Στον ν. 4795/2021 (Α΄ 62) προστίθεται άρθρο 10Α ως εξής:
«Άρθρο 10Α
Συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις
- Επιπλέον των αρμοδιοτήτων του άρθρου 10, οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου διασφαλίζουν ότι ο φορέας, στον οποίον υπάγονται, συμμορφώνεται με τις δικαστικές αποφάσεις του άρθρου 1 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), χωρίς να απαιτείται να ενεργοποιηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στον ν. 3068/2002. Προκειμένου να ασκηθεί αυτή η αρμοδιότητα, οι δικαστικές αποφάσεις του πρώτου εδαφίου κοινοποιούνται στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του φορέα ή, αν κοινοποιηθούν σε άλλη οργανική μονάδα του φορέα, διαβιβάζονται αμελλητί στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία:
α) αν η απόφαση επιδικάζει χρηματικό ποσό, ειδοποιεί την αρμόδια Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών των άρθρων 24 και 25 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), στην οποία και διαβιβάζει την απόφαση για τις νόμιμες ενέργειες,
β) αν η απόφαση αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, διαβιβάζει αυτήν στις οργανικές μονάδες που έχουν αρμοδιότητα για τη συμμόρφωση, παρέχοντας κατευθύνσεις για τις αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης,
γ) παρακολουθεί τη συμμόρφωση και ενημερώνει σχετικά τον Υπουργό ή το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα και τον ενδιαφερόμενο για την πορεία της και
δ) επισημαίνει στα πειθαρχικώς προϊστάμενα όργανα παραλείψεις υπαλλήλων σε σχέση με τη συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση, για να διερευνηθεί αν οι παραλείψεις αυτές συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα.
- Η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου παρακολουθεί τη συνολική συμμόρφωση του φορέα στις δικαστικές αποφάσεις, διαπιστώνει συστημικά προβλήματα και διατυπώνει εισηγήσεις για την επίλυσή τους.».





Η προσθήκη άρθρου 10Α στον ν. 4975/2021 αναθέτει στον εσωτερικό ελεγκτή καθήκοντα και αρμοδιότητες Διοικητικού/Λογιστηρίου/Οικονομικών δηλαδή λειτουργίες της «πρώτης γραμμής» με αποτέλεσμα την κατάργηση της «ανεξαρτησίας» του και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αρκετά άρθρα του ν 4795/2021. Οι εν λόγω λειτουργίες θα πρέπει να εκτελούνται από τις υπηρεσίες αυτές και ενδεχομένως και κάποια “monitoring controls” για το σκοπό αυτό. Ο εσωτερικός ελεγκτής ενεργεί ελέγχους με βάση την αξιολόγηση κινδύνων και την προταιροποίηση των στόχων του Οργανισμού και δύναται να παρέχει διασφάλιση ότι τα παραπάνω εκτελούνται σωστά από την πρώτη γραμμή αν ποτέ θεωρηθεί ότι οι λειτουργίες αυτές ενέχουν κινδύνους υψηλότερους από άλλες. Ο ν 4975/2021 λέει ρητά
Ι.Άρθρο 7 (Ανεξαρτησία της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου) 2. Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή
ΙΙ.Άρθρο 10 (Στόχοι και αρμοδιότητες Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου), 2: ι) αξιολογεί τις διαδικασίες σχεδιασμού και εκτέλεσης των λειτουργιών και των προγραμμάτων του φορέα,
ια) ελέγχει τη συμμόρφωση του φορέα προς την ισχύουσα νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις πολιτικές που διέπουν τη λειτουργία του.
Πέραν των παραπάνω συνεπειών η επιβάρυνση αυτή θα τον αποσυντονίσει, θα επιβαρύνει το έργο του με ασχολίες άσχετες του αντικειμένου του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκτελέσει τα κανονικά καθήκοντα και να επικεντρωθεί στον έλεγχο λειτουργιών «υψηλού κινδύνου». Πόσο μάλλον όταν οι περισσότερες μονάδες εσωτερικού ελέγχου είναι υποστελεχωμένες.
Με την προτεινόμενη διάταξη, οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου μετατρέπονται από όργανα παροχής διαβεβαίωσης σε εκτελεστικά όργανα διοίκησης, γεγονός που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τα Διεθνή Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου και τον ν. 4795/2021.
Η εμπλοκή της ΜΕΕ στη ροή εργασιών συμμόρφωσης (διαβίβαση αποφάσεων, παροχή κατευθύνσεων) συνιστά επιχειρησιακή λειτουργία. Ο ελεγκτής δεν μπορεί να ελέγχει διαδικασίες στις οποίες ο ίδιος συμμετέχει ή καθοδηγεί, καθώς αίρεται η αντικειμενικότητά του.
Η συμμόρφωση προς δικαστικές αποφάσεις αποτελεί ευθύνη της 1ης γραμμής (Επιχειρησιακές Μονάδες) και της 2ης γραμμής (Νομικές/Διοικητικές Υπηρεσίες). Η μετάπτωση της ΜΕΕ (3η γραμμή) σε ρόλο «διεκπεραιωτή» ακυρώνει το μοντέλο των Τριών Γραμμών Άμυνας του Δημοσίου.
Ο όγκος των δικαστικών αποφάσεων στο Δημόσιο είναι τεράστιος. Η ανάθεση της καθημερινής παρακολούθησής τους στις ΜΕΕ θα απορροφήσει το σύνολο των περιορισμένων πόρων τους, οδηγώντας σε εγκατάλειψη του ετήσιου προγράμματος ελέγχων και των ελέγχων βάσει κινδύνου.
Η αρμοδιότητα «επισήμανσης παραλείψεων» για πειθαρχικό έλεγχο (εδάφιο δ) αλλοιώνει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Ελεγκτή και Ελεγχόμενου, μετατρέποντας τη ΜΕΕ σε όργανο καταστολής αντί για όργανο βελτίωσης των συστημάτων διακυβέρνησης.
Αντί της εμπλοκής των ΜΕΕ στην εκτέλεση, προτείνεται η ΜΕΕ να περιοριστεί αποκλειστικά στον περιοδικό έλεγχο των διαδικασιών συμμόρφωσης που οφείλουν να εφαρμόζουν οι αρμόδιες Διοικητικές και Οικονομικές Υπηρεσίες, διατηρώντας τον εποπτικό και συμβουλευτικό της χαρακτήρα.
Ένα επιπλέον θέμα προς αντιμετώπιση είναι όταν πχ ΟΤΑ συνεχίζει να επιβάλλει ΤΑΠ σε ακίνητο που έχει την απαλλαγή της περίπτωσης ε της παραγράφου 7β του άρθρου 24 του Ν2130/1993, ακόμα και αν ήδη υπάρχουν σχετικές δικαστικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν οι ιδιοκτήτες κάθε χρόνο να πρέπει να προσφεύγουν στα δικαστήρια, με οικονομική επιβάρυνση και φυσικά επιβάρυνση της δικαιοσύνης με περιττές υποθέσεις. Οι ΟΤΑ αυτοί παράλληλα τυχών «οφειλές» συνιδιοκτητών που λόγω οικονομικής ανέχειας δεν έχουν συμμετάσχει στις οικονομικά εξαντλητικές δικαστικές ενέργειες τις «στέλνουν στην ΑΑΔΕ», με αποτέλεσμα να χάνουν, ειδικά οι οικονομικά ασθενείς συνιδιοκτήτες, τη φορολογική ενημερώτητα – όχι από δική τους παρανομία, αλλά από την άρνηση του ΟΤΑ να συμμορφωθεί τόσο με το Νόμο όσο και με δικαστικές αποφάσεις. Θα πρέπει συνεπώς να υπάρξει μια διαδικασία όταν υπάρχει δικαστική απόφαση που να ορίζει ότι ένα απαλλοτριούμενο για δεκαετίες ακίνητο δεν έχει αποζημιωθεί, όταν υπάρχουν ήδη για συνιδιοκτήτες δικαστικές αποφάσεις που να ορίζουν ότι δεν πρέπει να επιβάλλεται στο επίμαχο ΤΑΠ τότε θα πρέπει συνιδιοκτήτης στο οποίο για το ίδιο ακίνητο έχει υποβληθεί ΤΑΠ να μπορεί να ζητάει τη διαγραφή της καταχρηστικά βεβαιωμένης στην ΑΑΔΕ οφειλής από την ΑΑΔΕ και κατά προέκταση η αποκατάσταση της φορολογικής του ενημερώτητας.
Αυτό δε είναι ιδιαίτερα επιζήμιο αν η έλλειψη ενημερώτητας εμποδίζει την είσπραξη αποζημίωσης ακριβώς από απαλλοτρίωση, του ίδιου ή άλλου ακινήτου.
Ενδεικτικά, θα μπορούσε το άρθρο να συμπληρωθεί με την κάτωθι:
«Οφειλή για η οποία έχει εγγραφεί στους οικείους καταλόγους και για την οποία επιβάλλεται μη έκδοση ενημερώτητας και η οποία εμποδίζει την είσπραξη εκ μέρους του δικαιούχου αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση των διαγράφεται αυτοδίκαια και αίρεται η μη έκδοση φορολογικής ενημερότητας, εφόσον η ενημερώτητα δεν εκδίδεται για οφειλή επί της μη νομιμότητας της οποίας ήδη υπάρχει πρόβλεψη νόμου, δικαστική απόφαση ή και τα δυο»
Επί του άρθρου 8
Η εμπλοκή της ΜΕΕ σε εκτελεστικές και λειτουργικές διαδικασίες όπως η συμμόρφωση κάθε φορέα στις δικαστικές αποφάσεις είναι επιχειρησιακή διαδικασία και υποχρέωση των αρμοδίων τμημάτων/μονάδων ( π.χ. Οικονομικό, Διεύθυνση Διοικητικής -Οικονομικής Υπηρεσίας, Νομική Υπηρεσία κλπ) να προβούν στις νόμιμες ενέργειες και να τις υλοποιήσουν. Η ανάθεση τέτοιων καθηκόντων στην ΜΕΕ παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν.4795/2021, πλήττει την ανεξαρτησία της, αποτελεί σύγκρουση συμφερόντων και ευθεία εμπλοκή της ΜΕΕ στο έργο του φορέα, γιατί είναι άλλο να κάνει έλεγχο και να παρακολουθεί τη συμμόρφωση του φορέα στις δικαστικές αποφάσεις και άλλο να αποτελεί αυτό πάγια αρμοδιότητά της. Επιπλέον δεν είναι στις αρμοδιότητες της ΜΕΕ να επισημαίνει παραλείψεις των υπαλλήλων στην εκτέλεση των καθηκόντων τους και να τους παραπέμπει στα πειθαρχικά όργανα .Απαιτείται αναδιατύπωση της διάταξης αυτής και ευθυγράμμισή της με τον νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο που διέπει την λειτουργία της ΜΕΕ , προστατεύοντας την ανεξαρτησία της.
Η διάταξη του άρθρου 6, που αναθέτει στην ΜΕΕ την μέριμνα για την ανάρτηση, ταξινόμηση και επικαιροποίηση εγκύκλιων οδηγιών, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις θεμελιώδεις αρχές του εσωτερικού ελέγχου όπως αυτές αποτυπώνονται στον ν.4795/2021 και στα Διεθνή Πρότυπα( IPPF 2024) που διέπουν την λειτουργία του. Η διαχείριση εγγράφων, η ενημέρωση ιστοσελίδων και οι αναρτήσεις στο ‘’Διαύγεια’’ αποτελούν διοικητικές λειτουργίες του κάθε φορέα, είναι εκτελεστικά καθήκοντα της 1ης και 2ης γραμμής άμυνας. Ακόμη προκαλεί άμεση σύγκρουση συμφερόντων καθώς η ΜΕΕ θα κληθεί να ελέγξει διαδικασίες που η ίδια έχει εκτελέσει, γεγονός που πλήττει τη ανεξαρτησία και αντικειμενικότητά της.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4795/2021, οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα. Οι ενέργειες που περιγράφονται στην προτεινόμενη διάταξη (διαβίβαση δικαστικών αποφάσεων, παροχή κατευθύνσεων συμμόρφωσης, ειδοποίηση υπηρεσιών και παρακολούθηση ενεργειών) συνιστούν διοικητικές και επιχειρησιακές αρμοδιότητες των καθ’ ύλην αρμόδιων οργανικών μονάδων. Η ανάθεση τέτοιων καθηκόντων στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου δημιουργεί κίνδυνο υπονόμευσης της ανεξαρτησίας και αντικειμενικότητας της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο ν. 4795/2021 και στα διεθνή πρότυπα εσωτερικού ελέγχου. Για το λόγο αυτό, η ρύθμιση κρίνεται σκόπιμο να επανεξεταστεί, ενώ σε ενδεχόμενη αναδιατύπωση θα ήταν σκόπιμη η διατύπωση σύμφωνης γνώμης από την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, ως αρμόδιας αρχής για την ανάπτυξη του θεσμικού και επιχειρησιακού πλαισίου του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου.
Σε ό,τι αφορά το άρθρο 8:
Τόσο το Σύνταγμα, όσο ο ν.3068/2002 αλλά και ο Οργανισμός κάθε Υπηρεσίας προβλέπουν ξεκάθαρα τη διαδικασία εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων. Δεν είναι κάτι καινούργιο για τις υπηρεσίες του δημοσίου, είτε πρόκειται για φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, είτε πρόκειται για Δήμους, Περιφέρειες κλπ, οι οποίες σε κάθε περίπτωση συμβουλεύονται τα Γραφεία Νομικών Συμβούλων της Υπηρεσίας τους, τη Διεύθυνση Διοικητικού κλπ. Δεν έχει κανένα νόημα και καμία χρησιμότητα η εισαχθείσα διάταξη.
Μόνο σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, δηλαδή εφόσον έχει εκτελεστεί η απόφαση και μόνο στο πλαίσιο κάποιου διαβεβαιωτικού έργου στην υπηρεσία που αναφέρεται στη δικαστική απόφαση, έχει νόημα η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου να «ελέγξει» εάν τηρήθηκε σωστά η διαδικασία. Σε διαφορετική περίπτωση και με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη η διάταξη, προκαλεί αντίθεση με το περιεχόμενο του ν.4795/2021, ο οποίος θέλει τη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου να μην εμπλέκεται καθ’οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα και να μην αναλαμβάνει επιχειρησιακά καθήκοντα.
Το περιεχόμενο του υπό διαβούλευση άρθρου εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς τη συμβατότητά του με τον θεσμικό ρόλο και τις βασικές αρχές λειτουργίας των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου στον δημόσιο τομέα, καθώς ακυρώνει τη διάκριση μεταξύ των ρόλων της 1ης και 2ης γραμμής, που αφορούν την εκτέλεση και παρακολούθηση των επιχειρησιακών διαδικασιών, και της 3ης γραμμής, που αφορά τον ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο. Η προτεινόμενη ρύθμιση αποδίδει στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου αρμοδιότητες που συνδέονται άμεσα με τη διοικητική διαδικασία συμμόρφωσης προς δικαστικές αποφάσεις του Νόμου 3068/2002, όπως η διαβίβαση των αποφάσεων στις αρμόδιες υπηρεσίες, η παροχή κατευθύνσεων για τις ενέργειες συμμόρφωσης και η παρακολούθηση της υλοποίησης των σχετικών ενεργειών, οι οποίες αποτελούν κατεξοχήν διοικητικές και επιχειρησιακές αρμοδιότητες των καθ’ ύλην αρμόδιων οργανικών μονάδων και των οργάνων διοίκησης του φορέα. Η ανάθεση των αρμοδιοτήτων αυτών στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου δημιουργεί σύγχυση ρόλων και ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης της λειτουργικής τους ανεξαρτησίας, καθώς μια μονάδα που συμμετέχει ενεργά στην υλοποίηση διοικητικών ενεργειών ενδέχεται στη συνέχεια να κληθεί να αξιολογήσει τις ίδιες αυτές διαδικασίες.
Για τους λόγους αυτούς, η διάταξη κρίνεται σκόπιμο να αναδιατυπωθεί, ώστε να διασφαλίζεται ο θεσμικός ρόλος και η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου. Η Μονάδα θα πρέπει να περιορίζεται, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, στην παρακολούθηση και αξιολόγηση της συμμόρφωσης των αρμόδιων υπηρεσιών προς τις δικαστικές αποφάσεις και στη διατύπωση σχετικών συστάσεων προς τη διοίκηση, χωρίς ανάμειξη σε επιχειρησιακές αποφάσεις ή ενέργειες.
Η υφιστάμενη διατύπωση του άρθρου οδηγεί σε άμεση εμπλοκή της ΜΕΕ στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα, γεγονός που αντίκειται τόσο στις διατάξεις του ν. 4795/2021 (Α’ 62) σχετικά με την ανεξαρτησία της Μονάδας όσο και στις αρχές που απορρέουν από τα Παγκόσμια Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF 2024) του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να επανεξετάσετε τη διάταξη, και εφόσον κριθεί απαραίτητη να αναδιατυπωθεί ώστε να ευθυγραμμίζεται με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Επίσης, για κάθε εμπλοκή την ΜΕΕ θα έπρεπε να λαμβάνεται σύμφωνη γνώμη της ΕΑΔ, λαμβανομένου υπόψη του θεσμικού της ρόλου ως προς τη λειτουργία και την εποπτεία του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, όπως αυτός προβλέπεται από τον ως άνω νόμο.
Η προτεινόμενη διάταξη, αλλοιώνει τον θεσμικό ρόλο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου και αντίκειται στις αρχές ανεξαρτησίας, αντικειμενικότητας και μη ανάληψης επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων που απορρέουν τόσο από τον Ν 4795/2021 όσο και από τα Παγκόσμια Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου. Η συμμόρφωση προς δικαστικές αποφάσεις πρέπει να παραμένει ευθύνη της διοίκησης και των καθ’ ύλην αρμόδιων υπηρεσιών, ενώ η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου μπορεί μόνο να αξιολογεί, σε συστημικό επίπεδο, την επάρκεια του σχετικού πλαισίου συμμόρφωσης
Η διάταξη αποδίδει στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) αρμοδιότητες που συνδέονται άμεσα με τη διοικητική διαδικασία συμμόρφωσης προς δικαστικές αποφάσεις του Νόμος 3068/2002, όπως η διαβίβαση των αποφάσεων στις αρμόδιες υπηρεσίες, η παροχή κατευθύνσεων για τις ενέργειες συμμόρφωσης και η παρακολούθηση της υλοποίησης των σχετικών διοικητικών ενεργειών.
Οι ενέργειες αυτές αποτελούν κατεξοχήν διοικητικές και επιχειρησιακές αρμοδιότητες των καθ’ ύλην αρμόδιων οργανικών μονάδων και των οργάνων διοίκησης του φορέα, (1η και 2η γραμμή ρόλων, άρθρο 6 ν. 4795/2021). Η εμπλοκή της Μ.Ε.Ε. (3η γραμμή ρόλων) σε εκτελεστικά καθήκοντα, συνιστά ασυμβίβαστη εμπλοκή της Μ.Ε.Ε. στη διοικητική διαδικασία, δημιουργεί προφανή σύγχυση ρόλων και ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης της λειτουργικής ανεξαρτησίας του εσωτερικού ελέγχου, δεδομένου ότι μια μονάδα που συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία υλοποίησης διοικητικών ενεργειών ενδέχεται στη συνέχεια να κληθεί να αξιολογήσει τις ίδιες αυτές διαδικασίες, γεγονός που υπονομεύει την αντικειμενικότητα της, πλήττει τη λειτουργική της ανεξαρτησία και δημιουργεί σύγχυση ως προς τα όρια των αρμοδιοτήτων της.
Επιπλέον οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αντίκεινται ρητά στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4795/2021, στην Αρχή 1 του Πρότυπου Κώδικα Δεοντολογίας (ΦΕΚ Β΄/4634/2024), καθώς και στο διεθνώς αναγνωρισμένο «Μοντέλο των Τριών Γραμμών» του Institute of Internal Auditors (IIA).
Οι Μ.Ε.Ε. δεν αρνούνται τον έλεγχο διοικητικών διαδικασιών. Αρκεί ο έλεγχος αυτός ασκείται στο πλαίσιο των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στο θεσμικό πλαίσιο του Νόμος 4795/2021 και μέσω ελεγκτικών εργασιών που εντάσσονται στον ετήσιο προγραμματισμό τους. Η αξιολόγηση των διαδικασιών αυτών δεν δύναται σε καμία περίπτωση να μετατρέπεται σε πάγια διοικητική αρμοδιότητα ή σε καθημερινή λειτουργική διαδικασία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία οφείλει να διατηρεί τον ανεξάρτητο ελεγκτικό της ρόλο και να μην εμπλέκεται στην επιχειρησιακή υλοποίηση διοικητικών ενεργειών.
Κατόπιν των ανωτέρω, κρίνεται απαραίτητη η νομοτεχνική επεξεργασία του σχεδίου νόμου, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι Μ.Ε.Ε. περιορίζονται στον διασφαλιστικό και συμβουλευτικό τους ρόλο.
Συγκεκριμένα προτείνουμε, η διατύπωση να τροποποιηθεί ως εξής: «Οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου δεν συμμετέχουν σε διαδικασίες διοικητικής υλοποίησης της συμμόρφωσης προς δικαστικές αποφάσεις. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους δύνανται να αξιολογούν, μέσω ελεγκτικών εργασιών που εντάσσονται στον ετήσιο προγραμματισμό της Μονάδας, την επάρκεια των διαδικασιών που εφαρμόζει ο φορέας για τη συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να διατυπώνουν σχετικές συστάσεις προς τη διοίκηση».
Θα πρέπει να θεσπιστεί νομοθετικά διάταξη για οφειλές κατόπιν δικαστικής απόφασης του Δημοσίου, προς πολίτες ή δημοσίους υπαλλήλους η οποία να προβλέπει νόμιμο τόκο υπερημερίας χωρίς όχληση, όπως προβλέπετε και για τις επιχειρήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 υποπαράγραφος Ζ5 του ν.4152/2013.
Είναι αδιανόητο ο πολίτης μετά από μια πολύχρονη δικαστική διαμάχη να υφίσταται και νέα ταλαιπωρία προκειμένου η Διοίκηση να συμμορφωθεί με την δικαστική απόφαση και να του καταβάλλει την επιδικασθείσα αποζημίωση.
Η εκ νέου αίτηση του πολίτη, προς το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.3068/2002 για την συμμόρφωση της Διοίκησης στην δικαστική απόφαση, ή και η αναφορά του προς τον Συνήγορο του πολίτη ή την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, καταρρακώνουν τον πολίτη και κλονίζουν την εμπιστοσύνη του προς την Δημόσια Διοίκηση και το κράτους Δικαίου.
Παρατήρηση επί του άρθρου 8 – Προσθήκη άρθρου 10Α στον Νόμος 4795/2021
(Συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις):
Η ανωτέρω διατύπωση δημιουργεί ζήτημα συμβατότητας με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθόσον δύναται να εκληφθεί ότι συνεπάγεται εμπλοκή της στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα. Η ερμηνεία αυτή αντίκειται ευθέως στην αρχή της λειτουργικής ανεξαρτησίας της Μονάδας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 παρ. 2 του Νόμος 4795/2021, σύμφωνα με το οποίο οι εσωτερικοί ελεγκτές δεν επιτρέπεται να εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε να αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή.
Περαιτέρω, η ως άνω διατύπωση δεν συνάδει με τις αρχές και τα πρότυπα που απορρέουν από το International Professional Practices Framework (IPPF) 2024 του Institute of Internal Auditors, τα οποία προβλέπουν ρητώς τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου.
Για τους λόγους αυτούς, η διάταξη χρήζει επανεξέτασης και αναδιατύπωσης, προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης συμμόρφωσή της με το ισχύον θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο. Επιπροσθέτως, κρίνεται αναγκαία η διατύπωση σύμφωνης γνώμης από την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, δεδομένου του θεσμικού της ρόλου ως προς την εποπτεία και την εύρυθμη λειτουργία του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός απορρέει από τον ανωτέρω νόμο.
Το άρθρο έρχεται σε ευθεία αντίθεση και καταστρατηγεί τις διατάξεις του ν. 4795/2021 περί των αρμοδιοτήτων της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου (αρ.10) και της ανεξαρτησίας της λειτουργίας της (αρ.7), θέτοντας σε κίνδυνο την αντικειμενικότητα των ελέγχων στον φορέα.
Το προτεινόμενο άρθρο 10Α παραβιάζει ευθέως τον ν. 4795/2021 και τα Διεθνή Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF 1100, 1110, 1130), τις αρχές COSO, τον Κώδικα Δεοντολογίας Ε.Ε. ΚΑΙ το Μοντέλο Τριών Γραμμών Ρόλων, αναθέτοντας στις Μ.Ε.Ε. επιχειρησιακές αρμοδιότητες που αντιστρατεύονται την ανεξαρτησία, την αντικειμενικότητα και τον μη εκτελεστικό χαρακτήρα του εσωτερικού ελέγχου.
Η εμπλοκή της Μ.Ε.Ε. στη διαδικασία συμμόρφωσης με δικαστικές αποφάσεις δημιουργεί θεσμικό ασυμβίβαστο “ελεγκτή–ελεγχόμενου”, καταργεί την αρχή της μη συμμετοχής σε διοικητικές λειτουργίες, υπονομεύει τον risk-based προγραμματισμό που προβλέπει η ΚΥΑ 86218/2022 και επιβαρύνει τη διαδικασία, υποκαθιστώντας αδικαιολόγητα τη Νομική Υπηρεσία που διαθέτει τον πλήρη φάκελο και την αρμοδιότητα εκτέλεσης.
Η διάταξη είναι ασαφής ως προς το αν η απόφαση “κοινοποιείται” ή “διαβιβάζεται” στη Μ.Ε.Ε., γεγονός που μεταβάλλει ουσιωδώς τον ρόλο της και καταδεικνύει ελλιπή κατανόηση του θεσμικού πλαισίου.
Αν ο σκοπός είναι η ενίσχυση της παρακολούθησης, η μόνη θεσμικά ορθή λύση είναι η προσθήκη στο άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 4795/2021 αρμοδιότητας αξιολόγησης των διαδικασιών συμμόρφωσης με τον ν. 3068/2002, χωρίς ανάθεση εκτελεστικών καθηκόντων.
Με το άρθρο 8 ανατίθεται στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου (ΜΕΕ) η «διασφάλιση συμμόρφωσης», κάτι που είναι εκτελεστικό έργο και όχι ελεγκτικό.
Η συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις αποτελεί συνταγματική υποχρέωση και κύρια ευθύνη των νομικών υπηρεσιών και των αποφασιστικών οργάνων κάθε φορέα. Με το ως άνω άρθρο, οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου (ΜΕΕ) καλούνται να αναλάβουν ρόλο «εκτελεστή» δικαστικών αποφάσεων, γεγονός που έρχεται σε ευθεία ρήξη με τον συμβουλευτικό και διασφαλιστικό τους χαρακτήρα (άρθρο 22, ν. 4795/2021).
Η προτεινόμενη διάταξη εισάγει αρμοδιότητες που αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του Εσωτερικού Ελέγχου, όπως αυτή ορίζεται με τον ν. 4795/2021 και με τα Διεθνή Πρότυπα για την Επαγγελματική Εφαρμογή του Εσωτερικού Ελέγχου (International Professional Practices Framework – IPPF), όπως καθορίζονται από το Ινστιτούτο Εσωτερικών Ελεγκτών (Institute of Internal Auditors – I.I.A.).
Είναι κρίσιμο να αποσαφηνιστεί εάν η Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ΕΑΔ), ως ο καθ’ ύλην αρμόδιος φορέας για τον συντονισμό και την εποπτεία του Εθνικού Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, έχει γνωμοδοτήσει επί της συγκεκριμένης ρύθμισης. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από το ισχύον πλαίσιο χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της ΕΑΔ ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας ενός συγκεχυμένου και δυσλειτουργικού ελεγκτικού περιβάλλοντος.
Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν συμμετέχουν με κανέναν τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακές αρμοδιότητες που σχετίζονται με τη λειτουργία της. Σύμφωνα με τα Παγκόσμια Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου 2024 (Global IIA Standards) και ειδικότερα με την Αρχή της Ανεξαρτησίας και Αντικειμενικότητας, η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου οφείλει να ασκείται με πλήρη ανεξαρτησία και οι εσωτερικοί ελεγκτές να διατηρούν αντικειμενική κρίση κατά την εκτέλεση του έργου τους. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου παρέχει κατευθυντήριες οδηγίες για θέματα συμμόρφωσης, δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια να αξιολογήσει αντικειμενικά την εφαρμογή τους, καθώς θα δημιουργούνταν ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων.
«Επιπλέον των αρμοδιοτήτων του άρθρου 10, οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου διασφαλίζουν ότι ο φορέας, στον οποίον υπάγονται, συμμορφώνεται με τις δικαστικές αποφάσεις του άρθρου 1 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), χωρίς να απαιτείται να ενεργοποιηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στον ν. 3068/2002.»
Δηλαδή προκειμένου να μην ενεργοποιηθεί ο Ν. 3068/2002 άρθρο 2 που προβλέπει: «Η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο :α) του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, αν πρόκειται για αποφάσεις αυτού ,β) του Συμβουλίου της Επικρατείας, αν πρόκειται για αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, γ) του Αρείου Πάγου, αν πρόκειται για αποφάσεις των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων όλων των βαθμίδων κα ιδ) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αν πρόκειται για αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού.» , οι ευθύνες του τριμελούς συμβουλίου που αποτελείται από προέδρους συμβούλους και εισηγητές, μεταβιβάζονται στην Μ.Ε.Ε. που αποτελείται κατά κύριο λόγω από ένα άτομο που δεν είναι δικαστής και επιπλέον παραβιάζοντας ουσιαστικά τα Διεθνή Πρότυπα, τον Κώδικα Δεοντολογίας Ε.Ε., το Μοντέλο Τριών Γραμμών Ρόλων, τις αρχές COSO, δηλαδή στην βάση του τον ίδιο το νόμο 4795/2021.
Η Νομική Υπηρεσία ανήκει στην δεύτερη γραμμή ρόλων που παρέχει πρόσθετη διασφάλιση σε ζητήματα που σχετίζονται τον κίνδυνο ή την κανονιστική και νομική συμμόρφωση εντός του φορέα σε συνδυασμό με την πρώτη γραμμή και την Διοίκηση στην οποία ανήκει η ευθύνη συμμόρφωσης εν τέλει.
Επιπλέον αν συνεχίσουμε με αυτό το ρυθμό να αναλαμβάνουμε ως Μ.Ε.Ε. αρμοδιότητες που «περισσεύουν» στο τέλος δεν θα χρειάζεται να καταρτίζουμε Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων, ούτε να εκδίδονται Εντολές Ελέγχου από την Διοίκηση, θα είναι ένα πακέτο «ελέγχων» έτοιμο για όλους. Με αυτό τον τρόπο καταργείται επί τις ουσίας ο ρόλος της Μ.Ε.Ε.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8
Σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο (ν.4795/2021) ο ρόλος της ΜΕΕ είναι διαβεβαιωτικός, συμβουλευτικός και όχι εκτελεστικός. Η ΜΕΕ δεν αποφασίζει, δεν υλοποιεί πολιτικές και δεν υποκαθιστά διοικητικά όργανα. Επομένως δεν μπορεί να αποφασίζει τον τρόπο εφαρμογής δικαστικών αποφάσεων, δεν μπορεί να εγκρίνει ή να συντάσσει πράξεις συμμόρφωσης, ούτε να εισηγείται την άσκηση ένδικων μέσων.
Η σχετική ρύθμιση χρειάζεται αναδιατύπωση καθώς εμπλέκει τη ΜΕΕ στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα κατά παράβαση του αρ.7 ν.4795/21, περί ανεξαρτησίας της Μονάδας και των επιταγών των Παγκοσμίων Προτύπων Εσωτερικού Ελέγχου και του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών. Η ΜΕΕ δύναται να εξετάζει την ύπαρξη διαδικασιών συμμόρφωσης, να παρακολουθεί την τήρηση των προθεσμιών, να καταγράφει τις καθυστερήσεις επισημαίνοντας του κινδύνους μη συμμόρφωσης και να αναφέρει όλα τα παραπάνω στη Διοίκηση. Σε καμία περίπτωση δεν δύναται να αποφασίζει ή να υλοποιεί πράξεις συμμόρφωσης και πολύ περισσότερο να εμπλέκεται στη στρατηγική των Νομικής Υπηρεσίας του φορέα του.
Επομένως η Διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται και η ΜΕΕ να ελέγχει ότι συμμορφώνεται.
Επίσης σκόπιμη και αναγκαία κρίνεται ή άποψη και τοποθέτηση της ΕΑΔ επί του θέματος λόγω του θεσμικού της ρόλου στη λειτουργία του ΣΕΕ (ν.4795/2021, Α’62)
Παρατήρηση επί του άρθρου 8 – Προσθήκη άρθρου 10Α στον Νόμος 4795/2021
(Συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις)
Η προτεινόμενη διάταξη, με την οποία εισάγεται το άρθρο 10Α στον Νόμος 4795/2021, εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς τη συμβατότητά της με τον θεσμικό ρόλο και τις βασικές αρχές λειτουργίας των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου στον δημόσιο τομέα.
Σύμφωνα με τον ν. 4795/2021, ο εσωτερικός έλεγχος αποτελεί ανεξάρτητη και αντικειμενική λειτουργία διασφάλισης και συμβουλευτικής υποστήριξης προς τη διοίκηση, με αποστολή την αξιολόγηση της επάρκειας και αποτελεσματικότητας των συστημάτων διακυβέρνησης, διαχείρισης κινδύνων και εσωτερικού ελέγχου του φορέα. Η λειτουργία αυτή προϋποθέτει σαφή διάκριση μεταξύ της ελεγκτικής δραστηριότητας και των διοικητικών ή επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών.
Ωστόσο, η προτεινόμενη ρύθμιση αποδίδει στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου αρμοδιότητες που συνδέονται άμεσα με τη διοικητική διαδικασία συμμόρφωσης προς δικαστικές αποφάσεις του Νόμος 3068/2002, όπως η διαβίβαση των αποφάσεων στις αρμόδιες υπηρεσίες, η παροχή κατευθύνσεων για τις ενέργειες συμμόρφωσης και η παρακολούθηση της υλοποίησης των σχετικών διοικητικών ενεργειών.
Οι ενέργειες αυτές αποτελούν κατεξοχήν διοικητικές και επιχειρησιακές αρμοδιότητες των καθ’ ύλην αρμόδιων οργανικών μονάδων και των οργάνων διοίκησης του φορέα. Η ανάθεσή τους στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου δημιουργεί προφανή σύγχυση ρόλων και ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης της λειτουργικής ανεξαρτησίας του εσωτερικού ελέγχου, δεδομένου ότι μια μονάδα που συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία υλοποίησης διοικητικών ενεργειών ενδέχεται στη συνέχεια να κληθεί να αξιολογήσει τις ίδιες αυτές διαδικασίες.
Η προσέγγιση αυτή δεν ευθυγραμμίζεται ούτε με τις διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές του εσωτερικού ελέγχου, όπως αποτυπώνονται στο μοντέλο των τριών γραμμών (Three Lines Model) του Institute of Internal Auditors, σύμφωνα με το οποίο ο εσωτερικός έλεγχος αποτελεί ανεξάρτητη λειτουργία αξιολόγησης (third line), ενώ η εφαρμογή των διαδικασιών συμμόρφωσης ανήκει στις επιχειρησιακές υπηρεσίες του οργανισμού.
Για τον λόγο αυτό, θα ήταν σκόπιμο να αποσαφηνιστεί στη διάταξη ότι οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου δεν συμμετέχουν σε διαδικασίες διοικητικής υλοποίησης της συμμόρφωσης προς δικαστικές αποφάσεις.
Οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου δύνανται να αξιολογούν, στο πλαίσιο των ελεγκτικών τους αρμοδιοτήτων, την επάρκεια των διαδικασιών που εφαρμόζει ο φορέας για τη συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις, μέσω σχετικών ελεγκτικών εργασιών. Οι έλεγχοι αυτοί δεν αποτελούν πάγια διοικητική διαδικασία, αλλά δύνανται να διενεργούνται κατόπιν εντολής του επικεφαλής του φορέα και στο πλαίσιο του ετήσιου προγραμματισμού των ελέγχων της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, όπως προβλέπεται στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της.
Προτεινόμενη νομοτεχνική βελτίωση της διάταξης
«Οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου δεν συμμετέχουν σε διαδικασίες διοικητικής υλοποίησης της συμμόρφωσης προς δικαστικές αποφάσεις. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους δύνανται να αξιολογούν, μέσω ελεγκτικών εργασιών που εντάσσονται στον ετήσιο προγραμματισμό της Μονάδας κατόπιν έγκρισης του επικεφαλής του φορέα, την επάρκεια των διαδικασιών που εφαρμόζει ο φορέας για τη συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να διατυπώνουν σχετικές συστάσεις προς τη διοίκηση.»
Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η συμμόρφωση του φορέα προς τις δικαστικές αποφάσεις, χωρίς να αλλοιώνεται ο θεσμικός ρόλος των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου ως ανεξάρτητων μηχανισμών διασφάλισης.
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΤΗΡΙΧΘΕΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΟΝΑΔΑ ΠΟΥ ΚΑΛΑΛ ΚΑΛΑ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΣΤΕΛΕΧΩΣΗ ΤΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η προτεινόμενη ρύθμιση καθώς εγείρει ζητήματα ως προς τη σαφή διάκριση μεταξύ της ελεγκτικής λειτουργίας και της επιχειρησιακής λειτουργίας της διοίκησης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή και βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικότητας του εσωτερικού ελέγχου στη δημόσια διοίκηση.
Ειδικότερα, η ρύθμιση αυτή αποδίδει στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου ρόλο επιχειρησιακής καθοδήγησης των υπηρεσιών του φορέα και της αναθέτει επιχειρησιακά καθήκοντα και ευθύνες όπως η διαβίβαση των αποφάσεων στις αρμόδιες οργανικές μονάδες και η παροχή κατευθύνσεων για τις αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης.
Ωστόσο, τόσο ο ίδιος ο ν. 4795/2021 (άρ. 7) όσο και τα Παγκόσμια Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου επιτάσσουν:
1. την ανεξαρτησία της ελεγκτικής λειτουργίας και
2. την μη ανάληψη επιχειρησιακών/διοικητικών καθηκόντων από τον εσωτερικό ελεγκτή.
Ο ρόλος των εσωτερικών ελεγκτών συνίσταται στην ανεξάρτητη αξιολόγηση διαδικασιών και στη διατύπωση συστάσεων/προτάσεων προς τη διοίκηση, με σκοπό τη βελτίωση της εκάστοτε ελεγχόμενης διαδικασίας. Η ανάθεση επιχειρησιακών καθηκόντων ενδέχεται να επηρεάσει την ανεξαρτησία της ελεγκτικής λειτουργίας, καθώς ο εσωτερικός ελεγκτής θα μπορούσε να κληθεί να ελέγξει διαδικασίες στις οποίες ο ίδιος συμμετείχε.
Περαιτέρω, η διατύπωση ότι οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου «διασφαλίζουν» τη συμμόρφωση του φορέα προς τις δικαστικές αποφάσεις είναι προβληματική. Η λέξη «διασφαλίζουν» σημαίνει ουσιαστικά ότι έχουν ευθύνη επίτευξης του αποτελέσματος, δηλαδή ότι η συμμόρφωση πρέπει να πραγματοποιηθεί.
Όμως στον εσωτερικό έλεγχο η ευθύνη είναι διαφορετική:
οι εσωτερικοί ελεγκτές παρέχουν διασφάλιση (assurance) και μάλιστα «εύλογη» και όχι απόλυτη μέσω ελέγχου και αξιολόγησης, αλλά δεν ευθύνονται για την ίδια την υλοποίηση των διοικητικών ενεργειών.
Η ευθύνη συμμόρφωσης ανήκει στη διοίκηση και στις αρμόδιες υπηρεσίες του φορέα.
Αν παραμείνει η διατύπωση «διασφαλίζουν», δημιουργείται η εντύπωση ότι η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου φέρει ευθύνη για το αποτέλεσμα, κάτι που δεν συνάδει με τον ρόλο της. Η ευθύνη για την υλοποίηση των ενεργειών συμμόρφωσης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανήκει και πρέπει να παραμείνει στις καθ’ ύλην αρμόδιες οργανικές μονάδες του φορέα.
Επιπλέον, η διάταξη δημιουργεί και ζήτημα διοικητικής ιεραρχίας. Η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου δεν εντάσσεται στην ιεραρχική δομή των υπηρεσιών του φορέα ώστε να παρέχει κατευθύνσεις προς αυτές, αλλά αναφέρεται απευθείας στον επικεφαλής του φορέα, χωρίς να διαθέτει διοικητική εξουσία επί των οργανικών μονάδων.
Τέλος, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη και το ζήτημα της υποστελέχωσης των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις αυτές στελεχώνονται από έναν μόνο υπάλληλο – εσωτερικό ελεγκτή. Η ανάθεση καθηκόντων που απαιτούν άμεση ενέργεια, όπως η διαβίβαση των αποφάσεων, ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτικό πρόβλημα λειτουργίας σε περίπτωση απουσίας του.
Εν κατακλείδι, εφόσον η προτεινόμενη ρύθμιση υιοθετηθεί, θα δημιουργηθούν αντιφάσεις εντός του ίδιου νομοθετικού πλαισίου, καθώς και πληθώρα άλλα ζητήματα, γεγονός που θα οδηγήσει στην υπονόμευση του θεσμού του εσωτερικού ελέγχου.
Για τους λόγους αυτούς προτείνεται η αναδιατύπωση της σχετικής πρόβλεψης, ώστε η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου να περιορίζεται στην αξιολόγηση της διαδικασίας συμμόρφωσης προς τις δικαστικές αποφάσεις από τις αρμόδιες υπηρεσίες και στην ενημέρωση της διοίκησης για τυχόν καθυστερήσεις ή παραλείψεις, καθώς και στη διατύπωση συστάσεων ή προτάσεων για τη βελτίωση της σχετικής διαδικασίας, χωρίς παροχή επιχειρησιακών κατευθύνσεων προς τις υπηρεσίες ή ανάληψη επιχειρησιακών καθηκόντων και ευθυνών.
Άραγε η Εθνική Αρχή διαφάνειας έχει ενημερωθεί και ερωτηθεί για την επικείμενη αυτή ρύθμιση, όπως επιτάσσει το άρ. 22 του ν. 4795/21;
Στο άρθρο 7 παρ. 2 ν. 4795/2021: «Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή.»
Στα Παγκόσμια Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου 2024 (Global IIA Standards), Αρχή Ανεξαρτησίας και Αντικειμενικότητας: «Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου πρέπει να είναι ανεξάρτητη και οι εσωτερικοί ελεγκτές πρέπει να είναι αντικειμενικοί κατά την εκτέλεση του έργου τους.»
Εφόσον η ΜΕΕ παράσχει κατευθύνσεις για τη συμμόρφωση, δεν δύναται να ελέγξει αντικειμενικά εκ των υστέρων την ορθότητα εφαρμογής τους, καθώς θα υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων.
Η διατύπωση του άρθρου 8 εισάγει μια εσφαλμένη λειτουργική ροή. Η υποχρέωση συμμόρφωσης του φορέα προς τις δικαστικές αποφάσεις αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου (ΣΕΕ), δηλαδή των αρμόδιων νομικών ή διοικητικών υπηρεσιών (1η και 2η γραμμή άμυνας). Η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου (ΜΕΕ) 3η γραμμή άμυνας, αξιολογεί την επάρκεια του ΣΕΕ, αλλά δεν συμμετέχει στην εφαρμογή του. Η ευθεία επιχειρησιακή εμπλοκή της ΜΕΕ ακυρώνει την ανεξαρτησία της κατά παράβαση του ν. 4795/2021 και των προτύπων του ΙΕΕ (IPPF 2024). Απαιτείται αναδιατύπωση και ευθυγράμμιση της διάταξης, ώστε οι δικαστικές αποφάσεις να διαβιβάζονται απευθείας στις καθ’ ύλην αρμόδιες επιχειρησιακές μονάδες.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡ.8: Η ανωτέρω διατύπωση συνεπάγεται ευθεία εμπλοκή της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα κατά παράβαση τόσο των προβλέψεων του ν.4795/2021, Α’ 62, περί ανεξαρτησίας της Μονάδας ( άρθρο 7 παρ. 2 ν. 4795/2021: «Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή.» όσο και των αντίστοιχων επιταγών των Παγκοσμίων Προτύπων Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF 2024) του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών. Απαιτείται επανεξέταση, αναδιατύπωση της διάταξης και ευθυγράμμισή της με το ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωση. Σκόπιμη και αναγκαία είναι και η σύμφωνη γνώμη της ΕΑΔ, λόγω του θεσμικού της ρόλου επί της λειτουργίας και του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, ο οποίος της αποδόθηκε δυνάμει του ν.4795/2021, Α’62.
Η διαρκής παρακολούθηση της συμμόρφωσης του φορέα με δικαστικές αποφάσεις συνιστά επιχειρησιακή λειτουργία που εμπίπτει στις ευθύνες της διοίκησης (Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου) και όχι της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.). Η ανάθεση τέτοιου καθήκοντος στη Μ.Ε.Ε., εκτός των ορίων συγκεκριμένων ελέγχων ή της παρακολούθησης υλοποίησης συστάσεων (follow-up), συνιστά ασυμβίβαστη εμπλοκή στη διοικητική λειτουργία, η οποία αντίκειται ρητά στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4795/2021 και στην Αρχή 1 του Πρότυπου Κώδικα Δεοντολογίας (ΦΕΚ Β΄/4634/2024), καθόσον υπονομεύει τη θεσμική ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του ελεγκτικού έργου.
Η προτεινόμενη διατύπωση συνεπάγεται ευθεία εμπλοκή της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα κατά παράβαση τόσο των προβλέψεων του ν.4795/2021, Α’ 62, περί ανεξαρτησίας της Μονάδας όσο και των αντίστοιχων επιταγών των Παγκοσμίων Προτύπων Εσωτερικού Ελέγχου του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών. Απαιτείται επανεξέταση, αναδιατύπωση της διάταξης και ευθυγράμμισή της με το ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωση. Σκόπιμη και αναγκαία είναι και η σύμφωνη γνώμη της ΕΑΔ, λόγω του θεσμικού της ρόλου επί της λειτουργίας και του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, ο οποίος της αποδόθηκε δυνάμει του ν.4795/2021, Α’62.
Η ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ ΤΗΣ Μ.Ε.Ε. ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝΑΝΤΙΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΝΟΜΟ 4795/21 ΓΙΑ ΤΙΣ Μ.Ε.Ε. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ΔΕΝ ΕΜΠΛΕΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΙΣ 1 ΚΑΙ2 ΓΡΑΜΜΗΣ ΡΟΛΩΝ ΤΟΥ Σ.Ε.Ε.
Είναι απαραίτητο οι νέες αρμοδιότητες που ανατίθενται από το άρθρ. 8 στην Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου να επανεξεταστούν διότι διαφαίνεται σύγχυση αντίληψης του έργου και των αρμοδιοτήτων της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου.
Συγκεκριμένα:
σύμφωνα με τον Ν.4795/2021:
Παράγραφος 17, Άρθρο 3: «Συμβουλευτικές υπηρεσίες»: οι υπηρεσίες οι οποίες στοχεύουν στη βελτίωση των συστημάτων και διαδικασιών διακυβέρνησης, διαχείρισης κινδύνων και των δικλίδων ελέγχου ενός φορέα, προσθέτοντας αξία σε αυτόν, χωρίς να εμπλέκονται στην άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργάνων ή των μονάδων προς τις οποίες παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές.
Παράγραφος 2γ, Άρθρο 6: γ) Η τρίτη γραμμή περιλαμβάνει τη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία παρέχει στον επικεφαλής του φορέα εύλογη διαβεβαίωση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα του συστήματος και των διαδικασιών διακυβέρνησης, διαχείρισης των κινδύνων και των επιμέρους στοιχείων και δικλίδων ελέγχου του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, που αποτελούν αρμοδιότητα των δύο πρώτων γραμμών ρόλων.
Παράγραφος 2, Άρθρο 7: Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή.
Το νέο άρθρ. 8 προσθέτει επιχειρησιακές αρμοδιότητες που είναι αντίθετες με τα προαναφερθέντα άρθρα του νόμου 4795/2021 και θα δημιουργήσει σύγκρουση καθηκόντων.(έλεγχος των διαδικασιών που ο ίδιος ο ελεγκτής άσκησε!)
Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ Μ.Ε.Ε. ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΑΝΤΙΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΝΟΜΟ 4795/21 ΓΙΑ ΤΙΣ Μ.Ε.Ε. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ΔΕΝ ΕΜΠΛΕΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΙΣ 1 ΚΑΙ2 ΓΡΑΜΜΗΣ ΡΟΛΩΝ ΤΟΥ Σ.Ε.Ε.
Η ENASXOLHSH ΤΗΣ Μ.Ε.Ε. ME ΤΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΝΤΙΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΝΟΜΟ 4795/21 ΓΙΑ ΤΙΣ Μ.Ε.Ε. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ΔΕΝ ΕΜΠΛΕΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΙΣ 1 ΚΑΙ2 ΓΡΑΜΜΗΣ ΡΟΛΩΝ ΤΟΥ Σ.Ε.Ε.ΚΑΤΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΚΑΤΑΣΤΡΑΤΗΓΙΤΑΙ Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΠΙΣΤΙ ΤΗΣ Μ.Ε.Ε.
Με τα διαλαμβανόμενα της παρ. 2 είναι προφανές πως προστίθενται επιχειρησιακά καθήκοντα στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου και χάνεται ο εποπτικός και ελεγκτικός της ρόλος. Άμεσα πρέπει να πάρει θέση η ΕΑΔ. Κινδυνεύει η αντικειμενικότητα και αμεροληψία των Εσωτερικών Ελεγκτών.
Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΤΗΣ Μ.Ε.Ε. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΑΝΤΙΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ 4795/21 ΓΙΑ ΤΙΣ Μ.Ε.Ε. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ΔΕΝ ΕΜΠΛΕΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΙΣ 1 ΚΑΙ2 ΓΡΑΜΜΗΣ ΡΟΛΩΝ ΤΟΥ Σ.Ε.Ε.
Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ Μ.Ε.Ε. ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΑΝΤΙΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΝΟΜΟ 4795/21 ΓΙΑ ΤΙΣ Μ.Ε.Ε. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ΔΕΝ ΕΜΠΛΕΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΙΣ 1 ΚΑΙ2 ΓΡΑΜΜΗΣ ΡΟΛΩΝ ΤΟΥ Σ.Ε.Ε.
4 Μαρτίου 2026, 13:53 | Ε.ΜΜόνιμος ΣύνδεσμοςΗ αρμοδιότητα που εισάγει το υπό διαβούλευση άρθρο :
α) έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την κείμενη νομοθεσία και τα Διεθνή Πρόπτυπα Εσωτερικού Ελέγχου, που επιβάλλουν την ανεξαρτησία της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου και τη μη εμπλοκή αυτού στην εκτέλεση επιχειρησιακών καθηκόντων,
β) δημιουργεί κατάλληλες προϋποθέσεις για την γένεση περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων, καθώς η Μ.Ε.Ε αναλαμβάνοντας ρόλο στη διοίκηση του φορέα ενδύεται διττό ρόλο, αυτό του ελεγκτή και ελεγχόμενου συγχρόνως,
γ) μέσω της υποχρεωτικής ένταξης συγκεκριμένων ελέγχων στο ετήσιο πρόγραμμα των μονάδων, αποδυναμώνεται ο ρόλος αυτών και η ελεύθερη βούληση όσον αφορά την αποτίμηση των κινδύνων που συντρέχουν ειδικά στον φορέα εντός του οποίου λειτουργούν.
Επικουρικά κατά την κρίση μου ουδόλως εξυπηρετείται ο σκοπός για τον οποίο θεσμίζεται η διάταξη, ήτοι η διευκόλυνση της διοικητικής δράσης προς όφελος των πολιτών, η απλούστευση διαδικασιών και η άρση γραφειοκρατικών εμποδίων, καθώς αντί να απλουστεύει προσθέτει επιπλέον βήματα στη ροή των ενεργειών που απαιτούνται.
Ειδικότερα, η τρέχουσα συνήθης πρακτική που ακολουθούν οι φορείς είναι η εξής: οι δικαστικές αποφάσεις επιδίδονται στη Νομική Υπηρεσία εκάστου φορέα, η οποία:
i) διαθέτει πλήρη φάκελο της υπόθεσης, με σαφή εικόνα για το σύνολο των εμπλεκόμενων μερών, αλλά και αναγκαίων ενεργειών, την ωριμότητα της απόφασης για εκτέλεση (π.χ αναγνωριστική απόφαση, προσωρινά εκτελεστή, τελεσίδικη, τυχόν ένδικα μέσα που επείγει να ασκηθούν επ’ ωφελεία του φορέα και του δημοσίου συμφέροντος κλπ),
ii) διαθέτει όλη τη γνώση και υποδομή για τον τρόπο που οφείλει ο φορέας να εκτελέσει την απόφαση (π.χ σε περίπτωση που υπάρχει οικονομικό αντικείμενο τοκοφορία, έναρξη αυτής, είδος επιτοκίου ή σε περίπτωση που επιβάλλεται συμμόρφωση του νόμιμου τρόπου, π.χ έκδοση ανακλητικής πράξης κλπ).
Εν συνεχεία, η Νομική Υπηρεσία κατά περίπτωση διαβιβάζει το φάκελο αρμοδίως και με το σύνολο των αναγκαίων δικαιολογητικών (είτε για πληρωμή, είτε στην αρμόδια υπηρεσία για συμμόρφωση κλπ).
Προσθέτωντας τη Μ.Ε.Ε στη διαδικασία αυτή για να υποκαταστήσει ουσιαστικά τη νομική υπηρεσία αυξάνεται ο χρόνος που απαιτείται για συμμόρφωση (πρέπει να ζητήσει φάκελο από τη Νομική Υπηρεσία και τη Διοίκηση, να εξετάσει την ωριμότητα για συμμόρφωση, να διαβουλευτεί με την Ν.Υ, τα στελέχη της αρμόδιας υπηρεσίας κλπ), και – λόγω της εξειδίκευσης των Ν.Υ σε θέματα συμμόρφωσης – δημιουργείται ο κίνδυνος επί τα χείρω.
Εναλλακτικά λοιπόν, θα μπορούσε να τροποποιηθεί / συμπληρωθεί ο Ν. 4795/2021, ως ισχύει και να προστεθεί στο αρ. 10, παρ. 2 περ. ιζ) με αρμοδιότητα της Μ.Ε.Ε να ελέγχει και να αξιολογεί τις διαδικασίες που ακολουθεί ο φορέας σχετικά με τη συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις ν. 3068/2002.
Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της λειτουργίας της Μ.Ε.Ε, αποφεύγεται η απόδοση ασυμβίβαστου ρόλου στην Μ.Ε.Ε και συγχρόνως τονίζεται εμφατικά προς τις Μ.Ε.Ε η σημασία της παρακολούθηση της συγκεκριμένης διαδικασίας, υπό το πρίσμα της συνολικής αξιολόγησης κινδύνων στον εκάστοτε φορέα .
Η υφιστάμενη διατύπωση του άρθρου οδηγεί σε άμεση εμπλοκή της ΜΕΕ στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα, γεγονός που αντίκειται τόσο στις διατάξεις του ν. 4795/2021 (Α’ 62) σχετικά με την ανεξαρτησία της Μονάδας όσο και στις αρχές που απορρέουν από τα Παγκόσμια Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF 2024) του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να επανεξετάσετε τη διάταξη, και εφόσον κριθεί απαραίτητη να αναδιατυπωθεί ώστε να ευθυγραμμίζεται με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Επίσης, για κάθε εμπλοκή την ΜΕΕ θα έπρεπε να λαμβάνεται σύμφωνη γνώμη της ΕΑΔ, λαμβανομένου υπόψη του θεσμικού της ρόλου ως προς τη λειτουργία και την εποπτεία του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, όπως αυτός προβλέπεται από τον ως άνω νόμο.
Υποβάλλονται τρεις παρατηρήσεις:
1. Περ. (β) — Σύγκρουση ρόλων / παραβίαση ανεξαρτησίας
Η ανάθεση στη ΜΕΕ της παροχής «κατευθύνσεων για τις αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης» συνιστά ανάληψη επιχειρησιακής ευθύνης, αντίθετη στο άρθρο 7 παρ. 2 ν. 4795/2021 και στα Παγκόσμια Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου 2024 (Global IIA Standards). Η ΜΕΕ που καθορίζει τις ενέργειες συμμόρφωσης αδυνατεί εν συνεχεία να τις ελέγξει αντικειμενικά.
-Η φράση «παρέχοντας κατευθύνσεις» να αντικατασταθεί από «ενημερώνοντας για το περιεχόμενο και τις απαιτήσεις της απόφασης».
2. Μονοπρόσωπες μονάδες — αδυναμία εκτέλεσης
Πολλές ΜΕΕ λειτουργούν με έναν (1) υπάλληλο που ήδη καλύπτει δεκάδες ελεγχόμενες μονάδες. Η αδιαφοροποίητη υποχρέωση συνεχούς παρακολούθησης αποφάσεων αόριστου αριθμού απορροφά πόρους από τον εγκεκριμένο προγραμματισμό ελέγχων (άρθρο 9 παρ. 7 ν. 4795/2021).
-Να προστεθεί: «Η ΜΕΕ ασκεί την αρμοδιότητα αυτή εντός των ορίων του εγκεκριμένου Ετήσιου Προγράμματος Εργασιών. Σε περίπτωση αδυναμίας, ενημερώνει εγγράφως τον επικεφαλής.»
3. Ευθύνη συμμόρφωσης — νομική αβεβαιότητα
Το άρθρο δεν ορίζει ρητά ότι η ευθύνη συμμόρφωσης παραμένει στις αρμόδιες υπηρεσίες, δημιουργώντας κίνδυνο έμμεσης εμπλοκής της ΜΕΕ.
-Να προστεθεί: «Η ευθύνη συμμόρφωσης ανήκει αποκλειστικά στις αρμόδιες οργανικές μονάδες και τον επικεφαλής του φορέα.»
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡ.8:
Επειδή οι εσωτερικοί ελεγκτές δεν αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα ούτε εμπλέκονται στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα, σύμφωνα με τον Ν. 4795/2021, (ΦΕΚ 62 τ. Α’), θα ήταν αντίθετο προς το νόμο αυτό και τα Παγκόσμια Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου, η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) να εμπλέκεται με αυτό τον τρόπο που υποδεικνύει το υπό ψήφιση άρθρο. Στα πλαίσια της συνολικής αξιολόγησης κινδύνων του φορέα και του εγκεκριμένου ετήσιου προγράμματός της, θα μπορούσε να ελέγχει και να αξιολογεί τις διαδικασίες του φορέα σχετικά με τη συμμόρφωση σε δικαστικές αποφάσεις του Ν. 3068/2002. Επομένως θα μπορούσε να προστεθεί σχετική διάταξη στις αρμοδιότητές της του άρθρου 10, παρ. 2 του Ν. 4795/2021, ώστε να παρακολουθεί τη συγκεκριμένη διαδικασία σύννομα.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡ.8: Η ανωτέρω διατύπωση συνεπάγεται ευθεία εμπλοκή της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα κατά παράβαση τόσο των προβλέψεων του ν.4795/2021, Α’ 62, περί ανεξαρτησίας της Μονάδας ( άρθρο 7 παρ. 2 ν. 4795/2021: «Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή.» όσο και των αντίστοιχων επιταγών των Παγκοσμίων Προτύπων Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF 2024) του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών. Απαιτείται επανεξέταση, αναδιατύπωση της διάταξης και ευθυγράμμισή της με το ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωση. Σκόπιμη και αναγκαία είναι και η σύμφωνη γνώμη της ΕΑΔ, λόγω του θεσμικού της ρόλου επί της λειτουργίας και του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, ο οποίος της αποδόθηκε δυνάμει του ν.4795/2021, Α’62.
Συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις
Επιπλέον των αρμοδιοτήτων του άρθρου 10, οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου διασφαλίζουν ότι ο φορέας, στον οποίον υπάγονται, συμμορφώνεται με τις δικαστικές αποφάσεις του άρθρου 1 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), χωρίς να απαιτείται να ενεργοποιηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στον ν. 3068/2002. Προκειμένου να ασκηθεί αυτή η αρμοδιότητα, οι δικαστικές αποφάσεις του πρώτου εδαφίου κοινοποιούνται στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του φορέα ή, αν κοινοποιηθούν σε άλλη οργανική μονάδα του φορέα, διαβιβάζονται αμελλητί στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία μεριμνά σε συνεργασία με τον Προϊστάμενο του εκάστοτε Τμήματος :
α) αν η απόφαση επιδικάζει χρηματικό ποσό, ο Προϊστάμενος του εκάστοτε Τμήματος να ειδοποιεί την αρμόδια Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών των άρθρων 24 και 25 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), στην οποία και διαβιβάζει την απόφαση για τις νόμιμες ενέργειες,
β) αν η απόφαση αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, ο Προϊστάμενος του εκάστοτε Τμήματος διαβιβάζει αυτήν στις οργανικές μονάδες που έχουν αρμοδιότητα για τη συμμόρφωση, παρέχοντας κατευθύνσεις για τις αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης,
γ) ο Προϊστάμενος του εκάστοτε Τμήματος παρακολουθεί τη συμμόρφωση και ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για την πορεία της, καθώς και την Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, που ως αυτοτελής Υπηρεσία υπάγεται στο ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα, το οποίο μέσω της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου ενημερώνει την Προϊσταμένη Αρχή ή/και το αρμόδιο Υπουργείο
δ) ο Προϊστάμενος του εκάστοτε Τμήματος επισημαίνει στα πειθαρχικώς προϊστάμενα όργανα παραλείψεις υπαλλήλων σε σχέση με τη συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση, για να διερευνηθεί αν οι παραλείψεις αυτές συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα.
Η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου παρακολουθεί τη συνολική συμμόρφωση του φορέα στις δικαστικές αποφάσεις, διαπιστώνει συστημικά προβλήματα και διατυπώνει εισηγήσεις για την επίλυσή τους.».
Το περιεχόμενο του υπό διαβούλευση άρθρου έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το πνεύμα του ν. 4795/2021και τα Διεθνή Πρότυπα για την Επαγγελματική Εφαρμογή του Εσωτερικού Ελέγχου (International Professional Practices Framework – IPPF), όπως καθορίζονται από το Ινστιτούτο Εσωτερικών Ελεγκτών (Institute of Internal Auditors – I.I.A.).
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4795/2021: «Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή.»
Χρειάζεται επανεξέταση και αναδιατύπωση και οπωσδήποτε θα πρέπει να ζητηθεί η σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, η οποία αποτελεί αρμόδιο φορέα για τον συντονισμό, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της λειτουργίας των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου.
Τα πρόσωπα που θα στελεχώνουν τον εσωτερικό μηχανισμό ελέγχου της συμμόρφωσης (υλοποίησης / εκτέλεσης) προς τις δικαστικές αποφάσεις ΔΕΝ θα πρέπει να είναι υπάλληλοι ούτε νομικοί σύμβουλοι αλλά ΔΙΚΑΣΤΕΣ. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης να διαθέσει δικαστή ώστε να πάψει το κατάντημα που υπάρχει μέχρι σήμερα (στους φορείς) όπου οι υπάλληλοι χρεώνονται δικαστικές αποφάσεις και είτε δεν ξέρουν , είτε δεν μπορούν , είτε δεν θέλουν , οι δικαστικές αποφάσεις μετατρέπονται σε σουρωτήρι και οι πολίτες τρέχουν στα συμβούλια συμμόρφωσης και πάλι τρέξιμο…. .
Ως παθών τα λέω αυτά καθώς σε φορέα επιδόθηκε αμετάκλητη δικαστική απόφαση ,τέσσερις υπάλληλοι χειριστές ανέλαβαν (διαδοχικά) , πήγα συμβούλιο συμμόρφωσης , έστειλα εξώδικο και ξανά υπάλληλοι και ξανά από την αρχή. Αν όμως υπήρχε δικαστής στο φορέα δεν θα είχαμε ξεκινήσει από τις 30 / 05 / 2023 και μέχρι σήμερα (Μάρτης 2026) η αμετάκλητη δικαστική απόφαση <> ζαλισμένη από τους διοικητικούς υπαλλήλους.
Τονίζω , μόνο δικαστής να ελέγχει την συμμόρφωση γιατί η απόφαση βγαίνει από δικαστή και πέραν του πολίτη που βασανίζεται από τον υπάλληλο που δεν ξέρει , δεν μπορεί ή που δεν θέλει να εκτελέσει την δικαστική απόφαση , Ο Δικαστής προσβάλλεται βάναυσα όταν το συμπέρασμά του (δικαστική απόφαση) γίνεται σουρωτήρι στα χέρια του φορέα.
Η αρμοδιότητα που εισάγει το υπό διαβούλευση άρθρο :
α) έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την κείμενη νομοθεσία και τα Διεθνή Πρόπτυπα Εσωτερικού Ελέγχου, που επιβάλλουν την ανεξαρτησία της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου και τη μη εμπλοκή αυτού στην εκτέλεση επιχειρησιακών καθηκόντων,
β) δημιουργεί κατάλληλες προϋποθέσεις για την γένεση περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων, καθώς η Μ.Ε.Ε αναλαμβάνοντας ρόλο στη διοίκηση του φορέα ενδύεται διττό ρόλο, αυτό του ελεγκτή και ελεγχόμενου συγχρόνως,
γ) μέσω της υποχρεωτικής ένταξης συγκεκριμένων ελέγχων στο ετήσιο πρόγραμμα των μονάδων, αποδυναμώνεται ο ρόλος αυτών και η ελεύθερη βούληση όσον αφορά την αποτίμηση των κινδύνων που συντρέχουν ειδικά στον φορέα εντός του οποίου λειτουργούν.
Επικουρικά κατά την κρίση μου ουδόλως εξυπηρετείται ο σκοπός για τον οποίο θεσμίζεται η διάταξη, ήτοι η διευκόλυνση της διοικητικής δράσης προς όφελος των πολιτών, η απλούστευση διαδικασιών και η άρση γραφειοκρατικών εμποδίων, καθώς αντί να απλουστεύει προσθέτει επιπλέον βήματα στη ροή των ενεργειών που απαιτούνται.
Ειδικότερα, η τρέχουσα συνήθης πρακτική που ακολουθούν οι φορείς είναι η εξής: οι δικαστικές αποφάσεις επιδίδονται στη Νομική Υπηρεσία εκάστου φορέα, η οποία:
i) διαθέτει πλήρη φάκελο της υπόθεσης, με σαφή εικόνα για το σύνολο των εμπλεκόμενων μερών, αλλά και αναγκαίων ενεργειών, την ωριμότητα της απόφασης για εκτέλεση (π.χ αναγνωριστική απόφαση, προσωρινά εκτελεστή, τελεσίδικη, τυχόν ένδικα μέσα που επείγει να ασκηθούν επ’ ωφελεία του φορέα και του δημοσίου συμφέροντος κλπ),
ii) διαθέτει όλη τη γνώση και υποδομή για τον τρόπο που οφείλει ο φορέας να εκτελέσει την απόφαση (π.χ σε περίπτωση που υπάρχει οικονομικό αντικείμενο τοκοφορία, έναρξη αυτής, είδος επιτοκίου ή σε περίπτωση που επιβάλλεται συμμόρφωση του νόμιμου τρόπου, π.χ έκδοση ανακλητικής πράξης κλπ).
Εν συνεχεία, η Νομική Υπηρεσία κατά περίπτωση διαβιβάζει το φάκελο αρμοδίως και με το σύνολο των αναγκαίων δικαιολογητικών (είτε για πληρωμή, είτε στην αρμόδια υπηρεσία για συμμόρφωση κλπ).
Προσθέτωντας τη Μ.Ε.Ε στη διαδικασία αυτή για να υποκαταστήσει ουσιαστικά τη νομική υπηρεσία αυξάνεται ο χρόνος που απαιτείται για συμμόρφωση (πρέπει να ζητήσει φάκελο από τη Νομική Υπηρεσία και τη Διοίκηση, να εξετάσει την ωριμότητα για συμμόρφωση, να διαβουλευτεί με την Ν.Υ, τα στελέχη της αρμόδιας υπηρεσίας κλπ), και – λόγω της εξειδίκευσης των Ν.Υ σε θέματα συμμόρφωσης – δημιουργείται ο κίνδυνος επί τα χείρω.
Εναλλακτικά λοιπόν, θα μπορούσε να τροποποιηθεί / συμπληρωθεί ο Ν. 4795/2021, ως ισχύει και να προστεθεί στο αρ. 10, παρ. 2 περ. ιζ) με αρμοδιότητα της Μ.Ε.Ε να ελέγχει και να αξιολογεί τις διαδικασίες που ακολουθεί ο φορέας σχετικά με τη συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις ν. 3068/2002.
Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της λειτουργίας της Μ.Ε.Ε, αποφεύγεται η απόδοση ασυμβίβαστου ρόλου στην Μ.Ε.Ε και συγχρόνως τονίζεται εμφατικά προς τις Μ.Ε.Ε η σημασία της παρακολούθηση της συγκεκριμένης διαδικασίας, υπό το πρίσμα της συνολικής αξιολόγησης κινδύνων στον εκάστοτε φορέα .
Η διατύπωση του άρθρου συνεπάγεται ευθεία εμπλοκή της ΜΕΕ στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα κατά παράβαση τόσο των προβλέψεων του ν.4795/2021, Α’ 62, περί ανεξαρτησίας της Μονάδας όσο και των αντίστοιχων επιταγών των Παγκοσμίων Προτύπων Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF 2024) του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών. Απαιτείται επανεξέταση, αναδιατύπωση της διάταξης και ευθυγράμμισή της με το ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωση. Σκόπιμη και αναγκαία είναι και η σύμφωνη γνώμη της ΕΑΔ, λόγω του θεσμικού της ρόλου επί της λειτουργίας και του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, ο οποίος της αποδόθηκε δυνάμει του ν.4795/2021, Α’62
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡ.8: «…Προκειμένου να ασκηθεί αυτή η αρμοδιότητα, οι δικαστικές αποφάσεις του πρώτου εδαφίου κοινοποιούνται στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του φορέα ή, αν κοινοποιηθούν σε άλλη οργανική μονάδα του φορέα, διαβιβάζονται αμελλητί στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία:
α) αν η απόφαση επιδικάζει χρηματικό ποσό, ειδοποιεί την αρμόδια Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών των άρθρων 24 και 25 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), στην οποία και διαβιβάζει την απόφαση για τις νόμιμες ενέργειες,
β) αν η απόφαση αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, διαβιβάζει αυτήν στις οργανικές μονάδες που έχουν αρμοδιότητα για τη συμμόρφωση, παρέχοντας κατευθύνσεις για τις αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης…»
Η ανωτέρω διατύπωση συνεπάγεται ευθεία εμπλοκή της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα κατά παράβαση των προβλέψεων του ν.4795/2021, Α’ 62, περί ανεξαρτησίας της Μονάδας και των αντίστοιχων επιταγών των Παγκοσμίων Προτύπων Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF 2024) του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών. Απαιτείται επανεξέταση, αναδιατύπωση της διάταξης και ευθυγράμμισή της με το ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωση. Αναγκαία είναι και η γνώμη της ΕΑΔ, λόγω του θεσμικού της ρόλου επί της λειτουργίας και του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου!
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡ.8:
«…Προκειμένου να ασκηθεί αυτή η αρμοδιότητα, οι δικαστικές αποφάσεις του πρώτου εδαφίου κοινοποιούνται στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του φορέα ή, αν κοινοποιηθούν σε άλλη οργανική μονάδα του φορέα, διαβιβάζονται αμελλητί στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία:
α) αν η απόφαση επιδικάζει χρηματικό ποσό, ειδοποιεί την αρμόδια Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών των άρθρων 24 και 25 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), στην οποία και διαβιβάζει την απόφαση για τις νόμιμες ενέργειες,
β) αν η απόφαση αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, διαβιβάζει αυτήν στις οργανικές μονάδες που έχουν αρμοδιότητα για τη συμμόρφωση, παρέχοντας κατευθύνσεις για τις αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης…»
Η ανωτέρω διατύπωση συνεπάγεται ευθεία εμπλοκή της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα κατά παράβαση των προβλέψεων του ν.4795/2021, Α’ 62, περί ανεξαρτησίας της Μονάδας και των αντίστοιχων επιταγών των Παγκοσμίων Προτύπων Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF 2024) του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών. Απαιτείται επανεξέταση, αναδιατύπωση της διάταξης και ευθυγράμμισή της με το ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωση. Αναγκαία είναι και η γνώμη της ΕΑΔ, λόγω του θεσμικού της ρόλου επί της λειτουργίας και του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου!
«…Προκειμένου να ασκηθεί αυτή η αρμοδιότητα, οι δικαστικές αποφάσεις του πρώτου εδαφίου κοινοποιούνται στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του φορέα ή, αν κοινοποιηθούν σε άλλη οργανική μονάδα του φορέα, διαβιβάζονται αμελλητί στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία:
α) αν η απόφαση επιδικάζει χρηματικό ποσό, ειδοποιεί την αρμόδια Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών των άρθρων 24 και 25 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), στην οποία και διαβιβάζει την απόφαση για τις νόμιμες ενέργειες,
β) αν η απόφαση αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, διαβιβάζει αυτήν στις οργανικές μονάδες που έχουν αρμοδιότητα για τη συμμόρφωση, παρέχοντας κατευθύνσεις για τις αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης…»
Η ανωτέρω διατύπωση συνεπάγεται ευθεία εμπλοκή της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα κατά παράβαση των προβλέψεων του ν.4795/2021, Α’ 62, περί ανεξαρτησίας της Μονάδας και των αντίστοιχων επιταγών των Παγκοσμίων Προτύπων Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF 2024) του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών. Απαιτείται επανεξέταση, αναδιατύπωση της διάταξης και ευθυγράμμισή της με το ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωση. Αναγκαία είναι και η γνώμη της ΕΑΔ, λόγω του θεσμικού της ρόλου επί της λειτουργίας και του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου!
Στο άρθρο 7 παρ. 2 ν. 4795/2021: «Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή.»
Στα Παγκόσμια Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου 2024 (Global IIA Standards), Αρχή Ανεξαρτησίας και Αντικειμενικότητας: «Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου πρέπει να είναι ανεξάρτητη και οι εσωτερικοί ελεγκτές πρέπει να είναι αντικειμενικοί κατά την εκτέλεση του έργου τους.»
Εφόσον η ΜΕΕ παράσχει κατευθύνσεις για τη συμμόρφωση, δεν δύναται να ελέγξει αντικειμενικά εκ των υστέρων την ορθότητα εφαρμογής τους, καθώς θα υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων.
Με τον τρόπο που διατυπώνεται το άρθρο ανατίθενται στους εσωτερικούς ελεγκτές λειτουργίες της διοίκησης σε αντίθεση με ότι ορίζει ο 4795/2021. Αποτέλεσμα αυτού θα είναι να «γκριζάρουν» τα όρια μεταξύ 2ης και 3ης γραμμής ρόλων του συστήματος εσωτερικού ελέγχου των Φορέων (άρθρο 6 του 4795/2021). Οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να αποστέλλονται στις αρμόδιες οργανικές μονάδες των Φορέων για συμμόρφωση και οι προϊστάμενοι αυτών είναι αρμόδιοι να διασφαλίζουν την τήρηση της νομιμότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ίδιου νόμου (4795/2021) η ανεξαρτησία της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου έγκειται μεταξύ άλλων και στο γεγονός ότι οι εσωτερικοί ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ΄οιονδήποτε τρόπο στην διοίκηση του Φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή.
Τελικά θα κοινοποιηθεί ή θα διαβιβαστεί; Γιατί αναλόγως αλλάζει και η αντιμετώπιση από την ΜΕΕ. Αυτό δεν το γνώριζαν οι συντάκτες του σχεδίου; Και παραμένει και το βασικό ερώτημα: τι σχέση έχουν όσα γράφονται σε αυτό το άρθρο με τον έλεγχο διαδικασιών στον οποίο αφορά ο εσωτερικός έλεγχος και με τις λοιπές αρμοδιότητες της ΜΕΕ όπως αυτές αναφέρονται στον 4795/2021. Για ποιον λόγο καλείται στο νομοσχέδιο να ασχοληθεί με επιχειρησιακές λειτουργίες η ΜΕΕ ενός φορέα ενώ αντίκειται στον 4795;