Στο άρθρο 61 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α΄ 81), περί προϋποθέσεων και διαδικασίας μετάκλησης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στον τίτλο προστίθενται οι λέξεις «και χορήγηση άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία κατόπιν μετάκλησης (άδεια διαμονής «Ε.4»)», β) στην παρ. 2, βα) οι λέξεις «έχει την έδρα του ο εργοδότης, στην οποία αναφέρονται ο αριθμός των θέσεων εργασίας, τα στοιχεία και η ιθαγένεια των προς απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών, η ειδικότητα, καθώς και το χρονικό διάστημα της απασχόλησης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «, υπάγεται η έδρα ή το υποκατάστημα του εργοδότη ή πρόκειται να παρασχεθεί η εργασία», ββ) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, γ) στην περ. α) της παρ. 3, γα) οι λέξεις «έγκυρη σύμβαση εργασίας για ένα (1) τουλάχιστον έτος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «νόμιμη σύμβαση εργασίας τουλάχιστον έξι (6) μηνών», γβ) η λέξη «εργάτη» αντικαθίσταται από τις λέξεις «υπαλλήλου ή του εργατοτεχνίτη, κατά περίπτωση, όπως αυτές καθορίζονται κάθε φορά, από τα άρθρα 141 και 141Α του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121)», γγ) προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, δ) προστίθενται παρ. 4, 5, 6 και 7, και το άρθρο 61 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 61
Προϋποθέσεις και διαδικασία μετάκλησης και χορήγηση άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία κατόπιν μετάκλησης (άδεια διαμονής «Ε.4»)
- Επιτρέπεται να εισέλθουν στη χώρα, αφού προηγουμένως λάβουν εθνική θεώρηση εισόδου σύμφωνα με το άρθρο 27, πολίτες τρίτων χωρών που πρόκειται να διαμείνουν και να απασχοληθούν στην Ελλάδα και οι οποίοι δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες των Κεφαλαίων Β’, Γ’, Δ’, ΣΤ’ και Ζ’ του παρόντος Μέρους.
- Κάθε εργοδότης, ο οποίος επιθυμεί να προσλάβει προσωπικό της παρ. 1 για εξαρτημένη εργασία, με βάση τις θέσεις εργασίας οι οποίες περιλαμβάνονται στην Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου του άρθρου 26, καταθέτει, μέσω των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, αίτηση στη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στα όρια της οποίας, υπάγεται η έδρα ή το υποκατάστημα του εργοδότη ή πρόκειται να παρασχεθεί η εργασία. Στην αίτηση αναφέρονται ο αριθμός των θέσεων εργασίας, ο τομέας και το είδος της απασχόλησης, σύμφωνα με την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου της παρ. 1 του άρθρου 26, τα στοιχεία και η ιθαγένεια των προς απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών, το χρονικό διάστημα της απασχόλησης, καθώς και τα στοιχεία του έμμεσου εργοδότη του προς μετάκληση πολίτη τρίτης χώρας, όταν ο άμεσος εργοδότης είναι Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.) σύμφωνα με το άρθρο 27.
- Η αίτηση συνοδεύεται από: α) νόμιμη σύμβαση εργασίας τουλάχιστον έξι (6) μηνών στην Ελλάδα, από την οποία προκύπτει ότι η αμοιβή του είναι ίση, τουλάχιστον, με τις μηνιαίες αποδοχές του ανειδίκευτου υπαλλήλου ή του εργατοτεχνίτη, κατά περίπτωση, όπως αυτές καθορίζονται κάθε φορά, από τα άρθρα 141 και 141Α του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121) και β) εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου ή αντίγραφο φορολογικής δήλωσης νομικού προσώπου, από τα οποία προκύπτει η δυνατότητα του εργοδότη να καταβάλει τις μηνιαίες αποδοχές, όπως αυτές ορίζονται στη σύμβαση εργασίας.
Αν ο άμεσος εργοδότης είναι Ε.Π.Α., η αίτηση συνοδεύεται, συμπληρωματικά προς τα δικαιολογητικά του πρώτου εδαφίου, από: α) τη σύμβαση της Ε.Π.Α. με τον έμμεσο εργοδότη, το ελάχιστο περιεχόμενο της οποίας καθορίζεται στο άρθρο 125 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου και β) εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου φυσικού προσώπου ή αντίγραφο φορολογικής δήλωσης νομικού προσώπου, από τα οποία προκύπτει η δυνατότητα του έμμεσου εργοδότη να διασφαλίσει την καταβολή των μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται στη σύμβαση της Ε.Π.Α. με έμμεσο εργοδότη, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των κοινών υπουργικών αποφάσεων των παρ. 29 και 29Α του άρθρου 176.
Μαζί με την αίτηση ο εργοδότης καταθέτει αποδεικτικό καταβολής τέλους ύψους διακοσίων (200) ευρώ για κάθε πολίτη τρίτης χώρας που θέλει να απασχολήσει, το οποίο εισπράττεται υπέρ του Δημοσίου και δεν επιστρέφεται.
- Ο πολίτης τρίτης χώρας που έχει λάβει εθνική θεώρηση εισόδου για την παροχή εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 61, αμέσως μετά την είσοδό του στη χώρα, υποβάλλει, μέσω των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία (άδεια διαμονής τύπου «Ε.4»), εφαρμοζόμενου κατά τα λοιπά του άρθρου 10. Αν η εργασία παρέχεται εκτός των διοικητικών ορίων της υπηρεσίας μιας στάσης που εξέδωσε την έγκριση απασχόλησης, η αίτηση για τη χορήγηση της άδειας διαμονής υποβάλλεται στην υπηρεσία μιας στάσης στα γεωγραφικά όρια της οποίας πρόκειται να παρασχεθεί η εργασία.
- Η άδεια διαμονής για εξαρτημένη εργασία, κατόπιν μετάκλησης (άδεια διαμονής τύπου «Ε.4»), έχει ισχύ για τρία (3) έτη και ανανεώνεται για πέντε (5) έτη κάθε φορά, εφόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις.
- Ο πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος έχει τη δυνατότητα μεταβολής της κατηγορίας άδειας διαμονής του σε άδεια διαμονής για εξαρτημένη εργασία, σύμφωνα με το άρθρο 12, υποβάλλει αίτημα ανανέωσης της άδειας διαμονής του ως άδεια διαμονής για εξαρτημένη εργασία σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της παρ. 4 του παρόντος και λαμβάνει άδεια διαμονής τύπου «Ε.4».
- Κατά παρέκκλιση των άρθρων 26 και 62, νομικό πρόσωπο ή επενδυτικό σχήμα, το οποίο, είτε υπάγεται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4864/2021 (Α΄ 237) περί ορισμού, κατηγοριών και κριτηρίων στρατηγικών επενδύσεων, είτε έχει αναλάβει, σύμφωνα με τον ν. 4412/2016 (Α΄ 147), την εκτέλεση δημοσίου κατασκευαστικού έργου, ή άλλου έργου ιδιαίτερης σημασίας για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς ή εθνικούς, έχει τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση ή αιτήσεις μετάκλησης, που αφορούν έως πεντακόσιους (500) πολίτες τρίτων χωρών, κατ’ ανώτατο όριο, ανά έργο, προκειμένου για τη διευκόλυνση της κατασκευής ή της ανάπτυξης των απαιτούμενων δομών ή υποδομών και υλοποίησης και λειτουργίας της επένδυσης.
Η αίτηση, στην περίπτωση αυτή, εξετάζεται κατά προτεραιότητα και συνοδεύεται από: α) έγκυρη σύμβαση εργασίας τουλάχιστον έξι (6) μηνών στην Ελλάδα, από την οποία προκύπτει ότι η αμοιβή του πολίτη τρίτης χώρας είναι ίση, τουλάχιστον, με τις μηνιαίες αποδοχές του ανειδίκευτου υπαλλήλου ή του εργατοτεχνίτη, κατά περίπτωση, όπως αυτές καθορίζονται κάθε φορά, από το άρθρο 141, περί της διαδικασίας καθορισμού επαρκούς νομοθετημένου μισθού και ημερομισθίου και το άρθρο 141Α, περί διαδικασίας καθορισμού επαρκούς νομοθετημένου μισθού και ημερομισθίου για τα έτη 2025, 2026 και 2027, του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, και β) βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Ανάπτυξης για τον χαρακτηρισμό της επένδυσης ως στρατηγικής, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 4864/2021 ή βεβαίωση της αρμόδιας Υπηρεσίας του καθ ‘ ύλην αρμόδιου Υπουργείου για την ανάληψη από το νομικό πρόσωπο ή το επενδυτικό σχήμα, σύμφωνα με τον ν. 4412/2016, της εκτέλεσης έργου, ιδιαίτερης σημασίας σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.
Η βεβαίωση της περ. β) περιλαμβάνει, εκτός από την εισήγηση αναφορικά με τον χαρακτηρισμό της επένδυσης, είτε ως στρατηγικής, είτε ως δημοσίου έργου, είτε ως ιδιαίτερης σημασίας για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς ή εθνικούς, και τον κατάλογο των προς μετάκληση πολιτών τρίτων χωρών, για τους οποίους έχει εισηγηθεί σχετικώς το νομικό πρόσωπο ή το επενδυτικό σχήμα.
Η αίτηση του εργοδότη, νομικού προσώπου ή επενδυτικού σχήματος, συνοδεύεται από αποδεικτικό καταβολής τέλους ύψους τετρακοσίων (400) ευρώ για κάθε πολίτη τρίτης χώρας που θέλει να μετακαλέσει, το οποίο εισπράττεται υπέρ του Δημοσίου και δεν επιστρέφεται.
Οι πολίτες τρίτων χωρών που υπάγονται στις ρυθμίσεις της παρούσας, μετά την έκδοση της έγκρισης απασχόλησης, εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια, είτε με ομοιόμορφη θεώρηση εισόδου, είτε με καθεστώς απαλλαγής θεώρησης, και οφείλουν άμεσα και το αργότερο πριν από τη λήξη αυτής, να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής τύπου «Ε.4», ώστε να λάβουν τη βεβαίωση της περ. β) της παρ. 8 του άρθρου 10 και να έχουν τη δυνατότητα έναρξης της απασχόλησης. Οι αιτήσεις για τη χορήγηση των θεωρήσεων κατά τα ανωτέρω εξετάζονται κατά προτεραιότητα από τις αρμόδιες ελληνικές προξενικές αρχές.».





1. Μείωση γραφειοκρατίας για μαζική απασχόληση:
• Να προβλεφθεί ειδική διαδικασία για Κοινοπραξίες με ανάγκες μεγάλου αριθμού οδηγών ώστε να μπορούν να μετακαλέσουν πολλούς εργαζόμενους ταυτόχρονα.
2. Σαφής σύνδεση με δημόσια έργα:
• Να διευκρινιστεί ότι οι συγκοινωνιακοί φορείς εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 61, παρ. 7, ώστε να μπορούν να ζητούν έως 500 μετακλήσεις οδηγών ανά έργο.
3. Επέκταση διάρκειας και ανανέωσης άδειας «Ε.4»:
• Να προβλεφθεί προσαρμογή διάρκειας άδειας στις ανάγκες των γραμμών και συμβάσεων εκτέλεσης των συγκοινωνιακών υπηρεσιών.
Υποθέτουμε ότι στις περιπτώσεις της παρ. 7 του άρθρου 61 έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται, δεδομένου ότι υλοποιούνται όπως αναφέρεται κατά παρέκκλιση των άρθρων 26 & 62, εγκρίνονται εκτός των θέσεων του όγκου εισδοχής κατόπιν μετάκλησης της Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου. Δεδομένου όμως ότι από τη διαμόρφωση του άρθρου 61 δεν προκύπτει να υλοποιούνται κατά παρέκκλιση της παρ. 3 του άρθρου 27 (χορήγηση εθνικής θεώρησης εισόδου από την αρμόδια προξενική αρχή), προτείνουμε η τελευταία παράγραφος του άρθρου 61 να τροποποιηθεί ως εξής:
«Οι πολίτες τρίτων χωρών που υπάγονται στις ρυθμίσεις της παρούσας, μετά την έκδοση της έγκρισης απασχόλησης και τη λήψη εθνικής θεώρησης εισόδου, εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια, είτε με ομοιόμορφη θεώρηση εισόδου, είτε με καθεστώς απαλλαγής θεώρησης, και οφείλουν άμεσα και το αργότερο πριν τη λήξη αυτής, να υποβάλλουν ……»
Τα Ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας (ΙΓΕΕ) θα έπρεπε, κατ’ αρχήν, να διαθέτουν αποκλειστικό ή τουλάχιστον θεσμικά κατοχυρωμένο ρόλο στη στρατολόγηση εργαζομένων για την ελληνική αγορά εργασίας. Στην παρούσα φάση, παρατηρείται το παράδοξο ότι τα ΙΓΕΕ δεν δύνανται καν να υποβάλουν αίτημα μετάκλησης για λογαριασμό των πελατών τους, ενώ ο ίδιος ο εργοδότης έχει αυτή τη δυνατότητα. Να δεις, δηλαδή, το ΙΓΕΕ που υποτίθεται ότι είναι ο κατεξοχήν επαγγελματίας διαμεσολάβησης να μην μπορεί να υποβάλει το αίτημα, ενώ ο εργοδότης και ακόμη και ο δικηγόρος μπορούν – ένα ξεκάθαρο παράδειγμα θεσμικού παραλογισμού.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η εμπλοκή δικηγόρων στη διαδικασία, χωρίς να είναι σαφές ποια ακριβώς σχέση ή αρμοδιότητα έχουν ως προς την ουσιαστική εξασφάλιση του εργαζομένου στην τρίτη χώρα. Ο ρόλος τους περιορίζεται στην υποβολή αιτήματος μετάκλησης σε επίπεδο τυπικού ελέγχου εγγράφων, χωρίς δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων ή διασφαλίσεων προς τους πελάτες τους. Επιπλέον, οι δικηγόροι δεν παρακολουθούν ούτε καν την ορθή τήρηση της εργασιακής σχέσης μετά την ολοκλήρωση της μετάκλησης, αφήνοντας τον εργοδότη και τον εργαζόμενο χωρίς ουσιαστική επίβλεψη.
Το άρθρο 21 ρυθμίζει τη διαδικασία της μετάκλησης, χωρίς όμως να προσδιορίζει ρητά ποιοι φορείς δικαιούνται να ασκούν στρατολόγηση και διαμεσολάβηση εργαζομένων από το εξωτερικό για λογαριασμό Ελλήνων εργοδοτών. Στην πράξη, δραστηριοποιούνται γραφεία και μεσάζοντες, εντός και εκτός Ελλάδας, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες όμοιες με εκείνες των ΙΓΕΕ, χωρίς να υπόκεινται στις ίδιες προϋποθέσεις αδειοδότησης, ελέγχου και θεσμικών δεσμεύσεων.
Το αποτέλεσμα είναι ένας ξεκάθαρος θεσμικός παραλογισμός: τα ΙΓΕΕ λειτουργούν υπό καθεστώς άδειας και εποπτείας, ενώ άλλοι φορείς ασκούν ουσιαστικά την ίδια δραστηριότητα χωρίς κανένα αντίστοιχο κανονιστικό πλαίσιο. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται γκρίζες νομικές ζώνες, οι οποίες μπλέκουν εργαζόμενους, εργοδότες και μεσάζοντες σε καταστάσεις που δεν μπορεί να ελεγχθεί πλήρως ούτε να διασφαλιστεί.
Και αύριο, η πολιτεία θα βρίσκεται στη θέση να επισημαίνει παραβάσεις, ενώ η ίδια δεν έχει φροντίσει να διασφαλίσει σαφές, λογικό και δίκαιο νομικό πλαίσιο. Η έλλειψη ξεκάθαρων κανόνων δημιουργεί πρακτικά προβλήματα και αβεβαιότητα για όλους τους εμπλεκόμενους.
Η αίτηση μετάκλησης δεν καταγράφει ποιος πραγματοποίησε τη στρατολόγηση του εργαζομένου, δηλαδή πώς και μέσω ποιου εντοπίστηκε ο συγκεκριμένος εργαζόμενος και ποιος τον συνέστησε στον εργοδότη. Αποτέλεσμα: δεν υπάρχει κανένα ίχνος και κανένας ουσιαστικός έλεγχος. Τα ΙΓΕΕ που λειτουργούν νόμιμα και ελέγχονται θεσμικά ανταγωνίζονται φορείς που δεν εμφανίζονται πουθενά στη διαδικασία.
Πρόταση: Να προστεθεί υποχρεωτικό πεδίο στην αίτηση μετάκλησης για τον φορέα στρατολόγησης (επωνυμία, αριθμός άδειας ΙΓΕΕ ή ένδειξη «απευθείας πρόσληψη από τον εργοδότη»). Ένα πεδίο, μηδενική πρόσθετη γραφειοκρατία, πλήρης διαφάνεια.
Στην παράγραφο 7 σχετικά με την κατά παρέκκλιση διαδικασία για τις περιπτώσεις των στρατηγικών επενδύσεων, δεν προβλέπεται η υποβολή αντιγράφου φορολογικής δήλωσης της τελευταίας χρήσης. Πώς θα διαπιστωθεί ότι ο εργοδότης είναι σε θέση να καταβάλλει τις μηνιαίες αποδοχές των εργαζομένων, δεδομένου και του μεγάλου αριθμού των αιτήσεων μετάκλησης που δύνανται να υποβάλλουν τα συγκεκριμένα νομικά πρόσωπα;
Εάν τυχόν προβλεφθούν εναλλακτικές λύσεις για την διασφάλιση της πλήρωσης των μισθολογικών υποχρεώσεων του εργοδότη, πιθανώς θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση των νεοσύστατων εταιρειών που αποκλείονται από τη διαδικασίας μετάκλησης και απασχόλησης πολίτη τρίτης χώρας στα πλαίσια των διατάξεων της υψηλής ειδίκευσης, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να υποβάλουν φορολογική δήλωση προηγούμενης χρήσης.
Το άρθρο 21 ρυθμίζει τη διαδικασία μετάκλησης χωρίς να ορίζει ποιοι φορείς δικαιούνται να ασκούν στρατολόγηση και διαμεσολάβηση εργαζομένων από το εξωτερικό για Έλληνες εργοδότες. Στην πράξη, δραστηριοποιούνται γραφεία και μεσάζοντες – εντός και εκτός Ελλάδας – που παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες με τα ΙΓΕΕ, χωρίς όμως να υπόκεινται στις ίδιες προϋποθέσεις, ελέγχους και δεσμεύσεις. Το αποτέλεσμα είναι θεσμικός παραλογισμός: τα ΙΓΕΕ λειτουργούν με άδεια και εποπτεία, ενώ άλλοι μπορούν να κάνουν ακριβώς την ίδια δουλειά χωρίς κανένα αντίστοιχο πλαίσιο.
Να προβλεφθεί ρητά ότι η στρατολόγηση εργαζομένων από το εξωτερικό για εργασία στην Ελλάδα υπάγεται σε ενιαίο κανονιστικό πλαίσιο κανόνων, ελέγχων και υποχρεώσεων, ανεξαρτήτως του φορέα ή της χώρας εγκατάστασής του.
Ως ιδιοκτήτης ΙΓΕΕ, επισημαίνω ότι το άρθρο 21 δεν ρυθμίζει τη δραστηριότητα γραφείων στρατολόγησης εγκατεστημένων στο εξωτερικό, τα οποία εντοπίζουν εργαζομένους για Έλληνες εργοδότες ασκώντας στην ουσία την ίδια δραστηριότητα με τα ελληνικά ΙΓΕΕ.
Τα γραφεία αυτά δεν έχουν έδρα στην Ελλάδα, δεν φορολογούνται εδώ και δεν υπόκεινται σε καμία εποπτεία, υποχρέωση ή κύρωση, σε αντίθεση με τα ελληνικά ΙΓΕΕ που λειτουργούν υπό αδειοδότηση και συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο.
Το αποτέλεσμα είναι αφενός άνισοι όροι ανταγωνισμού, αφετέρου αδυναμία ελέγχου της αλυσίδας στρατολόγησης για την ελληνική αγορά εργασίας.
Να προβλεφθεί ότι η στρατολόγηση εργαζομένων για εργασία στην Ελλάδα υπάγεται σε ενιαίο πλαίσιο κανόνων, ανεξαρτήτως της χώρας εγκατάστασης του φ
Η προτεινόμενη διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 61 προβλέπει ορθώς τη δήλωση στοιχείων του έμμεσου εργοδότη όταν ο άμεσος εργοδότης είναι Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ).
Ωστόσο, δεν καλύπτεται η συχνή περίπτωση κατά την οποία έχει προηγηθεί στρατολόγηση ή διαμεσολάβηση από Ιδιωτικό Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας (ΙΓΕΕ) ή άλλον φορέα, όταν ο εργοδότης δεν είναι ΕΠΑ.
Στην πράξη, η πλειονότητα των μετακλήσεων περιλαμβάνει διαμεσολάβηση τρίτων φορέων για τον εντοπισμό και τη στρατολόγηση εργαζομένων στη χώρα προέλευσης. Η απουσία υποχρέωσης καταγραφής αυτών των φορέων:
Καθιστά αδύνατη την ιχνηλασιμότητα της αλυσίδας πρόσληψης σε περίπτωση καταγγελιών ή ελέγχων
Δεν επιτρέπει την αποτελεσματική παρακολούθηση της τήρησης του Ν. 4052/2012 (άρθρο 104), που απαγορεύει τη χρέωση εργαζομένων
Δημιουργεί κενό εποπτείας ως προς μη αδειοδοτημένους μεσάζοντες
ΠΡΟΤΑΣΗ: Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 61, μετά τη φράση «καθώς και τα στοιχεία του έμμεσου εργοδότη του προς μετάκληση πολίτη τρίτης χώρας, όταν ο άμεσος εργοδότης είναι Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.)», να προστεθεί:
«και τα στοιχεία του φορέα στρατολόγησης ή διαμεσολάβησης μέσω του οποίου εντοπίστηκε ο εργαζόμενος (επωνυμία, αριθμός άδειας ΙΓΕΕ, εφόσον υφίσταται), ή την ένδειξη «απευθείας πρόσληψη», εφόσον δεν μεσολάβησε τρίτος φορέας.»
Η προσθήκη αυτή εναρμονίζεται με την ήδη προβλεπόμενη λογική δήλωσης τρίτων φορέων (ΕΠΑ/έμμεσος εργοδότης) και επεκτείνει τη διαφάνεια στο σύνολο της αλυσίδας πρόσληψης, με ελάχιστη διοικητική επιβάρυνση.
Στο β’ εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 61 όπως τροποποιείται προβλέπεται:
«Αν ο άμεσος εργοδότης είναι Ε.Π.Α., η αίτηση συνοδεύεται, συμπληρωματικά προς τα δικαιολογητικά του πρώτου εδαφίου, από: α) τη σύμβαση της Ε.Π.Α. με τον έμμεσο εργοδότη, το ελάχιστο περιεχόμενο της οποίας καθορίζεται στο άρθρο 125 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου και β) εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου φυσικού προσώπου ή αντίγραφο φορολογικής δήλωσης νομικού προσώπου, από τα οποία προκύπτει η δυνατότητα του έμμεσου εργοδότη να διασφαλίσει την καταβολή των μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται στη σύμβαση της Ε.Π.Α. με έμμεσο εργοδότη, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των κοινών υπουργικών αποφάσεων των παρ. 29 και 29Α του άρθρου 176.»
Η απαίτηση της προσκόμισης εκκαθαριστικού σημειώματος φόρου φυσικού προσώπου ή αντίγραφου φορολογικής δήλωσης νομικού προσώπου, από τα οποίο προκύπτει η δυνατότητα του έμμεσου εργοδότη να διασφαλίσει τις μηνιαίες αποδοχές των εργαζόμενων δεν είναι νομικά πραγματοποιήσιμη και θα πρέπει να διαγραφεί, καθόσον το αντίγραφο φορολογικής δήλωσης τρίτης οικονομικής οντότητας, δηλαδή τρίτου νομικού προσώπου (του έμμεσου εργοδότη) περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα που προστατεύονται από τη νομοθεσία, ήτοι τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων, αλλά και εμπορικά/οικονομικά απόρρητα της εκάστοτε εταιρείας και γι’ αυτό δεν δημοσιεύονται. Ως εκ τούτου, δεν χωρεί νομικώς η απαίτηση να παραδοθεί από τον τρίτο ιδιωτικό φορέα (έμμεσο εργοδότη) σε άλλον ιδιωτικό φορεά (ΕΠΑ) προκειμένου να υποβληθεί για την εφαρμογή των διαδικασιών μετάκλησης από την ΕΠΑ. Σε κάθε περίπτωση, η αμοιβή στον εργαζόμενο καταβάλλεται από την ΕΠΑ και όχι από τον έμμεσο εργοδότη και αντίστοιχα η ΕΠΑ έχει ειδικές υποχρεώσεις τήρησης της νομοθεσίας και προβλέπονται ελάχιστες απαιτήσεις για την οικονομική ικανότητα και επάρκεια της ΕΠΑ. Γι αυτό το λόγο η περίπτωση β’ που προβλέπει υποβολή εκκαθαριστικού σημειώματος φόρου φυσικού προσώπου ή αντίγραφο φορολογικής δήλωσης νομικού προσώπου για τον έμμεσο εργοδότη θα πρέπει να διαγραφεί.
ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 4: Επομένως η τοπική αρμοδιότητα προσδιορίζεται με βάση τον τόπο παροχής εργασίας ή της έδρας του εργοδότη και όχι από τον τόπο διαμονής του μετακλητού εργαζόμενου; Κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστεί κάθως έως και σήμερα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο τόπος διαμονής του μετακλητού διαφέρει από τον τόπο έδρας του εργοδότη ή τόπο παροχής της εργασίας, η τοπική αρμοδιότητα προσδιοριζόταν με βάση τον τόπο διαμονής. Άλλωστε το ίδιο το σύστημα υποβάλει στη ΔΑΜ της διέυθυνσης κατοικίας, η οποία δηλώνεται κατά την υποβολή της αίτησης.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΔΣ ΗΛΕΙΑΣ ΑΜ230