- Στην παρ. 1 του άρθρου 134 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α’ 81), περί αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς και εξαιρετικούς λόγους, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «σε πάσχοντες από σοβαρά προβλήματα υγείας» διαγράφονται και β) το τρίτο εδάφιο διαγράφεται, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Με απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου μπορεί να χορηγείται άδεια διαμονής κατά περίπτωση/ad hoc για λόγους ανθρωπιστικής φύσεως σε πολίτες τρίτων χωρών που βρίσκονται στην Ελλάδα (άδεια διαμονής τύπου «Α.1» Ad Hoc Residence Permit) με δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας και ιδίως σε θύματα και ουσιώδεις μάρτυρες εγκληματικών πράξεων, σε θύματα ενδοοικογενειακής βίας, σε θύματα εγκλημάτων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά, σε θύματα εργατικών ατυχημάτων, σε όσους παρακολουθούν εγκεκριμένο κατά νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής εξάρτησης, καθώς και σε πολίτες τρίτων χωρών που με κίνδυνο της ζωής τους, προέβησαν σε πράξεις κοινωνικής αρετής, προσφοράς και αλληλεγγύης που προάγουν τις αξίες του ανθρωπισμού. Ο Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου δύναται να παραπέμπει την υπόθεση στην Επιτροπή Μετανάστευσης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου για παροχή γνώμης.».
- Στην παρ. 4 του άρθρου 134 του Κώδικα Μετανάστευσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α), αα) προστίθενται υποπερ. αδ) και αε) και αβ) στο δεύτερο εδάφιο προστίθενται οι λέξεις «και αδ)», αγ) προστίθενται νέα εδάφια, τρίτο και τέταρτο, β) προστίθεται τελευταίο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:
«4. Με απόφαση του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης χορηγείται άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους σε πολίτες τρίτων χωρών που βρίσκονται στην Ελλάδα και εμπίπτουν σε κάποια από τις παρακάτω κατηγορίες:
α. άδεια διαμονής τύπου «Α.4» σε
αα) ενήλικους πολίτες τρίτων χωρών, ανίκανους να επιμεληθούν τις υποθέσεις τους εξαιτίας λόγων υγείας ή ανήλικους που αποδεδειγμένα χρήζουν προστατευτικών μέτρων και φιλοξενούνται από ιδρύματα ή άλλα νομικά πρόσωπα κοινωφελούς σκοπού, εφόσον η επιστροφή τους σε ασφαλές περιβάλλον είναι αδύνατη,
αβ) ανηλίκους, η επιμέλεια των οποίων έχει ανατεθεί με απόφαση ελληνικού δικαστηρίου ή αλλοδαπού δικαστηρίου που αναγνωρίζεται από τις ελληνικές αρχές, σε οικογένειες Ελλήνων ή οικογένειες πολιτών τρίτων χωρών με νόμιμη διαμονή στη Χώρα ή για τα οποία είναι εκκρεμής διαδικασία υιοθεσίας ενώπιον των ελληνικών αρχών,
αγ) ανήλικους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί σε ανάδοχη οικογένεια είτε με δικαστική απόφαση είτε κατόπιν κατάρτισης έγγραφης σύμβασης των φυσικών γονέων ή του επιτρόπου ή του φορέα που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου με τους ανάδοχους γονείς,
αδ) σε πάσχοντες από σοβαρά προβλήματα υγείας. Προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας διαμονής σε πρόσωπα που πάσχουν από σοβαρά προβλήματα υγείας είναι η κατοχή από τον αιτούντα άδειας διαμονής σε ισχύ, ανεξαρτήτως κατηγορίας της εν ισχύει άδειας διαμονής,
αε) σε πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα και κατέχουν άδεια διαμονής σε ισχύ που δεν δύναται να ανανεωθεί για έναν από τους λόγους του παρόντος Κώδικα, χορηγείται άδεια διαμονής, εφόσον:
- i) δεν έχουν κατοχυρώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης από φορέα κοινωνικής ασφάλισης της Ελλάδας λόγω μη συμπλήρωσης των απαιτούμενων ημερών ασφάλισης
- ii) ο κύκλος των βιοτικών τους σχέσεων έχει αναπτυχθεί τουλάχιστον κατά τα τελευταία είκοσι (20) έτη αποκλειστικά στην Ελλάδα και
iii) προσκομίζουν ιδιωτική ασφάλιση, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις της υπουργικής απόφασης που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 10 του άρθρου 176.
Η άδεια διαμονής που χορηγείται στις περ. αα), αβ), αγ) και αδ) έχει διάρκεια ισχύος τρία (3) έτη και ανανεώνεται για ισόχρονο διάστημα, εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης.
Η άδεια διαμονής της περ. αε) χορηγείται για τρία (3) έτη και ανανεώνεται για ισόχρονο διάστημα, εκτός εάν ο αιτών έχει ενήλικα τέκνα που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα και διαβιοί πλησίον αυτών. Στην περίπτωση αυτή, η άδεια διαμονής χορηγείται με διάρκεια ισχύος ισόχρονη με τη διάρκεια ισχύος της άδειας διαμονής του τέκνου και ανανεώνεται σύμφωνα με τα αντίστοιχα χρονικά όρια αυτής.
Εφόσον εκλείψουν οι λόγοι για τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια διαμονής, ο πολίτης τρίτης χώρας μπορεί να αιτηθεί αλλαγή κατηγορίας άδειας διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 12,
β. άδεια διαμονής τύπου «Α.5» σε ανηλίκους φιλοξενούμενους σε οικοτροφεία που λειτουργούν υπό την εποπτεία των αρμόδιων Υπουργείων ή σε μαθητικές εστίες, οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με το άρθρο 134 του ν. 4823/2021 (Α’ 136) και στις οποίες διαμένουν και σιτίζονται μαθητές πρότυπων εκκλησιαστικών σχολείων. Η άδεια διαμονής έχει διάρκεια ισχύος τρία (3) έτη και ανανεώνεται για ισόχρονο διάστημα, εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης. Εφόσον εκλείψουν οι λόγοι για τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια διαμονής, ο πολίτης τρίτης χώρας μπορεί να αιτηθεί αλλαγή κατηγορίας άδειας διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 12.
Οι άδειες διαμονής τύπου «Α.4» και «Α.5» δεν παρέχουν δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας.».





Το προτεινόμενο άρθρο, παρά τη θετική εξαίρεση για τους πολίτες τρίτων χωρών άνω των 65 ετών, εξακολουθεί να αποκλείει πλήθος ανθρώπων που συνδέονται με ανθρωπιστικούς και εξαιρετικούς λόγους παραμονής. Η επιλογή αυτή οδηγεί στη συνειδητή απομάκρυνση ανθρώπων που έχουν ενταχθεί στη χώρα μας, από το πεδίο της νομιμότητας.
Η προσέγγιση αυτή δεν ανταποκρίνεται ούτε στις ανάγκες της κοινωνίας και της αγοράς εργασίας ούτε στις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, αλλά συντηρεί ένα καθεστώς αβεβαιότητας για χιλιάδες ανθρώπους που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα. Η πραγματικότητα έχει δείξει ότι οι αυστηρές επιλογές δεν επιτυγχάνουν «αποτροπή», αλλά ωθούν ανθρώπους στη σκιά της παραοικονομίας και της εργασιακής εκμετάλλευσης, στερώντας εισφορές, φορολογικά έσοδα και δυνατότητες κοινωνικής συμμετοχής.
Ιδίως για άτομα που έχουν διαμείνει στη χώρα για τρία συναπτά έτη χωρίς δυνατότητα επιστροφής, είτε λόγω ανυπέρβλητων αντικειμενικών εμποδίων είτε επειδή έχουν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα, η πρόσβαση σε άδεια διαμονής θα πρέπει να αποτελεί προβλέψιμη, θεσμικά κατοχυρωμένη επιλογή. Η οριζόντια εξαίρεση των απορριφθέντων αιτούντων άσυλο, παρά το γεγονός ότι πολλοί δεν μπορούν να επιστραφούν νομίμως, δημιουργεί νομικά και ανθρωπιστικά αδιέξοδα.
Μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση θα επιτρέψει στο κράτος να ρυθμίσει με διαφάνεια ένα υπαρκτό κοινωνικό φαινόμενο, να αξιοποιήσει εργατικό δυναμικό που ήδη δραστηριοποιείται ανεπίσημα και να ανταποκριθεί στις ανάγκες επιχειρήσεων που δηλώνουν αδυναμία κάλυψης θέσεων μέσω των υφιστάμενων μηχανισμών.
Η επανεξέταση του άρθρου, με στόχο την επαναφορά των εξαιρετικών λόγων, συνιστά απαραίτητο βήμα ώστε το νομικό πλαίσιο να είναι λειτουργικό, ρεαλιστικό και σε αρμονία με τις διεθνείς δεσμεύσεις, καθώς και με τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.
Προτείνουμε συ συμπεριληφθούν τα ανήλικα τέκνα για τα οποια έχει ανατεθεί η προσωρινή φροντίδα με εισαγγελική διάταξη σε σε οικογένειες Ελλήνων ή οικογένειες πολιτών τρίτων χωρών με νόμιμη διαμονή στη Χώρα, καθώς αποτελούν μέλη της οικογένειας, η δε πρακτική ανάθεσης φροντίδας αποτελεί πάγια πρακτική σε περίπτωση χωρισμένων ανηλίκων και η μη συμπερίληψη τους στη διάταξη του νόμου θα περιόριζε υπέρμετρα των κύκλο των παιδιών που επωφελούνται από τη διάταξη.
Πολύ ορθή η διάταξη για χορήγηση άδειας διαμονής ανθρωπιστικών λόγων σε ΠΤΧ άνω των 65 ετών. Επιλύει το ζήτημα νομιμότητας πολλών ΠΤΧ , κυρίως της πρώτης γενιάς μετανάστευσης, οι οποίοι παρά το γεγονός ότι διαμένουν στην χώρα επί σειρά ετών, έχουν αποκτήσει ισχυρές βιοτικές σχέσεις, οικογένεια, τέκνα (τα οποία μάλιστα είναι κάτοχοι άδειας διαμονής δεύτερης γενιάς ή έχουν λάβει την ελληνική ιθαγένεια) κλπ να έχουν καταστεί πλέον υπερήλικες, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να εργάζονται, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να απολέσουν τη νόμιμη διαμονή τους. Είναι οξύμωρο πολλές φορές, ακόμα και σε άτομα ηλικίας 80 ετών, να ζητάμε ένσημα και σύμβαση εργασίας προκειμένου να ανανεώσουν την άδεια διαμονής τους.
Επί της αρχής συμφωνούμε με τη διάταξη. Ωστόσο, όσον αφορά τον τύπο άδειας διαμονής Α.4 και συγκεκριμένα την περίπτωση αδ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ανήλικα τέκνα πάσχοντα από σοβαρά προβλήματα υγείας συμπεριλαμβάνονται στη διάταξη καθότι μέχρι στιγμής ειδικά ανήλικοι πολίτες τρίτων χωρών με αναπηρίες δεν μπορούν να ενταχθούν στις προβλέψεις του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας ως προς το σκέλος των αναπηρικών επιδομάτων καθότι δεν υπήρχε πρόβλεψη για να τους χορηγείται αυτοτελώς (ανεξάρτητα από την άδεια διαμονής του συντηρούντος) άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους.
Λόγω του ότι στη νέα κατηγορία άδειας διαμονής που καθιερώνεται με την περ. αε) της παρ. 4 του άρθρου 134 έτσι όπως διαμορφώνεται με το παρόν νομοσχέδιο (πολίτες γ΄ χωρών άνω των 65 ετών) δεν προβλέπεται σχετικό παράβολο, θα θέλαμε να θέσουμε το ερώτημα αν αυτό αποτελεί παράλειψη ή αν όντως αυτή είναι η πρόθεση του νομοθέτη, δεδομένου ότι δε βλέπουμε κάποια τροποποίηση της παρ. 7 του άρθρου 134 και του άρθρου 171 του ισχύοντος Ν. 5038/2023. Ακόμη και αν η συγκεκριμένη κατηγορία άδειας διαμονής μείνει ως έχει (δηλαδή χωρίς παράβολο), πιστεύουμε ότι θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να τεθεί μία minimum χρονική διάρκεια νόμιμης διαμονής (πχ. 3 ή 5 έτη) πριν να δοθεί η δυνατότητα μετάβασης στην άδεια διαμονής της συγκεκριμένης κατηγορίας, μιας και η προϋπόθεση του 20ετή κύκλου βιοτικών σχέσεων από μόνη της κρίνεται αρκετά ασαφής και γεννά μεγάλα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Με μόνη θετική πρόβλεψη την – αυτονόητη – δυνατότητα διατήρησης του δικαιώματος διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών άνω των εξήντα πέντε (65) ετών, που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα και κατέχουν άδεια διαμονής που δεν δύναται να ανανεωθεί, το άρθρο 35 επιβεβαιώνει το «ξήλωμα» και των υποτυπωδών εγγυήσεων και προβλέψεων που αφορούν τους ανθρωπιστικούς και εξαιρετικούς λόγους που συνεχίζεται και στο παρόν Σχέδιο Νόμου.
Στο όνομα της δήθεν «αποτροπής», οι συντάκτες του Σχεδίου Νόμου προκρίνουν προφανώς την άσκηση της μικρο-πολιτικής του αποκλεισμού από τη νομιμότητα προσώπων που είναι ενταγμένα στην ελληνική κοινωνία, πολιτικής που πόρρω απέχει από μια μεταναστευτική πολιτική βιώσιμη, συμπεριληπτική, με σεβασμό στη νομιμότητα, στις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά και στα αιτήματα χιλιάδων εργοδοτών που δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια και στερούνται ενός πολύτιμου εργατικού δυναμικού, το οποίο είναι πρακτικώς αδύνατον να καλύψουν οι εξαιρετικά δυσλειτουργικές και χρονοβόρες διαδικασίες μετάκλησης.
Όπως και με τον ισχύοντα Κώδικα Μετανάστευσης (Ν 5038/2023, Α΄ 81) που τροποποιήθηκε επί τα χείρω και από το άρθρο 29 Ν 5226/2025 (Α΄ 154), όχι απλώς δεν υπηρετείται «ο εξορθολογισμός των υφιστάμενων κατηγοριών αδειών διαμονής» αλλά αντιθέτως προτείνεται η αποδόμησή τους με το άρθρο 134.
Επαναφέρουμε τις παρατηρήσεις και προτάσεις μας όπως διατυπώθηκαν και κατά τη διαβούλευση του Κώδικα Μετανάστευσης (https://www.opengov.gr/immigration/?c=1219), εμπλουτισμένες από την εμπειρία της εφαρμογής του άρθρου 193 Ν 5078/2023 (Α΄ 211) με το οποίο θεσπίστηκε νέου τύπου άδεια διαμονής, τριετούς διάρκειας, η οποία χορηγήθηκε σε πολίτες τρίτης χώρας, που κατοικούσαν στην Ελλάδα έως τις 30-11-2023, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα και είχαν συμπληρώσει τρία έτη αδιάλειπτης διαμονής στη χώρα, προ της υποβολής της σχετικής αίτησης, υπό την προϋπόθεση ότι διέθεταν δήλωση προσφοράς εργασίας από εργοδότη στην Ελλάδα.
Κατ’ αρχάς, η χορήγηση άδειας διαμονής σε θύματα και ουσιώδεις μάρτυρες εγκληματικών πράξεων, σε θύματα ενδοοικογενειακής βίας, σε θύματα εγκλημάτων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά, σε πάσχοντες από σοβαρά προβλήματα υγείας, σε θύματα εργατικών ατυχημάτων, σε όσους παρακολουθούν εγκεκριμένο κατά νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής εξάρτησης, σε μέλη της οικογένειας Έλληνα πολίτη που πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης αυτοτελούς άδειας διαμονής, προβλέπεται κατά περίπτωση (ad hoc) και τελεί υπό την διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, παρότι η χορήγηση άδειας διαμονής στις περιπτώσεις αυτές συνιστά δεσμευτική υποχρέωση, προβλεπόμενη από άλλες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας αλλά και διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, όπως η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας, κυρωθείσα με τον Ν 4531/2018 (Α΄ 62).
Ο εξοβελισμός των προσώπων που είχαν ενταχθεί στην διαδικασία ασύλου από την δυνατότητα χορήγησης άδειας διαμονής για εξαιρετικούς λόγους, που αποσκοπεί στην «τακτοποίηση» μιας αντικειμενικής κατάστασης προσώπων τα οποία έχουν δημιουργήσει ισχυρούς βιοτικούς δεσμούς στη χώρα μας λόγω της μακροχρόνιας παραμονής τους, εισάγει κατ’ αρχάς διάκριση η οποία αντίκειται στο Σύνταγμα, σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και δη, στα άρθρα 8 και 14 ΕΣΔΑ, σε καταστατικές διατάξεις ενωσιακού δικαίου και στο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου αλλά και στο πνεύμα και στο γράμμα της ίδιας της εισαχθείσης διάταξης. Η απουσία πρόβλεψης άδειας διαμονής για τους απορριφθέντες αιτούντες άσυλο των οποίων η επιστροφή απαγορεύεται λόγω της συνδρομής των όρων της αρχής της μη επαναπροώθησης, είτε είναι ανέφικτη για άλλους, αντικειμενικούς λόγους, στερεί την πρόσβαση σε έγγραφα διαμονής και θέτει στο περιθώριο της κοινωνίας, πρόσωπα τα οποία προστατεύονται από διατάξεις διεθνούς και ενωσιακού δικαίου.
Όπως επισημαίνει, δε, προς τις ελληνικές αρχές η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Πρέπει να βρεθεί επίσης μία λύση για τα άτομα που παραμένουν στην Ελλάδα, τα οποία βρίσκονται σε διαδικασία επιστροφής, ωστόσο οι χώρες καταγωγής τους δεν συνεργάζονται. Δεδομένου ότι τα άτομα αυτά δεν φέρουν υπαιτιότητα, πρέπει να τους χορηγείται νομικό καθεστώς για να επιτρέπεται η νόμιμη παραμονή τους στην Ελλάδα» (2nd Meeting of the HOME-Greece Steering Committee on the Pact – Operational Conclusions, Ares(2024)7686884, 26-09-2024, σελ. 5).
Η μερική, δε, αναφορά ιδρυμάτων και δομών προστασίας ανηλίκων και η σύνδεση της χορήγησης άδειας διαμονής με τον «τύπο» των ως άνω δομών, αποκλείει από την πρόσβαση σε έγγραφα και προστασία μεγάλο αριθμό παιδιών, τα οποία, θεωρητικά, τελούν υπό την προστασία της Ελληνικής Πολιτείας και εισάγει διακρίσεις, αντιβαίνουσες στην Διεθνή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού, κυρωθείσα με τον Ν 2101/1992 (Α΄ 192).
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ
Η RSA κρίνει απαραίτητη την τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 134 ως εξής: «1. Με απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου χορηγείται άδεια διαμονής κατά περίπτωση/ad hoc για λόγους ανθρωπιστικής φύσεως σε πολίτες τρίτων χωρών που βρίσκονται στην Ελλάδα (άδεια διαμονής τύπου «Α.1» – Ad Hoc Residence Permit) και ιδίως σε θύματα και ουσιώδεις μάρτυρες εγκληματικών πράξεων, σε θύματα ενδοοικογενειακής βίας, σε θύματα εγκλημάτων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά, σε πάσχοντες από σοβαρά προβλήματα υγείας, σε θύματα εργατικών ατυχημάτων, σε όσους παρακολουθούν εγκεκριμένο κατά νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής εξάρτησης, σε μέλη της οικογένειας Έλληνα πολίτη που πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης αυτοτελούς άδειας διαμονής (άδεια διαμονής τύπου «Ο.2») του άρθρου 90, σε απορριφθέντες αιτούντες διεθνή προστασία των οποίων η επιστροφή απαγορεύεται λόγω της συνδρομής των όρων της αρχής της μη επαναπροώθησης είτε είναι ανέφικτη για άλλους αντικειμενικούς λόγους, καθώς και σε πολίτες τρίτων χωρών που με κίνδυνο της ζωής τους, προέβησαν σε πράξεις κοινωνικής αρετής, προσφοράς και αλληλεγγύης που προάγουν τις αξίες του ανθρωπισμού. Ο Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου δύναται να παραπέμπει την υπόθεση στην Επιτροπή Μετανάστευσης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου για παροχή γνώμης.»
Η RSA κρίνει απαραίτητη την τροποποίηση της παρ. 3 ως εξής: «3. Η άδεια διαμονής που χορηγείται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 έχει διάρκεια τρία (3) έτη και ανανεώνεται για ισόχρονο διάστημα, εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης. Η άδεια διαμονής μπορεί να ανανεωθεί σύμφωνα με το άρθρο 11 για έναν από τους λοιπούς λόγους του παρόντος, εφόσον εκλείψουν οι λόγοι για τους οποίους χορηγήθηκαν.»
Στην παρ. 4 περ. β΄, η RSA προτείνει την συμπερίληψη όλων των δομών φιλοξενίας ανηλίκων, συμπεριλαμβανομένων των δομών ημιαυτόνομης διαβίωσης, ως οριζόνται στην ΚΥΑ 1316/2024 (Β΄ 4763), όπως τροποποιήθηκε από την ΚΥΑ 17940/2025 (Β΄ 6208) και ισχύει.
Τέλος, η RSA συνιστά την τροποποίηση της παρ. 4 περ. γ΄ ως εξής: «γ. πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στη χώρα για τρία (3) τουλάχιστον συνεχή έτη, πριν από την υποβολή αίτησης, σύμφωνα με έγγραφα βέβαιης χρονολογίας ή είναι γονείς ανήλικου ημεδαπού και προσκομίζουν στοιχεία που τεκμηριώνουν τη γονική σχέση με το/τα τέκνο/α και δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη αρνητική απόφαση χορήγησης διεθνούς προστασίας (άδεια διαμονής τύπου «Α.6»). Η άδεια διαμονής έχει διάρκεια ισχύος τρία (3) έτη και μπορεί να ανανεώνεται σύμφωνα με το άρθρο 11 για έναν από τους λοιπούς λόγους του παρόντος Κώδικα. Σε πολίτες τρίτων χωρών που αποδεικνύουν ότι διαμένουν στη χώρα για τρία (3) τουλάχιστον συναπτά έτη, χορηγείται απόδειξη παραλαβής αιτήματος στην οποία αναγράφεται ότι κωλύεται η έκδοση απόφασης επιστροφής σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 5226/2025 (Α΄ 154) για τον χρόνο που θα απαιτηθεί μέχρι την εξέταση του αιτήματος.»
Δεχόμενοι ότι οι παλιοί «εξαιρετικοί λόγοι» αποτελούσαν κίνητρο για αλλοδαπούς να έρχονται στην Ελλάδα παράνομα και να διαβιούν εδώ, επίσης παράνομα, για επτά έτη προκειμένου να πάρουν άδεια διαμονής, είναι κατανοητό γιατί δεν υπάρχει πια αυτή η διαδικασία νομιμοποίησης. Ωστόσο υπάρχουν και εκείνοι οι αλλοδαποί οι οποίοι διέμεναν νόμιμα στη χώρα αλλά για κάποιο λόγο έχασαν την άδεια διαμονής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αλλοδαποί οι οποίοι δεν μπόρεσαν να ανανεώσουν την άδεια διαμονής τους λόγω έλλειψης ενεργούς ασφαλιστικής ικανότητας ή οι σύζυγοι Ελλήνων/Ελληνίδων των οποίων ο γάμος έληξε πριν τα τρία χρόνια με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται Προσωποπαγές. Για τέτοιες περιπτώσεις θα έπρεπε να αναβιώσει η κατηγορία «Εξαιρετικοί λόγοι – Ληγμένος τίτλος διαμονής». Μία πρόταση είναι ο προηγούμενος τίτλος διαμονής να έχει λήξει εντός της προηγούμενης πενταετίας ή να έχουν πάρει απόρριψη ανανέωσης ή ανάκληση της προηγούμενης άδειάς τους εντός της προηγούμενης πενταετίας, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύουν ότι εντός αυτής της πενταετίας δεν έλειψαν νόμιμα από τη χώρα (ή έστω δεν έλειψαν διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών).
Άρθρο 35:
Στη νέα περ. αε της κατηγορίας Α4, η έκφραση “χορηγείται” άδεια διαμονής διαχρονικά εξετάζεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως αρχική χορήγηση άδειας. Εντούτοις, ο αιτών έχει προηγούμενη άδεια διαμονής και πιθανώς ο νομοθέτης εννοεί “ανανεώνεται”. Αν η πρόθεσή του είναι πράγματι η αρχική χορήγηση, τότε καλό θα ήταν να αποσαφηνιστεί, όπως επίσης και μέχρι πόσο διάστημα από τη λήξη της προηγούμενης άδειας μπορεί να καταθέσει. Σε αυτήν την περίπτωση, καθώς θα καταστεί πλέον μη νόμιμα διαμένων, χρειάζεται σχετική προσαρμογή του άρθρου 21 του Ν.5038/2023, ώστε να έχει τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος, όπως όμοια προσαρμογή χρειάζεται και για τη νέα άδεια διαμονής Δεύτερης Ευκαιρίας του άρθρου 40 του παρόντος νομοσχεδίου.
Επιπλέον, για την ίδια περ. αε της κατηγορίας Α4, δέον είναι να να ρυθμιστεί ότι η διάρκεια της αιτούμενης άδειας εξαρτάται από τυχόν αυτή των ενήλικων τέκνων του αιτούντος, μόνο αν πρόκειται περί αύξησης (της διάρκειας), καθώς και ότι ο ίδιος ο αιτών οφείλει να δηλώνει το στοιχείο αυτό. Άλλως, αν δύναται η διάρκεια της αιτούμενης άδειας να υπολείπεται των τριών ετών, λόγω ύπαρξης άδειας ενήλικων τέκνων, ο αιτών πιθανότατα δεν θα το δηλώνει και θα πρέπει η υπηρεσία παραλαβής να ασκήσει έλεγχο περί τούτου, με την ανάλογη καθυστέρηση της διαδικασίας.
Τέλος, χρειάζεται διευκρίνιση της έκφρασης ο αιτών να διαβιοί “πλησίον αυτών”, ως προϋπόθεση για την προσαρμογή της διάρκειας της χορηγούμενης άδειας διαμονής, καθώς διαφορετικά θα προκαλέσει σχετικά ερωτήματα προς το αρμόδιο Υπουργείο και διαφορετική αντιμετώπιση από τις υπηρεσίες.
Άρθρο 35 Αναθεώρηση των αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς και εξαιρετικούς λόγους – Τροποποίηση άρθρου 134 Κώδικα Μετανάστευσης
Χρήσιμο είναι να επανέλθει η κατηγορία των εξαιρετικών λόγων και να μειωθεί από επτά (7) έτη σε πέντε (5) ή τρία (3). Υπάρχει μεγάλη μερίδα ΠΤΧ οι οποίοι διαμένουν αυτή τη στιγμή παράνομα στη χώρα, είτε γιατί έχουν εκπέσει από καθεστώς νόμιμης διαμονής (έχει λήξει η άδειά τους και δεν ανανεώθηκε), είτε γιατί έχουν κρατηθεί ως διοικητικά κρατούμενοι και έχουν αφεθεί, έχοντας συμπληρώσει το ανώτατο διάστημα κράτησης, είτε γιατί είναι ανέφικτη ή αργεί υπερβολικά η επιστροφή τους.
Όλοι οι ως άνω διαμένουν και εργάζονται στο περιθώριο, ανίκανοι να κολλήσουν ένσημα, να εργαστούν νόμιμα, να δηλώσουν τα εισοδήματά τους, να ταξιδέψουν και να συνδιαλέγονται με το ελληνικό δημόσιο. Όσοι βρίσκονται στην Ελλάδα, για οποιονδήποτε λόγο, για πάνω από τρία συνεχόμενα έτη, δέον είναι να τακτοποιηθεί η νόμιμη διαμονή τους, κατάσταση από την οποία το ελληνικό κράτος και η ελληνική οικονομία μόνο όφελος θα έχει (είσπραξη εισφορών, δήλωση εισοδημάτων, πραγματοποίηση μισθώσεων, ομαλοποίηση και διαφάνεια σε πολλούς τομείς).
Η επαναφορά στους στη νομιμότητα, με άδεια διαμονής για τρία (3) έτη με πρόσβαση στην εξαρτημένη εργασία θα επαναφέρει τους ανθρώπους αυτούς στην επιφάνεια, επαναφέροντας όλα τα κεφάλαια που διακινούνται από αυτούς στη διάθεση και τον έλεγχο του κράτους.
Μπορεί να τεθεί αυξημένο παράβολο σε σχέση με το παρελθόν ( π.χ. 600 ή ακόμα και 1.000 ευρώ) και πιο αυστηρές προϋποθέσεις ανανέωσης (μέχρι 3 μήνες απουσίας εκτός Ελλάδας).