Στο άρθρο 13 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α’ 81), περί διάρκειας ισχύος των αδειών διαμονής πολιτών τρίτων χωρών προστίθεται παρ. 3 και το άρθρο 13 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 13
Διάρκεια ισχύος αδειών διαμονής
- Η διάρκεια ισχύος της αρχικής άδειας διαμονής ορίζεται σε τρία (3) έτη με δυνατότητα ισόχρονης ανανέωσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα.
- Η διάρκεια της άδειας διαμονής των ανήλικων τέκνων πολιτών τρίτων χωρών, ηλικίας μικρότερης των έξι (6) ετών, είναι ισόχρονη της άδειας διαμονής του συντηρούντος γονέα κατά την έννοια του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Δ’. Η ισχύς της διακόπτεται με τη συμπλήρωση του έκτου έτους της ηλικίας του ανήλικου και ανανεώνεται σύμφωνα με τον παρόντα, αφού προηγουμένως γίνει λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων.
- Κατά παρέκκλιση της παρ. 1, για κάθε άδεια διαμονής, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα και έχει ονομαστική χρονική διάρκεια ισχύος τουλάχιστον για τρία (3) έτη από τη στιγμή της υποβολής του αιτήματος για χορήγηση ή ανανέωση, διασφαλίζεται από την αρμόδια υπηρεσία στάσης ότι ο υπολειπόμενος χρόνος, έως τη λήξη της, θα είναι τουλάχιστον δύο (2) έτη. Αν ο υπολειπόμενος χρόνος ισχύος της κατά τη στιγμή της έκδοσης της απόφασης χορήγησης ή ανανέωσης είναι μικρότερος των δύο (2) ετών, η διάρκεια ισχύος αναπροσαρμόζεται, ώστε ο υπολειπόμενος χρόνος να εκτείνεται στα δύο (2) έτη από την έκδοση της απόφασης χορήγησης ή ανανέωσης.».





Στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 προβλέπεται επί της ουσίας παράταση του χρόνου διάρκειας της εκδοθησόμενης άδειας διαμονής, καλύπτοντας έτσι την καθυστέρηση έκδοσης της σχετικής άδειας, γεγονός που καταδεικνύει εκ νέου την ανάγκη στελέχωσης των ΥΜΣ και παράλληλα επιδεικνύει έλλειψη σοβαρότητας του κράτους ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του απέναντι στους πολίτες τρίτων χωρών, που καλούνται να εκπληρώνουν όλες τις υποχρεώσεις τους εντός συγκεκριμένων προθεσμιών και αν τις παραβούν υφίστανται σοβαρότατες κυρώσεις.
Παρά το γεγονός ότι η παρ. 3 της διάταξης υιοθετήθηκε για να «καλύψει» την υποστελέχωση των Υπηρεσιών είναι ορθή. Το διάστημα ισχύος της άδειας διαμονής θα πρέπει να αναγράφεται ρητά στην απόφαση της άδειας διαμονής, προκειμένου να αποδεικνύεται ρητά το χρονικό διάστημα νόμιμης διαμονής του ΠΤΧ.
(ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ)Εκτιμούμε θετικά το μέτρο που εισάγει το άρθρο 14 για μεγαλύτερη διάρκεια ισχύος κατά τη χορήγηση των αδειών διαμονής καθώς αποτελεί μια περισσότερο ρεαλιστική επιλογή ειδικά ως προς το σκέλος των διαδικασιών ανανέωσής της. Σε συνδυασμό με τις προβλέψεις του άρθρου 12 περί κατανομής της εξέτασης των αιτήσεων διαμονής που εκκρεμούν, εκτιμούμε ότι είναι στην κατεύθυνση της αποσυμφόρησης και των σοβαρών καθυστερήσεων στην έκδοση αδειών διαμονής στο υφιστάμενο πλαίσιο.
Εκτιμούμε θετικά το μέτρο που εισάγει το παρόν άρθρο για μεγαλύτερη διάρκεια ισχύος κατά τη χορήγηση των αδειών διαμονής καθώς αποτελεί μια περισσότερο ρεαλιστική επιλογή ειδικά ως προς το σκέλος των διαδικασιών ανανέωσής τους.
Σε συνδυασμό με τις προβλέψεις του άρθρου 50 περί κατανομής της εξέτασης των αιτήσεων διαμονής που εκκρεμούν, εκτιμούμε ότι είναι στην κατεύθυνση της αποσυμφόρησης και της μείωσης των σοβαρών καθυστερήσεων στην έκδοση αδειών διαμονής στο υφιστάμενο πλαίσιο.
Στην παρ. 3 θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη και για το διάστημα νόμιμης διαμονής ως εκ του χρόνου υποβολής της αίτησης και την αναγρφης της ημερομηνίας αυτης και στο αυτοτελές έγγραφο ώστε να είναι πάντοτε και αμεσα εφικτός ο έλεγχος και η απόδειξη του χρονικού διαστήματος νομιμης διαμονής στη χώρα.
Ως επαγγελματίας αγρότης που εφαρμόζει τη νόμιμη διαδικασία μετάκλησης εργατών γης, επιθυμώ να επισημάνω σοβαρές δυσλειτουργίες και κενά του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, τα οποία πλήττουν άμεσα την αγροτική παραγωγή και δημιουργούν συνθήκες καταχρηστικής εκμετάλλευσης εις βάρος των εργοδοτών.
Στην πράξη, η διαδικασία μετάκλησης εργατών γης, όπως εφαρμόζεται σήμερα, δεν διασφαλίζει τη σταθερότητα της εργασιακής σχέσης, ούτε προστατεύει τον εργοδότη που επωμίζεται το σύνολο της διοικητικής, οικονομικής και εργοδοτικής ευθύνης. Μετά τη λήξη της αρχικής άδειας διαμονής για εποχική ή εξαρτημένη εργασία, παρατηρείται συστηματικά το φαινόμενο μετακλητών εργατών να προχωρούν σε αίτηση νέας άδειας διαμονής (π.χ. διετούς), αποκτώντας καθεστώς νόμιμης παραμονής χωρίς καμία υποχρέωση παραμονής στον εργοδότη που πραγματοποίησε τη μετάκληση.
Το αποτέλεσμα είναι η αιφνίδια και μονομερής διακοπή της εργασιακής σχέσης, χωρίς πρόβλεψη αποζημίωσης, χωρίς δικαίωμα αντίρρησης του εργοδότη και χωρίς μηχανισμό αντικατάστασης του εργαζομένου, συχνά κατά τη διάρκεια κρίσιμων σταδίων της καλλιεργητικής περιόδου.
Παράλληλα, έχει διαμορφωθεί ένα παράτυπο αλλά εκτεταμένο σύστημα μεσαζόντων και κυκλωμάτων, τα οποία αποκομίζουν σημαντικά χρηματικά ποσά από αλλοδαπούς εργάτες στις χώρες προέλευσης, προωθώντας τη μετάκληση αγροτικών εργατών όχι ως σχέση εργασίας, αλλά ως μέσο νομιμοποίησης και μεταγενέστερης αλλαγής επαγγελματικής δραστηριότητας. Το φαινόμενο αυτό:
υπονομεύει τον σκοπό της αγροτικής μετάκλησης,
στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας,
και μετατρέπει τον αγρότη σε άτυπο «εγγυητή εισόδου», χωρίς καμία θεσμική προστασία.
Επισημαίνεται ότι ο εργοδότης:
καταβάλλει παράβολα και διοικητικά τέλη,
αναλαμβάνει ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις,
φέρει ευθύνη φιλοξενίας και απασχόλησης, χωρίς να του αναγνωρίζεται αντίστοιχο δικαίωμα ασφάλειας δικαίου ή αποκατάστασης ζημίας.
Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται αναγκαία η άμεση θεσμική παρέμβαση με:
Ρητή σύνδεση της άδειας διαμονής αγροτικής μετάκλησης με τον συγκεκριμένο εργοδότη για καθορισμένο χρονικό διάστημα.
Πρόβλεψη ρήτρας οικονομικής αποκατάστασης του εργοδότη σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης του μετακλητού εργαζομένου χωρίς σπουδαίο λόγο.
Διακριτό και αυτοτελές καθεστώς για την αγροτική εργασία, μη αυτοδίκαια μετατρέψιμο σε γενική άδεια εξαρτημένης εργασίας.
Ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών για την καταπολέμηση των παράνομων μεσαζόντων και κυκλωμάτων.
Δημιουργία μηχανισμού επαναπρόσκλησης αξιόπιστων εργατών, ώστε να ενισχύεται η συνέχεια και η εμπειρία στην αγροτική εργασία.
Η αγροτική παραγωγή αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της εθνικής οικονομίας και επισιτιστικής επάρκειας. Η απουσία εργατικού δυναμικού λόγω θεσμικών κενών δεν είναι απλώς διοικητικό ζήτημα, αλλά ζήτημα βιωσιμότητας του πρωτογενούς τομέα.
Ζητείται η αναθεώρηση του πλαισίου με γνώμονα την ασφάλεια δικαίου, την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και την πραγματική στήριξη των αγροτών που λειτουργούν νόμιμα.