναν σχεδιασμό «ανίχνευσης» του χώρου, ο οποίος λόγω ακριβώς της κρίσης είναι «εν τω γενάσθαι». Για το σκοπό αυτό οι επιχειρήσεις που χρηματοδοτούν έρευνα θα πρέπει να ενισχύονται ισχυρά από μια σειρά από άλλες πολιτικές, π.χ., φορολογική πολιτική.
    4.Η στόχευση του ΕΣΠΕΚ θα πρέπει να οργανωθεί κυρίως γύρω από τον Πυλώνα 2 «Αριστεία στην έρευνα και ανάπτυξη του ανθρώπινου ερευνητικού δυναμικού». Η πρώτη προτεραιότητα του ΕΣΠΕΚ πρέπει να είναι η διατήρηση του υπάρχοντος ερευνητικού δυναμικού στην χώρα, μέσα από ένα δημόσιο σχέδιο συγκράτησης του “brain drain”.
    5. Τέλος είναι σημαντικό να γίνει πλήρης διασύνδεση του νέου νόμου για την Έρευνα και την Καινοτομία (που το τελικό κείμενό του δεν είναι ακόμη γνωστό) με το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Ε&Κ. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από τη συνοπτική περιγραφή του Κεφαλαίου 7.

    Πρόταση της ΕΕΕ:
    Με βάση και τη διεθνή εμπειρία και πρακτική, θα πρέπει και στη χώρα μας να θεσμοθετηθεί ο μηχανισμός και οι διαδικασίες στη βάση των οποίων θα διαμορφώνεται και θα επικαιροποιείται το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Έρευνας και Καινοτομίας.

    Θα πρέπει να γίνει σαφές στους υπεύθυνους που χαράζουν την πολική στη χώρα μας ότι σημαντικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη είναι:
    • Η δημόσια χρηματοδότηση στην Έρευνα και στην Καινοτομία.
    • Η συμπληρωματική σχέση ανάμεσα στη βιομηχανία και στο δημόσιο τομέα της Ε&Α.
    • Η συνέργεια μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.
    • Η επένδυση στο δημόσιο τομέα Ε&Α προσελκύει ιδιωτικές επενδύσεις από το εξωτερικό.
    • Η δημόσια επένδυση στην έρευνα αυξάνει τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα.
    • Οι επενδύσεις στο τομέα της έρευνας και της καινοτομίας δεν είναι και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος», στο οποίο οι δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις μπορεί να υποκαταστήσουν η μία την άλλη.

    Για το Δ.Σ. της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών
    Η Πρόεδρος Η Γ. Γραμματέας

    Μαρία Θ. Στουμπούδη Μαρία Α. Κωνσταντοπούλου

    * http://www.opengov.gr/ypepth/wp-content/uploads/downloads/2010/08/Sxedio_Drasis_Enisxysi_ETAK.pdf
    ** βλ. slide 7 στο http://www.eee-researchers.gr/Anakoinoseis-EEE/EEE-Paroysiasi_Epitropi-ET-BOYLH_27-11-13.pdf
    ***http://sciencecampaign.org.uk/UKScienceBase.pdf

  • 24 Ιουνίου 2014, 12:41 | Αντώνης Μοσχοβάκης

    Οπως συνηθίζει, η Ελλάδα επιχειρει να κάνει κάτι στη φτήνεια (on the cheap). Εν προκειμένω να νομοθετήσει σχετικά με την έρευνα χωρίς να ξοδέψει χρήματα. Το κονδύλι για έρευνα των ΗΠΑ είναι κάτι παραπάνω από 30 δισ. δολ. για την Βιοιατρική έρευνα και περίπου άλλα τόσα για τα υπόλοιπα, χονδρικά 60 δισ. λοιπόν κατ’έτος. Αν διαιρέσουμε με το 30 (για να κανονικοποιήσουμε ως προς το μέγεθος των δύο χωρών) η Ελλάδα θα έπρεπε να ξοδεύει 2 δισ. δολ. κατ’έτος για να συμμετέχει ισότιμα στην έρευνα. Η σύγκριση με το 40 εκατ. που είχαν στην διάθεσή τους τα μέλη της ΕΣΕΤ για το Προγρ, Αριστεία ΙΙ δείχνει την απόσταση ανάμεσα στην έρευνα σε κανονικά κράτη όπως οι ΗΠΑ και την «έρευνα» όπως την εννοεί η ΓΓΕΤ εν Ελλάδι.
    Από κει και πέρα είναι άχρηστη οιαδήποτε νομοθέτηση θεματικών περιοχών, ορισμός προτεραιοτήτων κλπ. Πειράματα που οιοσδήποτε γραφειοκράτης βάζει σε προτεραιότητα πιθανότατα δεν αξίζουν τον κόπο.

  • 24 Ιουνίου 2014, 08:13 | Ι ΒΡΕΤΤΑΡΟΣ

    ΠΟΛΥ ΣΥΝΤΟΜΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΘΑ ΑΝΑΠΤΥΞΩ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΜΟΥ
    Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΕΑΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΧΑΜΕΝΗ Η ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΣΤΗ ΕΡΕΥΝΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΝΔΥΛΙΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΔΑΠΑΝΗΘΕΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΕΙ ΜΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΚΟΝΤΟΛΟΓΙΣ ΝΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΑ ΕΥΡΕΣΙΤΕΧΝΙΑΣ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΑ Η ΔΙΕΘΝΗ ΩΣΤΕ ΜΕΤΑ ΑΥΤΑ ΝΑ ΜΕΤΑΤΡΑΠΟΥΝ ΣΕ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ
    Η ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΑΥΤΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΦΕΥΡΕΤΗ ΠΡΩΤΑ ΔΙΟΤΙ ΘΕΛΕΙ ΕΙΔΙΚΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΤΑ ΣΩΣΤΑ CLAIMS ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΔΑΠΑΝΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΛΥΨΕΙ ΕΝΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΟΥΤΕ ΑΠΟ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΟΥΤΕ ΑΠΟ FUNDS
    ΠΡΕΠΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΝΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΕΙ ΜΕ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΝΑ ΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΕΤΟΙΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΝ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΤΟΥ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΛΛΑ ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ .
    ΤΕΛΟΣ ΘΕΛΩ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΩ ΟΤΙ Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΠΑΤΑΝΤΩΝ ΜΕΤΡΑΕΙ ΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ

  • 19 Ιουνίου 2014, 11:14 | Πισπίλης Σαράντης

    Δεν έχω να σχολιάσω πολλά προτιμώ να παραθέσω άρθρο μου με τίτλο «Γράμμα απο Βρυξέλλες….»http://arriton.gr/economy/item/341-gramma-apo-vrixeles

    Νομίζω θα το βρείτε όλοι ενδιαφέρον. Αναφέρομαι στην Ανοιχτή Καινοτομία και την ανεπάρκεια του ΥΠΑΝ να αντιληφθεί στην πράξη την έννοια της Καινοτομίας…

  • 16 Ιουνίου 2014, 17:10 | Κύρος Υάκινθος

    Κάνω copy-paste και σχολιάζω:
    • Ένας νέος ρόλος του κράτους κατεξοχήν επιτελικός σε σχέση με την οικονομία
    Ορθότατον! Το κράτος πρέπει να έχει αποκλειστικά επιτελικό ρόλο. Το κράτος διαχειρίζεται τα λεφτά για έρευνα και καινοτομία, δεδομένου ότι αξιολογεί τα σχέδια, αποφασίζει και προκρίνει. ΟΜΩΣ: ο ρόλος του κράτους παύει να είναι επιτελικός και καθίσταται στραγγαλιστικός όταν μέσα από μία απίστευτη γραφειοκρατία, η οποία συσχετίζεται κυρίως με βουνά χαρτούρας που ξεκινά από τις εγγυητικές επιστολές για τους ιδιώτες, τα βλακώδη καθεστώτα αποσβέσεων για δράσεις έρευνας και ανάπτυξης και φθάνει μέχρι τους ελέγχους εξέλιξης των έργων οι οποίοι αποδεικνύονται ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΙ – ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΙ έλεγχοι, άκαμπτοι χωρίς καμμία συναίσθηση του τι θα πει «κάνω έρευνα με ελληνική χρηματοδότηση». Αποτέλεσμα; ο επιχειρηματίας να διστάζει να εμπλακεί σε τέτοιες δράσεις, για αυτόεξάλλου, όπως αναφέρεται στο Παράρτημα «από τις 120 ερευνητικές προτάεις που υποβλήθηκαν στην πρώτη διαβούλευση, οι 96 ήταν από δηνόσιους φορείς… ενώ ΜΟΛΙΣ (όπως εσείς σημειώνετε) 16 υποβλήθηκαν από ιδιωτικούς φορείς» Για αυτό τι έγινε; Υπήρξε αντίδραση;

    • Ριζοσπαστικές πολιτικές για την έρευνα και καινοτομία που δεν θα είναι απλώς συμπληρωματικές για το νέο τύπο ανάπτυξης. Θα είναι οι ζωτικότερες και οι σημαντικότερες.
    Προσωπικά, διαβάζοντας όλο το κείμενο της διαβούλευσης, δεν είδα κανέναν ριζοσπαστισμό. Αντιθέτως, είδα ένα κράτος που έχει τελικά τον κύριο λόγο, σε επίπεδο εκνευριστικής λεπτομέρειας, όταν προκρίνει συγκεκριμένες περιοχές έρευνας και καινοτομίας, μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, σε σημείο που πολλές ερευνητικές προτάσεις θα μπορούσαν να έχουν ως εισαγωγή τα έτοιμα κείμενα της διαβούλευσης. Έχω την αίσθηση ότι υπάρχει μία «καθοδήγηση» η οποία αν θέλετε δίνει και το στίγμα του τι θα ακολουθήσει. Π.χ., μελέτες από ΟΤΑ για διαχείριση σκουπιδιών (αλήθεια, πόσες φορές δεν έχουν δοθεί τέτοιες χρηματοδοτήσεις, διαχρονικά), επιδικτικά έργα όπου περιγράφονται με λεπτομέρεια τι πρέπει να υλοποιήσουν και άλλα πολλά…

    • Μια σύγχρονη παιδεία προσαρμοσμένη στις νέες απαιτήσεις
    Απίστευτο ευχολόγιο, διαχρονική αερολογία. Ποια σύγχρονη παιδεία; Πώς; Παρουσιάζετε ένα κείμενο το οποίο είναι εξαιρετικά κουραστικά, με τσιτάτα και κλισέ που ειλικρινά δε μπορώ να καταλάβω πού θα οδηγήσουν. Δεν έχω το κουράγιο και τον χρόνο, αλλά ειλικρινά θα ήθελα να ψάξω και να βρω προτάσεις-εκφράσεις που είμαι σίγουρος 100% ότι ακιρβώς όμοιες έχουν γραφτεί σε παλαιότερα κείμενά σας.

    Λυπάμαι, αλλά η εισαγωγή είναι τόσο γενικόλογη, και θα έλεγα, τόσο απίστευτα ευχοχλογική και με αίσθηση deja-vu που δνε ξέρω από πού να πιαστώ.

    Τέλος, η καραμέλα της καινοτομίας υφίσταται ακόμη. Έχουμε κάνει ολόκληρη Ζώνη Καινοτομίας στη Θεσσαλονίκη και από το 2006 δεν έχουμε δει ούτε μία ιδιωτική εταιρεία να εντάσσεται σε αυτήν. Και ψάχνουμε την καινοτομία εδώ μέσα.

    Ένα πρώτο απλό ερώτημα: ποιος είναι ο ορισμός της καινοτομίας;
    Και ένα δεύτερο, κατά πόσο είναι εφικτό, να προδιαγράφουμε τις ανάγκες τις χώρας μαζί με το δυναμικό για νέες θέσεις εργασίας όταν οπωσδήποτε θέλουμε να υπάρξει και η καινοτομία;
    Δηλαδή, μία νέα επιχείρηση, οι οποία παράγει ας πούμε μολύβια γραφής, δημιουργεί συνεχώς νέες θέσεις εργασίας, άρα χρειάζεται να υπάρχει για την Πατρίδα μας, δεν έχει δικαίωμα να αναπτύξει χρηατοδοτούμενες δράσεις έρευνας αν δε μπορέσει να παρουσιάσει κάτι καινοτομικό στην παραγωγή μολυβιών; Ποιος θα είναι αυτός που θα το κρίνει; Και με τι κριτήρια;

    Κλείνω με το εξής: τόσα χρόνια, από την εποχή των ΜΟΠ κλπ, έχουν δοθεί άπειρα λεφτά. Τόσα χρόνια επίσης, υπάρχει μία διαρκής επικάλυψη, από πλαίσιο σε πλαίσιο σε βασικές δράσεις. Δράσεις οι οποίες ανακυκλώνονται σε απίστευτο βαθμό. Διαβάστε παλαιότερες περιγραφές παλαιότερων πλαισίων και θα διαπιστώσετε ότι είναι σχεδόν ίδιες. Αλλάζει μόνο η φρασεολογία, δεδομένου ότι κάθε φορά, άλλες λέξεις κλειδιά εμφανίζονται. Μετά λοιπόν από τόσα χρόνια, έγινε ποτέ έστω και ΜΙΑ αποτίμηση για το τι λεφτά και τι θέσεις εργασίας δημιούργησαν; Υπάρχει κάποια αναφορά από την ΓΓΕΤ για το τελικό ισοζύγιο; Για το ποια προϊόντα σχεδιάστηκαν, πουλήθηκαν, έφεραν κέρδος και νέες θέσεις εργασίας;
    Ειλικρινά θα με ενδιέφερε να μάθω ως Έλληνας αλλά και ως Ευρωπαίος φορολογούμενος.

  • 14 Ιουνίου 2014, 22:59 | Χαρίλαος Τρικούπης

    Λεφτά για την έρευνα ξέρετε μόνο δήθεν να τα μοιράζετε. Τα προκηρύσσετε, τα κρατάτε 2-3 χρόνια, τα τρώτε και τα μοιράζετε προεκλογικά και τελικά δίνετε κάτι ψίχουλα που περισσεύουν σε 5-6 ημέτερους του συστήματος. Απατεώνες, λιμοκοντόροι.

  • 14 Ιουνίου 2014, 00:04 | Χριστοδουλος Δημας

    Λετε και συμφωνω απολυτα :
    «Το όραμα της ελληνικής πολιτείας, αποτελεί η αναδιάρθρωση του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας με έμφαση στην Καινοτομία, στην Έρευνα και στην Παιδεία, αποσκοπώντας στην ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγικής της δομής, ώστε να εξασφαλιστεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα και η αναπτυξιακή προοπτική και με αυτό τον τρόπο να ξεπεραστεί η σημερινή κρίση και να τεθούν τα θεμέλια για μια νέα αναπτυξιακή πορεία.»

    Υποστηρίζω,εδώ και πολλά χρόνια,και δεν θα σταματήσω να …κραυγάζω,ότι χρειαζόμαστε ένα (20-τες/30-τες??)Εθνικό Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης(ΕΣΣΑ),το οποίο να βασίζεται -κοινή λογική απαιτείται…-στα συγκριτικά πλεονεκτηματα-όσα έχουμε…-που διαθέτουμε ως χώρα για να μπορουμε να σταθουμε αξιοπρεπως στο διεθνες οικονομικο περιβαλλον.
    Το ΕΣΣΑ θα ορίζει σε ποιους Τομεις/Κλάδους θα ρίξουμε το βάρος στην αναπτυξιακή μας πορεία και θα θέτουμε benchmarks(δεν βρίσκω τώρα την κατάλληλη ελληνική..)στην εκάστοτε επίτευξη συγκεκριμενων στόχων..
    Θα χρησιμοποιησω το παράδειγμα της Γεωργίας/Βιομηχανία Τροφίμων(Γ/ΒΤ) κλπ,που ταιριάζει,κατά την γνώμη μου,σε ένα ΕΣΣΑ..
    Οι βασικές γραμμές που θα κινηθεί το πλάνο Γ/ΒΤ για τα επόμενα χρόνια θα προγραμματιζει το τι θα γίνει ,λεπτομερώς στην Γ/ΒΤ τα επόμενα 5 χρόνια (benchmark).
    -ποιες δυναμικές καλλιέργειες προσφέρονται για παραγωγή και εξαγωγές ανταγωνιστικών, διεθνώς, προϊόντων…
    -ποιες περιοχές της χώρας πληρούν τις προϋποθέσεις-εδαφικές,κλιματικές,ανάπτυξης ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού(απαιτείται εις βάθος ανάλυση) ,ερευνητικών δυνατοτήτων(η περίφημη σύνδεση της Παραγωγής με την Πανεπιστημιακή κοινότητα),βιομηχανικών εγκαταστάσεων,τραπεζικών υπηρεσιών,κλπ που θα υποστηρίζουν μια προγραμματισμένη και οργανωμένη αναπτυξιακή δράση..
    Μέσα σε ένα τέτοιο φιλικό επιχειρηματικό κλίμα ,όταν θα έρχονται,σιγά-σιγά, οι επιτυχίες,τότε θα αναπτύσσεται αυτόματα η δημιουργική διάθεση,όλων των εμπλεκομένων, για βελτίωση της όλης προσπάθειας μέσω καινοτόμων δράσεων…Η «καινοτομία δεν γίνεται κατόπιν..παραγγελίας,αλλά είναι η φυσική εξέλιξη μιας συνεχούς αναζήτησης «του καλλίτερου και επικερδέστερη» και βασίζεται στα απολύτως παραδεκτά ανθρώπινα κίνητρα του κέρδους,της επιτυχίας και της κοινωνικής αναγνώρισις και καταξίωσης…
    Γυρνώντας πάλι στην αφετηρία της προσπάθειας στον κλάδο της Γ/ΒΤ και στo πρώτο benchmark,δηλαδή τι στόχους είχαμε βάλει και τι επιτύχαμε στην πρώτη 5-ετία,θα σχεδιάσουμε το πρόγραμμα της δεύτερης 5-ετίας,δηλαδή το δεύτερο benchmark,νέα προϊόντα,βελτίωση υπαρχόντων κλπ.Με την στρατηγική που αναπτύξαμε,ανωτέρω ,θα προχωρήσουμε με νέα
    benchmarks,έτσι ώστε η Γ/ΒΤ να μπει σε τροχιά συνεχούς ανάπτυξης..
    Μια τέτοια στρατηγική προσέγγιση,θα ακολουθήσουμε και για άλλους Κλάδους της οικονομίας πχ Τουρισμός,Ναυτιλία,Πράσινη Ενέργεια(Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας),κλπ.
    Θα τολμούσα ,κλείνοντας, μια λογική εξίσωση:
    Ανάπτυξη=Εθνικό Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης=Καινοτομία+Έρευνα+Παιδεία=Ποιοτική Αναβάθμιση=Διεθνής Ανταγωνιστικοτητα Ελληνικής Οικονομίας=Απαιτουνται 20-30 χρόνια συνεχούς και συστηματικής προσπάθειας για γίνουμε μια «κανονική» χώρα..