ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Άρθρο 1 Σκοπός

Σκοπός του παρόντος είναι η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου μεταναστευτικής πολιτικής, το οποίο θα ρυθμίζει και θα εγγυάται την προσέλκυση πολιτών τρίτων χωρών αποκλειστικά μέσω νόμιμων διαδικασιών και θα συμβάλλει στην πρόληψη και αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης.

  • O Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιρειών (ΣΑΤΕ) εκτιμά ότι το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου επί της αρχής κινείται προς μία θετική κατεύθυνση αναφορικά με τα ζητήματα διαφάνειας και ευθυγράμμισης με το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
    Ωστόσο, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι το σχέδιο νόμου, όπως έχει τεθεί σε διαβούλευση, δημιουργεί ουσιαστικά προβλήματα στον κλάδο των τεχνικών εταιρειών, οι οποίες αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους εργοδότες εργαζομένων από τρίτες χώρες και κρίσιμο πυλώνα υλοποίησης δημόσιων και ιδιωτικών έργων. Η πολυετής πρακτική εμπειρία των εταιρειών του κλάδου καταδεικνύει ότι ορισμένες ρυθμίσεις, εάν εφαρμοστούν όπως προβλέπονται σήμερα στο υφιστάμενο σχέδιο νόμου, θα επηρεάσουν αρνητικά την έγκαιρη στελέχωση έργων με δραματικές συνέπειες στη συνολική συνεισφορά του κλάδου στο ΑΕΠ της χώρας.
    Στο πλαίσιο αυτό, και ενόψει του ιδιαίτερα στενού χρονοδιαγράμματος της διαβούλευσης, επισημαίνουμε πολύ συνοπτικά ορισμένα κρίσιμα σημεία βελτίωσης:
    Α) Βασικά σημεία:
    • Άρθρο 5 (90+30 ημέρες): Προτείνουμε τη θέσπιση ταχείας διαδικασίας (fast track) για αξιόπιστες τεχνικές εταιρείες, με συντομότερες διοικητικές προθεσμίες, καταρχήν έγκριση αριθμού εργαζομένων και ρητό καθορισμό μέγιστου συνολικού χρόνου από την υποβολή της αίτησης έως την ολοκλήρωση έκδοσης της εθνικής θεώρησης εισόδου (Visa D).
    • Άρθρο 6 (6 μήνες): Προτείνουμε τη διατήρηση 12μηνης βασικής δέσμευσης στον αρχικό εργοδότη, με ρητές εξαιρέσεις (συναίνεση, απόλυση, σοβαρές παραβάσεις).
    • Πιστοποίηση ειδικοτήτων: Προτείνουμε να διαμορφωθεί λειτουργικό και δεσμευτικό πλαίσιο πιστοποίησης (30–45 ημέρες), δυνατότητα ιδιωτικών διαπιστευμένων φορέων, έναρξη από Visa D.
    • Άρθρο 9 – ΕΠΑ & ΙΓΕΕ: Προτείνουμε αναλογικό σύστημα εγγυήσεων, εποπτεία βάσει κινδύνου και θεσμική ένταξη των ΙΓΕΕ στη μετάκληση.
    Β) Συμπληρωματικές προτάσεις:
    • Δυνατότητα ηλεκτρονικής έκδοσης ΑΦΜ & ΑΜΚΑ πριν την άφιξη,
    • Δυνατότητα μεταφοράς εργαζομένων μεταξύ τεχνικών εταιρειών σε περιπτώσεις πλεονάζοντος προσωπικού,
    • Ευελιξία για ειδικότητες εκτός ΚΥΑ με τεκμηρίωση έλλειψης εγχώριου δυναμικού.
    Λόγω της άμεσης επίδρασης των ανωτέρω στην υλοποίηση τεχνικών έργων και στην αναπτυξιακή δυναμική της χώρας, θεωρούμε απολύτως αναγκαία τα πιο πάνω σημεία να επαναξιολογηθούν πριν την οριστικοποίηση του Σχεδίου Νόμου.
    Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΑΤΕ είναι στη διάθεση του Υπουργείου για κάθε απαραίτητη διευκρίνηση και αποσαφήνιση επι των ανωτέρω.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 16:03 | SOLIDARITYNOW

    Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο για τη νόμιμη μετανάστευση περιλαμβάνει ορισμένες ρυθμίσεις που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν πρακτικά προβλήματα του υφιστάμενου συστήματος αδειών διαμονής και να δώσουν λύσεις σε μακροχρόνιες διοικητικές εκκρεμότητες. Ιδίως στο σκέλος των αδειών διαμονής, εισάγονται εργαλεία που, εφόσον εφαρμοστούν με σαφήνεια και ευελιξία, μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της ασφάλειας δικαίου για πολίτες τρίτων χωρών που ζουν και εργάζονται στη χώρα επί σειρά ετών.

    Ρυθμίσεις όπως η άδεια διαμονής «δεύτερης ευκαιρίας», η πρόβλεψη για την αυτόματη έκδοση εκκρεμών αδειών χωρίς οικονομική επιβάρυνση και η αναγνώριση ιδιαίτερων περιπτώσεων, όπως ηλικιωμένοι με ισχυρούς βιοτικούς δεσμούς ή ειδικές επαγγελματικές κατηγορίες, κινούνται προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης υπαρκτών κενών. Παράλληλα, η συστηματοποίηση του πλαισίου μετακλήσεων αποσκοπεί στη μεγαλύτερη προβλεψιμότητα τόσο για τους εργοδότες όσο και για τους εργαζόμενους.

    Ωστόσο, οι θετικές αυτές προβλέψεις συνυπάρχουν με σοβαρούς περιορισμούς και στενά χρονικά ή ουσιαστικά κριτήρια, τα οποία κινδυνεύουν να αφήσουν εκτός ρύθμισης σημαντικό αριθμό προσώπων που έχουν πραγματικούς δεσμούς με τη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι καταργείται η ειδική άδεια διαμονής που ίσχυε για πρώην ασυνόδευτους ανηλίκους μετά την ενηλικίωσή τους, χωρίς να προβλέπεται σαφές και ισοδύναμο εναλλακτικό καθεστώς. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί σοβαρό κενό προστασίας για νέους ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει στη χώρα, έχουν ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία και, με την ενηλικίωσή τους, κινδυνεύουν να βρεθούν εκ νέου σε καθεστώς διοικητικής επισφάλειας.

    Παράλληλα, ιδιαίτερος προβληματισμός ανακύπτει από ρυθμίσεις που περιορίζουν ή αποκλείουν τη δυνατότητα θεσμικής συνεργασίας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις μέσω προγραμματικών συμβάσεων, παρά τον διαχρονικά κρίσιμο και συμπληρωματικό ρόλο τους στην υλοποίηση πολιτικών υποδοχής, ένταξης και προστασίας δικαιωμάτων.

    Την ίδια στιγμή, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ρητή πρόβλεψη αυστηρότερων ποινών όταν οι πράξεις αυτές αποδίδονται σε μέλη εγγεγραμμένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων στο μητρώο του Υπουργείου, καθώς η ιδιότητα αυτή αντιμετωπίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας.

    Συνολικά, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει στοιχεία που θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μία πιο λειτουργική διαχείριση της νόμιμης μετανάστευσης, ωστόσο απαιτείται βελτίωση ώστε να επιτευχθεί μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση. Ιδίως, κρίνεται αναγκαίο να ενισχυθεί το εύρος και η προσβασιμότητα των αδειών διαμονής, να αποτραπούν κενά προστασίας, όπως αυτό που αφορά τους πρώην ασυνόδευτους ανηλίκους και να επανεκτιμηθεί η έκταση και η ένταση του ποινικού πλαισίου, ώστε να διασφαλίζονται η αναλογικότητα, η ασφάλεια δικαίου και η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων.

  • Tο νομοσχέδιο εισάγει τροποποιήσεις και παρεμβάσεις στο πλαίσιο των αδειών διαμονής με βάση τον Κώδικα Μετανάστευσης και τη διαδικασία μετάκλησης εργαζομένων από το εξωτερικό. Το νομοσχέδιο δεν αντιμετωπίζει την άκριτη, απόλυτη και οριζόντια κατ΄ουσίαν κατάργηση της κατηγορίας αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς/ εξαιρετικούς λόγους με τις νομοθετικές επεμβάσεις των τελευταίων ετών. Οι σημειακές δε ρυθμίσεις με μεταβατική διάταξη, σχετικά με τους προηγούμενα νόμιμα διαμένοντες στη χώρα, δεν αναιρεί τα προαναφερθέντα, πολλώ δε μάλλον που η αντιμετώπιση του ζητήματος, στο πλαίσιο και της Οδηγίας Επιστροφής απαιτεί πάγιες διατάξεις. Την ίδια στιγμή το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ευρείες διατάξεις που ανοίγουν το δρόμο στην ποινικοποίηση της ανθρωπιστικής δράσης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, σε συνέχεια και της κλιμακούμενης στοχοποίησης τους. Στο πλαίσιο του παρόντος περιοριζόμαστε να περιλάβουμε στο παρόν σχόλια που άπτονται του καταστατικού σκοπού του ΕΣΠ.

    Αύξηση του πλαισίου ποινής για τα αδικήματα των άρθρων 24 και 25 ν. 5038/2023 (διευκόλυνση, μεταφορά)

    Με το άρθρο 15 του σ/ν αυξάνεται το πλαίσιο ποινής για το αδίκημα της διευκόλυνσης εισόδου από ποινή «κάθειρξη[ς] μέχρι δέκα (10) ετών» σε ποινή «κάθειρξης». Αντίστοιχα, με το άρθρο 16 του σ/ν αυξάνεται το πλαίσιο ποινής για το αδίκημα της μεταφοράς πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου, από ποινή «κάθειρξη[ς] μέχρι δέκα (10) ετών […] για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο» σε ποινή «κάθειρξης […] για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο», με αποτέλεσμα το αδίκημα να τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι 25 ετών.

    Οι συγκεκριμένες διατάξεις έχουν πολλαπλώς επικριθεί καθώς αδυνατούν να διακρίνουν μεταξύ των πραγματικών διακινητών και προσφύγων, προσώπων που αναζητούν προστασίας, οι οποίοι εξαιτίας της απουσία νόμιμων οδών πρόσβασης στο άσυλο και τη διεθνή προστασίας, αναγκάζονται να αναζητήσουν προστασία με το μόνο διαθέσιμο τρόπο και υπό το καθεστώς κατάστασης ανάγκης.

    Τις πιο πολλές φορές οι διατάξεις εφαρμόζονται εις βάρος προσφύγων οι οποίοι προκειμένου οι ίδιοι ή/και τα μέλη της οικογένειας τους που συνοδεύουν να έχουν πρόσβαση στη διεθνή προστασία, αναγκάζονται να οδηγήσουν τη βάρκα με την οποία αφίχθησαν μη έχοντας άλλο τρόπο πρόσβασης στην προστασία ή υπό καθεστώς άμεσης απειλής και στους οποίους επιβάλλονται δρακόντειες και εξοντωτικές ποινές εκατοντάδων ετών, χωρίς πολλές φορές να τηρούνται βασικές δικονομικές εγγυήσεις, , στην πράξη αποκλειστικά και μόνο για την προσπάθεια τους να αναζητήσουν άσυλο. Η πρακτική αυτή έχει οδηγήσει οι καταδικασμένοι για «μεταφορά» πολίτες τρίτων χωρών στις ελληνικές φυλακές να είναι από τις πλέον πολυπληθείς ομάδες κρατουμένων.

    Σημειώνεται ότι η πρόσβαση στο άσυλο είναι δικαίωμα που προβλέπεται μεταξύ άλλων από τη Σύμβαση της Γενεύης και το Δίκαιο της Ένωσης. Σύμφωνα δε με το Άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης, τα κράτη απαγορεύεται να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες αποκλειστικά και μόνο «λόγω» παράνομης εισόδου. Επιπλέον δε και σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η ίδια διάταξη δεν επιτρέπει την επιβολή κυρώσεων σε πρόσφυγες για το αδίκημα της μεταφοράς, διακίνησης ή διεκόλυνσης εισόδου «εφόσον οι ίδιοι ήταν αυτοί που διακινούνταν ή εάν προέβησαν στις ενέργειες αυτές για να εξασφαλίσουν την είσοδο των ιδίων, της οικογένειάς τους ή τρίτων για ανθρωπιστικούς λόγους». Έτσι και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος (Δεύτερο Πρωτόκολλο, Πρωτόκολλο κατά της Λαθραίας Διακίνησης Μεταναστών), κυρωθείσα από την Ελληνική Δημοκρατία με τον ν. 3875/2010, η οποία προϋποθέτει για την επιβολή ποινικών κυρώσεων για τα σχετικά αδικήματα, αυτά να τελούνται «με πρόθεση και για να αποκτηθεί άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος». Σε αυτή την κατεύθυνση δε και το Δίκαιο της Ένωσης, το οποίο σύμφωνα με το ΔΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και των πρωτοκόλλων της.

    Η εθνική νομοθεσία, δεν ευθυγραμμίζεται με τις παραπάνω εγγυήσεις με αποτέλεσμα αντί της αντιμετώπισης των ίδιων των εγκληματικών δικτύων δια της ποινικής νομοθεσίας, να ποινικοποιούνται οι ίδιοι οι πρόσφυγες οι οποίοι αναζητούν προστασία. Η αύξηση του πλαισίου ποινής, όπως προτείνεται με το σχέδιο νόμου, επιτείνει έτη περαιτέρω αυτήν την ήδη προβληματική κατάσταση.

    Εισαγωγή της ιδιότητας μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών εγγεγραμμένης στο Μητρώο ως επιβαρυντικής περίπτωσης για μια σειρά αδικήματα που προβλέπονται σε ειδικό ποινικό νόμο και δυνατότητα διαγραφής της οργάνωσης από το Μητρώο μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης.

    Με τα άρθρα 15 και 16 του σχεδίου νόμου εισάγεται για πρώτη φορά η ιδιότητα μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών (ΜΚΟ) εγγεγραμμένης στο μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, ως επιβαρυντική περίπτωση για μια σειρά αδικημάτων που σχετίζονται με την ευρεία και ασαφή έννοια της «συνδρομής» και ταυτοχρόνως αδικήματα που με το ισχύον νομικό πλαίσιο τυποποιούνταν ως πλημμελήματα, αναβαθμίζονται ως κακουργήματα και τιμωρούνται με πολυετής ποινές κάθειρξης.

    Μεταξύ άλλων το άρθρο 15 προβλέπει ότι μόνη η ιδιότητα του μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών (ΜΚΟ) εγγεγραμμένης στο Μητρώου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου αρκεί για την αναβάθμιση των πλημμελημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 24 ν. 5038/2023 (διευκόλυνση εισόδου, διευκόλυνσης της παράνομης διαμονή, άρνηση παράδοσης ταξιδιωτικού εγγράφου κτλ), σε κακουργήματα για το οποίο προβλέπονται εξοντωτικές ποινές κάθειρξης και χρηματικές ποινές (‘κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ’). Επιπλέον, δε μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για τη διαγραφή της οργάνωσης από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Αντίστοιχα δε σε περίπτωση δικαιούχου άδειας διαμονής και μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για την ανάκληση της άδειας διαμονής.

    Τέλος δεν προβλέπεται εξαίρεση για την περίπτωση παροχής ανθρωπιστικής βοήθεια όπως αυτή προβλέπεται στο Δίκιο της Ένωσης και σε συμφωνία με το διεθνές πλαίσιο.

    Περαιτέρω το άρθρο 16 προβλέπει την ιδιότητα μέλους οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών ως επιβαρυντική περίπτωση και προβλέπει ποινή κάθειρξης έως 10 ετών για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο και χρηματική ποινή από 60.000 έως 100.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο για το αδίκημα της μεταφοράς του άρθρου 25 ν. 5038/2023 .

    Τα ανωτέρω είναι εξόχως προβληματικά ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τελευταία χρόνια οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που συνδράμουν πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο συστηματικά συκοφαντούνται, στοχοποιούνται και δέχονται απειλές για την ανθρωπιστική τους δράση, συμπεριλαμβανομένης της παροχής νομικής συνδρομής για την πρόσβαση στο άσυλο και την άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

    Όλως ενδεικτικώς υπενθυμίζονται σχετικά οι πλέον πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου με τις οποίες ευθέως στοχοποιήθηκαν οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, για την παροχή νομικής συνδρομής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των ελληνικών Δικαστηρίων σε πρόσφυγες που αφίχθηκαν κατά τη διάρκεια της τρίμηνης παράνομης αναστολής ασύλου και στερήθηκαν για το λόγο αυτό την πρόσβαση στο άσυλο. Όπως επεσήμαναν τότε τρεις Ειδικοί Εισηγητές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, «οι δηλώσεις του [Υπουργού] συνιστούν επίθεση στο νόμιμο έργο αυτών των οργανώσεων για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο, και ότι έχουν ως στόχο να τις εκφοβίσουν και να απονομιμοποιήσουν το έργο τους στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα μάτια του κοινού. Οι φόβοι μας σε αυτό το πλαίσιο ενισχύονται από την επανειλημμένη υποτίμηση του έργου όσων δραστηριοποιούνται για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών, των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων». Αντίστοιχα, Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες με κοινή δήλωση υπογράμμισαν ότι «Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν δημόσιες δηλώσεις, πρωτοβουλίες ή άτυπες διαρροές που στιγματίζουν φορείς της κοινωνίας των πολιτών ή προτείνουν την επιβολή τιμωρητικών μέτρων σε οργανώσεις που ενδέχεται να εκφράσουν διαφορετικές απόψεις ή προσφεύγουν στη δικαιοσύνη εκπροσωπώντας τους ανθρώπους που έχουν ζητήσει τη στήριξή τους». Παρά την καταδίκη των σχετικών δηλώσεων από εθνικούς και διεθνούς φορείς ο αρμόδιος Υπουργός αρνήθηκε να ανακαλέσει τις σχετικές δηλώσεις. Σε συνέχεια δε της σχετικής απάντησης των ελληνικών αρχών προς τα όργανα του ΟΗΕ η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τους Υπερασπιστές των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέφρασε εκ νέου της ανησυχία της καθώς στην απάντηση τους οι ελληνικές αρχές συνεχίζουν να «συγχέ[ουν] το έργο των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τη διακίνηση ανθρώπων». «Το κράτος έχει την ευθύνη να ανατρέψει αυτή την ψευδή αφήγηση, όχι να την διαιωνίζει», υπογράμμισε.

    Τα τελευταία χρόνια σημαντικός αριθμός διεθνών και εθνικών φορέων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων απευθύνουν επαναλαμβανόμενες και επείγουσες συστάσεις προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου αυτές να θέσουν τέρμα στις επιθέσεις κατά της κοινωνίας των πολιτών, στις εκστρατείες δυσφήμησης και σε ενδεχόμενη κατάχρηση του ποινικού δικαίου ή/και να διασφαλίσουν ένα λειτουργικό πλαίσιο για τη δραστηριοποίηση των οργανώσεων. Μεταξύ άλλων

    • Η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για του Υπερασπιστές Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
    • Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες
    • H Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ
    • Ο Επίτροπος για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης
    • Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
    • Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
    • Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
    • Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνων και η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος.

    Σημειώνεται τέλος η ad hoc νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση C-821/19, σύμφωνα με την οποία «η παροχή συνδρομής προς υποβολή ή κατάθεση αιτήσεως ασύλου στο έδαφος κράτους μέλους […] δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δραστηριότητα η οποία ευνοεί την παράνομη είσοδο ή διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενή στο έδαφος κράτους μέλους», «η εν λόγω βοήθεια δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθεί με υποβοήθηση παράνομης διαμονής» (παρ. 138-139) και το Δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει την «ποινικοποίηση στο εσωτερικό δίκαιο τη συμπεριφορά οποιουδήποτε προσώπου παρέχει, στο πλαίσιο δραστηριότητας οργάνωσης, βοήθεια προς υποβολή ή κατάθεση αιτήσεως ασύλου στο έδαφός της» (παρ.144).

    Περαιτέρω το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει ήδη διαπιστώσει το «αποτρεπτικό αποτέλεσμα» στο δικαίωμα αποτελεσματικής ασκησης προσφυγής ενώπιον Δικαστηρίου κατά παράβαση της ΕΣΔΑ, που έχουν μέτρα εκφοβισμού, καταχρηστικής πίεσης και ποινικής διερεύνησης εις βάρος δικηγόρων που εκπροσωπούν αιτούντες ενώπιον Δικαστηρίου (μεταξύ άλλων M.H. και λοιποί κατά Κροατίας, 2021, παρ. 322 και 335).

    Εν προκειμένω, οι προτεινόμενες διατάξεις ανοίγουν το δρόμο για τη δίωξη των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και των μελών τους αποκλειστικά και μόνο για τη νόμιμης ανθρωπιστικής τους δράσης. Με τον τρόπο αυτό και με τις επαπειλούμενες εξοντωτικές ποινές πολυετούς κάθειρξης και τεράστιες χρηματικές ποινές επιχειρείται ο εκφοβισμός των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.

    Σε κάθε περίπτωση δε ακόμη και εάν τα αναφερόμενα αδικήματα δεν μπορέσουν να επαρκώς να στοιχειοθετήσουν ενώπιον Δικαστηρίων, και μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για τη διαγραφή των οργανώσεων από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, γεγονός το οποίο αποκλείει τις οργανώσεις από την πρόσβαση σε δομές υποδοχής, φιλοξενίας κτλ και τη δυνατότητα παροχής νομικής συνδρομής στους εντολείς τους, πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο και τις αποκλείει από κρατική και ενωσιακή χρηματοδότηση ή/και αυθαίρετης ανάκλησης άδειας διαμονής πολίτη τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει νόμιμα στη χώρα.

    Μητρώο Οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών

    Το άρθρο 54 εισάγει τροποποιήσεις της διάταξης του άρθρου 78 ν. 4939/2022 σχετικά με τις «Προϋποθέσεις εγγραφής στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και στο Μητρώο Μελών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων».

    Καταρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι παρά τις επανειλημμένες συστάσεις Ευρωπαϊκών και Διεθνών Θεσμών περί άμεσης τροποποίησης και απλοποίησης των προϋποθέσεων εγγραφής στο Μητρώο Οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου (Μητρώο ΜΚΟ) και διασφάλισης ενός λειτουργικού περιβάλλοντος για τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις οι οποίες εισάγουν «επαχθείς προϋποθέσεις καταχώρισης και πιστοποίησης» και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στις αρμόδιες αρχές να αρνούνται την καταχώριση στο μητρώο, παραμένουν μέχρι και σήμερα σε ισχύ.

    Τούτων λεχθέντων, επισημαίνεται ότι η προτεινόμενη διάταξη παρότι φαίνεται να περιορίζει κατά ένα τρόπο τις συνέπειες μη εγγραφής στο Μητρώο, διατηρεί τον περιορισμό δραστηριοποίησης (πρόσβασης) σε δομές του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Επιπλέον δε η υπερβολικά επαχθής απαίτησης εγγραφή όλων των μελών, εργαζομένων και συνεργατών της στο Μητρώο Μελών ΜΚΟ, παραμένει ως προϋπόθεση για τη δραστηριοποίηση οργάνωσης εντός της ελληνικής επικράτειας όσο και για τη συνεργασία της με τους φορείς του δημοσίου, όπως και με την ισχύουσα ρύθμιση και χωρίς να εισάγεται καμία τροποποίηση.

    Ακύρωση της δυνατότητας δικαστικής προστασίας κρατούμενων πολιτών τρίτων χωρών

    Με το άρθρο 57 του σ/ν προβλέπεται μεταβατική ρύθμιση για όσους αλλοδαπούς κρατούνται κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου με ποινές φυλάκισης. Με τις προτεινόμενες διατάξεις προβλέπεται η απόλυση του κρατουμένου αλλοδαπού για ποινές φυλάκισης υπό τον όρο της αναχώρησης, η έκδοση απόφασης επιστροφής και η συνέχιση της κράτησης σε ΠΡΟΚΕΚΑ. Το χρονικό διάστημα της κράτησης αυτής δεν υπολογίζεται ως χρόνος έκτισης της ποινής. Σε περίπτωση ανέφικτης επιστροφής, ακόμη και χωρίς υπαιτιότητα του πολίτη τρίτης χώρας ή παρέλευση του ανώτατου χρονικού διαστήματος διοικητικής κράτησης, η διάταξη απόλυσης παύει αυτοδικαίως και συνεχίζεται η έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστημα. Τέλος ακόμη και εάν γίνει δεκτό το προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα κατά της διοικητικής κράτησης (Αντιρρήσεις κατά Κράτησης) από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο τυχόν ασκηθεί κατά το χρόνο της διοικητικής κράτησης σε συνέχεια της έκδοσης απόφασης επιστροφής, ο κρατούμενος δεν αφήνεται ελεύθερος αλλά επιστρέφει σε ποινική κράτηση.

    Η μεταβατική αυτή διάταξη έρχεται σε συνέχεια μια πολιτικής συνεχούς αυστηροποίησης της ποινικής νομοθεσίας και του δόγματος «περισσότερη φυλακή για όλους», του σημαντικού περιορισμού της δυνατότητας αναστολής ακόμη και για μικρές ποινές για την περίπτωση ήσσονος σημασίας αδικημάτων, την τυποποίηση νέων αδικημάτων (παράτυπη διαμονή) ή την σημαντική αύξηση του πλαισίου ποινής υφιστάμενων (παράτυπη είσοδος) για την περίπτωση πολιτών τρίτων χωρών, που σχετίζονται αποκλειστικά με το μεταναστευτικό/προσφυγικό τους καθεστώς, για τα οποία επίσης δεν προβλέπεται η δυνατότητα αναστολής και τη συστηματική εφαρμογή των διατάξεων περί μεταφοράς/διευκόλυνσης εις βάρος προσώπων που αναζητούν προστασία (οπ.π.). Επιχειρεί να απαντήσει στην αύξηση του αριθμού των κρατουμένων προβλέποντας μέτρα που δεν ευθυγραμμίζονται με το φιλελεύθερο χαρακτήρα του ποινικού δικαίου και ταυτοχρόνως παραβιάζουν θεμελιώδεις εγγυήσεις για την περίπτωση προσώπων που βρίσκονται σε διοικητική κράτηση.

    Οι ως άνω διατάξεις

    – ακυρώνουν στην πράξη το δικαίωμα δικαστικής προστασίας διοικητικά κρατουμένων κατά παράβαση του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Δικαίου της Ένωσης
    – συμπλέκουν το χρόνο κράτησης που έχει επιβληθεί στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και το χρόνο κράτησης στο πλαίσιο διαδικασίας απομάκρυνσης, με αποτέλεσμα παρατεταμένες περιόδους στέρησης της ελευθερίας χωρίς μάλιστα βασικές διαδικαστικές εγγυήσεις.
    – Ιδίως για την περίπτωση των προσώπων που έχουν καταδικαστεί για το αδίκημα της παράτυπης διαμονής ή/και της παράτυπης εισόδου: ι) εισάγουν υπέρβαση του ανώτατου ορίου της κράτησης πολίτη τρίτης χώρας εν όψει απομάκρυνσης δια της εργαλειοποίησης των διατάξεων του ποινικού δικαίου και ιι) υποβάλλουν σε παρατεταμένη και διαδοχική κράτηση πρόσωπα των οποίων η απομάκρυνση είναι απολύτως ανέφικτη, χωρίς δική τους υπαιτιότητα (π.χ. εμπόλεμη κατάσταση στην χώρα καταγωγής) κατά παράβαση μεταξύ άλλων της αρχής της αναλογικότητας, επιβεβαιώνοντας ότι στην πράξη οι σχετικές διατάξεις κυρίως αποσκοπούν περισσότεροι άνθρωποι και για περισσότερο χρονικό διάστημα να βρεθούν διοικητικά ή ποινικά κρατούμενοι, ανεξαρτήτως της πραγματικής δυνατότητας υλοποίησης της απομάκρυνσης ή ακόμη και στην περίπτωση πλήρους απουσίας προοπτικής απομάκρυνσης χωρίς δική τους υπαιτιότητα.

    Κατάργηση άδειας διαμονής για ασυνόδευτους ανήλικους που έχουν παρακολουθήσεις ελληνικό σχολείο

    Το άρθρο 38 του σ/ν καταργεί τη δυνατότητα χορήγησης άδειας διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι είχαν εισέλθει στην Ελλάδα ως ασυνόδευτοι ανήλικοι και είχαν ολοκληρώσει επιτυχώς τουλάχιστον τρεις (3) τάξεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα πριν από τη συμπλήρωση του εικοστού τρίτου έτους της ηλικίας τους. Υπενθυμίζεται ότι η σχετική ρύθμιση εισήχθη στον Κώδικα Μετανάστευσης το 2023, σε συνέχεια ρητής δέσμευσης της τότε πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Μετανάστευσης. Η προτεινόμενη κατάργηση δημιουργεί κενό στην προστασία παιδιών που κατεξοχήν έχουν ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία.

    Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες
    Αθήνα, 13-1-2026

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 14:54 | ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

    Στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο προτείνεται να συμπεριληφθεί διάταξη με την οποία θα επιβάλλεται η αυτοματοποιημένη αντιπαραβολή των δακτυλικών αποτυπωμάτων (αμφότερων των δεικτών) των πολιτών τρίτων χωρών που ελήφθησαν από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου ή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στα πλαίσια υποβληθέντος αιτήματος για χορήγηση άδειας διαμονής με τα αποτυπώματα που τηρούνται στη βάση δεδομένων της Ελληνικής Αστυνομίας, προς διαπίστωση τυχόν καταχώρησης των αιτούντων με άλλα στοιχεία ταυτότητας (επειδή π.χ. σε σύλληψή τους κατά το παρελθόν είχαν δηλώσει προφορικά ψευδή ή διαφοροποιημένα στοιχεία ταυτότητας λόγω μη κατοχής ταυτοποιητικού εγγράφου) και ύπαρξης στο πρόσωπό τους τόσο λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας ικανών να οδηγήσουν στην απόρριψη των ως άνω αιτημάτων τους όσο και εκκρεμών διωκτικών εγγράφων με τα οποία διατάσσεται η ποινική τους σύλληψη. Μέχρι σήμερα, τα δακτυλικά αποτυπώματα που λαμβάνονται στα πλαίσια του Συστήματος Προξενικών Θεωρήσεων (για τους πολίτες τρίτων χωρών για τους οποίους είναι απαραίτητη η προξενική θεώρηση για την είσοδό τους στη χώρα μας) ή αυτά που θα λαμβάνονται όταν λειτουργήσει το Σύστημα Εισόδου – Εξόδου (για τους υπόλοιπους πολίτες τρίτων χωρών) δεν αντιπαραβάλλονται με αυτά που τηρούνται στην οικεία βάση δεδομένων της Ελληνικής Αστυνομίας.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 11:33 | ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

    Στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο προτείνεται να συμπεριληφθεί διάταξη με την οποία θα επιβάλλεται η υποβολή, καταγραφή και εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας να λαμβάνει χώρα μόνο στις υπηρεσίες της Υπηρεσίας Ασύλου που βρίσκονται πλησίον των εξωτερικών συνόρων της χώρας μας, όπως εξάλλου προβλέπεται στο νέο Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο. Κατ’ εξαίρεση και μόνο σε ό,τι αφορά την εξέταση των αιτημάτων συγκεκριμένων κατηγοριών προσώπων, αυτή θα πρέπει να λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της χώρας μας. Η αλλαγή αυτή θα περιορίσει δραστικά τη δράση των εγκληματικών δικτύων που δραστηριοποιούνται στην προώθηση στο εσωτερικό της χώρας μας, πολλές φορές με επικίνδυνο τρόπο, πολιτών τρίτων χωρών που έχουν εισέλθει και διαμένουν παράνομα στην Ελλάδα και θα συμβάλλει στην εξοικονόμηση των ανθρώπινων και υλικών πόρων που απαιτούνται για την καταπολέμησή τους.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 11:08 | ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

    Στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο προτείνεται να συμπεριληφθούν διατάξεις με τις οποίες θα τροποποιούνται το άρθρο 15 του Ν. 5038/2023 καθώς και τα άρθρα 11, 13, 16 και 18 του Ν. 4939/2022, ώστε λόγος τόσο απόρριψης αιτήματος για χορήγηση ή ανανέωση άδειας διαμονής με βάση τις διατάξεις του Ν. 5038/2023 όσο και ανάκλησης τέτοιου είδους άδειας καθώς και λόγος τόσο απόρριψης αιτήματος για παροχή διεθνούς προστασίας με βάση τις διατάξεις του Ν. 4939/2022 όσο και ανάκλησης τέτοιου είδους αναγνωρισθέντος καθεστώτος προστασίας να συνιστά και ο έμπρακτος μη σεβασμός εκ μέρους του πολίτη τρίτης χώρας του τρόπου ζωής και της πολιτισμικής ταυτότητας που χαρακτηρίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της. Πραγματικά είναι οξύμωρο ένας πολίτης τρίτης χώρας να επιδιώκει τη μετάβασή του σε μια Ευρωπαϊκή χώρα με σκοπό είτε να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής του είτε να του παρασχεθεί προστασία από διώξεις και ταυτόχρονα να μην σέβεται βασικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας των γηγενών κατοίκων της εν λόγω χώρας.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 10:05 | ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

    Στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο προτείνεται να συμπεριληφθεί διάταξη με την οποία θα τροποποιείται το άρθρο 87 παρ. 10 του Ν. 4939/2022 ώστε να είναι υποχρεωτική η κοινοποίηση στην Ελληνική Αστυνομία και των αποδεικτικών επίδοσης των αναφερόμενων στη συγκεκριμένη διάταξη διοικητικών αποφάσεων. Τα εν λόγω αποδεικτικά επίδοσης πολλές φορές δεν είναι διαθέσιμα στις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, μέσω της οικείας ηλεκτρονικής εφαρμογής, με συνέπεια οι εν λόγω υπηρεσίες να μην είναι σε θέση να κινούν άμεσα, όταν διαπιστώνουν από τα αντλούμενα στοιχεία ότι δεν χορηγήθηκε προθεσμία για οικειοθελή αναχώρηση ή ότι αυτή που χορηγήθηκε έχει πλέον παρέλθει, την ποινική διαδικασία σε βάρος του αιτούντος αλλοδαπού για το αυτόφωρο ποινικό αδίκημα της παράνομης παραμονής στη χώρα μας και στη συνέχεια τη διαδικασία αναγκαστικής επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Επίσης, η μη κοινοποίηση των ως άνω αποδεικτικών επίδοσης έχει ως συνέπεια οι υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας να μην είναι σε θέση να κινούν και την ποινική διαδικασία για την αξιόποινη πράξη της παράνομης εισόδου στη χώρα μας, όταν η συγκεκριμένη διαδικασία δεν έλαβε χώρα σε προγενέστερο χρόνο, σε βάρος του αιτούντος του οποίου το αίτημα απερρίφθη στην ουσία του με τελική απόφαση, καθόσον, μέχρι την επίδοση της εν λόγω απορριπτικής απόφασης και την παρέλευση της προθεσμίας για άσκηση διοικητικής ή δικαστικής προσφυγής, ο αιτών δεν δύναται να διωχθεί ποινικά για την πράξη της παράνομης εισόδου με βάση το άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Η λήψη των παραπάνω αποδεικτικών κατόπιν απευθείας επικοινωνίας της υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας που έχει επιληφθεί της υπόθεσης με την αρμόδια υπηρεσία της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αδύνατη τις ημέρες αργίας ή μετά το πέρας του ωραρίου λειτουργίας της τελευταίας, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η κίνηση και ολοκλήρωση των παραπάνω διαδικασιών εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 10:50 | ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

    Στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο προτείνεται να συμπεριληφθεί διάταξη με την οποία θα επιβάλλεται η αυτοματοποιημένη αντιπαραβολή των δακτυλικών αποτυπωμάτων των πολιτών τρίτων χωρών που προσέρχονται απευθείας σε υπηρεσία της Υπηρεσίας Ασύλου για υποβολή αιτήματος παροχής διεθνούς προστασίας, χωρίς να έχουν συλληφθεί προηγουμένως από τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος, με τα αποτυπώματα που τηρούνται στη βάση δεδομένων της Ελληνικής Αστυνομίας, προς διαπίστωση τυχόν καταχώρησης των αιτούντων με άλλα στοιχεία ταυτότητας και ύπαρξης στο πρόσωπό τους τόσο λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας ικανών να οδηγήσουν στην απόρριψη των ως άνω αιτημάτων τους όσο και εκκρεμών διωκτικών εγγράφων με τα οποία διατάσσεται η ποινική τους σύλληψη. Μέχρι σήμερα, τα δακτυλικά αποτυπώματα που λαμβάνονται από τις υπηρεσίες της Υπηρεσίας Ασύλου χρησιμοποιούνται μόνο για λόγους αντιπαραβολής και εισαγωγής τους στη βάση δεδομένων του EURODAC.

  • 12 Ιανουαρίου 2026, 23:57 | ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

    Στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο θα πρέπει να προστεθεί διάταξη με την οποία θα αίρεται η αντίφαση που υφίσταται μεταξύ των άρθρων 97 παρ. 3 και 110 παρ. 1 του Ν. 4939/2022.
    Ειδικότερα:
    α) Στο άρθρο 97 παρ. 3 του Ν. 4939/2022, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 του Ν. 5226/2025, ορίζεται ότι: «Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής και, εφόσον αυτή ασκηθεί εμπρόθεσμα, μέχρι την επίδοση της απόφασης επ’ αυτής, ο αιτών επιτρέπεται να παραμείνει στο έδαφος της χώρας, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 110 του παρόντος Κώδικα».
    β) Αντίθετα, στο άρθρο 110 παρ. 1 του Ν. 4939/2022, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 5226/2025, ορίζεται ότι: «Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής και, εφόσον αυτή ασκηθεί εμπρόθεσμα, έως την έκδοση απόφασης επί αυτής, ο αιτών επιτρέπεται να παραμείνει στο έδαφος της χώρας».
    Θα πρέπει οι δύο διατάξεις να εναρμονιστούν και να ξεκαθαριστεί μέχρι πότε ο αιτών θα μπορεί να παραμένει στη χώρα μας: έως την έκδοση της απόφασης επί της προσφυγής του ή έως την επίδοση της συγκεκριμένης απόφασης, διότι πρόκειται για διαφορετικές πράξεις της σχετικής διαδικασίας με την πρώτη (έκδοση) να προηγείται της δεύτερης (επίδοση).
    Το πρόβλημα που δημιουργείται είναι ουσιαστικό καθόσον πρέπει να προσδιοριστεί το πότε ακριβώς γίνεται παράνομη η διαμονή του αλλοδαπού στη χώρα μας και ως εκ τούτου υφίσταται υποχρέωση εφαρμογής της αυτόφωρης διαδικασίας σε βάρος του για το ποινικό αδίκημα της παράνομης παραμονής.

  • Σχόλιο του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών – ΕΦΜ για το σχέδιο νόμου «Προώθηση Πολιτικών Νόμιμης Μετανάστευσης» που βρίσκεται σε διαβούλευση έως τις 14 Ιανουαρίου 2026

    Το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών (ΕΦΜ), ως δευτεροβάθμιο όργανο εκπροσώπησης μεταναστευτικών και προσφυγικών συλλογικοτήτων στην Ελλάδα, και οι 44 μεταναστευτικές και προσφυγικές συλλογικότητες που το απαρτίζουν, παρακολουθούμε με ιδιαίτερη προσοχή το υπό δημόσια διαβούλευση σχέδιο νόμου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με τίτλο «Προώθηση Πολιτικών Νόμιμης Μετανάστευσης».

    Αναγνωρίζουμε ότι το σχέδιο νόμου επιχειρεί να απαντήσει σε υπαρκτές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, ιδίως στον τομέα της νόμιμης απασχόλησης και της κάλυψης ελλείψεων σε εργατικό δυναμικό. Θετικά αξιολογούμε τις ρυθμίσεις που αποσκοπούν στη μείωση της γραφειοκρατίας, στη μεγαλύτερη διάρκεια ισχύος των αδειών διαμονής, στην επιτάχυνση των διαδικασιών ανανέωσης, στη διευκόλυνση της πρόσβασης στη νόμιμη εργασία, καθώς και στην αντιμετώπιση διαχρονικών δυσλειτουργιών ως προς την έκδοση και ανανέωση αδειών διαμονής.

    Ιδιαίτερη σημασία έχει για εμάς η έμφαση στην ένταξη μέσω της εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, καθώς και οι προβλέψεις για φοιτητές, σπουδαστές και εργαζόμενους υψηλής ειδίκευσης. Η κοινωνική συνοχή και η ουσιαστική ένταξη των μεταναστών και προσφύγων προϋποθέτουν σταθερό καθεστώς διαμονής, εργασιακά δικαιώματα και προοπτική ζωής με αξιοπρέπεια.

    Παρά τα ανωτέρω, επισημαίνουμε ότι, και πάλι, οι απόπειρες επίλυσης των προβλημάτων που παρατηρούνται διαχρονικά, δεν αντιμετωπίζουν την πηγή του προβλήματος: Μια δαιδαλώδης νομοθεσία που προξενεί τις γραφειοκρατικές δυσλειτουργίες και ταυτόχρονα η ανεπάρκεια -και συχνά, όπως πρόσφατα, η ανυπαρξία εναλλακτικών διεξόδων τακτοποίησης της διαμονής μεταναστών στη χώρα.

    Δυστυχώς για ακόμα μία φορά εκφράζουμε τις σοβαρές ανησυχίες μας για διατάξεις του νομοσχεδίου που ενδέχεται να πλήξουν θεμελιώδη δικαιώματα και να επιβαρύνουν δυσανάλογα ευάλωτες ομάδες μεταναστών και προσφύγων.

    Ειδικότερα, η ευρεία και ασαφής ποινικοποίηση της «συνδρομής» προς παράτυπα διαμένοντες, χωρίς ρητές ανθρωπιστικές εξαιρέσεις, δημιουργεί τον κίνδυνο ποινικοποίησης της αλληλεγγύης, των οικογενειακών δεσμών και της κοινωνικής υποστήριξης. Η πρόβλεψη απώλειας καθεστώτος νομιμότητας για νόμιμα διαμένοντες μετανάστες βάσει γενικών και αόριστων κριτηρίων αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας και ενδέχεται να οδηγήσει σε αυθαίρετες πρακτικές.

    Αντίστοιχα, η περαιτέρω αυστηροποίηση των ποινών για τη διακίνηση μεταναστών δεν φαίνεται να συνοδεύεται από τεκμηριωμένη αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς της. Η εμπειρία δείχνει ότι τα οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα δεν αντιμετωπίζονται πρωτίστως με την αύξηση των ποινών, αλλά με στοχευμένες πολιτικές πρόληψης, διεθνή συνεργασία και νόμιμες οδούς μετανάστευσης.

    Παραμένει δε αντίθετη προς τις στοχεύσεις του νομοσχεδίου για τη διευκόλυνση της ένταξης των μεταναστών στη χώρα, η κατάργηση της διάταξης περί χορήγησης άδειας διαμονής υπό όρους σχολικής παρακολούθησης σε ασυνόδευτα ανήλικα που ενηλικιώνονται.

    Επιπλέον, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το πλαίσιο που αφορά τις οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών. Ενώ η διαφάνεια και η λογοδοσία αποτελούν αναγκαία στοιχεία, το νομοσχέδιο υιοθετεί μια γενικευμένη προσέγγιση καχυποψίας απέναντι στις ΜΚΟ, οι οποίες διαχρονικά καλύπτουν κρίσιμα κενά στην υποστήριξη μεταναστών και προσφύγων. Η αυστηροποίηση των κυρώσεων, χωρίς σαφή διάκριση μεταξύ παράνομης δράσης και νόμιμου ανθρωπιστικού έργου, κινδυνεύει να περιορίσει ουσιαστικά τον χώρο δράσης της Κοινωνίας των Πολιτών.

    Τέλος, επισημαίνουμε ότι από το σχέδιο νόμου απουσιάζει οποιαδήποτε ουσιαστική πρόβλεψη για τη συμμετοχή των ίδιων των μεταναστών και προσφύγων στη διαμόρφωση, εφαρμογή και αξιολόγηση των πολιτικών που τους αφορούν. Η μεταναστευτική πολιτική δεν μπορεί να είναι βιώσιμη χωρίς τη φωνή και την ενεργή συμμετοχή των άμεσα ενδιαφερόμενων.

    Το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών καλεί το Υπουργείο:

    να επανεξετάσει το συνολικό πλαίσιο της μεταναστευτικής νομοθεσίας με κατεύθυνση την απλοποίησή του, και ταυτόχρονα, τη δημιουργία ενός πάγιου συστήματος επαναφοράς στη νομιμότητα
    να επαναδιατυπώσει τις διατάξεις περί «συνδρομής» με σαφείς ανθρωπιστικές εξαιρέσεις,
    να διασφαλίσει την αναλογικότητα των προβλεπόμενων ποινών,
    να ενισχύσει τον θεσμικό διάλογο με τις μεταναστευτικές κοινότητες και την κοινωνία των πολιτών,
    και να ενσωματώσει ουσιαστικές εγγυήσεις προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.
    Μια αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική οφείλει να συνδυάζει τη νομιμότητα με τη δικαιοσύνη, την ασφάλεια με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την οικονομική ανάπτυξη με την κοινωνική συνοχή.

  • Η περιγραφή του σκοπού στο άρθρο 1 του Σχεδίου Νόμου ουδόλως ανταποκρίνεται στις διατάξεις του, ιδίως, δε ως προς την διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου μεταναστευτικής πολιτικής, ενώ σκανδαλώδης είναι η αναφορά στο αντικείμενο ρύθμισης του Σχεδίου Νόμου της αυστηροποίησης των ποινών και κυρώσεων για όσους διευκολύνουν την παράνομη είσοδο, παραμονή και έξοδο πολιτών τρίτων χωρών με έμφαση στην πρόβλεψη ως επιβαρυντικής περίστασης της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ιδιότητας μέλους Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ).

    Προτείνεται η αναδιατύπωση των άρθρων 1 και 2 προκειμένου να ανταποκρίνονται σε σκοπό και αντικείμενο του Σχεδίου Νόμου σύμφωνα με την νομιμότητα. Προτείνεται, σε κάθε περίπτωση, η διαγραφή της περ. στ΄ του άρθρου 2, που αναγγέλλει την εισαγωγή αντισυνταγματικών διατάξεων, όπως αναλύουμε περαιτέρω στις παρατηρήσεις επί των άρθρων 15 και 16 του παρόντος.

  • 11 Ιανουαρίου 2026, 13:39 | Π.Δ

    Δώστε κίνητρα να εργαστούν οι Έλληνες στην Ελλάδα και να μπορούν να κάνουν οικογένεια και παιδιά και οι μετανάστες (που σχεδόν πλέον είναι όλοι οικονομικοί ) να επιστρέψουν στις χώρες τους .

  • 8 Ιανουαρίου 2026, 12:10 | PANAGIOTIS

    Να θωρακιστούν τα σύνορα από την παράνομη είσοδο λαθρομεταναστών. Για τους λαθρομετανάστες να σταματάνε τα πλοιάρια πριν μπουν στα Ελληνικά χωρικά ύδατα το λιμενικό και το πολεμικό ναυτικό και να επιστρέφουν πίσω, αντί της διάσωσης και εισδοχής στη χώρα που γίνεται σήμερα αφού τα αφήσουν να μπουν στα Ελληνικά χωρικά ύδατα. Να υπάρχει μια διαφανή και αντιγραφειοκρατική διαδικασία για την νόμιμη εισδοχή ειδικά εργαζομένων που χρειάζονται σε χειρονακτικές εργασίες ή εργαζομένων με αυξημένα προσόντα που είναι απαραίτητοι στην αγορά εργασίας. Οι λαθρομετανάστες να μη λαμβάνουν κανένα επίδομα και να επαναπατρίζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα, όχι μεγαλύτερο των 3 μηνών. Επίσης κατά την παραμονή στη χώρα να μην έχουν καμία πρόσβαση στο διαδίκτυο και στα δίκτυα κινητής ή σταθερής τηλεφωνίας πέρα από επικοινωνία με άτομα ή φορείς που θα φροντίσουν για την επιστροφή τους πίσω

  • 2 Ιανουαρίου 2026, 10:19 | ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

    Σε καμία περίπτωση δε πρέπει να υπάρξει εισροή εργαζομένων από τρίτες χώρες. Ήδη υπάρχει μεγάλη ανεργία στα νέα Ελληνόπουλα και καθόλου κίνητρα για εργασία. Μόνο εμπόδια στους εργοδότες. Για το λόγο αυτό, μόνο όταν και εάν μειωθούν σημαντικά τα ποσοστά αυτά, ας επιτραπεί η περιορισμένη διάθεση κενών θέσεων εργασίας σε αλλοδαπούς τρίτων χωρών.