Το άρθρο 82 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α΄ 81), περί ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων κατόχων ενιαίας άδειας διαμονής για εργασία, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 82
Δικαιώματα των κατόχων ενιαίας άδειας διαμονής και πρόσβαση στη διοικητική πληροφορία
[Άρθρα 9, 11 και 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233]
- Ο κάτοχος ενιαίας άδειας διαμονής έχει τα ακόλουθα δικαιώματα: α) εισόδου και διαμονής στην ελληνική επικράτεια, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις εισδοχής, β) ελεύθερης πρόσβασης στην ελληνική επικράτεια με τους περιορισμούς που ορίζονται στην εθνική νομοθεσία και ιδίως στα άρθρα 24 έως και 32 του ν. 1892/1990 (Α΄101) και στην κοινή απόφαση της παρ. 24 του άρθρου 176 του παρόντος, γ) άσκησης της συγκεκριμένης εργασιακής δραστηριότητας που επιτρέπεται βάσει της ενιαίας άδειας και δ) ενημέρωσης για τα δικαιώματα που του χορηγούνται.
- Ο πολίτης τρίτης χώρας που είναι κάτοχος ενιαίας άδειας, έχει το δικαίωμα αλλαγής εργοδότη με την επιφύλαξη των ειδικών προβλέψεων του παρόντος.
- Ο πολίτης τρίτης χώρας, που είναι κάτοχος ενιαίας άδειας, έχει την υποχρέωση, εντός της περιόδου ισχύος αυτής, να κοινοποιεί κάθε αλλαγή εργοδότη στην αρμόδια υπηρεσία μίας στάσης. Μετά την κοινοποίηση αυτή, η αρμόδια υπηρεσία μιας στάσης ελέγχει την πλήρωση των προϋποθέσεων αλλαγής εργοδότη, ως προς τον τομέα και την ειδικότητα απασχόλησης, ιδίως στις περιπτώσεις που η αλλαγή εργοδότη συντελείται κατά τη διάρκεια της αρχικής ενιαίας άδειας διαμονής. Η αρμόδια υπηρεσία μίας στάσης αποφαίνεται επί της κοινοποίησης αλλαγής εργοδότη εντός χρονικού διαστήματος σαράντα πέντε (45) ημερών από την υποβολή της γνωστοποίησης, κατά τη διάρκεια του οποίου ο πολίτης τρίτης χώρας δύναται να εργάζεται στον νέο εργοδότη. Στην περίπτωση μη έγκαιρης εξέτασης της γνωστοποίησης από πλευράς της υπηρεσίας μιας στάσης, η γνωστοποίηση θεωρείται αποδεκτή.
- Ο πολίτης τρίτης χώρας που είναι κάτοχος αρχικής ενιαίας άδειας διαμονής, υποχρεούται να εργαστεί στον εργοδότη, δυνάμει της σύμβασης με τον οποίο έλαβε την αρχική ενιαία άδεια διαμονής, για όλη την περίοδο ισχύος της πρώτης σύμβασης εργασίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει, σε κάθε περίπτωση, τους έξι (6) μήνες. Αν η σύμβαση εργασίας υπερβαίνει την περίοδο των έξι (6) μηνών, στη βάση της συμφωνίας των μερών, τότε η υποχρέωση παραμονής του πολίτη τρίτης χώρας στον πρώτο εργοδότη συμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο αίρεται μετά το πέρας των πρώτων έξι (6) μηνών απασχόλησης.
Κατά παρέκκλιση των περιορισμών της παρούσας, επιτρέπεται στον κάτοχο αρχικής ενιαίας άδειας διαμονής να αλλάξει εργοδότη πριν από τη λήξη του ελάχιστου χρονικού διαστήματος απασχόλησης των έξι (6) μηνών:
α) σε περίπτωση δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων σοβαρής παραβίασης από τον εργοδότη των όρων και προϋποθέσεων της σχέσης εργασίας, όπως αυτοί αποτυπώνονται στη σύμβαση εργασίας,
β) εφόσον ο πολίτης τρίτης χώρας υποβάλει αίτημα αλλαγής εργοδότη, το οποίο συνοδεύεται από τα εξής δικαιολογητικά:
βα) υπεύθυνη δήλωση του πρώτου εργοδότη, σύμφωνα με την οποία δεν επιθυμεί τη συνέχιση της παροχής εργασίας από τον πολίτη τρίτης χώρας και η σύμβαση εργασίας λύεται κοινή συναινέσει και
ββ) υπεύθυνη δήλωση του νέου εργοδότη, σύμφωνα με την οποία επιθυμεί την απασχόληση του πολίτη τρίτης χώρας, συνοδευόμενη από νέα σύμβαση εργασίας,
γ) όταν η εργασιακή σχέση λύεται με πρωτοβουλία του εργοδότη που πραγματοποίησε τη διαδικασία μετάκλησης, σύμφωνα με τα άρθρα 323 έως 351 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄121). Στην περίπτωση αυτή, ο πολίτης τρίτης χώρας υποβάλλει αίτημα αλλαγής εργοδότη, το οποίο συνοδεύεται από:
γα) στοιχεία αναφορικά με τη λήξη της εργασιακής σχέσης του πολίτη τρίτης χώρας με τον εργοδότη που πραγματοποίησε τη μετάκληση, κατόπιν καταγγελίας του εργοδότη της σύμβασης ορισμένου ή αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του εργατικού δικαίου και
γβ) υπεύθυνη δήλωση του νέου εργοδότη, σύμφωνα με την οποία επιθυμεί την απασχόληση του πολίτη τρίτης χώρας, συνοδευόμενη από νέα σύμβαση εργασίας.
- Η ανεργία αυτή καθαυτή δεν συνιστά λόγο ανάκλησης της ενιαίας άδειας, εφόσον:
α) το συνολικό χρονικό διάστημα ανεργίας δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος της ενιαίας άδειας ή τους έξι (6) μήνες, εάν ο πολίτης τρίτης χώρας είναι κάτοχος της ενιαίας άδειας για διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών και
β) η έναρξη και η λήξη κάθε περιόδου ανεργίας γνωστοποιούνται από τον κάτοχο ενιαίας άδειας διαμονής, στην αρμόδια υπηρεσία μίας στάσης. Αν ο άνεργος πολίτης τρίτης χώρας, κάτοχος ενιαίας άδειας, βρει νέο εργοδότη, εντός της επιτρεπόμενης περιόδου ανεργίας σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, αυτός μπορεί να παραμείνει στην ελληνική επικράτεια, έως ότου η αρμόδια υπηρεσία μίας στάσης επαληθεύσει την εκπλήρωση των όρων που ορίζονται στις παρ. 3 και 4, ακόμη και εάν η επιτρεπόμενη περίοδος ανεργίας έχει λήξει.
- Όταν η ενιαία άδεια διαμονής λήγει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανανέωσής της, επιτρέπεται στον πολίτη τρίτης χώρας να παραμείνει στην ελληνική επικράτεια έως ότου η αρμόδια υπηρεσία μίας στάσης εκδώσει απόφαση σχετικά με την αίτηση ανανέωσής της, εφαρμοζόμενου του άρθρου 11.
- Η επιτρεπόμενη περίοδος ανεργίας των τριών (3) μηνών παρατείνεται κατά τρεις (3) επιπλέον μήνες, όταν η αρμόδια υπηρεσία μίας στάσης διαπιστώσει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο κάτοχος της ενιαίας άδειας έχει απασχοληθεί με ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί ορίζονται στην περ. θ) του άρθρου 78 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41).
- Οι αρμόδιες ελληνικές προξενικές αρχές, καθώς και οι αρμόδιες υπηρεσίες μίας στάσης παρέχουν στους εργαζόμενους και στους εργοδότες, όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη διαδικασία υποβολής των αιτήσεων, τα δικαιολογητικά, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τα ισχύοντα παράβολα και τέλη, καθώς και τις προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ενδίκων μέσων. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες ελληνικές προξενικές αρχές, καθώς και οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου καθιστούν, εύκολα προσβάσιμες στο ευρύ κοινό, μέσω της αξιοποίησης, μεταξύ άλλων, τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών και πηγών προσβάσιμων σε τρίτες χώρες ιδιαίτερου μεταναστευτικού ενδιαφέροντος, επικαιροποιημένες πληροφορίες, σχετικά με τους όρους εισδοχής και διαμονής για εργασία των πολιτών τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια, καθώς και σχετικά με όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που απαιτούνται για την αίτηση για την ενιαία άδεια, τους όρους εισόδου και διαμονής, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις διαδικαστικές εγγυήσεις των πολιτών τρίτων χωρών, καθώς και των μελών των οικογενειών τους, κατά περίπτωση.».





Στην περίπτωση α της παραγράφου 5 του άρθρου 6 προβλέπεται ότι δεν συνιστά λόγο ανάκλησης της άδειας η ανεργία αυτή καθαυτή, εφόσον το συνολικό χρονικό διάστημα δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος της ενιαίας άδειας ή τους έξι (6) μήνες εάν ο πολίτης τρίτης χώρας είναι κάτοχος της ενιαίας άδειας για διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών.
Με αυτόν τον τρόπο όμως δεν καθίσταται σαφές ποιος είναι ο απαιτούμενος αριθμός ενσήμων, προκειμένου ο πολίτης τρίτης χώρας να δυνηθεί να ανανεώσει την άδεια διαμονής του. Γι’ αυτό φρονούμε ότι θα πρέπει να καθοριστεί εκ των προτέρων ένας συγκεκριμένος αριθμός ενσήμων, που απαιτείται για την ανανέωση της άδειας διαμονής, άλλως να προβλεφθεί ότι οι ως άνω προβλεπόμενοι μήνες ανεργίας προσμετρώνται στα απαιτούμενα ένσημα για την ανανέωση της άδειας. Επίσης η ανεργία είναι κάτι που μπορεί να συμβεί στον καθένα, για αυτό και ζητάμε η περίοδος αυτή των 3ων και 6 μηνών να επανεξεταστεί και να μεγαλώσει.
Προτείνουμε τη διατήρηση 12μηνης βασικής δέσμευσης στον αρχικό εργοδότη, με ρητές εξαιρέσεις (συναίνεση, απόλυση, σοβαρές παραβάσεις).
Ορθές οι διατάξεις προσκόμισης σύμβασης εργασίας 6 μηνών (αντί για ένα έτος που ίσχυε) και της αλλαγής εργοδότη πριν την πάροδο των 6 μηνών.
Οι προβλέψεις αναφορικά με την ανεργία, είναι ανεφάρμοστες στην πράξη και χρονικά περιορισμένες. Θα πρέπει επίσης να προβλεφθεί ότι κατά την ανανέωση της άδειας διαμονής θα μπορεί να προσκομιστεί αντί της σύμβασης εργασίας βεβαίωση ανεργίας (κυρίως επιδοτούμενης), λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι σε πολλές περιπτώσεις αρκετοί ΠΤΧ έχουν καταστεί άνεργοι μετά από μακρόχρονη εργασία ή είναι εποχικοί
Με το άρθρου 6 του προτεινόμενου νομοσχεδίου αντικαθίσταται το άρθρο 82 του ισχύοντος Κώδικα. Στην παρ. 3 εισάγεται υποχρέωση εκ μέρους του πολίτη γ΄ χώρας ενημέρωσης των αρμοδίων υπηρεσιών περί αλλαγής εργοδότη. Καταρχήν έχουμε να σχολιάσουμε ότι η υποχρέωση αυτή δε συνοδεύεται στο παρόν νομοσχέδιο από κάποια «ποινή» στην περίπτωση που δεν τηρηθεί (πχ. πρόστιμο, ανάκληση κλπ.). Αν δεν συνοδευτεί δηλαδή από κάποια «ποινή» η προτεινόμενη διάταξη (εννοούμε η υποχρέωση αυτή) θα καταστεί στην πράξη «κενό γράμμα».
Επιπλέον, στην παρ. 3 προβλέπεται εκ μέρους των αρμοδίων υπηρεσιών ο έλεγχος πλήρωσης των προϋποθέσεων αλλαγής εργοδότη ως προς τον τομέα και την ειδικότητα απασχόλησης. Όμως, στον ισχύοντα Κώδικα Μετανάστευσης δεν υφίστανται περιορισμοί ως προς την αλλαγή εργασιακού τομέα και ειδικότητας. Στον προηγούμενο Κώδικα (Ν. 4251/2014) και συγκεκριμένα στις παρ. 4 & 5 του άρθρου 15 υπήρχαν σαφείς προβλέψεις σχετικά με την αλλαγή εργοδότη και μεταβολής ειδικότητας που δεν υπάρχουν αντίστοιχες στον ισχύοντα Κώδικα.
Επίσης στην παρ. 3 θα πρέπει να διευκρινισθεί ποιες είναι οι προϋποθέσεις αλλαγής εργοδότη που θα πρέπει να ελέγχονται, δηλαδή αν θα πρέπει να ελέγχονται στο νέο εργοδότη τα κριτήρια κατά τη φάση της μετάκλησης (δηλαδή: επαρκές εισόδημα, διαθέσιμα ΜΑΕ κλπ.).
παρ. 3 εδ. β: » Μετά την κοινοποίηση αυτή, η αρμόδια υπηρεσία μιας στάσης ελέγχει την πλήρωση των προϋποθέσεων αλλαγής εργοδότη, ως προς τον τομέα και την ειδικότητα απασχόλησης, ιδίως στις περιπτώσεις που η αλλαγή εργοδότη συντελείται κατά τη διάρκεια της αρχικής ενιαίας άδειας διαμονής»
Η χρήση της λέξης «ιδίως» δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου. Θα πρέπει να γίνει πιο συγκεκριμένη η διατύπωση. Ειδικότερα γιατί να υποχρεούται ο πτχ να κοινοποιεί την αλλαγή εργοδότη, αφότου έχει ανανεώσει την άδεια διαμονής του, τη στιγμή που οι προϋποθέσεις για την ανανέωση άδειας διαμονής εξαρτημένης εργασίας κρίνονται στο πρόσωπο του πτχ (πλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων, ασφαλιστική ικανότητα κλπ). Όμως για συγκεκριμένες άδειες διαμονής, όπως είναι η άδεια διαμονής υψηλής ειδίκευσης, έχει νόημα η κοινοποίηση της νέας σύμβασης εργασίας ώστε να αποδειχθεί εάν πληρούνται τα μισθολογικά κριτήρια για τον πτχ. Επομένως απαραίτητη είναι η κοινοποίηση της αλλαγής εργοδότη κατά την εξέταση της αρχικής χορήγησης και ακολούθως θα πρέπει να διακριθούν περιπτώσεις για το πότε αυτή είναι απαραίτητη κατά την ανανέωση της άδειας διαμονής.
Στην παράγραφο 4 περ. β και γ: Δεν θα πρέπει να προσκομιστεί και η φορολογική δήλωση της τελευταίας χρήσης του εργοδότη ώστε να διασφαλίζεται ότι ο νέος εργοδότης θα είναι ικανός να καταβάλει τις μηνιαίες αποδοχές του εργαζόμενου;
Η διάταξη του εν λόγω άρθρου φαίνεται να αφορά, έτσι όπως είναι διατυπωμένη, όλους τους κατόχους ενιαίας άδειας διαμονής στους οποίους, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο 4, περιλαμβάνονται επίσης μέλη οικογένειας Έλληνα, μέλη οικογένειας νόμιμα διαμένοντος αλλοδαπού, κάτοχοι αδειών δεκαετούς διάρκειας κλπ. Από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 6 φαίνεται ότι Θα πρέπει και εκείνοι, εάν εργάζονται όπως έχουν δικαίωμα, να κοινοποιούν τους εργοδότες τους στις υπηρεσίες μετανάστευσης. Ποιο σκοπό εξυπηρετεί μια τέτοια ρύθμιση, η οποία μόνο θα επιβαρύνει και τους αλλοδαπούς και, κυρίως, τις υπηρεσίες; Και ποιες θα είναι οι συνέπειες αν πχ ένας αλλοδαπός σύζυγος Ελληνίδας δεν ενημερώσει τις υπηρεσίες μετανάστευσης για το πού εργάζεται; Θα πρέπει να διασαφηνιστεί ότι αυτή η διάταξη αφορά μόνο άδειες η χορήγηση των οποίων συνδέεται με την ύπαρξη συγκεκριμένου εργοδότη.
Η δυνατότητα αλλαγής εργοδότη εντός έξι (6) μηνών από την είσοδο του εργαζομένου συνιστά ουσιώδη μεταβολή του ισχύοντος πλαισίου, η οποία δημιουργεί σημαντικές επιπτώσεις τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους ίδιους τους εργαζόμενους.
Οι επιχειρήσεις που καλύπτουν μόνιμες και κρίσιμες ανάγκες προσωπικού επενδύουν σημαντικούς χρηματικούς και χρονικούς πόρους για την εξεύρεση, αξιολόγηση και ένταξη εργαζομένων από τρίτες χώρες. Ενδεικτικά, το σχετικό κόστος περιλαμβάνει:
• αμοιβές συνεργατών για την εξεύρεση προσωπικού,
• δοκιμασίες και πιστοποίηση δεξιοτήτων (ιδίως για τεχνίτες) σε κέντρα κατάρτισης στη χώρα προέλευσης,
• μετακίνηση στελεχών για αξιολόγηση και επιλογή (ιδίως σε μαζικές προσλήψεις),
• αναμονή τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για την ολοκλήρωση της διαδικασίας,
• παράβολα και λοιπές διοικητικές δαπάνες.
Πέραν των ανωτέρω, πολλές επιχειρήσεις, χωρίς να υποχρεούνται, αναλαμβάνουν πρόσθετα κόστη, όπως:
• αεροπορικά εισιτήρια,
• διαμονή,
• σίτιση, εκμάθηση ελληνικής γλώσσας και λοιπές παροχές.
Η περίοδος προσαρμογής ενός αλλοδαπού εργαζομένου, ο οποίος προέρχεται από διαφορετικό πολιτισμικό και γλωσσικό περιβάλλον, κυμαίνεται από 1,5 έως 4 μήνες, ανάλογα με το επίπεδο εξειδίκευσης. Συνεπώς, οι επιχειρήσεις επενδύουν σε λύσεις με μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Η δυνατότητα αποχώρησης εντός εξαμήνου:
• αποδυναμώνει το κίνητρο των εργοδοτών να επενδύουν σε ποιοτική επιλογή και εκπαίδευση προσωπικού,
• δημιουργεί συνθήκες μετακίνησης εργαζομένων χωρίς αντίστοιχη ανάληψη κόστους από τον νέο εργοδότη,
• ενδέχεται να μετακυλίσει μέρος των εξόδων (εισιτήρια, διαμονή) στους ίδιους τους εργαζόμενους, εφόσον δεν διασφαλίζεται ελάχιστος χρόνος συνεργασίας.
Πρόταση
1. Η άδεια διαμονής να συνδέεται με τον συγκεκριμένο εργοδότη.
2. Η ελάχιστη διάρκεια παραμονής να καθορίζεται από την προσφορά εργασίας (job offer) και να συμπίπτει με τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας (1–2 έτη).
3. Η αλλαγή εργοδότη να επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις:
• παραβίασης συμβατικών ή νομικών υποχρεώσεων,
• τέλεσης ποινικών ή σοβαρών εργατικών παραβάσεων,
• ρητής συναίνεσης του εργοδότη.
Η ανωτέρω προσέγγιση διασφαλίζει καλύτερο έλεγχο των μετακινήσεων, επιτρέπει ουσιαστική ένταξη των εργαζομένων και ενισχύει τη σταθερότητα και την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού στη χώρα.
Στην παράγραφο 4 κρίνεται σκόπιμο να διατυπωθεί όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρα, αν ο πολίτης τρίτης χώρας, προκειμένου να αλλάξει εργοδότη, πρέπει να είναι κάτοχος οριστικού τίτλου διαμονής. Συγκεκριμένα, σε δύο σημεία γίνεται αναφορά αφενός σε «κάτοχο αρχικής άδειας διαμονής» και αφετέρου στην υποχρέωση ΠΤΧ να εργαστεί στον εργοδότη δυνάμει του οποίου έλαβε την αρχική άδεια, γεγονός που ενδέχεται να δημιουργήσει παρερμηνείες. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί αν η αλλαγή εργοδότη μετά την πάροδο του εξαμήνου είναι δυνατή τόσο για τους κατόχους οριστικού τίτλου διαμονής όσο και για τους κατόχους της βεβαίωσης του αρθ. 10 παρ. 8 ν.5038/2023. Επισημαίνεται ότι τόσο κατά τη διάρκεια ισχύος του ν. 4251/2014 όσο και μεταγενέστερα, υπό το καθεστώς του ν. 5038/2023, σε ανάλογες διατυπώσεις πολλές αρμόδιες υπηρεσίες ερμήνευαν ότι μόνο ο μετακλητός εργαζόμενος που είναι κάτοχος οριστικού τίτλου διαμονής δύναται να αλλάξει εργοδότη.
1. Στην παράγραφο 3 αναφέρεται ότι η αρμόδια υπηρεσία μιας στάσης ελέγχει την πλήρωση των προϋποθέσεων αλλαγής εργοδότη, ως προς τον τομέα και την ειδικότητα απασχόλησης χωρίς ωστόσο να διευκρινέζεται αν και υπό ποιες προυποθέσεις είναι δυνατή η αλλαγή ειδικότητας όπως ενδεικτικά οριζόταν στο αρθ. 15 του Ν.4251/2014.
2. Μέχρι ποιο στάδιο είναι υποχρεωτική η ενημέρωση της υπηρεσίας για την αλλαγή εργοδότη από τον κάτοχο ενιαίας άδειας διαμονής καθώς στο εδάφιο β΄της παρ. 3 του αρθ. 6 ορίζεται ότι «η αρμόδια υπηρεσία μιας στάσης ελέγχει την πλήρωση των προϋποθέσεων αλλαγής εργοδότη……ιδίως στις περιπτώσεις που η αλλαγή εργοδότη συντελείται κατά τη διάρκεια της αρχικής ενιαίας άδειας διαμονής.» Υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης και ύστερα από την πρώτη ανανέωση;
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΔΣ ΗΛΕΙΑΣ Α.Μ. 230
Εαν ενας μετακλητος ερθει στην Ελλαδα για μονιμη εργασια, θα πρεπει τουλαχιστον για ενα χρονο ( ως ισχυε ) να υποχρεουται να εργαστει στον πρωτο εργοδότη ( σε αυτον που τον εφερε ). Αυτο το ζητουν οι εργοδότες γιατι προκειμενου να φερουν στην Ελλαδα ενα μετακλητο επενδύουν χρόνο αλλα και επωμίζονται καποια εξοδα τα οποια ειναι αρκετα σημαντικα. Η διαβεβαιωση λοιπον οτι τουλαχιστον για ενα χρόνο ο μετακλητος θα εργαζεται για λογαριασμο τους βοηθαει στο να προχωρησει στη μετακληση.
Περα τουτου θα μπορουσε να προβλεφθει προωρη αλλαγη
α) με τη σύμφωνη γνωμη και των δυο εργοδοτων ( πρωτου και του επομενου )
β) σε περιπτωση απόλυσης του απο τον αρχικο εργοδότη να μπορει ελευθερα να εργαστει σε αλλο
γ) για πολύ σοβαρό λογο ( παραβιαση εργατικης νομοθεσιας κλπ )
Η αλλαγη και μειωση του ορίου σε 6 μηνες αποθαρρυνει αρκετους εργοδοτες απο το να προχωρήσουν σε μετάκληση αλλοδαπών εργαζομενων
Συνάγεται ότι η πλέον των 3 (ή των 6) μηνών ανεργία αποτελεί λόγο ανάκλησης ή απόρριψης. Εισάγεται νέα αρμοδιότητα ελέγχου της ανεργίας και των συνθηκών απασχόλησης για τις Υπηρεσίες Μετανάστευσης αλλά θα πρέπει να υποστηρίζεται από ανάλογα εργαλεία (διαλειτουργικότητα). Άλλως δεν θα τηρείται καμία προθεσμία αφού οι εργασιακές μεταβολές είναι συχνές στους ΠΤΧ.