Άρθρο 23
Συμβιβαστική επέμβαση του αρμόδιου πρωτοδίκη – Προσθήκη άρθρου 209 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) προστίθεται άρθρο 209 ως εξής:
«Άρθρο 209
Συμβιβαστική επέμβαση
1. Όποιος έχει την πρόθεση να ασκήσει αγωγή μπορεί πριν από την κατάθεσή της να ζητήσει τη συμβιβαστική επέμβαση του αρμόδιου για την εκδίκαση της αγωγής πρωτοδίκη.
Για τον σκοπό αυτό υποβάλλεται αίτηση προς τον αρμόδιο Πρωτοδίκη, στην οποία αναγράφεται συνοπτικά το αντικείμενο της διαφοράς, ή εμφανίζονται αυθόρμητα οι ενδιαφερόμενοι ενώπιόν του.
2. Οι διάδικοι μπορούν να εμφανιστούν αυθόρμητα ενώπιον του προέδρου υπηρεσίας οποιουδήποτε Πρωτοδικείου και να ζητήσουν τη συμβιβαστική επέμβασή του.».
Άρθρο 24
Κατάθεση αγωγής – Τροποποίηση άρθρου 215 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 215 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της άσκησης της αγωγής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, προστίθεται νέο τέταρτο εδάφιο, β) η παρ. 2 αντικαθίσταται και το άρθρο 215 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 215
Άσκηση αγωγής
1. Η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Αποκλειστικά σε περίπτωση αγωγής που απευθύνεται σε περιφερειακή έδρα πρωτοδικείου, κατά την έννοια του ν. 5108/2024 (Α΄ 65), η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται στη γραμματεία είτε της περιφερειακής έδρας είτε της παράλληλης έδρας, στην κατά τόπον αρμοδιότητα της οποίας εντάσσεται η περιφερειακή έδρα, είτε της έδρας πρωτοδικείου. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 119. Με την κατάθεση της αγωγής ορίζεται δικάσιμος, η οποία προσδιορίζεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον έβδομο μήνα μετά από αυτήν, και όταν η αγωγή θα πρέπει να επιδοθεί στο εξωτερικό, στην πρώτη δικάσιμο μετά την πάροδο εννέα (9) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον δέκατο μήνα μετά απ’ αυτήν. Κάτω από το δικόγραφο που κατατέθηκε συντάσσεται έκθεση στην οποία αναφέρεται η ημέρα, ο μήνας και το έτος της κατάθεσης, καθώς και το ονοματεπώνυμο του καταθέτη. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 117. Αναφορά του δικογράφου της αγωγής που κατατέθηκε γίνεται χωρίς καθυστέρηση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο. Στο βιβλίο αυτό αναγράφονται με αύξοντα αριθμό και χρονολογική σειρά οι αγωγές που κατατίθενται και αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων, η χρονολογία της κατάθεσης και το αντικείμενο της διαφοράς. Στη γραμματεία κάθε δικαστηρίου τηρείται και ηλεκτρονικό αρχείο αγωγών.
2. Αν δεν ορίζεται άλλως, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κατάθεσή της. Αν η αγωγή πρέπει να επιδοθεί στο εξωτερικό, εντός του διαστήματος αυτού θα πρέπει να έχει επιδοθεί στον εισαγγελέα, κατά την παρ. 1 του άρθρου 134. Με την επίδοση της αγωγής ξεκινά και η διαδικασία διαμεσολάβησης, όπου είναι υποχρεωτική. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί νομίμως μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Η άκυρη επίδοση, όχι όμως και η ανυπόστατη, διακόπτει την παραγραφή, εφαρμοζομένου του άρθρου 263 του Αστικού Κώδικα.».
Άρθρο 25
Περιεχόμενο αγωγής – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 216 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 1 του άρθρου 216 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του περιεχομένου της αγωγής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην περ. α) διαγράφεται η λέξη «σαφή», γ) στην περ. β) διαγράφεται η λέξη «ακριβή» και το άρθρο 216 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 216
Απαραίτητα στοιχεία της αγωγής
1. Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
2. Στην αγωγή αναφέρεται α) προκειμένου για δίκες περιουσιακών σχέσεων η χρηματική αξία του επίδικου αντικειμένου και β) τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου.».
Άρθρο 26
Διαγραφή από πινάκιο αρχικής δικασίμου σε περίπτωση υποβολής αιτήματος προτίμησης, εξαιρουμένων υποθέσεων ασφαλιστικών μέτρων και υποθέσεων υπαγόμενων στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας – Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 226 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 5 του άρθρου 226 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί εισαγωγής αγωγής για συζήτηση, ορισμού δικασίμου και αναβολής, προστίθεται τρίτο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:
«5. Κάθε αίτημα προτίμησης που υποβάλλεται από διάδικο για ορισμό ημέρας συζήτησης αίτησης, αγωγής ή ενδίκου μέσου ενώπιον παντός δικαστηρίου, οποιασδήποτε διαδικασίας, διαφορετικής από εκείνη που, κατά τη νόμιμη σειρά, πρέπει να προσδιοριστεί ή έχει ήδη προσδιοριστεί, υποβάλλεται εγγράφως. Στην αίτηση πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχονται οι λόγοι της προτίμησης και ο αρμόδιος δικαστής αποφαίνεται σχετικά, με αιτιολογημένη πράξη του. Με εξαίρεση τις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων και τις υποθέσεις που υπάγονται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν γίνει δεκτό αίτημα προτίμησης από τον αρμόδιο δικαστή, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο της αρχικής δικασίμου από τον γραμματέα με εντολή του διευθύνοντος το δικαστήριο.».
Άρθρο 27
Ορισμός προθεσμιών για άρση πραγματικής αοριστίας και συμπλήρωση αγωγής πριν από τη δικάσιμο – Αντικατάσταση παρ. 1 άρθρου 227 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Η παρ. 1 του άρθρου 227 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί εισαγωγής αγωγής για συζήτηση και συμπλήρωση τυπικών παραλείψεων, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου μπορεί, με πρόταση του εναγομένου, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει την αγωγή του και ο εναγόμενος αντιλέγει κατά τη συζήτηση. Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης.».
Άρθρο 28
Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων και αποδεικτικών εγγράφων, αντίκρουσης και συμπλήρωσης και ανάληψης σχετικών – Αντικατάσταση άρθρου 237 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Το άρθρο 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων και αποδεικτικών εγγράφων, αντίκρουσης και συμπλήρωσης και ανάληψης σχετικών, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 237
Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων και προσθήκης-αντίκρουσης
1. Οι προτάσεις των διαδίκων, η έκθεση επίδοσης, τα αποδεικτικά και διαδικαστικά τους έγγραφα και τα πληρεξούσια, στην τακτική διαδικασία, κατατίθενται ενενήντα (90) ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής ή της κλήσης και, εφόσον η αγωγή επιδίδεται στην αλλοδαπή, εκατόν είκοσι (120) ημέρες από τη λήξη της ίδιας προθεσμίας για όλους τους διαδίκους. Η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης.
2. Η προσθήκη-αντίκρουση κατατίθεται εντός των επόμενων δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων. Στην ίδια προθεσμία κατατίθεται και το δικαστικό ένσημο. Εντός των επόμενων δέκα (10) ημερών από την τελευταία αυτή προθεσμία ορίζεται ο δικαστής ή, επί πολυμελούς δικαστηρίου, η σύνθεση και ο εισηγητής για την εκδίκαση της διαφοράς.
3. Εντός τριάντα (30) ημερών μετά τη χρέωση, ο δικαστής του μονομελούς ή ο εισηγητής του πολυμελούς πρωτοδικείου εκδίδει διάταξη, που δεν περιέχει αιτιολογία, εφόσον διαπιστώσει ότι: α) η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, β) η αγωγή είναι μη ασκηθείσα, γ) για την πληρέστερη εκδίκαση της διαφοράς απαιτείται η εξέταση μαρτύρων ή διαδίκων ή η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, δ) απαιτείται η ένωση ή συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών, ο χωρισμός ή η διαδοχική εξέταση αιτήσεων, ή η αναστολή της δίκης, αντίστοιχα κατά τα άρθρα 246 έως 250. Αν η αγωγή πάσχει από πραγματική αοριστία, αυτή επισημαίνεται από τον δικαστή με τη διάταξη και ο ενάγων δύναται να τη συμπληρώσει έως δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση με προσθήκη στις προτάσεις. Η αντίκρουση για ό,τι συμπληρώθηκε μετά τη διάταξη γίνεται στον χρόνο της παρ. 3 του άρθρου 269. Επί αναστολής της δίκης κατά τα άρθρα 246 έως 250, οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προτάσεις, όχι όμως και νέους ισχυρισμούς, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 269, ούτε νέα αποδεικτικά μέσα, μέχρι τη νέα συζήτηση.
4. Με τη διάταξη, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον ο ενάγων τις επόμενες πέντε (5) ημέρες από την έκδοση της διάταξης, δεν αιτηθεί την εκδίκαση της διαφοράς κατά την ορισθείσα δικάσιμο και την έκδοση της απόφασης επί της αγωγής του, καταβάλλοντας προς τούτο, το αργότερο έως τη συζήτηση, παράβολο ύψους διακοσίων (200) ευρώ. Σε περίπτωση ήττας του για τον λόγο που διαπίστωσε η διάταξη, το δικαστήριο διπλασιάζει τα δικαστικά έξοδα, διαφορετικά το παράβολο επιστρέφεται στον διάδικο. Αν ο ενάγων δεν αντιλέγει ή δεν συμπληρώσει την αγωγή με προσθήκη στις προτάσεις του, η διάταξη επικυρώνεται, η δίκη περατώνεται και η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων περί παραίτησης από το δικόγραφο. Κατά της διάταξης δεν ασκούνται ένδικα μέσα ή άλλα ένδικα βοηθήματα.
5. Αν με τη διάταξη διατάχθηκε η εξέταση μαρτύρων, αυτοί εξετάζονται ενώπιον του δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Είναι δυνατή η εξέταση των μαρτύρων και των διαδίκων και με ηλεκτρονικά μέσα, με σύγχρονη μετάδοση στην αίθουσα συνεδρίασης. Αν με τη διάταξη κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, ορίζεται με αυτή ο χρόνος διενέργειας της αυτοψίας ή ο πραγματογνώμονας που πρόκειται να διεξάγει την πραγματογνωμοσύνη και η προθεσμία όρκισης και κατάθεσής της από τον διορισμό του πραγματογνώμονα. Η διάταξη κοινοποιείται στους διαδίκους και στον πραγματογνώμονα αμελλητί, ακόμη και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου. Εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της διάταξης προτείνονται από τους διαδίκους τυχόν λόγοι εξαίρεσης ή αίτημα αντικατάστασης από τον πραγματογνώμονα. Αν η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι εφικτό να κατατεθεί εμπρόθεσμα για οποιονδήποτε λόγο, το δικαστήριο μπορεί, και αυτεπαγγέλτως, να ανακαλέσει τη διενέργειά της. Η αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων γίνεται με προσθήκη μέχρι τη δωδεκάτη (12.00) ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Η ίδια προθεσμία αξιολόγησης ισχύει και για τη διαταχθείσα αυτοψία, από τον χρόνο διενέργειάς της, ή την πραγματογνωμοσύνη, από τον χρόνο λήξης της προθεσμίας κατάθεσής της. Επαναληπτική συζήτηση στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνει χώρα.
6. Αν δεν εκδοθεί διάταξη, η συζήτηση διεξάγεται με βάση το υλικό που κατατέθηκε με τις προτάσεις των διαδίκων. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση των δικηγόρων κατά τη συζήτηση. Η συζήτηση αυτή μπορεί, με πράξη του προϊσταμένου του αρμόδιου Πρωτοδικείου, να γίνει και στο γραφείο του δικαστή ή του προέδρου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.
7. Αναβολή κατά την ορισθείσα δικάσιμο δεν είναι δυνατή.
8. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στην περίπτωση της παρ. 6, καθώς και στην περίπτωση έκδοσης διάταξης των άρθρων 249 και 250 το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση μπορεί να διατάξει την εξέταση μαρτύρων ή των διαδίκων, σε ημερομηνία που δεν απέχει πάνω από δύο (2) μήνες από τη συζήτηση, ή αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, με αντίστοιχη διάταξή του, εφαρμοζόμενης αναλόγως της παρ. 5.
9. Η κατάθεση των προτάσεων και της προσθήκης-αντίκρουσης, που γίνονται μέχρι τη δωδεκάτη (12.00) ώρα της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας κατάθεσής τους, βεβαιώνεται με επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα. Η κατάθεση των προτάσεων, της προσθήκης-αντίκρουσης και των διαδικαστικών εγγράφων μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά κατά την παρ. 4 του άρθρου 119. Ο δικηγόρος κάθε διαδίκου ή εξουσιοδοτημένος από αυτόν τρίτος δικαιούται να λάβει ατελώς, με δική του δαπάνη, αντίγραφο των προτάσεων, της προσθήκης-αντίκρουσης και των εγγράφων των αντιδίκων του.».
Άρθρο 29
Σύντμηση προθεσμιών υποβολής αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ανακοινώσεων – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 238 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 1 του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 183), περί προθεσμιών κατάθεσης και επίδοσης παρεμπιπτουσών αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ανακοινώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σαράντα (40) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης», γ) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «ενενήντα (90) ημερών από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εβδομήντα (70) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης», δ) στο τρίτο εδάφιο, οι λέξεις «ενενήντα (90) και εκατόν είκοσι (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εβδομήντα (70) και εκατόν (100) ημέρες, αντίστοιχα, από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης» και ε) στο τέταρτο εδάφιο, εα) η λέξη και το αριθμητικό «εκατόν είκοσι (120)» αντικαθίστανται από τη λέξη και το αριθμητικό «εκατό (100)» και εβ) οι λέξεις «εκατόν ογδόντα (180) ημερών από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εκατόν εξήντα (160) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης» και το άρθρο 238 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 238
Κατάθεση παρεμπιπτουσών αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ανακοινώσεων
1. Παρεμπίπτουσες αγωγές, ανταγωγές, παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις και ανακοινώσεις στην περίπτωση του άρθρου 237 κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία σαράντα (40) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Παρεμβάσεις μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία εβδομήντα (70) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε εβδομήντα (70) και εκατόν (100) ημέρες, αντίστοιχα, από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται σε προθεσμία εκατό (100) ημερών και στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου σε προθεσμία εκατόν εξήντα (160) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Για την προσθήκη ισχύει η παρ. 2 του άρθρου 237 ΚΠολΔ.
2. Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται και όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται με αυτές.».
Άρθρο 30
Απαγόρευση αναβολής συζήτησης υπόθεσης στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας – Αύξηση παραβόλων αιτήματος αναβολής – Τροποποίηση παρ. 1 και 3 άρθρου 241 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 241 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί αναβολής συζήτησης για σπουδαίο λόγο, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «, ανά βαθμό δικαιοδοσίας,» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στον πρώτο βαθμό», ββ) προστίθεται νέο, δεύτερο, εδάφιο, γ) στην παρ. 3, γα) στην περ. α), οι λέξεις «είκοσι (20)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σαράντα (40)», γβ) στην περ. β), η λέξη και το αριθμητικό «τριάντα (30)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εξήντα (60)», γγ) η περ. γ) καταργείται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 241 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 241
Αναβολή συζήτησης
1. Ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αν ακόμη δεν κατατέθηκαν προτάσεις ή αυτές κατατέθηκαν εκπρόθεσμα, μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης μόνο μία φορά στον πρώτο βαθμό σε μεταγενέστερη δικάσιμο, εφόσον υπάρχει σπουδαίος κατά την κρίση του δικαστηρίου λόγος, με απλή σημείωση στο πινάκιο. Στον δεύτερο βαθμό επιτρέπεται αναβολή μόνο μια φορά και μόνο για λόγους ανωτέρας βίας.
Σε περίπτωση αποχής των δικηγόρων, οι υποθέσεις αναβάλλονται υποχρεωτικά σε δικάσιμο που ανακοινώνει το δικαστήριο εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών ή σε άλλη εμβόλιμη δικάσιμο.
2. Το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει, με απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, δικαστική δαπάνη σε βάρος εκείνου που ζήτησε την αναβολή, με αίτηση του αντιδίκου του, εβδομήντα (70) έως τετρακόσια (400) ευρώ.
3. Για την υποβολή αιτήματος αναβολής ο διάδικος καταβάλλει παράβολο υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) ως εξής:
α) σαράντα(40) ευρώ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου,
β) εξήντα (60) ευρώ, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου,
γ) [Καταργείται].
Σε κοινό αίτημα αναβολής περισσότερων διαδίκων, καταβάλλεται ένα παράβολο το οποίο επιμερίζεται ισομερώς. Δεν υπέχουν υποχρέωση καταβολής παραβόλου το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.). Δεν καταβάλλεται παράβολο, σε περίπτωση αποχής των δικηγόρων. Το παράβολο επιστρέφεται, αν το αίτημα της αναβολής απορριφθεί από το δικαστήριο.».
Άρθρο 31
Δυνατότητα προσκόμισης νέων ισχυρισμών και νέων αποδεικτικών μέσων μετά την κατάθεση προτάσεων – Προσθήκη άρθρου 269 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) προστίθεται άρθρο 269 ως εξής:
«Άρθρο 269
Αρχή της συγκεντρώσεως
1. Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται κατά την αρχικώς ορισθείσα συζήτηση με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
2. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις. Εκπρόθεσμη προσθήκη δεν λαμβάνεται υπόψη.
3. Μέσα επίθεσης και άμυνας είναι παραδεκτά και μετά την κατάθεση των προτάσεων έως και τη συζήτηση, με προσθήκη, αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία. Η αντίκρουση επ’ αυτών γίνεται εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση.».
Άρθρο 32
Προθεσμίες έκδοσης οριστικής απόφασης – Αδυναμία έκδοσης απόφασης – Επανάληψη συζήτησης – Αντικατάσταση άρθρου 307 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Το άρθρο 307 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί επανάληψης συζήτησης λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 307
Προσδιορισμός προθεσμιών έκδοσης αποφάσεων για υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, ειδικών διαδικασιών, εκούσιας δικαιοδοσίας και ασφαλιστικών μέτρων – Επανάληψη συζήτησης λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης
1. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίες η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης. Στις περιπτώσεις που εκδίδεται διάταξη των παρ. 3, 5 ή 8 του άρθρου 237 ή του άρθρου 227, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει από την παρέλευση της προθεσμίας των πέντε (5) ημερών της παρ. 4 του άρθρου 237. Στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη συζήτηση της υπόθεσης. Στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός ενός (1) μηνός από τη συζήτηση της υπόθεσης.
2. Αν ο δικαστής που έχει χρεωθεί την υπόθεση διαπιστώσει ότι πρόκειται να υπερβεί την κατά περίπτωση προβλεπόμενη προθεσμία της παρ. 1 για την έκδοση της απόφασης, οφείλει να ενημερώσει εγγράφως τον προϊστάμενο του δικαστηρίου για τους λόγους της καθυστέρησης και να δηλώσει το επιπλέον διάστημα που απαιτείται για την έκδοσή της, το οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες στην περίπτωση του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παρ. 1, και τον ένα (1) μήνα στην περίπτωση του τρίτου εδαφίου της παρ. 1. Η ενημέρωση του πρώτου εδαφίου πρέπει να γίνει σε απώτατο χρόνο πέντε (5) μηνών από την έναρξη της προθεσμίας του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 και τριών (3) μηνών στην περίπτωση του τρίτου εδαφίου της παρ. 1.
Ο προϊστάμενος του δικαστηρίου υποχρεούται να διαβιβάσει το εν λόγω έγγραφο στον Άρειο Πάγο και στον επιθεωρητή, ενώ το δικαστήριο οφείλει να ενημερώσει τους διαδίκους για την καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης που τους αφορά και για τον χρόνο στον οποίο προβλέπεται η έκδοσή της.
3. Αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης διαπιστωθεί ότι είναι αδύνατο να εκδοθεί έγκαιρα η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, οι κλήσεις για συζήτηση και τα αποδεικτικά της επίδοσης συντάσσονται ατελώς.
4. Μόλις συμπληρωθεί ο απώτατος χρόνος έκδοσης της απόφασης, κατά την παρ. 1, και αφού ληφθεί υπόψη η έγγραφη ενημέρωση του δικαστή κατά την παρ. 2, ο πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικαστηρίων επιλαμβάνεται και ερευνά αν είναι δικαιολογημένη η καθυστέρηση. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης και αν παρήλθε ο πρόσθετος χρόνος που δηλώθηκε, χωρίς να έχει δημοσιευθεί η απόφαση που καθυστερεί, ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται αμέσως με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης αυτού. Για τις υποθέσεις αυτές ορίζεται δικάσιμος για νέα συζήτηση, υποχρεωτικώς, εντός δύο (2) μηνών για τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, ενός (1) μηνός για τις υποθέσεις ειδικών διαδικασιών και εκουσίας δικαιοδοσίας και δέκα (10) ημερών για τα ασφαλιστικά μέτρα, μετά τη συμπλήρωση των προθεσμιών της παρ. 1.
5. Με την επιφύλαξη των παρ. 1 έως 4, εάν διαπιστωθεί μετά το τέλος της συζήτησης ότι η διάσκεψη δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός εύλογου χρόνου για λόγους ανώτερης βίας, όπως λόγω αναρρωτικής άδειας δικαστικού λειτουργού ή μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου, ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει την επανάληψη της συζήτησης, με ανάλογη εφαρμογή των παρ. 1 έως 4 σχετικά με τον ορισμό δικασίμου, την κλήση προς συζήτηση και τα αποδεικτικά επίδοσης.
6. Όταν διατάσσεται επανάληψη της συζήτησης σύμφωνα με το παρόν, οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις στο ακροατήριο, εφόσον είχαν παραστεί στην αρχική συζήτηση. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.».
Άρθρο 33
Αντίγραφο διάταξης διορισμού πραγματογνώμονα – Τροποποίηση άρθρου 375 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 375 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της κοινοποίησης της απόφασης διορισμού πραγματογνώμονα, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) η λέξη «απόφασης» αντικαθίσταται από τη λέξη «διάταξης» και το άρθρο 375 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 375
Κοινοποίηση της διάταξης διορισμού πραγματογνώμονα
Αντίγραφο της διάταξης που διορίζει ή αντικαθιστά πραγματογνώμονες κοινοποιείται μόλις δημοσιευθεί στους διαδίκους και τους πραγματογνώμονες με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου ή του δικαστή που την έχει εκδώσει.».
Άρθρο 34
Αίτηση για εξαίρεση πραγματογνώμονα – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 378 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 1 του άρθρου 378 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της αίτησης εξαίρεσης πραγματογνώμονα, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται και το άρθρο 378 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 378
Συζήτηση και απόφαση επί αίτησης εξαίρεσης – Διορισμός άλλου πραγματογνώμονα
1. Η αίτηση για εξαίρεση εισάγεται για να συζητηθεί στο δικαστήριο ή στον εντεταλμένο δικαστή που διόρισε τους πραγματογνώμονες και δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ..
2. Αν η εξαίρεση γίνει δεκτή, το δικαστήριο ή ο εντεταλμένος δικαστής διορίζει με την ίδια απόφαση άλλον πραγματογνώμονα για να αντικαταστήσει εκείνον που εξαιρέθηκε.».
Άρθρο 35
Αποκλεισμός απόδειξης με μάρτυρες – Τροποποίηση άρθρου 393 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 393 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182), περί μη επιτρεπόμενης απόδειξης με μάρτυρες λόγω ποσού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) η παρ. 1 αντικαθίσταται, γ) στην παρ. 2 προστίθενται οι λέξεις «, ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι κατώτερη των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ», δ) η παρ. 3 αντικαθίσταται και το άρθρο 393 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 393
Πότε δεν επιτρέπεται απόδειξη με μάρτυρες λόγω ποσού
1. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ.
2. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου, ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι κατώτερη των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.
3. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, ακόμη και αν δεν αντίκεινται στο περιεχόμενο του εγγράφου.».
Άρθρο 36
Μη επιτρεπτό απόδειξης με ένορκες βεβαιώσεις ή με δικαστικά τεκμήρια – Τροποποίηση άρθρου 395 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 395 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί σχέσης μαρτύρων και τεκμηρίων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) προστίθενται οι λέξεις «με ένορκες βεβαιώσεις ή» και το άρθρο 395 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 395
Σχέση μαρτύρων με ένορκες βεβαιώσεις και τεκμήρια
Όταν η απόδειξη με μάρτυρες αποκλείεται, δεν επιτρέπεται ούτε και η απόδειξη με ένορκες βεβαιώσεις ή με δικαστικά τεκμήρια.».
Άρθρο 37
Εξέταση μαρτύρων και με τηλεδιάσκεψη – Προσθήκη άρθρου 397 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182) προστίθεται άρθρο 397 ως εξής:
«Άρθρο 397
Εξέταση μαρτύρων και με τηλεδιάσκεψη
Η εξέταση των μαρτύρων μπορεί να γίνει και με τηλεδιάσκεψη.».
Άρθρο 38
Αναλογική εφαρμογή διατάξεων της εμμάρτυρης απόδειξης στη διαδικασία των ενόρκων βεβαιώσεων – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 423 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 1 του άρθρου 423 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί ενστάσεων και αιτήσεων εξαίρεσης εκείνου που δίνει τη βεβαίωση, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) διαγράφεται η αναφορά στα άρθρα «393, 394,» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 423 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 423
Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης κρίνονται όμως από το Δικαστήριο
1. Οι διατάξεις των άρθρων 398 παρ. 2, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409 παρ. 2, 411 και 413 εφαρμόζονται αναλόγως.
2. Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης κρίνονται όμως από το Δικαστήριο.».
Άρθρο 39
Έκταση εφαρμογής της διαδικασίας περί μικροδιαφορών – Τροποποίηση άρθρου 466 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 466 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της έκτασης εφαρμογής των διατάξεων για τη διαδικασία των μικροδιαφορών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) οι λέξεις «Εξαιρουμένων των διαφορών του άρθρου 17,» διαγράφονται, ββ) οι λέξεις και ο αριθμός «πέντε χιλιάδες (5.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις και τον αριθμό «οκτώ χιλιάδες (8.000)», βγ) ο αριθμός «471» αντικαθίσταται από τον αριθμό «469», γ) στην παρ. 2, γα) στο πρώτο εδάφιο, i) ο αριθμός «471» αντικαθίσταται από τον αριθμό «469», ii) οι λέξεις «πέντε χιλιάδες (5.000)» αντικαθίστανται, δύο φορές, από τις λέξεις «οκτώ χιλιάδες (8.000)», γβ) στο δεύτερο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδίκης» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρωτοδίκης» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 466 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 466
Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές – Αξία αντικειμένου διαφοράς
μεγαλύτερη από 8.000 ευρώ
1. Αν το αντικείμενο της διαφοράς αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία του δεν είναι μεγαλύτερη από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 469.
2. Τα άρθρα 467 έως 469 εφαρμόζονται και όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς είναι μεγαλύτερη από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ, αν ο ενάγων δηλώσει ότι δέχεται προς ικανοποίησή του, αντί για το αντικείμενο που ζητεί με την αγωγή χρηματικό ποσό όχι μεγαλύτερο από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ. Στην περίπτωση αυτή ο εναγόμενος καταδικάζεται διαζευκτικά να καταβάλει είτε το αντικείμενο που ζητείται με την αγωγή είτε την αποτίμησή του σύμφωνα με την απόφαση που θα εκδώσει ο πρωτοδίκης.».
Άρθρο 40
Αντικειμενική σώρευση αγωγών – Τροποποίηση άρθρου 467 Κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας
Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 467 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της υποχρεωτικής σώρευσης αγωγών στη διαδικασία των μικροδιαφορών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) οι λέξεις και ο αριθμός «πέντε χιλιάδες (5.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις και τον αριθμό «οκτώ χιλιάδες (8.000)» και το άρθρο 467 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 467
Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές – Αξία αντικειμένου διαφοράς μέχρι 8.000 ευρώ – Σώρευση απαιτήσεων – Προϋποθέσεις
Ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να ασκήσει με την ίδια αγωγή όλες τις απαιτήσεις του κατά του εναγομένου, οι οποίες δεν εξαρτώνται από αίρεση ή προθεσμία, εφόσον το σύνολό τους δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ. Αν τις ασκήσει χωριστά, οι αγωγές δεν απορρίπτονται, αλλά οι σχετικές δαπάνες, εκτός της πρώτης, βαρύνουν τον ενάγοντα.».
Άρθρο 41
Άσκηση της αγωγής και επίδοσή της – Τροποποίηση άρθρου 468 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 468 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της άσκησης της αγωγής στη διαδικασία των μικροδιαφορών και περί της επίδοσής της, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδικείου» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρωτοδικείου», ββ) το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται, γ) στην παρ. 2, γα) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδικείο» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρωτοδικείο», γβ) το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται, δ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4, προστίθενται οι λέξεις «στο ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης δικαστικών υποθέσεων», ε) η παρ. 5 αντικαθίσταται και το άρθρο 468 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 468
Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές – Πως ασκείται η αγωγή – Νέοι ισχυρισμοί – Παρεμβάσεις – Ανταγωγές – Προθεσμίες – Εγγραφή στο πινάκιο – Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Η αγωγή κατατίθεται στη γραμματεία του πρωτοδικείου και επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή της. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 215 εφαρμόζεται αναλόγως.
2. Μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι προσκομίζουν στο πρωτοδικείο τα αποδεικτικά τους μέσα και ο εναγόμενος υποβάλλει με έγγραφο υπόμνημα τους ισχυρισμούς του. Μέχρι δύο (2) ένορκες βεβαιώσεις, επιτρέπονται και χωρίς κλήση του αντιδίκου. Εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν έγγραφη προσθήκη- αντίκρουση. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στο ως άνω υπόμνημα. Αμέσως μετά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών, εφόσον οι διάδικοι δεν προσκομίσουν αποδεικτικά μέσα και ο εναγόμενος δεν υποβάλει υπόμνημα, η διαδικασία ολοκληρώνεται, το άρθρο 260, η παρ. 3 του άρθρου 271 και οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 272 εφαρμόζονται αναλόγως και εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών το δικαστήριο εκδίδει απόφαση.
3. Παρεμβάσεις και ανταγωγές κατατίθενται και επιδίδονται στους διαδίκους μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κατάθεση της αγωγής. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής. Η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και το έγγραφο υπόμνημα των ισχυρισμών στις περιπτώσεις του δεύτερου εδαφίου γίνονται σε προθεσμία τριάντα (30) ή πενήντα (50) ημερών, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής και η έγγραφη προσθήκη – αντίκρουση στην προθεσμία του τρίτου εδαφίου της παρ. 2.
4. Η προηγούμενη διαδικασία μπορεί να γίνει και με χρήση τυποποιημένων εγγράφων ή Τεχνολογίας Πληροφορίας και Επικοινωνίας στο ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης δικαστικών υποθέσεων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας με χρήση Τεχνολογίας Πληροφορίας και Επικοινωνίας. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται το περιεχόμενο των τυποποιημένων εγγράφων.
5. Με την επιφύλαξη του πέμπτου εδαφίου της παρ. 2, μετά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών προσδιορίζεται αμέσως η ημέρα συζήτησης με εγγραφή της υπόθεσης σε πινάκιο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίστηκε στους διαδίκους με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο.».
Άρθρο 42
Συζήτηση – Αντικατάσταση άρθρου 469 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Το άρθρο 469 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 469
Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές – Συζήτηση της αγωγής – Μη επιτρεπτό αναβολής συζήτησης – Νέοι ισχυρισμοί – Αποκλίσεις από τις δικονομικές διατάξεις – Ανακοπή ερημοδικίας
«1. Κατά την ορισμένη δικάσιμο η υπόθεση συζητείται ακόμα και αν δεν παρίσταται κανείς διάδικος. Αναβολή της συζήτησης κατά το άρθρο 241 δεν επιτρέπεται. Οι παριστάμενοι κατά τη συζήτηση διάδικοι μπορούν, κατά την κρίση του Δικαστή, να εξετάζονται κατ’ άρθρο 415 ή να παρέχουν διασαφήσεις για την υπόθεση, οι δε ενόρκως βεβαιώσαντες να καταθέτουν συμπληρωματικά, εφόσον είναι παρόντες και ο Δικαστής κρίνει τούτο απολύτως αναγκαίο. Νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνον εάν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και προέκυψαν μεταγενέστερα. Σε περίπτωση νέων ισχυρισμών επιτρέπεται η προσθήκη – αντίκρουση εντός τριών (3) ημερών από τη συζήτηση. Μετά το πέρας της συζήτησης ο Δικαστής δύναται να ζητεί από τους διαδίκους να προσκομίσουν σε ηλεκτρονική μορφή αντίγραφο του δικογράφου της αγωγής, του υπομνήματος και της προσθήκης.
2. Ο Δικαστής δικάζοντας τις διαφορές της παρ. 1 μπορεί να αποκλίνει από τις δικονομικές διατάξεις, να λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και να ακολουθεί κάθε φορά κατά την ελεύθερη κρίση του τη μέθοδο εκείνη που ασφαλέστερα, γρηγορότερα και με λιγότερες δαπάνες μπορεί να οδηγήσει στην ανεύρεση της αλήθειας.
3. Ανακοπή ερημοδικίας κατά απόφασης σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 468 επιτρέπεται για κάθε λόγο κατά παρέκκλιση του άρθρου 501, μόνο μια φορά. Αν ασκηθεί ανακοπή, η απόφαση εξαφανίζεται και ο ανακόπτων δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει στη διαδικασία.».
Άρθρο 27 Σχεδίου Nομου: Το ζήτημα της σύνταξης των δικογράφων πρέπει να συνιστά έργο αποκλειστικό των δικηγόρων και να μη μετακυλίεται το στους δικαστές. Η ρύθμιση αυτή βαίνει εις βάρος του εναγόμενου, αφού σε αντίστοιχη περίπτωση που οι ενστάσεις κριθούν αόριστες, δυνατότητα συμπλήρωσης δεν υπάρχει. Επίσης, η διάταξη αυτή δεν εξυπηρετεί και δεν προωθεί την επιτάχυνση, αφού προυποθέτει πρόσθετο χρόνο και ενασχόληση με τη δικογραφία. Πολλές φορές οι υποθέσεις αφορούν σε σύνθετα νομικά ζητήματα ( ουσιαστικά ή δικονομικά) και η κρίση περί του ορισμένου ή μη προυποθέτει μελέτη βιβλιογραφίας και νομολογίας. Ουτε καν η υποδομή στα δικαστήρια δεν υπάρχει ώστε ο δικαστής να είναι σε θέση να διαβάζει λεπτομερώς τη δικογραφία. Το περιεχόμενο της διάταξης πρέπει να περιοριστει μονο στη διόρθωση- συμπλήρωση πρόδηλων τυπικών πλημμελειών όπως η έκθεση επίδοσης της αγωγής, το πιστοποιητικό εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων, η μη καταβολή δικαστικού ενσήμου, η μη προσαγωγή του ενημερωτικού εντύπου περί διαμεσολάβησης. Ακόμη, πώς αναμένεται να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή στο πλαίσιο των πολυμελών συνθέσεων; Η μονομερής έκδοση διάταξης από τον εισηγητή καταργεί την έννοια της διάσκεψης και της πολυμελούς σύνθεσης. Από την άλλη πλευρά, αν η διάταξη θα εκδίδεται μετά από διάσκεψη αυτό έρχεται σε αντίθεση με την οποια επιταχυνση αφού οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των διασκέψεων σε πρώιμο στάδιο και επιβαρύνει σοβαρά την ήδη δυσκίνητη διαδικασία συγκρότησης και λειτουργίας των πολυμελών σχηματισμών, ειδικά σε μεγάλα πρωτοδικεία
Αρθρο 32 Σχεδίου Νομου: Οι νέες προθεσμίες θα οδηγήσουν σε υποβάθμιση της ποιότητας και θα προσδώσουν διεκπεραιωτικό χαρακτήρα στο έργο του Δικαστή εις βάρος του πολίτη. Αναφορικά με τον προκαταβολικό πειθαρχικό έλεγχο, η προτεινομενη ρύθμιση είναι ατυχής. Η πρόθεση ή πιθανότητα καθυστέρησης ισοδυναμεί με ενεργοποίηση εποπτικού μηχανισμού και οι συνθήκες προσωπικής ή οικογενειακής φύσης, που ενδέχεται να επηρεάζουν τη δυνατότητα έκδοσης απόφασης εντός της προθεσμίας, μετατρέπονται σε αντικείμενο κρατικής παρακολούθησης και οδηγεί σε κατάφωρη προσβολή προσωπικών δεδομένων, υπονομεύει την εσωτερική ανεξαρτησία των δικαστών, δεν επιταχύνει τη δικαιοσύνη, αλλά αποθαρρύνει την εις βάθος μελέτη των υποθέσεων και αναγκάζει το δικαστή να περιοριστεί σε διεκπεραιωτικο έργο.
Αρθρο 147 Σχεδίου Νόμου: Ακόμη, η ρύθμιση για ανώτατη χρέωση δικαστικών λειτουργών δεν λειτουργεί προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης. Τα όρια που έχουν τεθεί (150 δικογραφίες ετησίως για το Πρωτοδικείο) είναι υψηλά, όταν μάλιστα στον αριθμό αυτό θα προσμετράται ξεχωριστά μεγαλο τμήμα υποθέσεων που ασχολείται ο δικαστής όπως είναι οι υποθεσεις ασφαλιστικών, εκουσίας και μικροδιαφορών. Επίσης, για ποιο λόγο εισάγεται μια διάκριση στο είδος των υποθέσεων. Η ρήτρα εξαίρεσης σε συγκεκριμένες υποθέσεις δεν δικαιολογείται διότι οι υποθέσεις ασφαλιστικών λόγω του επείγοντος χαρακτήρα τους δεν χαρακτηρίζονται ως εύκολες. Υποθέσεις ασφαλιστικών νομής ή προσωρινής ρύθμισης καταστάσεων απαιτούν ημέρες προετοιμασίας, μελέτης και διαβάσματος και συχνά εμφανίζουν δύσκολα δικονομικά ή ουσιαστικά ζητήματα. Ομοίως, οι υποθέσεις εκουσίας, λ.χ πτωχεύσεις, εταιρικές, με ποια δικαιολογητική βάση εξαιρούνται, όταν συχνά εμφανίζουν σφοδρές αντιδικίες και απαιτούν την επιλυση σημαντικών ζητημάτων οικονομικού και κοινωνικού ενδιαφεροντος. Παράλληλα, αναφορικά με τις μικροδιαφορές, οι αντιμωλία υποθέσεις εμφανίζουν δυσκολίες που σε συνδυασμό με την έλλειψη ενδίκων μέσων (πλην της αναίρεσης), καθιστούν επιβεβλημένη την προσεκτική μελέτη το φακέλου και τη συνταξη της απόφασης, ειδικά τώρα που με την προτεινόμενη ρύθμιση και την σημαντική αύξηση του ορίου, οι μικροδιαφορές μόνο τυπικά αναφέρονται ως τέτοιες. Η εκμηδένιση και η εξαίρεση στη χρέωση ουσιαστικά είναι σα να εισάγει διάκριση στις υποθέσεις σε σημαντικές και μη και να οδηγεί το δικαστή να επιλέγει σε ποιες υποθεσεις θα δινει βαρύτητα ή όχι, όταν κανονικά κάθε υπόθεση πρέπει να μελετάται και να αντιμετωπίζεται με την ίδια σπουδαιότητα. Τέλος, η ρύθμιση αγνοεί πλήρως τα ποινικά καθήκοντα των πολιτικών δικαστών, αφού εκτός ελαχίστων σχηματισμών, όπως το Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν λειτουργούν αυτοτελή ποινικά τμήματα, και επομένως οι ίδιοι δικαστές που δικάζουν τις αστικές διαφορές παράλληλα δικάζουν ποινικές υποθέσεις. Η μη αναγνώριση αυτού του έργου στον υπολογισμό της συνολικής χρέωσης συνιστά θεσμική υποβάθμιση της ποινικής δικαιοσύνης και παραβιάζει την αρχή της ισομερούς κατανομής του δικαστικού φόρτου.
Προκειμένου να μην επαναληφθούν όσα ορθά και πλήρως έχουν αναλυθεί από τους κ. κ. Προέδρους ανωτέρω, θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν είναι δυνατόν να αναμένουμε από έναν άνθρωπο όποια ιδιότητα και αν φέρει να εργάζεται μακροχρόνια περί τις 16 ώρες κάθε μέρα και να αποδίδει ικανοποιητικά ποσοτικά και ποιοτικά.
Συμπληρωματικά όσων ήδη προανέφερα, θα συνταχθώ απόλυτα με τις απόψεις των συναδέλφων κας Καραϊνδρου, κου Λαζαρίδη και κου Μποροδήμου. Στο πλαίσιο του καταιγισμού της κοινής γνώμης με παραπληροφόρηση όσον αφορά τη φύση και τα καθήκοντα των Δικαστών, είναι απαραίτητο να υπάρξει πληροφόρηση επιτέλους για τα τεράστια κενά στις οργανικές θέσεις των δικαστικών υπαλλήλων, για την κατάντια στις υλικοτεχνικές υποδομές [Οι Ανακριτές στην Αθήνα αγοράζαμε μελάνια και χαρτί εκτύπωσης, ενίοτε φέρναμε δικούς μας εκτυπωτές για τις ανάγκες της ανάκρισης], για την παντελή έλλειψη στήριξης του δικαιοδοτικού μας έργου από ειδικούς επιστήμονες [ψυχιάτρους, ψυχολόγους, πραγματογνώμονες που αρνούνται διορισμό ιδίως σε ποινικές υποθέσεις διότι οι αμοιβές τους είναι ντροπιαστικές]. Δεν μπορούμε, επομένως, να συγκριθούμε ως προς τους χρόνους περαίωσης μιας υπόθεσης με τις έννομες τάξεις των άλλων χωρών της Ευρώπης. Δεν μπορούν συνεχώς να μετακυλίονται οι διαχρονικές παθογένειες και ελλείψεις στην οργάνωση της Δικαιοσύνης, στους Δικαστές, και μάλιστα υπό την απειλή πειθαρχικών ελέγχων. Καλός Δικαστής είναι ο Δικαστής που διαθέτει επαρκή χρόνο να μελετά, να σκέφτεται πάνω στην υπόθεση, να προβληματίζεται, να ξεκουράζεται επαρκώς και να συνεχίζει.
Ως Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Κορίνθου τα 4 τελευταία έτη και ως θητεύσασα επί 10ετία στο Πρωτοδικείο Αθηνών, θεωρώ χρέος μου να επισημάνω το εξής όσον αφορά τις υπό διαβούλευση διατάξεις:
1. Είναι γνωστό και στους ιθύνοντες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ότι ο χρόνος από την εκδίκαση μιας αστικής υπόθεσης μέχρι την παράδοσή της στο Δικαστή ενδέχεται να αγγίξει – ιδίως στην Αθήνα – τους 2 με 3 μήνες: προβλήματα στην απομαγνητοφώνηση, φόρτος εργασίας των γραμματέων λόγω μεγάλου αριθμού κενών οργανικών θέσεων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ιδίως σε συνθέσεις Πολυμελούς, ο εισηγητής να παραλαμβάνει τη δικογραφία περί τους 2 ή 3 μήνες μετά την εκδίκαση. Είναι ανέφικτη η έκδοση απόφασης σε μόλις 2 μήνες – ιδίως σε υποθέσεις ενοχικού ή εμπορικού που χαρακτηρίζονται από την πολυπλοκότητά τους. Η ρύθμιση αυτή, συνδεόμενη άρρηκτα με πειθαρχικό έλεγχο των Δικαστών, αποτελεί κατάφωρη παραβίαση της λειτουργικής ανεξαρτησίας των Δικαστών και – ως πλήρως ανεφάρμοστη – θα οδηγήσει το σύνολο ημών στα πειθαρχικά συμβούλια. Αυτό είναι άραγε το ζητούμενο εκ της Πολιτείας; Οι Δικαστές να φοβούνται; Να βιάζονται; Να κάνουν προχειροδουλειά υπό τη «δαμόκλειο σπάθη» του πειθαρχικού;
2. Ως Προϊσταμένη του Δικαστηρίου δεχόμουν κατά καιρούς πολίτες και Δικηγόρους που διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων – δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη κάποιες φορές. Θεωρώ αντισυνταγματική και άκρως επικίνδυνη την υπό ψήφιση διάταξη περί λογοδοσίας του Δικαστή στους διαδίκους για το λόγο καθυστέρησης στην έκδοση απόφασης. Πού είναι η προσωπική ανεξαρτησία του Δικαστή; Ξέρουμε πολύ καλά πόσοι συνάδελφοί μας αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας, οικογενειακά προβλήματα, προβλήματα υγείας οικείων προσώπων. Αυτά πρέπει να γνωστοποιούνται στο διάδικο, του οποίου την υπόθεση εκδικάζουμε; Δεν είναι εντολέας μας ο διάδικος. Οφείλουμε να παραμείνουμε μια απρόσωπη, αμερόληπτη και ανεξάρτητη εξουσία, προκειμένου ο πολίτης να εμπιστεύεται σε μας την επίλυση των υποθέσεών του. Σε ποια έννομη τάξη – σε ευρωπαϊκό ή διεθνές επίπεδο – λογοδοτεί ο Δικαστής στον διάδικο; Με την ίδια λογική, ίσως φτάσουμε στο σημείο να λογοδοτούμε στο διάδικο του οποίου την αγωγή απορρίψαμε ή στον κατηγορούμενο που καταδικάσαμε. Αν μη τι άλλο, οι διατάξεις αυτές αντικατοπτρίζουν την παντελή απαξίωση της Δικαιοσύνης από την Πολιτεία – λογικό είναι μετά να μας απαξιώσουν και οι πολίτες.
Σας εφιστούμε την προσοχή στην επικινδυνότητα των υπό ψήφιση διατάξεων, για την αλλοίωση των συνταγματικής ισχύος χαρακτηριστικών της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας μας.
Ως δικαστής το μόνο που ελπίζω πλέον είναι ότι κάποια στιγμή (όχι στην παρούσα φάση προφανώς που έχει χαθεί κάθε μέτρο με τις σχεδιαζόμενες αλλαγές) θα επανέλθει η λογική και η επαφή με την πραγματικότητα. Το γεγονός πάντως ότι οι δικαστές αντιμετωπίζονται σαν πειραματόζωα είναι τουλάχιστον θλιβερό και όσοι »αγανακτισμένοι πολίτες’’ που διαβάζω στα σχόλια θεωρούν ότι θα έχουν γρήγορες (αλλά και ορθές) δικαστικές αποφάσεις με τις νέες αλλαγές πλανώνται πλάνην οικτρά. Οι δε καταδίκες της Ελλάδας από ευρωπαϊκά δικαστήρια σε περίπτωση που εφαρμοστούν οι συγκεκριμένες διατάξεις(βλ. παραβίαση προσωπικών δεδομένων δικαστών ‘’στα πλαίσια πειθαρχικού ελέγχου’’), προβλέπεται να είναι πολύ περισσότερες από τις υπάρχουσες για καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης……
Άσκηση του καθοδηγητικού καθήκοντος του δικαστή αναφορικά με τη συμπλήρωση της πραγματικής αοριστίας της αγωγής
Η προτεινόμενη ρύθμιση του νομοσχεδίου προβλέπει ότι εντός τριάντα (30) ημερών από τη χρέωση, ο δικαστής του μονομελούς ή ο εισηγητής του πολυμελούς πρωτοδικείου εκδίδει διάταξη χωρίς αιτιολογία, εφόσον διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, ότι η αγωγή πάσχει από πραγματική αοριστία. Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων δύναται να τη συμπληρώσει με προσθήκη στις προτάσεις έως και δέκα (10) ημέρες πριν τη συζήτηση, ενώ η αντίκρουση των συμπληρωθέντων ισχυρισμών από τον εναγόμενο πραγματοποιείται με προσθήκη έως και τη συζήτηση, σύμφωνα με την παραπομπή στο άρθρο 269 §3 ΚΠολΔ. Η σύλληψη αυτής της ρύθμισης, παρότι στοχεύει στην προδικαστική εξυγίανση της δίκης, δημιουργεί πλειάδα θεσμικών, πρακτικών και ερμηνευτικών προβλημάτων, που πρέπει να αναδειχθούν
1. Η υλικοτεχνική υποδομή των δικαστηρίων
Ο προέλεγχος προϋποθέτει ότι ο Δικαστής διαθέτει κατάλληλο χώρο, τεχνικά μέσα και πραγματική πρόσβαση στους φακέλους των υποθέσεων, ενόψει της ανάγκης μελέτης τους σε εύλογο χρόνο πριν τη συζήτηση. Εντούτοις, στην πράξη, τα πινάκια είναι υπερφορτωμένα, οι δικογραφίες στοιβάζονται σε ανεπαρκείς ή δυσπρόσιτους χώρους, ενώ σε πολλές περιπτώσεις η φυσική πρόσβαση σε αυτές δεν καθίσταται εφικτή σε χώρο κατάλληλο για μελέτη καθιστώντας τον προσδοκώμενο προέλεγχο ουτοπικό.
2. Ο φόρτος εργασίας των δικαστών:
Ο ρυθμός και ο όγκος υποθέσεων που καλείται να χειριστεί ο Δικαστής δεν επιτρέπει, στην πράξη, τη διενέργεια ουσιαστικής προεξέτασης όλων των αγωγών ως προς την πληρότητα και το παραδεκτό τους. Η επισήμανση πραγματικής αοριστίας, που προϋποθέτει ενίοτε ενδελεχή ανάλυση, ανταγωνίζεται τον χρόνο που απαιτείται για τη σύνταξη αποφάσεων σε εκκρεμείς υποθέσεις, και ως εκ τούτου παραμερίζεται από τη δικαστική πράξη.
3. Η αντικειμενική δυσχέρεια εντοπισμού της αοριστίας
Η διάγνωση πραγματικής αοριστίας δεν είναι δυνατή μέσω απλής επισκόπησης. Αντιθέτως, σε αντίθεση με τις πρόδηλες τυπικές πλημμέλειες του άρθρου 227 ΚΠολΔ (π.χ η έκθεση επίδοσης της αγωγής, το πιστοποιητικό εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων, η μη καταβολή δικαστικού ενσήμου, η μη προσαγωγή του ενημερωτικού εντύπου περί διαμεσολάβησης.) , η αοριστία που άπτεται του περιεχομένου του ουσιαστικού ισχυρισμού απαιτεί πλήρη κατανόηση της φύσης της διαφοράς. Προϋποθέτει την πλήρη και ουσιαστική αξιολόγηση του εισαγωγικού δικογράφου, όχι μόνο από τυπική, αλλά από ουσιαστική δικονομική άποψη, δηλαδή ως προς το κατά πόσον τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά είναι επαρκή για υπαγωγή στον κανόνα δικαίου και ικανά να επιτρέψουν στον εναγόμενο την άσκηση πλήρους άμυνας. Η διάγνωση αυτή δεν είναι μηχανική. Απαιτεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, σύνθετη ερμηνευτική εργασία, γνώση της νομολογίας σε ανάλογες περίπτώσεις και αναγωγή σε θεωρητικά κριτήρια για τη διάκριση μεταξύ πραγματικής και νομικής αοριστίας, και μεταξύ θεραπεύσιμων και μη θεραπεύσιμων ελλείψεων. Πρόκειται για έλλειψη η οποία συνήθως δεν είναι εμφανής ούτε στον επιμελή δικηγόρο του ενάγοντος, πολλώ δε μάλλον δεν μπορεί να εντοπιστεί αβιάστως από τον Δικαστή με την απλή ανάγνωση του εισαγωγικού δικογράφου κατά το στάδιο της διαχείρισης του πινακίου. Συνεπώς, η απαίτηση εντοπισμού της αοριστίας σε σύντομη προθεσμία 30 ημερών είναι μη ρεαλιστική και θεσμικά αμφίβολη.
4. Η επισήμανση αοριστίας από τον εισηγητή του πολυμελούς πρωτοδικείου
Κατά το γράμμα της διάταξης, ο εισηγητής του πολυμελούς πρωτοδικείου δύναται να επισημάνει ότι η αγωγή πάσχει από πραγματική αοριστία, εκδίδοντας σχετική διάταξη. Η ρύθμιση αυτή είναι θεσμικά προβληματική, καθώς η κρίση περί ύπαρξης πραγματικής αοριστίας δεν αποτελεί απλή πράξη προετοιμασίας της συζήτησης και συλλογής του πραγματικού υλικού αυτής, αλλά προκαταρκτική έκφραση δικαιοδοτικής κρίσης επί του παραδεκτού της αγωγής. Ενδεχόμενη μονομερής έκδοση διάταξης συμπλήρωσης χωρίς προηγούμενη διάσκεψη του σχηματισμού συνιστά θεσμικά προβληματική μεταφορά ουσιώδους νομικής κρίσης σε μεμονωμένο δικαστή, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη συλλογικότητα της λειτουργίας του πολυμελούς σχηματισμού. Αντιθέτως, εάν θεωρηθεί ότι ο εισηγητής μπορεί να εκδώσει διάταξη μόνο κατόπιν συνεδρίασης του σχηματισμού και διάσκεψης, τότε καθίσταται αναγκαίο το πολυμελές πρωτοδικείο να συνέρχεται εντός 30 ημερών από τη χρέωση για κάθε υπόθεση, προκειμένου να αποφανθεί εάν συντρέχει πραγματική αοριστία. Η λύση αυτή, όμως, είναι πρακτικά ανεφάρμοστη, καθώς οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των διασκέψεων σε πρώιμο στάδιο και επιβαρύνει σοβαρά την ήδη δυσκίνητη διαδικασία συγκρότησης και λειτουργίας των πολυμελών σχηματισμών, ειδικά σε μεγάλα πρωτοδικεία. Η θεσμική αμηχανία είναι προφανής: είτε η επισήμανση γίνεται μονομερώς, οπότε προσκρούει στη συλλογικότητα της κρίσης, είτε απαιτείται διάσκεψη, οπότε η προθεσμία των 30 ημερών καθίσταται ανεφάρμοστη. Και στις δύο περιπτώσεις, η ρύθμιση αποδεικνύεται μη βιώσιμη.
5. Η απουσία πρόβλεψης για τις συνέπειες της μη επισήμανσης της αοριστίας με διάταξη
Η νέα ρύθμιση του 237 ΚΠολΔ δεν προβλέπει ρητώς τι συμβαίνει αν η αοριστία δεν διαγνωστεί εντός των 30 ημερών και το δικαστήριο διαπιστώσει το απαράδεκτο μεταγενέστερα κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη επί πολυμελούς συνθέσεως. Κατ΄ ορθότερη προσέγγιση το δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα να απορρίψει αυτεπαγγέλτως την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την οριστική του απόφαση εκ των υστέρων, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική επισήμανση (επιχείρημα εκ του άρθρου 227§1εδ. ΚΠολΔ ως παρουσιάζεται στο νομοσχέδιο). Επομένως καθίσταται σαφές ότι η προδικαστική επισήμανση της πραγματικής αοριστίας δεν έχει το θεσμικό και νομικό βάρος που προσδοκούν οι συντάκτες του, αναγνωρίζοντας ότι η ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη κρίση επί του παραδεκτού της αγωγής δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τον κατά σύλληψη ατελή και επιφανειακό έλεγχο του με την έκδοση διάταξης.
Εντόπισα ένα ζήτημα με το ζήτημα της απαγόρευσης αναβολής στον β’ βαθμό, που έχει εξαγγελθεί και αναφέρεται σε όλα τα σχετικά δημοσιεύματα ως μία από τις «καινοτομίες» που θα βοηθήσουν στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, εν προκειμένω στην μείωση του χρόνου τελεσιδικίας των αποφάσεων. Συγκεκριμένα:
– Το άρθρο 30 του νομοσχεδίου έχει τίτλο «Απαγόρευση αναβολής συζήτησης υπόθεσης στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας… (κλπ.)»
– Το ίδιο άρθρο αναφέρει – μεταξύ άλλων – τις εξής σχετικές τροποποιήσεις: «βα) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «ανά βαθμό δικαιοδοσίας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στον πρώτο βαθμό», ββ) προστίθεται νέο, δεύτερο, εδάφιο, και γγ) η περ. γ) καταργείται (αφορούσε το παράβολο για αναβολή στο εφετείο)
– Για κάποιο περίεργο λόγο, η συγκεκριμένη διάταξη (άρθρο 241 § 1 του ΚΠολΔ), διαμορφώνεται, μετά τις τροποποιήσεις, ως εξής: «1. Ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αν ακόμη δεν κατατέθηκαν προτάσεις ή αυτές κατατέθηκαν εκπρόθεσμα, μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης μόνο μία φορά στον πρώτο βαθμό σε μεταγενέστερη δικάσιμο, εφόσον υπάρχει σπουδαίος κατά την κρίση του δικαστηρίου λόγος, με απλή σημείωση στο πινάκιο. Στον δεύτερο βαθμό επιτρέπεται αναβολή μόνο μια φορά και μόνο για λόγους ανωτέρας βίας. …»
Δηλαδή, ενώ ο τίτλος του συγκεκριμένου άρθρου (30) του νσχ. αναφέρει την απαγόρευση αναβολής στον β’ βαθμό, στο κείμενο της σχετικής διατάξεως (241 § 1 ΚΠολΔ), όπως διαμορφώνεται μετά τις τροποποιήσεις, το σχετικό νέο εδάφιο που προστίθεται (δεύτερο) ορίζει ότι επιτρέπεται αναβολή, μόνο μία φορά, κάτι που ισχύει και με την νυν ισχύουσα διάταξη (νυν ισχύον άρθρο 241 § 1 του ΚΠολΔ), η οποία ορίζει ότι η συζήτηση της υπόθεσης μπορεί να αναβληθεί μόνο μία φορά, ανά βαθμό δικαιοδοσίας (άρα και στο εφετείο), σε μεταγενέστερη δικάσιμο, εφόσον υπάρχει σπουδαίος κατά την κρίση του δικαστηρίου λόγος. Διαφοροποιείται, δηλαδή, μόνο ο λόγος της αναβολής, από «σπουδαίος λόγος» σε «λόγους ανωτέρας βίας», κάτι που κατά την γνώμη μου δεν είναι σημαντική διαφοροποίηση στην πράξη, και δη στην δικαστηριακή πρακτική στις πολιτικές δίκες.
Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή το θεώρησα προφανή παραδρομή κατά την σύνταξη του νομοσχεδίου. Όμως, στην χθεσινή ανακοίνωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με τίτλο «ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΠολΔ – 25 ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ», στο σημείο 10 αναγράφεται το εξής:
«10) Αναβολή κατά το άρθρο 241 ΚΠολΔ. Στον β΄ βαθμό αναβολή θα επιτρέπεται μόνον μία φορά και μόνο για ανωτέρα βία. Για το λόγο αυτό καταργείται και το παράβολο της αναβολής στο Εφετείο, το οποίο όμως διπλασιάζεται για τις αναβολές ενώπιον του Μονομελούς και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου».
Παραμένει, λοιπόν, το ερώτημα, ως προς την αναβολή στον β’ βαθμό:
Καταργείται η δυνατότητα αναβολής?
Θα απαγορεύεται ή θα επιτρέπεται, έστω και μία φορά (όπως σήμερα), για λόγους ανωτέρας βίας?
Προθεσμίες έκδοσης αποφάσεων και εισαγωγή προληπτικού πειθαρχικού ελέγχου των δικαστικών λειτουργών
1. Αυθαίρετες και ανεφάρμοστες προθεσμίες έκδοσης δικαστικών αποφάσεων
Οι νέες προθεσμίες αγνοούν πλήρως το φόρτο υποθέσεων ανά δικαστικό λειτουργό και τα παράλληλα καθήκοντα του Δικαστή σε αστικές και ποινικές υποθέσεις. Η επιβολή ασφυκτικών χρονικών ορίων σε ένα περιβάλλον διαρκούς υπερχρέωσης όχι μόνο δεν επιταχύνει τη δικαιοσύνη, αλλά υποβαθμίζει την ποιότητά της, ωθώντας σε διεκπεραιωτικού τύπου κρίσεις. Ειδικά στις υποθέσεις υψηλής κοινωνικής και οικονομικής σημασίας (π.χ. οικογενειακές διαφορές, εμπορικές διαφορές, ιατρική ευθύνη, ), η προσήλωση στην ποιότητα και τη σε βάθος διερεύνηση δεν πρέπει να θεωρείται αντικειμενικά επιλήψιμη συμπεριφορά.
2. Προκαταβολικός πειθαρχικός έλεγχος – Αποδόμηση της λειτουργικής ανεξαρτησίας
Η υποχρέωση του δικαστή να προειδοποιήσει τη Διοίκηση του Δικαστηρίου και την Επιθεώρηση πριν ακόμη παραβιαστεί η προθεσμία, εισάγει έναν μηχανισμό προληπτικού πειθαρχικού ελέγχου, χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο ελέγχου και χωρίς ουσιαστική χρησιμότητα για την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται για μοναδική διεθνώς σύλληψη, σύμφωνα με την οποία η πρόθεση ή πιθανότητα καθυστέρησης ισοδυναμεί με ενεργοποίηση εποπτικού μηχανισμού και οι συνθήκες προσωπικής ή οικογενειακής φύσης, που ενδέχεται να επηρεάζουν τη δυνατότητα έκδοσης απόφασης εντός της προθεσμίας, μετατρέπονται σε αντικείμενο κρατικής παρακολούθησης. Μόλις χρειάζεται να επισημανθεί ότι η πρόβλεψη ενημέρωσης των διαδίκων για τις καθυστερήσεις, ενδέχεται να οδηγήσει σε κατάφωρη προσβολή προσωπικών δεδομένων, ακόμα και όταν πρόκειται για λόγους υγείας ή προσωπικής φύσης, κατά παράβαση της ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας. Η διαρκής απειλή για τη δημόσια έκθεση του δικαστή μέσω ενός μηχανισμού διαρκούς προκαταβολικής επιτήρησης υπονομεύει την εσωτερική ανεξαρτησία των δικαστών, δεν επιταχύνει τη δικαιοσύνη, αλλά αποθαρρύνει την εις βάθος μελέτη των υποθέσεων και οδηγεί σε υπαλληλοποίηση της δικαστικής λειτουργίας.
3. Διαστρέβλωση της έννοιας της λογοδοσίας – Μετατόπιση της ευθύνης από την Πολιτεία προς τον δικαστή
Η εν λόγω ρύθμιση εμφανίζεται να στοχεύει στην ενίσχυση της λογοδοσίας, στην πραγματικότητα όμως καταλήγει σε ένα σύστημα συνεχούς ελέγχου, όπου ο δικαστής οφείλει να λογοδοτεί προληπτικά, πριν ακόμη ανακύψει η καθυστέρηση, φέρει πλήρες προσωπικό βάρος για συστημικά και οργανωτικά ελλείμματα (έλλειψη στελέχωσης, καθυστερήσεις στην καθαρογραφή κ.λπ.), και απειλείται ουσιαστικά με πειθαρχικό έλεγχο, όχι για παραλείψεις ή παραβίαση καθήκοντος, αλλά για την εκτίμησή του ότι μια υπόθεση χρειάζεται περισσότερο χρόνο. Η ανωτέρω ρύθμιση παραγνωρίζει πλήρως ότι η καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων συχνά οφείλεται όχι στην ολιγωρία του δικαστή, αλλά σε αντικειμενικά εμπόδια που σχετίζονται με την υποχρηματοδότηση των δικαστηρίων Η γραμματειακή και τεχνική υποστήριξη βρίσκεται σε οριακό επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα πρακτικά των υποθέσεων, ακόμη και εκείνων χωρίς μάρτυρες, παραδίδονται στους δικαστές με καθυστέρηση τριών έως τεσσάρων μηνών, λόγω της χαμηλής αποδοτικότητας της ιδιωτικής εταιρείας απομαγνητοφώνησης. Παρά ταύτα, η προτεινόμενη ρύθμιση επιρρίπτει συλλήβδην την ευθύνη στον δικαστή, δημιουργώντας ένα περιβάλλον ελέγχου και λογοδοσίας χωρίς ισορροπία και χωρίς θεσμική εντιμότητα. Η Πολιτεία μετατοπίζει τις ευθύνες που της αναλογούν –ως προς την επάρκεια των μέσων, της στελέχωσης και της οργάνωσης– προς τον δικαστικό λειτουργό, που καλείται να λογοδοτεί για καθυστερήσεις τις οποίες δεν μπορεί να ελέγξει.
Ρύθμιση για ανώτατη χρέωση δικαστικών λειτουργών
Με το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου, εισάγεται ρύθμιση περί καθορισμού ανώτατου αριθμού δικογραφιών που μπορούν να χρεώνονται ετησίως στους δικαστικούς λειτουργούς των Πρωτοδικείων και των Εφετείων. Η ρύθμιση αυτή προβάλλεται ως μέτρο εξισορρόπησης των νέων, ασφυκτικών χρονικών απαιτήσεων για την έκδοση αποφάσεων, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερχρέωση και να διασφαλιστεί η ποιότητα του δικαστικού έργου. Ωστόσο, η πραγματική της λειτουργία είναι προσχηματική. Αντί να λειτουργεί ως φίλτρο προστασίας της δικαστικής απόδοσης, η διάταξη επιβεβαιώνει το μέγεθος της επερχόμενης επιβάρυνσης, δίνοντας στον νόμο τη μορφή επίφασης ισορροπίας, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα
1. Τα εξαιρετικά υψηλά όρια και η ουσιαστική αποδυνάμωση του μέτρου
Ο καθορισμός ανώτατης χρέωσης σε 150 δικογραφίες ετησίως στο Πρωτοδικείο και 70 στο Εφετείο, αφορά αριθμούς που, αφ’ εαυτών, συνιστούν πλήρη και βαρύτατη ετήσια επιβάρυνση. Πρόκειται για νούμερα που, στην πράξη, δεν θωρακίζουν τον δικαστή απέναντι στον υπερβολικό φόρτο, αλλά καθορίζουν ως κανονικότητα το οριακά ανεκτό. Ακόμη σοβαρότερη, όμως, είναι η ρήτρα εξαίρεσης από το πλαφόν συγκεκριμένων κατηγοριών υποθέσεων , όπως ασφαλιστικών μέτρων, υποθέσεων εκουσίας δικαιοδοσίας και μικροδιαφορών. Η επιλογή αυτή αδρανοποιεί πλήρως τον προστατευτικό χαρακτήρα της ρύθμισης. Οι ανωτέρω υποθέσεις αποτελούν μεγάλο ποσοστό της πραγματικής ύλης των πρωτοβάθμιων σχηματισμών. Η συστηματική τους εξαίρεση έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του πραγματικού φόρτου πολύ πέραν του προβλεπόμενου ορίου, την υποτίμηση του σύνθετου χαρακτήρα αρκετών εξ αυτών και την παραγνώριση της πραγματικής επίδρασής τους στον χρόνο και στην ενέργεια που απαιτεί η διεκπεραίωσή τους. Ειδικά οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ενιαία: είναι άλλης φύσης και βαρύτητας οι ακούσιες νοσηλείες από τις τις εμπορικές διαφορές και τις πτωχευσεις, και δεν δικαιολογείται η συνολική απαλοιφή τους από τον υπολογισμό της επιβάρυνσης. Ομοίως, τα ασφαλιστικά μέτρα έχουν εξελιχθεί σε δίκες ουσίας με αυξημένες δικονομικές και ουσιαστικές απαιτήσεις, ενώ οι μικροδιαφορές, ακόμη κι αν δεν προσμετρώνται ισοδύναμα, δεν μπορούν να εκμηδενίζονται ως έργο.
2. Πλήρης αποσιώπηση των ποινικών καθηκόντων – Θεσμική και ουσιαστική στρέβλωση
Η ρύθμιση αγνοεί πλήρως τα ποινικά καθήκοντα των πολιτικών δικαστών, τα οποία συνιστούν ισότιμο και κοινωνικά κρίσιμο μέρος του έργου τους. Εκτός ελαχίστων σχηματισμών, όπως το Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν λειτουργούν αυτοτελή ποινικά τμήματα, και επομένως οι ίδιοι δικαστές που δικάζουν τις αστικές διαφορές παράλληλα δικάζουν ποινικές υποθέσεις, Η μη αναγνώριση αυτού του έργου στον υπολογισμό της συνολικής χρέωσης συνιστά θεσμική υποβάθμιση της ποινικής δικαιοσύνης και παραβιάζει την αρχή της ισομερούς κατανομής του δικαστικού φόρτου. Πέρα από το ποσοτικό βάρος, η κοινωνική σημασία της ποινικής λειτουργίας είναι εξαιρετικά υψηλή. Οι υποθέσεις αυτές αφορούν την προστασία της δημόσιας τάξης, των θυμάτων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και απαιτούν συγκέντρωση, υπευθυνότητα και ακρίβεια. Το να μην αναγνωρίζονται στο σύστημα υπολογισμού της ετήσιας επιβάρυνσης υπονομεύει τον πυρήνα της δικαιοδοτικής αποστολής του δικαστή.
Μερικές παρατηρήσεις ως προς τις εσφαλμένες αναγνώσεις της νομολογίας του ΕΔΔΑ σε σχέση με την εύλογη διάρκεια της δίκης, με την ελπίδα να συμβάλουν σε μια ορθολογική αντιμετώπιση ενός φαινομένου οφειλόμενους σε πολλούς παράγοντες και πάντως όχι στην καθυστέρηση έκδοσης αποφάσεων, με βάση την ρητορική που επικρατεί την τελευταία 15ετία.
Με βάση τις διαπιστώσεις της αιτιολογικής έκθεσης του ν. 4239/2014 :
«Είναι γνωστό ότι το µεγαλύτερο πρόβληµα καθυστέρησης των δικών στη χώρα µας είχε παρατηρηθεί στις υποθέσεις που εκδικάζονταν από τα διοικητικά δικαστήρια. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την έκδοση από το ΕΔΔΑ της πιλοτικής απόφασης Αθανασίου κατά Ελλάδας της 10.12.2010. Με την απόφαση αυτή τέθηκε προθεσµία ενός έτους από τη στιγµή που η απόφαση θα γινόταν τελειωτική (δηλαδή έως 10.3.2012), προκειµένου η ελληνική πολιτεία να θεσπίσει προσφυγή ή συνδυασµό προσφυγών µε αποζηµιωτικό ή/και επιταχυντικό χαρακτήρα. Ο έλληνας νοµοθέτης, σεβόµενος την ανωτέρω προθεσµία και τη σχετική νοµολογία του ΕΔΔΑ, θέσπισε τα άρθρα 53-59 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51). ..» . Αναφέρεται στη συνέχεια στην αιτιολογική έκθεση η δημιουργία θετικού κλίματος από την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων ως προς την εικόνα της χώρας που σέβεται τις διεθνείς υποχρεώσεις της. Επίσης αναφέρεται ότι : «Αν και ο στόχος παραµένει η ταχεία απονοµή της δικαιοσύνης, η αποκατάσταση σε περίπτωση διαπίστωσης υπέρβασης του ευλόγου χρόνου της διαδικασίας µπορεί να είναι και χρηµατική, σύµφωνα και µε τη σχετική νοµολογία του ΕΔΔΑ (Scordino1 ό.α., ιδίως παράγραφοι 186, 187 και πιλοτικές αποφάσεις Μιχελιουδάκη παρ. 77 και Γλύκαντζη παράγραφοι 77-79). Η εκδίκαση των υποθέσεων εντός ευλόγου χρόνου αποτελεί βεβαίως µέληµα ενός κράτους δικαίου, στοιχείο του οποίου είναι η ταχεία απονοµή της δικαιοσύνης που ενδιαφέρει πρωτίστως τους έλληνες πολίτες και τους εν γένει εµπίπτοντες στην δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων. Η απονοµή της δικαιοσύνης εντός ευλόγου χρόνου και η υιοθέτηση προσφυγής ή συνδυασµού προσφυγών για την αποκατάσταση, κατά κύριο λόγο, της ηθικής βλάβης των διαδίκων, σε περίπτωση υπέρβασης του ευλόγου χρόνου της διαδικασίας, µε βάση τα κριτήρια της νοµολογίας του ΕΔΔΑ, σε εθνικό συµβάλλει σηµαντικά στην πολιτική εικόνα της χώρας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, αλλά και µε την κρατούσα αντίληψη της νοµολογίας του ΕΔΔΑ (βλ.ιδίως Cochiarella κατά Ιταλίας, απόφαση της Μείζονος Συνθέσεως της 29.3.2006) οδηγεί σε εξορθολογισµό των επιδικαζοµένων αποζηµιώσεων για υπέρβαση του ευλόγου χρόνου της διαδικασίας…»
Ο νομοθέτης στη συνέχεια με τις ρυθμίσεις του νόμου 4239/2014 παρά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο μετρά την παραβίαση της εύλογης διάρκειας δίκης ενιαία σε όλους τους βαθμούς από την κατάθεση του δικογράφου ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, επέλεξε να διασπάσει την κρίση περί της παραβίασης του ευλόγου χρόνου καθορίζοντας στο άρθρο 2§1 ξεχωριστή αρμοδιότητα για κάθε βαθμό. Είναι αυτό συμβατό με τις εξαγγελίες της αιτιολογικής έκθεσης ως προς το σκοπό της ρύθμισης. Προφανώς όχι. Γιατί; Επιχειρώντας μια απάντηση, θα έλεγα ότι ο Έλληνας νομοθέτης γνωρίζοντας τις συστημικές αδυναμίες της οργάνωσης και όχι της απονομής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, ηθελημένα δεν θέλει ουσιαστική κρίση περί την εύλογη διάρκεια δίκης και την αποκατάσταση με χρηματική ικανοποίηση, κατά τη νομολογία του ΕΔΑΑ σε όλους τους βαθμούς, διότι γνωρίζει ότι το Δημόσιο θα κληθεί να αναλάβει την αποκατάσταση σε περίπτωση διαπίστωσης υπέρβασης, σε υπερβολικά μεγάλο αριθμό υποθέσεων, με κίνδυνο για την οικονομική ισορροπία την οποία στο χρόνο θέσπισης του βοηθήματος, επιδίωκε.
Το κύριο μέλημά του νομοθέτη όπως τονίζεται στην αιτιολογική παραμένει η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Ας δούμε λοιπόν μερικές κρίσεις του ΕΔΔΑ ως προς το σχετικό θέμα :
Όπως παγίως γίνεται δεκτό από τη νομολογία του ΕΔΔΑ (βλ. αποφάσεις Ανώνυμος Τουριστική Εταιρεία Ξενοδοχεία Κρήτης κατά Ελλάδας της 21.2.2008 σκ. 30, Comingersoll S.A. κατά Πορτογαλίας της 6.4.2000 σκ. 24, κ.ά.), τα Συμβαλλόμενα Κράτη οφείλουν να οργανώνουν το δικαστικό τους σύστημα κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζονται οι εγγυήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στις οποίες περιλαμβάνεται και η έκδοση των αποφάσεων των δικαιοδοτικών τους οργάνων εντός εύλογης προθεσμίας [βλ., πχ για τις αποχές των δικηγόρων, αποφάσεις ΕΔΔΑ Πίκουλα κ.λπ. κατά Ελλάδας της 7.1.2010 σκ. 30 & 23 συνδ. 24, Σταυρινουδάκης κατά Ελλάδας της 29.10.2009 σκ. 29 & 22 συνδ. 24, Μηλιώνης κ.λπ. κατά Ελλάδας της 24.4.2008 σκ. 58 & 54 συνδ. 51, Μαριέττος και Μαριέττου κατά Ελλάδας της 21.2.2008 σκ. 27 & 23 συνδ. 22, Φιλιώτη κατά Ελλάδας της 11.10.2007 σκ. 24 – 25 & 20 συνδ. 19, Ξενόπουλος κατά Ελλάδας της 28.3.2002 σκ. 21 συνδ. 18, ενδ ΣτΕ μον. 918, 1/2022).
Είναι δε γνωστό ότι οι περισσότερες καταδίκες της χώρας, αφορούν καθυστερήσεις στην επιδίκαση οριστικής αποζημίωσης σε δίκες απαλλοτριώσεων. Είναι επίσης γνωστό, για όσους έχουν και μικρή έστω ενασχόληση με το αντικείμενο ότι κθοριστικό για τη διάρκει της δίκης ζήτημα αποτελεί η διόρθωση των κτηματολογικών πινάκων και η εκτέλεση πραγματογνωμοσύνης που έχει διαταχθεί από το Δικαστήριο. Ουδέποτε καταλογίζεται ως παραβίαση η έκδοση προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου ούτε και ελέγχεται η κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την εύλογη διάρκεια [βλ υπό την επισήμανση της στάθμισης της επίτευξης ισότιμης ισορροπίας μεταξύ της ταχείας δικαιοσύνης και της δικαιοσύνης κατά το ουσιαστικό περιεχόμενό της (EΔΔΑ, Nideröst–Huber κατά Ελβετίας, απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1997, § 30, Acquaviva κατά Γαλλίας, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1995, § 66)]. Η έλλειψη στοιχείων ωστόσο, βαρύνει πάντα το Δημόσιο, αφού αποτελεί ευθύνη του η σχετική οργάνωση των υπηρεσιών του (Οmingersoll S.A. κατά Πορτογαλίας [GC], no. 35382/97, § 24, CEDH 2000-IV, Νταλή κατά Ελλάδος, απόφαση της 6 Νοεμβρίου 2008, § 31, Λιτοσελίτης κατά Ελλάδας, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, § 30).
Η παραβίαση της εύλογης διάρκειας επομένως κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ και με βάση τον τρόπο μέτρησης της παραβίασης της εύλογης διάρκειας, ουδεμία σχέση έχει με τον χρόνο έκδοσης των αποφάσεων, τουλάχιστον στις υποθέσεις των πολιτικών και ποινικών Δικαστηρίων αλλά με την οργάνωση του δικαστικού συστήματος.
Συνοψίζοντας, καθοριστικής σημασίας για το ΕΔΔΑ είναι Η ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑΣ για να διαπιστώσει παραβίαση και όχι Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΑΠΌΦΑΣΗΣ ανά βαθμό δικαιοδοσίας. Καθοριστικής σημασίας είναι η οργάνωση του δικαστικού συστήματος για την διαπίστωση συνδρομής των όρων παραβίασης και όχι ο χρόνος έκδοσης αποφάσεων μεμονωμένα.
Πρόκειται οι προτεινόμενες ρυθμίσεις να συμβάλλουν στη μείωση του χρόνου της εκκρεμοδικίας;
Ναι μεν σε σχέση με το σύντομο προσδιορισμό των υποθέσεων (αν εφαρμοσθεί) ωστόσο με υπέρογκη χρέωση των Δικαστών στους οποίους ευθέως μετακυλίεται η τήρηση της εύλογης διάρκειας. Οπότε ο νομοθέτης την επιβεβλημένη οργάνωση των υπηρεσιών του συστήματος απονομής δικαιοσύνης κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ την αντιλαμβάνεται ως πλήρη μετακύλιση στον αυξημένο (πράγματι) σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα αριθμό των Δικαστικών λειτουργών της Χώρας.Τούτο συνδυαζόμενο με απειλή πειθαρχικών κυρώσεων και με παράλληλη διατήρηση των διατάξεων ως προς τη σύνθεση του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Αν η συγκεκριμένη επιλογή, δεν σημαίνει κάτι ιδιαίτερα ουσιώδες για τη δικαστική ανεξαρτησία και την ποιότητα απονομής της δικαιοσύνης σε ένα περιβάλλον συνεχών μεταβολών, υπό τη συνθετότητα των συναλλακτικών σχέσεων που διέπουν τη σύγχρονη πραγματικότητα, δεν μπορώ να φανταστώ τι άλλο θα έπρεπε να συμβεί για να σημαίνει κάτι.
Ιδιαιτέρως θα πρέπει να τονιστεί η διαχρονική αδράνεια του νομοθέτη να επιλύσει κομβικής σημασίας ζητήματα σχετικά με την παραβίαση της εύλογης διάρκειας δίκης και την πολυπόθητη επιτάχυνση. Η έλλειψη προβληματισμού και ρητορικής ως προς τη διαχρονική αποτυχία των συστημάτων εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς όπως και της διαμεσολάβησης, δείχνουν να απουσιάζουν από το μεταρρυθμιστικό πεδίο . Η οργάνωση των υπηρεσιών της δικαιοσύνης εξάλλου, δεν μπορεί να παραγνωρίζει ότι υπό την όλη του λειτουργία η οργάνωση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης φαίνεται να οργανώνεται γύρω από έναν υπερβολικά μεγάλο αριθμό δικηγόρων, γεγονός που πλήττει τους όρους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και δυσχεραίνει την ποιότητα εκτέλεσης των υπηρεσιών τους με παράλληλη τήρηση των αυξημένων δεοντολογικών υποχρεώσεων τους εκ του ρόλου τους ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης. Το γεγονός ότι αυτός ο ρόλος δεν έχει παγιωθεί ως προσλαμβάνουσα στο μέσο πολίτη κατέχει κομβική θέση σε σχέση με τη διάρκεια της δίκης.
Συνοψίζοντας επί των διατάξεων :
1) ως προς το άρθρο 24§2 του σχεδίου νόμου εξαιρετικά προβληματική η διατύπωση του άρθρου στα τελευταία δύο εδάφια. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί νομίμως θεωρείται μη ασκηθείσα. Ωστόσο είναι νόμιμη η άκυρη επίδοση ως προς τη διακοπή της παραγραφής όπως ορίζεται πιο κάτω;
2) Οι διατάξεις των άρθρων 25, 27 σχετικά με το περιεχόμενο της αγωγής και την τον τρόπο συμπλήρωσης αυτής, είναι εξαιρετικά προβληματικές καθόσον προσκρούουν σε συνταγματικού υποβάθρου κανόνες δικαίου.
3) Οι διατάξεις του άρθρου 32, ιδίως ως προς την τροποποίηση του άρθρου 307§2 πρέπει να αποσυρθεί. Εκτός από περιττή, δεδομένου ότι ήδη τα στοιχεία καθυστέρησης αποστέλλονται αρμοδίως επιβαρυντική για τους υπάρχοντες μηχανισμούς που επιφορτίζονται με νέο αντικείμενο εργασιών, ενώ ήδη ενημερώνουν αρμοδίως, η όλη διαδικασία δημιουργεί την εντύπωση ότι κατατείνει στη δημιουργία συνθηκών πειθαρχικού ελέγχου σε πρώιμο στάδιο, με τη συγκέντρωση στοιχείων πριν τον έλεγχο, για την περίπτωση καθυστερήσεων. Η συγκέντρωση αυτών των δεδομένων και μάλιστα σε αρχείο, ενδεχομένως χωρίς κανένα λόγο, με πρόσβαση ενδεχομένως δικαστικών μηχανισμών ελέγχου σε μεταγενέστερο χρόνο, φαίνεται ιδιαίτερα προβληματική.
Οι ρυθμίσεις των άρθρων 147 επόμενα, περί των προτεινόμενων ρυθμίσεων στον Κώδικα οργανισμού Δικαστηρίων, απηχούν όλες τις στρεβλώσεις που επισημάνθηκαν. Σημειώνεται ότι η εξαίρεση αποφάσεων ποινικών (και κακουργημάτων!), ασφαλιστικών μέτρων, εκουσίας δικαιοδοσίας και βουλευμάτων αποκλείει αντικείμενο εργασιών χωρίς κανένα απολύτως δικαιολογητικό λόγο
Με τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, εκτός της μείωσης των προθεσμιών που αξίζει ξεχωριστού σχολιασμού, εισάγεται μια χαοτική γραφειοκρατία, κατά την οποία ο δικαστής θα πρέπει να αφιερώνει κάθε μήνα χρόνο και κόπο για να καταγράφει εκείνες τις δικογραφίες για τις οποίες το επόμενο μήνα θα συμπληρώνεται η προθεσμία του ή στην περίπτωση των ασφαλιστικών, οι 20 ημέρες από τη συζήτηση της υπόθεσης. Η ενημέρωση της διοίκησης του δικαστηρίου αλλά και της επιθεώρησης όχι για την καθυστέρηση, αλλά μόνο για το ενδεχόμενο αυτής, είναι μια πρωτοφανής σύλληψη, η οποία εκτός του ότι καθιστά υπόλογους ακόμα και εκείνους που συστηματικά κατορθώνουν να τηρούν τις προθεσμίες, επιβαρύνει πολύ το δικαστικό έργο χωρίς να προσφέρει τίποτα και άγει σε ένα μοντέλο φοβισμένου και διαρκώς ελεγχόμενου δικαστή, ο οποίος θα πρέπει στη δικανική του κρίση να συνυπολογίζει ότι το κόστος της σε βάθος διερεύνησης μίας υπόθεσης, μπορεί να είναι ο πειθαρχικός έλεγχος ή και η απόλυσή του. Το δε ενδεχόμενο, το δικαστήριο να ενημερώνει και τους διαδίκους, για τους λόγους καθυστέρησης της υπόθεσης, που μπορεί να είναι προσωπικοί, οικογενειακοί ή υγείας, σίγουρα πάντως απόρρητοι και προστατευόμενοι από τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα, δεν αποτελεί ένδειξη λογοδοσίας έναντι των πολιτών, όπως εσφαλμένα διατείνεται το υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά σαφή παραβίαση της προσωπικής τους ζωής και των προσωπικών τους δεδομένων.
Η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 227 ΚΠολΔ, εντάσσει για πρώτη φορά, στη ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 227 ΚΠολΔ που ανέκαθεν αφορούσε τυπικές ελλείψεις (π.χ. εκθέσεις επίδοσης, γραμμάτια προείσπραξης, υπό προϋποθέσεις το δικαστικό ένσημο) τη διάγνωση και τη συμπλήρωση της ποσοτικής αοριστίας. Πλην όμως η διερεύνηση της αοριστίας μιας αγωγής, τόσο από άποψη δυσχέρειας, όσο και από άποψη παρεμβατισμού του Δικαστηρίου, δεν έχει καμία σχέση με τη συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων. Πρόκειται για πεδίο της νομικής επεξεργασίας ενός δικογράφου, με σημαντικές προεκτάσεις, για το οποίο ο δικαστικός λειτουργός αφιερώνει σημαντικό χρόνο, ενώ τόσο η απόρριψη σχετικού ισχυρισμού, όσο και η αυτεπάγγελτη διάγνωσή της αοριστίας, δεν είναι δυνατόν να γίνονται χωρίς αιτιολογία, καθώς η δυνατότητα αυτή προσκρούει ευθέως στο άρθρο 93παρ.3 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, στη διάταξη η διαδικασία περιγράφεται αφενός ως δυνητική (μπορεί…να εκδώσει διάταξη), πλην όμως ο δυνητικός της χαρακτήρας αίρεται από την συνέπεια του τελευταίου εδαφίου, κατά το οποίο «Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης». Ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο της μη αξιοποίησης της δυνατότητας συμπλήρωσης της αοριστίας μέσω διάταξης, εκθέτει την απόφαση στη συνέπεια της δημιουργίας αυτοτελούς λόγου εφέσεως, επομένως κάθε άλλο παρά δυνητικό καθίσταται. Αντίθετα, σε περίπτωση που μετά από διάταξη για συμπλήρωση της αγωγής, εν τέλει απορριφθεί η απόφαση για αοριστία, τέτοιος λόγος έφεσης δε θεμελιώνεται.Σημαντικό προβληματισμό προκαλεί και η σχέση της «διάταξης» συμπλήρωσης που προβλέπεται στο άρθρο 227 ΚΠολΔ με τη «διάταξη» που περιγράφεται στο άρθρο 237 ΚΠολΔ, η οποία αφορά αποκλειστικά την τακτική διαδικασία και μπορεί να οδηγήσει και σε απόρριψη της αγωγής, ενώ τέτοια περίπτωση δεν περιλαμβάνεται στην εμβέλεια του 227 ΚΠολΔ. Έτσι, δεν διαγράφονται σαφώς τα όρια της μίας από την άλλη διαδικασία, δεν αποσαφηνίζεται αν η διαδικασία του 227 ΚΠολΔ λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς αυτή του 237 ΚΠολΔ ή αν αφορά τις διαδικασίες που δεν καταλαμβάνονται από το 237 ΚΠολΔ ή αν αποτελεί διάταξη «ομπρέλα».
Καλησπέρα. Άρθρο 237 παρ. 3:
Για να διαπιστωθεί εάν: α) η αγωγή είναι αόριστη, ή αν υφίστανται ορισμένοι άλλοι λόγοι απαραδέκτου (όπως λ.χ. δεδικασμένο) β) για την πληρέστερη εκδίκαση της διαφοράς απαιτείται η εξέταση μαρτύρων ή διαδίκων ή η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, γ) απαιτείται η ένωση ή συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών, ο χωρισμός ή η διαδοχική εξέταση αιτήσεων, ή η αναστολή της δίκης, αντίστοιχα κατά τα άρθρα 246 έως 250, στην πλειονότητα των περιπτώσεων απαιτείται πλήρης επεξεργασία της δικογραφίας και δη έρευνα του παραδεκτού (πολλές προϋποθέσεις), του νόμω βάσιμου της αγωγής (πολλά αιτήματα), αναζήτηση σχετικής νομολογίας και κατόπιν εκτίμηση του συνόλου των ισχυρισμών του εναγόμενου (παραδεκτό και νόμω βάσιμο) και των αποδεικτικών μέσων που εισφέρουν οι διάδικοι στη δίκη, ώστε να διαπιστωθεί αν αυτά (αποδεικτικά μέσα), τα οποία πολύ συχνά είναι εκατοντάδες έγγραφα, είναι παραδεκτά και νόμιμα και επαρκούν για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης (λαμβανομένου υπόψη του ότι συχνά είναι αντικρουόμενα ή έχουν μεταξύ τους διαφορετική αποδεικτική ισχύ). Τα παραπάνω αντιστοιχούν, στην πλειονότητα των περιπτώσεων τέτοιων υποθέσεων (υπό α’, β’ γ’), στο 60% – 90% και της συνολικής «δουλειάς» του δικαστή που θα εκδώσει την απόφαση, η «συγγραφή» της οποίας μπορεί πολλές φορές να διαρκέσει ελάχιστο χρόνο σε σχέση με τις ώρες (ή και μέρες) που αφιερώθηκαν για τα παραπάνω. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλές από τις παραπάνω ελλείψεις ή ανάγκες, συχνά διαπιστώνονται στο στάδιο της συγγραφής της απόφασης, όταν και αποκαλύπτονται αποδεικτικά προβλήματα που κρύβονται στις πολύ μικρές «λεπτομέρειες». Επιπλέον, ο δικαστής δεν εκδίδει αποφάσεις «κατά προσέγγιση», αλλά πρέπει να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση και να μελετήσει με προσοχή όλο το αποδεικτικό υλικό πριν διαπιστώσει τις ελλείψεις του. Η νέα ρύθμιση πρακτικά σημαίνει ότι ο δικαστής, στις πρώτες τριάντα ημέρες από τη χρέωση, θα πρέπει να έχει κάνει όλη την παραπάνω επεξεργασία στο σύνολο των υποθέσεων που χρεώθηκε (ιδίως τα υπό β’ και γ’ στοιχεία); Δηλαδή, εάν ένας δικαστής, εντός του μήνα χρεωθεί 20-30 αστικές υποθέσεις (που συχνά συμβαίνει να είναι περισσότερες), θα πρέπει μέχρι τον επόμενο μήνα να τις έχει επεξεργαστεί σε τέτοιο βαθμό, που ισοδυναμεί με σχεδόν περάτωσή τους; Πολύ προβληματική η εν λόγω διάταξη, ειδικά εάν αναλογιστεί κανείς και τα λοιπά καθήκοντα του δικαστή (μελέτη ποινικών υποθέσεων, ποινικές έδρες, συγγραφή ποινικών αποφάσεων, αστικές έδρες, συμμετοχή σε δικαστικά συμβούλια, κ.λπ.).
Η ανάγκη επιτάχυνσης της απονομής της Δικαιοσύνης δεν είναι νομοθετική πολυτέλεια. Είναι κατεπείγουσα θεσμική υποχρέωση, που απορρέει από το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου.
Η Ελλάδα έχει καταδικαστεί δεκάδες φορές από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ακριβώς γι’ αυτό:
➡️ για υπερβολική καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων,
➡️ για αδικαιολόγητη διάρκεια πολιτικών, ποινικών και διοικητικών διαδικασιών,
➡️ και για απουσία αποτελεσματικού εσωτερικού ενδίκου μέσου κατά της καθυστέρησης.
📌 Ενδεικτικά:
– Στην υπόθεση “Μαυροματίδης κατά Ελλάδας” (2011), το ΕΔΔΑ επεσήμανε ότι η διάρκεια 8 ετών για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας παραβίαζε την αρχή της εύλογης διάρκειας.
– Στην υπόθεση “Μιχαλακέας κατά Ελλάδας” (2005), το ΕΔΔΑ επανέλαβε πως η καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικής απόφασης συνιστά αυτόνομη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
– Η υπόθεση “Γκιούλμεζ κατά Ελλάδας” (2009) ανέδειξε και το έλλειμμα αποτελεσματικών μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου, γεγονός που επιτείνει τη θεσμική ευθύνη.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται σταθερά στις πρώτες χώρες σε αριθμό σχετικών καταδικών, καταβάλλοντας εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ετησίως σε αποζημιώσεις, για καθυστερήσεις που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί με σαφείς προθεσμίες και πραγματική υπηρεσιακή λογοδοσία.
Όσοι αντιδρούν στην πρόβλεψη προθεσμιών στο άρθρο 32 και στον πειθαρχικό μηχανισμό που τις συνοδεύει, παραβλέπουν ότι η Ελλάδα ήδη τιμωρείται για την αδράνεια αυτή σε διεθνές επίπεδο, με πλήγμα στην αξιοπιστία της Δικαιοσύνης και στους θεσμούς του κράτους δικαίου.
Η καθυστερημένη Δικαιοσύνη είναι αρνησιδικία. Και η αρνησιδικία δεν επιτρέπεται από το Σύνταγμα ούτε συγχωρείται από την ΕΣΔΑ.
Για αυτό υποστηρίζω πλήρως την ψήφιση του άρθρου 32 και καλώ την Πολιτεία να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τους μηχανισμούς συμμόρφωσης, ώστε η Ελλάδα να μην συνεχίσει να πληρώνει προστίματα, αλλά να επιστρέψει στην ευρωπαϊκή κανονικότητα.
Απάντηση στο σχόλιο της 27 Ιουνίου 2025, 15:44 | Βασίλης Φαϊτάς, Εφέτης ΔΔ
—-
Ο σχολιαστής διατυπώνει ένα ευρύτερο ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο, επιχειρώντας να αποδομήσει τις νέες ρυθμίσεις για επιτάχυνση της δικαστικής λειτουργίας μέσω της επίκλησης των “αντιφάσεων της οικονομίας”, της υποχρηματοδότησης της Δικαιοσύνης και της συνολικής «στοχοποίησης» των δικαστών.
Με όλο τον σεβασμό στον θεσμικό του ρόλο και στην έντιμη του προσέγγιση, η τοποθέτησή του παραγνωρίζει την ουσία του προβλήματος: η Δικαιοσύνη καθυστερεί σε επίπεδα απαράδεκτα για κάθε ευνομούμενο κράτος. Και αυτό δεν οφείλεται σε μακροοικονομικές αντιφάσεις, ούτε στην “ασυμμετρία κεφαλαίου-κοινωνίας”, αλλά στην παντελή απουσία λογοδοσίας και υπηρεσιακής ευθύνης για την έκδοση αποφάσεων σε εύλογο χρόνο.
⸻
🔹 Όχι, δεν ευθύνονται οι πολίτες που προσφεύγουν
Το πρόβλημα της καθυστέρησης δεν είναι η ύπαρξη πολλών διαφορών. Είναι η επιλεκτική και συχνά αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκασή τους, με απουσία προτεραιοποίησης και χωρίς υποχρεωτικά όρια. Αν πράγματι “πολλοί πολίτες αδικούνται” – όπως ορθώς αναγνωρίζει ο σχολιαστής – η λύση δεν είναι να διαιωνίζεται η καθυστέρηση, αλλά να οργανωθεί η απονομή.
⸻
🔹 Όχι, οι προθεσμίες δεν τιμωρούν τον καλό δικαστή
Η αντίληψη ότι η θέσπιση προθεσμιών συνιστά “ποινικοποίηση” ή “δαιμονοποίηση” του έργου του δικαστή είναι εντελώς ατεκμηρίωτη. Ο μόνος λειτουργός του Δημοσίου που δεν έχει θεσμικό χρονόμετρο για την κρίσιμη εργασία του είναι ο δικαστής.
Οι υπόλοιποι λειτουργοί, από γιατρούς σε ΤΕΠ μέχρι δημόσιους ελεγκτές, κρίνονται με βάση το αποτέλεσμα εντός χρόνου. Γιατί όχι ο δικαστής; Ποια θεσμική ανεξαρτησία επιτάσσει να μην υπάρχει όριο στην έκδοση μιας απόφασης επί κατατεθειμένης αγωγής;
Οι προθεσμίες του άρθρου 32 είναι ήπιες, ρεαλιστικές και αναγκαίες. Ο πολίτης δεν δικαιούται να αναμένει τέσσερα χρόνια για μια σύνταξη ή δύο χρόνια για την έγκριση ενός επιδόματος.
⸻
🔹 Η “κακή νομοθέτηση” δεν είναι άφεση σε καθυστέρηση
Ναι, υπάρχουν προβλήματα στη νομοθέτηση. Ναι, υπάρχει πολυνομία και ερμηνευτική σύγχυση. Αλλά αυτή δεν δικαιολογεί τον εσωτερικό διοικητικό εφησυχασμό. Ο πολίτης πληρώνει φόρους και δίκες. Το να του απαντά η Δικαιοσύνη ότι “το σύστημα είναι χαοτικό” και γι’ αυτό πρέπει να περιμένει, ισοδυναμεί με θεσμική παραίτηση.
⸻
🔹 Οι αλλαγές δεν υπηρετούν την οικονομία – υπηρετούν τον πολίτη
Η επίκληση «σχεδίων Πισσαρίδη», «επενδυτών» και «κόστους-οφέλους» επιχειρεί να εντάξει την επιτάχυνση της Δικαιοσύνης σε ένα ιδεολογικό αφήγημα πολιτικής καχυποψίας. Όμως η αλήθεια είναι απλούστερη:
Η καθυστέρηση της απόφασης πλήττει τον αδύναμο, τον εργαζόμενο, τον ασφαλισμένο, τον συνταξιούχο – και λιγότερο ή καθόλου τον ισχυρό.
Ο τελευταίος έχει κεφάλαιο, νομική υποστήριξη και αντοχές. Ο πρώτος περιμένει τη δικαίωση για να ζήσει.
⸻
🔹 Η Δικαιοσύνη δεν απειλείται από τη λογοδοσία. Απειλείται από την αδράνεια.
Ο δικαστής που εργάζεται με ευσυνειδησία, μελέτη και θεσμική πίστη, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από μια εύλογη και διαφανή υπηρεσιακή αξιολόγηση. Το να προστατεύεται ως “περιδεής λειτουργός υπό σπάθη”, επειδή καλείται να βγάλει 150 αποφάσεις ετησίως, είναι επιεικώς υποτιμητικό για τον ίδιο.
Αντιθέτως, η καθυστέρηση χωρίς τεκμηρίωση και χωρίς όριο είναι που ακυρώνει την εμπιστοσύνη του πολίτη και δηλητηριάζει την ίδια τη σχέση του με το Δίκαιο.
⸻
Το άρθρο 32 δεν είναι εργαλείο τιμωρίας. Είναι εργαλείο αποκατάστασης της θεσμικής ισορροπίας. Δεν εξαντλεί, αλλά επαναφέρει την ευθύνη.
Ούτε οι επενδύσεις, ούτε οι σχεδιασμοί ΕΕ, ούτε οι ιδεολογικές αναφορές ακυρώνουν το θεμελιώδες:
Ο πολίτης περιμένει απόφαση. Την περιμένει έγκαιρα. Και το κράτος οφείλει να του την προσφέρει.
Απάντηση στο σχόλιο της 27 Ιουνίου 2025, 19:07 | Γιώργος Λαζαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών
—-
Με σεβασμό στην προσωπική κατάθεση αγωνίας του σχολιαστή και στον μόχθο των πολλών δικαστών που πράγματι τιμούν την αποστολή τους, επιτρέψτε μου να διατυπώσω με νηφαλιότητα μια ριζικά αντίθετη προσέγγιση: το άρθρο 32 και το άρθρο 147 του σχεδίου νόμου δεν προσβάλλουν το λειτούργημα του δικαστή – το αποκαθιστούν στη συνείδηση της κοινωνίας.
Για δεκαετίες, το πρόβλημα της καθυστέρησης απονομής δικαιοσύνης δεν λύθηκε ούτε με ευχές ούτε με “σχέδια μεταρρύθμισης”. Η εκκρεμοδικία δεν είναι στατιστικό. Είναι καθημερινή απώλεια εμπιστοσύνης στο κράτος δικαίου, σε κάθε αγωγή που εκδικάζεται το 2025 και αναμένεται να κριθεί το 2027.
Το νομοσχέδιο θέτει:
• συγκεκριμένες, θεσμικές και ρεαλιστικές προθεσμίες για έκδοση αποφάσεων,
• μηχανισμούς παρακολούθησης και υπηρεσιακής λογοδοσίας,
• και, επιτέλους, όρια και ευθύνη εκεί όπου υπήρχε έως τώρα απεριόριστη διακριτική ευχέρεια.
Αν αυτό είναι «προσβολή», τότε τι είναι το σημερινό καθεστώς πλήρους αυτονόμησης του δικαστή, χωρίς δεσμευτικό χρονικό πλαίσιο, χωρίς αιτιολόγηση υπέρβασης προθεσμιών, και συχνά χωρίς καμία συνέπεια σε επανειλημμένες αδικαιολόγητες καθυστερήσεις;
Ο δικαστής δεν είναι υπεράνω θεσμικού ελέγχου, ούτε η ποιότητα της απόφασής του εχέγγυο για την ατιμωρησία σε θέματα ρυθμιστικής συμμόρφωσης. Η προθεσμία των έξι μηνών για έκδοση απόφασης δεν είναι αυθαίρετη. Είναι ευρωπαϊκός κανόνας, και όχι «εξωπραγματική απαίτηση», όπως υπονοείται.
Η επίκληση των δύσκολων υποθέσεων, των ποινικών καθηκόντων ή της ψυχολογικής κόπωσης είναι πραγματική – αλλά δεν είναι καθολικό επιχείρημα. Υπάρχουν δεκάδες δικαστές που, με ίδια ύλη, ίδια πολυνομία και ίδια “χαοτικά δικόγραφα”, προλαβαίνουν και κρίνουν εντός των χρονικών πλαισίων, με άρτιες αποφάσεις και χωρίς “εκπτώσεις” στην ποιότητα. Αυτοί δεν πρέπει να περιβάλλονται από ένα σύστημα που εξισώνει την υπερπροσπάθεια με την ολιγωρία.
Δεν υποστηρίζω την τυφλή «ποινικοποίηση» της καθυστέρησης. Αλλά η απουσία οποιασδήποτε κυρωτικής πρόβλεψης, η οποία μάλιστα παρουσιάζεται ως εγγύηση της ανεξαρτησίας, υπονομεύει τη νομιμοποίηση του ρόλου του δικαστή στην κοινωνία.
Η κοινωνία ζητά αποφάσεις – όχι αιτήματα παράτασης. Ζητά δικαιοσύνη – όχι κατανόηση.
Οι προθεσμίες, όταν λειτουργούν οριζόντια, δεν προσβάλλουν τους έντιμους. Οριοθετούν τους απρόθυμους και τους αμελείς. Αν κάποιοι νιώθουν ότι πιέζονται από τη λογοδοσία, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε: το πρόβλημα είναι οι προθεσμίες ή η ατιμωρησία;
Η δικαστική ανεξαρτησία δεν καταργείται όταν υπάρχουν κανόνες. Επιβεβαιώνεται όταν εφαρμόζεται μέσα σε αυτούς.
Και ναι: ο πολίτης έχει το ίδιο δικαίωμα στην έγκαιρη κρίση με αυτό που έχει ο δικαστής στην επιμελή εργασία. Η ισορροπία αυτή, όχι η ασυδοσία, είναι το θεμέλιο του κράτους δικαίου.
Απάντηση στο σχόλιο της 29 Ιουνίου 2025, 12:12 | ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΙΔΗΣ – ΕΦΕΤΗΣ
—-
Με σεβασμό προς την εμπειρία του σχολιαστή, αλλά με πλήρη διαφωνία προς τη θεμελιώδη του προσέγγιση, οφείλω να επισημάνω ότι η μεταφορά με το “μουλάρι” όχι μόνο είναι ατυχής, αλλά και προσβάλλει τη Δικαιοσύνη περισσότερο από τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου που επιχειρεί να υπονομεύσει.
Δικαστές και δικηγόροι δεν είναι ζώα μεταφοράς φορτίου. Είναι λειτουργοί, δημόσιοι υπάλληλοι με συνταγματικό ρόλο, υψηλές αμοιβές και ισχυρότατες εγγυήσεις ανεξαρτησίας. Κανείς δεν τους “φορτώνει”. Αντιθέτως: τους εμπιστεύεται η Πολιτεία με κρίσιμο ρόλο που απαιτεί συνέπεια.
Ο πολίτης περιμένει χρόνια για να μάθει αν δικαιούται αποζημίωση. Οι επιχειρήσεις παραλύουν επειδή μια δικαστική διαμάχη δεν εκκαθαρίζεται. Οι εργαζόμενοι ζουν σε συνθήκες αβεβαιότητας γιατί η αγωγή τους “εκκρεμεί”. Και όλα αυτά γιατί σε πάρα πολλές περιπτώσεις, η έκδοση της απόφασης καθυστερεί χωρίς καμία απολύτως δικαιολογία.
Δεν φταίνε τα «εργαλεία», ούτε η «ύλη». Φταίει η πλήρης έλλειψη λογοδοσίας. Σήμερα, κανείς δεν ελέγχει αν ένας δικαστής αφήνει 40 υποθέσεις στο συρτάρι του. Και αυτό πρέπει να τελειώσει.
Το νομοσχέδιο δεν προσβάλλει τους συνεπείς – τους υποστηρίζει. Τους αναγνωρίζει, τους πλαισιώνει, τους διευκολύνει. Οι προθεσμίες των 6 μηνών ή 4 μηνών δεν επιβάλλονται σε “ράθυμους”, αλλά αποτελούν θεσμικό κίνητρο οργάνωσης και επιτάχυνσης. Είναι εξάλλου εσωτερική διοικητική απαίτηση σχεδόν κάθε άλλης ευρωπαϊκής δικαιοσύνης.
Όσο για το «ασφυκτικό πλαίσιο», αναρωτιέμαι: ποιο άλλο επάγγελμα έχει 8μηνη προθεσμία να “παραδώσει” εργασία που έχει ήδη ολοκληρωθεί σε ακροατήριο και έγγραφα; Ποιος πολίτης έχει 8 μήνες να σκεφτεί αν χρωστάει ή όχι;
Ούτε το επιχείρημα ότι «όλοι οι δικαστές σήμερα ανταποκρίνονται, έστω οριακά» πείθει. Διότι το “οριακά” δεν είναι επαρκές όταν κρίνεις δικαιώματα ανθρώπων και υποθέσεις ζωής. Το “εξάντληση του ορίου” είναι απόδειξη ανάγκης αναδιοργάνωσης – όχι λόγος στασιμότητας.
Το νομοσχέδιο δεν προσβάλλει τη Δικαιοσύνη. Την επανασυνδέει με τον λόγο ύπαρξής της: την έγκαιρη κρίση.
Και αν κάποιοι – ελάχιστοι – δεν μπορούν ή δεν θέλουν να ακολουθήσουν αυτόν τον ρυθμό, ας παραχωρήσουν τη θέση τους σε όσους μπορούν και θέλουν. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να μένει πίσω, επειδή κάποιοι βολεύτηκαν στο «καθυστερώ χωρίς συνέπειες».
Ο πολίτης πληρώνει και περιμένει. Και αυτό δεν είναι μαθηματική εξίσωση. Είναι θεσμική ντροπή.
Οι προταθείσες αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, παρά την οποία πρόθεση της νομοθετικής εξουσίας για εξορθολογισμό κι επιτάχυνση της διαδικασίας απονομής δικαιοσύνης, δεν λαμβάνει καθόλου υπ’ όψιν – όπως θα έπρεπε- τις πραγματικές συνθήκες άσκησης του λειτουργήματος του Έλληνα δικαστικού λειτουργού, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας και περιγράφονται στα ανωτέρω σχόλια τα οποία έθεσαν οι συνάδελφοι. Οι Έλληνες δικαστές στη συντριπτική τους πλειοψηφία, έχοντας πλήρη συνείδηση του βαρύτατος καθήκοντος το οποίο έχουν αναλάβει, κι έχοντας πολύ υψηλό επιστημονικό επίπεδο, εργάζονται κυριολεκτικά νυχθημερόν, με προσωπική αυταπάρνηση προκειμένου να φέρουν εις πέρας τις ανατεθείσες σε αυτούς υποθέσεις (ποινικές και πολιτικές), χωρίς να απολαύουν στο ελάχιστο προνόμια, που για άλλους συναδέλφους τους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τυγχάνουν αυτονόητα (όπως λόγου χάριν υποστήριξη του έργου τους με βοηθητικό εξειδικευμένο προσωπικό, υλικοτεχνική εν γένει υποδομή, δωρεάν πρόσβαση σε νομικές πλατφόρμες, χωρισμό των αντικειμένων εξειδικεύσεώς τους, αξιοπρεπείς κτιριακές εγκαταστάσεις, προστασία τους από αήθεις επιθέσεις κι άλλα πολλά). Το γεγονός ότι η δικαιοσύνη στο κράτος μας λειτουργεί αυτή τη στιγμή βγάζοντας εις πέρας σημαντικό όγκο υποθέσεων, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο προσωπικό φιλότιμο του κάθε δικαστή και στην επίγνωση του έργου που προσφέρει και σε καμία περίπτωση στο κράτος, το οποίο διαχρονικά, αλλά ειδικά τα τελευταία έτη είναι απόν, μην παρέχοντας τα στοιχειώδη εργαλεία για να λειτουργήσει σε ευρωπαϊκά πρότυπα το εγχώριο δικαστικό σύστημα. Οι Έλληνες δικαστές είναι αυτοί που πρωτίστως επιθυμούν μια γρήγορη και ουσιαστική δικαιοσύνη. Σε κάθε περίπτωση, οι προταθείσες σύντομες προθεσμίες έκδοσης απόφασης χωρίς να έχει ληφθεί υπόψιν ότι αυτές θα καταστεί αδύνατο να εφαρμοστούν, εν τέλει θα βλάψουν τον ίδιο τον πολίτη, και το Κράτος δικαίου στον πυρήνα του, αφού παραβλέπουν τις επιταγές της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και των δικαιωμάτων που ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλει. Κατά την πλούσια νομολογία τόσο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του ανθρώπου, η επιβολή πειθαρχικής ευθύνης σε σχέση με την έκδοση δικαστικής απόφασης πρέπει να θεωρηθεί ως εξαιρετικό μέτρο και να υπόκειται σε περιοριστική ερμηνεία, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας. Επιπλέον, σύμφωνα με τη σύσταση της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη ότι η ερμηνεία του νόμου από τους δικαστές δεν θα πρέπει να δημιουργεί αστική ή πειθαρχική ευθύνη, εκτός από τις περιπτώσεις δόλου και βαριάς αμέλειας (ενδεικτικά απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2022 ΕΔΔΑ, Juszczyszyn) , ενώ και σε κάθε περίπτωση, έχει κριθεί ότι όταν ένα κράτος κινεί ακρίτως πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον των δικαστών, διακυβεύεται η εμπιστοσύνη του κοινού στη λειτουργία και την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, εμπιστοσύνη η οποία, σε ένα δημοκρατικό κράτος, εγγυάται την ίδια την ύπαρξη του κράτους δικαίου (ενδεικτικά απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2018 ΕΔΔΑ, Ramos Nunes de Carvalho e Sa § 196). Σχετικά με τη δικαστική ανεξαρτησία οράτε εμπεριστατωμένο άρθρο με πλούσιες παραπομπές σε θεωρία και νομολογία των δικαστηρίων “L’indépendance des juges dans la jurisprudence de la Cour de justice de l’Union européenne et de la Cour européenne des droits de l’homme, Marianne Dony, Jacques Jaumotte, ADMINISTRATION PUBLIQUE (3, 2023).
H διάταξη ουσιαστικά θεσπίζει αργές δικασίμους στο εξάμηνο. Σε ορισμένες διαδικασίες και δη στα περιφερειακά , δίνονται δικάσιμοι ακόμη και στο μήνα ή στο διμηνο. Να αναδιατυπωθεί ώστε να αναγράφεται «στην συντομότερη δικάσιμο και πάντως το αργότερο » Παρά το γεγονός ότι η κεντρική έδρα υποχρεούται να παραλαμβάνει δικόγραφα για τα περιφερειακά, έχω πολύ πρόσφατο παράδειγμα, που αγωγή προς ΜΠ Καλλιθέας, με 1η δικάσιμο 18-9, αφού πρώτα αρνήθηκε να την παραλάβει η γραμματέας (είχα στείλει ασκούμενη), την παρέλαβε και την προσδιόρισε στην ΑΘήνα, δυο μήνες αργότερα. Αναγκάστηκα να παραιτηθώ και να την καταθέσω εκ νέου ηλεκτρονικά (δεν το είχα πράξει, διότι είχε λήξει η ψηφ.υπογραφή).
Η προθεσμία επίδοσης πρέπει να παραμείνει 30 ημερών, και στις ειδικές διαδικασίες να παραμείνει 30 ημερών, προ της δικασίμου . δεν εξυπηρετεί πουθενά , η συγκεκριμένη εσπευσμένη επίδοση, ιδίως αν η δικάσιμος ειναι έξι μήνες αργότερα. Άλλωστε παραδοσιακά, η επίδοση εξυπηρετεί α) την κλήση – έγκαιρη γνώση του εναγομένου β) την τοκοφορία της απαίτησης.
¨Ολη η διαδικασία της τακτικής, φέρνει μόνο ακίνδυνο απώλειας προθεσμιών και απαραδέκτου. Εφόσον δίνεται δικασιμος, δεν έχουν κανένα νόημα. Όλες οι διαδικασίες πρέπει να απλοποιηθούν κατά την εργατικη διαδικασία Προτάσεις στην έδρα, και στην τακτική , χωρις εξέταση μαρτύρων, και δυνατότητα παράστασης με δήλωση .
Η αοριστία της αγωγής, ελέγχεται αναιρετικά (αρ. 559 περ. 14 ΚΠΟΛΔ). Είναι αδιανόητο να απορρίπτεται χωρίς αιτιολογία (93 Συντάγματος) και συνοπτικά η αγωγή, ως αόριστη χωρίς δικαίωμα ενδίκου μέσου και αναιρεσης. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο, λόγω φόρτου εργασίας των δικαστών, να απορρίπτουν σωρεία αγωγών, ως αόριστες . Με αποτέλεσμα να επανασκούνται οι αγωγές, και με επανάληψη του λάθους (εφόσον δεν θα αιτιολογείται η αοριστία).
Σχεδόν με συγκινούν οι συνάδελφοι δικαστές που σχολιάζουν (δικαίως) πιστεύοντας ότι τα σχόλια θα αναγνωστούν και θα αλλάξουν οι ρυθμίσεις.
Όταν θεωρείς ως νομοθέτης ότι με ένα νόμο και ένα άρθρο θα διαστείλεις το χωροχρόνο, τότε δύο τινά συμβαίνουν: α) είτε έχεις χάσει το λογικό σου και όσα σχόλια δημόσιας διαβούλευσης και να διαβάσεις, δεν θα τα κατανοησεις, είτε β) απλά δεν σε νοιάζει γιατί αυτο θέλεις να νομοθετήσεις για να μην σε πιέζουν άλλο όσοι σε ελεγχουν, άρα και παλι δεν θα σε απασχολήσουν τα σχόλια της διαβούλευσης.
🔹 1. Ποινική ευθύνη για καθυστέρηση
Τροποποίηση:
«Εάν η καθυστέρηση υπερβαίνει το ένα έτος χωρίς τεκμηριωμένο λόγο, στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα παράβασης καθήκοντος κατ’ άρθρο 259 ΠΚ.»
Σχόλιο:
Αν ο δάσκαλος δεν διδάξει, διώκεται. Αν ο γιατρός δεν εξετάσει, διώκεται. Μόνο ο δικαστής μπορεί να αγνοήσει την υπόθεση και να πληρώνεται κανονικά. Αυτό είναι ποινικά κολάσιμο. Και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοιο.
⸻
🔹 2. Υποχρεωτική ενημέρωση των διαδίκων για την καθυστέρηση
Τροποποίηση:
«Σε περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας, ο πρόεδρος του δικαστηρίου οφείλει να ενημερώνει εγγράφως τους διαδίκους για τον λόγο της καθυστέρησης και το προβλεπόμενο νέο χρονοδιάγραμμα.»
Σχόλιο:
Ο πολίτης δεν είναι επαίτης πληροφόρησης. Όταν περιμένουμε απόφαση επί 2 χρόνια, είναι προσβολή να μην ξέρουμε ούτε αν ζει ο δικαστής που την κρατάει.
⸻
🔹 3. Ειδική δημόσια καταγραφή “μαύρης λίστας”
Τροποποίηση:
«Δημιουργείται ετήσιος δημόσιος κατάλογος (“μητρώο”) με αριθμό εκπρόθεσμων αποφάσεων ανά δικαστή και μέσο χρόνο καθυστέρησης.»
Σχόλιο:
Οι πολίτες πρέπει να ξέρουν ποιοι λειτουργοί είναι συνεπείς και ποιοι σαμποτάρουν τη Δικαιοσύνη εκ των έσω. Οι αριθμοί δεν λένε ψέματα. Το φως φέρνει ευθύνη.
⸻
🔹 4. Αυτόματη αφαίρεση μισθού ανά μήνα καθυστέρησης
Τροποποίηση:
«Για κάθε μήνα υπέρβασης της νόμιμης προθεσμίας χωρίς αιτιολογία, παρακρατείται 10% του μηνιαίου μισθού του δικαστή.»
Σχόλιο:
Εγώ αν αργήσω να παραδώσω εργασία, δεν πληρώνομαι. Γιατί ο δικαστής να πληρώνεται κανονικά για απόφαση που δεν έχει γράψει; Όχι άλλος μισθός για μη εργασία.
⸻
🔹 5. Υποχρεωτική αποχή από δικάσιμο σε περίπτωση καθυστέρησης
Τροποποίηση:
«Δικαστής που έχει υποθέσεις σε εκκρεμότητα άνω των 8 μηνών, δεν ορίζεται σε νέα δικάσιμο μέχρι να εκδοθούν όλες οι εκκρεμείς αποφάσεις. Για το χρονικό διάστημα που ο δικαστής δεν ορίζεται σε νέα δικάσιμο, λόγω εκκρεμότητας, περικόπτεται το 50% της μηνιαίας μισθοδοσίας του»
Σχόλιο:
Πριν πας να δικάσεις άλλες υποθέσεις, τελείωσε πρώτα τις προηγούμενες. Δεν μπορείς να φορτώνεις διαρκώς νέα πράγματα και να εγκαταλείπεις τους πολίτες που σε περίμεναν από πέρσι.
⸻
🔹 7. Εισαγωγή ετήσιου ορίου καθυστερούμενων υποθέσεων
Τροποποίηση:
«Κανένας δικαστής δεν μπορεί να διατηρεί πάνω από 50 υποθέσεις χωρίς έκδοση απόφασης πέραν των νόμιμων προθεσμιών. Η υπέρβαση αποτελεί λόγο αποπομπής από το δικαστικό σώμα.»
Σχόλιο:
Δεν είναι “κρίσιμη μάζα εργασίας”. Είναι προσωπική αποτυχία. Αν δεν μπορείς να διαχειριστείς τις δικές σου εκκρεμότητες, δεν έχεις θέση στη Δικαιοσύνη.
⸻
🔹 8. Δυνατότητα ένστασης του διαδίκου λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης
Τροποποίηση:
«Ο διάδικος δύναται να ζητήσει αυτοτελώς τη μεταβίβαση της υπόθεσης σε άλλον δικαστή αν παρέλθουν 9 μήνες χωρίς έκδοση απόφασης.»
Σχόλιο:
Δύο χρόνια περιμένω, και δεν μπορώ να κάνω τίποτα; Ούτε να διαμαρτυρηθώ θεσμικά; Ο διάδικος πρέπει να έχει δικαίωμα αποκατάστασης της ζημίας από το σύστημα.
⸻
🔹 9. Κάθε υπερημερία συνεπάγεται δημοσιονομικό καταλογισμό
Τροποποίηση:
«Η καταβολή αναδρομικών ή αποζημιώσεων σε υποθέσεις καθυστερημένες άνω του έτους, δύναται να καταλογιστούν στον δικαστή ως αστική ευθύνη.»
Σχόλιο:
Δεν μπορεί το κράτος να πληρώνει αποζημιώσεις από την τσέπη μου για καθυστερήσεις που προκάλεσε ένας δικαστής που δεν έκανε τη δουλειά του. Να πληρώσει ο ίδιος.
⸻
🔹 10. Υποχρεωτική αναστολή καθηκόντων σε επαναλαμβανόμενη υπερημερία
Τροποποίηση:
«Αν δικαστής καθυστερήσει πάνω από 50 υποθέσεις εντός δύο ετών πέραν των νόμιμων προθεσμιών, τίθεται αυτοδικαίως σε αναστολή καθηκόντων για 6 μήνες, χωρίς να λαμβάνει την μηνιαία μισθοδοσία του.
Σχόλιο:
Δεν θέλω να απολύεται ο δικαστής. Θέλω να παύει να δικάζει όταν αποτυγχάνει. Όταν ένας λειτουργός είναι ακατάλληλος να παραδίδει αποφάσεις εγκαίρως, είναι επικίνδυνος.
🔹 ΠΡΟΤΑΣΗ 1 – Αυτόματη αφαίρεση υποθέσεων και διοικητική επιβολή προστίμου
Τροποποίηση:
«Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και δεν υπάρξει εμπρόθεσμη αιτιολογία, η υπόθεση αφαιρείται αυτοδικαίως και παραδίδεται σε άλλον δικαστή. Ο αρχικός δικαστής υπόκειται υποχρεωτικά σε πειθαρχική έρευνα και πρόστιμο 1.000 ευρώ ανά υπόθεση.»
Σχόλιο:
Όταν ο πολίτης καθυστερεί μια πληρωμή, έχει πρόστιμο. Ο επαγγελματίας, έλεγχο. Ο ιδιώτης, ποινικές ευθύνες. Ο δικαστής, τίποτα; Μόνο στην Ελλάδα είναι θεσμικά αποδεκτό ένας λειτουργός να αμείβεται χωρίς να δουλεύει και να μην τον ελέγχει κανείς.
⸻
🔹 ΠΡΟΤΑΣΗ 2 – Δημόσια καταγραφή των καθυστερήσεων ανά δικαστή
Τροποποίηση:
«Το Υπουργείο Δικαιοσύνης δημοσιεύει ετησίως κατάλογο με τον αριθμό των αποφάσεων που εκδόθηκαν εκπρόθεσμα ανά δικαστή, χωρίς αναφορά στο περιεχόμενο των υποθέσεων.»
Σχόλιο:
Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν ποιοι δικαστές κωλυσιεργούν. Όταν εμένα με κρίνουν για την απόδοσή μου στην εργασία μου, δεν καταλαβαίνω γιατί να προστατεύεται ο δικαστής πίσω από την ανωνυμία της αδράνειας. Η δικαιοσύνη δεν είναι μυστικό κλαμπ.
⸻
🔹 ΠΡΟΤΑΣΗ 3 – Αν η καθυστέρηση ξεπερνά τον 1 χρόνο, η υπόθεση θεωρείται αδικαιολόγητα εκκρεμής και ζητείται απολογία
Τροποποίηση:
«Για κάθε υπόθεση που παραμένει χωρίς έκδοση απόφασης πάνω από 12 μήνες από τη συζήτηση, ζητείται ατομική γραπτή απολογία του δικαστή στον Επιθεωρητή και η απόφαση κοινοποιείται στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για πειθαρχική εκτίμηση.»
Σχόλιο:
Δύο χρόνια χωρίς απόφαση δεν είναι καθυστέρηση. Είναι εγκατάλειψη καθήκοντος. Αν εγώ εγκαταλείψω τη δουλειά μου, με απολύουν. Αν το κάνει ο δικαστής, το λέμε “ανεξαρτησία”. Καιρός να αλλάξει αυτό το ψευδώνυμο της ασυδοσίας.
⸻
🔹 ΠΡΟΤΑΣΗ 4 – Σύνδεση παραγωγής αποφάσεων με αξιολόγηση και προαγωγή
Τροποποίηση:
«Κάθε δικαστής που εκδίδει ποσοστό άνω του 20% των αποφάσεών του εκπρόθεσμα επί δύο συνεχόμενα έτη, αποκλείεται από κάθε διαδικασία προαγωγής και μετακίνησης σε θέση αυξημένης ευθύνης.»
Σχόλιο
Δεν γίνεται να προάγονται οι ίδιοι που αφήνουν δεκάδες οικογένειες, επιχειρήσεις και ανθρώπους σε δικαστική αναμονή. Η προαγωγή δεν είναι παράσημο στα χρόνια υπηρεσίας. Είναι επιβράβευση συνέπειας. Αν δεν θες να δουλέψεις, μην γίνεσαι δικαστής.
Το κράτος δεν μπορεί να ζητάει να πληρώνω για δίκες που δεν απονέμουν Δικαιοσύνη σε λογικό χρόνο. Αν θέλετε να σέβεστε τον πολίτη, δώστε του τη δυνατότητα να αποζημιωθεί όταν το ίδιο το σύστημα τον αφήνει να σαπίζει στην αναμονή.
Η διάταξη πρέπει να συμπληρωθεί ως εξής:
«Εάν παρέλθει το χρονικό όριο της παραγράφου 1 (6 μήνες για τακτική, 4 μήνες για εκούσια, 1 μήνας για ασφαλιστικά μέτρα) χωρίς έκδοση απόφασης και χωρίς εμπρόθεσμη αιτιολογημένη ενημέρωση του προϊσταμένου, η υπόθεση αφαιρείται υποχρεωτικά και ο δικαστής υποχρεούται να παραδώσει αμέσως τον φάκελο. Η καθυστέρηση εντάσσεται αυτοδικαίως στη διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου για βαρύ παράπτωμα.»
Επιπλέον:
«Εάν ο ίδιος δικαστής υπερβεί τις παραπάνω προθεσμίες σε περισσότερες από τρεις υποθέσεις εντός διετίας, κινείται υποχρεωτικά η διαδικασία παύσης λόγω διαρκούς υπηρεσιακής ανεπάρκειας.»
Ως πολίτης που περιμένω την απόφαση του εδώ και δύο χρόνια, δεν ζητώ άλλο “κατανόηση”. Ζητώ λογοδοσία. Όποιος δικαστής αδυνατεί να γράψει εμπρόθεσμα, να φύγει από το Σώμα. Δεν μπορεί να έχεις τη δύναμη να κρίνεις, χωρίς την υποχρέωση να το κάνεις στην ώρα σου.
Το άρθρο 32 είναι σωστό. Αλλά αν δεν προβλέπει αυτόματες πειθαρχικές συνέπειες, δεν θα εφαρμοστεί ποτέ.
Φτάνει πια η ατιμωρησία. Ας λογοδοτήσει επιτέλους και ο δικαστής.
Δύο χρόνια περιμένω την απόφαση του Δικαστηρίου. Έχω πληρώσει δικηγόρους, έχω παρασταθεί, η υπόθεση έχει συζητηθεί και κανείς δεν μου λέει πότε και αν θα κριθεί. Κανείς δεν απολογείται. Κανείς δεν τιμωρείται.
Αυτό δεν είναι κράτος δικαίου. Είναι ένα σύστημα που έχει παραδοθεί πλήρως στην αυθαιρεσία των δικαστών, οι οποίοι γράφουν όποτε θέλουν – αν θέλουν.
Το άρθρο 32 είναι το ελάχιστο. Αντί να αντιδρούν οι δικαστές, να ντρέπονται που χρειάζεται νόμος για να κάνουν τη δουλειά τους. Καμία κατανόηση σε λειτουργούς που θεωρούν «δικαίωμα» την αδράνεια και την καθυστέρηση.
Ψηφίστε το άρθρο. Εφαρμόστε το. Επιβάλετε κυρώσεις σε όποιον αγνοεί τις προθεσμίες. Δεν ζητάμε χάρη. Ζητάμε απόφαση.
Οι πολίτες περιμένουν αποφάσεις μήνες ή και χρόνια μετά τη συζήτηση, επειδή ορισμένοι δικαστές απλώς δεν γράφουν. Όχι γιατί δεν προλαβαίνουν. Αλλά γιατί μπορούν να μην προλαβαίνουν – χωρίς έλεγχο, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς συνέπειες.
Το άρθρο 32 βάζει τέλος σ’ αυτό το θεσμικό έγκλημα. Η δικαστική ανεξαρτησία δεν σημαίνει προνόμιο αδράνειας. Σημαίνει ανεπηρέαστη κρίση εντός εύλογου χρόνου. Οι προθεσμίες δεν προσβάλλουν το Σύνταγμα. Το προσβάλλει η ατιμώρητη καθυστέρηση.
Στηρίζω πλήρως το άρθρο 32. Να τελειώνουμε με την ασυδοσία.
Η καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων αποτελεί εδώ και δεκαετίες τη βαθύτερη πληγή της ελληνικής Δικαιοσύνης, όχι λόγω φόρτου ή έλλειψης προσωπικού, αλλά επειδή ένα μέρος των δικαστών θεωρεί ότι δεν υπέχει καμία υποχρέωση απέναντι στον πολίτη και κανέναν έλεγχο από την Πολιτεία.
Στην πράξη, δικαστές αφήνουν υποθέσεις χωρίς απόφαση επί 1,5 και 2 χρόνια μετά τη συζήτηση, με τους διαδίκους να αγωνιούν, τις επιχειρήσεις να παραλύουν, και τους δικηγόρους να μην μπορούν να συμβουλεύσουν ούτε για το επόμενο βήμα. Αυτό δεν είναι «ανεξαρτησία», είναι εγκατάλειψη καθήκοντος χωρίς συνέπειες.
Το άρθρο 32, με τη ρητή επιβολή εξάμηνης, τετράμηνης ή και μηνιαίας προθεσμίας για την έκδοση οριστικής απόφασης, δεν περιορίζει τη δικαστική ανεξαρτησία – αποκαθιστά τη στοιχειώδη έννοια του επαγγελματισμού. Σε κάθε επάγγελμα υπάρχει ευθύνη για την καθυστέρηση. Μόνο οι δικαστές, μέχρι σήμερα, απαιτούσαν το προνόμιο να κωλυσιεργούν χωρίς καμία λογοδοσία.
Αν η διάταξη αυτή δεν εφαρμοστεί, δεν υπάρχει κανένας λόγος να διατηρείται ο όρος «δικαιοσύνη» στον τίτλο του συστήματος.
Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλη σιωπηλή συνενοχή στην ατιμωρησία.
Σχόλιο επί του άρθρου 32 – Υπέρ της δεσμευτικής προθεσμίας έκδοσης αποφάσεων
Η πρόβλεψη συγκεκριμένων και δεσμευτικών προθεσμιών για την έκδοση των οριστικών αποφάσεων αποτελεί ουσιώδες βήμα για την επαναφορά της στοιχειώδους λειτουργικότητας και αξιοπιστίας της πολιτικής δικαιοσύνης στη χώρα μας. Η πρακτική των ετών, κατά την οποία η έκδοση αποφάσεων καθυστερούσε απροσδιόριστα και ατιμώρητα, δεν μπορεί να συνεχιστεί, ιδίως όταν έχει ήδη ολοκληρωθεί πλήρως η συζήτηση της υπόθεσης.
Η συνταγματική εγγύηση της δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρόνου (άρθρο 6 ΕΣΔΑ) καταστρατηγείται συστηματικά, όχι λόγω έλλειψης υποθέσεων ή ανθρώπινου δυναμικού, αλλά κυρίως λόγω αδικαιολόγητης ολιγωρίας μέρους των δικαστών, που λειτουργούν αυτονομημένα, χωρίς λογοδοσία και χωρίς κανέναν λειτουργικό έλεγχο.
Το προτεινόμενο άρθρο, με την επιβολή εξαμήνου για την τακτική διαδικασία, τετραμήνου για την εκούσια και μηνός για τα ασφαλιστικά μέτρα, καθώς και με την πρόβλεψη για παρακολούθηση της συμμόρφωσης μέσω ενημέρωσης του επιθεωρητή, επιτυγχάνει:
– την προστασία του διαδίκου από την ατέρμονη εκκρεμότητα,
– την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη,
– και, το κυριότερο, την ενεργοποίηση της λογοδοσίας του δικαστή.
Η οποιαδήποτε αντίδραση του δικαστικού σώματος υπέρ της “διακριτικής ευχέρειας” στην έκδοση αποφάσεων δεν μπορεί να γίνει ανεκτή, όταν εκατοντάδες αποφάσεις καθυστερούν χωρίς αντικειμενικό λόγο, υπονομεύοντας ολόκληρη την έννοια του κράτους δικαίου. Ο ρυθμός απονομής της Δικαιοσύνης δεν είναι προνόμιο του εκδότη, είναι δικαίωμα του πολίτη.
Ως εκ τούτου, στηρίζω απολύτως την ψήφιση του άρθρου 32 και ζητώ την πλήρη και άμεση ενεργοποίησή του, με παράλληλη ενίσχυση των μηχανισμών εσωτερικής εποπτείας και ελέγχου.
Είναι απαράδεκτο να επιρρίπτεται μονομερώς και αποκλειστικά στους δικαστές η ευθύνη για τις όποιες καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη. Υπεύθυνοι είναι άπαντες οι εμπλεκόμενοι στη λειτουργία των δικαστηρίων, μηδέ των δικηγόρων εξαιρουμένων. Μία από τις πραγματικά κινούμενες προς τη σωστή κατεύθυνση ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι εκείνη του άρθρου 54, που βάζει όριο στην έκταση των αναιρετηρίων. Κάτι αντίστοιχο θα πρέπει επιτέλους να ισχύσει και στα πρωτοβάθμια δικαστήρια. Ήδη το άρθρο 118 του ισχύοντος ΚΠολΔ ορίζει ότι τα δικόγραφα πρέπει να αναφέρουν το αντικείμενο της διαφοράς, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο. Το «ευσύνοπτο» πρέπει επιτέλους να γίνει πράξη και να τεθεί όριο στον αριθμό των σελίδων των κατατιθέμενων δικογράφων. Δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτά τα φλύαρα, μυθιστορηματικής έκτασης δικόγραφα, που συνήθως αποσκοπούν στο να συσκοτίσουν την υπόθεση και να παραπλανήσουν το δικαστήριο. Να τεθεί μέγιστος αριθμός σελίδων, επί ποινή απαραδέκτου, για τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα και για τις προτάσεις και τις προσθήκες – αντικρούσεις. Να τεθούν επίσης συγκεκριμένες προδιαγραφές ως προς τη γραμματοσειρά, το μέγεθος των χαρακτήρων και το διάστιχο μεταξύ των σειρών των δικογράφων. Τα κατατεθέντα δικόγραφα πρέπει να υπακούουν σε συγκεκριμένους και αυστηρούς κανόνες. Έτσι, εξάλλου, πραγματώνεται και η «ισότητα όπλων» των διαδίκων ενώπιον του δικαστηρίου.
Επίσης, οι όποιες προθεσμίες για τον δικαστή θα πρέπει να οριστεί ρητά ότι θα εκκινούν όχι από τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως κακώς γίνεται σήμερα, αλλά από το κλείσιμο του φακέλου. Είναι γνωστό ότι η απομαγνητοφώνηση των πρακτικών της δίκης, ειδικά για το Πρωτοδικείο της Αθήνας, απαιτεί έναν με δύο μήνες. Συνεπώς, ο δικαστής παίρνει το φάκελο ολοκληρωμένο στα χέρια του προς επεξεργασία μετά από αρκετό καιρό μετά τη συζήτηση. Γιατί ο χρόνος αυτός που απαιτείται για το κλείσιμο του φακέλου να καταλογίζεται σε βάρος του δικαστή;
Η υποβολή του Δικαστή σε αφόρητη πίεση για την έκδοση απόφασης με την απειλη πειθαρχικής δίωξης, θα επιφέρει μεγάλο πλήγμα στην απονομή της δικαιοσύνης στη δίκαιη δίκη.
Η επικαλούμενη επιτάχυνση δεν πρόκειται να επέλθει με αυτά τα μέσα, παρά μόνον θα πληγεί έτι περαιτέρω το κύρος της δικαιοσύνης, αφού οι δικαστές θα αναγκαστούν να μην αφιερώνουν τη δέουσα βάσανο και τον δέοντα χρόνο στις υποθέσεις που χειρίζονται.
Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η επεξεργασία και έκδοση πολιτικών αποφάσεων δεν αποτελεί το σύνολο των υποχρεώσεων ενός δικαστή, ο οποίος παράλληλα είναι επιφορτισμένος με την εκδίκαση ποινικών υποθέσεων Μονομελούς Πλημμελειοδικείου (η εκδίκαση των οποίων απαιτεί 2ήμερη προετοιμασία + ημέρα εκδίκασης + 2 μέρες γράψιμο ποινικών αποφάσεων = 5 ημέρες μόνο για την ποινική έδρα στην οποία προεδρεύει ένας Πρωτοδίκης μηνιαίως, δεδομένου ότι τα πινάκια σε πολλές πόλεις είναι φορτωμένα με 70-100 υποθέσεις και παλιές πράξεις), Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, στη συμμετοχή στη σύνθεση του ΜΟΔ, διασκέψεις, βουλεύματα, πρόεδρος υπηρεσίας (προσωρινές διαταγές, διαταγές πληρωμής, σωματεία κ.α.), ποινικές διαταγές, ημέρες εκδίκασης πολιτικών υποθέσεων (Μονομελούς, Πολυμελούς).
Ο μέσος Δικαστής αγαπάει το λειτούργημα του και θέλει να υπηρετεί το δίκαιο, άλλωστε γι αυτό μόχθησε τόσο για να καταφέρει να εισέλθει στη σχολή δικαστών και συνεχίζει να μοχθεί για να απονέμει δίκαιο. Δεν πρέπει να υπηρετεί σε συνθήκες τιμωρίας.
Δεν είναι προς το συμφέρον ούτε της δικαιοσύνης ούτε του πολίτη.
Την στρεβλή «άποψη» του «νομοθέτη» περί της ευκολίας του αντικειμένου της εκούσιας δικαιοδοσίας, που με βάση το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο οι προθεσμίες έκδοσης απόφασης περιορίζονται στο ασφυκτικό πλαίσιο των 4 μηνών, επιρρωνύει και η «διθυραμβική τοποθέτηση» του πρωθυπουργού της χώρας, που αναφέρθηκε σε υποθέσεις αναγνώρισης πατρότητας, διαθηκών και δικαστικής συμπαράστασης, που θα επιταχυνθεί πλέον η έκδοση απόφασης υπολαμβάνοντας ότι πρόκειται περί απλούστατων υποθέσεων που από ραθυμία των δικαστών σήμερα καθυστερούν και δε χρειάζονται «και πολύ χρόνο για να βγει η απόφαση, οπότε παρεμβαίνουμε νομοθετικά και περιορίζεται δεσμευτικά με απειλή πειθαρχικού στο δικαστή». Χρειάζεται επειγόντως να ενημερωθούν αρμοδίως για το σύγχρονο δικονομικό πλαίσιο της εκούσιας δικαιοδοσίας που περιλαμβάνει πλήθος αντικειμένων τεράστιας σημασίας για τον οικονομικό και εμπορικό καθημερινό βίο μεγάλου πλήθους εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι υπάγεται όλο το δίκαιο των εμπορικών εταιρειών (υποθέσεις αποκλεισμού εταίρων, λύσης εταιρειών, διορισμοί προσωρινής διοίκησης, έκτακτοι διαχειριστικοί έλεγχοι κλπ), πτωχευτικό δίκαιο, προπτωχευτικές διαδικασίες, δίκαιο διακριτικών γνωρισμάτων, υποθέσεις κτηματολογίου, εφέσεις του νόμου των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Παρίσταται τουλάχιστον επικίνδυνη (αν όχι ως θεσμική εκτροπή) η άγνοια νόμου, η οποία δε συγχωρείται ούτε στον απλό πολίτη, πολλώ δε μάλλον στις άλλες δύο εξουσίες της χώρας (εκτελεστική και νομοθετική). Και ακόμη πιο επικίνδυνες θα είναι οι συνέπειες μιας πρόχειρης και βεβιασμένης επεξεργασίας τέτοιας σπουδαιότητας και δυσκολίας δικογραφιών από το δικάζοντα δικαστή, ο οποίος είναι σαφές ότι στόχος του νομοθέτη του συγκεκριμένου νομοσχεδίου είναι να εργάζεται κυριολεκτικά με «το πιστόλι στον κρόταφο, όχι αποδίδοντας δίκαιο αλλά απολογούμενος». Οι άκριτες και άνευ επίσημης μελέτης και συστηματικής έρευνας νομοθετικές μεταβολές που επιχειρούνται, εκτός από «τιμωρητικες» για το δικαστή στο πρόσωπο του οποίου προσπαθούν να εξαγνίσουν τα «πάθη ενός ολόκληρου συστήματος με λανθασμένη διάρθρωση και αντίληψη» θα καταλήξουν εις βάρος των ίδιων των πολιτών που προστρέχουν για ουσιαστικό δίκαιο ενώπιον του φυσικού τους δικαστή και αντ’ αυτού θα βρεθούν αντιμέτωποι με την ανάγκη απόδοσης ταχείας παρά ποιοτικής δικαιοσύνης μετατρεπόμενοι σε αριθμούς και εκκρεμότητες «προς τακτοποίηση και επίσπευση».
Παρότι γίνεται μία ουσιαστική προσπάθεια επίλυσης – κατόπιν χρόνιων και αλλεπάλληλων επαφών της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας με λειτουργούς/συλλειτουργούς της δικαιοσύνης – του πράγματι μεγάλου ζητήματος της καθυστέρησης της απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας, εντούτοις και παρά το γεγονός ότι όλοι γνωρίζουν ποιες είναι – αθροιστικά – οι τυχόν παθογένειες του συστήματος (ράθυμοι δικαστές (το τοποθετώ πρώτο στη λίστα για να μη θεωρηθεί ότι εξυπηρετώ συμφέροντα τους), δυνατότητα επίλυσης διαφορών που κάλλιστα θα μπορούσαν να λυθούν ενώπιον άλλων αρχών / επιτροπών, δικομανία πολιτών και σχετικά χαμηλά χρηματικά όρια ως προς την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε σχέση με άλλα Κράτη, μη εξοικείωση παραγόντων της δίκης στη διαδικασία συμβιβαστικής επίλυσης των διαφορών, πρακτικές παρέλκυσης δικών, έλλειψη προσωπικού γραμματειών δικαστηρίων και υλικοτεχνικού υλικού κ.α), οι μόνοι που με αυτές τις ρυθμίσεις τιμωρούνται είναι οι δικαστές. Κυρίες/Κύριοι, πραγματικά, με όλο το σεβασμό, δεν γνωρίζω, υιοθετώντας αυτές τις ρυθμίσεις, εάν πραγματικά έχετε ιδέα για το πως πορεύεται ο μέσος Έλληνας (όχι ράθυμος) Δικαστής. Δεν υπάρχουν διακοπές, δεν υπάρχει κανενός είδους δυνατότητα για ουσιαστική συμμετοχή σε οικογενειακές και άλλου είδους κοινωνικές εκδηλώσεις και ναι….για την εργασία που παράγει δεν υπάρχει η ανάλογη οικονομική ανταμοιβή. Πρέπει, να γίνει αντιληπτό, ως έχει ήδη αναφερθεί ότι οι 365 ημέρες του χρόνου δεν μπορούν να γίνουν 500,600,700. Ήδη ο Έλληνας δικαστής υποφέρει. Δεν γίνεται, αντιληπτό, με ποιο δικαίωμα, παρά τα όσα αναφέρω ανωτέρω, συγκεκριμένες διαδικασίες εξαιρούνται του πλαφόν χρέωσης (ασφαλιστικά μέτρα κ.α), πολλώ δε μάλλον ΓΙΑΤΙ δεν λαμβάνεται υπόψη ότι οι Έλληνες δικαστές – πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου υπάρχουν χωριστά τμήματα πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης- δικάζουν πολιτικές (για τις οποίες το όλο νομοθέτημα), αλλά και ποινικές υποθέσεις, οι οποίες απαιτούν χρόνο για μελέτη, εκδίκαση της υπόθεσης (με τυχόν διακοπές των συνεδριάσεων) και για σύνταξη των αποφάσεων. Λες και κάποιος άλλος, εκτός του Έλληνα δικαστή, επιτελεί το ως άνω έργο (σύνταξη αποφάσεων επί ασφαλιστικών μέτρων, ποινικών συνεδριάσεων, διακοπής αυτών και σύνταξη αποφάσεων και βουλευμάτων). Τέλος, σας πληροφορώ με κάθε ειλικρίνεια, ότι το επιχείρημα ότι στη θέση παλαιών δικαστών – ράθυμων κατά την κοινωνία, η οποία δεν έχει καμία επίγνωση της πραγματικότητας – είναι πρόθυμοι να τοποθετηθούν νέοι επιστήμονες, με τις υπάρχουσες συνθήκες που επικρατούν στη Δικαιοσύνη επουδενί δεν ευσταθεί, για το λόγο ότι ήδη νέοι σχετικά συνάδελφοι, με υπηρεσία δύο ετών ή ακόμα και έτους έχουν «σηκώσει» τα χέρια ψηλά.
Η υποχρέωση έκδοσης διάταξης, εντός 30 ημερών από τη χρέωση, κατά το προτεινόμενο 237.3 ΚΠολΔ σε περίπτωση που ο Δικαστής κρίνει ότι απαιτείται η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, ή η εξέταση μαρτύρων, ή η αναστολή κατ’ άρθρο 249 ή 250 ΚΠολΔ, ακόμη και η συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων, απαιτούν επεξεργασία της δικογραφίας (δηλ. μελέτη της αγωγής, των προτάσεων – προσθηκών όλων των πλευρών, έλεγχο του παραδεκτού και της νομικής βασιμότητας της αγωγής, πλήρη έλεγχο των αποδεικτικών μέσων ώστε να ερευνηθεί αν -αφού καταφαθεί το παραδεκτό και το νόμιμο- απαιτείται λχ. η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης), ήτοι πρόκειται για το 70% της προετοιμασίας που απαιτείται να κάνει ο Δικάζων Δικαστής για να εκδώσει οριστική απόφαση, αφού μόλις ολοκληρωθεί η μελέτη των δικογράφων, η έρευνα της θεωρίας και της νομολογίας (ιδίως αν πρόκειται για δυσχερή νομικά ζητήματα με όγκο δικογραφίας που μετριέται σε βαλίτσες και απαιτούμενο χρόνο μελέτης που μπορείε να ανέρχεται σε μερικές εβδομάδες, φαινόμενο αρκετά συχνό) η καθεαυτή σύνταξη της απόφασης απαιτεί το 30% του συνολικά δαπανώμενου χρόνου. Ως εκ τούτου, η εν λόγω προτεινόμενη τροποποίηση οδηγεί στην υποχρέωση για τον Δικάζοντα Δικαστή να επεξεργάζεται ουσιαστικά κατά 70% όλες τις δικογραφίες που του ανατίθενται εντός μηνός από τη χρέωση, δίχως μάλιστα αυτές να έχουν εισέτι συζητηθεί (κατά την οποία συζήτηση, σημειωτέον ότι ο ενάγων δύναται να παραιτηθεί από την αγωγή του και άρα όλη η ανωτέρω προετοιμασία να αποβεί άσκοπη), απαίτηση μη ρεαλιστική κατά τις υφιστάμενες συνθήκες, ιδίως αν συνυπολογισθούν οι ημέρες υπηρεσίας του Δικαστή στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με τις λοιπές υπηρεσιακές υποχρεώσεις (ήτοι ποινικές έδρες που μπορεί να διακοπούν για άλλη ημέρα, σύνταξη ποινικών αποφάσεων, συμμετοχή σε Συμβούλια, σύνταξη βουλευμάτων, καθήκοντα Προέδρου Υπηρεσίας κλπ). Παράδειγμα: Χρέωση την 1η ημέρα του μήνα 10 πολιτικών δικογραφιών (ενδεικτικός αριθμός, μικρότερος από τον συνήθη στην πράξη). Αν ο Δικαστής έχει υπηρεσία τις 10 ημέρες του μήνα, συνεπάγεται ότι εντός των απολιπόμενων 20 ημερών (συμπεριλαμβανόμενων των Σαββατοκύριακων) πρέπει να έχει επεξεργασθεί τις 10 δικογραφίες, ήτοι να είναι έτοιμος να εκδώσει διάταξη -στην πραγματικότητα απόφαση, αφού θα έχει κάνει ήδη όλη μελέτη του φακέλου, θα έχει ερευνήσει και θα έχει διαβάσει θεωρία και νομολογία- σε 2 ημέρες (ακόμη και σε περιπτώσεις δικογραφιών του ανωτέρω όγκου και δυσκολίας) και όλα αυτά δίχως να υπολογισθεί ο πρόσθετος χρόνος που απαιτείται για να ασχοληθεί με τη σύνταξη ποινικών αποφάσεων (που δεν προσμετρώνται στις ανωτέρω), καθώς και την έκδοση αποφάσεων που πρέπει να προταχθούν λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της φύσης τους (λχ. ανακοπές με πλειστηριασμούς, υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινών διαταγών κλπ. – οι οποίες ομοίως δεν προσμετρώνται στις ανωτέρω ιδίως στην επαρχία που δεν υπάρχει κατανομή σε τμήματα). Εν ολίγοις, οι προτεινόμενες προθεσμίες είναι μαθηματικά ανεφάρμοστες ακόμη και αν θεωρήσει κανείς ότι ο Δικαστής θα εργάζεται 30 ημέρες το μήνα, 365 ημέρες το χρόνο, συνθήκη που δεν απέχει από την πραγματικότητα ακόμη και με τις υφιστάμενες προθεσμίες.
Δηλαδή η μεγάλη μεταρρύθμιση που θα φέρει το παρόν νομοσχέδιο δεν είναι άλλη από το «μαστίγωμα» στην κυριολεξία του δικαστή για έκδοση βιαστικών, ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους, αποφάσεων; Αυτό που προέχει είναι απλά και μόνο μια «στα γρήγορα» απόφαση και ας λέει ό,τι να ‘ναι στο περιεχόμενό της; Γιατί είναι βέβαιο ότι, λειτουργώντας με «το πιστόλι στον κρόταφο» ο δικαστής, μόνο σωστές αποφάσεις δεν πρόκειται να βγάλει. Και δεν αρκείται μόνο το νομοσχέδιο στην απειλή «αυτόματων» κυρώσεων κατά του δικαστή, απλά και μόνο λόγω υπέρβασης των χρονικών ορίων που θέτει και χωρίς να εξετάζεται καμία άλλη παράμετρος, αλλά επιδιώκει σαφώς τη διαπόμπευση και τον εξευτελισμό του, προβλέποντας ότι «το δικαστήριο οφείλει να ενημερώσει τους διαδίκους για την καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης που τους αφορά και για τον χρόνο στον οποίο προβλέπεται η έκδοσή της». Θα έχουμε έτσι έναν δικαστή «απολογούμενο» στους διαδίκους. Είναι άραγε εικόνα δικαστή αυτή;
Όσον αφορά το άρθρο 307 σε σχέση με την προθεσμία έκδοσης αποφασης εντός 6 μηνών. Αυτή κινείται εκτός των ορίων της πραγαμτικότητας των Δικαστηρίων, καθώς ούτως ή άλλως η προηγούμενη προθεσμία των 8 μηνών ήταν ουσιαστικά 6μηνη από την πραγματική παράδοση του φακέλου της ΔΙκογραφίας στο Δικαστή. Συγκεκριμένα μετά από την εκδίκαση, μεσολαβεί χρονικό διάστημα 5 εργασίμων ημερών για την κατάθεση της προσθήκης αντίκρουσης στις ειδικές διαδικασίες (επομένως ήτοι 7 ημέρες επιπλέον), στην τακτική δε κατ’ άρθρο 237 παρ9 ΚΠολΔ η προθεσμία είναι 8 εργασιμες ημέρες μετά την συζήτηση. Άλλωστε τα πρακτικά της δικασίμου δεν είναι έτοιμα ουδέποτες έως την προηγούμενη προθεσμία καθώς την αποηχογράφηση εκτελούν εταιρίες και όχι γραμματείς των Δικαστηρίων. Άλλωστε στην αρχή του έτους παρατηρήθηκαν προβλήματα στον τομέα αποστολής των αποηχογραφημέων κειμένων καθυστέρησης πέραν του μηνός (εξόχως προβληματικό για ασφαλιστικά νομής). Αν υποτεθεί ότι η εύλογη καθυστέρηση αυτών ανέρχεται σε 15 -20 ημέρες (ήτοι λήψης του αποηχογραφημένου κειμένου) από το πέρας των προθεσμιών προσθήκης, και η σύνταξη του πρακτικού γίνεται εντός ακόμη 5 ημέρων απ’ αυτήν ήδη υπάρχει καθυστέρηση μήνα για την παραλαβή του φακέλου από τον δικάζοντα Δικαστή. Τέλος ακόμη και για την δημοσίευση της απόφασης, λόγω φόρτου εργασίας του τμήματος δημοσίευσης των αποφάσεων τακτικής διαδικασίας, ήδη παρατηρείται καθυστέρηση δημοσίευσης πέραν των τριών εργασίμων ημερών από την παραλαβή της απόφασης από το τμήμα δημοσίευσης της Ευελπίδων, άρα ο χρόνος έκδοσης απόφασης ελλείψει υποδομών, ουδέποτε βρισκόταν εντός του ορίου που προέβλεπε ο κώδικας αλλά ήταν συμαντικά μικρότερος. Σε κάθε περίπτωση και αφού θεσμοθετείται προθεσμία αυστηρώς ανεπιεικής για τους Δικαστές, μη έχοντας την κατάλληλη υποδομή, ήδη εντός του ΚΠολΔ άρα ως δικονομική προθεσμία, με τις κυρώσεις που μετέπειτα προβλέπει θα έπρεπε να τυχει εφαρμογής και η διάταξη 147 παρ. 2 ΚΠολΔ και σ’ αυτή.
Ξεκινώντας τον σχολιασμό των διατάξεων, που έχουν ως στόχο την ταχύτερη έκδοση των δικαστικών αποφάσεων στις πολιτικές (αστικές) υποθέσεις, επιτρέψτε μου να παραθέσω μία μαθηματική εξίσωση, ας την πούμε, που την είδα διατυπωμένη από κάποιον συνάδελφο και μου άρεσε (του ζητώ συγγνώμη για την αντιγραφή):
Όταν κάποιος φορτώνει ένα μουλάρι με φορτίο βάρους x, για να διανύσει απόσταση y, σε χρόνο z και στην συνέχεια αυξάνει το φορτίο (x • 2) και μειώνει τον χρόνο (z ÷ 2), τότε το μουλάρι – όσο και να το χτυπά – έχει μόνο τις εξής επιλογές: α) να ρίξει το φορτίο, β) να επιβραδύνει και γ) να πεθάνει.
Την παραπάνω «εξίσωση» μπορεί κανείς να την δει αναλυτικότερα και με επιχειρήματα στο άρθρο του δικηγόρου Αθηνών K. Μίχου με τίτλο «Νέος ΚΠΟΛΔ: Γιατί οι προθεσμίες και τα πειθαρχικά δεν θα λύσουν το πρόβλημα», που έχει δημοσιευθεί στον ιστότοπο http://www.dikastiko.gr. Στα σχόλια που ήδη έχουν δημοσιευθεί, και σε πολλά που θα ακολουθήσουν, εκτίθενται και αναλύονται οι συνέπειες των προτεινόμενων με το νομοσχέδιο νομοθετικών ρυθμίσεων, οι οποίες επιβεβαιώνουν την παραπάνω «εξίσωση». Εκφράζω δε την απορία μου ως προς το εάν δεν είναι αυτονόητες για τον καθένα οι εν λόγω συνέπειες και με ποια λογική δεν ελήφθησαν υπ’ όψη κατά την σύνταξη του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου (ή ελήφθησαν, αλλά κρίθηκαν ήσσονος σημασίας).
Οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως διακηρυγμένο στόχο την επιτάχυνση του χρόνου απονομής της δικαιοσύνης, σύμφωνα δε με δηλώσεις και εξαγγελίες (που υιοθετούνται άκριτα από τα ΜΜΕ, δυστυχώς και από τους πλέον έμπειρους συντάκτες του δικαστικού ρεπορτάζ), θα έχουν ως αποτέλεσμα την μείωση του χρόνου που μεσολαβεί από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου (αγωγής, αιτήσεως, ανακοπής) μέχρι την έκδοση οριστικής (του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) αποφάσεως σε ένα (1) μόλις έτος ή λίγο παραπάνω, την δε έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως σε δύο (2) το πολύ έτη, μείωση εντυπωσιακή (εγώ θα έλεγα εξωπραγματική για τα ελληνικά δεδομένα και με βάση τις υπάρχουσες υποδομές) σε σχέση με τους αντίστοιχους χρόνους που ισχύουν σήμερα. Είναι, όμως, προφανές ότι είναι απολύτως προσβλητικές για τους δικαστές της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, για το σύνολο αυτών και όχι μόνο για τους «λίγους ανεπαρκείς, ράθυμους, νωχελικούς κλπ. κλπ.», καθώς, με έμμεσο πλην σαφή τρόπο, μεταθέτουν σε μεγάλο βαθμό – αν όχι αποκλειστικά – την ευθύνη για την καθυστέρηση στους δικαστές και δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο συνθηκών εργασίας, αφενός προσθέτοντας σε αυτούς μεγαλύτερο βάρος, μεγαλύτερο όγκο εργασίας, αφετέρου μειώνοντας τον χρόνο (τις «προθεσμίες») εντός του οποίου θα πρέπει να εκδώσουν τις αποφάσεις, εκ τρίτου δε απειλώντας με εμφατικό τρόπο με άμεσο και άνευ ετέρου («αυτοματοποιημένο») πειθαρχικό έλεγχο σε περίπτωση που δεν τηρούνται τα σχετικά χρονικά όρια. Και εδώ τίθεται το εξής ζήτημα: Αν ανατρέξει κανείς στο διαδίκτυο, εύκολα θα βρει πάμπολλες στομφώδεις δηλώσεις υπουργών (Δικαιοσύνης και όχι μόνο), βουλευτών κλπ., διαχρονικά και όχι μόνο της παρούσας κυβερνήσεως και Βουλής, με πανομοιότυπο περιεχόμενο («κλισέ»), όταν τίθεται προς συζήτηση το θέμα της καθυστερήσεως στην απονομή της δικαιοσύνης: «Οι Έλληνες δικαστές, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, εργάζονται σκληρά και επιτελούν το έργο τους με αυταπάρνηση, παρά τις αντίξοες συνθήκες στον χώρο της Δικαιοσύνης» και «μια μικρή μερίδα, μόνο, δικαστών δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους». Όμως, το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, έρχεται καταφανώς σε αντίθεση με τις παραπάνω δηλώσεις και διακηρύξεις. Και τούτο, διότι οι σχετικές ρυθμίσεις που αφορούν την αύξηση της δικαστικής ύλης (με τον άμεσο/σύντομο προσδιορισμό όλων των υποθέσεων εντός εξαμήνου από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου – άρθρο 24 του νσχ, τον επαναπροσδιορισμό των ανακοπών κατά της εκτελέσεως και την άμεση εκδίκασή τους με το σύστημα της «πλατφόρμας» παρόμοιας με εκείνης που είχε εφαρμοσθεί για τις υποθέσεις του Ν. 3869/2020 – άρθρα 127-137 του νσχ), την καθιέρωση ενός είδους «δικαστικού προελέγχου» πριν την συζήτηση κάθε υποθέσεως, που περιλαμβάνει την εντός 10 ημερών έρευνα, μελέτη και διαπίστωση τυχόν «απαραδέκτων», αοριστιών, ανάγκη εξετάσεων μαρτύρων και πολλά άλλα, ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΟ ΤΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗ για όλες τις υποθέσεις που χρεώνεται αυτός σε κάθε δικάσιμο (άρθρο 28 του νσχ), ώστε «να μην μένει αναξιοποίητος ο χρόνος από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου μέχρι την συζήτηση της υποθέσεως» (!!!), την μείωση του χρόνου εντός του οποίου θα πρέπει να εκδίδονται οι αποφάσεις μετά την συζήτησή τους (αντί για 8μηνο, που ισχύει σήμερα, σε 6μηνο και 4μηνο για τις υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας – άρθρο 32 του νσχ) και την απειλή με εμφατικό τρόπο άμεσου και «αυτοματοποιημένου» πειθαρχικού ελέγχου σε περίπτωση καθυστερήσεως (και όχι απαραίτητα υπερβολικής ή αδικαιολόγητης καθυστερήσεως), είναι προφανές ότι αφορούν το σύνολο των δικαστών της πολιτικής/ποινικής δικαιοσύνης και όχι μόνο την μικρή μερίδα των «ραθύμων», «νωχελικών» και γενικά μη ανταποκρινομένων στα καθήκοντά τους. Τι λέει, λοιπόν, το εν λόγω νομοσχέδιο στην «συντριπτική πλειοψηφία των σκληρά εργαζομένων και με αυταπάρνηση επιτελούντων τα καθήκοντά τους δικαστών»? Προφανώς, ότι δεν δουλεύουν όσο σκληρά και με όση αυταπάρνηση θα έπρεπε και, άρα, θα πρέπει να εντατικοποιήσουν την εργασία τους, δουλεύοντας «σκληρότερα και με περισσότερη αυταπάρνηση» και αξιοποιώντας τον κατά τα ως άνω αναξιοποίητο με τα σημερινά δεδομένα χρόνο. Επομένως, οι παραπάνω στομφώδεις δηλώσεις είτε δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και δημιουργούσαν μια ψευδή εικόνα για την εργασία των δικαστών (της συντριπτικής πλειοψηφίας) και την επιτέλεση των καθηκόντων τους είτε γίνονταν προσχηματικά, ή έστω εν είδει φιλοφρονήσεων, κενών ουσιαστικού περιεχομένου… Απλά τα πράγματα…
Επισημαίνω δε και το εξής, για να καταδείξω ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις προσβάλλουν και θίγουν την μεγάλη πλειοψηφία των δικαστών και όχι την μικρή μερίδα των «ραθύμων» κλπ.: Με βάση την γενική εικόνα, που έχω σχηματίσει από συζητήσεις με συναδέλφους και γενικότερες πληροφορίες, στο ισχύον πλαίσιο, με την υπάρχουσα δικαστική ύλη, το σημερινό σύστημα προσδιορισμού και αναβολών και την προθεσμία του 8μήνου από την συζήτηση για την έκδοση αποφάσεων, η μεγάλη πλειοψηφία των δικαστών ανταποκρίνεται μεν «εμπροθέσμως», πλην όμως οριακά, εξαντλώντας (ή και υπερβαίνοντας, σε λογικά πλαίσια) σε ουκ ολίγες περιπτώσεις την παραπάνω προθεσμία, ιδίως σε δύσκολες και περίπλοκες υποθέσεις. Φυσικά, πάντα υπάρχουν και οι εξαιρετικές περιπτώσεις συναδέλφων, που, είτε λόγω ιδιαίτερης ικανότητας είτε λόγω συνθηκών, καταφέρνουν να εκδίδουν τις αποφάσεις τους πολύ γρήγορα, χωρίς καν να πλησιάζουν τα σχετικά χρονικά όρια. Αν, λοιπόν, ισχύει τούτο, σε συνδυασμό με το ότι το εν λόγω αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με υπερένταση των προσπαθειών των δικαστών («σκληρή εργασία και αυταπάρνηση»), τι διαφορετικό μπορεί να περιμένει κανείς, εάν ψηφισθούν και τεθούν σε εφαρμογή οι παραπάνω ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, που αφορούν την αύξηση της δικαστικής ύλης και την μείωση της προθεσμίας, πέρα από το ότι η πλειοψηφία των δικαστών (το σύνολο, πλην κάποιας μικρής μερίδας εξαιρετικών) θα είναι αδύνατο να ανταποκριθούν και θα καταστούν αυτομάτως εκπρόθεσμοι, αν και ενδεχομένως ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν τέτοιο ζήτημα?
Αναφέρομαι, επομένως, και πάλι στην προπαρατεθείσα εξίσωση με το μουλάρι…
Το άρθρο 209, περί δυνατότητας συμβιβαστικής επέμβασης με αυθόρμητη προσέλευση στο Δικαστήριο, αποτελεί επανάληψη μιας διάταξης που στο παρελθόν περιλαμβανόταν στον ΚΠολΔ και καταργήθηκε. Ο λόγος κατάργησής της ήταν ότι πρακτικά ουδέποτε εφαρμόστηκε, ουδέποτε δλδ οι εν δυνάμει αντίδικοι προσήλθαν αυθόρμητα στο Δικαστήριο για να «τους τα βρούμε». Η εκ νέου προσθήκη της προκαλεί πραγματική απορία, αφού δεν περιλαμβάνει καμία διαφορετική πρόβλεψη που να διασφαλίζει ότι, αυτή τη φορά, οι πολίτες θα κάνουν χρήση της σχετικής δυνατότητας.
Το νέο άρθρο 227 περί αυτεπάγγελτης διαταγής συμπλήρωσης της τυπικής αοριστίας πρακτικά καθιστά τον δικαστή βοηθό του δικηγόρου, αφού ο πρώτος υποκαθιστά τον ρόλο για τον οποίο ο δεύτερος αμείβεται. Επιπλέον, παραβλέπει εξόφθαλμα τη δυσκολία διαπίστωσης της πραγματικής αοριστίας, η οποία, σε πολλές περιπτώσεις, προϋποθέτει ώρες μελέτης της βιβλιογραφίας και της νομολογίας. Επί παραδείγματι, η αοριστία σχετικά εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί όταν συνίσταται στην παράλειψη μεταγραφής εμπράγματης δικαιοπραξίας, δύσκολα όμως σε αξιώσεις αποζημίωσης, όσον αφορά στον προσδιορισμό της περιουσιακής ζημίας και δη του διαφυγόντος κέρδους. Με τα δεδομένα αυτά, η διάταξη θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην πράξη μόνο εφόσον η έκδοση αντίστοιχων διαταγών από το Δικαστήριο προσμετράται στη συνολική χρέωση του κάθε δικαστή (150 στο παρόν νομοσχέδιο), άλλως είτε θα παραμείνει ανεφάρμοστη είτε τα αποτελέσματά της θα ενέχουν αναπόδραστα παραλείψεις και σφάλματα από την πλευρά του εκδίδοντος τη διάταξη δικαστή.
Συμφωνώ με κάθε λέξη του κ.Λαζαρίδη, οι αλλαγές που προτείνονται είναι εκτός πραγματικότητας
Το Υπουργείο να τοποθετηθεί δημοσίως – ενώπιον των Ελληνων πολιτών και των Ευρωπαϊκών Οργάνων που παρακολουθούν τα ζητήματα Κράτους Δικαίου στη Χώρα – επί των εξής ερωτημάτων:
Προκειμένου να επιτευχθούν οι στοχεύσεις του σχεδίου νόμου, πόσες εργάσιμες ημέρες (ή ημερολογιακές, εάν θεωρεί για τον δικαστη εργασιμες και τις 365 του έτους) οφείλει να αφιερώνει ο Έλληνας Δικαστής κατά μέσο όρο στη «διεκπεραίωση» (κατά την εσχάτως χρησιμοποιούμενη έκφραση) έκαστης διαφοράς που φέρεται ενώπιόν του;
Τον αριθμό αυτό θεωρεί: (α) σύμφωνο με το Σύνταγμα; (β) εφικτό και – εάν ναι – με βάση ποια στοιχεία;
απαραδέκτως απαράδεκτες ρυθμίσεις!
237 παρ. 6.:» Αν δεν εκδοθεί διάταξη, η συζήτηση διεξάγεται με βάση το υλικό που κατατέθηκε με τις προτάσεις των διαδίκων. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση των δικηγόρων κατά τη συζήτηση. Η συζήτηση αυτή μπορεί, με πράξη του προϊσταμένου του αρμόδιου Πρωτοδικείου, να γίνει και στο γραφείο του δικαστή ή του προέδρου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.» Τελικά η διάταξη είναι υποχρεωτική ή όχι
Οι ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου στοχεύουν,ορθά,στην παροχή ουσιαστικής δικαστικής προστασίας στους πολίτες,πράγμα που αποτελεί υποχρέωση του κράτους.Η υπάρχουσα κατάσταση,κυρίως στους τομείς της πολιτικής και διοικητικής δικαιοσύνης,ολίγον απέχει από το όριο της «αρνησιδικίας»,υπό την έννοια ότι οι χρόνοι ,οι διαδικασίες και οι δαπάνες καθιστούν την υπόθεση «Δικαιοσύνη» μια ονειρική υπόθεση.Και βέβαια,όχι με ευθύνη των δικαστών μας,οι οποίοι υπερβάλλουν εαυτούς.
Όμως οι Υπηρεσίες,κυβέρνηση,δικαστές…. υπάρχουν για τους πολίτες.Όχι το αντίστροφο.Διάβασα τα σχόλια των αξιότιμων και σεβαστών δικαστών και των άλλων λειτουργών της δικαιοσύνης.Το δικό μου,όμως,πρόβλημα ποιος θα το λύσει;Έχω καταθέσει Αγωγή από έτους.Δεν έχει ακόμη χρεωθεί σε δικαστή.Και φυσικά,ούτε λόγος για ορισμό δικασίμου.Ακούω για χρόνια..Θα προλάβω σ΄αυτή τη ζωή;Θα βρείτε λύση ή πάλι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μας ξαναβάλει πρόστιμο γιατί «Η Δικαιοσύνη μας υστερεί»;Μήπως,τελικά,κάποτε πρέπει ν΄ασχοληθούμε με το «Πρόβλημα» και όχι τα προβλήματά μας;
Τροποποίηση του άρθρ. 216 ΚΠολΔ: ας μην είναι σαφής η έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, η περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς μπορεί να μην είναι ακριβής.
Τι σημαίνει η τροποποίηση σε συστηματικό επίπεδο; Θα εγκαταλειφθεί ή θα εξασθενίσει η θεωρία της λειτουργίας του κανόνα δικαίου;
Σε περίπτωση που η συζήτηση αγωγής συμπίπτει με την διακοπή λειτουργίας του Δικαστηρίου λόγω διενέργειας Εκλογών η άλλου σπουδαίου λόγου, με μέριμνα της Διοίκησης του και χωρίς οικονομική επιβάρυνση των εναγόντων να προσδιορίζεται συντομωτατα νέα δικάσιμος.
Στο άρθρο 241 πρέπει να προβλεφθεί ότι και σε περίπτωση που η συζήτηση μιας αγωγής συμπίπτει με την διακοπή λειτουργίας του αρμόδιου Δικαστηρίου λ.χ διενέργεια εκλογών η άλλος ανώτερος παράγων ,επίσης να ορίζεται νέα συντομωτατη δικάσιμος με μέριμνα της Διοίκησης .
Έχουμε παραδείγματα αγωγης όπου διάδικος να ζητά νέα δικάσιμο και μάλιστα με επιβάρυνση του και να ορίζεται αυτή μετά εξάμηνο και πλέον!!!
Άδικο.
Στις διατάξεις των άρ. 32 και 147 του Σχεδίου Νόμου, αποτυπώνεται η κεντρική φιλοσοφία της σχεδιαζόμενης ρύθμισης για την επιτάχυνση στην πολιτική δίκη. Ως βασική μέθοδος για την επίτευξη του εύλογου στόχου επιλέγεται α) η περαιτέρω μείωση του χρονικού διαστήματος, εντός του οποίου προβλέπεται η υποχρέωση έκδοσης απόφασης ανά διαδικασία (6 μήνες στην τακτική και τις ειδικές διαδικασίες, αντί 8 μηνών, και 4 μήνες, αντί 8 μηνών στην εκουσία δικαιοδοσία), αλλά και β) η σύνδεση της αδυναμίας τήρησης των νέων κατά τα ως άνω ορίων με άμεσο και έτι δραστικότερο πειθαρχικό έλεγχο του Δικαστή από τα αρμόδια για την άσκηση του οικείου ελέγχου όργανα κατά τον ΚΟΔΚΔΛ. Η υπηρεσιακή εξέλιξη του Δικαστή τονίζεται εμφατικά ότι διέρχεται από και συναρτάται με την τήρηση των τιθεμένων ορίων (πχ αδυναμία προαγωγής, αν δεν δημοσιεύονται οι αποφάσεις επί υποθέσεων ασφαλιστικών μέτρων σε τριάντα ημέρες από τη συζήτηση). Ταυτόχρονα γ) επιλέγεται οριζόντια, ανεξαρτήτως διαδικασίας, ως αριθμός, που λογίζεται εύλογος για την έκδοση αποφάσεων εντός των ως άνω χρονικών διαστημάτων, αυτός των 150 αποφάσεων επί πολιτικών δικογραφιών ετησίως, με τη σημείωση, μάλιστα, ότι σε αυτόν (τον δυσθεώρητο ούτως ή άλλως σε κάποιες περιπτώσεις) αριθμό δεν συνυπολογίζονται οι υποθέσεις, μεταξύ άλλων, ασφαλιστικών μέτρων και εκουσίας δικαιοδοσίας. Μολονότι, μάλιστα, δεν αναφέρεται ρητά, πρόδηλο είναι ότι δεν συνυπολογίζεται και η επιβάρυνση από την άσκηση των καθηκόντων του ποινικού Δικαστή. Με εξαίρεση, δηλαδή, το Πρωτοδικείο Αθηνών, που το πρώτον κατά το τρέχον δικαστικό έτος δοκιμάστηκε ο χωρισμός πολιτικών και ποινικών υποθέσεων και υπηρετούντων στα οικεία τμήματα Δικαστών, στα λοιπά Πρωτοδικεία, αλλά και σε άπαντα τα Εφετεία της Χώρας, ο Δικαστής δεν είναι μόνον πολιτικός, αλλά και ποινικός Δικαστής. Προετοιμάζεται για τις υποθέσεις, που θα δικάσει, χωρίς να γνωρίζει, αν και ποιες θα αναβληθούν, εκδικάζει τις υποθέσεις αυτές και στη συνέχεια συντάσσει τα σκεπτικά επί των ποινικών αποφάσεων. Στις ποινικές υποθέσεις υπενθυμίζεται πως ο Δικαστής έχει την εκ του νόμου εξουσία να καταγνώσει ενοχή ή να κηρύξει την αθωότητα, να επιβάλλει ποινές ή και να στερήσει ακόμα την ελευθερία. Δεν είναι πάρεργο. Είναι καθήκον ιερό και δυσχερές. Στις ποινικές αποφάσεις, όμως, αναφορά δεν γίνεται, ως να ήταν η ενασχόληση αυτές μια επουσιώδης απασχόληση του Δικαστή.
Η ρύθμιση δεν είναι ρεαλιστική, δεν συνιστά πρωτότυπη και ρηξικέλευθη αντιμετώπιση του υφισταμένου προβλήματος, αλλά, κυρίως, είναι βαθιά προσβλητική για τους δικαστικούς λειτουργούς της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και θα οδηγήσει μετά βεβαιότητας σε υπονόμευση του Κράτους Δικαίου, δηλαδή θα λειτουργήσει σε βάρος των πολιτών, προς όφελος των οποίων υιοθετούνται οι σχετικές ρυθμίσεις.
Το ότι η ρύθμιση δεν είναι ρεαλιστική καταδεικνύεται με ένα απλό παράδειγμα από την υπηρεσιακή ζωή ενός νεοπροαχθέντος Προέδρου Πρωτοδικών, που επιλέγεται ως ενδεικτικό και τυχαίο παράδειγμα : Με χρέωση 150 πολιτικών δικογραφιών στην ειδική διαδικασία, που θα τοποθετηθεί σε ένα μεγάλο Πρωτοδικείο, όπως το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αλλά και 70 ασφαλιστικών μέτρων, ο συνολικός αριθμός αποφάσεων που θα πρέπει να εκδοθεί ανέρχεται σε 220. Το ότι μπορεί να χρεωθεί 130 δικογραφίες ειδικής διαδικασίες και 90 υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων αποτελεί ασφαλώς λεπτομέρεια και όχι ουσιαστικό ζήτημα. Αν σε αυτές προστεθεί και ένα πινάκιο εκουσίας δικαιοδοσίας για τον ορισμό προσωρινών διοικήσεων επί εταιριών, όπως συμβαίνει άπαξ ετησίως στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ο συνολικός αριθμός μπορεί να ανέλθει σε 240 δικογραφίες. Ταυτόχρονα, ο Δικαστής αυτός πρέπει να μελετήσει περί τις 25 ποινικές δικογραφίες ανά δικάσιμο Τριμελούς ή Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και να προεδρεύσει σε κατά μέσο όρο δύο δικασίμους τέτοιου δικαστηρίου μηνιαίως. Άπαξ ή και δις ετησίως και πάντως πολύ περισσότερο στα επαρχιακά δικαστήρια, θα πρέπει να προεδρεύσει στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο. Κάθε βαθμός έχει τις ιδιαιτερότητές του ασφαλώς, το παράδειγμα, όμως, είναι ρεαλιστικό και εύγλωττο. Το έτος έχει 365 ημέρες. Μολονότι σπανίως περισσεύει στον πολιτικό και ποινικό Δικαστή μία ημέρα εβδομαδιαίως για την αναγκαία σε όλους τους ανθρώπους ανασυγκρότηση – ανάπαυση, ας υποθέσουμε ότι τούτο δεν παρίσταται ως προπετής αξίωση και ότι οι διαθέσιμες ημέρες ετησίως είναι (365-52=) 313 ημέρες και αφαιρουμένων 13 ημερών για Πάσχα – Χριστούγεννα και θερινές διακοπές (: με την ελπίδα ότι ούτε αυτός ο αριθμός παρίσταται ως θρασεία εκδήλωση), τότε απομένουν 300 ημέρες. Για την προετοιμασία των προαναφερθεισών ποινικών δικών σε ένα περιβάλλον – ας μη λησμονούμε- χαοτικής πολυνομίας και πολυπλοκότητας, ο Δικαστής είναι αδύνατον να μην αφιερώσει ετησίως περί τις 20 ημέρες. Αν δεν το πράξει, θα είναι απροετοίμαστος, με εικόνα επιζήμια για τη Δικαιοσύνη και τους πολίτες. Χρειάζεται ασφαλώς και 15 ημέρες κατ’ ελάχιστον για να συντάξει τα ποινικά σκεπτικά. Απομένουν, συνεπώς, 265 ημέρες. Επιπλέον, κατ’ ελάχιστον, 5-6 ημέρες μηνιαίως ο Δικαστής αυτός θα πρέπει να ευρίσκεται στο Δικαστήριο για την εκτέλεση της υπηρεσίας του. Στον δεύτερο βαθμό, λόγω της σοβαρότητας των ποινικών υποθέσεων και της διάρκειας των δικών αυτών, ο Δικαστής καλείται να ευρίσκεται στην Υπηρεσία σημειωτέον πολλές περισσότερες ημέρες μηνιαίως. Αυτές τις ημέρες, εργαζόμενος και τα απογεύματα, δεν μπορεί να είναι εκ των πραγμάτων ιδιαίτερα παραγωγικός, αφού η εκδίκαση των υποθέσεων στα σχετικά ακροατήρια, με υπερένταση της προσοχής, όπως αναγκαία απαιτείται, είναι συχνά εξαντλητική διαδικασία. Εκ των πραγμάτων, δηλαδή, κατά μέσο όρο, στους 10 μήνες πλήρους λειτουργίας των δικαστηρίων ετησίως (αφαιρουμένου του χρόνου των θερινών τμημάτων δηλαδή) απομένουν διαθέσιμες στον Δικαστή περί τις 215 ημέρες. Και εγείρεται το ερώτημα : Μπορεί σε αυτές τις 215 ημέρες (με ετήσια ανάπαυση για Χριστούγεννα – Πάσχα και καλοκαίρι 13 ημέρες και με εβδομαδιαία ανάπαυση μίας ημέρας) να μελετήσει αγωγές, προτάσεις, προσθήκες και αποδεικτικό υλικό, να μελετήσει τα νομικά ζητήματα, αλλά και να επιλύσει τις αποδεικτικές δυσχέρειες επί 150 ή 220 ή 240 υποθέσεων ; Μπορεί να μελετά και ταυτόχρονα να συντάσσει απόφαση για τέτοιο αριθμό υποθέσεων σε 215 ημέρες ; Η απάντηση είναι γνωστή σε όλους τους παροικούντες τη δικαστική Ιερουσαλήμ. Και είναι απερίφραστα και ανενδοίαστα αρνητική.
Ειδικότερα πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις : 1. Κομίζει γλαύκα εις Αθήνας ο υπομιμνήσκων ότι ζούμε σε μια εποχή με πολύ περισσότερες προκλήσεις έναντι του παρελθόντος. Μια πρόχειρη σύγκριση ανάμεσα σε δυο τεύχη ενός νομικού περιοδικού με απόσταση μεταξύ τους εικοσαετίας επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Η νομική επιστήμη παρακολουθεί τις έννομες σχέσεις και όσο πολυπλοκότερες αυτές, νομικά ή και ηθικά, τόσο πιο δυσχερές και το νομικό περιβάλλον, που ρυθμίζει τον τρόπο λειτουργίας τους. Η πολυπλοκότητα και η δυσχέρεια μιας υπόθεσης, όμως, προκαλεί με τη σειρά της την αναγκαιότητα αφιέρωσης πλείονος χρόνου για την επεξεργασία της σχετικής με αυτήν δικογραφίας. 2. Η πολυνομία, η αντιφατικότητα πολλών ρυθμίσεων, η συχνά παρατηρούμενη προχειρότητα κατά τη νομοθέτηση, αλλά και οι αλλεπάλληλες, χωρίς μακρόπνοο όραμα και σχεδιασμό αλλαγές σωρεύουν δεινά κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή. Η επίλυση, όμως, των αναφυομένων ζητημάτων απαιτεί χρόνο. 3. Τα δικόγραφα, επί των οποίων καλείται πλέον να κρίνει ο Δικαστής στην ελληνική πραγματικότητα, αριθμούν συχνά σελίδες επί σελίδων. Αρκεί η επισκόπηση μιας συνήθους ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής ή κατά της εκτέλεσης, αλλά και ενός δικογράφου επί οικογενειακής διαφοράς, για να αντιληφθεί κάποιος το μέγεθος του ζητήματος, παρά το γεγονός ότι οι ως άνω μνημονευόμενες κατηγορίες υποθέσεων δεν δικαιολογούν συχνά την παρατηρούμενη έκταση στα δικόγραφα. Ο Δικαστής, όμως, δεν έχει άλλη επιλογή από την επιμέλεια. Πρέπει, δηλαδή, να μελετήσει την κάθε σελίδα, τον κάθε ρητά εκπεφρασμένο ή υπονοούμενο ισχυρισμό και να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, αφού η ακρόαση καθίσταται άλλως μια νομική φενάκη. Πρέπει εν τέλει να αποδώσει δίκαιο. Σε αυτό έδωσε όρκο. Όχι στον πίνακα εκκρεμότητάς του. 4. Δεν συναριθμούνται οι υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων και εκουσίας δικαιοδοσίας, αναγράφεται στο σχέδιο νόμου, προκειμένου να διαγνωσθεί, αν υπήρξε υπέρβαση του ανώτατου ορίου υποθέσεων, μέχρις εξάντλησης του οποίου στοιχειοθετειται σχεδόν πάντα πειθαρχική ευθύνη κατά το μάλλον ή ήττον. Θα έπρεπε, ωστόσο, να είναι γνωστό ότι στις μεν υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων η παροχή προσωρινής έννομης προστασίας, έστω σε επίπεδο πιθανολόγησης, διέρχεται από την αξιολόγηση της ύπαρξης ασφαλιστέου δικαιώματος. Αυτό λογίζεται ως κάτι υποδεέστερο ή όλως ευχερές, ώστε να μην υπολογίζεται στη χρέωση ; Και δεν είναι γνωστό στον νομοθέτη ότι για λόγους ευελιξίας της διαδικασίας σειρά υποθέσεων, ων ουκ έστι αριθμός, παραπέμπονται προς εκδίκαση με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, παρότι είναι μη γνήσιες υποθέσεις αυτής, που υποκρύπτουν και αντιδικία ; Το εταιρικό δίκαιο, ένα δίκαιο δυσχερές και σημαντικό για την επένδυση κεφαλαίου ειρήσθω εν παρόδω, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, ενώ στην ίδια λογική εντάσσεται και πλήθος υποθέσεων του πτωχευτικού δικαίου. Η εποχή της εκουσίας των συναινετικών διαζυγίων έχει παρέλθει προ πολλού με απόφαση του ίδιου του νομοθέτη. Δεν εξομοιώνεται εξ απόψεως δυσκολίας μια υπόθεση δικαστικής συμπαράστασης με μια υπόθεση αποκλεισμού εταίρου πχ ούτε και με μια δίκη περί τον διορισμό προσωρινής διοίκησης σε ΑΕ. Με ποια λογική, συνεπώς, οι υποθέσεις αυτές δεν συνυπολογίζονται ; Αν υπολαμβάνεται ότι τούτο οφείλεται στην ευχέρεια του αντικειμένου, τότε ή κάποια πλάνη έχει εμφιλοχωρήσει ή κάποια αδικαιολόγητη άγνοια για τα τεκταινόμενα στη δικαστική καθημερινότητα. 5. Στην ίδια λογική λογίζεται ως ήσσονος αντικειμένου η απόδοση της ποινικής δικαιοσύνης ; Δεν είναι γνωστό ότι υποθέσεις διακόπτονται και δίκες διαρκούν συχνά επί μακρόν λόγω του πολυπρόσωπου χαρακτήρα τους ή της βαρύτητας του αντικειμένου τους ; Θεωρεί κάποιος ότι η μελέτη και εκδίκαση αυτών των υποθέσεων συμβαίνει σε κάποιο κενό χρόνου και αν ναι, δεν θα πρέπει να το πει με ειλικρίνεια και ευθύτητα στην κοινωνία, για να κριθεί η αποτελεσματικότητα της κυοφορούμενης ρύθμισης ; 6. Καλώς ή κακώς, αποτελεί σύμφυτη με το λειτούργημα ιδιαιτερότητα η αδυναμία της εκ των προτέρων αξιολόγησης της δυσχέρειας μιας υπόθεσης. Μια υπόθεση παρίσταται prima facie ως δυσχερής, κατά τη μελέτη της, όμως, προκύπτει ένα ανυπέρβλητο ζήτημα απαραδέκτου, αλλά και, αντιθέτως, μια υπόθεση φαίνεται εκ πρώτης όψεως ευχερής και αποδεικνύεται στο τέλος ότι είχε ιδιαιτερότητες, που την καθιστούσαν πολύ περισσότερο δυσχερή από το αναμενόμενο. Χρειάζεται, συνεπώς, εμπιστοσύνη στη δικαστική εξουσία. Έναν κλάδο ετησίως επιθεωρούμενο και με πλήρη εγρήγορση στην αυτοκάθαρσή του, που επιδεικνύει τη μέγιστη αυστηρότητα σε φαινόμενα ραθυμίας, συχνά εσχάτως και καθ’ υπερβολή, στο μέτρο που ως σημαντικότερο κριτήριο αξιολόγησης προβάλλεται η ταχύτητα της επεξεργασίας των υποθέσεων. 7. Είναι γεγονός πως μια δικογραφία μπορεί να χρειάζεται για την επίλυσή της και δύο ή τρεις εβδομάδες και μια άλλη δικογραφία μία ημέρα. Ούτε μέσος όρος είναι εύκολο να εξαχθεί ούτε γενικεύσεις επιτρέπονται. Χειρισμός πάντως υπόθεσης του εταιρικού δικαίου ή του δικαίου των διακριτικών γνωρισμάτων ή του ανταγωνισμού ή συχνά και του ενοχικού δικαίου σε μια και δύο ημέρες είναι στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αδύνατος. Αν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη ότι το παραδεκτό (πχ η αοριστία) θα πρέπει κατά τις προτεινόμενες ρυθμίσεις να θεραπεύεται με υπόδειξη του Δικαστή σε προκαταρτικό στάδιο, η κατάσταση θα εξελιχθεί επί τα χείρω, αφού ο αριθμός των επί της ουσίας κρίσεων θα αυξηθεί σε σημαντικό βαθμό στο σύνολο των περιπτώσεων.
Η σύνδεση με το πειθαρχικό δίκαιο, ωστόσο, αυτή η διαρκής απειλή της πειθαρχικής κύρωσης για κάθε υπέρβαση δυνατού ή αδύνατου, είναι το πλέον λυπηρό· Γιατί προδίδει την προαντίληψη των συντακτών του σχεδίου νόμου για τους πολιτικούς και ποινικούς Δικαστές, οι οποίοι λογίζονται ως κατ’ αρχάς ράθυμοι· Ως δυνάμενοι να επιτελέσουν τα ως άνω τεκμηριωμένα αδύνατα, αλλά την ίδια στιγμή αρνούμενοι να το πράξουν για λόγους, που ανάγονται σε κάποιου είδους οκνηρία τους, για την οποία, μάλιστα, αξίζουν τη σχεδόν αυτοματοποιημένη και αδιάκριτη τιμωρία. Υποδεικνύονται στην κοινωνία ως το αίτιο του προβλήματος, ενώ δεν είναι αυτοί που νομοθετούν, και ενώ στις πλείστες των περιπτώσεων είναι γνωστό πως υπερβάλλουν εαυτούς, προκειμένου να διασώσουν το κύρος της Δικαιοσύνης, που τιτρώσκεται από άλλους με κάθε ευκαιρία. Προβάλλονται ως (κατά μαχητό τουλάχιστον κριτήριο) οι κατ’ αρχάς υπεύθυνοι του προβλήματος.
Τι επιτυγχάνεται με κάθε τέτοια ρύθμιση λοιπόν ; Ο Δικαστής θα ευρεθεί μοιραίως προ μιας προδιαγεγραμμένης κατάστασης σύγκρουσης συμφερόντων. Το ηθικής χροιάς αίσθημα καθήκοντος, που διατηρείται σε πολλούς υψηλό, θα επιτάσσει την επιμελή και ενδελεχή επεξεργασία της δικογραφίας. Η ομοίως σεβαστή ανάγκη βιοπορισμού, όμως, θα επιτάσσει τη βιαστική επεξεργασία, χάριν αποφυγής της πειθαρχικής ευθύνης. Είναι γνωστό, άλλωστε, πως η ταχύτητα ελέγχεται ευχερώς και διαρκώς μέσω των ούτω καλουμένων πινάκων εκκρεμότητας, που αποστέλλονται μηνιαίως στον Άρειο Πάγο, ενώ η ποιότητα της απόφασης, παρά τα όσα αντίθετα λέγονται, σπανιότερα αξιολογείται επί της ουσίας, ιδία αν ο επιθεωρούμενος δεν έχει υπάρξει τοσούτον ταχύς, όσο το επιθυμητόν στο πρώτο επίπεδο κρίσης και αξιολόγησής του. Και είναι ομοίως γνωστό ότι όσο μεγαλύτερη η ευσυνειδησία, τόσο επιμελέστερη και άρα και χρονικά διευρυμένη η επεξεργασία της δικογραφίας, με τα εντεύθεν αποτελέσματα. Καθώς, όμως, πολλοί (και ενδεχομένως στο σύνολό τους αποδεκτοί) δρόμοι ανοίγονται κάθε φορά για την επεξεργασία μιας δικογραφίας, είναι αδιανόητο ο Δικαστής να εμβάλλεται στον πειρασμό της επιλογής εκείνης της λύσης, που είναι η βολική εξ απόψεως αναγκαίου χρόνου επεξεργασίας της δικογραφίας. Γιατί σε εκείνο το χρονικό σημείο, που αναφύεται το δίλημμα, στο ίδιο χρονικό σημείο έχει κιόλας καταλυθεί η δικαστική Ανεξαρτησία· Ανεξάρτητη και αδέσμευτη κρίση, εξαιρουμένων ασφαλώς των περιπτώσεων αβελτηρίας, σκόπιμης καθυστερήσεως ή ραθυμίας, είναι εκείνη η κρίση, που οριοθετείται αποκλειστικά και μόνο από τον Νόμο και τη συνείδηση. Όχι από το ενδεχόμενο πειθαρχικής ευθύνης, επειδή ο Δικαστής υπήρξε επιμελής και για τον λόγο αυτό καθυστέρησε. Αυτό είναι μια παγκόσμια πρωτοτυπία, που είναι δυσχερές ακόμα και να εξηγηθεί στους συναδέλφους μας στην αλλοδαπή.
Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις κάθε επιμελής Δικαστής θα είναι δυνητικά πειθαρχικά ελεγκτέος σε κάποιο χρονικό σημείο της σταδιοδρομίας του ή σε πλείονα τέτοια σημεία. Αυτή είναι, όμως, τελικά η επιδιωκόμενη εικόνα ; Του περιδεούς Δικαστή ; Του έμφοβου ; Του διαρκώς δυνητικά εγκαλούμενου ; Του πλήρως αποκλεισμένου από τα τεκταινόμενα στην κοινωνία απολογούμενου ; Αυτή είναι η συνειδητή επιλογή των άλλων δύο εξουσιών για την τρίτη εξουσία ; Αν ναι, τότε θα πρέπει κάποιος με ειλικρίνεια και ευθύτητα να το πει στην κοινωνία χωρίς περιστροφές και η θέση του να αξιολογηθεί.
Ως πολιτικός και ποινικός Δικαστής, επιτελώ τα καθήκοντά μου με αφοσίωση στο δικαστικό λειτούργημα, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοί μου. Το γνωρίζουμε όλοι, όσοι κοιμόμαστε και ξυπνούμε με το επίμονο πρόβλημα του άλλου στο μαξιλάρι μας να επιζητεί από εμάς μια νομικά ορθή, μα και ουσιαστικά δίκαιη επίλυση σε έναν δεσμό συχνά γόρδιο. Το γνωρίζουμε και όλοι, όσοι στερηθήκαμε αυτονόητες απολαύσεις του βίου κάθε φορά που παρέστη ανάγκη. Ο κατάλογος, μακρύς και επώδυνος, θα θέσει κάποτε σε κάποιον φιλοσοφικό καθρέπτη δυσχερή στην απάντησή τους ερωτήματα σε ατομικό επίπεδο. Το γνωρίζουμε και όλοι, όσοι δεν θελήσαμε να καθυστερήσουμε στην έκδοση μιας απόφασης, αλλά ευρεθέντες στη δύσκολη θέση, μία ή και περισσότερες φορές, προκρίναμε και πάλι την επιμελή επεξεργασία. Και επιτύχαμε στο τέλος -με στερήσεις- και τις καθυστερήσεις, που δεν αποφύγαμε, να δαμάσουμε, και τη Δικαιοσύνη να μην πληγώσουμε. Υπήρξαμε οι ίδιοι. Και όταν καθυστερήσαμε και όταν όχι ! Και δεν αισθανθήκαμε τη ζωή μας να εξαρτάται από μία συγκυρία.
Αυτό που δεν φανταζόμασταν είναι ότι θα διαβιούσαμε κάποτε υπό τη δαμόκλειο σπάθη της δίωξης και υπό το καθημερινό άχθος της τιμωρητικής απειλής. Δεν υφίσταται αναγκαιότητα σύστασης Επιτροπής ΚΠολΔ ή άλλου Κώδικα, που να το εισηγείται επισήμως κατά τρόπο θεσμικό. Ο Δικαστής απαιτείται να είναι νηφάλιος. Και είναι αδιανόητο τη μια στιγμή περιδεής να ασκεί τα καθήκοντά του, και την άλλη στιγμή να ενδύεται την τήβεννο της θαρρετής ανεξαρτησίας· Να αγωνιά, μήπως διωχθεί, μήπως στερηθεί τον μισθό του, μήπως στιγματιστεί, χωρίς οιαδήποτε ουσιαστική εγγύηση, επειδή εργάζεται υπεύθυνα με αντίπαλο το πολλές φορές ανέφικτο, και την ίδια στιγμή θαρραλέος να λαμβάνει αποφάσεις κατά συνείδηση. Δεν είναι, άλλωστε, εγγενές στο λειτούργημα η καφκική διαμόρφωση της πραγματικότητας. Δεν είναι καλός Δικαστής ο εξαθλιωμένος από τις συνθήκες εργασίας. Καλός Δικαστής είναι ο κραταιός και ενημερωμένος περί τα νομικά, που με ευφυία και βαθιά κοινωνική αντίληψη και γνώση κρίνει δίκαια, δίδοντας τη λύση εκείνη, που είναι προσήκουσα στη συγκεκριμένη διαφορά, χωρίς να φοβάται το κόστος ή να σφυγμομετρά προηγουμένως την συχνά ανενημέρωτη κοινή γνώμη, πάντα δε ταύτα, στον εύλογο, με βάση τις συνθήκες, χρόνο. Είναι, δηλαδή, η περήφανη, εμπνευσμένη και άοκνη ανταπόκριση στις προκλήσεις της καθημερινότητας. Πώς μπορεί να τα πράξει αυτά ο Έλληνας πολιτικός και ποινικός Δικαστής με βάση την ως άνω πραγματικότητα ;
Λύσεις υπάρχουν. Ενδεικτικά : α) Η αντικατάσταση των ασφαλιστικών μέτρων από έναν μηχανισμό παρόμοιο της προσωρινής διαταγής για την παροχή προστασίας σε προσωρινό επίπεδο για μικρό χρονικό διάστημα, εφόσον είναι αναγκαίο. β) Η απλοποίηση της πολιτικής δικονομίας, με ενοποίηση των διαδικασιών και διαμόρφωση ενός συστήματος, που θα αντικατροπτρίζει εμπιστοσύνη στον Δικαστή. Με κατάλληλη τροποποίηση και της σχετικής Συνταγματικής πρόβλεψης περί αιτιολογίας, επί απλούστερων υποθέσεων (πχ αυτοκινητικών διαφορών), θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένα σύστημα, όπως το ακόλουθο : Ο Δικαστής να μελετά ενδελεχώς τον φάκελο. Κατά την ημέρα της δικασίμου να εκθέτει μια συνοπτική εισήγησή του στους διαδίκους, καθώς έχει την εμπειρία να το πράξει. Να καταλήγει σε μια πρόταση και να καταλείπει ένα μικρό χρονικό περιθώριο στους διαδίκους, για να αποφασίσουν, αν την αποδέχονται. Αν τούτο συμβεί, θα αρκεί μια Διάταξη, που θα εκδίδεται άμεσα και ο διάδικος θα έχει αποκτήσει συντομότατα έναν εκτελεστό τίτλο, χωρίς ανάγκη σύνταξης πολυσέλιδης απόφασης. Αν υπάρχει διαφωνία με τη θέση του Δικαστή, τότε θα πρέπει να υπάρχει ένα σημαντικό παράβολο για την προσφυγή σε δικαστικό σχηματισμό και την εξασφάλιση της δυνατότητας σύνταξης μιας πολυσέλιδης απόφασης. γ) Για τεχνικά ζητήματα, που απαιτούνται γνώσεις φυσικής ή ιατρικής ή μηχανικής κλπ. θα μπορούσε να υπάρχει εντός Δικαστηρίων ειδικό επιστημονικό προσωπικό, στο οποίο να μπορεί να προσφεύγει άμεσα ο Δικαστής, όταν είναι αναγκαίο. Το αυτό και για μαθηματικούς υπολογισμούς κονδυλίων, όταν ο Δικαστής έχει αποφασίσει για τα κρίσιμα, όπως πχ την ύπαρξη υπερεργασίας ή υπερωρίας στη συγκεκριμένη πχ εργατική διαφορά κλπ. δ) Να αξιοποιηθούν τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για την κατηγοριοποίηση των υποθέσεων, ώστε σε κάθε πινάκιο να διαμορφώνεται ένα σώμα υποθέσεων με κοινά ζητήματα. Αυτό θα διευκολύνει τον Δικαστή, μέσω της επανάληψης των αναφυομένων ζητημάτων. Θα πρέπει, επίσης, να εξασφαλιστεί άμεση πρόσβαση σε όλους σε νομικές βάσεις δεδομένων. Να αξιοποιηθούν τα ηλεκτρονικά αρχεία αποφάσεων των δικαστηρίων και να επιβληθεί η τήρησή τους, όπου έχει ατονήσει, ώστε με τη βοήθεια και πάλι τεχνητής νοημοσύνης, να εντοπίζεται ευχερέστερα μια σχετική απόφαση ή ένα σχετικό σχέδιο προς υποβοήθηση του Δικαστή. Η πιθανότητα επικουρίας του Δικαστή από εξειδικευμένο προσωπικό θα πρέπει ομοίως να μην αποκλεισθεί ως πρόταση. ε) Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ευρύτερων δικαστικών σχηματισμών στην περιφέρεια, με μετάβαση των Δικαστών του κεντρικού σχηματισμού στα κατά τόπους επαρχιακά Πρωτοδικεία. Η συγκέντρωση αυτή θα επιτρέψει την εξειδίκευση (πχ οικογενειακοί Δικαστές της Περιφέρειας) με δυνατότητα αλλαγής τμήματος ανά 3ετία ή 4ετία. στ) Θα πρέπει να υπάρχει χώρος εντός Δικαστηρίου, όπου ο κάθε Δικαστής σε κλιματολογικά ανεκτές συνθήκες, με αξιοπρέπεια, θα μπορεί να εργάζεται σε κάποιον χώρο (- γραφείο), που σήμερα στις πλείστες των περιπτώσεων δεν διαθέτει. Με καλόπιστο διάλογο, αν το ζητούμενο είναι η βελτιστοποίηση του τρόπου λειτουργίας της Δικαιοσύνης, προτάσεις μπορούν να εισφερθούν και να αποδώσουν. ζ) Θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες, που θα δείχνουν στην πράξη ότι στη Χώρα μας υφίσταται ισονομία και εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Οι σχετικοί με την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης προσφάτως θεσπισθέντες κανόνες είναι στη σωστή κατεύθυνση, αρκεί και η Πολιτεία να επιδεικνύει ουσιαστικό σεβασμό στους κανόνες, που η ίδια θέσπισε.
Απευθύνομαι με ειλικρινή αγωνία προς την Πολιτεία. Ας υπαναχωρήσει σε διατάξεις, όπως οι υπό σχολιασμό. Αντί ρυθμίσεων, όπως οι προκείμενες, ας επιλέξει τη δύσκολη ατραπό της εκ θεμελίων μεταβολής, με σχεδιασμό μακρόπνοο. Δεν είναι εχθροί της Δικαιοσύνης οι υπηρετούντες αυτήν καθημερινώς. Παρατηρείται τον τελευταίο καιρό ένα διαρκές σφυροκόπημα στη Δικαιοσύνη και τους Δικαστές, με τη συνδρομή, βέβαια, και μερίδας του τύπου, που θα απολήξει στο να παρίσταται η απονομή Δικαιοσύνης από τα Δικαστήρια ως τοσούτον αποκρουστική, ώστε να μην είναι επιθυμητή ή ελκυστική η προσφυγή σε αυτήν, αλλά να παρίσταται ως προτιμητέα η προσφυγή σε εναλλακτικούς μηχανισμούς απονομής, αν όχι και σε αυτήν την αυτοδικία. Η άδικη κριτική θα πρέπει να είναι σαφές ότι στρέφεται εν τέλει κατά του Κράτους Δικαίου. Διότι η Δικαιοσύνη είναι μια πηγή κρυστάλλινη, το νερό της οποίας κοινωνούμε άπαντες. Αν αυτό στερέψει ή δηλητηριαστεί, θα είναι κιόλας ανώφελη η διαπίστωση πως κάτι σάπιο υπάρχει στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας.
Το ζήτημα είναι εάν και στις ανακοπές, όπου οι περισσότεροι λόγοι είναι αόριστοι και συνήθως ο ανακόπτων απλά επιδιώκει να κερδίσει χρόνο με την άσκησή της, θα εφαρμοστεί κατ’ άρθρο 585 παρ. 1 ΚΠολΔ η διάταξη του εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 227 ΚΠολΔ, που επιβάλλει στον δικαστή αυτεπάγγελτα -και μόνο, αφού στις ανακοπές ο καθ’ ου καταθέτει προτάσεις κατά τη συζήτηση-, εφόσον διαπιστώσει ότι οι λόγοι είναι αόριστοι, να ζητήσει τη συμπλήρωση των αόριστων λόγων.
Το ζήτημα αυτό αποκτά πρακτική σημασία στην περίπτωση που εκδοθεί μεν διάταξη, ο ανακόπτων συμπληρώσει την αοριστία με τις προτάσεις του και ο δικαστής κατά τη σύνταξη της απόφασης διαπιστώσει ότι και κάποιος από τους υπόλοιπους -πολλούς- λόγους είναι αόριστος, οπότε στην περίπτωση αυτή ο ανακόπτων θα μπορεί να ασκήσει έφεση με βάση το εδ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 227 ΚΠολΔ κατά της απόφασης, ενώ υπό άλλες συνθήκες ενδεχομένως να μην το έκανε (αφού εδώ θα έχει τουλάχιστον έναν βάσιμο λόγο έφεσης), και να ζητήσει παράλληλα την αναστολή της εκτέλεσης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή θα επιβαρύνεται και ο δεύτερος βαθμός.
Ουσιαστικά ο δικαστής στις περιπτώσεις των ανακοπών με πολλούς λόγους, που τις περισσότερες φορές είναι αόριστοι και για πολλούς λόγους ο καθένας, θα πρέπει να εκδίδει μια διάταξη αιτιολογημένη, όπου θα εκθέτει για κάθε λόγο γιατί είναι αόριστος (π.χ. δεν αναφέρει πως επιδρά ο επικαλούμενος ως καταχρηστικός ΓΟΣ στη σύμβαση, δεν προσδιορίζει ποσά που αφορούν τις επικαλούμενες κατά τον ανακόπτοντα με βάση τους καταχρηστικούς ΓΟΣ παράνομες χρεώσεις κ.ο.κ.), οπότε ουσιαστικά θα κάνει διπλή δουλειά. Και αυτό με το δεδομένο ότι ο ανακόπτων είναι πολύ πιθανό να μην ενδιαφέρεται για την έκβαση της ανακοπής του.
Δεν αποκλείεται παράλληλα να γίνεται συνειδητά επίκληση αόριστων λόγων ώστε να επιβαρύνεται ο δικαστής με τον επιπλέον φόρτο έκδοσης διατάξεων για τη συμπλήρωση της αοριστίας πολλών ανακοπών με πολλούς λόγους που ο καθένας είναι αόριστος επίσης για πολλούς λόγους, ώστε να καθυστερεί έτσι στην έκδοση αποφάσεων εν όψει πλειστηριασμού που επίκειται. Οπότε εδώ ο ανακόπτων, εφόσον καθυστερεί ο δικαστής την έκδοση απόφασης, θα μπορεί να ζητά με προσωρινή διαταγή την αναστολή εκτέλεσης, επικαλούμενος ότι δεν έχει εκδοθεί ακόμα απόφαση επί της ανακοπής του.
Φοβάμαι ότι ο δικαστής θα επιλέγει να απορρίπτει αόριστους λόγους ως νόμω αβάσιμους ή στην ουσία τους για να αποφύγει την έκδοση μιας διάταξης, όπου θα αναλύει γιατί ο κάθε λόγος -από τους πολλούς- της ανακοπής είναι αόριστος.
Και αν τελικά το εφετείο κρίνει τους λόγους αόριστους, παρέχεται στον ανακόπτοντα το δικαίωμα να επικαλεστεί ότι από βαριά αμέλεια ο δικαστής δεν εξέδωσε διάταξη και να ζητήσει την πειθαρχική του ευθύνη;
Επίσης, εάν ο δικαστής τελικά εκδώσει μία διάταξη που θα ζητάει τη συμπλήρωση της αοριστίας των πολλών λόγων, αφιερώνοντας πολύτιμο χρόνο σε αυτό, και ο ανακόπτων δεν παρασταθεί κατά τη συζήτηση, πως επιτυγχάνεται η επιτάχυνση απονομής της δικαιοσύνης σε αυτήν την περίπτωση;
Σε ένα πινάκιο με 25 ανακοπές εκ των οποίων η κάθε μια έχει τουλάχιστον 10 λόγους, από τους οποίους οι 5 τουλάχιστον είναι αόριστοι, προϋποθέτει την έκδοση 25 διατάξεων με ανάλυση για καθένα από τους 5 λόγους γιατί είναι αόριστος.
Και όλα αυτά με την επισήμανση ότι ο δικαστής οφείλει να εκδίδει τις αποφάσεις στις ανακοπές μέσα σε 2 μήνες.
Η ταχεία επίλυση διαφορών, η οποία ασφαλώς θα ήταν ευκταία, δεν μπορεί να επιτευχθεί με δικονομικές αλλαγές όταν όλες οι αιτίες που οδηγούν μαζικά τους πολίτες στη Δικαιοσύνη είναι εδώ, όταν όλες οι αδυναμίες του δικαστικού συστήματος είναι εδώ. Αλλαγές σαν τις παραπάνω έχουν τόσο νόημα όσο μία διαταγή ότι το τρόλεϊ θα περνάει κάθε 5 λεπτά όταν δεν έχεις ανανεώσει τον στόλο των τρόλεϊ, δεν έχεις προσλάβει προσωπικό και δεν έχεις λύσει το συγκοινωνιακό. Τελικά μοναδικός αποδέκτης θα είναι ο δικαστής, το έργο του οποίου θα εντατικοποιηθεί περαιτέρω, με όποιο κίνδυνο αυτό συνεπάγεται για την ορθή επίλυση διαφορών, ευρισκόμενος ο ίδιος συνεχώς υπό την απειλή πειθαρχικού ελέγχου για αδυναμίες που στην πραγματικότητα ανήκουν στο κράτος.
Η λογική των υπό διαβούλευση νομοθετικών προτάσεων αντανακλά την αντίληψη ότι για καθυστέρηση στη απονομή της Δικαιοσύνης ευθύνονται οι δικαστές, οι οποίοι γενικά καθυστερούν αδικαιολόγητα τη δημοσίευση των αποφάσεων που τους ανατίθενται. Αλλά και πολλοί διάδικοι που καταφεύγουν καταχρηστικά στη Δικαιοσύνη επιβαρύνοντας το δικαστικό σύστημα. Ακόμα και αν υπάρχουν (προφανώς υπάρχουν) λίγοι δικαστές που δεν αποδίδουν, ακόμα κι αν υπάρχουν (προφανώς υπάρχουν) μερικοί πολίτες που ασκούν προφανώς αβάσιμα ένδικα βοηθήματα, τα φαινόμενα αυτά, όλως επιμέρους, δεν αποτελούν κρίσιμο παράγοντα επιβράδυνσης του δικαστικού έργου.
-Η πιο βασική παράμετρος της αδυναμίας του δικαστικού συστήματος να ανταποκριθεί στην ανάγκη ταχείας επίλυσης των διαφορών συνδέεται με εκείνες τις νομοτελειακές αντιθέσεις της κοινωνίας και αντιφάσεις της οικονομίας σήμερα οι οποίες αναπαράγουν αναγκαία υπέρμετρες και ολοένα πιο σύνθετες διαφορές.
Επισημαίνοντας ότι η συζήτηση ισχύει τόσο για την πολιτική όσο και για την διοικητική δικαιοσύνη, θα αναφέρω ένα δυο ενδεικτικά παραδείγματα τέτοιων αντιθέσεων που κατατείνουν σε σώρευση υπέρμετρου αριθμού διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια: α) Η βιομηχανική ανάπτυξη και οι επενδύσεις συνδέθηκαν διαχρονικά με κρατικές παρεμβάσεις στήριξής τους (ιδίως οικονομικές ενισχύσεις). Η αντίφαση που διαμορφώνεται συνίσταται στο ότι οι ενισχύσεις αυτές προέρχονται από κεφάλαια που εν πολλοίς δημιουργούνται από τη φορολογία των πολλών ή από τα αποθεματικά των Ασφαλιστικών Ταμείων (ήδη από την εποχή του α.ν. 1611/1950 είχε επιβληθεί η κατάθεση των αποθεματικών των ασφαλιστικών Ταμείων στην Τράπεζα της Ελλάδας με τόκο εμφανώς χαμηλότερο του πληθωρισμού, που καθοριζόταν από τη Νομισματική Επιτροπή, προς το σκοπό, σύμφωνα με τις πανηγυρικές εκφράσεις των αρμοδίων της εποχής, «να συμβάλλουν τα ασφαλιστικά ταμεία στην εκβιομηχάνιση της Ελλάδας»). Έτσι από τη μια διαμορφώθηκε ένα φορολογικό σύστημα που, αναλογικά, φορολογεί υπέρμετρα εργαζόμενους, συνταξιούχους και μικρούς επαγγελματίες (το φαινόμενο αυτό το βιώνουμε και εμείς οι εν ενεργεία και συνταξιούχοι δικαστές), ενώ προβλέπει ευνοϊκές ρυθμίσεις για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους επενδυτές. Από την άλλη η αξιοποίηση των αποθεματικών των Ασφαλιστικών Ταμείων «για να χρηματοδοτηθεί η Ανάπτυξη» συνετέλεσε καθοριστικά στην απαξίωσή τους (μόνο για την περίοδο 1951 – 1975 οι απώλειες των Ταμείων σε τόκους έχουν υπολογιστεί σε ποσό που αντιστοιχεί τουλάχιστον σε 58 δις ευρώ) και εν τέλει προκάλεσε τη μείωση των συντάξεων και των παροχών πρόνοιας, αν και οι ασφαλισμένοι είχαν καταβάλει τις εισφορές τους. Έτσι γεννώνται αμέτρητες διαφορές αφού χιλιάδες πολίτες θεωρούν ότι αδικούνται. β) Η αδυναμία/άρνηση του Κράτους να καλύψει προς όλους και ολοκληρωμένα τις σύγχρονες ανάγκες για παροχές υγείας και πρόνοιας, την ώρα που η πρόοδος της επιστήμης, η οποία έχει εκτοξευθεί σε σχέση με προηγούμενες εποχές, το επιτρέπει, γεννά ομοίως επιπλέον διαφορές. γ) Η ιεράρχηση αναπτυξιακών/οικονομικών προτεραιοτήτων που διευκολύνουν τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου (αναφέρεται ενδεικτικά η σύγχρονη προτεραιότητα μετατροπής της χώρας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων και ενέργειας, καθώς και η αντίστοιχη για ανάπτυξη πολυτελών τουριστικών συγκροτημάτων) έναντι εκείνων που θα κατέτειναν σε έργα υποδομής για το σύνολο της κοινωνίας (αντιπλημμυρικά έργα κ.λπ.), με περαιτέρω συνέπεια να είναι επιλέξιμες προτεραιότητες που προϋποθέτουν χωρικές ρυθμίσεις που κατατείνουν στην παραχώρηση δασών, αιγιαλών και άλλων κοινόχρηστων χώρων σε επενδυτές, σε παρεκκλίσεις από τους ισχύοντες όρους και περιορισμούς δόμησης μιας περιοχής, στην άρση «εμποδίων» αρμοδιότητας της αρχαιολογικής υπηρεσίας, στις νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων κ.λπ. αναπαράγει επίσης υπέρμετρο αριθμό διαφορών.
Ο νομοθέτης βέβαια λαμβάνει μέτρα, ώστε υποθέσεις ενδιαφέροντος των ισχυρών οικονομικών παραγόντων να εκδικάζονται κατά προτεραιότητα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι οι απεργίες των εργαζομένων μπορούν να κηρύσσονται παράνομες και καταχρηστικές ακόμα και αυθημερόν, την ώρα που ο εργαζόμενος περιμένει μακρά χρονικά διαστήματα για να εκδικαστεί μια αγωγή εργατικής διαφοράς.
-Από την άλλη, παρά τη διαχρονική πίεση από τις δικαστικές ενώσεις, η Δικαιοσύνη υποχρηματοδοτείται με αποτέλεσμα να λειτουργεί με ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές. Η υποχρηματοδότηση, διαχρονικό πρόβλημα, αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στις ανάγκες σε δικαστικούς υπαλλήλους, αλλά και στο κτηριακό πρόβλημα που εξακολουθεί ακόμα να ταλανίζει πολλά δικαστήρια. Η υποχρηματοδότηση συνδέεται με τη λογική κόστους – οφέλους που εισάγεται και στη Δικαιοσύνη. Με βάση τη λογική αυτή καταργήθηκαν τα ειρηνοδικεία, τόσο αναγκαία για τις μικρότερες διαφορές που αφορούσαν μεγάλο κομμάτι του λαού, ιδίως στην περιφέρεια. Με βάση τη λογική αυτή, εξάλλου, καταργήθηκαν χρήσιμες μεταβατικές έδρες διοικητικών δικαστηρίων, ενώ αμφισβητείται και η ανάγκη διατήρησης φυσικών κυρίων εδρών διοικητικών δικαστηρίων και προετοιμάζεται η μετατροπή πολλών από αυτές σε ‘‘τηλεματικές’’, κάτι που θα συρρικνώσει έτι περαιτέρω τα δικονομικά δικαιώματα των πολιτών. Η τηλεματική διαδικασία ενέχει τον κίνδυνο της ‘‘στεγανοποίησης’’ του δικαστή και της δυσχέρανσης του ελέγχου του, στον οποίο κατά το Σύνταγμα αποσκοπεί η δημόσια συνεδρίαση, ενώ, η κατάργηση της φυσικής έδρας των δικαστηρίων αποξενώνει ακόμη περαιτέρω τον δικαστή από την κοινωνία που δικάζει.
-Η κακή νομοθέτηση (έλλειψη κατ’ ουσία διαβούλευσης, κατάθεση και ψήφιση τροπολογιών σε άσχετα νομοθετήματα, τροποποιήσεις νόμων που μόλις έχουν τεθεί σε ισχύ, επικαλύψεις διατάξεων κλπ.), η κακοδιοίκηση, αλλά και η μη συμμόρφωση της Διοίκησης στην παγιωμένη νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων, ιδίως όσον αφορά υποθέσεις αποδοχών και συντάξεων (με συνέπεια την προσφυγή εκάστου ενδιαφερόμενου στο αρμόδιο Δικαστήριο, αν και το κρίσιμο νομικό ζήτημα έχει επιλυθεί) επιτείνει το πρόβλημα.
Ο νομοθέτης τα τελευταία χρόνια επέλεξε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της σώρευσης υπέρμετρου αριθμού διαφορών όχι κοιτώντας τις αιτίες, αλλά λαμβάνοντας μέτρα στην κατεύθυνση της θέσπισης δικονομικών βαρών και άλλων εμποδίων πρόσβασης στα δικαστήρια. Αναφέρω ενδεικτικά, όσον αφορά τη διοικητική δικαιοσύνη, πέραν από όσα ήδη αναφέρθηκαν αναφορικά με την κατάργηση δικαστηρίων ή φυσικών εδρών αυτών, ότι τα τελευταία χρόνια αυξήθηκε υπερβολικά το κόστος της δίκης, θεσπίστηκαν νέες ενδικοφανείς διαδικασίες, μετακυλίστηκε από το δικαστήριο στον διοικούμενο το βάρος σειράς διαδικαστικών πράξεων, περιορίστηκε η εξουσία του δικαστηρίου σε περίπτωση προσφυγής κατά πράξης της φορολογικής ή τελωνειακής αρχής, γενικεύτηκαν οι μονομελείς συνθέσεις, υποτιμήθηκε το περιεχόμενο της προσωρινής δικαστικής προστασίας. Τα παραπάνω μέτρα επέφεραν πράγματι σημαντική μείωση της εισροής υποθέσεων διαφόρων κατηγοριών, αφού οι πολίτες συχνά αποθαρρύνονται να ξεκινήσουν ή αδυνατούν να ολοκληρώσουν δικαστικούς αγώνες. Έγινε δηλαδή μία τεχνητή αποσυμφόρηση του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων, η οποία, όπως είναι αυτονόητο, δεν αντανακλά άμβλυνση των αντιφάσεων που αναπαράγουν διοικητικές διαφορές.
Στη λογική αυτή κινούνται οι αλλαγές που αναγγέλθηκαν για τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Αντίστοιχες προτάσεις, κατά τη γνώμη μου, θα επιχειρηθεί να εισαχθούν και στη διοικητική δικαιοσύνη. Αποτελούν ένα ακόμη στάδιο υλοποίησης ευρύτερων σχεδιασμών για τη Δικαιοσύνη, όπως έχουν αποτυπωθεί τόσο στο Ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, όσο και σε άλλη συναφή κείμενα, όπως η Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη, το τελικό κείμενο της οποίας συντάχθηκε στις 14.11.2020, οι οποίοι υλοποιούν την κατεύθυνση της ΕΕ να τεθεί η Δικαιοσύνη στην υπηρεσία της οικονομικής ανάπτυξης και, ειδικότερα, να καταστεί πυλώνας προσέλκυσης επενδύσεων.
Οι διοικητικοί δικαστές δεν συμφωνούμε με τις αλλαγές αυτές. Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών έχει αποφασίσει να αντιδράσει σθεναρά. Εξάλλου, ήδη έχει αντιδράσει και η Ένωση Ευρωπαίων Διοικητικών Δικαστών (AEAJ) στην οποία η Ένωση Διοικητικών Δικαστών, έφερε το ζήτημα. Η AEAJ, ειδικότερα, σε μείζονος σημασίας δήλωσή της, εξέφρασε την ανησυχία της για διατάξεις όπως η ήδη ισχύουσα του άρθρου 50 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022) με την οποία επιβάλλεται προθεσμία οκτώ μηνών μετά τη συζήτηση της υπόθεσης για την έκδοσης της απόφασης, ενώ αποδοκίμασε κάθε μηχανισμό (διαδικασία περικοπής μισθού, πειθαρχική διαδικασία κ.λπ.) που τιμωρεί τους δικαστές για τη μη επίτευξη τέτοιων στόχων.
Η υπεράσπιση του δικαιώματος του λαού για ελεύθερη, δωρεάν και αποτελεσματική προσφυγή στο δικαστήριο είναι η βασική ευθύνη όσων υπηρετούν τη Δικαιοσύνη (δικαστών, δικηγόρων, δικαστικών υπαλλήλων). Κάθε πρότασή μας για τη βελτίωση του δικαστικού συστήματος για να έχει νόημα πρέπει να αποτυπώνει την αρχή αυτή. Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών έχει ήδη αναλάβει σχετικές πρωτοβουλίες θέτοντας σειρά προτάσεων προς την κοινωνία και το Υπουργείο Δικαιοσύνης για τη βελτίωση της απονομής της Δικαιοσύνης. Ελπίζουμε ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης θα ανταποκριθεί στην επίμονη αξίωσή μας για διάλογο.
Βασίλης Φαϊτάς, Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών
ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος
Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24
Τηλ 210-6996688 και 210-6980777
FAX: 210-6998848
e-mail:enosidioikitikondikaston@yahoo.gr
enosidioikitikondikaston@gmail.com
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Με αφορμή την παρουσίαση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των αλλαγών στον ΚΠολΔ και των διατάξεων περί ασφυκτικών προθεσμιών έκδοσης απόφασης (6μηνο)
Στις 25.6.2025 παρουσιάστηκαν από τον Υπουργό και Υφυπουργό Δικαιοσύνης προτάσεις τροποποιήσεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τις οποίες θα προβλέπονται νέες, ακόμα πιο ασφυκτικές, προθεσμίες έκδοσης δικαστικής απόφασης. Ειδικότερα, ο δικαστής θα πρέπει να εκδίδει την απόφαση, καταρχάς, εντός εξαμήνου, ενώ σε περίπτωση μη επίτευξης του στόχου αυτού θα είναι αντιμέτωπος με την πειθαρχική διαδικασία.
Οι προτεινόμενες διατάξεις δεν πρόκειται να συμβάλλουν στην επιτάχυνση της δίκης, διότι δεν αγγίζουν τις πραγματικές αιτίες της καθυστέρησης της απονομής της Δικαιοσύνης, οι οποίες συνδέονται, ιδίως, με τους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες που αναπαράγουν υπέρμετρες διαφορές, την υποχρηματοδότηση της Δικαιοσύνης, τις ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές, καθώς και την κακή νομοθέτηση.
Η μείωση της προθεσμίας έκδοσης απόφασης από 8 σε 6 μήνες πλήττει άμεσα τη δικαστική ανεξαρτησία και την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης, καθώς μετατρέπει τον δικαστή σε απλό διεκπεραιωτή και τον εκθέτει σε πειθαρχικές κυρώσεις ανεξαρτήτως της ποιότητας του έργου του. Η αξιολόγηση των δικαστών δεν μπορεί να βασίζεται σε αριθμητικούς στόχους και δείκτες «απόδοσης» που συχνά δεν αποτυπώνουν αντικειμενικά το έργο τους, αλλά οφείλει να στηρίζεται κυρίως στην ποιότητα, την πληρότητα και τη νομική τεκμηρίωση των αποφάσεών τους. Η θέσπιση του εν λόγω μέτρου αποτελεί ομολογία της ανικανότητας της Πολιτείας να αντιμετωπίσει ορθολογικά τις πραγματικές αιτίες της καθυστέρησης απονομής της Δικαιοσύνης, υπηρετώντας τελικώς όχι την επίλυση του προβλήματος, αλλά την αποποίηση των δικών της διαχρονικών και σοβαρών ευθυνών.
Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών αντιτίθεται σφόδρα τόσο στη λογική των εν λόγω εξαγγελιών, όσο και στην προοπτική να προταθούν αντίστοιχες διατάξεις και για τη διοικητική δίκη. Ήδη η Ένωση Ευρωπαίων Διοικητικών Δικαστών (AEAJ), σε μείζονος σημασίας δήλωσή της, εξέφρασε την ανησυχία της για διατάξεις όπως η ισχύουσα του άρθρου 50 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022), με την οποία επιβάλλεται προθεσμία οκτώ μηνών μετά τη συζήτηση της υπόθεσης για την έκδοσης της απόφασης, ενώ αποδοκίμασε κάθε μηχανισμό (διαδικασία περικοπής μισθού, πειθαρχική διαδικασία κ.λπ.) που τιμωρεί τους δικαστές για τη μη επίτευξη τέτοιων στόχων.
Αξιώνουμε να μην εισαχθούν στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας διατάξεις που θέτουν ασφυκτικές προθεσμίες έκδοσης απόφασης στον δικαστή. Ζητάμε και με την παρούσα ευκαιρία την κατάργηση των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 50 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.
ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΝΕΣΣΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΝΤΕΓΚΑ ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ
ΕΦΕΤΗΣ ΔΔ ΕΦΕΤΗΣ ΔΔ
Απαράδεκτες και αντισυνταγματικές διατάξεις που προδίδουν πλήρη άγνοια της δικαστικής πραγματικότητας και πρακτικής. Πόσες αγωγές έχουν απορριφθεί στον πρώτο βαθμό ως απαράδεκτες και το απαράδεκτο κρίθηκε στο Εφετείο πως εσφαλμένα εφαρμόστηκε μιας και οι αγωγές τελικά ήταν και παραδεκτές και βάσιμες. Τώρα αυτό θα κρινεται από Εισηγητή ανευ μάλιστα αιτιολογίας! Η δε νομική διαφωνία σε μια επιστήμη που οι απόψεις ποικίλλουν θα οδηγεί στην τιμωρία του πολίτη με επιβολή επιλέον εξόδων. Η δε μη δυνατότητα αναβολής στον δεύτερο βαθμό παραβλέπει πως η διαδικασία μέχρι και σήμερα τουλάχιστον διεκπεραιώνεται από ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ που μπορεί να αρρωστήσουν και να βρεθούν στο νοσοκομείο την ημέρα της δικασίμου. Ο πολίτης δηλαδή θα χάσει την Έφεσή του. Αδιανόητα πράγματα.
Μετά τον Δικαστικό Χάρτη, που έχει απορρυθμίσει πλήρως τη λειτουργία των δικαστικών υπηρεσιών της χώρας, έρχεται νέα απορρύθμιση με έναν Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που το μόνο που εξυπηρετεί είναι ο λαϊκισμός και ο φθηνός εντυπωσιασμός της κοινής γνώμης. Η εφαρμογή των προτεινόμενων διατάξεων είναι σαφώς μη ρεαλιστική.
Στο μεγαλύτερο δικαστήριο της χώρας, στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ο προσδιορισμός των υποθέσεων προς συζήτηση γίνεται σήμερα, στην καλύτερη περίπτωση, τρία με τέσσερα χρόνια μετά την κατάθεση του δικογράφου. Οι προτεινόμενες διατάξεις απαιτούν προσδιορισμό σε έξι μήνες μετά την κατάθεση του δικογράφου. Πώς θα γίνει άραγε αυτό, αφού οι «θέσεις» στα πινάκια είναι ήδη κλειστές και δεν υπάρχει «διαθεσιμότητα» για την επόμενη τριετία – τετραετία; Μήπως με «άνοιγμα» νέων πινακίων; Και, σε αυτήν την περίπτωση, σε ποια ακροατήρια θα δικαστούν αυτές οι υποθέσεις, αφού αίθουσες δεν υπάρχουν; Ποιοι δικαστές θα τις δικάσουν; Ο δικαστής που από το νέο δικαστικό έτος θα κληθεί να δικάσει τις, ήδη πολλές, εκκρεμείς υποθέσεις θα επιβαρυνθεί παράλληλα, λόγω της άμεσης χρέωσης των υποθέσεων που θα κατατίθενται από 16.9.2025 και του σταδίου του «προελέγχου» που καθιερώνεται, και με άλλες; Τότε είναι βέβαιο ότι το πλαφόν των 150 υποθέσεων θα καλυφθεί πολύ πριν την εκπνοή του δικαστικού έτους και δεν θα απομείνει, μεσούσης της δικαστικής χρονιάς, κανένας «ελεύθερος» δικαστής για να χρεωθεί τις νέες υποθέσεις. Τα μαθηματικά των προτεινόμενων αυτών διατάξεων απλά δεν βγαίνουν.
Πριν την νομοθέτηση του 6μηνου για δημοσιευση αποφασης απο την συζήτηση το υπουργειο πρεπει να ενημερωθεί ότι στο μεγαλύτερο δικαστήριο της χώρας, αν όχι και αλλού, οι φάκελοι δίνονται στους δικαστές 3 έως και 4 μήνες ΜΕΤΑ την συζήτηση, διότι δεν έχει ολοκληρωθεί η απομαγνητοφώνηση των πρακτικών. Με εντολή της διοίκησης μάλιστα οι δικαστές δεν μπορούν να πάρουν τους φακέλους πριν την παράδοση της απομαγνητοφώνησης. Η απομαγνητοφώνηση γίνεται από ιδιωτική εταιρεία, που εδώ και ένα χρόνο επικαλείται ελλειπές προσωπικό, παρά τις συνεχείς πιέσεις από όλους. Η προθεσμία αυτή μόνο σε βάρος των δικαστών και των διαδίκων θα είναι χωρίς κανένα μα κανένα αποτέλεσμα. Ας εξασφαλίσουν πρώτα ότι οι διαδικασίες γίνονται σύννομα και σύντομα. Η νομοθέτηση χωρίς υλικοτεχνικές υποδομές είναι κενό γράμμα.