Άρθρο 01 – (Άρθρο 1 Οδηγίας 2013/33/ΕΕ) – Σκοπός

Σκοπός των διατάξεων του παρόντος είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία».

  • Άρθρο 1 – Σκοπός

    Κάποια γενικά σχόλια που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την παρούσα ενσωμάτωση κατά το σύνολό της είναι:

    Α) Το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος είναι ήδη από τον Ιούνιο του 2016 εκπρόθεσμο ως προς την ενσωμάτωση, καθότι η σχετική προθεσμία εξέπνευσε τον Ιούνιο του 2016.
    Β) Δεν είναι δόκιμο να γίνεται στο παρόν νομοθετικό κείμενο της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 33/2013, αναφορά σε αρμοδιότητες συγκεκριμένων οργάνων και αρχών. Κάτι τέτοιο αποτελεί αντικείμενο νομοθετικών ενεργειών (Υπουργικών Αποφάσεων, Προεδρικών Διαταγμάτων κτλ) που μπορούν να προσδιορίσουν ποια είναι τα αρμόδια όργανα στα οποία αναφέρεται το κείμενο της ενσωμάτωσης.
    Γ) Είναι γενικά ορθότερο και σίγουρα ασφαλέστερο, ειδικά αν κρίνει κανείς από τη σωρεία νομοθετικών κειμένων με τα οποία ο Έλληνας Νομοθέτης έχει μέχρι σήμερα αποτύχει να ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο τις διάφορες ευρωπαϊκές Οδηγίες, όπου το κείμενο της Οδηγίας κάνει αναφορά άλλο ευρωπαϊκό νομοθετικό κείμενο, ο νόμος να αναπαράγει επακριβώς την αναφορά αυτή στην εκάστοτε Οδηγία ή Κανονισμό και όχι στο εκάστοτε ΠΔ, με το οποίο ο Έλληνας Νομοθέτης είτε έχει αποτύχει να ενσωματώσει την ευρωπαϊκή νομοθεσία είτε την έχει ενσωματώσει εσφαλμένα, παραβιάζοντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την υποχρέωση ενσωμάτωσης.

    Ειδικότερα η υποβολή αίτησης ασύλου-διεθνούς προστασίας, πρέπει να ρυθμίζεται από την Οδηγία 32/2013, περί κοινών διαδικασιών χορήγησης και ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και συγκεκριμένα, από το άρθρο 6 αυτής, που προβλέπει την πρόσβαση στη διαδικασία αιτήσεως διεθνούς προστασίας και τις ειδικές ρυθμίσεις και προθεσμίες σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως ενώπιον αρμόδιας ή αναρμόδιας αρχής αλλά επίσης και την προβλεπόμενη 10ήμερη παράταση της προθεσμίας καταχώρισης της αιτήσεως σε περίπτωση μεγάλου αριθμού ταυτόχρονων αιτήσεων διεθνούς προστασίας από υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς (άρθρο 6, παρ. 5).

    Αναλυτικότερα το άρθρο 6 της Οδηγίας 32/2013 προβλέπει τα εξής:
    Άρθρο 6 Πρόσβαση στη διαδικασία
    1. Όταν ένα πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε αρχή αρμόδια για την καταχώριση των αιτήσεων αυτών δυνάμει του εθνικού δικαίου, η καταχώριση γίνεται το αργότερο τρεις εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης.
    Εάν η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβάλλεται σε άλλες αρχές οι οποίες ενδεχομένως λαμβάνουν τέτοιες αιτήσεις αλλά δεν είναι αρμόδιες για την καταχώριση δυνάμει του εθνικού δικαίου, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η καταχώριση να γίνεται το αργότερο έξιεργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι άλλες αρχές οι οποίες ενδεχο¬μένως λαμβάνουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας, όπως η αστυνομία, η συνοριοφυλακή, οι υπηρεσίες μετανάστευσης και το προσωπικό κέντρων κράτησης, να διαθέτουν τις σχετικές πληροφορίες και οι υπάλληλοί τους να λαμβάνουν το επίπεδο κατάρτισης που απαιτεί¬ται για την εκτέλεση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων τους και τις οδηγίες ώστε να ενημερώνονται οι αιτούντες σχετικά με τον τόπο και τον τρόπο υποβολής αιτήσεων διεθνούς προστασίας.
    2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το πρόσωπο το οποίο έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας να έχει πραγματική δυνατό¬τητα να την καταθέσει το ταχύτερο δυνατό. Όταν ο αιτών δεν καταθέτει την αίτησή του, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν το άρθρο 28 αναλόγως.
    3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη μπο¬ρούν να απαιτούν οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας να κατατίθενται αυτοπροσώπως και/ή σε καθορισμένο χώρο.
    4. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 3, θεωρείται ότι έχει κατα¬τεθεί αίτηση διεθνούς προστασίας, όταν οι αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους λαμβάνουν έντυπο το οποίο έχει υποβάλει ο αιτών ή, όταν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, επί¬σημη έκθεση.
    5. Όταν μεγάλος αριθμός ταυτόχρονων αιτήσεων διεθνούς προ¬στασίας από υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς καθιστά πολύ δύσκολη στην πράξη την τήρηση της προθεσμίας της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν παράταση της προθε¬σμίας σε 10 εργάσιμες ημέρες.

    Η ανωτέρω διάταξη αυτή διακρίνει μεταξύ του «κάνω» αίτηση και «υποβάλω» την αίτηση. Ενώ η Οδηγία δεν παρέχει ορισμό των δύο εννοιών, το Άρθρο 6(2) τη Οδηγίας 32/2013, καθιστά σαφές ότι η αίτηση μπορεί να υποβληθεί μόνο μόλις έχει γίνει και, ως εκ τούτου «ολοκληρώνει» την εγγραφή της αίτησης ασύλου, αλλά δεν είναι απαραίτητο βήμα ώστε ο αιτών να απολαύσει το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος κατά τη διάρκεια της εξέτασης της αίτησης ασύλου και να προστατεύεται από την επαναπροώθηση. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Οδηγία δεν επιβάλλει καμία περαιτέρω τυπική απαίτηση από τους αιτούντες σε σχέση με το πως πρέπει να υποβληθεί μία αίτηση ασύλου, οποιαδήποτε έκφραση της επιθυμίας απόκτησης προστασίας από κάποια αρχή Κράτους Μέλους θα πρέπει να θεωρηθεί ως αίτηση «που υποβάλλεται», αν αυτό γίνει προφορικά, γραπτά ή με οποιονδήποτε άλλο δυνατό τρόπο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Hirsi Jammaa και Άλλοι κατά Ιταλίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι οι υποχρεώσεις των κρατών δυνάμει του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το αν το άτομο που έχει κρατηθεί έχει υποβάλει ρητή αίτηση για άσυλο[1]. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η Ιταλία όφειλε «να εξακριβώσει τον τρόπο μεταχείρισης στον οποίο οι αιτούντες θα είχαν εκτεθεί μετά την επιστροφή τους» (§133) και να εξακριβώσει » το πώς οι αρχές της Λιβύης εκπληρώνουν τις διεθνείς υποχρεώσεις τους σε σχέση με την προστασία των προσφύγων».

    Για τη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού του δικαιώματος ασύλου και της αρχής της μη επαναπροώθησης που κατοχυρώνεται με τα Άρθρα 18 και 19 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίστοιχα, τα Κράτη Μέλη πρέπει να εφαρμόσουν περιεκτική και ευρεία ερμηνεία στο πλαίσιο της οδηγίας όταν «γίνεται» μία αίτηση προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν. Επιπλέον, το άρθρο 6(2) απαιτεί από τα Κράτη Μέλη να εξασφαλίσουν ότι πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας να έχουν την «ουσιαστική δυνατότητα να την υποβάλουν το συντομότερο δυνατόν», αν και μπορούν να απαιτήσουν οι αιτήσεις που υποβάλλονται να γίνονται αυτοπροσώπως ή/και σε καθορισμένο τόπο (άρθρο 6(3)). Ο χρόνος κατάθεση της αίτησης είναι καθοριστικός για την ενεργοποίηση ορισμένων υποχρεώσεων των Κρατών Μελών βάσει της αναδιατύπωσης της Οδηγίας Συνθηκών Υποδοχής, όπως πληροφορίες για τους αιτούντες σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τις συνθήκες υποδοχής[2], η έκδοση ενός εγγράφου που πιστοποιεί την ιδιότητα του αιτούντος άσυλο ή το δικαίωμά τους να παραμείνουν στο έδαφος[3], την παρακολούθηση σχολείου και εκπαίδευση των ανηλίκων[4] και την πρόσβαση στην αγορά εργασίας[5]. Ωστόσο, οι αιτούντες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε υλικές συνθήκες υποδοχής «όταν κάνουν την αίτησή τους για διεθνή προστασία»[6], ενώ θα πρέπει να ξεκινήσει η αξιολόγηση αν κατά πόσο ο αιτών είναι άτομο με ειδικές ανάγκες υποδοχής «μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα αφού γίνει η αίτηση διεθνούς προστασίας»[7].

    Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση Cimade, Gisti κατά Ministre de l’Intérieur, de l’Outre-mer, des Collectivités territoriales et de l’Immigration έκρινε ότι η υποχρέωση αυτού του Κράτους Μέλους να παρέχει συνθήκες ουσιαστικής υποδοχής σύμφωνα με την Οδηγία Συνθηκών Υποδοχής ισχύει επίσης για αιτούντες άσυλο όσο αναμένουν απόφαση για το ποιο Κράτος Μέλος θα θεωρείται υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους έως ότου ο αιτών μεταφερθεί σ’ εκείνο το Κράτος Μέλος. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ερμήνευσε επίσης το Άρθρο 4(1), σύμφωνα με το οποίο η διαδικασία Δουβλίνου ξεκινάει μόλις γίνει πρώτη φορά μία αίτηση ασύλου σε Κράτος Μέλος, να πρέπει να ερμηνευθεί με την έννοια ότι «γίνεται μια αίτηση ασύλου πριν ξεκινήσει η διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου Κράτους Μέλους»[8]. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέφρασε ανησυχία ως προς την πιθανότητα, σύμφωνα με το Άρθρο 6(2), τα Κράτη Μέλη να εφαρμόσουν το Άρθρο 28 σχετικά με τη σιωπηρή ανάκληση των αιτήσεων ασύλου στην περίπτωση που αυτές δεν έχουν υποβληθεί άμεσα, θεωρώντας ότι αυτό μπορεί στην πράξη να οδηγήσει σε αυθαιρεσία εάν δεν καθοδηγηθεί περαιτέρω από αυστηρούς περιορισμούς και κριτήρια ως προς το πότε και πως αυτή η διάταξη μπορεί να εφαρμοστεί. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει τονίσει στα Κράτη Μέλη ότι έχουν την υποχρέωση πρώτα και κύρια βάσει της Οδηγίας να διασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα που έχουν «κάνει αίτηση» έχουν την αποτελεσματική ευκαιρία να την «υποβάλουν» το συντομότερο δυνατόν[9]. Εξάλλου, οι αιτούντες άσυλο ενδέχεται επίσης να αντιμετωπίζουν πρακτικά εμπόδια ικανοποίησης των διοικητικών απαιτήσεων όταν «κάνουν» ή «υποβάλουν» την αίτηση ασύλου, όπως με την ανάγκη παροχής επίσημης διεύθυνσης για τη καταχώρηση της αίτησης ή τις περιορισμένες πιθανότητες εξασφάλισης ραντεβού με την αποφαινόμενη αρχή[10].

    Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι «ένα διαδικαστικό σύστημα για την άσκηση του δικαιώματος αδειών διαμονής που προβλέπεται από το κοινοτικό δίκαιο θα πρέπει να είναι εύκολα προσιτό και ικανό να εξασφαλίζει πως οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων θα αντιμετωπίζονται με αντικειμενικότητα και μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.»[11] Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Ι.Μ. κατά Γαλλίας απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ο αιτών έπρεπε να συμμορφωθεί με την ταχεία διαδικασία ενώ ήταν υπό κράτηση με τις απαιτήσεις της συνήθους διαδικασίας, όπως στη συμπλήρωση ερωτηματολογίου στα Γαλλικά, χωρίς να έχει πρόσβαση σε ειδικούς γλωσσικής και νομικής βοήθειας, βρίσκοντας παράβαση του Άρθρου 13 σε συνδυασμό με το Άρθρο 3 του ΕΔΔΑ. Το ΕΔΔΑ εξακολουθεί να ανησυχεί με το ενδεχόμενο της παράτασης προθεσμιών για την καταχώρηση αίτησης ασύλου -όπως προβλέπεται στο Άρθρο 6(1) έως 10 εργάσιμων ημερών στις περιπτώσεις ταυτόχρονων αιτήσεων για διεθνή προστασία από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών υπηκόων. Κατά την άποψη του ΕΔΔΑ, οι προγενέστερες προθεσμίες των 3 και 6 εργασίμων ημερών αντίστοιχα ήδη παρείχαν αρκετή ευελιξία για τις αρχές, προκειμένου να διασφαλίσουν την καταχώρηση των αιτήσεων ασύλου, συμπεριλαμβανομένων και μέσω ηλεκτρονικών μέσων. Τα μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια μεταξύ της στιγμής που γίνεται η αίτηση ασύλου και της πράξης εγγραφής αυξάνουν τον κίνδυνο οι αιτούντες άσυλο να επιστραφούν στη πράξη πριν οι ανάγκες προστασίας τους έχουν εξεταστεί, σε παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Όπου είναι δυνατόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να χορηγούν το έγγραφο που απαιτείται βάσει του άρθρου 6(1) αναδιατύπωση της Οδηγίας Συνθηκών Υποδοχής ή να κάνει χρήση της δυνατότητας να εκδώσει «άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά στοιχεία με» το έγγραφο «σε συγκεκριμένες περιπτώσεις» για το σκοπό αυτό. Μια τέτοια προσέγγιση θα συμβάλει στη διοικητική αποτελεσματικότητα, στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και στη μείωση στις καθυστερήσεις πρόσβασης ορισμένων δικαιωμάτων βάσει της αναδιατύπωσης της Οδηγίας Συνθηκών Υποδοχής.

    Τέλος ας σημειωθεί ότι η « Ελληνική Δράση για τα ανθρώπινα δικαιώματα – Πλειάδες », θα υποβάλλουν και ξεχωριστή πρόταση στην Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, η οποία πέραν του σχολιασμού της ενσωμάτωσης, θα περιλαμβάνει και προτάσεις.

    ________________________________________
    [1] ΕΔΔΑ, Hirsi Jamaa και Άλλοι κατά Ιταλίας, παρ. 157.
    [2] Το Άρθρο 5 αναδιατύπωσης της Οδηγίας Συνθηκών Υποδοχής απαιτεί από τα Κράτη Μέλη να ενημερώνουν τους αιτούντες γραπτώς και σε γλώσσα που κατανοούν ή λογικά θεωρείται ότι κατανοούν, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, που δεν υπερβαίνει τις 15 ημέρες αφού υποβάλουν την αίτησή τους, για οποιεσδήποτε παροχές που προβλέπονται και για τις υποχρεώσεις προς τις οποίες θα πρέπει να συμμορφώνονται σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής.
    [3] . Το Άρθρο 6 αναδιατύπωσης της Οδηγίας Συνθηκών Υποδοχής απαιτεί από τα Κράτη Μέλη να εφοδιάζουν τους αιτούντες άσυλο με τέτοιο έγγραφο «εντός τριών ημερών από την υποβολή της αίτησης για διεθνή προστασία», εκτός αν κρατούνται ή στο πλαίσιο της διαδικασίας συνόρων.
    [4] Σύμφωνα με το Άρθρο 14(2) αναδιατύπωσης της Οδηγίας Συνθηκών Υποδοχής, η πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα δεν πρέπει να καθυστερήσει περισσότερο από «τρεις μήνες από την ημερομηνία που αναγράφεται στην αίτηση υποβολής διεθνούς προστασίας από τον ή εκ μέρους του ανήλικου»
    [5] Σύμφωνα με το Άρθρο 15 αναδιατύπωσης της Οδηγίας Συνθηκών Υποδοχής, πρόσβαση στην αγορά εργασίας θα πρέπει να δοθεί «όχι περισσότερο από 9 μήνες από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας».
    [6] Το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση ως γενική αρχή του δικαίου της ΕΕ εφαρμόζεται επίσης στις περιπτώσεις όπου ο αιτών, ο οποίος ενεργεί με καλή πίστη, και που επιθυμεί να έχει πρόσβαση στη διαδικασία αλλά του έχουν αποσύρει την αίτησή του λόγω του γεγονότος ότι δεν συμμορφώθηκε με τους διαδικαστικούς κανόνες «όταν αυτή η μη συμμόρφωση προκύπτει από τη συμπεριφορά ή την ίδια τη διοίκηση». Βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, υπόθεση C-428/05, Firma Laub GmbH & Co. Vieh & Fleisch Import-Export κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas, Απόφαση από 21 Ιουνίου 2007, παρ. 25. 40. Βλ. Δικαστήριο, υπόθεση C-327/02, Panayotova κατά Minister voor Vreemdelingenzaken en Integratie, 16 Νοεμβρίου 2004, παρ. 27. 41. Βλ. ΕΔΔΑ, Ι.Μ. κατά Γαλλίας, Αίτηση Αρ. 9152/09, Απόφαση της 2 Φεβρουαρίου 2012 (Γαλλικά μόνο), παρ. 144-145. 42. Τούτο αναγνωρίζεται ρητώς από την Επιτροπή στη πρόσφατη αξιολόγηση των συμφωνιών επανεισδοχής της ΕΕ: «Παρόλο που οι διασφαλίσεις σύμφωνα με το κεκτημένο της ΕΕ (όπως πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και του σεβασμού της αρχής μη επαναπροώθησης) σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αίρονται με ταχείες διαδικασίες, υπάρχει η πιθανότητα για ελλείψεις στη πράξη». Δείτε COM (2011) 76 τελικό, Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή. Αξιολόγηση των Συμφωνιών Επανεισδοχής της ΕΕ, Βρυξέλλες, 23 Φεβρουαρίου του 2011, σ. 12. Βλ.επίσης Human Rights Watch, Buffeted in the Borderland. The Treatment of Migrants and Asylum Seekers in the Ukraine, Δεκέμβριος 2010. σσ. 21-24.
    [7] Άρθρο 22(1) αναδιατύπωσης της Οδηγίας Συνθηκών Υποδοχής.
    [8] Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, Cimade, Gisti κατά Ministre de l’Intérieur, de l’Outre-mer, des Collectivités territoriales et de l’Immigration, Απόφαση από 27 Σεπτεμβρίου 2012, παρ. 41.
    [9] Δείτε για παράδειγμα την Έκθεση Έτους 2012/2013 AIDA, Not There Yet: An NGO Perspective on Challenges to a Fair and Effective Common Asylum System (εφεξής «Not There Yet»), Σεπτέμβριος 2013, σ. 55.
    Δείτε για παράδειγμα την Ενημερωμένη Έκθεση για την Ελλάδα AIDA,Αύγουστος 2014, σσ. 18-24 και την Ετήσια Έκθεση 2013/2014 AIDA, Mind the Gap: An NGO Perspective on Challenges to Accessing Protection in the Common European Asylum System (εφεξής «Mind the Gap»), Σεπτέμβριος 2014, σσ. 47-48.
    [10] Κατά την άποψη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, οι επίσημες απαιτήσεις για τη καταχώρηση αιτήσεων ασύλου θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν λιγότερες και να παίρνουν όσο το δυνατόν λιγότερο χρόνο, ώστε να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της ευχέρειας που παρέχεται στους αιτούντες και [κρίθηκε πως τούτο] είναι προς το συμφέρον τόσο των αιτούντων άσυλο όσο και των εθνικών διοικήσεων.

  • 27 Οκτωβρίου 2016, 13:17 | Ιωάννης Αβρανάς
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Η διαχρονική κατάσταση στο πεδίο της υποδοχής αιτούντων διεθνούς προστασίας και ασυνόδευτων ανηλίκων στην Ελλάδα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εξόχως προβληματική. Η απόκλιση μεταξύ της συνολικής δυναμικότητας του συστήματος υποδοχής και φιλοξενίας και του συνολικού αριθμού των αιτούντων που έχρηζαν σχετικής προστασίας διατηρήθηκε διαχρονικά, χωρίς σημαντικές διαφοροποιήσεις, δυσανάλογα μεγάλη υπό την έννοια ότι, μόνο μια πολύ μικρή μειοψηφία των δικαιούχων (αιτούντων) κατέστη δυνατό να ωφεληθεί από τις παρεχόμενες συνθήκες υποδοχής της χώρας. Στην περίπτωση δε των ασυνόδευτων ανηλίκων η χρήση των παρεχόμενων συνθηκών ήταν ως επί το πλείστον εργαλειακή (με κύριο στόχο την άρση της κράτησης) και η κινητικότητα της ροής προς έξοδο από τη χώρα αμείωτη.

    Αιτίες αυτής της προβληματικής κατάστασης ήταν, βασικά, η ανυπαρξία ενός ολοκληρωμένου συστήματος ασύλου, το οποίο να είναι σε θέση να διαχειρίζεται τις υποβαλλόμενες αιτήσεις σε πραγματικό χρόνο, καθώς και ενός συστήματος υποδοχής που να ακολουθεί τη ροή της διαδικασίας ασύλου με αποτελεσματικότητα ως προς την παροχή των απαιτούμενων συνθηκών υποδοχής. Οι επιμέρους ελλείψεις, αλλά κυρίως η ανυπαρξία των εν λόγω συστημάτων, που συνιστούν βασικές προϋποθέσεις μιας λειτουργικής κρατικής δομής στο πεδίο της υποδοχής αιτούντων διεθνούς προστασίας, είναι εν πολλοίς γνωστές σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια ανάλυση δε θα μπορούσε να περιλαμβάνεται στη στόχευση του παρόντος σχολιασμού.

    Λαμβάνοντας υπόψη την υφιστάμενη κατάσταση του πεδίου της υποδοχής, καθώς και τις τρέχουσες προκλήσεις στη διαχείριση των υπέρμετρα αυξημένων μεταναστευτικών ροών της περιόδου, δεδομένων μάλιστα των επιβεβλημένων δημοσιονομικών περιορισμών επί του εθνικού προϋπολογισμού, κατατίθενται ακολούθως κάποια σχόλια επί του προτεινόμενου σχεδίου νόμου (άρθρα 6 & 7), υπό τη βασική παραδοχή ότι η ενσωμάτωση των προβλέψεων της Οδηγίας στο εγχώριο Δίκαιο, ιδίως σε ζητήματα προστασίας ευάλωτων πληθυσμών, οφείλει να είναι απολύτως ακριβής, αποσκοπώντας κυρίως στην αποφυγή αστοχιών και στρεβλώσεων στο διαδικαστικό επίπεδο εφαρμογής.

    Ο συγκεκριμένος κίνδυνος καταδεικνύεται απτός, μεταξύ άλλων, από την κοινή εμπειρία μέχρι σήμερα, στη βάση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου. Αλλά ακόμη και όταν αντικειμενικοί και ανελαστικοί παράγοντες εκτιμάται ότι καθιστούν πρακτικά ανέφικτη την παροχή των προτεινόμενων (από την Οδηγία) εγγυήσεων ως προς την αποτελεσματική κάλυψη των πληθυσμιακών ομάδων που χρήζουν συνθηκών υποδοχής, κρίνεται προτιμητέα μία ενδεχόμενη απόκλιση μεταξύ των ακέραια θεσμοθετημένων υποχρεώσεων της Πολιτείας και των, εξ’ ανάγκης, μειωμένων παρεχόμενων συνθηκών έναντι μιας επιλογής ελαττωμένων εγγυήσεων, υπό τον φόβο πιθανής ανακολουθίας στο επίπεδο εφαρμογής.

    Τέλος, κατά την ενσωμάτωση της Οδηγίας, κρίσιμο ρόλο διαδραματίζει η συνεκτίμηση των πραγματικών συνθηκών και καταστάσεων σε επίπεδο κράτους μέλους, οι οποίες δύνανται να στρεβλώνουν ή και να ακυρώνουν στην πράξη τις προτεινόμενες εγγυήσεις προστασίας ενός νομικού κειμένου, ορμώμενου εξ ενός περιβάλλοντος με διαφορετικές ορίζουσες και δεδομένα.