Στο άρθρο 24 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α’ 81), περί υποχρεώσεων ιδιωτών και υπαλλήλων και κυρώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 4, αα) στο πρώτο εδάφιο μετά τη λέξη «κάθειρξη» διαγράφονται οι λέξεις «μέχρι δέκα (10) ετών» και αβ) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «κατά συνήθεια» αντικαθίστανται από τις λέξεις «είναι μέλος Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (Μ.Κ.Ο.) εγγεγραμμένης στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ του άρθρου 78 του Κώδικα Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών (ν. 4939/2022, Α’ 111),», β) στην παρ. 5, βα) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «ενός (1) έτους» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δύο (2) ετών», ββ) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών», βγ) προστίθεται νέο, τρίτο, εδάφιο, γ) η παρ. 6 αντικαθίσταται, δ) προστίθενται νέες παρ. 8 και 9 και το άρθρο 24 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 24
Υποχρεώσεις ιδιωτών και υπαλλήλων – Κυρώσεις
- Απαγορεύεται η εκμίσθωση ακινήτων σε πολίτη τρίτης χώρας που δεν έχει διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις και ισχυρή θεώρηση εισόδου ή άδεια διαμονής.
- Στα πρόσωπα που παραβιάζουν την παρ. 1, επιβάλλεται, με απόφαση του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, χρηματικό πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
- Στα πρόσωπα που υποβάλλουν ανακριβείς δηλώσεις ή βεβαιώσεις που προβλέπονται στον νόμο αυτό και στις κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις, καθώς και στους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι κατέχουν άδεια διαμονής, παρέχουν όμως εξαρτημένη εργασία ή υπηρεσίες ή έργο ή ασκούν ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, χωρίς την απαιτούμενη, κατ’ αντιστοιχία, άδεια διαμονής ή έγκριση πρόσβασης στην αγορά εργασίας, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
- Όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό πολίτη τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε από κερδοσκοπία ή κατ’ επάγγελμα ή είναι μέλος Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (Μ.Κ.Ο.) εγγεγραμμένης στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ του άρθρου 78 του Κώδικα Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών (ν. 4939/2022, Α΄ 111), ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
- Όποιος διευκολύνει την παράνομη διαμονή πολίτη τρίτης χώρας ή δυσχεραίνει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών για εντοπισμό, σύλληψη και απέλασή του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε από κερδοσκοπία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Αν η πράξη τελείται κατ’ επάγγελμα ή από μέλος Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (Μ.Κ.Ο.), εγγεγραμμένης στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ του άρθρου 78 του Κώδικα Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Με τις ανωτέρω ποινές τιμωρείται και όποιος προσκαλεί πρόσωπα με «Επιχειρηματική Πρόσκληση» στην ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 7, με σκοπό την παραβίαση της μεταναστευτικής νομοθεσίας και των κείμενων ευρωπαϊκών διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν που αφορούν στην είσοδο και διαμονή πολιτών τρίτων χωρών.
- α) Όποιος παράνομα κατέχει ή χρησιμοποιεί γνήσιο διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος κατέχει ή χρησιμοποιεί πλαστό διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο.
β) Όποιος παράνομα παρακρατεί διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου ή αρνείται να παραδώσει τούτο στην αρμόδια υπηρεσία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
γ) Αν ο δράστης των περ. α) και β) ενήργησε από κερδοσκοπία ή κατ’ επάγγελμα ή είναι μέλος Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (Μ.Κ.Ο.) εγγεγραμμένης στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ του άρθρου 78 του Κώδικα Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
- Ο υπεύθυνος γραφείου ταξιδιών ή μετανάστευσης ή οποιοσδήποτε άλλος υποβάλλει για λογαριασμό τρίτου στην αρμόδια αρχή δικαιολογητικά εκδόσεως ταξιδιωτικού εγγράφου, με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα του προσώπου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και εκείνος, για λογαριασμό του οποίου υποβάλλονται τα δικαιολογητικά. Με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη επιβάλλεται και τρίμηνη αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του γραφείου και, σε περίπτωση υποτροπής, οριστική αφαίρεση της άδειας αυτής.
- Αν ο φερόμενος ως δράστης των αξιόποινων πράξεων των παρ. 4, 5, 6 και 7 είναι μέλος Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (Μ.Κ.Ο.), εγγεγραμμένης στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ του άρθρου 78 του Κώδικα Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του, ο Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου δύναται να διατάσσει τη διαγραφή της συγκεκριμένης Μ.Κ.Ο. από το άνω μητρώο. Επανεγγραφή της συγκεκριμένης Μ.Κ.Ο. στο άνω μητρώο είναι δυνατή, μετά από αίτηση της ίδιας, μόνο μετά την αμετάκλητη αθώωση του φερόμενου ως δράστη.
9. Αν ο φερόμενος ως δράστης των αξιόποινων πράξεων των παρ. 1, 4, 5, 6 και 7 του παρόντος είναι πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος διαμένει νόμιμα στη χώρα με οριστικό τίτλο διαμονής ή με βεβαίωση κατάθεσης αίτησης χορήγησης ή ανανέωσης τίτλου διαμονής, σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα, ο οριστικός τίτλος διαμονής του δύναται να ανακαλείται ή η αίτηση χορήγησης ή ανανέωσης του τίτλου διαμονής δύναται να απορρίπτεται για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του παρόντος Κώδικα.».





Το προτεινόμενο πλαίσιο επιβάλλει ανησυχητικές και δυσανάλογες επιβαρύνσεις και ποινές σε. βάρος οργανώσεων και προσώπων των ΜΚΟ. Αντί να ενισχυθεί η συνεργασία κράτους και κοινωνίας των πολιτών, να αναγνωριστεί ο σημαντικός ρόλος τους και η προσφορά τους, τα άρθρα 15 και 16 εισάγουν καθεστώς ποινικής ευθύνης που συνδέεται με την ιδιότητα συμμετοχής σε νόμιμα καταγεγραμμένη οργάνωση. Το υπάρχον πλαίσιο ποινικής ευθύνης για τις εν λόγω πράξεις είναι ήδη αυστηρότατο και δεν προκύπτει, οποιαδήποτε ανάγκη για περαιτέρω αυστηροποίηση. Τα τελευταία 30 χρόνια δεν έχει καταδικαστεί τελεσίδικα κανένα μέλος ΜΚΟ για διευκόλυνση παράνομης εισόδου, όμως ενισχύεται συνεχώς η παραφιλολογία ότι δήθεν οι ΜΚΟ είναι αυτές που εμπλέκονται στην παράνομη είσοδο αλλοδαπών. Συνεπώς στόχος των συγκεκριμένων άρθρων είναι η εισαγωγή μιας νέας μορφής ποινικής στοχοποίησης, επιβάλλοντας κυρώσεις όμοιες με εκείνες της επαγγελματικής εγκληματικής δράσης, μόνο και μόνο επειδή το άτομο ανήκει ή συνεργάζεται με εγγεγραμμένη ΜΚΟ. Με αυτόν τον τρόπο παραβιάζονται αρχές που απορρέουν από το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο, μεταξύ των οποίων η ισότητα ενώπιον του νόμου, η προστασία της συλλογικής δράσης, η ελευθερία συμμετοχής σε ενώσεις και η δυνατότητα πρόσβασης σε νομική και ανθρωπιστική υποστήριξη για όσους αιτούνται άσυλο. Δεν προβάλλεται σαφής, επαληθεύσιμη αιτιολόγηση που να δικαιολογεί τη μετατροπή πλημμεληματικών πράξεων σε κακουργηματικά αδικήματα με μόνο διαφοροποιητικό στοιχείο το γεγονός ότι κάποιος είναι μέλος ΜΚΟ.
Εξίσου προβληματική είναι η πρόβλεψη σοβαρών δευτερογενών διοικητικών κυρώσεων, όπως η δυνατότητα διαγραφής από το Μητρώο ΜΚΟ της οργάνωσης της οποίας μέλος είναι ο φερόμενος ως «δράστης», καθώς και η δυνατότητα ακύρωσης αδειών παραμονής, εφόσον πρόκειται για πολίτη τρίτης χώρας, πριν καν υπάρξει τελεσίδικη κρίση περί τυχόν τέλεσης αξιόποινης πράξης. Η απομάκρυνση από τη θεμελιώδη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, καθώς και η μετατόπιση βαρύτατων συνεπειών σε επίπεδο απλής υποψίας, υπονομεύει τόσο την ασφάλεια δικαίου όσο και τις βασικές αρχές της δημοκρατίας.
Mε τα άρθρα 15 και 16, στις προβλεπόμενες επιβαρυντικές περιστάσεις των αδικημάτων της διευκόλυνσης παράνομης εισόδου, εξόδου, διαμονής και διέλευσης υπηκόων τρίτων χωρών (άρθρα 24 και 25 Ν. 5038/2023), προστίθεται η ιδιότητα του δράστη ως μέλους Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης εγγεγραμμένης μάλιστα στο Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Η παραπάνω επιβαρυντική περίσταση συμπληρώνει αυτές της κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία τέλεσης των αδικημάτων, ενώ για τη συνδρομή της αρκεί μόνο η ιδιότητα του μέλους ΜΚΟ χωρίς να εξετάζεται καμία άλλη συνθήκη, το οικονομικό όφελος π.χ. ή τρόπος τέλεσης.
Η ως άνω επιβαρυντική περίσταση των αδικημάτων υποδηλώνει, όπως όλες οι επιβαρυντικές περιστάσεις, αυξημένη απαξία στην τέλεση των εγκλημάτων και επισύρει αυξημένες ποινές, που φτάνουν τα 10 έτη κάθειρξης και χρηματική ποινή 50.000, ή και 60.000 έως 100.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, ενώ επιφέρει επίσης διαγραφή της ΜΚΟ από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, μόνο με την άσκηση της ποινικής δίωξης καθώς και αφαίρεση της άδειας παραμονής, εάν ο φερόμενος ως δράστης είναι πολίτης τρίτης χώρας.
Με τις διατάξεις αυτές όχι μόνο αυξάνονται αδικαιολόγητα και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας οι ήδη εξαιρετικά αυστηρές προβλεπόμενες ποινές αλλά και ποινικοποιείται κατ’ ουσίαν η ιδιότητα του μέλους ΜΚΟ, καθώς αυτή και μόνο αρκεί για να αποτελέσει επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης των σχετικών αδικημάτων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός της παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας που βρίσκεται στον καταστατικό σκοπό της ύπαρξης των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στην υποδοχή και προστασία αιτούντων διεθνούς προστασίας και που σύμφωνα με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία δίνει το δικαίωμα στο κράτος μέλος ακόμα και να απόσχει από την επιβολή οποιασδήποτε κύρωσης σε σχέση με τα αδικήματα της διευκόλυνσης εισόδου, εξόδου, διέλευσης και παραμονής πολιτών τρίτων χωρών, εφόσον η συµπεριφορά αποσκοπεί στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας. Περαιτέρω οι προβλέψεις του Νομοσχεδίου ποινικοποιούν μια κατά τα άλλα νόμιμη ιδιότητα, αφού η επιβαρυντική περίσταση αφορά στην ιδιότητα του μέλους ΜΚΟ εγγεγραμμένης κατά τα άλλα στο Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης, που τεκμαίρεται δηλαδή ότι έχει ελεγχθεί προ της εγγραφής της στο Μητρώο.
Τέλος, οι προβλέψεις αυτές είναι αντίθετες σε συστάσεις Ευρωπαϊκών και Διεθνών Οργάνων προς την ελληνική Πολιτεία σχετικά με την κατάσταση των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα και τις εξαγγελίες της ελληνικής Κυβέρνησης να περιορίσει την νόμιμη υπεράσπιση των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών από ΜΚΟ. Όλως ενδεικτικώς, στην τελευταία από 16.09.2025 επίσημη επικοινωνία προς την ελληνική Κυβέρνηση η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξέφρασε οξεία ανησυχία σχετικά με το ενδεχόμενο η ελληνική Πολιτεία να επιτίθεται στην καθόλα νόμιμη εργασία των ΜΚΟ με σκοπό τον εκφοβισμό και τη συκοφάντησή τους στην κοινή γνώμη, αλλά και εξέφρασε φόβους σχετικά με την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα των προβλέψεων για το Μητρώο και τη λειτουργία του ως μέσου ποινικοποίησης της δράσης των ΜΚΟ. Η πρόβλεψη εξάλλου για διαγραφή ΜΚΟ από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με μόνη την άσκηση ποινικής δίωξης κατά μέλους της και επανεγγραφή της μετά την αμετάκλητη αθώωσή του κατάφωρα πλήττει Αρχές όπως η αυτή της αναλογικότητας, του τεκμηρίου αθωότητας και της ασφάλειας δικαίου αλλά και εκθέτει Οργανισμούς, εργαζόμενους καθώς και κυρίως τους ανθρώπους που εξυπηρετούν αλλά και την ίδια την Πολιτεία σε στέρηση των προσφερόμενων από την ΜΚΟ υπηρεσιών για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.
Οι διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του νομοσχεδίου όμως αγνοούν και τα πολυάριθμα και πολύνεκρα ναυάγια στα θαλάσσια σύνορα της Ελλάδας, τις συνεχιζόμενες και εντεινόμενες διεθνείς συγκρούσεις, με θύματα και αμάχους και τις ευρύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις που κάνουν κάθε μέρα πιο επιτακτική τη συνεργασία με πνεύμα εμπιστοσύνης μεταξύ της Πολιτείας και της Κοινωνίας των Πολιτών για την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας σε ανθρώπους που φτάνουν στα σύνορα της Ελλάδας, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας για το σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, το δίκαιο του ασύλου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι Γιατροί χωρίς Σύνορα καλούμε προς την απαλοιφή της σχετικής επιβαρυντικής περίστασης της ιδιότητας του μέλους ΜΚΟ και την ρητή πρόβλεψη της εξαίρεσης της παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας από τις κυρώσεις των σχετικών αδικημάτων.
Οι προβλεπόμενες διατάξεις του άρθρου 15, ιδίως αυτές που αναφέρονται στην εργασία σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (Μ.Κ.Ο.) ως επιβαρυντική περίσταση και συνακόλουθη αυξημένη ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, όπως περιγράφονται στις παραγράφους 4,5,6 και 8 του άρθρου, αφενός έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα της Ελλάδος, όσον αφορά τους Έλληνες υπηκόους, καθώς και κατά των θεμελιωδών αρχών της απαγόρευσης των διακρίσεων, της ελευθερίας της έκφρασης και του συνεταιρίζεσθαι και αφετέρου καταστρατηγούν τον σημαίνοντα ρόλο που διαδραματίζει η Κοινωνία των Πολιτών στην Ελλάδα μέσω των Μ.Κ.Ο., οι οποίες σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής λειτουργούν συμπληρωματικά προς το κράτος και σε αρκετές περιπτώσεις αναλαμβάνουν τον ρόλο του συνεργάτη για το Ελληνικό Κράτος.
Ο ρόλος των Μ.Κ.Ο. έχει κατοχυρωθεί και αναδειχθεί σε πληθώρα κειμένων σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Ενδεικτικά αναφέρεται το Άρθρο 71 του Χάρτη του ΟΗΕ (Chapter X – Economic and Social Council), το οποίο προβλέπει ότι το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο (ECOSOC) μπορεί να θεσπίσει κατάλληλες ρυθμίσεις για διαβουλεύσεις με μη κυβερνητικές οργανώσεις που ασχολούνται με θέματα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου. Με βάση αυτό το άρθρο, λειτουργεί σύστημα το οποίο επιτρέπει στις Μ.Κ.Ο. να έχουν συμβουλευτικό ρόλο στον ΟΗΕ (Chapter X: Article 71 — Charter of the United Nations — Repertory of Practice of United Nations Organs — Codification Division Publications).
Περαιτέρω, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώνει βασικά δικαιώματα που σχετίζονται με το έργο των Μ.Κ.Ο.:
• Άρθρο 12: Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και ελευθερία σχηματισμού ενώσεων.
• Άρθρο 7 και 8: Προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία.
• Άρθρο 63 ΣΛΕΕ: Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και εμπορικών/οργανωτικών ελευθεριών.
Τα ως άνω αναφερόμενα άρθρα προστατεύουν το δικαίωμα Μ.Κ.Ο. να συστήνονται, να λειτουργούν και να συμμετέχουν στην κοινωνική και πολιτική ζωή χωρίς περιορισμούς.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ψήφισμά του στις 17 Ιανουαρίου 2024 για τη «Διαφάνεια και Λογοδοσία των Μ.Κ.Ο.» (Texts adopted – Transparency and accountability of non-governmental organisations funded from the EU budget – Wednesday, 17 January 2024), τονίζει την καθοριστική συμβολή των Μ.Κ.Ο. στην εκπροσώπηση της Κοινωνίας των Πολιτών, στην υπεράσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών, καθώς και στη σημασία της ύπαρξης περιβάλλοντος που επιτρέπει στις Μ.Κ.Ο να ευδοκιμήσουν χωρίς αδικαιολόγητους περιορισμούς.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης (CoE) εξέδωσε τη Σύσταση CM/Rec(2007)14 (1680a4cd01) σχετικά με το νομικό καθεστώς των Μ.Κ.Ο. στην Ευρώπη. Αυτή η σύσταση:
• Αναγνωρίζει βασικές αρχές για τη δημιουργία και λειτουργία των Μ.Κ.Ο.
• Τονίζει τον σημαντικό ρόλο τους στην προώθηση ανθρώπινων δικαιωμάτων, δημοκρατίας, διαφάνειας και συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών.
• Προτείνει προδιαγραφές για τη διαχείριση, την πρόσβαση πόρων, την ελευθερία λειτουργίας και την προστασία τους από υπερβολικούς περιορισμούς.
Ακόμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (https://employment-social-affairs.ec.europa.eu/policies-and-activities/international-partners-and-agencies/non-governmental-organisations_en) υποστηρίζει ενεργά τις Μ.Κ.Ο. για να εκπληρώνουν το ρόλο τους στην κοινωνική πολιτική, την κοινωνική ένταξη, την καταπολέμηση της φτώχειας, τα ανθρώπινα δικαιώματα και άλλους τομείς. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δεσμευτεί να υποστηρίξει τις οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών στον σημαντικό ρόλο τους στην προστασία των δημοκρατιών στην Ευρώπη και στην οικοδόμηση μιας ισχυρότερης κοινωνικής Ευρώπης:
• συνεχίζοντας τον διάλογο και τη συνεργασία μαζί τους
• υποστηρίζοντάς τις μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων της ΕΕ και διαφόρων πρωτοβουλιών πολιτικής.
Παράλληλα σε έρευνα (*1680af95df) του Συμβουλίου της Ευρώπης για τον στιγματισμό των Μ.Κ.Ο, η οποία δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2024 (A study prepared by the Expert Council on NGO Law of the Conference of INGOs of the Council of Europe Based on contribution by Mr Dragan Golubović, Member of the Expert Council on NGO Law), καταδεικνύεται ότι σε πολλά κράτη μέλη αναπτύσσεται ένα μοτίβο στοχοποίησης των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών, ιδίως όσων δραστηριοποιούνται στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της υποστήριξης προσφύγων.
Στην Ελλάδα, διαχρονικά οι Μ.Κ.Ο. εκπροσωπούν την κοινωνία και αφενός καλύπτουν κενά που αδυνατούν να καλυφθούν από κρατικούς φορείς και υπηρεσίες, αφετέρου δε συνεργάζονται με τις αρμόδιες κρατικές αρχές και υπηρεσίες για να επιτελέσουν κοινούς σκοπούς, καθώς έχουν ιδιαίτερη τεχνογνωσία στο αντικείμενο τους και λόγω των δημόσιων διαδικασιών παρέχουν μεγαλύτερη ευελιξία. Η αντιμετώπιση της εργασίας σε Μ.Κ.Ο. ως επιβαρυντικής περίστασης αλλά και οι κυρώσεις στις ίδιες τις Μ.Κ.Ο. σε καμία περίπτωση δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Αντιθέτως, υπονομεύουν την ίδια την ελληνική κοινωνία, καθώς οι Μ.Κ.Ο. έχουν καταστατικό σκοπό την υποστήριξη και την προστασία ανθρώπων που βρίσκονται σε ευάλωτη θέση και όχι, σε καμία περίπτωση, την τέλεση παράνομων ενεργειών — κάτι που αποδεικνύεται διαχρονικά από το έργο και τη δράση τους. Μάλιστα, το γεγονός ότι οι Μ.Κ.Ο. εγγράφονται στα κρατικά μητρώα του εκάστοτε Υπουργείου, διατηρούν αυστηρές διαδικασίες ελέγχου και διαφάνειας σε οικονομικό και λειτουργικό επίπεδο και δημοσιεύουν τα οικονομικά στοιχεία τους, προκειμένου να συνεργάζονται με διεθνείς και κρατικούς φορείς, συνηγορεί στην αξιοπιστία που τις διακρίνει και ενώ θα έπρεπε η Πολιτεία να επιβραβεύει και να ενισχύει το ρόλο τους, αντίθετα το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αποτελεί ξεκάθαρη στοχοποίηση τους.
Η στοχοποίηση τόσο των ίδιων των Μ.Κ.Ο. που επιτελούν ένα τόσο σημαντικό έργο στην Ελλάδα, όσο και των εργαζομένων σε αυτές δημιουργεί ένα ιδιαίτερα αρνητικό προηγούμενο σε περίπτωση που η διάταξη ψηφισθεί και είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν κυρώσεις από διεθνή και ευρωπαϊκά όργανα.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμο οι διατάξεις που αναφέρονται στους εργαζόμενους στις Μ.Κ.Ο. και στις ίδιες τις Μ.Κ.Ο. να απαλειφθούν από το προτεινόμενο νομοσχέδιο.
Η διάταξη του άρθρου 24 Ν.5038/2023, έτσι όπως προτείνεται να τροποποιηθεί, καθιστά την ιδιότητα μέλους ΜΚΟ που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο ΜΚΟ του αρθ. 78 Ν.4939/2022 ως “επιβαρυντική περίσταση” για μια σειρά αδικημάτων, με αποτέλεσμα την πραγματική εκτόξευση των απειλούμενων ποινών για αυτά. Η ΜΚΟ θα τιμωρείται δυσανάλογα με διαγραφή από το Μητρώο ΜΚΟ και το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καταβαραθρώνεται, καθώς θα αρκεί και μόνο η ύπαρξη ποινικής δίωξης κατά μέλους ΜΚΟ, έστω και αν μετά επέλθει απαλλαγή του από τις σχετικές κατηγορίες. Αντιθέτως, για την επανεγγραφή της ΜΚΟ στο Μητρώο ΜΚΟ θα πρέπει η αθωωτική απόφαση να είναι αμετάκλητη, κάτι που όλοι και όλες γνωρίζουμε πόσα χρόνια απαιτείται να παρέλθουν για να συμβεί στην Ελλάδα!
Το SolidarityNow επιθυμεί να εκφράσει τη σοβαρή του ανησυχία σχετικά με το περιεχόμενο του άρθρου 24. Οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της μετανάστευσης, του ασύλου και της κοινωνικής προστασίας λειτουργούν επί δεκαετίες συμπληρωματικά προς το κράτος, καλύπτοντας ουσιώδη κενά στην παροχή υπηρεσιών πρώτης γραμμής, στην υποστήριξη ευάλωτων πληθυσμών, στην ενημέρωση για δικαιώματα και υποχρεώσεις, καθώς και στη διασύνδεση με τις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες. Η δράση τους ασκείται εντός του πλαισίου της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας, υπό καθεστώς αυξημένης διαφάνειας και ελέγχου, ιδίως για όσες οργανώσεις είναι εγγεγραμμένες στα επίσημα μητρώα του Υπουργείου.
Η επιλογή του νομοθέτη να αντιμετωπίζει την ιδιότητα του μέλους Μ.Κ.Ο. ως στοιχείο που επιβαρύνει αυτοτελώς την ποινική ευθύνη, δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια και καλλιεργεί μια γενικευμένη καχυποψία απέναντι σε εργαζόμενους και εθελοντές της κοινωνίας των πολιτών. Παράλληλα, δημιουργεί σοβαρό αποτρεπτικό αποτέλεσμα για τη νόμιμη και αναγκαία δράση των Μ.Κ.Ο., σε πεδία όπου η παρουσία τους είναι κρίσιμη για την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και την κοινωνική συνοχή. Εξίσου προβληματική είναι και η πρόβλεψη δυνατότητας διαγραφής Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης από το Μητρώο ήδη από το στάδιο της άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος φυσικού προσώπου. Η ρύθμιση αυτή παρακάμπτει το τεκμήριο αθωότητας και εκθέτει ολόκληρους οργανισμούς, το προσωπικό τους και τους ωφελούμενούς τους σε σοβαρές συνέπειες, πριν υπάρξει οποιαδήποτε αμετάκλητη δικαστική κρίση. Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται αναγκαία η απάλειψη των διατάξεων του άρθρου 24 που συνδέουν την ιδιότητα του μέλους Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης με αυστηρότερες ποινικές ή διοικητικές συνέπειες, καθώς και των ρυθμίσεων περί διαγραφής από το Μητρώο.
Αύξηση του πλαισίου ποινής για τα αδικήματα των άρθρων 24 και 25 ν. 5038/2023 (διευκόλυνση, μεταφορά)
Με το άρθρο 15 του σ/ν αυξάνεται το πλαίσιο ποινής για το αδίκημα της διευκόλυνσης εισόδου από ποινή «κάθειρξη[ς] μέχρι δέκα (10) ετών» σε ποινή «κάθειρξης». Αντίστοιχα, με το άρθρο 16 του σ/ν αυξάνεται το πλαίσιο ποινής για το αδίκημα της μεταφοράς πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου, από ποινή «κάθειρξη[ς] μέχρι δέκα (10) ετών […] για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο» σε ποινή «κάθειρξης […] για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο», με αποτέλεσμα το αδίκημα να τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι 25 ετών.
Οι συγκεκριμένες διατάξεις έχουν πολλαπλώς επικριθεί καθώς αδυνατούν να διακρίνουν μεταξύ των πραγματικών διακινητών και προσφύγων, προσώπων που αναζητούν προστασίας, οι οποίοι εξαιτίας της απουσία νόμιμων οδών πρόσβασης στο άσυλο και τη διεθνή προστασίας, αναγκάζονται να αναζητήσουν προστασία με το μόνο διαθέσιμο τρόπο και υπό το καθεστώς κατάστασης ανάγκης.
Τις πιο πολλές φορές οι διατάξεις εφαρμόζονται εις βάρος προσφύγων οι οποίοι προκειμένου οι ίδιοι ή/και τα μέλη της οικογένειας τους που συνοδεύουν να έχουν πρόσβαση στη διεθνή προστασία, αναγκάζονται να οδηγήσουν τη βάρκα με την οποία αφίχθησαν μη έχοντας άλλο τρόπο πρόσβασης στην προστασία ή υπό καθεστώς άμεσης απειλής και στους οποίους επιβάλλονται δρακόντειες και εξοντωτικές ποινές εκατοντάδων ετών, χωρίς πολλές φορές να τηρούνται βασικές δικονομικές εγγυήσεις, , στην πράξη αποκλειστικά και μόνο για την προσπάθεια τους να αναζητήσουν άσυλο. Η πρακτική αυτή έχει οδηγήσει οι καταδικασμένοι για «μεταφορά» πολίτες τρίτων χωρών στις ελληνικές φυλακές να είναι από τις πλέον πολυπληθείς ομάδες κρατουμένων.
Σημειώνεται ότι η πρόσβαση στο άσυλο είναι δικαίωμα που προβλέπεται μεταξύ άλλων από τη Σύμβαση της Γενεύης και το Δίκαιο της Ένωσης. Σύμφωνα δε με το Άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης, τα κράτη απαγορεύεται να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες αποκλειστικά και μόνο «λόγω» παράνομης εισόδου. Επιπλέον δε και σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η ίδια διάταξη δεν επιτρέπει την επιβολή κυρώσεων σε πρόσφυγες για το αδίκημα της μεταφοράς, διακίνησης ή διεκόλυνσης εισόδου «εφόσον οι ίδιοι ήταν αυτοί που διακινούνταν ή εάν προέβησαν στις ενέργειες αυτές για να εξασφαλίσουν την είσοδο των ιδίων, της οικογένειάς τους ή τρίτων για ανθρωπιστικούς λόγους». Έτσι και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος (Δεύτερο Πρωτόκολλο, Πρωτόκολλο κατά της Λαθραίας Διακίνησης Μεταναστών), κυρωθείσα από την Ελληνική Δημοκρατία με τον ν. 3875/2010, η οποία προϋποθέτει για την επιβολή ποινικών κυρώσεων για τα σχετικά αδικήματα, αυτά να τελούνται «με πρόθεση και για να αποκτηθεί άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος». Σε αυτή την κατεύθυνση δε και το Δίκαιο της Ένωσης, το οποίο σύμφωνα με το ΔΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και των πρωτοκόλλων της.
Η εθνική νομοθεσία, δεν ευθυγραμμίζεται με τις παραπάνω εγγυήσεις με αποτέλεσμα αντί της αντιμετώπισης των ίδιων των εγκληματικών δικτύων δια της ποινικής νομοθεσίας, να ποινικοποιούνται οι ίδιοι οι πρόσφυγες οι οποίοι αναζητούν προστασία. Η αύξηση του πλαισίου ποινής, όπως προτείνεται με το σχέδιο νόμου, επιτείνει έτη περαιτέρω αυτήν την ήδη προβληματική κατάσταση.
Εισαγωγή της ιδιότητας μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών εγγεγραμμένης στο Μητρώο ως επιβαρυντικής περίπτωσης για μια σειρά αδικήματα που προβλέπονται σε ειδικό ποινικό νόμο και δυνατότητα διαγραφής της οργάνωσης από το Μητρώο μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης.
Με τα άρθρα 15 και 16 του σχεδίου νόμου εισάγεται για πρώτη φορά η ιδιότητα μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών (ΜΚΟ) εγγεγραμμένης στο μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, ως επιβαρυντική περίπτωση για μια σειρά αδικημάτων που σχετίζονται με την ευρεία και ασαφή έννοια της «συνδρομής» και ταυτοχρόνως αδικήματα που με το ισχύον νομικό πλαίσιο τυποποιούνταν ως πλημμελήματα, αναβαθμίζονται ως κακουργήματα και τιμωρούνται με πολυετής ποινές κάθειρξης.
Μεταξύ άλλων το άρθρο 15 προβλέπει ότι μόνη η ιδιότητα του μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών (ΜΚΟ) εγγεγραμμένης στο Μητρώου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου αρκεί για την αναβάθμιση των πλημμελημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 24 ν. 5038/2023 (διευκόλυνση εισόδου, διευκόλυνσης της παράνομης διαμονή, άρνηση παράδοσης ταξιδιωτικού εγγράφου κτλ), σε κακουργήματα για το οποίο προβλέπονται εξοντωτικές ποινές κάθειρξης και χρηματικές ποινές (‘κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ’). Επιπλέον, δε μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για τη διαγραφή της οργάνωσης από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Αντίστοιχα δε σε περίπτωση δικαιούχου άδειας διαμονής και μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για την ανάκληση της άδειας διαμονής.
Τέλος δεν προβλέπεται εξαίρεση για την περίπτωση παροχής ανθρωπιστικής βοήθεια όπως αυτή προβλέπεται στο Δίκιο της Ένωσης και σε συμφωνία με το διεθνές πλαίσιο.
Περαιτέρω το άρθρο 16 προβλέπει την ιδιότητα μέλους οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών ως επιβαρυντική περίπτωση και προβλέπει ποινή κάθειρξης έως 10 ετών για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο και χρηματική ποινή από 60.000 έως 100.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο για το αδίκημα της μεταφοράς του άρθρου 25 ν. 5038/2023 .
Τα ανωτέρω είναι εξόχως προβληματικά ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τελευταία χρόνια οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που συνδράμουν πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο συστηματικά συκοφαντούνται, στοχοποιούνται και δέχονται απειλές για την ανθρωπιστική τους δράση, συμπεριλαμβανομένης της παροχής νομικής συνδρομής για την πρόσβαση στο άσυλο και την άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.
Όλως ενδεικτικώς υπενθυμίζονται σχετικά οι πλέον πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου με τις οποίες ευθέως στοχοποιήθηκαν οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, για την παροχή νομικής συνδρομής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των ελληνικών Δικαστηρίων σε πρόσφυγες που αφίχθηκαν κατά τη διάρκεια της τρίμηνης παράνομης αναστολής ασύλου και στερήθηκαν για το λόγο αυτό την πρόσβαση στο άσυλο. Όπως επεσήμαναν τότε τρεις Ειδικοί Εισηγητές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, «οι δηλώσεις του [Υπουργού] συνιστούν επίθεση στο νόμιμο έργο αυτών των οργανώσεων για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο, και ότι έχουν ως στόχο να τις εκφοβίσουν και να απονομιμοποιήσουν το έργο τους στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα μάτια του κοινού. Οι φόβοι μας σε αυτό το πλαίσιο ενισχύονται από την επανειλημμένη υποτίμηση του έργου όσων δραστηριοποιούνται για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών, των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων». Αντίστοιχα, Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες με κοινή δήλωση υπογράμμισαν ότι «Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν δημόσιες δηλώσεις, πρωτοβουλίες ή άτυπες διαρροές που στιγματίζουν φορείς της κοινωνίας των πολιτών ή προτείνουν την επιβολή τιμωρητικών μέτρων σε οργανώσεις που ενδέχεται να εκφράσουν διαφορετικές απόψεις ή προσφεύγουν στη δικαιοσύνη εκπροσωπώντας τους ανθρώπους που έχουν ζητήσει τη στήριξή τους». Παρά την καταδίκη των σχετικών δηλώσεων από εθνικούς και διεθνούς φορείς ο αρμόδιος Υπουργός αρνήθηκε να ανακαλέσει τις σχετικές δηλώσεις. Σε συνέχεια δε της σχετικής απάντησης των ελληνικών αρχών προς τα όργανα του ΟΗΕ η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τους Υπερασπιστές των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέφρασε εκ νέου της ανησυχία της καθώς στην απάντηση τους οι ελληνικές αρχές συνεχίζουν να «συγχέ[ουν] το έργο των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τη διακίνηση ανθρώπων». «Το κράτος έχει την ευθύνη να ανατρέψει αυτή την ψευδή αφήγηση, όχι να την διαιωνίζει», υπογράμμισε.
Τα τελευταία χρόνια σημαντικός αριθμός διεθνών και εθνικών φορέων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων απευθύνουν επαναλαμβανόμενες και επείγουσες συστάσεις προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου αυτές να θέσουν τέρμα στις επιθέσεις κατά της κοινωνίας των πολιτών, στις εκστρατείες δυσφήμησης και σε ενδεχόμενη κατάχρηση του ποινικού δικαίου ή/και να διασφαλίσουν ένα λειτουργικό πλαίσιο για τη δραστηριοποίηση των οργανώσεων. Μεταξύ άλλων
• Η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για του Υπερασπιστές Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
• Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες
• H Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ
• Ο Επίτροπος για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης
• Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
• Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
• Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
• Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνων και η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος.
Σημειώνεται τέλος η ad hoc νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση C-821/19, σύμφωνα με την οποία «η παροχή συνδρομής προς υποβολή ή κατάθεση αιτήσεως ασύλου στο έδαφος κράτους μέλους […] δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δραστηριότητα η οποία ευνοεί την παράνομη είσοδο ή διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενή στο έδαφος κράτους μέλους», «η εν λόγω βοήθεια δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθεί με υποβοήθηση παράνομης διαμονής» (παρ. 138-139) και το Δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει την «ποινικοποίηση στο εσωτερικό δίκαιο τη συμπεριφορά οποιουδήποτε προσώπου παρέχει, στο πλαίσιο δραστηριότητας οργάνωσης, βοήθεια προς υποβολή ή κατάθεση αιτήσεως ασύλου στο έδαφός της» (παρ.144).
Περαιτέρω το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει ήδη διαπιστώσει το «αποτρεπτικό αποτέλεσμα» στο δικαίωμα αποτελεσματικής ασκησης προσφυγής ενώπιον Δικαστηρίου κατά παράβαση της ΕΣΔΑ, που έχουν μέτρα εκφοβισμού, καταχρηστικής πίεσης και ποινικής διερεύνησης εις βάρος δικηγόρων που εκπροσωπούν αιτούντες ενώπιον Δικαστηρίου (μεταξύ άλλων M.H. και λοιποί κατά Κροατίας, 2021, παρ. 322 και 335).
Εν προκειμένω, οι προτεινόμενες διατάξεις ανοίγουν το δρόμο για τη δίωξη των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και των μελών τους αποκλειστικά και μόνο για τη νόμιμης ανθρωπιστικής τους δράσης. Με τον τρόπο αυτό και με τις επαπειλούμενες εξοντωτικές ποινές πολυετούς κάθειρξης και τεράστιες χρηματικές ποινές επιχειρείται ο εκφοβισμός των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.
Σε κάθε περίπτωση δε ακόμη και εάν τα αναφερόμενα αδικήματα δεν μπορέσουν να επαρκώς να στοιχειοθετήσουν ενώπιον Δικαστηρίων, και μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για τη διαγραφή των οργανώσεων από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, γεγονός το οποίο αποκλείει τις οργανώσεις από την πρόσβαση σε δομές υποδοχής, φιλοξενίας κτλ και τη δυνατότητα παροχής νομικής συνδρομής στους εντολείς τους, πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο και τις αποκλείει από κρατική και ενωσιακή χρηματοδότηση ή/και αυθαίρετης ανάκλησης άδειας διαμονής πολίτη τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει νόμιμα στη χώρα.
Η διατύπωση του άρθρου ενέχει τον κίνδυνο της γενικευμένης ποινικοποίησης του έργου των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και δύναται να οδηγήσει σε αυθαίρετες πρακτικές, υπονομεύοντας το ρόλο των οργανώσεων. Η διάκριση αυτή αντιβαίνει στις συνταγματικές αρχές σχετικά με τη μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, καθώς και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άλλωστε αναγνωρίζει το έργο που προσφέρουν οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και το γεγονός ότι έχουν γίνει βασικοί φορείς στον τομέα της απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής, ειδικά στον αγώνα ενάντια στη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις διακρίσεις και έχει δεσμευθεί να στηρίξει το έργο τους: https://employment-social-affairs.ec.europa.eu/policies-and-activities/international-partners-and-agencies/non-governmental-organisations_en
Δεδομένου άλλωστε ότι οι οργανώσεις είναι ήδη εγγεγραμμένες στο σχετικό Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης, ήτοι ελεγμένες από το ίδιο το Υπουργείο, προτείνουμε την εξάλειψη της διάταξης που αναφέρεται σε εργαζομένους ΜΚΟ ή και στις ίδιες τις ΜΚΟ.
Στα άρθρα 21, 22, 23, 24 και 25 του Ν. 5038/2023, όπως τα δύο τελευταία τροποποιούνται με τα άρθρα 15 και 16 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, προτείνεται να συμπεριληφθεί διάταξη που να θεσπίζει την υποχρέωση, όπως και τις κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασής της, των δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων να ελέγχουν, πριν παράσχουν τις υπηρεσίες τους, μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής «Πορεία Φακέλου Πολίτη Τρίτης Χώρας» της ιστοσελίδας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, την ύπαρξη και την ισχύ των αδειών διαμονής, των βεβαιώσεων κατάθεσης αίτησης για έκδοση ή ανανέωση άδειας διαμονής και των ειδικών βεβαιώσεων νόμιμης διαμονής που χορηγούν οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, τις οποίες επιδεικνύουν ή καταχωρούν (σε περίπτωση ηλεκτρονικών συναλλαγών) οι πολίτες τρίτων χωρών που αιτούνται την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών.
Μέσω της εν λόγω εφαρμογής, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα αναζήτησης και των νομιμοποιητικών εγγράφων που χορηγούν τόσο η Υπηρεσία Ασύλου (αδειών διαμονής δικαιούχων διεθνούς προστασίας, δελτίων αιτούντων διεθνούς προστασίας, ταξιδιωτικών εγγράφων αιτούντων ή δικαιούχων διεθνούς προστασίας) όσο και η Ελληνική Αστυνομία (αδειών διαμονής και ειδικών δελτίων ταυτότητας ομογενών, βεβαιώσεων εγγραφής και πιστοποιήσεων μόνιμης διαμονής πολιτών κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης).
Μέσω της παραπάνω εφαρμογής, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα αναζήτησης, με παρόμοιο τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα η διαδικτυακή αναζήτηση του Α.Μ.Κ.Α., όλων των προαναφερόμενων εγγράφων με κριτήρια αναζήτησης αφενός τα στοιχεία ταυτότητας του κατόχου τους, όπως αυτά αναγράφονται στο αναζητούμενο έγγραφο, και αφετέρου τον αύξοντα αριθμό του εν λόγω εγγράφου.
Μέσω της ίδιας εφαρμογής, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα ελέγχου της κατάστασης στην οποία βρίσκεται το αναζητούμενο έγγραφο (εάν δηλαδή έχει δηλωθεί κλοπή, υπεξαίρεση ή απώλειά του ή εάν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί).
Η υιοθέτηση των παραπάνω προτάσεων είναι επιβεβλημένη:
α) Λόγω της πληθώρας των περιπτώσεων παροχής υπηρεσιών σε πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν παράνομα στη χώρα μας με τη χρήση πλαστών νομιμοποιητικών εγγράφων.
β) Λόγω της διατάραξης της εύρυθμης λειτουργίας των αστυνομικών, δικαστικών και σωφρονιστικών αρχών από τη σωρεία των υποθέσεων που καλούνται να διεκπεραιώσουν, εξαιτίας τόσο των πλαστογραφιών νομιμοποιητικών εγγράφων και των υφαρπαγών ψευδών βεβαιώσεων που λαμβάνουν χώρα όσο και των λοιπών αξιόποινων πράξεων που διευκολύνονται μέσω των υφαρπαχθέντων ψευδών βεβαιώσεων.
γ) Λόγω της οικονομικής εκμετάλλευσης των παράνομων αλλοδαπών από κυκλώματα κατάρτισης και διάθεσης πλαστών νομιμοποιητικών εγγράφων.
δ) Λόγω διευκόλυνσης της δράσης των παραπάνω κυκλωμάτων από την ύπαρξη νομοθετικής υποχρέωσης (άρθρο 1 του Ν. 4250/2014) των δημοσίων υπηρεσιών να δέχονται ευκρινή απλά φωτοαντίγραφα πρωτότυπων εγγράφων εκδοθέντων από έτερες υπηρεσίες και φορείς του δημοσίου, με συνέπεια να μην είναι ανιχνεύσιμη η ποιότητα των υλικών κατασκευής τους και τα χαρακτηριστικά ασφαλείας τους.
ε) Λόγω διάθεσης παροχών και επιδομάτων σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, γεγονός που έχει ως πρακτική συνέπεια τη μείωση των αντίστοιχων πόρων που προορίζονται για τα πρόσωπα που βρίσκονται σε κατάσταση πραγματικής ανάγκης.
στ) Λόγω ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών και κατάθεσης και αποστολής χρημάτων, τα οποία πολλές φορές προέρχονται από εγκληματικές πράξεις ή προορίζονται για τη χρηματοδότησή τους, από πρόσωπα που κάνουν χρήση πλαστών νομιμοποιητικών της διαμονής τους εγγράφων ενώπιον των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ιδρυμάτων πληρωμών κατά τη διεκπεραίωση των παραπάνω συναλλαγών.
ζ) Λόγω ανάγκης αποκλεισμού των παράνομων πολιτών τρίτων χωρών από τα επίσημα δίκτυα κατάθεσης και μεταφοράς χρημάτων και καθιέρωσης κατ’ αυτόν τον τρόπο λόγου αποφυγής της χώρας μας ως τόπου διέλευσης ή προορισμού τους.
η) Λόγω παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μέσω των οποίων διαπράττονται πολύ συχνά εγκληματικές πράξεις, σε πρόσωπα που κάνουν χρήση πλαστών νομιμοποιητικών της διαμονής τους εγγράφων ενώπιον των παρόχων τέτοιων υπηρεσιών και των υπαλλήλων τους.
θ) Λόγω ανάγκης αποκλεισμού των παράνομων πολιτών τρίτων χωρών από τη χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιέρωσης κατ’ αυτόν τον τρόπο λόγου αποφυγής της χώρας μας ως τόπου διέλευσης ή προορισμού τους.
ι) Λόγω της πληθώρας των περιπτώσεων μίσθωσης με πλαστά νομιμοποιητικά έγγραφα οχημάτων που ανήκουν σε επιχειρήσεις εκμίσθωσης και χρήσης τους για τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων, με κυριότερη την προώθηση στο εσωτερικό της χώρας μας πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου και διαμονής στην Ελληνική επικράτεια.
Μέσω της υιοθέτησης των παραπάνω προτάσεων θα εξασφαλισθεί:
α) Η παροχή υπηρεσιών από δημόσιες υπηρεσίες, ιδιώτες και επιχειρήσεις μόνο σε όσους αλλοδαπούς διαμένουν νόμιμα στη χώρα μας.
β) Η εξάλειψη της χρήσης πλαστών νομιμοποιητικών εγγράφων εκ μέρους παράνομων αλλοδαπών για την απόκτηση πρόσβασής τους σε υπηρεσίες, όπως η φορολογική και ασφαλιστική απογραφή, η χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η χορήγηση παροχών και επιδομάτων, η κατάρτιση συμβολαίων, η έκδοση αδειών κυκλοφορίας οχημάτων, η χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς (χερσαίων, θαλάσσιων και εναέριων), η ενεργοποίηση συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας, το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών, η αποστολή χρημάτων και η εκμίσθωση καταλυμάτων και οχημάτων.
γ) Η γρήγορη και εύκολη πρόσβαση στην εφαρμογή, ακόμη και από τις συσκευές κινητής τηλεφωνίας των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια του εκτός δημοσίου καταστήματος διενεργούμενου ελέγχου, και η άμεση εξαγωγή συμπερασμάτων για τη νομιμότητα της διαμονής του ελεγχόμενου αλλοδαπού και τη γνησιότητα του αντίστοιχου εγγράφου που αυτός επιδεικνύει.
δ) Η μείωση τόσο των παράνομων μεταναστευτικών ροών προς τη χώρα μας, η οποία θα πάψει επιτέλους να αποτελεί τόπο διέλευσης ή προορισμού των παράνομων αλλοδαπών, όσο και της εγκληματικότητας που συνδέεται με το συγκεκριμένο φαινόμενο.
Εξόχως ανησυχητική η αφ’ ενός, αδικαιολόγητη αυστηροποίηση του ήδη δυσανάλογα και αυθαίρετα αυστηρού πλαισίου των προβλεπόμενων κυρώσεων και, ιδίως, δε, αφ’ ετέρου, σκανδαλώδης εισαγωγή πρωτοφανών αντισυνταγματικών ποινικών διατάξεων που συστήνουν «ιδιώνυμα» αδικήματα επί τη βάσει της ιδιότητας προσώπου ως μέλους Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ) που δραστηριοποιείται στο πεδίο της μετανάστευσης και της διεθνούς προστασίας και μάλιστα εγγεγραμμένης στο «Μητρώο Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ» που το Υπουργείο θεσμοθέτησε (άρθρο 78 Κώδικα Ασύλου, Ν 4939/2022, Α΄ 111). Υπενθυμίζουμε ότι η στοχοποίηση των εκπροσώπων και οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών και των υπερασπιστών προσφύγων και μεταναστών στη χώρα μας, έχει αποτελέσει αντικείμενο πάγιας κριτικής από διεθνή και ενωσιακά όργανα τα τελευταία χρόνια.
Οι εν λόγω διατάξεις στρέφονται ευθέως κατά των βασικών εκπροσώπων της Κοινωνίας των Πολιτών, εισάγοντας εκφοβιστικές διατάξεις σε βάρος των μελών τους αλλά και της λειτουργίας τους, οι οποίες είναι σε ευθεία αντίθεση με διατάξεις διεθνούς και ενωσιακού δικαίου και με το Σύνταγμα. Ειδικότερα:
1. Εισάγουν, κατά παράβαση διατάξεων υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρα 4 και 25 παρ. 1 Σ, άρθρα 8, 14 και 11 ΕΣΔΑ, άρθρα 7, 12 και 21 παρ. 1 ΧΘΔΕΕ), ανεπίτρεπτο και δυσανάλογο περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι που παρακωλύει την υλοποίηση των καταστατικών σκοπών των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης (ΔΕΕ C-78/18 Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, 18-06-2020, σκ. 118-119), καθώς και αναιτιολόγητη και δυσανάλογη διακριτική μεταχείριση σε βάρος των φυσικών προσώπων που δραστηριοποιούνται στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης (ΕΔΔΑ Ilareva κατά Βουλγαρίας, Προσφυγή 24729/17, 09-09-2025, σκ. 100) ως μέλη, εργαζόμενοι, συνεργάτες ή εθελοντές οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, για τα οποία, μάλιστα, η εγγραφή στο «Μητρώο Μελών ΜΚΟ» του επισπεύδοντος Υπουργείου αποτελεί «απαραίτητη προϋπόθεση τόσο για τη δραστηριοποίησή τους εντός της ελληνικής επικράτειας όσο και για τη συνεργασία τους με τους φορείς του δημοσίου», σύμφωνα με το άρθρο 78 παρ. 4 του Κώδικα Ασύλου και ήδη άρθρο 54 του νομοσχεδίου.
2. Συνιστούν αδικαιολόγητο περιορισμό των δικαιωμάτων νομικής ή άλλης συνδρομής σε άτομα που αιτούνται άσυλο που κατοχυρώνονται στο ενωσιακό δίκαιο (ενδεικτικά, άρθρα 15 παρ. 1 και 30 παρ. 3 Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, άρθρο 12 παρ. 4 Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346), με «έντονα αποτρεπτικό χαρακτήρα» για όποιο πρόσωπο παρέχει βοήθεια σε πολίτη τρίτης χώρας ή ανιθαγενή με σκοπό την άσκηση του θεμελιώδους δικαίωματος της υποβολής αίτησης ασύλου στη χώρα (ΔΕΕ C-821/19 Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, 16-11-2021, σκ. 132, 143). Και τούτο λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι το πεδίο εφαρμογής των πράξεων των άρθρων 15 και 16 του νομοσχεδίου είναι ευρύτερο των ορίων που θέτει το ενωσιακό δίκαιο και δη το άρθρο 1 της Οδηγίας 2002/90/ΕΚ, παρότι «τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν, στο εθνικό δίκαιο, κανόνες που βαίνουν πέραν του περιεχομένου του γενικού αδικήματος της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου, όπως αυτό ορίζεται στην εν λόγω διάταξη, συμπεριλαμβάνοντας μη καλυπτόμενες από τη διάταξη συμπεριφορές» (ΔΕΕ C-460/23 Kinsa, 03-06-2025, σκ. 71). Ενδεικτικά, το αδίκημα της διευκόλυνσης της παράνομης παραμονής πολίτη τρίτης χώρας στο άρθρο 1 παρ. 1 περ. β΄ της Οδηγίας 2002/90/ΕΚ προϋποθέτει άμεσο δόλο και κερδοσκοπία, σύμφωνα δε με το άρθρο 24 του Κώδικα Μετανάστευσης (Ν 5038/2023, Α΄ 81), τελείται και χωρίς κερδοσκοπία, ενώ αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 383/2024).
3. Αντιστρατεύονται ευθέως τις πάγιες συστάσεις για τη διασφάλιση ενός προστατευτικού πλαισίου για την κοινωνία των πολιτών και την άρση των υπέρμετρων περιορισμών στη λειτουργία των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, που απευθύνουν προς την ελληνική κυβέρνηση οι αρμόδιοι ενωσιακοί, διεθνείς και εθνικοί φορείς και ιδίως οι κάτωθι:
(α) Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Έκθεση του 2025 για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα, SWD(2025) 908, 08-07-2025, σελ. 3 και 25-27, https://shorturl.at/FicBu, Έκθεση του 2024 για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα, SWD(2024) 808, 24-07-2024, σελ. 4 και 40-43, https://shorturl.at/qkg3J, Έκθεση του 2023 για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα, SWD(2023) 808, 05-07-2023, σελ. 3 και 35-38, https://shorturl.at/vVv84, Έκθεση του 2022 για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα, SWD(2022) 508, 13-07-2022, σελ. 3 και 26-28, https://shorturl.at/mUGwr).
(β) Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης (Memorandum on migration and border control, following the Commissioner’s visit to Greece from 3 to 7 February 2025, CommHR(2025)16, 17-04-2025, σκ. 33-34, https://shorturl.at/Y088t, Επιστολή στον Πρωθυπουργό, CommHR/DM/sf 024-2023, 19-07-2023, https://tinyurl.com/y7jmzksz, Επιστολή στους Υπουργούς Προστασίας του Πολίτη, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Μετανάστευσης και Ασύλου, CommHR/DM/sf 019-2021, 03-05-2021, https://tinyurl.com/3kb7f64n).
(γ) Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για το Δίκαιο των ΜΚΟ (CINGO President and Expert Council react to recent statements by Greece’s Minister of Migration and Asylum, 05-09-2025, https://tinyurl.com/ydejfac9, Addendum to the Opinion on the Compatibility with European Standards of Recent and Planned Amendments to the Greek Legislation on NGO Registration, CONF/EXP(2025)5, 23-11-2020, https://tinyurl.com/36p3pbxy).
(δ) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (Concluding observations on the third periodic report of Greece, CCPR/C/GRC/CO/3, 07-11-2024, σκ. 32-33 και 36-37, https://tinyurl.com/tz9jr2xw).
(ε) Ειδικοί Εισηγητές των Ηνωμένων Εθνών για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για το δικαίωμα στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και για τα ανθρώπινα δικαίωματα των μεταναστών (AL GRC 2/2025, 16-09-2025, https://tinyurl.com/mtt2u98e, Visit to Greece, A/HRC/52/29/Add.1, 02-03-2023, https://shorturl.at/drCMP, OL GRC 1/2021, 31-03-2021, https://tinyurl.com/ynrz4anr).
(στ) Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εκφράζουν την ανησυχία τους για τη ρητορική σε βάρος της κοινωνίας των πολιτών, 28-08-2025, https://tinyurl.com/37x73azm).
(ζ) Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και τους Εξόριστους (Concerning the lawfulness of Greek legislation regulating the registration of nongovernmental organisations (NGOs) on the Registry of NGOs working with refugees and migrants in Greece, Δεκέμβριος 2021, https://bit.ly/32FpXz5).
4. Επιτείνουν το «επιθετικό περιβάλλον σε βάρος των υπερασπιστών των δικαιωμάτων των προσφύγων», όπως αποτυπώνεται από τους ανωτέρω έγκριτους φορείς και από την επίκαιρη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου (ΕΔΔΑ A.R.E. κατά Ελλάδας, Προσφυγή 15783/21, 07-01-2025, σκ. 263).
5. Οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στα άρθρα 15 και 16 του παρόντος Σχεδίου Νόμου και προβλέπουν ως επιβαρυντική περίσταση την συνδρομή της ιδιότητας μέλους ΜΚΟ εγγεγραμμένης στο Μητρώο ΜΚΟ του άρθρου 78 του Κώδικα Ασύλου, η οποία συμπίπτει ως προς την μεταχείριση με την κατ’ επάγγελμα, κατά συρροή ή/και κερδοσκοπία τέλεση, συνιστούν ακραία πράξη κρατικού εκφοβισμού και προσβάλλουν τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου. Η στοχοποίηση, δε, των οργανώσεων που είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο ΜΚΟ του επισπεύδοντος Υπουργείου είναι απροκάλυπτη, καθώς οι εν λόγω επιβαρυντικές περιστάσεις δεν συνδέονται με άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας ή/και παροχής συγκεκριμένης υπηρεσίας – που εν προκειμένω θα διελάμβανε και τα μέλη των «προνομιούχων εταίρων» και δη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ουδεμία, δε, αιτιολογία παρέχεται στις διατάξεις ή στην ανάλυση συνεπειών ρύθμισης του νομοσχεδίου ως προς τους αντικειμενικούς λόγους που θα θεμελίωναν την απαξία της προτεινόμενης αναβάθμισης των ανωτέρω πλημμελημάτων σε κακουργήματα και τη θέσπιση διακεκριμένων κακουργημάτων, κατά τρόπο μάλιστα που εξισώνει την τέλεση των αδικημάτων από μέλος εγγεγραμμένης οργάνωσης στο Μητρώο ΜΚΟ με την τέλεση κατ’ επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Η αόριστη αναφορά του επισπεύδοντος Υπουργείου σε «τομείς αυξημένης δημόσιας ευαισθησίας» (Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης, σελ. 6 και 28) ουδόλως παρέχει σαφή και επαρκή αιτιολογία για την εισαγωγή των ως άνω περιορισμών σε θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται από υπερνομοθετικές διατάξεις.
6. Περαιτέρω, η προτεινόμενη ρύθμιση περί (α) διαγραφής του νομικού προσώπου του οποίου αποτελεί μέλος από το Μητρώο ΜΚΟ ή (β) ανάκλησης άδειας διαμονής ή απόρριψης αίτησης άδειας διαμονής πολίτη τρίτης χώρας επί τη βάσει της ιδιότητας του «φερόμενου ως δράστη» (προτεινόμενο άρθρο 24 παρ. 8 και 9 Κώδικα Μετανάστευσης), χωρίς να έχει εκδικαστεί η υπόθεση και να έχει επέλθει καταδικαστική απόφαση για αξιόποινη πράξη, πλήττει επίσης κατοχυρωμένες εγγυήσεις υπερνομοθετικής ισχύος και δη την ασφάλεια δικαίου και την αρχή της αναλογικότητας. Συνιστά, δε, επίσης αυθαίρετο περιορισμό του δικαιώματος στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και διακριτική μεταχείριση σε βάρος των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης, χωρίς να δικαιολογείται από το νομοσχέδιο ή από την ανάλυση συνεπειών ρύθμισης η υπαγωγή τους σε αυστηρότερες διατάξεις σε σχέση με έτερα πλαίσια εγγραφής οργανώσεων, όπως το «Ειδικό Μητρώο ΟΚοιΠ» των άρθρων 7 και 8 Ν 4873/2021 (Α΄ 248), στο οποίο αποτελεί κώλυμα εγγραφής η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για κακούργημα όπως και για ορισμένα πλημμελήματα.
7. Επίσης, ανεπίτρεπτη, δυσανάλογη και αντιβαίνουσα στο διεθνές δίκαιο είναι και η περαιτέρω αυστηροποίηση του ήδη δυσανάλογα και αυθαίρετα αυστηρού πλαισίου των προβλεπόμενων κυρώσεων στα άρθρα 15 και 16 του Σχεδίου Νόμου.
8. Η παραβίαση των θεμελιωδών αρχών της νομιμότητας, της ισότητας απέναντι στο νόμο, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της ελευθερίας της έκφρασης, του συνεταιρίζεσθαι και της υπέρβασης των ορίων της διεθνούς, ενωσιακής και συνταγματικής τάξης είναι προφανής και εκθέτει τους συντάκτες του νομοσχεδίου. Οι εν λόγω διατάξεις θα πρέπει να απαλειφθούν στο σύνολό τους.
Η διάταξη είναι εξωφρενική ως προς το σκέλος των ΜΚΟ, ουσιαστικά ποινικοποιεί το έργο τους καθότι δεν κάνει καμία διάκριση ως προς το πρόσωπο των αλλοδαπών που μια ΜΚΟ προσπαθεί να βοηθήσει (πχ θα τιμωρηθεί υπάλληλος ΜΚΟ που έδρασε ώστε να φιλοξενηθεί σε δομή της ΜΚΟ ή σε κάποιο σπίτι μία Ιρανή η οποία διώκεται λόγω χιτζάμπ ή μία Μολδαβή την οποία έφερε στην Ελλάδα κύκλωμα μαστροπών). Ιδίως διότι αφορά σε ΜΚΟ εγγεγραμμένες στο σχετικό Μητρώο, άρα θεωρητικά τουλάχιστον ήδη ελεγμένες από το ελληνικό κράτος για την νομιμότητα της δράσης τους. Χρειάζεται είτε δραστική αναδιατύπωση είτε αφαίρεση των σχετικών εδαφίων.
Δεύτερη παρατήρηση, αν και πολύ λιγότερο σημαντική, η περ α περί ενοικιάσεων θα δημιουργήσει πρόβλημα στις βραχυχρόνιες μισθώσεις μέσω πλατφορμών τύπου airbnb καθότι αυτές συμφωνούνται κατά κανόνα πριν εισέλθουν οι πολίτες τρίτης χώρας στην Ελλάδα και ο μέσος εκμισθωτής δεν έχει εξοικείωση με έννοιες όπως «ισχυρή θεώρηση εισόδου» και πώς αυτή ελέγχεται.
Σχετικά με την εργασία απο πολιτες τριτης χωρας οι οποιοι εργαζονται η ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα μη εχοντας την κατάλληλη άδεια διαμονής:
αντι για την επιβολή προστίμου που τιμωρεί την εργασία, ειναι προτιμότερο να προβλεφθεί η δυνατότητα έκδοσης άδειας εργασίας για εξαρτημένη εργασία η πλήρη πρόσβαση στην αγορά απασχόλησης μόνο με την καταβολή παραβόλου/τέλους εις το ήμισυ της κατηγορίας που κατέχει η εχει αιτηθεί ο πολίτης τρίτης χώρας και την άμεση έκδοση νέου αυτοτελούς εγγράφου δίχως περαιτέρω έλεγχο για τους κατέχοντες ισχυρή αδεια διαμονης της αντίστοιχης κατηγορίας.
Στην περίπτωση ανανέωσης αν υποβληθεί αιτημα για παροχή εργασίας θα γίνεται παραχρήμα και η κατάθεση του παραβόλου/τέλους.
Στις περιπτώσεις κατόχων αδειών διαμονης μονίμων επενδυτών και οικονομικά ανεξαρτητων ατόμων θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα ληψης άδειας για πλήρη πρόσβαση στην αγορά απασχόλησης και τα διαστήματα απουσίας των οικονομικα ανεξαρτητα ατομων, εφόσον αιτηθουν την πλήρη πρόσβαση στην αγορά απασχόλησης, να μην αποτελούν λόγο μη ανανέωσης ή μη αντικατάστασης της ισχύουσας αδειας διαμονής τους. Η ρύθμιση να καταλάμβανει και τις υποθεσεις των κατηγοριων αυτων που εκκρεμούν προς εξέταση.
Η ανωτέρω πρόβλεψη κρίνεται αναγκαία για την αποφυγή παράνομης απασχόλησης, λειτουργίας επιχειρήσεων προς όφελος της τοπικής και Εθνικής οικονομίας. Οι κατηγορίες αδειών μονίμων επενδυτών και οικονομικά ανεξάρτητα ατόμων θα πρέπει να ενταχθούν σε ενα ρυθμιστικό πλαίσιο πρόβλεψης για πλήρη πρόσβαση στην αγορά απασχόλησης και ενιαίας αντιμετώπισης ως προς την χορήγηση και ανανέωση αυτων των αδειών διαμονής. Η πρόταση εκτός της καταβολής του παραβόλου/τέλους εργασίας θα δώσει πρόσβαση στην εγγραφή των πολιτών τρίτων χωρών στα μητρώα του ΕΦΚΑ και την υποχρέωση καταβολης εισφορών ως ελεύθερων επαγγελματιών η διαχειριστών εταιρειών η και μελών ΔΣ νομικών προσώπων της ημεδαπής η υποκαταστηματων αλλοδαπών εταιρειών.