ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ Γ΄
Άρθρο 345
Σκοπός
Σκοπός του Μέρους Γ’ του Βιβλίου Τρίτου του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι η μεταφορά εντός του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης αρμοδιοτήτων που έχουν αποδοθεί στους δήμους από λοιπά νομοθετήματα του Υπουργείου Εσωτερικών, καθώς και η πρόβλεψη ενός πιο ολοκληρωμένου και συνεκτικού θεσμικού πλαισίου για αυτά.
Άρθρο 346
Αντικείμενο
Αντικείμενο του Μέρους Γ’ του Βιβλίου Τρίτου του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί η μεταφορά ρυθμίσεων στον παρόντα Κώδικα για:
α) τη δυνατότητα άσκησης από τους δήμους των αρμοδιοτήτων της λειτουργίας δημοτικής συγκοινωνίας, κοινωνικών παντοπωλείων, καθώς και της χορήγησης βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας,
β) τις αρμοδιότητες της δημοτικής αστυνομίας και του τρόπου άσκησής τους και
γ) την αδειοδότηση κέντρων διασκέδασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΔΗΜΩΝ
Άρθρο 347
Δημοτική συγκοινωνία
1. Οι δήμοι δύνανται να ασκούν συγκοινωνιακό έργο για την εξυπηρέτηση της μετακίνησης των κατοίκων της εδαφικής περιφέρειάς τους, εντός των διοικητικών τους ορίων, εφόσον το έργο αυτό δεν εξυπηρετείται επαρκώς από υφιστάμενη γραμμή, όπως τούτο διαπιστώνεται από τον οικείο περιφερειάρχη. Για την εκτέλεση του έργου αυτού επιτρέπεται, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η επιβολή κομίστρου, το οποίο έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα και καλύπτει αποκλειστικώς λειτουργικές ανάγκες.
2. Η εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου της παρ. 1 δύναται να ασκείται, με τις ίδιες προϋποθέσεις, και εκτός των διοικητικών ορίων του οικείου δήμου, με τελικό και μόνο σταθμό επιβίβασης και αποβίβασης, στην περίπτωση αυτή, την έδρα της περιφερειακής ενότητας.
3. Οι δήμοι δύνανται, επίσης, να διενεργούν μεταφορές για τη μετακίνηση:
α) κατοίκων που ανήκουν σε κοινωνικές ομάδες, όπως ατόμων με αναπηρία, ηλικιωμένων και παιδιών, στους οποίους παρέχουν υπηρεσίες,
β) των εργαζομένων στους οικείους Δήμους και στα νομικά πρόσωπα αυτών,
γ) μαθητών και φοιτητών προς και από τα δημόσια σχολεία και τα πανεπιστημιακά ιδρύματα,
δ) αθλητικών συλλόγων για τη συμμετοχή σε επίσημες διοργανώσεις αναγνωρισμένης αθλητικής ομοσπονδίας και
ε) πολιτιστικών συλλόγων.
Ειδικά για τη μεταφορά των εργαζομένων της περ. β) σε ορεινούς δήμους της παρ. 2 του άρθρου 8, η μετακίνηση είναι δυνατή και εκτός των διοικητικών ορίων του οικείου δήμου με σταθμό επιβίβασης και αποβίβασης την έδρα άλλου δήμου της ίδιας περιφερειακής ενότητας.
4. Η αρμοδιότητα του παρόντος ασκείται είτε με ιδιόκτητα μέσα είτε με τη χρήση των συνήθων αστικών ή υπεραστικών μέσων είτε με μίσθωση τουριστικών Δ.Χ. λεωφορείων. Για την εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου δεν απαιτείται προηγουμένως η έκδοση της απόφασης της παρ. 2 του άρθρου 1 της υπό στοιχεία οικ. Β-54871/4060/17.9.2003 απόφασης του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών «Όροι, προϋποθέσεις και διαδικασία για το χαρακτηρισμό μιας περιοχής ως αστικής, μιας γραμμής ως αστικής ή υπεραστικής, καθώς και για τον καθορισμό αφετηριών, τερμάτων, διαδρομών στάσεων σταθμών, πρακτορείων εξυπηρέτησης και εκδοτηρίων εισιτηρίων» (Β’ 1364) για τον χαρακτηρισμό περιοχής ως αστικής, κατά τις οριζόμενες στην ίδια παράγραφο προϋποθέσεις.
Άρθρο 348
Κοινωνικά παντοπωλεία
1. Τα κοινωνικά παντοπωλεία είναι υπηρεσία παροχής ειδών πρώτης ανάγκης για τη σίτιση και την ένδυση απόρων κατοίκων. Τα παρεχόμενα είδη προέρχονται από δωρεές και χορηγίες και, εφόσον διαπιστώνεται ανεπάρκεια ειδών, είναι δυνατή η προμήθειά τους σύμφωνα με τον ν. 4412/2016 (Α’ 147). Στο πλαίσιο των παντοπωλείων, οι δήμοι και οι περιφέρειες δύνανται να διοργανώνουν και συσσίτια για τη διανομή φαγητού σε απόρους και αστέγους. Δύνανται επίσης, να λαμβάνουν κάθε άλλο μέτρο υποστήριξης αστέγων και απόρων.
2. Τα κοινωνικά παντοπωλεία ιδρύονται με απόφαση του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του. Η λειτουργία τους εποπτεύεται από επιτροπή διαχείρισης στην οποία εκπροσωπούνται αναλογικά με τη δύναμή τους, οι δημοτικές ή περιφερειακές παρατάξεις. Στην επιτροπή διαχείρισης προεδρεύει ο δήμαρχος ή ο περιφερειάρχης αντίστοιχα ή οι οριζόμενοι από αυτούς αντιδήμαρχοι ή αντιπεριφερειάρχες. Η επιτροπή διαχείρισης υποχρεούται να παρουσιάζει ανά εξάμηνο έκθεση πεπραγμένων και διαχειριστικό απολογισμό στη δημοτική ή περιφερειακή επιτροπή. Η δημοτική ή περιφερειακή επιτροπή εγκρίνει, με απόφασή της, τον διαχειριστικό απολογισμό και αναρτάται στην ιστοσελίδα του δήμου ή της περιφέρειας.
Άρθρο 349
Βεβαίωση μόνιμης κατοικίας
1. Για την απόδειξη της ιδιότητας μόνιμου κατοίκου, όπου απαιτείται, εκδίδεται βεβαίωση μόνιμης κατοικίας ηλεκτρονικά, μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr ΕΨΠ), μετά από ηλεκτρονική αίτηση εκ μέρους του ενδιαφερομένου και προηγούμενη αυθεντικοποίησή του, με τη χρήση των κωδικών διαπιστευτηρίων (taxisnet) της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο ΣΤ’ του Μέρους Α’ του ν. 4727/ 2020 (A’ 184). Τα στοιχεία της διεύθυνσης κατοικίας αντλούνται από το φορολογικό μητρώο που διαχειρίζεται η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας της Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και σύμφωνα με το άρθρο 84 του ν. 4727/2020, περί διαλειτουργικότητας των φορέων του δημοσίου τομέα.
2. Εφόσον η έκδοση ηλεκτρονικής βεβαίωσης δεν είναι εφικτή για οποιονδήποτε λόγο, η ιδιότητα μόνιμου κατοίκου, βεβαιώνεται από τον δήμαρχο, με την υποβολή από τον ενδιαφερόμενο αντιγράφου της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (έντυπο Ε1) ή αντιγράφου της πράξης προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος. Εάν, αιτιολογημένα, η ιδιότητα του μόνιμου κατοίκου δεν δύναται να αποδειχθεί από τα ανωτέρω δικαιολογητικά, αποδεικνύεται, εφόσον προκύπτει πραγματική εγκατάσταση στον δήμο, από τον ενδιαφερόμενο με κάθε άλλο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο όπως λογαριασμό σταθερής τηλεφωνίας, λογαριασμό ηλεκτροδότησης, λογαριασμό ύδρευσης ή φυσικού αερίου. Η υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί ως μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Στην περίπτωση απόδειξης μόνιμης κατοικίας με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, ο δήμαρχος δύναται να αρνηθεί τη χορήγηση της βεβαίωσης με παράθεση ειδικής αιτιολογίας.
Άρθρο 350
Αρμόδια όργανα επιβολής κυρώσεων σε καταστήματα και επιχειρήσεις αρμοδιότητας δήμου
1. Όπου δεν προβλέπεται αρμόδιο όργανο επιβολής κυρώσεων σε καταστήματα και επιχειρήσεις αρμοδιότητας του δήμου, ορίζεται ως αρμόδιος ο δήμαρχος ή ο αρμόδιος αντιδήμαρχος. Η απόφαση του δημάρχου λαμβάνεται εντός χρονικού διαστήματος δεκαπέντε (15) ημερών από τη συνδρομή των προϋποθέσεων. Σε περίπτωση λόγων δημοσίου συμφέροντος, η απόφαση λαμβάνεται άμεσα.
2. Όπου προβλέπεται επιβολή κύρωσης σε καταστήματα και επιχειρήσεις αρμοδιότητας του δήμου δια σφράγισης αυτών, η εντολή δίνεται από τον δήμαρχο εντός χρονικού διαστήματος δεκαπέντε (15) ημερών από τη συνδρομή των προϋποθέσεων. Σε περίπτωση λόγων δημοσίου συμφέροντος, η εντολή δίνεται άμεσα.
3. Αρμόδιο όργανο για τη σφράγιση και την εκτέλεση των διοικητικών πράξεων επιβολής κυρώσεων, σε όλα τα καταστήματα και τις επιχειρήσεις αρμοδιότητας του οικείου δήμου, είναι, με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 357, περί άσκησης αρμοδιοτήτων δημοτικής αστυνομίας, η δημοτική αστυνομία ή το όργανο, που ορίζεται για τον σκοπό αυτό από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, αποτελούμενο από υπαλλήλους ή και αιρετούς στην περίπτωση που δεν έχει συσταθεί δημοτική αστυνομία.
Το αρμόδιο όργανο, κατά την εκτέλεση των ανωτέρω πράξεων, δύναται, όπου κρίνει αναγκαίο, να ζητά τη συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία υποχρεούται να την παρέχει, σύμφωνα με τα άρθρα 159 και 161 του π.δ. 141/1991 (Α’ 58), περί γενικών αρχών και συνδρομής σε άλλες αρχές αντίστοιχα.
4. Κατ’ εξαίρεση, η αστυνομική αρχή του τόπου της έδρας των κέντρων διασκέδασης και των καταστημάτων της παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ. 180/1979 (Α’ 46), καθώς και των λοιπών καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, στα οποία, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά υγειονομικές διατάξεις, προσφέρονται οινοπνευματώδη ποτά για άμεση εντός αυτών κατανάλωση, σφραγίζει υποχρεωτικά τον χώρο του καταστήματος για χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών, αν βεβαιώνονται από αστυνομικούς συνολικά, εντός ενός (1) έτους, τρεις (3) παραβάσεις της περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 2 του π.δ. 180/1979, περί προϋποθέσεων αφαίρεσης άδειας λειτουργίας.
Αντίγραφο της απόφασης σφράγισης του καταστήματος και της σχετικής έκθεσης κοινοποιείται αυθημερόν στον κατά τόπον αρμόδιο δήμο, ο οποίος οφείλει στο χρονικό αυτό διάστημα να εκδώσει:
α) την απόφαση αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας του κέντρου διασκέδασης ή άλλου καταστήματος που τυχόν λειτουργεί με άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ή
β) σε περίπτωση που η δραστηριότητα ασκείται με γνωστοποίηση, να εκδώσει απόφαση προσωρινής διακοπής λειτουργίας.
Σε περίπτωση που αποφασισθεί από τον οικείο δήμο η αφαίρεση της άδειας λειτουργίας ή η διακοπή λειτουργίας για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα (10) ημερών, η σφράγιση του πρώτου εδαφίου διατηρείται για ισόχρονο διάστημα.
5. Ειδικώς για τις παραβάσεις της περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 2 του π.δ. 180/1979, ανεξαρτήτως οργάνου βεβαίωσής τους, η τυχόν αλλαγή στη νομική μορφή ή στο πρόσωπο του φορέα της επιχείρησης ή η διακοπή της επιχείρησης, από τον χρόνο πλήρωσης των προϋποθέσεων επιβολής της κύρωσης μέχρι την εκτέλεσή της δεν κωλύει την εφαρμογή της, εφόσον στον ίδιο χώρο δραστηριοποιείται επιχείρηση με ίδιο ή παραπλήσιο αντικείμενο εργασιών και σε αυτήν συμμετέχουν, άμεσα ή έμμεσα, στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο ένα ή περισσότερα από τα αρχικά μέλη του φορέα ή συνδεόμενα με αυτούς πρόσωπα.
Ως συνδεόμενα πρόσωπα θεωρούνται οι σύζυγοι και συμβιούντες με σύμφωνο συμβίωσης, οι γονείς, τα παιδιά και οι συνδεόμενοι υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον φορέα της επιχείρησης για την οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιβολής της κύρωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΕΝΤΡΩΝ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗΣ – ΑΡΜΟΔΙΑ ΟΡΓΑΝΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΚΥΡΩΣΕΩΝ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΔΗΜΟΥ
Άρθρο 351
Ορισμός καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και κέντρων διασκέδασης
1. Καταστήματα Υγειονομικού Ενδιαφέροντος είναι εκείνα, στα οποία γίνεται παρασκευή ή/και διάθεση σε πελάτες ή διανομή φαγητών ή γλυκισμάτων ή οποιουδήποτε άλλου παρασκευάσματος τροφίμων ή ποτών ή αποθήκευση ή συντήρηση ή εμπορία κάθε είδους τροφίμων ή ποτών, καθώς και τα καταστήματα προσφοράς υπηρεσιών, εξαιτίας των οποίων μπορεί να προκληθεί βλάβη στη δημόσια υγεία, όπως αναλυτικά αναφέρονται στις ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις.
2. Κέντρο διασκέδασης είναι ο στεγασμένος ή υπαίθριος χώρος συγκεντρώσεως του κοινού για την παρακολούθηση καλλιτεχνικού, κυρίως, μουσικού προγράμματος, με μεγίστη επιτρεπόμενη Α-ηχοστάθμη εκατό ντεσιμπέλ (100 db), σε συνδυασμό με την παροχή φαγητών ή/και ποτών, σύμφωνα με την υπό στοιχεία Υ1γ/Γ.Π/οικ.47829/21.6.2017 απόφαση του Υπουργού Υγείας «Υγειονομικοί όροι και προϋποθέσεις λειτουργίας επιχειρήσεων τροφίμων / ποτών και άλλες διατάξεις» (Β’ 2161).
3. α) Για την ίδρυση και λειτουργία κέντρων διασκέδασης απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από τον δήμο. Πριν από τη χορήγηση της άδειας χορηγείται προέγκριση ίδρυσης, η οποία εκδίδεται από τη δημοτική επιτροπή, μετά από προέλεγχο του σχετικού αιτήματος του ενδιαφερομένου.
β) Για τη λειτουργία των κέντρων διασκέδασης δεν απαιτείται χορήγηση παράτασης λειτουργίας μουσικής.
Άρθρο 352
Προέγκριση ίδρυσης κέντρου διασκέδασης
1. Η προέγκριση ίδρυσης συνίσταται στη δυνατότητα ίδρυσης από τον ενδιαφερόμενο του καταστήματος στην αιτούμενη θέση και χορηγείται εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή του αιτήματος.
2. Για τον προέλεγχο λαμβάνονται υπόψη ζητήματα που αφορούν τις χρήσεις γης, την προστασία του φυσικού, πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος, την προστασία του αιγιαλού και της παραλίας, των δασικών περιοχών, των αρχαιολογικών και ιστορικών τόπων, καθώς και την αισθητική, φυσιογνωμία και τις εν γένει λειτουργίες της πόλης, όπως αυτά ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία και από τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις, που τίθενται στις κανονιστικές αποφάσεις των δήμων του άρθρου 318, περί δημοτικών κανονιστικών πράξεων τοπικού ενδιαφέροντος.
3. Για τη χορήγηση της προέγκρισης ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει στον δήμο τα εξής δικαιολογητικά:
α) αίτηση στην οποία αναγράφονται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση κατοικίας του. Αν πρόκειται για εταιρεία, αναγράφονται η επωνυμία και η έδρα αυτής.
Όταν πρόκειται για υπό σύσταση εταιρεία, η υποβολή της αίτησης−υπεύθυνης δήλωσης γίνεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο των ιδρυτών, όπως αυτός δηλώνεται στο κείμενο της αίτησης. Στην αίτηση−υπεύθυνη δήλωση περιγράφεται πλήρως η τοποθεσία του αντίστοιχου οικήματος ή ακινήτου, όπως η περιοχή, η οδός, ο αριθμός ή το οικοδομικό τετράγωνο.
β) Εφόσον το κατάστημα στεγάζεται σε χώρο οριζόντιας ιδιοκτησίας, υπεύθυνη δήλωση του διαχειριστή της πολυκατοικίας, ή, σε περίπτωση έλλειψης ή άρνησης αυτού, υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη του χώρου, στον οποίο θα εγκατασταθεί το κατάστημα. Σε αυτήν δηλώνεται ότι ο Κανονισμός της Πολυκατοικίας ή ελλείψει Κανονισμού, η πλειοψηφία των ιδιοκτητών των στεγαζόμενων στο ίδιο κτήριο διαμερισμάτων, μη συμπεριλαμβανομένων των λοιπών χώρων, όπως καταστημάτων και βοηθητικών χώρων, δεν απαγορεύει τη χρήση του χώρου αυτού για τη λειτουργία του υπό ίδρυση καταστήματος.
Άρθρο 353
Άδεια ίδρυσης και λειτουργίας κέντρου διασκέδασης
1. Για τη χορήγηση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει στον δήμο, εντός τριών (3) μηνών από τη χορήγηση της προέγκρισης, αίτηση με τα ακόλουθα δικαιολογητικά:
α) φωτοαντίγραφο δελτίου ταυτότητας ή άλλου εγγράφου από τα προβλεπόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), περί αιτήσεων προς τη διοίκηση. Εάν ο αιτών είναι αλλοδαπός − πολίτης κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φωτοαντίγραφο ισχύουσας άδειας διαμονής που του επιτρέπει την άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας. Αν ο ενδιαφερόμενος είναι ομογενής, υποβάλλει ειδική ταυτότητα ομογενούς ή προξενική θεώρηση για επαναπατρισμό. Αντίγραφο του ισχύοντος και καταχωρημένου στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) καταστατικού της εταιρείας θεωρημένο από την αρμόδια για την τήρηση του μητρώου Αρχή και ενιαίο πιστοποιητικό δικαστικής φερεγγυότητας, στην περίπτωση που την αίτηση υποβάλλει εταιρεία. Υποβάλλονται επίσης υπεύθυνη δήλωση ορισμού του υγειονομικού υπεύθυνου και του υπεύθυνου τήρησης Κανόνων Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών (ΔΙ.Ε.Π.Π.Υ.) από τον εκπρόσωπο της εταιρείας και υπεύθυνη δήλωση αποδοχής από τον ορισθέντα.
β) Βεβαίωση χώρου κύριας χρήσης υπογεγραμμένη από μηχανικό, στην οποία βεβαιώνεται ότι ο χώρος πληροί τις προϋποθέσεις χώρου κύριας χρήσης σύμφωνα με τον ν. 4067/2012, Α΄79), περί νέου οικοδομικού κανονισμού, τον Κτιριοδομικό Κανονισμό (υπό στοιχεία ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/66006/2360/16.6.2023 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Έγκριση Κτιριοδομικού Κανονισμού», Β’ 3985), τον Κανονισμό Πυροπροστασίας, καθώς και τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές και χωροταξικές διατάξεις για την αιτούμενη χρήση και περιγράφονται αναλυτικά τα νομιμοποιητικά στοιχεία αυτού.
Η βεβαίωση συνοδεύεται από αντίγραφα των στοιχείων νομιμότητας του χώρου, στα οποία αναφέρεται και από σχεδιαγράμματα κατόψεων και τομών του καταστήματος εις τριπλούν σε κλίμακα που αναφέρεται ρητά επί των σχεδίων, στα οποία αποτυπώνονται όλοι οι χώροι του καταστήματος, περιλαμβανομένων και αυτών που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις του ισχύοντος νομικού πλαισίου.
γ) Υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α’ 75) (αντί αποσπάσματος ποινικού μητρώου) στην οποία δηλώνονται τα ακόλουθα: «Ο/Η κάτωθι υπογράφων/φουσα δεν έχω καταδικαστεί τελεσίδικα για κανένα από τα αδικήματα που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του π.δ/τος 180/1979 (Α’ 46)».
Αν την αίτηση υποβάλλει εταιρεία, κατατίθενται υπεύθυνες αντίστοιχες δηλώσεις του εκπροσώπου της εταιρείας και του υγειονομικά υπευθύνου, όλων των μελών προσωπικής εταιρείας, όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, όλων των διαχειριστών εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και όλων των εκπροσώπων ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας.
δ) Πιστοποιητικό (ενεργητικής) πυροπροστασίας για την τήρηση των μέτρων και μέσων πυροπροστασίας που προβλέπονται κατά περίπτωση στις ισχύουσες πυροσβεστικές διατάξεις.
ε) Το προβλεπόμενο παράβολο σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπό στοιχεία οικ.61167/17.12.2007 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών «Καθορισμός ύψους παραβόλου έκδοσης και αντικατάστασης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος» (B’ 2438).
στ) Αναλυτικό διάγραμμα ροής της δραστηριότητας της επιχείρησης με περιγραφή, όπου απαιτείται, της παραγωγικής διαδικασίας σε τρία (3) αντίτυπα, το οποίο συντάσσεται και υπογράφεται από τον Υγειονομικά υπεύθυνο ή Υγιεινολόγο Τ.Ε. ή επιστήμονα σχετικής ειδικότητας όταν φέρει συγκρότηση μπαρ και από Υγιεινολόγο Τ.Ε. ή επιστήμονα σχετικής ειδικότητας όταν φέρει συγκρότηση εστιατορίου.
Οι επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών υποχρεούνται να τηρούν αρχεία, όπως πιστοποιητικά υγείας, εκπαίδευσης, εντομοκτονιών, τα οποία επιδεικνύονται από τους υπευθύνους σε κάθε υγειονομικό έλεγχο. Τα αρχεία του προηγούμενου εδαφίου δεν αποτελούν προϋπόθεση αδειοδότησης του καταστήματος.
ζ) Τεχνική έκθεση μηχανικού, με σχεδιαγράμματα σε τρία (3) αντίτυπα, για την ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση, αερισμό − εξαερισμό και τα μέτρα ηχομόνωσης που έχουν ληφθεί σύμφωνα με την προβλεπόμενη ηχοπροστασία με μέγιστη Α−ηχοστάθμη εκατό ντεσιμπέλ (100 db). Στην τεχνική έκθεση αποδεικνύεται η αποτελεσματικότητα της ηχομόνωσης και αποτυπώνεται η θέση των ηχείων στην κάτοψη των χώρων.
Για τα υπαίθρια κέντρα διασκέδασης η έκθεση αναφέρει και την απόσταση από σημεία ηχοπροστασίας καθώς και τα τυχόν μέτρα ηχοπροστασίας που έχουν ληφθεί με μέγιστη Α−ηχοστάθμη εκατό ντεσιμπέλ (100db) και δεν δημιουργούν προβλήματα στα σημεία προστασίας σύμφωνα με την υπό στοιχεία Α5/3010/7.8.1985 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων «Μέτρα Προστασίας της Δημόσιας Υγείας από θορύβους μουσικής των Κέντρων διασκέδασης και λοιπών Καταστημάτων» (Β΄ 593).
η) Άδεια δημόσιας εκτέλεσης μουσικών συνθέσεων χορηγούμενη από αντίστοιχο οργανισμό συλλογικής διαχείρισης, εφόσον η διαχείριση των πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών έχει ανατεθεί σε Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης και Προστασίας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, με άδεια του αρμόδιου υπουργείου.
θ) Για κέντρα διασκέδασης που βρίσκονται στην Περιφέρεια Αττικής πλην της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων, στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης καθώς και σε πόλεις άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) κατοίκων, υπεύθυνη δήλωση ότι διαθέτει τον απαιτούμενο από τις διατάξεις του π.δ. 257/2001 (Α΄184) χώρο στάθμευσης.
ι) Εφόσον απαιτείται κατά τα άρθρα 24 έως 29 του β.δ. 465/1970 (Α’ 150), δήλωση αρμόδιου μηχανικού ότι η κυκλοφοριακή σύνδεση υλοποιήθηκε σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια αυτής. Σε διαφορετική περίπτωση, η προέγκριση ανακαλείται αυτοδικαίως.
2. Μετά τη συμπλήρωσή του, ο φάκελος διαβιβάζεται, εντός πέντε (5) ημερών, στην υγειονομική υπηρεσία για τον υγειονομικό έλεγχο του καταστήματος, αναφορικά με τη χορήγηση ή μη της υγειονομικής καταλληλότητας, και στην πυροσβεστική υπηρεσία για χορήγηση πιστοποιητικού ενεργητικής πυροπροστασίας, εφόσον το πιστοποιητικό δεν έχει κατατεθεί από τον ενδιαφερόμενο.
3. Οι άδειες ίδρυσης και λειτουργίας κέντρων διασκέδασης κοινοποιούνται:
α) στην οικεία υγειονομική υπηρεσία,
β) στην οικεία πυροσβεστική υπηρεσία,
γ) στην αρμόδια για τη συντήρηση της οδού υπηρεσία, εφόσον για την αδειοδότηση απαιτείται το δικαιολογητικό της περ. ι) της παρ. 1 του παρόντος.
Άρθρο 354
Απαγορεύσεις χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας κέντρου διασκέδασης
1. Απαγορεύεται η χορήγηση της άδειας για την ίδρυση και τη λειτουργία κέντρου διασκέδασης:
α) Σε όσους έχουν καταδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για:
αα) αντίσταση του άρθρου 167 του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ., ν. 4619/2019, Α’ 95),
αβ) σύσταση εγκληματικής οργάνωσης του άρθρου 187 του Π.Κ.,
αγ) εγκλήματα περί το νόμισμα του δεύτερου βιβλίου του Ένατου Κεφαλαίου του Π.Κ.,
αδ) υπόθαλψη και παρεμπόδιση δικαιοσύνης του άρθρου 231 του Π.Κ.,
αε) παρασιώπηση εγκλημάτων του άρθρου 232 του Π.Κ.,
αστ) κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα του Δέκατου Τρίτου Κεφαλαίου του Δεύτερου Βιβλίου του Π.Κ.,
αζ) ανθρωποκτονία με δόλο του άρθρου 299 του Π.Κ.,
αη) σωματική βλάβη από πρόθεση των άρθρων 309 έως 311 του Π.Κ.,
αθ) αρπαγή του άρθρου 322 του Π.Κ.,
αι) αρπαγή ανηλίκου του άρθρου 324 του Π.Κ.,
αια) κλοπή του άρθρου 372 του Π.Κ.,
αιβ) διακεκριμένη κλοπή του άρθρου 374 του Π.Κ.,
αιγ) ληστεία του άρθρου 380 του Π.Κ.,
αιδ) εκβίαση του άρθρου 385 Π.Κ.,
αιε) απάτη του άρθρου 386 του Π.Κ.,
αιστ) απάτη με υπολογιστή του άρθρου 386 Α του Π.Κ.,
αιζ) αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος του άρθρου 394 του Π.Κ.,
αιη) παραβάσεις των διατάξεων της περί όπλων, εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανημάτων ισχύουσας νομοθεσίας,
αιθ) παραβάσεις των νόμων περί ναρκωτικών,
ακ) κακουργήματα ή πλημμελήματα αναφερόμενα στα κεφάλαια περί εσχάτης προδοσίας και προδοσίας της Χώρας του Π.Κ. ή ειδικών ποινικών νόμων, καθώς και
ακα) εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής του Δέκατου Ένατου Κεφαλαίου του Δεύτερου Βιβλίου του Π.Κ..
β) Σε ανηλίκους που δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας τους.
γ) Σε όσους κρίνονται ως επικίνδυνοι για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια κατά την αιτιολογημένη γνώμη της Αστυνομικής Αρχής.
2. Οι απαγορεύσεις της παρ. 1 δεν ισχύουν, εάν παρήλθαν πέντε (5) έτη από την έκτιση ή την παραγραφή της ποινής ή αν δόθηκε χάρη.
Άρθρο 355
Αντικατάσταση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας κέντρου διασκέδασης
1. Η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας κέντρου διασκέδασης αντικαθίσταται με νέα χωρίς την τήρηση περαιτέρω διαδικασίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Λειτουργίας καταστήματος από νέο πρόσωπο εφόσον δεν έχει γίνει μεταφορά, επέκταση, αλλαγή της χρήσης ή τροποποίηση των υγειονομικών όρων λειτουργίας του καταστήματος. Η αντικατάσταση της άδειας δεν είναι δυνατή αν έχει βεβαιωθεί παράβαση που συνεπάγεται την ανάκλησή της.
Η αντικατάσταση της άδειας δεν είναι δυνατή αν έχει επιβληθεί στο κατάστημα η διοικητική ποινή της προσωρινής αφαίρεσης της άδειας ή έχει βεβαιωθεί παράβαση που συνεπάγεται την επιβολή της.
β) Αποχώρησης ή αντικατάστασης για οποιονδήποτε λόγο του νόμιμου εκπροσώπου ή του υγειονομικού υπευθύνου ή του υπεύθυνου τήρησης Κανόνων Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών (ΔΙ.Ε.Π.Π.Υ.) της επιχείρησης.
γ) Αλλαγή νομικής μορφής εταιρείας, εφόσον ο αριθμός φορολογικού μητρώου παραμένει ίδιος.
δ) Αλλαγής επωνυμίας.
Για την αντικατάσταση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του άρθρου 352, περί άδειας ίδρυσης και λειτουργίας κέντρου διασκέδασης, υποβάλλονται τα δικαιολογητικά των περ. α), γ), ε), η) και θ) του άρθρου 352. Δεν απαιτείται εκ νέου υποβολή των δικαιολογητικών των περ. β), δ), στ), ζ), και ι) υπό την προϋπόθεση ότι είναι εν ισχύ.
Επιπλέον υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α’ 75), με την οποία δηλώνεται ότι:
«Ως νέος κύριος του κέντρου διασκέδασης στην οδό…, δηλώνω ότι δεν έχει επέλθει μεταφορά, επέκταση, αλλαγή χρήσης ή τροποποίηση των υγειονομικών όρων λειτουργίας, βάσει των οποίων χορηγήθηκε η ισχύουσα άδεια στον/στην …(αναφέρεται το όνομα του κατόχου της άδειας που αντικαθίσταται)», καθώς και υπεύθυνη δήλωση του προσώπου – κατόχου της άδειας περί αποδοχής της αντικατάστασής της.
2. Ειδικότερα σε περίπτωση αντικατάστασης της άδειας λόγω κληρονομικής διαδοχής απαιτούνται:
α) Επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης του οικείου Πρωτοδικείου με το οποίο δημοσιεύτηκε η διαθήκη, καθώς και πιστοποιητικό του ίδιου δικαστηρίου περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης. Σε περίπτωση κατά την οποία η διαθήκη είναι ιδιόγραφη, απαιτείται από το ανωτέρω δικαστήριο η κήρυξή της ως «κυρίας».
β) Αν δεν υπάρχει διαθήκη, προσκομίσει κληρονομητήριο των άρθρων 1956 έως 1966 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄164). Μέχρι την έκδοση του κληρονομητηρίου είναι δυνατή η αντικατάσταση της άδειας στο όνομα του ενδιαφερομένου, υπό την προϋπόθεση κατάθεσης στην αδειοδοτούσα αρχή πιστοποιητικού εγγύτερων συγγενών και υπευθύνων δηλώσεων αυτών περί της συνέχισης της δραστηριότητας από το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Για τις περ. β), γ) και δ) της παρ. 1 υποβάλλεται αίτηση του ενδιαφερομένου στην οποία αναγράφεται για ποια/ποιες από τις περιπτώσεις αιτείται την αντικατάσταση της άδειας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ
Άρθρο 356
Αρμοδιότητες δημοτικής αστυνομίας
Η δημοτική αστυνομία ασκεί τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
1. Πρώτη κατηγορία αρμοδιοτήτων:
α) ελέγχει την τήρηση κάθε είδους κανονιστικών αποφάσεων που εκδίδουν οι δημοτικές αρχές, και επιβάλλει τα αντίστοιχα διοικητικά μέτρα που προβλέπονται για την παραβίασή τους,
β) ελέγχει την τήρηση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ., ν. 5209/2025, Α’ 100), και επιβάλει τα διοικητικά μέτρα και τις κυρώσεις των άρθρων 106 έως 110 του Κ.Ο.Κ. που αφορούν:
βα) στην κίνηση, στη στάση και στάθμευση, καθώς και στην ελεγχόμενη στάθμευση οχημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κ.Ο.Κ., αναφορικά με τις υποδείξεις και τα σήματα που δίνουν οι τροχονόμοι για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας,
ββ) στις παρ. 3 και 11 του άρθρου 7 του Κ.Ο.Κ., αναφορικά με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται με τις πινακίδες Ρ-2, Ρ-7, Ρ-8, Ρ-39, Ρ-40, Ρ-41, Ρ-42, Ρ-43, Ρ- 55, Ρ-69, Ρ-70, Ρ-71 και Ρ-72,
βγ) στην απαγόρευση κίνησης ή στάσης ή στάθμευσης σύμφωνα με τις περ. η), θ) και ι) της παρ. 8 του άρθρου 8 του Κ.Ο.Κ., περί οριζόντιας σήμανσης οδών, υποχρεώσεων οδηγών και κατηγοριών παραβάσεων,
βδ) στην υποχρέωση τήρησης της φωτεινής σηματοδότησης για την κυκλοφορία των οχημάτων σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κ.Ο.Κ., περί φωτεινής σηματοδότησης για την κυκλοφορία οχημάτων,
βε) στην τήρηση της σήμανσης ισόπεδων σιδηροδρομικών διαβάσεων σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 31 του Κ.Ο.Κ., περί σήμανσης ισόπεδων σιδηροδρομικών διαβάσεων και ισόπεδων σιδηροδρομικών διαβάσεων αντίστοιχα,
βστ) στην εφαρμογή της σήμανσης των εργασιών που εκτελούνται στις οδούς σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κ.Ο.Κ., περί σήμανσης των εργασιών που εκτελούνται στις οδούς,
βζ) στην εγκατάσταση μέσων σήμανσης και σηματοδότησης σύμφωνα με τις παρ. 7, 8 και 9 του άρθρου 14 του Κ.Ο.Κ., περί εγκατάστασης μέσων σήμανσης και σηματοδότησης,
βη) στις παραβάσεις σχετικά με τις επιγραφές και τις διαφημίσεις σύμφωνα με το άρθρο 15, περί επιγραφών και διαφημίσεων,
βθ) στις παραβάσεις των γενικών κανόνων οδικής συμπεριφοράς των παρ. 1, 2, 3, 5, 6 και 11 του άρθρου 16 του Κ.Ο.Κ., περί κανόνων οδικής συμπεριφοράς,
βι) στην τήρηση υποχρεώσεων των οδηγών σύμφωνα με τις παρ. 2 και 6 του άρθρου 17 του Κ.Ο.Κ., περί οδηγών,
βια) στους κανόνες περί απαγόρευσης εκπομπών, ρύπων και θορύβων, του άρθρου 19 του Κ.Ο.Κ., καθώς και στην εκ μέρους των οδηγών τήρηση της υποχρέωσης έκδοσης κάρτας καυσαερίων του π.δ. 363/ 1995 (A’ 193),
βιβ) στην απαγόρευση κυκλοφορίας σε κοινόχρηστους χώρους και μονόδρομους σύμφωνα με τις παρ. 4, 7 και 8 του άρθρου 20 του Κ.Ο.Κ., περί θέσεων επί της οδού,
βιγ) στην τήρηση των κανόνων ταχύτητας και χρήσης αντιολισθητικών μέσων σύμφωνα με τις παρ. 3 και 10 του άρθρου 23 του Κ.Ο.Κ., περί ταχύτητας και απόστασης μεταξύ οχημάτων τήρησης κανόνων ταχύτητας και χρήσης αντιολισθητικών μέσων,
βιδ) στις παραβάσεις της μέριμνας του οδηγού για την ασφάλεια των συνεπιβατών του σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4γ του άρθρου 37 του Κ.Ο.Κ., περί μεταφοράς επιβατών με οχήματα,
βιε) στις παραβάσεις σχετικά με την απογόρευση στάσης και στάθμευσης σύμφωνα με τις περ. α) έως ια), ιστ), ιζ) και ιη) της παρ. 2, τις περ. α) έως ια) της παρ. 3 και τις παρ. 5, 6, 7, 9, 10, 11, 19 και 21 του άρθρου 38 του Κ.Ο.Κ., περί στάσης και στάθμευσης,
βιστ) στην εφαρμογή των κανόνων κυκλοφορίας πεζών σύμφωνα με το άρθρο 42 του Κ.Ο.Κ., περί κανόνων κυκλοφορίας πεζών,
βιζ) στον έλεγχο της συμπεριφοράς των οδηγών προς τους πεζούς σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κ.Ο.Κ., περί συμπεριφοράς των οδηγών προς του πεζούς,
βιη) στην τήρηση των ειδικών υποχρεώσεων των οδηγών και πεζών προς τα αστυνομικά όργανα και τους σχολικούς τροχονόμους σύμφωνα με το άρθρο 49 του Κ.Ο.Κ., περί ειδικών υποχρεώσεων οδηγών και πεζών προς τα αστυνομικά όργανα και τους σχολικούς τροχονόμους,
βιθ) στην ακινητοποίηση των οχημάτων σύμφωνα με το άρθρο 50 του Κ.Ο.Κ., περί ακινητοποίησης του οχήματος,
βκ) στην τήρηση των υποχρεώσεων για εργασίες και εναπόθεση υλικών στις οδούς σύμφωνα με το άρθρο 51 του Κ.Ο.Κ., περί εργασιών και εναπόθεσης υλικών στις οδούς,
βκα) στην απαγόρευση κατάληψης τμήματος οδού και πεζόδρομου σύμφωνα με το άρθρο 52 του Κ.Ο.Κ., περί κατάληψης τμήματος οδού και πεζοδρομίου,
βκβ) στη λήψη των μέτρων ρύθμισης οδικής κυκλοφορίας που λαμβάνονται σύμφωνα με την παρ. 6, καθώς και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 55 του Κ.Ο.Κ., περί μέτρων ρύθμισης της οδικής κυκλοφορίας,
βκγ) στη διενέργεια τεχνικού ελέγχου οχημάτων σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 90 του Κ.Ο.Κ., περί τεχνικού ελέγχου οχημάτων,
βκδ) στον έλεγχο της άδειας κυκλοφορίας οχημάτων, εξαιρουμένων των φορτηγών, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Κ.Ο.Κ., περί άδειας κυκλοφορίας οχημάτων,
βκε) στα σχετικά με τις πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας οχημάτων, εξαιρουμένων των φορτηγών, σύμφωνα με το άρθρο 94 του Κ.Ο.Κ., περί πινακίδων αριθμού κυκλοφορίας,
βκστ) στην αφαίρεση άδειας και αριθμού κυκλοφορίας σύμφωνα με το άρθρο 96 του Κ.Ο.Κ., περί αφαίρεσης άδειας και αριθμού κυκλοφορίας,
βκζ) στον έλεγχο των αδειών οδήγησης οχημάτων, εξαιρουμένων των φορτηγών, σύμφωνα με το άρθρο 98 του Κ.Ο.Κ., περί αδειών οδήγησης, κυρώσεων και αδειών εκπαιδευτών υποψήφιων οδηγών,
βκη) στον έλεγχο ισχύος των αδειών οδήγησης, εξαιρουμένων των οχημάτων δημόσιας χρήσης και των φορτηγών σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 99 του Κ.Ο.Κ., περί ισχύος αδειών οδήγησης,
βκθ) στον έλεγχο εγγράφων που πρέπει να φέρει ο οδηγός, εξαιρουμένων των φορτηγών, σύμφωνα με το άρθρο 103 του Κ.Ο.Κ., περί εγγράφων τα οποία πρέπει να φέρει ο οδηγός,
βλ) στην εφαρμογή των προβλέψεων των παρ. 6 και 12 του άρθρου 24, των παρ. 4, 12 και 14 του άρθρου 38, των παρ. 1 έως 5, 9, 10 και 12 έως 16 του άρθρου 44, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 63, των παρ. 2 και 3 του άρθρου 80, των παρ. 7 και 24 του άρθρου 85, των παρ. 1 και 5 του άρθρου 86 και του άρθρου 103 του Κ.Ο.Κ. που αφορούν στα Ελαφρά Προσωπικά Ηλεκτροκίνητα Οχήματα (Ε.Π.Η.Ο.),
βλα) στην εφαρμογή των ειδικών κανόνων για τους οδηγούς ποδηλάτων, μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων παρ. 1 έως 9, 11, 12, 13, 15 και 16 του άρθρου 44 του Κ.Ο.Κ., περί ειδικών κανόνων για τους οδηγούς ποδηλάτων, μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών, τρίτροχων οχημάτων και Ε.Π.Η.Ο..
Επίσης, ελέγχει την τήρηση του άρθρου 7 του ν. 3181/2003 (Α’ 218), περί χρηματισμού για εξασφάλιση θέσης στάθμευσης σε δημόσιους χώρους και τα προβλεπόμενα στην απόφαση της περ. ια) της παρ. 23 του άρθρου 112 του ν. 5209/2025 (Α’ 100) περί εφοδιασμού οχημάτων με εξαρτήματα και συσκευές.
γ) ελέγχει την τήρηση των προβλεπόμενων στην απόφαση της παρ. 5 του άρθρου 360 περί της χορήγησης και της ανάκλησης των αδειών ίδρυσης και λειτουργίας παιδότοπων,
δ) εκτελεί τις διοικητικές κυρώσεις σε καταστήματα ή επιχειρήσεις αρμοδιότητας του οικείου δήμου,
ε) συμμετέχει στην εφαρμογή σχεδίων για την πολιτική προστασία, υποστηρίζοντας το έργο του οικείου δήμου σε μέτρα και δράσεις πολιτικής προστασίας,
στ) διενεργεί αυτοψία για την εξακρίβωση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διοικητικών πράξεων από τα όργανα του δήμου και, ιδίως, διενεργεί αυτοψία και συντάσσει έκθεση για την έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968 (Α’ 12), περί πρωτοκόλλου αποβολής εφόρου, ανακοπής και μη αναστολής και για τη χορήγηση βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας,
ζ) εφαρμόζει τις προβλέψεις του άρθρου 9 του π.δ. 116/2004 (Α’ 81), περί της διαδικασίας συλλογής των εγκαταλελειμμένων οχημάτων,
η) προστατεύει τη δημοτική περιουσία από πράξεις φθοράς ξένης ιδιοκτησίας,
θ) αποτρέπει τη διατάραξη της λειτουργίας των υπηρεσιών του οικείου δήμου σύμφωνα με το άρθρο 168 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95), περί της διατάραξης της λειτουργίας υπηρεσίας,
ι) ελέγχει την ύπαρξη οικοδομικών αδειών κατά την εκτέλεση εργασιών και λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο για την ασφάλεια από τις επικίνδυνες οικοδομές, προκειμένου να διασφαλισθούν η προστασία της ζωής και της περιουσίας των κατοίκων και η ακώλυτη λειτουργία της πόλης, ενημερώνοντας αμελλητί την αρμόδια υπηρεσία δόμησης,
ια) ελέγχει την τήρηση των άρθρων 1 έως 6Α του ν. 3730/2008 (Α’ 262), περί προϊόντων καπνού και αλκοολούχων ποτών, καθώς και των άρθρων 28, 29, 30, 32, 33 και 34 του ν. 5216/2025 (Α’ 118), περί μη καπνικών προϊόντων,
ιβ) επιδίδει τα πάσης φύσεως έγγραφα του οικείου δήμου ή άλλων δημοτικών αρχών εντός των διοικητικών ορίων του οικείου δήμου, σύμφωνα με το άρθρο 743, περί εξαιρέσεων από τις ηλεκτρονικές επιδόσεις και κοινοποιήσεις,
ιγ) βεβαιώνει, κατ’ οίκον, το γνήσιο της υπογραφής για φυσικά πρόσωπα με κινητικά προβλήματα, υπερήλικες ή ασθενείς,
ιδ) ελέγχει την τήρηση των προβλέψεων που αφορούν στα ζώα συντροφιάς σύμφωνα με τον ν. 4830/2021 (Α’ 169).
2. Δεύτερη κατηγορία αρμοδιοτήτων:
Ελέγχει την τήρηση των διατάξεων που αφορούν:
α) στην υπαίθρια διαφήμιση σύμφωνα με τον ν. 2946/2001 (Α’ 224),
β) στο υπαίθριο εμπόριο και στις λαϊκές αγορές, είτε αυτοτελώς είτε στο πλαίσιο συμμετοχής στελεχών της στα μικτά κλιμάκια που συγκροτούνται με απόφαση της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή του ν. 5255/2025 (Α’ 219)
3. Τρίτη κατηγορία αρμοδιοτήτων:
Ελέγχει την τήρηση των διατάξεων που αφορούν:
α) στην αδειοδότηση καταστημάτων για την οποία αρμόδιος είναι ο οικείος δήμος ή στη γνωστοποίηση λειτουργίας τους που υποβάλλεται στον δήμο, όπως καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, θεάτρων, κινηματογράφων, καταστημάτων ενοικίασης ποδηλάτων και μοτοποδηλάτων,
β) στην ηχορύπανση, στην κοινή ησυχία και στη λειτουργία μουσικής στα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, σε δώματα ή υπαίθριους χώρους κτηρίων, σύμφωνα με τις οικείες αστυνομικές διατάξεις και σε συνεργασία με την Ελληνική Αστυνομία,
γ) στο ωράριο λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και λοιπών εμπορικών καταστημάτων και
δ) στη λειτουργία εμποροπανηγύρεων, εποχικών υπαίθριων αγορών και λοιπών ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων.
4. Ελεγκτικές αρμοδιότητες που ασκούνται από άλλους φορείς του Δημοσίου, πλην δημοτικής αστυνομίας, κατ’ εφαρμογή νόμων ή κανονιστικών πράξεων δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος.
Άρθρο 357
Άσκηση αρμοδιοτήτων δημοτικής αστυνομίας
1. Οι αρμοδιότητες της πρώτης κατηγορίας της παρ. 1 του άρθρου 356, περί αρμοδιοτήτων της δημοτικής αστυνομίας, ασκούνται από υπηρεσίες δημοτικής αστυνομίας δήμων με μόνιμο πληθυσμό έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) κατοίκους, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, οι οποίες στελεχώνονται με προσωπικό τουλάχιστον εφτά (7) ατόμων.
2. Οι αρμοδιότητες των παρ. 1 και 2 του άρθρου 356 ασκούνται από υπηρεσίες δημοτικής αστυνομίας δήμων με μόνιμο πληθυσμό από δεκαπέντε χιλιάδες έναν (15.001) έως πενήντα χιλιάδες (50.000) κατοίκους, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, οι οποίες στελεχώνονται με προσωπικό τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ατόμων.
3. Οι αρμοδιότητες των παρ. 1 και 2 του άρθρου 356 ασκούνται από υπηρεσίες δημοτικής αστυνομίας δήμων με μόνιμο πληθυσμό από πενήντα χιλιάδες έναν (50.001) έως εκατό χιλιάδες (100.000) κατοίκους, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, οι οποίες στελεχώνονται με προσωπικό τουλάχιστον τριάντα (30) ατόμων.
4. Σε περίπτωση που δεν πληρούται η προϋπόθεση της ελάχιστης στελέχωσης, κατά τις παρ. 1, 2 και 3 είναι δυνατή με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του:
α) η αφαίρεση της άσκησης μιας ή περισσοτέρων εκ των αρμοδιοτήτων των περ. α), γ), δ), στ), ζ), ιβ) και ιγ) της παρ. 1 του άρθρου 355 για τις υπηρεσίες της παρ. 1 του παρόντος και
β) η αφαίρεση της άσκησης μιας ή περισσοτέρων εκ των αρμοδιοτήτων των περ. α), γ), δ), στ), ζ), ιβ) και ιγ) της παρ. 1 του άρθρου 356 και της παρ. 2 του άρθρου 356 για τις υπηρεσίες των παρ. 2 και 3 του παρόντος.
Οι αρμοδιότητες που αφαιρούνται σύμφωνα με τις περ. α) και β) ασκούνται από το λοιπό προσωπικό του δήμου, τηρουμένου του άρθρου 35 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, Α’ 143), περί καθηκόντων υπαλλήλου.
Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, είναι δυνατόν να ανατίθενται στις υπηρεσίες των παρ. 1, 2 και 3 αρμοδιότητες από τις τρεις (3) κατηγορίες των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 356, ανεξαρτήτως στελέχωσης.
Ειδικά η αρμοδιότητα της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 356, σε περιπτώσεις έκτακτων αναγκών, ασκείται καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο, σύμφωνα με τις οδηγίες του κατά περίπτωση αρμόδιου συντονιστικού οργάνου σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως 16 του ν. 4662/2020 (Α’ 27), ανεξαρτήτως στελέχωσης.
5. Οι αρμοδιότητες όλων των κατηγοριών του άρθρου 356 ασκούνται από υπηρεσίες δημοτικής αστυνομίας δήμων με μόνιμο πληθυσμό από εκατόν έναν χιλιάδες (100.001) κατοίκους και άνω, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, οι οποίες στελεχώνονται από προσωπικό που προκύπτει από το πηλίκο της διαίρεσης του μόνιμου πληθυσμού διά δύο χιλιάδες (μόνιμος πληθυσμός/2.000). Δεκαδικός αριθμός στρογγυλοποιείται στην αμέσως επόμενη μονάδα, εφόσον είναι από μισή μονάδα (0,5) και άνω.
Σε περίπτωση που δεν πληρούται η προϋπόθεση της ελάχιστης στελέχωσης του πρώτου εδαφίου, εφαρμόζεται η παρ. 4.
6. Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 5, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης. Η διαπιστωτική πράξη αναρτάται στην ιστοσελίδα του δήμου.
7. Οι παραβάσεις αρμοδιότητας της δημοτικής αστυνομίας βεβαιώνονται με έντυπο ή ηλεκτρονικό τρόπο. Αντιρρήσεις ή ιεραρχικές προσφυγές κατά πράξεων βεβαίωσης παράβασης της δημοτικής αστυνομίας εξετάζονται από τον Προϊστάμενο δημοτικό αστυνομικό του οργάνου που βεβαίωσε την παράβαση και σε περίπτωση που δεν υπάρχει προϊστάμενος, από τον δήμαρχο.
Άρθρο 358
Τρόπος άσκησης αρμοδιοτήτων δημοτικής αστυνομίας
1. Το προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας υποχρεούται να εργάζεται εντός και εκτός γραφείων της υπηρεσίας, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες και τα καθήκοντα που του ανατίθενται. Τελεί σε διαρκή ετοιμότητα για την ταχεία επέμβασή του, σε κάθε τόπο και χρόνο, σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς και τις εντολές των προϊσταμένων. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του δύναται να χρησιμοποιεί τεχνολογικά μέσα, εφαρμοζομένης της κατά περίπτωση κείμενης νομοθεσίας. Κάθε δημοτικός αστυνομικός φέρει, με δαπάνες του οικείου δήμου, ειδικό εξοπλισμό και μέσα δέσμευσης, όπως, αλεξίσφαιρο γιλέκο, χειροπέδες και αστυνομική ράβδο, η οποία δύναται να χρησιμοποιείται σε περίπτωση άμυνας. Επίσης, φέρει στολή, το ειδικό διακριτικό σήμα της δημοτικής αστυνομίας, διακριτικό του οικείου βαθμού ιεραρχίας, καθώς και ειδική ταυτότητα προσωπικού.
2. Για αξιόποινες πράξεις αρμοδιότητας της δημοτικής αστυνομίας, το προσωπικό της ενεργεί καθήκοντα ειδικού ανακριτικού υπαλλήλου, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 31 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), περί γενικών και ειδικών ανακριτικών υπαλλήλων. Η δημοτική αστυνομία, για την εκπλήρωση της αποστολής της, στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων της, προβαίνει σε συλλήψεις σύμφωνα με το πέμπτο κεφάλαιο του δεύτερου τμήματος του Τρίτου Βιβλίου του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
3. Κάθε ελεγχόμενος από το προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας υποχρεούται να παρέχει τα αιτούμενα, γραπτά ή προφορικά, στοιχεία ή την οφειλόμενη συνδρομή, καθώς και να επιτρέπει την είσοδο στους χώρους στους οποίους διεξάγεται έλεγχος, άλλως υποπίπτει στο αδίκημα της απείθειας κατά το άρθρο 169 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95), περί σύντμησης της προθεσμίας.
4. Κάθε αντίσταση, απείθεια, εξύβριση, άσκηση ή απειλή βίας εναντίον του προσωπικού της δημοτικής αστυνομίας, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, επισύρει τις κυρώσεις που προβλέπονται από την ποινική νομοθεσία, ανεξάρτητα από την αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούνται σε αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 έως 938 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). Σε περίπτωση διάπραξης των ανωτέρω αδικημάτων συντάσσεται από αυτό σχετική έκθεση προς την υπηρεσία του, η οποία διαβιβάζεται, αμέσως, στον αρμόδιο εισαγγελέα.
5. Η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) παρέχει συνδρομή στο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας κατά την άσκηση του έργου της και, ειδικότερα, σε προγραμματισμένους ελέγχους της δημοτικής αστυνομίας ή σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπου αυτό προβλέπεται. H συνδρομή της ΕΛ.ΑΣ. προς τη δημοτική αστυνομία παρέχεται, σύμφωνα με το άρθρο 161 του π.δ. 141/1991 (Α’ 58), περί συνδρομής σε άλλες αρχές.
6. Για τα αδικήματα που διώκονται κατ’ έγκληση και φέρεται ότι διαπράχθηκαν από το ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας κατά την άσκηση των καθηκόντων του και εξαιτίας αυτής, δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 275 και 417 έως 426 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Άρθρο 359
Συμβάσεις υποστήριξης αρμοδιοτήτων
Δήμοι, οι οποίοι δεν έχουν συστήσει υπηρεσία δημοτικής αστυνομίας δύνανται να συνάπτουν συμβάσεις διαδημοτικής συνεργασίας με όμορους δήμους που διαθέτουν υπηρεσία δημοτικής αστυνομίας, σύμφωνα με το άρθρο 331, περί συμβάσεων διαδημοτικής, διαπεριφερειακής και διαβαθμιδικής συνεργασίας, με τις οποίες τους αναθέτουν την άσκηση ή την υποστήριξη της άσκησης αρμοδιοτήτων δημοτικής αστυνομίας. Με τις συμβάσεις αυτές προσδιορίζονται ειδικότερα οι αρμοδιότητες που ασκούνται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ – ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Γ΄
Άρθρο 360
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζονται οι απαιτούμενες διαλειτουργικότητες και κάθε αναγκαίο τεχνικό και λεπτομερειακό θέμα για την υλοποίηση των προβλεπόμενων στο άρθρο 349, περί βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας.
2. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, κατόπιν γνώμης της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Ε.), καθορίζονται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας των παιδικών, βρεφικών και βρεφονηπιακών σταθμών που λειτουργούν ως υπηρεσία των δήμων ή εντός νομικών προσώπων αυτών, οι τεχνικές προδιαγραφές τους και ειδικοί όροι καταλληλότητας τους, η διαδικασία ελέγχου τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, κατόπιν γνώμης της Κ.Ε.Δ.Ε., της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζόμενων στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Π.Ο.Ε. – Ο.Τ.Α.) και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού (Π.Ο.Π.) Ο.Τ.Α. εκδίδεται πρότυπος Κανονισμός Λειτουργίας των δημοτικών παιδικών, βρεφικών και βρεφονηπιακών σταθμών.
4. Με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου καθορίζεται ο κανονισμός λειτουργίας των δημοτικών παιδικών, βρεφικών και βρεφονηπιακών σταθμών, με βάση τον Πρότυπο Κανονισμό Λειτουργίας που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 3 του παρόντος.
5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Ανάπτυξης, Υγείας, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Τουρισμού καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, τα δικαιολογητικά και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση και την ανάκληση των αδειών ίδρυσης και λειτουργίας παιδότοπων.
6. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών δύναται να καθορίζεται η διαδικασία σφράγισης σε καταστήματα και επιχειρήσεις αρμοδιότητας του δήμου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 350, περί αρμόδιων οργάνων επιβολής κυρώσεων σε καταστήματα και επιχειρήσεις αρμοδιότητας του δήμου.
7. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών δύναται να τροποποιούνται τα δικαιολογητικά, η διαδικασία έκδοσης και αντικατάστασης της άδειας και κάθε άλλο τεχνικό ή λεπτομερειακό ζήτημα για την εφαρμογή του άρθρου 353 , περί άδειας ίδρυσης και λειτουργίας κέντρου διασκέδασης και 355, περί αντικατάστασης ίδρυσης και λευτουργίας κέντρου διασκέδασης. .
Άρθρο 361
Τελικές διατάξεις
1. Η αρμοδιότητα της στέγασης των περιφερειακών υπηρεσιών νομαρχιακού επιπέδου πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της παρ. 2 του άρθρου 1 του π.δ. 161/2000 (Α΄145) και των Κέντρων Διεπιστημονικής Αξιολόγησης, Συμβουλευτικής και Υποστήριξης (ΚΕΔΑΣΥ), καθώς και της αντιμετώπισης των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών αυτών, από 1η Ιανουαρίου 2027 μεταφέρεται από τις Περιφέρειες στις δεκατρείς (13) Περιφερειακές Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού οι οποίες συνιστούν διακριτούς Ειδικούς Φορείς του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου, στον προϋπολογισμό των οποίων εγγράφονται οι απαραίτητες πιστώσεις.
2. Το προσωπικό που υπηρετεί στο Γραφείο Τεχνικών Έργων της Περιφερειακής Ενότητας Ιθάκης μεταφέρεται αυτοδίκαια από την έναρξη ισχύος του παρόντος στον δήμο Ιθάκης. Για τη μεταφορά του εκδίδεται διαπιστωτική απόφαση του Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης εντός ενός (1) μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Οι αρμοδιότητες του Γραφείου ασκούνται εφεξής από τη Διεύθυνση Τεχνικών έργων της Περιφερειακής Ενότητας Κεφαλληνίας.




Σχετικά με τις αρμοδιότητες της Δημοτικής Αστυνομίας (Άρθρο 356):
Στη παράγραφο 1 εδάφιο βιε) (έλεγχος άρθρο 38 παρ. 2 ΚΟΚ περί παράνομης στάσης – στάθμευσης) προτείνεται να συμπεριληφθούν οι περιπτώσεις: ιθ) σε θέση/σημείο επαναφόρτισης ηλεκτροκίνητων οχημάτων, εξαιρουμένων των ηλεκτροκίνητων οχημάτων κατά τη διάρκεια της φόρτισής τους και κ) σε σημεία που έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση διέλευσης οχημάτων που εξυπηρετούν δημόσια συγκοινωνία ή αστικών, υπεραστικών και ηλεκτροκίνητων λεωφορείων, εφόσον τα σημεία αυτά επισημαίνονται ευκρινώς, οι οποίες προστέθηκαν το νέο ΚΟΚ το 2025.
Επιπλέον, προτείνεται στο εδάφιο ββ) να συμπεριληφθούν οι ρυθμιστικές πινακίδες Ρ-9 έως Ρ-25 και Ρ-27 έως Ρ-29.
Προτείνεται η αναθεώρηση των διατάξεων που καθορίζουν τις αρμοδιότητες της Δημοτικής Αστυνομίας ως προς την εφαρμογή του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία, συνεκτική και αποτελεσματική άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων, αποφεύγοντας αποσπασματικές και λειτουργικά ασύνδετες ρυθμίσεις.
Η απονομή αρμοδιοτήτων ανά άρθρο και παράγραφο θα πρέπει να ακολουθεί ενιαία και λειτουργική λογική. Στο προτεινόμενο σχέδιο παρατηρούνται περιπτώσεις όπου παρέχεται αρμοδιότητα ελέγχου συγκεκριμένων παραβάσεων, χωρίς να παρέχεται η δυνατότητα ελέγχου συναφών παραβάσεων του ίδιου αντικειμένου, γεγονός που δυσχεραίνει την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας.
Ειδικότερα στο κεφάλαιο Δ’, άρθρο 356 παρ. 1:
• Στην περ. βιδ προτείνεται η συμπερίληψη του συνόλου των παραγράφων του άρθρου 37 και όχι μόνο αυτών που αφορούν τη χρήση προστατευτικού κράνους από τον επιβάτη ή τη χρήση ζώνης ασφαλείας. Δεν προκύπτει λειτουργικός λόγος για την επιλεκτική ανάθεση αρμοδιοτήτων ελέγχου μόνο σε ορισμένες παραβάσεις του ίδιου άρθρου, όταν αυτές εντάσσονται στο ίδιο κανονιστικό πλαίσιο ασφαλούς μεταφοράς επιβατών. Ειδικότερα, η εξαίρεση συναφών περιπτώσεων του ίδιου ελεγκτικού αντικειμένου, όπως στην περίπτωση του άρθρου 37 παρ 2β με το άρθρο 16 παρ 5, δημιουργεί ασυνέχεια στην εφαρμογή του Κ.Ο.Κ.
• Στην περ. βιε προτείνεται η συμπερίληψη των παρ. 2 περ. ιθ και κ του άρθρου 38, καθώς δεν είναι λειτουργικά συνεπές να παρέχεται αρμοδιότητα ελέγχου των λοιπών παραβάσεων στάσης και στάθμευσης και να εξαιρούνται οι παραβάσεις που αφορούν αποκλειστικές θέσεις επαναφόρτισης ηλεκτροκίνητων οχημάτων. Επίσης, προτείνεται η συμπερίληψη της παρ. 4, δεδομένου ότι η Δημοτική Αστυνομία ασκεί ήδη αρμοδιότητες σχετικά με τη στάση και στάθμευση οχημάτων. Η εξαίρεση των αντίστοιχων παραβάσεων που αφορούν τα ΕΠΗΟ δημιουργεί κανονιστική ασυνέπεια, ιδίως όταν προβλέπεται έλεγχος συναφών διατάξεων (άρθρα 24, 44, 63, 80).
• Στην περ. βκβ προτείνεται η διατήρηση του συνόλου των αρμοδιοτήτων του άρθρου 55, όπως ισχύουν στον 5003/2022, συμπεριλαμβανομένων των παραβάσεων που αφορούν φορτηγά οχήματα. Η διαφοροποίηση των αρμοδιοτήτων ελέγχου με μοναδικό κριτήριο την κατηγορία του οχήματος δεν φαίνεται να εξυπηρετεί κάποιον ουσιαστικό λειτουργικό ή επιχειρησιακό σκοπό, ιδίως όταν πρόκειται για παραβάσεις που επηρεάζουν άμεσα την οδική ασφάλεια και την κυκλοφορία.
• Στην περ. βλ προτείνεται η συμπερίληψη του συνόλου του άρθ. 63 καθώς το μόνο που δεν συμπεριλαμβάνεται είναι η ποινή των παραβάσεων. Ομοίως και στο άρθ. 80 προτείνεται η συμπερίληψη του συνόλου των διατάξεων του άρθρου. Η μερική μόνο ανάθεση αρμοδιοτήτων δημιουργεί ασυνέχεια στον έλεγχο, ιδίως όταν η Δημοτική Αστυνομία διαθέτει ήδη αρμοδιότητες επί συναφών διατάξεων που αφορούν την κυκλοφορία ποδηλάτων. Ακόμα στο άρθρο 85 προτείνεται η επέκταση των αρμοδιοτήτων πέραν της παρ. 7 και συγκεκριμένα στις παρ. 2 έως 7, 10 και 12, καθώς πρόκειται για διατάξεις που συνδέονται άμεσα με τον τεχνικό έλεγχο οχημάτων, την κατάσταση αυτών και ζητήματα θορύβου, τα οποία αποτελούν αντικείμενα ελέγχου της Δημοτικής Αστυνομίας.
• Στην περ. βκγ προτείνεται η διατήρηση της αρμοδιότητας στο σύνολό της (άρθρο 90), συμπεριλαμβανομένων των μηχανημάτων έργου, καθώς δεν προκύπτει λειτουργικός λόγος εξαίρεσής τους.
• Στην περ. βκη προτείνεται η συμπερίληψη όλων των κατηγοριών οχημάτων στις περιπτώσεις οδήγησης χωρίς την απαιτούμενη άδεια ή κατηγορία άδειας οδήγησης του άρθρου 99, προκειμένου να διασφαλιστεί ενιαία εφαρμογή του ελεγκτικού πλαισίου. Η διαφορετική μεταχείριση φορτηγών και οχημάτων δημόσιας χρήσης σε σχέση με τα λοιπά οχήματα δημιουργεί αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις, ιδίως όταν στο άρθρο 94 προβλέπεται ήδη έλεγχος αντίστοιχων κατηγοριών.
Τέλος, προτείνεται η προσθήκη των άρθρων 102 και 105 στις αρμοδιότητες της Δημοτικής Αστυνομίας, ώστε να διασφαλίζεται η πληρέστερη, συνεκτικότερη και αποτελεσματική εφαρμογή του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, χωρίς αλληλοεπικαλύψεις ή κενά αρμοδιοτήτων.
Οι Δήμοι να μπορούν να δίνουν άδεια δημιουργίας αποθήκης σε χωριά κάτω των 1.000 κατοίκων χωρίς την παρέμβαση της πολεοδομίας,, λόγω του δημογραφικού προβλήματος.
Προτείνω τη μη κατάργηση του άρθρου 4 του Ν. 5003/2022 στο σύνολό του. Αντίθετα, κρίνεται αναγκαία η διατήρηση και η ρητή αναφορά στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας, όπως αυτές προβλέπονται στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, ώστε να διασφαλίζεται η σαφής κατανομή καθηκόντων και η αποτελεσματική λειτουργία των υπηρεσιών.
Επιπλέον, θα πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι οι δημοτικοί αστυνομικοί που υπηρετούν στους Δήμους της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας απασχολούνται αποκλειστικά με πενθήμερη εργασία και δεν υποχρεούνται σε νυχτερινή εργασία, ούτε σε εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 5003/2022. Η απουσία σχετικής πρόβλεψης δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο καταστρατήγησης των εργασιακών διατάξεων, καθώς θα παρέχεται η δυνατότητα επιβολής διευρυμένων ωραρίων και βαρδιών σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων. Επιπροσθέτως, η πρόβλεψη του Ν. 5003/2022 περί κατάλληλης εναλλαγής του προσωπικού αποδείχθηκε στην πράξη ανεπαρκής, καθώς η γενική και αόριστη διατύπωσή της δεν απέτρεψε φαινόμενα καταστρατήγησης. Σε κάθε περίπτωση, η ουσιαστική εναλλαγή προσωπικού είναι αντικειμενικά αδύνατη όταν η υπηρεσία δεν διαθέτει επαρκή αριθμό στελεχών.
Μία τέτοια πρακτική θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε εργασιακή εξουθένωση του προσωπικού, δεδομένου ότι οι προβλεπόμενες οργανικές θέσεις είναι ήδη περιορισμένες, ενώ ο πραγματικός αριθμός υπηρετούντων δημοτικών αστυνομικών είναι σε πολλές περιπτώσεις ακόμη μικρότερος. Δεν είναι δυνατόν ένας τόσο μικρός αριθμός υπαλλήλων να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε αυξημένες επιχειρησιακές απαιτήσεις και σε ανάγκες αστυνόμευσης Δήμων που εξυπηρετούν έως και 100.000 κατοίκους, χωρίς να θίγονται βασικές αρχές προστασίας της εργασίας, της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, καθώς και η αποτελεσματικότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Παράλληλα, απαιτείται η πρόβλεψη μεγαλύτερου ελάχιστου αριθμού δημοτικών αστυνομικών ανά κατηγορία Δήμου, ώστε οι υπηρεσίες να είναι πραγματικά λειτουργικές. Κατά τον καθορισμό της στελέχωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ημερήσιες αναπαύσεις, οι κανονικές και αναρρωτικές άδειες, οι εκπαιδεύσεις και κάθε άλλη νόμιμη απουσία προσωπικού. Η θεσμοθέτηση ελάχιστων αριθμών χωρίς να συνυπολογίζονται οι πραγματικές ανάγκες λειτουργίας οδηγεί σε υποστελεχωμένες υπηρεσίες που αδυνατούν να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους.
Σε διαφορετική περίπτωση, οι υπηρεσίες Δημοτικής Αστυνομίας θα περιοριστούν σε καθαρά διοικητικό ρόλο, εκτελώντας κυρίως εργασίες όπως επιδόσεις εγγράφων, βεβαιώσεις γνησίου υπογραφής και λοιπές διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες μπορούν να διεκπεραιώνονται και από άλλες δημοτικές υπηρεσίες όπως προβλέπεται στην περίπτωση μη σύστασης Δ.Α. Η στελέχωση υπηρεσιών με έναν ή δύο δημοτικούς αστυνομικούς δεν επιτρέπει την άσκηση ουσιαστικής αστυνόμευσης, τον έλεγχο της παραβατικότητας ούτε τη διατήρηση σταθερής παρουσίας στο πεδίο.
Ενδεικτικά, προτείνεται ως ελάχιστη στελέχωση:
• Πρώτη κατηγορία Δήμων: 15 έως 20 δημοτικοί αστυνομικοί.
• Δεύτερη κατηγορία Δήμων: τουλάχιστον 40 δημοτικοί αστυνομικοί.
• Τρίτη κατηγορία Δήμων: τουλάχιστον 100 δημοτικοί αστυνομικοί.
Τα ανωτέρω μεγέθη αποτελούν συντηρητική εκτίμηση των πραγματικών αναγκών. Οποιαδήποτε πρόβλεψη χαμηλότερης στελέχωσης εγκυμονεί τον κίνδυνο υποβάθμισης του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας, καταστρατήγησης των εργασιακών δικαιωμάτων του προσωπικού και περαιτέρω εξουθένωσης των υπηρετούντων υπαλλήλων, χωρίς δυνατότητα παροχής ουσιαστικών υπηρεσιών αστυνόμευσης προς τους πολίτες.
Σχόλιο για το άρθρο 361 παρ. 1
Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης λειτουργούν σήμερα βάσει του Π.Δ. 18/2018, το οποίο σχεδιάστηκε κυρίως για την άσκηση επιτελικών, συντονιστικών και εποπτικών αρμοδιοτήτων. Η οργανωτική τους διάρθρωση δεν έχει διαμορφωθεί για τη διαχείριση μεγάλου αριθμού λειτουργικών δαπανών, μισθώσεων, δημοσίων συμβάσεων και συναφών οικονομικών διαδικασιών που προκύπτουν από τη λειτουργία των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης και των ΚΕΔΑΣΥ.
Σε αρκετές περιπτώσεις, μία Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης θα κληθεί να διαχειρίζεται ταυτόχρονα τις ανάγκες πολλών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης και ΚΕΔΑΣΥ σε διαφορετικές Περιφερειακές Ενότητες. Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο συγκέντρωσης μεγάλου διοικητικού και οικονομικού φόρτου σε ένα ενδιάμεσο διοικητικό επίπεδο, με πιθανές καθυστερήσεις στην αντιμετώπιση καθημερινών λειτουργικών αναγκών.
Παράλληλα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης ήδη διαθέτουν οικονομικά τμήματα, διαχειρίζονται πιστώσεις μέσω συγκεκριμένων ΑΛΕ, διενεργούν αναλήψεις υποχρεώσεων και οι Διευθυντές Εκπαίδευσης ασκούν ήδη καθήκοντα διατάκτη για σημαντικές κατηγορίες δαπανών. Διαθέτουν επομένως εμπειρία στην εφαρμογή του δημοσίου λογιστικού και στη διαχείριση δημοσίων πόρων.
Για τον λόγο αυτό, θα μπορούσε να εξεταστεί εναλλακτικά η σταδιακή μεταφορά των σχετικών πιστώσεων απευθείας στις ίδιες τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, οι οποίες βρίσκονται πλησιέστερα στις πραγματικές λειτουργικές ανάγκες των υπηρεσιών τους. Ένα τέτοιο μοντέλο θα ενίσχυε την επιχειρησιακή αυτονομία, τη λογοδοσία και την ταχύτητα λήψης αποφάσεων, ενώ οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης θα μπορούσαν να διατηρήσουν έναν ενισχυμένο επιτελικό, συντονιστικό και εποπτικό ρόλο.
Σε κάθε περίπτωση, πριν από την πλήρη εφαρμογή της διάταξης, κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί μεταβατικό στάδιο εφαρμογής, οργανωτική προσαρμογή των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και σαφής καθορισμός των διαδικασιών μεταφοράς συμβάσεων, πιστώσεων και σχετικών υποχρεώσεων.
Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό βήμα εκσυγχρονισμού της διοίκησης της εκπαίδευσης, εφόσον συνδυαστεί με ένα συνεκτικό σχέδιο διοικητικής αποκέντρωσης, το οποίο θα αξιοποιεί τόσο τον αναβαθμισμένο ρόλο των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης όσο και την ήδη υφιστάμενη δημοσιονομική εμπειρία των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης.
άρθρο 356. Στους δήμους όπου υπάρχουν διάφορες ειδικότητες π.χ. Επόπτες Δημόδιας Υγείας να συνδράμουν στις αρμοδιότητες της Δημοτικές Αστυνομίας όπως ανθυγιεινές εστίες, έλεγχος καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, ηχορύπανση κτλ.
-Πρέπει για τους Επόπτες Δημόσιας Υγείας που υπάρχουν στους Δήμους να αποσαφηνιστούν τα καθήκοντα τους και να μην τους χρησιμοποιούν ως διοικητικούς υπαλλήλους αφού ο ρόλος τους είναι η προστασία της Δημόσιας Υγείας.
Το Πανελλήνιο Σωματείο Δημοτικών Αστυνομικών, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για τον Νέο Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, καταθέτει την παρούσα πρόταση με στόχο τη διασφάλιση της λειτουργικότητας, της νομιμότητας και της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας της Δημοτικής Αστυνομίας, ιδίως σε συνθήκες άνισης στελέχωσης μεταξύ δήμων και αυξημένου όγκου ελεγκτικών και επιχειρησιακών καθηκόντων.
Η εμπειρία εφαρμογής του υφιστάμενου πλαισίου, σε συνδυασμό με τις πραγματικές δυνατότητες πολλών δήμων, αναδεικνύει την ανάγκη στοχευμένων βελτιώσεων, ώστε οι αρμοδιότητες να κατανέμονται και να ασκούνται με τρόπο ρεαλιστικό, ασφαλή και συμβατό με τις απαιτήσεις του ρόλου και της ειδικής φύσης του ένστολου προσωπικού.
Κεφάλαιο Δ΄ – Δημοτική Αστυνομία (άρθρα 356–360)
1) Μεταφορά της αρμοδιότητας για τα ζώα συντροφιάς σε άλλη κατηγορία αρμοδιοτήτων. Προτείνεται η μεταφορά της αρμοδιότητας που αφορά τον έλεγχο της τήρησης των προβλέψεων περί ζώων συντροφιάς από την Α΄ κατηγορία αρμοδιοτήτων στη Γ΄ κατηγορία αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας.
Η μεταφορά αυτή κρίνεται αναγκαία, διότι σε σημαντικό αριθμό δήμων υφίσταται αντικειμενική αδυναμία άσκησης της εν λόγω αρμοδιότητας, λόγω σοβαρής υποστελέχωσης, ενώ ταυτόχρονα ο ήδη υπερβολικός φόρτος της Α΄ κατηγορίας αρμοδιοτήτων απορροφά το διαθέσιμο προσωπικό σε διαρκείς καθημερινές ανάγκες. Επιπλέον, η φύση των υποθέσεων που σχετίζονται με την κακοποίηση ζώων και η δυνατότητα σοβαρών ποινικών συνεπειών δημιουργούν απαιτήσεις αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας και υποστήριξης, τις οποίες μικρές υπηρεσίες Δημοτικής Αστυνομίας δεν μπορούν πρακτικά να καλύψουν, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος για την ασφάλεια των υπαλλήλων και η ορθότητα των ενεργειών.
2) Διατήρηση της προσαύξησης στελέχωσης όταν ανατίθενται αρμοδιότητες ανώτερης κατηγορίας. Προτείνεται να διατηρηθεί ρητά η πρόβλεψη ότι, όταν με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ανατίθενται στη Δημοτική Αστυνομία αρμοδιότητες ανώτερης κατηγορίας από εκείνη που αντιστοιχεί στη στελέχωση και τα κριτήρια λειτουργίας της υπηρεσίας, η στελέχωση της υπηρεσίας της Δημοτικής Αστυνομίας θα πρέπει να προσαυξάνεται υποχρεωτικά κατά ένα τρίτο.
Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ελάχιστη αναγκαία ασφαλιστική δικλείδα, ώστε οι αποφάσεις ανάθεσης πρόσθετων αρμοδιοτήτων να μην μετατρέπονται σε τυπικές αποφάσεις «επί χάρτου» που οδηγούν σε πρακτική αδυναμία εφαρμογής, υποβάθμιση του ελέγχου ή σε επιβάρυνση του προσωπικού πέραν των ορίων ασφάλειας και αντοχής της υπηρεσίας.
3) Ρητή πρόβλεψη 24ωρης λειτουργίας με βάρδιες στις περιπτώσεις πολιτικής προστασίας και εκτάκτων αναγκών. Προτείνεται να διατηρηθεί και να αποσαφηνιστεί ότι σε περιπτώσεις πολιτικής προστασίας ή εκτάκτου ανάγκης η Δημοτική Αστυνομία μεταπίπτει σε καθεστώς 24ωρης λειτουργίας με τρεις βάρδιες (πρωινή, απογευματινή, βραδινή), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, με κατάλληλη εναλλαγή προσωπικού.
Η 24ωρη λειτουργία σε τέτοιες συνθήκες αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την πραγματική συμβολή της Δημοτικής Αστυνομίας στην επιχειρησιακή ανταπόκριση του δήμου και στην προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Παράλληλα, η ρητή πρόβλεψη για βάρδιες και εναλλαγή προσωπικού προφυλάσσει από πρακτικές «άτυπης» υπερεργασίας, που οδηγούν σε εξάντληση, σε αύξηση λαθών και σε κινδύνους για την ασφάλεια προσωπικού και πολιτών.
4) Διατήρηση 24ωρης λειτουργίας ως κανόνα για μεγάλες αστικές υπηρεσίες. Προτείνεται να διατηρηθεί ρητά ότι για υπηρεσίες Δημοτικής Αστυνομίας που, λόγω πληθυσμού, φόρτου εργασίας και αστικού χαρακτήρα, καλούνται να ασκούν ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων, η άσκηση των αρμοδιοτήτων πραγματοποιείται καθ’ όλο το 24ωρο σε τρεις βάρδιες (πρωινή, απογευματινή, βραδινή), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, με κατάλληλη εναλλαγή προσωπικού.
Η διατήρηση της ρύθμισης είναι απαραίτητη ώστε να αποτυπώνεται στο κανονιστικό κείμενο ο πραγματικός χαρακτήρας της υπηρεσίας, να αποφεύγονται καταχρηστικές ερμηνείες και να θωρακίζεται η τήρηση της εργασιακής νομιμότητας, ιδίως ως προς την ορθολογική κατανομή του χρόνου εργασίας και την αποτροπή εκμετάλλευσης του προσωπικού χωρίς τις νόμιμες υπηρεσιακές προβλέψεις.
5) Ειδικό κριτήριο για τον υπολογισμό στελέχωσης στα μεγάλα αστικά κέντρα. Προτείνεται να διατηρηθεί ειδική πρόβλεψη για τα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς), ώστε ο υπολογισμός της απαιτούμενης στελέχωσης να ανταποκρίνεται στις αυξημένες συνθήκες αστικής λειτουργίας, στον εξαιρετικά υψηλό αριθμό μετακινήσεων, στον τουριστικό και εμπορικό φόρτο, καθώς και στον πολλαπλασιασμό των περιστατικών ελέγχου.
Η εμπειρία καταδεικνύει ότι η εφαρμογή ενός ενιαίου μαθηματικού κανόνα χωρίς ειδικές προσαρμογές για τέτοιους δήμους οδηγεί σε συστηματική επιχειρησιακή ανεπάρκεια και σε αδυναμία ουσιαστικής ανταπόκρισης της Δημοτικής Αστυνομίας στις ανάγκες της πόλης.
6) Αποτροπή ανάθεσης αρμοδιοτήτων Β΄ και Γ΄ κατηγορίας σε κρίσιμα υποστελεχωμένες υπηρεσίες. Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι σε περίπτωση υποστελέχωσης, και ιδίως σε κρίσιμη υποστελέχωση, η οποία προσδιορίζεται ενδεικτικά ως στελέχωση κάτω από επτά άτομα, δεν θα πρέπει να παρέχεται δυνατότητα ανάθεσης αρμοδιοτήτων Β΄ και Γ΄ κατηγορίας στη Δημοτική Αστυνομία.
Παράλληλα, προτείνεται να αποσαφηνιστεί ότι αποφάσεις Δημοτικού Συμβουλίου για ανάθεση αρμοδιοτήτων ανώτερων κατηγοριών θα πρέπει να είναι επιτρεπτές μόνο εφόσον καλύπτεται ένα ελάχιστο πραγματικό όριο στελέχωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ανάθεση δεν θα είναι προσχηματική και δεν θα οδηγεί σε πρακτική αδυναμία εφαρμογής, με αποτέλεσμα είτε την αδράνεια είτε την ανασφαλή άσκηση καθηκόντων.
7) Κατάργηση της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 5003/2022. Προτείνεται η κατάργηση της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 5003/2022, καθώς ο λόγος θέσπισής της ήταν μεταβατικός και πλέον έχει εξαντλήσει το πρακτικό του αντικείμενο, ιδίως μετά τις πραγματοποιθείσες προσλήψεις και τη σταδιακή επαναστελέχωση υπηρεσιών Δημοτικής Αστυνομίας.
Η διατήρησή της, ενώ ο μεταβατικός σκοπός έχει υποχωρήσει, δημιουργεί περιττές ερμηνευτικές αβεβαιότητες και ενδέχεται να αξιοποιηθεί για παρατάσεις ή αποκλίσεις από το ενιαίο πλαίσιο άσκησης αρμοδιοτήτων που πλέον πρέπει να ισχύει με πληρότητα.
8) Τροποποίηση της ρύθμισης για σύσταση περισσότερων διευθύνσεων Δημοτικής Αστυνομίας σε δήμους με δημοτικά διαμερίσματα και υποχρέωση σύστασης Γενικής Διεύθυνσης. Σε δήμους που συστήνουν περισσότερες της μίας Διευθύνσεις Δημοτικής Αστυνομίας, η ύπαρξη Γενικής Διεύθυνσης Δημοτικής Αστυνομίας καθίσταται υποχρεωτική. Η Γενική Διεύθυνση ασκεί ενιαίο επιχειρησιακό, διοικητικό και οικονομικό συντονισμό του συνόλου των επιμέρους Διευθύνσεων, με αρμοδιότητες που περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστον: τη διαχείριση του προϋπολογισμού της υπηρεσίας, τη μέριμνα για την εκπαίδευση και επιμόρφωση του συνόλου του ένστολου προσωπικού, τη διαχείριση οχημάτων και εξοπλισμού, τον στρατηγικό σχεδιασμό επιχειρησιακών δράσεων, καθώς και την τήρηση του ενιαίου συστήματος βαθμολογίου και ιεραρχίας του ένστολου προσωπικού. Σύσταση επιμέρους διευθύνσεων Δημοτικής Αστυνομίας, υπό της Γενικής Διεύθυνσης, επιτρέπεται αποκλειστικά με χωροταξικά και επιχειρησιακά κριτήρια και υπό την προϋπόθεση ότι κάθε Διεύθυνση στελεχώνεται με προσωπικό κατ’ ελάχιστον ανάλογο προς τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται βάσει του άρθρου 357.
Η Δημοτική Αστυνομία αποτελεί κρίσιμο θεσμό για την καθημερινότητα των πολιτών, τη λειτουργικότητα του δημόσιου χώρου και την υποστήριξη του δήμου σε έκτακτες ανάγκες. Για να επιτελέσει τον ρόλο της απαιτείται πλαίσιο ρεαλιστικό, εφαρμόσιμο και προστατευτικό τόσο για τη δημόσια τάξη σε τοπικό επίπεδο όσο και για την ασφάλεια και τη νομιμότητα της υπηρεσιακής δράσης του ένστολου προσωπικού.
Με τις ανωτέρω προτάσεις επιδιώκεται η βελτίωση της κανονιστικής επάρκειας του νέου Κώδικα, η αποφυγή ανεφάρμοστων ή επικίνδυνων αναθέσεων αρμοδιοτήτων και η θωράκιση του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας με όρους επιχειρησιακής πραγματικότητας και διοικητικής ορθότητας.
Το Πανελλήνιο Σωματείο Δημοτικών Αστυνομικών, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για τον Νέο Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, καταθέτει την παρούσα πρόταση με στόχο τη διασφάλιση της λειτουργικότητας, της νομιμότητας και της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας της Δημοτικής Αστυνομίας, ιδίως σε συνθήκες άνισης στελέχωσης μεταξύ δήμων και αυξημένου όγκου ελεγκτικών και επιχειρησιακών καθηκόντων.
Η εμπειρία εφαρμογής του υφιστάμενου πλαισίου, σε συνδυασμό με τις πραγματικές δυνατότητες πολλών δήμων, αναδεικνύει την ανάγκη στοχευμένων βελτιώσεων, ώστε οι αρμοδιότητες να κατανέμονται και να ασκούνται με τρόπο ρεαλιστικό, ασφαλή και συμβατό με τις απαιτήσεις του ρόλου και της ειδικής φύσης του ένστολου προσωπικού.
Κεφάλαιο Δ΄ – Δημοτική Αστυνομία (άρθρα 356–360)
1) Μεταφορά της αρμοδιότητας για τα ζώα συντροφιάς σε άλλη κατηγορία αρμοδιοτήτων. Προτείνεται η μεταφορά της αρμοδιότητας που αφορά τον έλεγχο της τήρησης των προβλέψεων περί ζώων συντροφιάς από την Α΄ κατηγορία αρμοδιοτήτων στη Γ΄ κατηγορία αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας.
Η μεταφορά αυτή κρίνεται αναγκαία, διότι σε σημαντικό αριθμό δήμων υφίσταται αντικειμενική αδυναμία άσκησης της εν λόγω αρμοδιότητας, λόγω σοβαρής υποστελέχωσης, ενώ ταυτόχρονα ο ήδη υπερβολικός φόρτος της Α΄ κατηγορίας αρμοδιοτήτων απορροφά το διαθέσιμο προσωπικό σε διαρκείς καθημερινές ανάγκες. Επιπλέον, η φύση των υποθέσεων που σχετίζονται με την κακοποίηση ζώων και η δυνατότητα σοβαρών ποινικών συνεπειών δημιουργούν απαιτήσεις αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας και υποστήριξης, τις οποίες μικρές υπηρεσίες Δημοτικής Αστυνομίας δεν μπορούν πρακτικά να καλύψουν, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος για την ασφάλεια των υπαλλήλων και η ορθότητα των ενεργειών.
2) Διατήρηση της προσαύξησης στελέχωσης όταν ανατίθενται αρμοδιότητες ανώτερης κατηγορίας. Προτείνεται να διατηρηθεί ρητά η πρόβλεψη ότι, όταν με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ανατίθενται στη Δημοτική Αστυνομία αρμοδιότητες ανώτερης κατηγορίας από εκείνη που αντιστοιχεί στη στελέχωση και τα κριτήρια λειτουργίας της υπηρεσίας, η στελέχωση της υπηρεσίας της Δημοτικής Αστυνομίας θα πρέπει να προσαυξάνεται υποχρεωτικά κατά ένα τρίτο.
Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ελάχιστη αναγκαία ασφαλιστική δικλείδα, ώστε οι αποφάσεις ανάθεσης πρόσθετων αρμοδιοτήτων να μην μετατρέπονται σε τυπικές αποφάσεις «επί χάρτου» που οδηγούν σε πρακτική αδυναμία εφαρμογής, υποβάθμιση του ελέγχου ή σε επιβάρυνση του προσωπικού πέραν των ορίων ασφάλειας και αντοχής της υπηρεσίας.
3) Ρητή πρόβλεψη 24ωρης λειτουργίας με βάρδιες στις περιπτώσεις πολιτικής προστασίας και εκτάκτων αναγκών. Προτείνεται να διατηρηθεί και να αποσαφηνιστεί ότι σε περιπτώσεις πολιτικής προστασίας ή εκτάκτου ανάγκης η Δημοτική Αστυνομία μεταπίπτει σε καθεστώς 24ωρης λειτουργίας με τρεις βάρδιες (πρωινή, απογευματινή, βραδινή), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, με κατάλληλη εναλλαγή προσωπικού.
Η 24ωρη λειτουργία σε τέτοιες συνθήκες αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την πραγματική συμβολή της Δημοτικής Αστυνομίας στην επιχειρησιακή ανταπόκριση του δήμου και στην προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Παράλληλα, η ρητή πρόβλεψη για βάρδιες και εναλλαγή προσωπικού προφυλάσσει από πρακτικές «άτυπης» υπερεργασίας, που οδηγούν σε εξάντληση, σε αύξηση λαθών και σε κινδύνους για την ασφάλεια προσωπικού και πολιτών.
4) Διατήρηση 24ωρης λειτουργίας ως κανόνα για μεγάλες αστικές υπηρεσίες. Προτείνεται να διατηρηθεί ρητά ότι για υπηρεσίες Δημοτικής Αστυνομίας που, λόγω πληθυσμού, φόρτου εργασίας και αστικού χαρακτήρα, καλούνται να ασκούν ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων, η άσκηση των αρμοδιοτήτων πραγματοποιείται καθ’ όλο το 24ωρο σε τρεις βάρδιες (πρωινή, απογευματινή, βραδινή), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, με κατάλληλη εναλλαγή προσωπικού.
Η διατήρηση της ρύθμισης είναι απαραίτητη ώστε να αποτυπώνεται στο κανονιστικό κείμενο ο πραγματικός χαρακτήρας της υπηρεσίας, να αποφεύγονται καταχρηστικές ερμηνείες και να θωρακίζεται η τήρηση της εργασιακής νομιμότητας, ιδίως ως προς την ορθολογική κατανομή του χρόνου εργασίας και την αποτροπή εκμετάλλευσης του προσωπικού χωρίς τις νόμιμες υπηρεσιακές προβλέψεις.
5) Ειδικό κριτήριο για τον υπολογισμό στελέχωσης στα μεγάλα αστικά κέντρα. Προτείνεται να διατηρηθεί ειδική πρόβλεψη για τα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς), ώστε ο υπολογισμός της απαιτούμενης στελέχωσης να ανταποκρίνεται στις αυξημένες συνθήκες αστικής λειτουργίας, στον εξαιρετικά υψηλό αριθμό μετακινήσεων, στον τουριστικό και εμπορικό φόρτο, καθώς και στον πολλαπλασιασμό των περιστατικών ελέγχου.
Η εμπειρία καταδεικνύει ότι η εφαρμογή ενός ενιαίου μαθηματικού κανόνα χωρίς ειδικές προσαρμογές για τέτοιους δήμους οδηγεί σε συστηματική επιχειρησιακή ανεπάρκεια και σε αδυναμία ουσιαστικής ανταπόκρισης της Δημοτικής Αστυνομίας στις ανάγκες της πόλης.
6) Αποτροπή ανάθεσης αρμοδιοτήτων Β΄ και Γ΄ κατηγορίας σε κρίσιμα υποστελεχωμένες υπηρεσίες. Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι σε περίπτωση υποστελέχωσης, και ιδίως σε κρίσιμη υποστελέχωση, η οποία προσδιορίζεται ενδεικτικά ως στελέχωση κάτω από επτά άτομα, δεν θα πρέπει να παρέχεται δυνατότητα ανάθεσης αρμοδιοτήτων Β΄ και Γ΄ κατηγορίας στη Δημοτική Αστυνομία.
Παράλληλα, προτείνεται να αποσαφηνιστεί ότι αποφάσεις Δημοτικού Συμβουλίου για ανάθεση αρμοδιοτήτων ανώτερων κατηγοριών θα πρέπει να είναι επιτρεπτές μόνο εφόσον καλύπτεται ένα ελάχιστο πραγματικό όριο στελέχωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ανάθεση δεν θα είναι προσχηματική και δεν θα οδηγεί σε πρακτική αδυναμία εφαρμογής, με αποτέλεσμα είτε την αδράνεια είτε την ανασφαλή άσκηση καθηκόντων.
7) Κατάργηση της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 5003/2022. Προτείνεται η κατάργηση της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 5003/2022, καθώς ο λόγος θέσπισής της ήταν μεταβατικός και πλέον έχει εξαντλήσει το πρακτικό του αντικείμενο, ιδίως μετά τις πραγματοποιθείσες προσλήψεις και τη σταδιακή επαναστελέχωση υπηρεσιών Δημοτικής Αστυνομίας.
Η διατήρησή της, ενώ ο μεταβατικός σκοπός έχει υποχωρήσει, δημιουργεί περιττές ερμηνευτικές αβεβαιότητες και ενδέχεται να αξιοποιηθεί για παρατάσεις ή αποκλίσεις από το ενιαίο πλαίσιο άσκησης αρμοδιοτήτων που πλέον πρέπει να ισχύει με πληρότητα.
8) Τροποποίηση της ρύθμισης για σύσταση περισσότερων διευθύνσεων Δημοτικής Αστυνομίας σε δήμους με δημοτικά διαμερίσματα και υποχρέωση σύστασης Γενικής Διεύθυνσης. Σε δήμους που συστήνουν περισσότερες της μίας Διευθύνσεις Δημοτικής Αστυνομίας, η ύπαρξη Γενικής Διεύθυνσης Δημοτικής Αστυνομίας καθίσταται υποχρεωτική. Η Γενική Διεύθυνση ασκεί ενιαίο επιχειρησιακό, διοικητικό και οικονομικό συντονισμό του συνόλου των επιμέρους Διευθύνσεων, με αρμοδιότητες που περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστον: τη διαχείριση του προϋπολογισμού της υπηρεσίας, τη μέριμνα για την εκπαίδευση και επιμόρφωση του συνόλου του ένστολου προσωπικού, τη διαχείριση οχημάτων και εξοπλισμού, τον στρατηγικό σχεδιασμό επιχειρησιακών δράσεων, καθώς και την τήρηση του ενιαίου συστήματος βαθμολογίου και ιεραρχίας του ένστολου προσωπικού. Σύσταση επιμέρους διευθύνσεων Δημοτικής Αστυνομίας, υπό της Γενικής Διεύθυνσης, επιτρέπεται αποκλειστικά με χωροταξικά και επιχειρησιακά κριτήρια και υπό την προϋπόθεση ότι κάθε Διεύθυνση στελεχώνεται με προσωπικό κατ’ ελάχιστον ανάλογο προς τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται βάσει του άρθρου 357.
Η Δημοτική Αστυνομία αποτελεί κρίσιμο θεσμό για την καθημερινότητα των πολιτών, τη λειτουργικότητα του δημόσιου χώρου και την υποστήριξη του δήμου σε έκτακτες ανάγκες. Για να επιτελέσει τον ρόλο της απαιτείται πλαίσιο ρεαλιστικό, εφαρμόσιμο και προστατευτικό τόσο για τη δημόσια τάξη σε τοπικό επίπεδο όσο και για την ασφάλεια και τη νομιμότητα της υπηρεσιακής δράσης του ένστολου προσωπικού.
Με τις ανωτέρω προτάσεις επιδιώκεται η βελτίωση της κανονιστικής επάρκειας του νέου Κώδικα, η αποφυγή ανεφάρμοστων ή επικίνδυνων αναθέσεων αρμοδιοτήτων και η θωράκιση του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας με όρους επιχειρησιακής πραγματικότητας και διοικητικής ορθότητας.
Άρθρο 355
-να προστεθεί η αντικατάσταση αδείας λόγω προσθήκης δραστηριότητας (π.χ.έχει συγκρότηση μπαρ και θέλει να προσθέσει και εστιατόριο) με την κατάθεση των παρακάτω δικαιιολογητικών:
1)κατόψεις κατ/τος,
2)διάγραμμα ροής
3)παράβολο
4)πιστοποιητικό πυρασφάλειας που να αναγράφεται η νέα δραστηριότητα
Μετά τη συμπλήρωσή του, ο φάκελος διαβιβάζεται, εντός πέντε (5) ημερών, στην υγειονομική υπηρεσία για τον υγειονομικό έλεγχο του καταστήματος, αναφορικά με τη χορήγηση ή μη της υγειονομικής καταλληλότητας, και στην πυροσβεστική υπηρεσία για χορήγηση πιστοποιητικού ενεργητικής πυροπροστασίας, εφόσον το πιστοποιητικό δεν έχει κατατεθεί από τον ενδιαφερόμενο.
η άδεια θα χορηγείται από την υπηρεσία του δήμου κατόπιν γνωμάτευσης της αρμόδιας υγειονομικής υπηρεσίας της Περιφέρειας και εφόσον έχει κατατεθεί πιστοποιητικό πυρασφάλειας.
Άρθρο 352
παρ.1. να προστεθεί ότι με την προέγκριση δεν μπορεί να λειτουργεί νόμιμα και σε περίπτωση λειτουργίας η επιχείρηση θα σφραγίζεται άμεσα εντός 5 ημερών.
παρ.3 – να πρστεθεί ότι πρέπει να υποβάλλεται και σκαρίφημα όπου να αποτυπώνεται η ακριβής θέση της εγκατάστασης υπογεγραμμένο από τον ενδιαφερόμενο.
Το Πανελλήνιο Σωματείο Δημοτικών Αστυνομικών, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για τον Νέο Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, καταθέτει την παρούσα πρόταση με στόχο τη διασφάλιση της λειτουργικότητας, της νομιμότητας και της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας της Δημοτικής Αστυνομίας, ιδίως σε συνθήκες άνισης στελέχωσης μεταξύ δήμων και αυξημένου όγκου ελεγκτικών και επιχειρησιακών καθηκόντων.
Η εμπειρία εφαρμογής του υφιστάμενου πλαισίου, σε συνδυασμό με τις πραγματικές δυνατότητες πολλών δήμων, αναδεικνύει την ανάγκη στοχευμένων βελτιώσεων, ώστε οι αρμοδιότητες να κατανέμονται και να ασκούνται με τρόπο ρεαλιστικό, ασφαλή και συμβατό με τις απαιτήσεις του ρόλου και της ειδικής φύσης του ένστολου προσωπικού.
Κεφάλαιο Δ΄ – Δημοτική Αστυνομία (άρθρα 356–360)
1) Μεταφορά της αρμοδιότητας για τα ζώα συντροφιάς σε άλλη κατηγορία αρμοδιοτήτων. Προτείνεται η μεταφορά της αρμοδιότητας που αφορά τον έλεγχο της τήρησης των προβλέψεων περί ζώων συντροφιάς από την Α΄ κατηγορία αρμοδιοτήτων στη Γ΄ κατηγορία αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας.
Η μεταφορά αυτή κρίνεται αναγκαία, διότι σε σημαντικό αριθμό δήμων υφίσταται αντικειμενική αδυναμία άσκησης της εν λόγω αρμοδιότητας, λόγω σοβαρής υποστελέχωσης, ενώ ταυτόχρονα ο ήδη υπερβολικός φόρτος της Α΄ κατηγορίας αρμοδιοτήτων απορροφά το διαθέσιμο προσωπικό σε διαρκείς καθημερινές ανάγκες. Επιπλέον, η φύση των υποθέσεων που σχετίζονται με την κακοποίηση ζώων και η δυνατότητα σοβαρών ποινικών συνεπειών δημιουργούν απαιτήσεις αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας και υποστήριξης, τις οποίες μικρές υπηρεσίες Δημοτικής Αστυνομίας δεν μπορούν πρακτικά να καλύψουν, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος για την ασφάλεια των υπαλλήλων και η ορθότητα των ενεργειών.
2) Διατήρηση της προσαύξησης στελέχωσης όταν ανατίθενται αρμοδιότητες ανώτερης κατηγορίας. Προτείνεται να διατηρηθεί ρητά η πρόβλεψη ότι, όταν με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ανατίθενται στη Δημοτική Αστυνομία αρμοδιότητες ανώτερης κατηγορίας από εκείνη που αντιστοιχεί στη στελέχωση και τα κριτήρια λειτουργίας της υπηρεσίας, η στελέχωση της υπηρεσίας της Δημοτικής Αστυνομίας θα πρέπει να προσαυξάνεται υποχρεωτικά κατά ένα τρίτο.
Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ελάχιστη αναγκαία ασφαλιστική δικλείδα, ώστε οι αποφάσεις ανάθεσης πρόσθετων αρμοδιοτήτων να μην μετατρέπονται σε τυπικές αποφάσεις «επί χάρτου» που οδηγούν σε πρακτική αδυναμία εφαρμογής, υποβάθμιση του ελέγχου ή σε επιβάρυνση του προσωπικού πέραν των ορίων ασφάλειας και αντοχής της υπηρεσίας.
3) Ρητή πρόβλεψη 24ωρης λειτουργίας με βάρδιες στις περιπτώσεις πολιτικής προστασίας και εκτάκτων αναγκών. Προτείνεται να διατηρηθεί και να αποσαφηνιστεί ότι σε περιπτώσεις πολιτικής προστασίας ή εκτάκτου ανάγκης η Δημοτική Αστυνομία μεταπίπτει σε καθεστώς 24ωρης λειτουργίας με τρεις βάρδιες (πρωινή, απογευματινή, βραδινή), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, με κατάλληλη εναλλαγή προσωπικού.
Η 24ωρη λειτουργία σε τέτοιες συνθήκες αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την πραγματική συμβολή της Δημοτικής Αστυνομίας στην επιχειρησιακή ανταπόκριση του δήμου και στην προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Παράλληλα, η ρητή πρόβλεψη για βάρδιες και εναλλαγή προσωπικού προφυλάσσει από πρακτικές «άτυπης» υπερεργασίας, που οδηγούν σε εξάντληση, σε αύξηση λαθών και σε κινδύνους για την ασφάλεια προσωπικού και πολιτών.
4)Διατήρηση 24ωρης λειτουργίας ως κανόνα για μεγάλες αστικές υπηρεσίες. Προτείνεται να διατηρηθεί ρητά ότι για υπηρεσίες Δημοτικής Αστυνομίας που, λόγω πληθυσμού, φόρτου εργασίας και αστικού χαρακτήρα, καλούνται να ασκούν ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων, η άσκηση των αρμοδιοτήτων πραγματοποιείται καθ’ όλο το 24ωρο σε τρεις βάρδιες (πρωινή, απογευματινή, βραδινή), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, με κατάλληλη εναλλαγή προσωπικού.
Η διατήρηση της ρύθμισης είναι απαραίτητη ώστε να αποτυπώνεται στο κανονιστικό κείμενο ο πραγματικός χαρακτήρας της υπηρεσίας, να αποφεύγονται καταχρηστικές ερμηνείες και να θωρακίζεται η τήρηση της εργασιακής νομιμότητας, ιδίως ως προς την ορθολογική κατανομή του χρόνου εργασίας και την αποτροπή εκμετάλλευσης του προσωπικού χωρίς τις νόμιμες υπηρεσιακές προβλέψεις.
5) Ειδικό κριτήριο για τον υπολογισμό στελέχωσης στα μεγάλα αστικά κέντρα. Προτείνεται να διατηρηθεί ειδική πρόβλεψη για τα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς), ώστε ο υπολογισμός της απαιτούμενης στελέχωσης να ανταποκρίνεται στις αυξημένες συνθήκες αστικής λειτουργίας, στον εξαιρετικά υψηλό αριθμό μετακινήσεων, στον τουριστικό και εμπορικό φόρτο, καθώς και στον πολλαπλασιασμό των περιστατικών ελέγχου.
Η εμπειρία καταδεικνύει ότι η εφαρμογή ενός ενιαίου μαθηματικού κανόνα χωρίς ειδικές προσαρμογές για τέτοιους δήμους οδηγεί σε συστηματική επιχειρησιακή ανεπάρκεια και σε αδυναμία ουσιαστικής ανταπόκρισης της Δημοτικής Αστυνομίας στις ανάγκες της πόλης.
6) Αποτροπή ανάθεσης αρμοδιοτήτων Β΄ και Γ΄ κατηγορίας σε κρίσιμα υποστελεχωμένες υπηρεσίες. Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι σε περίπτωση υποστελέχωσης, και ιδίως σε κρίσιμη υποστελέχωση, η οποία προσδιορίζεται ενδεικτικά ως στελέχωση κάτω από επτά άτομα, δεν θα πρέπει να παρέχεται δυνατότητα ανάθεσης αρμοδιοτήτων Β΄ και Γ΄ κατηγορίας στη Δημοτική Αστυνομία.
Παράλληλα, προτείνεται να αποσαφηνιστεί ότι αποφάσεις Δημοτικού Συμβουλίου για ανάθεση αρμοδιοτήτων ανώτερων κατηγοριών θα πρέπει να είναι επιτρεπτές μόνο εφόσον καλύπτεται ένα ελάχιστο πραγματικό όριο στελέχωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ανάθεση δεν θα είναι προσχηματική και δεν θα οδηγεί σε πρακτική αδυναμία εφαρμογής, με αποτέλεσμα είτε την αδράνεια είτε την ανασφαλή άσκηση καθηκόντων.
7) Κατάργηση της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 5003/2022. Προτείνεται η κατάργηση της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 5003/2022, καθώς ο λόγος θέσπισής της ήταν μεταβατικός και πλέον έχει εξαντλήσει το πρακτικό του αντικείμενο, ιδίως μετά τις πραγματοποιθείσες προσλήψεις και τη σταδιακή επαναστελέχωση υπηρεσιών Δημοτικής Αστυνομίας.
Η διατήρησή της, ενώ ο μεταβατικός σκοπός έχει υποχωρήσει, δημιουργεί περιττές ερμηνευτικές αβεβαιότητες και ενδέχεται να αξιοποιηθεί για παρατάσεις ή αποκλίσεις από το ενιαίο πλαίσιο άσκησης αρμοδιοτήτων που πλέον πρέπει να ισχύει με πληρότητα.
8) Τροποποίηση της ρύθμισης για σύσταση περισσότερων διευθύνσεων Δημοτικής Αστυνομίας σε δήμους με δημοτικά διαμερίσματα και υποχρέωση σύστασης Γενικής Διεύθυνσης. Σε δήμους που συστήνουν περισσότερες της μίας Διευθύνσεις Δημοτικής Αστυνομίας, η ύπαρξη Γενικής Διεύθυνσης Δημοτικής Αστυνομίας καθίσταται υποχρεωτική. Η Γενική Διεύθυνση ασκεί ενιαίο επιχειρησιακό, διοικητικό και οικονομικό συντονισμό του συνόλου των επιμέρους Διευθύνσεων, με αρμοδιότητες που περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστον: τη διαχείριση του προϋπολογισμού της υπηρεσίας, τη μέριμνα για την εκπαίδευση και επιμόρφωση του συνόλου του ένστολου προσωπικού, τη διαχείριση οχημάτων και εξοπλισμού, τον στρατηγικό σχεδιασμό επιχειρησιακών δράσεων, καθώς και την τήρηση του ενιαίου συστήματος βαθμολογίου και ιεραρχίας του ένστολου προσωπικού. Σύσταση επιμέρους διευθύνσεων Δημοτικής Αστυνομίας, υπό της Γενικής Διεύθυνσης, επιτρέπεται αποκλειστικά με χωροταξικά και επιχειρησιακά κριτήρια και υπό την προϋπόθεση ότι κάθε Διεύθυνση στελεχώνεται με προσωπικό κατ’ ελάχιστον ανάλογο προς τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται βάσει του άρθρου 357.
Η Δημοτική Αστυνομία αποτελεί κρίσιμο θεσμό για την καθημερινότητα των πολιτών, τη λειτουργικότητα του δημόσιου χώρου και την υποστήριξη του δήμου σε έκτακτες ανάγκες. Για να επιτελέσει τον ρόλο της απαιτείται πλαίσιο ρεαλιστικό, εφαρμόσιμο και προστατευτικό τόσο για τη δημόσια τάξη σε τοπικό επίπεδο όσο και για την ασφάλεια και τη νομιμότητα της υπηρεσιακής δράσης του ένστολου προσωπικού.
Με τις ανωτέρω προτάσεις επιδιώκεται η βελτίωση της κανονιστικής επάρκειας του νέου Κώδικα, η αποφυγή ανεφάρμοστων ή επικίνδυνων αναθέσεων αρμοδιοτήτων και η θωράκιση του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας με όρους επιχειρησιακής πραγματικότητας και διοικητικής ορθότητας.
Το Πανελλήνιο Σωματείο Δημοτικών Αστυνομικών, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για τον Νέο Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, καταθέτει την παρούσα πρόταση με στόχο τη διασφάλιση της λειτουργικότητας, της νομιμότητας και της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας της Δημοτικής Αστυνομίας, ιδίως σε συνθήκες άνισης στελέχωσης μεταξύ δήμων και αυξημένου όγκου ελεγκτικών και επιχειρησιακών καθηκόντων.
Η εμπειρία εφαρμογής του υφιστάμενου πλαισίου, σε συνδυασμό με τις πραγματικές δυνατότητες πολλών δήμων, αναδεικνύει την ανάγκη στοχευμένων βελτιώσεων, ώστε οι αρμοδιότητες να κατανέμονται και να ασκούνται με τρόπο ρεαλιστικό, ασφαλή και συμβατό με τις απαιτήσεις του ρόλου και της ειδικής φύσης του ένστολου προσωπικού.
Κεφάλαιο Δ΄ – Δημοτική Αστυνομία (άρθρα 356–360)
1)Μεταφορά της αρμοδιότητας για τα ζώα συντροφιάς σε άλλη κατηγορία αρμοδιοτήτων. Προτείνεται η μεταφορά της αρμοδιότητας που αφορά τον έλεγχο της τήρησης των προβλέψεων περί ζώων συντροφιάς από την Α΄ κατηγορία αρμοδιοτήτων στη Γ΄ κατηγορία αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας.
Η μεταφορά αυτή κρίνεται αναγκαία, διότι σε σημαντικό αριθμό δήμων υφίσταται αντικειμενική αδυναμία άσκησης της εν λόγω αρμοδιότητας, λόγω σοβαρής υποστελέχωσης, ενώ ταυτόχρονα ο ήδη υπερβολικός φόρτος της Α΄ κατηγορίας αρμοδιοτήτων απορροφά το διαθέσιμο προσωπικό σε διαρκείς καθημερινές ανάγκες. Επιπλέον, η φύση των υποθέσεων που σχετίζονται με την κακοποίηση ζώων και η δυνατότητα σοβαρών ποινικών συνεπειών δημιουργούν απαιτήσεις αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας και υποστήριξης, τις οποίες μικρές υπηρεσίες Δημοτικής Αστυνομίας δεν μπορούν πρακτικά να καλύψουν, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος για την ασφάλεια των υπαλλήλων και η ορθότητα των ενεργειών.
2) Διατήρηση της προσαύξησης στελέχωσης όταν ανατίθενται αρμοδιότητες ανώτερης κατηγορίας. Προτείνεται να διατηρηθεί ρητά η πρόβλεψη ότι, όταν με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ανατίθενται στη Δημοτική Αστυνομία αρμοδιότητες ανώτερης κατηγορίας από εκείνη που αντιστοιχεί στη στελέχωση και τα κριτήρια λειτουργίας της υπηρεσίας, η στελέχωση της υπηρεσίας της Δημοτικής Αστυνομίας θα πρέπει να προσαυξάνεται υποχρεωτικά κατά ένα τρίτο.
Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ελάχιστη αναγκαία ασφαλιστική δικλείδα, ώστε οι αποφάσεις ανάθεσης πρόσθετων αρμοδιοτήτων να μην μετατρέπονται σε τυπικές αποφάσεις «επί χάρτου» που οδηγούν σε πρακτική αδυναμία εφαρμογής, υποβάθμιση του ελέγχου ή σε επιβάρυνση του προσωπικού πέραν των ορίων ασφάλειας και αντοχής της υπηρεσίας.
3)Ρητή πρόβλεψη 24ωρης λειτουργίας με βάρδιες στις περιπτώσεις πολιτικής προστασίας και εκτάκτων αναγκών. Προτείνεται να διατηρηθεί και να αποσαφηνιστεί ότι σε περιπτώσεις πολιτικής προστασίας ή εκτάκτου ανάγκης η Δημοτική Αστυνομία μεταπίπτει σε καθεστώς 24ωρης λειτουργίας με τρεις βάρδιες (πρωινή, απογευματινή, βραδινή), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, με κατάλληλη εναλλαγή προσωπικού.
Η 24ωρη λειτουργία σε τέτοιες συνθήκες αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την πραγματική συμβολή της Δημοτικής Αστυνομίας στην επιχειρησιακή ανταπόκριση του δήμου και στην προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Παράλληλα, η ρητή πρόβλεψη για βάρδιες και εναλλαγή προσωπικού προφυλάσσει από πρακτικές «άτυπης» υπερεργασίας, που οδηγούν σε εξάντληση, σε αύξηση λαθών και σε κινδύνους για την ασφάλεια προσωπικού και πολιτών.
4) Διατήρηση 24ωρης λειτουργίας ως κανόνα για μεγάλες αστικές υπηρεσίες. Προτείνεται να διατηρηθεί ρητά ότι για υπηρεσίες Δημοτικής Αστυνομίας που, λόγω πληθυσμού, φόρτου εργασίας και αστικού χαρακτήρα, καλούνται να ασκούν ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων, η άσκηση των αρμοδιοτήτων πραγματοποιείται καθ’ όλο το 24ωρο σε τρεις βάρδιες (πρωινή, απογευματινή, βραδινή), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, με κατάλληλη εναλλαγή προσωπικού.
Η διατήρηση της ρύθμισης είναι απαραίτητη ώστε να αποτυπώνεται στο κανονιστικό κείμενο ο πραγματικός χαρακτήρας της υπηρεσίας, να αποφεύγονται καταχρηστικές ερμηνείες και να θωρακίζεται η τήρηση της εργασιακής νομιμότητας, ιδίως ως προς την ορθολογική κατανομή του χρόνου εργασίας και την αποτροπή εκμετάλλευσης του προσωπικού χωρίς τις νόμιμες υπηρεσιακές προβλέψεις.
5) Ειδικό κριτήριο για τον υπολογισμό στελέχωσης στα μεγάλα αστικά κέντρα. Προτείνεται να διατηρηθεί ειδική πρόβλεψη για τα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς), ώστε ο υπολογισμός της απαιτούμενης στελέχωσης να ανταποκρίνεται στις αυξημένες συνθήκες αστικής λειτουργίας, στον εξαιρετικά υψηλό αριθμό μετακινήσεων, στον τουριστικό και εμπορικό φόρτο, καθώς και στον πολλαπλασιασμό των περιστατικών ελέγχου.
Η εμπειρία καταδεικνύει ότι η εφαρμογή ενός ενιαίου μαθηματικού κανόνα χωρίς ειδικές προσαρμογές για τέτοιους δήμους οδηγεί σε συστηματική επιχειρησιακή ανεπάρκεια και σε αδυναμία ουσιαστικής ανταπόκρισης της Δημοτικής Αστυνομίας στις ανάγκες της πόλης.
6) Αποτροπή ανάθεσης αρμοδιοτήτων Β΄ και Γ΄ κατηγορίας σε κρίσιμα υποστελεχωμένες υπηρεσίες. Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι σε περίπτωση υποστελέχωσης, και ιδίως σε κρίσιμη υποστελέχωση, η οποία προσδιορίζεται ενδεικτικά ως στελέχωση κάτω από επτά άτομα, δεν θα πρέπει να παρέχεται δυνατότητα ανάθεσης αρμοδιοτήτων Β΄ και Γ΄ κατηγορίας στη Δημοτική Αστυνομία.
Παράλληλα, προτείνεται να αποσαφηνιστεί ότι αποφάσεις Δημοτικού Συμβουλίου για ανάθεση αρμοδιοτήτων ανώτερων κατηγοριών θα πρέπει να είναι επιτρεπτές μόνο εφόσον καλύπτεται ένα ελάχιστο πραγματικό όριο στελέχωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ανάθεση δεν θα είναι προσχηματική και δεν θα οδηγεί σε πρακτική αδυναμία εφαρμογής, με αποτέλεσμα είτε την αδράνεια είτε την ανασφαλή άσκηση καθηκόντων.
7) Κατάργηση της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 5003/2022. Προτείνεται η κατάργηση της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 5003/2022, καθώς ο λόγος θέσπισής της ήταν μεταβατικός και πλέον έχει εξαντλήσει το πρακτικό του αντικείμενο, ιδίως μετά τις πραγματοποιθείσες προσλήψεις και τη σταδιακή επαναστελέχωση υπηρεσιών Δημοτικής Αστυνομίας.
Η διατήρησή της, ενώ ο μεταβατικός σκοπός έχει υποχωρήσει, δημιουργεί περιττές ερμηνευτικές αβεβαιότητες και ενδέχεται να αξιοποιηθεί για παρατάσεις ή αποκλίσεις από το ενιαίο πλαίσιο άσκησης αρμοδιοτήτων που πλέον πρέπει να ισχύει με πληρότητα.
8) Τροποποίηση της ρύθμισης για σύσταση περισσότερων διευθύνσεων Δημοτικής Αστυνομίας σε δήμους με δημοτικά διαμερίσματα και υποχρέωση σύστασης Γενικής Διεύθυνσης. Σε δήμους που συστήνουν περισσότερες της μίας Διευθύνσεις Δημοτικής Αστυνομίας, η ύπαρξη Γενικής Διεύθυνσης Δημοτικής Αστυνομίας καθίσταται υποχρεωτική. Η Γενική Διεύθυνση ασκεί ενιαίο επιχειρησιακό, διοικητικό και οικονομικό συντονισμό του συνόλου των επιμέρους Διευθύνσεων, με αρμοδιότητες που περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστον: τη διαχείριση του προϋπολογισμού της υπηρεσίας, τη μέριμνα για την εκπαίδευση και επιμόρφωση του συνόλου του ένστολου προσωπικού, τη διαχείριση οχημάτων και εξοπλισμού, τον στρατηγικό σχεδιασμό επιχειρησιακών δράσεων, καθώς και την τήρηση του ενιαίου συστήματος βαθμολογίου και ιεραρχίας του ένστολου προσωπικού. Σύσταση επιμέρους διευθύνσεων Δημοτικής Αστυνομίας, υπό της Γενικής Διεύθυνσης, επιτρέπεται αποκλειστικά με χωροταξικά και επιχειρησιακά κριτήρια και υπό την προϋπόθεση ότι κάθε Διεύθυνση στελεχώνεται με προσωπικό κατ’ ελάχιστον ανάλογο προς τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται βάσει του άρθρου 357.
Η Δημοτική Αστυνομία αποτελεί κρίσιμο θεσμό για την καθημερινότητα των πολιτών, τη λειτουργικότητα του δημόσιου χώρου και την υποστήριξη του δήμου σε έκτακτες ανάγκες. Για να επιτελέσει τον ρόλο της απαιτείται πλαίσιο ρεαλιστικό, εφαρμόσιμο και προστατευτικό τόσο για τη δημόσια τάξη σε τοπικό επίπεδο όσο και για την ασφάλεια και τη νομιμότητα της υπηρεσιακής δράσης του ένστολου προσωπικού.
Με τις ανωτέρω προτάσεις επιδιώκεται η βελτίωση της κανονιστικής επάρκειας του νέου Κώδικα, η αποφυγή ανεφάρμοστων ή επικίνδυνων αναθέσεων αρμοδιοτήτων και η θωράκιση του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας με όρους επιχειρησιακής πραγματικότητας και διοικητικής ορθότητας.
Σχόλιο επί του άρθρου 361, παρ.1.
Η άποψή μου είναι ότι η μεταφορά των μισθωμάτων και των λειτουργικών δαπανών από τις αιρετές Περιφέρειες στις ΠΔΕ του ΥΠΑΙΘΑ απλά θα μετατοπίσει το πρόβλημα και μάλιστα θα το διογκώσει. Διότι, ακόμη και στην περίπτωση που η ρύθμιση εκκινήσει με παράταση ενός ή δύο ετών προκειμένου να συσταθούν οι Διευθύνσεις Οικονομικής Διαχείρισης, να στελεχωθούν οι υπηρεσίες με το απαιτούμενο προσωπικό και να γίνουν οι σχετικές επιμορφώσεις, το μέγεθος που θα δημιουργηθεί αν αθροιστούν οι προϋπολογισμοί είκοσι και πλέον υπηρεσιών (Διευθύνσεις και ΚΕΔΑΣΥ) που ανήκουν σε κάθε ΠΔΕ, θα επιβάλλει την διεξαγωγή Δημοσίων ηλεκτρονικών διαγωνισμών οι οποίοι θα αποτελούν τροχοπέδη στην εύρυθμη λειτουργία των διασπαρμένων χωρικά υπηρεσιών. Για να γίνω κατανοητή επιτρέψτε μου να δώσω ένα παράδειγμα: Για την προμήθεια αναλωσίμων ηλεκτρονικών υπολογιστών, εκτυπωτών, φωτοτυπικών κλπ, θα πρέπει να γίνει μελέτη (από ποια υπηρεσία;) για το σύνολο των υπηρεσιών και να διεξαχθεί ενιαίος διαγωνισμός για το σύνολο των ομοειδών υλικών. Ακολούθως, θα πρέπει οι προμηθευτές που θα αναδείξει η διαγωνιστική διαδικασία να μπορούν να προμηθεύσουν ή να παράσχουν τις υπηρεσίες τους στις διάσπαρτες υπηρεσίες αρμοδιότητας της κάθε ΠΔΕ. Εάν προκύψει ένα άγονο προς προμήθεια υλικό θα πρέπει να επαναπροκηρυχθεί διαγωνισμός. Η διαδικασία ολοκλήρωσης ενός ανοιχτού ηλεκτρονικού διαγωνισμού ολοκληρώνεται στην καλύτερη περίπτωση από τέσσερις- πέντε μήνες και μπορεί να καθυστερήσει και πάνω από ένα έτος σε περίπτωση ενστάσεων ή άλλων προβλημάτων.
Η πρότασή μου λοιπόν είναι ότι μόνο εάν η κάθε Διεύθυνση αποκτήσει το δικό της προϋπολογισμό θα αποκτήσει πραγματικό έλεγχο των λειτουργικών της δαπανών και θα μπορεί να γίνει ορθή και ευέλικτη διαχείριση ανάλογα με τις ανάγκες της καθεμιάς χωρίς να εκτοξεύουν τους προϋπολογισμούς πάνω από τα χρηματικά όρια που ορίζει ο Ν.4412/16 περί προμηθειών και Δημοσίων Συμβάσεων, και την ανάγκη διεξαγωγής ανοιχτών ηλεκτρονικών διαγωνισμών.
Τέλος, να μου επιτραπεί να αναφερθώ και στον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι δαπάνες μετακίνησης, διαμονής και διατροφής για τη διεξαγωγή των Πανελλήνιων Σχολικών Αγώνων. Σήμερα, ενώ το οργανωτικό κομμάτι το διαχειρίζονται οι Ο.Ε.Σ.Α.Δ. των Διευθύνσεων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, οι δαπάνες του συνόλου των Διευθύνσεων αρμοδιότητάς τους, εξοφλούνται από τον προϋπολογισμό των εκάστοτε Π.Δ.Ε. Οι συνάδελφοι που ασχολούνται με το αντικείμενο γνωρίζουν πολύ καλά ότι λόγω της φύσης του αντικειμένου (ανελαστικές ημερομηνίες διεξαγωγής του πρωταθλήματος) και των οικονομικών περιορισμών του Ν.4412/16, οι οικονομικές υπηρεσίες ακροβατούν κάθε χρονιά προκειμένου να καταφέρουν να διεξαχθούν οι αγώνες μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας. Μήπως λοιπόν είναι ευκαιρία να υπάρξει και μια σχετική ρύθμιση για το θέμα αυτό και να αναλάβουν οι Διευθύνσεις εξ ολοκλήρου τη διεξαγωγή τους χωρίς να έχουν ως μεσάζοντα τις εκάστοτε ΠΔΕ;
ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 347 (ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑ) ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟ 3 ΝΑ ΠΡΟΣΤΕΘΕΙ ΕΔΑΦΙΟ στ) ΩΣ ΕΞΗΣ: ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥΣ ΣΕ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ , ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ , ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ.
ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 347 (ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑ) ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟ 3 ΝΑ ΠΡΟΣΤΕΘΕΙ ΕΔΑΦΙΟ στ) ΩΣ ΕΞΗΣ: ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥΣ ΣΕ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ , ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ , ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ.
ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΝ οι Δήμοι να χορηγούν δωρεάν άδεια δημιουργίας αποθήκης σε χωριά, με μόνη προϋπόθεση την κατάθεση συμβολαίου ιδιοκτησίας και χωρίς να χρειάζεται η πολεοδομία για αποθήκες στα χωριά. Λόγω Δημογραφικού Προβλήματος.
Σχόλιο επί του άρθρου 361 παρ. 1
Η μεταβολή του φορέα διαχείρισης των λειτουργικών δαπανών και της στέγασης των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης και των ΚΕΔΑΣΥ δεν αρκεί, από μόνη της, για να θεραπεύσει τις διαχρονικές παθογένειες που αντιμετωπίζουν οι υπηρεσίες αυτές. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά ποια διοικητική βαθμίδα θα αναλάβει την αρμοδιότητα, αλλά αν οι ίδιες οι υπηρεσίες θα αποκτήσουν πραγματική δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής κάλυψης των λειτουργικών τους αναγκών.
Η εμπειρία προηγούμενων ετών, απέδειξε ότι η απουσία οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας στα ΚΕΔΑΣΥ και στις αντίστοιχες εκαπιδευτικές δομές είχε ως αποτέλεσμα σοβαρές καθυστερήσεις σε βασικές λειτουργίες, αδυναμία έγκαιρης συντήρησης και στέγασης, διοικητική εξάρτηση από πολλαπλά επίπεδα εγκρίσεων και τελικά, υποβάθμιση της καθημερινής λειτουργίας των υπηρεσιών. Το ίδιο πρόβλημα κινδυνεύει να αναπαραχθεί, εάν η αρμοδιότητα μεταφερθεί χωρίς ταυτόχρονη θεσμική πρόβλεψη για αυτοτελή διαχείριση των πιστώσεων.
Επιπλέον, οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης ήδη λειτουργούν υπό καθεστώς αυξημένης διοικητικής επιβάρυνσης, χωρίς αντίστοιχη οργανική και στελεχιακή ενίσχυση. Η περαιτέρω συγκέντρωση οικονομικών και διαχειριστικών ευθυνών σε αυτές είναι πιθανό να επιβραδύνει ακόμη περισσότερο τις διαδικασίες αντί να επιταχύνει.
Για να υπάρξει ουσιαστική και βιώσιμη λύση, απαιτείται ένα διαφορετικό διοικητικό μοντέλο, στο οποίο τα ΚΕΔΑΣΥ και οι διευθύνσεις εκπαίδευσης θα διαθέτουν σαφώς καθορισμένη οικονομική αυτοτέλεια, με δυνατότητα εκτέλεσης των εγκεκριμένων πιστώσεών τους, ανάληψης δαπανών και σύναψης συμβάσεων για ζητήματα που αφορούν άμεσα τη λειτουργία τους. Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να διασφαλιστεί ταχύτητα, λογοδοσία και αποτελεσματικότητα στη διαχείριση των λειτουργικών αναγκών.
Μέχρι τη θεσμική κατοχύρωση ενός τέτοιου πλαισίου, η μεταφορά της αρμοδιότητας στο ΥΠΑΙΘΑ φαίνεται διοικητικά ασφαλέστερη επιλογή από την ανάθεσή της στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης.
Σχόλιο επί του άρθρου 361 παρ. 1
Η μεταβολή του φορέα διαχείρισης των λειτουργικών δαπανών και της στέγασης των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης και των ΚΕΔΑΣΥ δεν αρκεί, από μόνη της, για να θεραπεύσει τις διαχρονικές παθογένειες που αντιμετωπίζουν οι υπηρεσίες αυτές. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά ποια διοικητική βαθμίδα θα αναλάβει την αρμοδιότητα, αλλά αν οι ίδιες οι υπηρεσίες θα αποκτήσουν πραγματική δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής κάλυψης των λειτουργικών τους αναγκών.
Η εμπειρία προηγούμενων ετών, απέδειξε ότι η απουσία οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας στα ΚΕΔΑΣΥ και στις αντίστοιχες εκαπιδευτικές δομές είχε ως αποτέλεσμα σοβαρές καθυστερήσεις σε βασικές λειτουργίες, αδυναμία έγκαιρης συντήρησης και στέγασης, διοικητική εξάρτηση από πολλαπλά επίπεδα εγκρίσεων και τελικά, υποβάθμιση της καθημερινής λειτουργίας των υπηρεσιών. Το ίδιο πρόβλημα κινδυνεύει να αναπαραχθεί, εάν η αρμοδιότητα μεταφερθεί χωρίς ταυτόχρονη θεσμική πρόβλεψη για αυτοτελή διαχείριση των πιστώσεων.
Επιπλέον, οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης ήδη λειτουργούν υπό καθεστώς αυξημένης διοικητικής επιβάρυνσης, χωρίς αντίστοιχη οργανική και στελεχιακή ενίσχυση. Η περαιτέρω συγκέντρωση οικονομικών και διαχειριστικών ευθυνών σε αυτές είναι πιθανό να επιβραδύνει ακόμη περισσότερο τις διαδικασίες αντί να επιταχύνει.
Για να υπάρξει ουσιαστική και βιώσιμη λύση, απαιτείται ένα διαφορετικό διοικητικό μοντέλο, στο οποίο τα ΚΕΔΑΣΥ και οι διευθύνσεις εκπαίδευσης θα διαθέτουν σαφώς καθορισμένη οικονομική αυτοτέλεια, με δυνατότητα εκτέλεσης των εγκεκριμένων πιστώσεών τους, ανάληψης δαπανών και σύναψης συμβάσεων για ζητήματα που αφορούν άμεσα τη λειτουργία τους. Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να διασφαλιστεί ταχύτητα, λογοδοσία και αποτελεσματικότητα στη διαχείριση των λειτουργικών αναγκών. Μέχρι τη θεσμική κατοχύρωση ενός τέτοιου πλαισίου, η μεταφορά της αρμοδιότητας στο ΥΠΑΙΘΑ φαίνεται διοικητικά ασφαλέστερη επιλογή από την ανάθεσή της στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης.
Άρθρο 361.
Σχετικά με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 361 η επιτυχής εφαρμογή της προϋποθέτει τη θέσπιση μεταβατικής διάταξης, ώστε πριν από την πλήρη ανάληψη της σχετικής αρμοδιότητας να έχουν ολοκληρωθεί οι αναγκαίες οργανωτικές, διοικητικές και στελεχιακές παρεμβάσεις που απαιτούνται για την αποτελεσματική άσκησή της.
Η μεταφορά των πιστώσεων δεν μπορεί να προηγηθεί της δημιουργίας των δομών που απαιτούνται για τη διαχείρισή τους.
Η επιτυχία θα κριθεί αποκλειστικά από την προετοιμασία που πρέπει να έχει προηγηθεί.
Η διαχείριση των λειτουργικών και κτιριολογικών δαπανών, των δημοσίων συμβάσεων, των προμηθειών, των μισθώσεων, των δεσμεύσεων πιστώσεων, των εκκαθαρίσεων και πληρωμών, καθώς και του συνόλου των δημοσιονομικών διαδικασιών που προβλέπεται να μεταφερθούν στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, αποτελεί ένα εξαιρετικά σύνθετο και απαιτητικό αντικείμενο, το οποίο δεν μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικά χωρίς κατάλληλες οργανωτικές δομές, επαρκές προσωπικό και ουσιαστική προετοιμασία.
Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης λειτουργούν ήδη υπό συνθήκες σοβαρής υποστελέχωσης, ενώ οι υφιστάμενες οργανικές τους μονάδες δεν έχουν σχεδιαστεί ώστε να υποστηρίξουν το εύρος και την πολυπλοκότητα του νέου δημοσιονομικού αντικειμένου που καλούνται να αναλάβουν.
Για τον λόγο αυτό θεωρώ απολύτως αναγκαίο να προηγηθούν:
• Η άμεση τροποποίηση του Οργανισμού των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης.
• Η σύσταση οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης.
• Η σύσταση των αναγκαίων υποκείμενων οργανικών μονάδων, τουλάχιστον τριών και ειδικότερα:
-Τμήματος Ελέγχου, Εκκαθάρισης και Πληρωμής Δαπανών.
-Τμήματος Προϋπολογισμού, Μητρώου Δεσμεύσεων και Εκκαθάρισης Αποδοχών.
-Τμήματος Προμηθειών και Δημοσίων Συμβάσεων.
• Η δημιουργία και πλήρωση των αναγκαίων νέων οργανικών θέσεων.
• Η ουσιαστική επιμόρφωση των υπαλλήλων που θα αναλάβουν το συγκεκριμένο αντικείμενο.
• Η εξασφάλιση της αναγκαίας τεχνολογικής και πληροφοριακής υποστήριξης των υπηρεσιών.
Η μεταφορά αρμοδιοτήτων, χωρίς την προηγούμενη δημιουργία των απαραίτητων δομών και χωρίς την αντίστοιχη στελέχωση θα οδηγήσει σε σοβαρές δυσλειτουργίες και τελικά θα υπονομεύσει τον ίδιο τον σκοπό της νέας μεταρρύθμισης.
Να προβλεφθεί στο άρθρο 361 μεταβατική διάταξη σύμφωνα με την οποία η πλήρης ανάληψη της νέας αρμοδιότητας από τις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης να ενεργοποιειθεί μετά τη διαπίστωση της ολοκλήρωσης των αναγκαίων οργανωτικών, διοικητικών και στελεχιακών προϋποθέσεων.
Ειδικότερα: Mε κοινή απόφαση των Υπουργών Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και Εσωτερικών διαπιστώνεται η ολοκλήρωση των αναγκαίων οργανωτικών, διοικητικών και στελεχιακών προϋποθέσεων για την πλήρη εφαρμογή του παρόντος άρθρου από τις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της πλήρους άσκησης της σχετικής αρμοδιότητας, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη μετάβαση στο νέο καθεστώς
Άρθρο 361.
Σχετικά με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 361 η επιτυχής εφαρμογή της προϋποθέτει τη θέσπιση μεταβατικής διάταξης, ώστε πριν από την πλήρη ανάληψη της σχετικής αρμοδιότητας να έχουν ολοκληρωθεί οι αναγκαίες οργανωτικές, διοικητικές και στελεχιακές παρεμβάσεις που απαιτούνται για την αποτελεσματική άσκησή της.
Η μεταφορά των πιστώσεων δεν μπορεί να προηγηθεί της δημιουργίας των δομών που απαιτούνται για τη διαχείρισή τους.
Η επιτυχία θα κριθεί αποκλειστικά από την προετοιμασία που πρέπει να έχει προηγηθεί.
Η διαχείριση των λειτουργικών και κτιριολογικών δαπανών, των δημοσίων συμβάσεων, των προμηθειών, των μισθώσεων, των δεσμεύσεων πιστώσεων, των εκκαθαρίσεων και πληρωμών, καθώς και του συνόλου των δημοσιονομικών διαδικασιών που προβλέπεται να μεταφερθούν στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, αποτελεί ένα εξαιρετικά σύνθετο και απαιτητικό αντικείμενο, το οποίο δεν μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικά χωρίς κατάλληλες οργανωτικές δομές, επαρκές προσωπικό και ουσιαστική προετοιμασία.
Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης λειτουργούν ήδη υπό συνθήκες σοβαρής υποστελέχωσης, ενώ οι υφιστάμενες οργανικές τους μονάδες δεν έχουν σχεδιαστεί ώστε να υποστηρίξουν το εύρος και την πολυπλοκότητα του νέου δημοσιονομικού αντικειμένου που καλούνται να αναλάβουν.
Για τον λόγο αυτό θεωρώ απολύτως αναγκαίο να προηγηθούν:
• Η άμεση τροποποίηση του Οργανισμού των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης.
• Η σύσταση οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης.
• Η σύσταση των αναγκαίων υποκείμενων οργανικών μονάδων, τουλάχιστον τριών και ειδικότερα:
-Τμήματος Ελέγχου, Εκκαθάρισης και Πληρωμής Δαπανών.
-Τμήματος Προϋπολογισμού, Μητρώου Δεσμεύσεων και Εκκαθάρισης Αποδοχών.
-Τμήματος Προμηθειών και Δημοσίων Συμβάσεων.
• Η δημιουργία και πλήρωση των αναγκαίων νέων οργανικών θέσεων.
• Η ουσιαστική επιμόρφωση των υπαλλήλων που θα αναλάβουν το συγκεκριμένο αντικείμενο.
• Η εξασφάλιση της αναγκαίας τεχνολογικής και πληροφοριακής υποστήριξης των υπηρεσιών.
Η μεταφορά αρμοδιοτήτων, χωρίς την προηγούμενη δημιουργία των απαραίτητων δομών και χωρίς την αντίστοιχη στελέχωση θα οδηγήσει σε σοβαρές δυσλειτουργίες και τελικά θα υπονομεύσει τον ίδιο τον σκοπό της νέας μεταρρύθμισης.
Να προβλεφθεί στο άρθρο 361 μεταβατική διάταξη σύμφωνα με την οποία η πλήρης ανάληψη της νέας αρμοδιότητας από τις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης να ενεργοποιειθεί μετά τη διαπίστωση της ολοκλήρωσης των αναγκαίων οργανωτικών, διοικητικών και στελεχιακών προϋποθέσεων.
Ειδικότερα: Mε κοινή απόφαση των Υπουργών Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και Εσωτερικών διαπιστώνεται η ολοκλήρωση των αναγκαίων οργανωτικών, διοικητικών και στελεχιακών προϋποθέσεων για την πλήρη εφαρμογή του παρόντος άρθρου από τις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της πλήρους άσκησης της σχετικής αρμοδιότητας, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη μετάβαση στο νέο καθεστώς
παρ. 1 Αρθ 361. Απόλυτα σωστό το άρθρο, αποκαθιστά ένα χρόνιο πρόβλημα που κληρονόμησαν οι Περιφέρειες από τις Παλιές Νομαρχίες χωρίς να έχουν δε και την σχετική χρηματοδότηση.
α. 361 παρ. 1. ΖΩΗ ΔΕΝΑΞΑ. Συμφωνώ απόλυτα με τα όσα σχολιάζουν και προτείνουν επί της ουσίας οι κ. Αναγνώστης Π. και Τσουρής Ι. Οποιαδήποτε επιλογή λύσης παραγνωρίζει την τρέχουσα υπηρεσιακή πραγματικότητα των 13 Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης της χώρας, τόσο από άποψη διοικητικής δομής, όσο και διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού, είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε πλήρη αποτυχία. Τα Τμήματα Οικονομικών Υποθέσεων των 13 Π.Δ.Ε. της χώρας με τη σημερινή δομή και στελέχωση είναι αδύνατον να αντεπεξέλθουν σε τέτοιο ασύλληπτο υπηρεσιακό φόρτο. Το ζήτημα πρέπει να επανεξεταστεί από τη βάση του. Η λύση ενός χρόνιου προβλήματος δεν μπορεί να είναι μια απλή μεταφορά των αρμοδιοτήτων από τον έναν φορέα (αιρετές περιφέρειες) στον άλλον (περιφερειακές διευθύνσεις εκπαίδευσης). Προτείνω πλήρη απόσυρση της διάταξης και έναρξη ουσιαστικής διαβούλευσης με συμμετοχή στελεχών του ΥΠΑΙΘΑ, του ΓΛΚ, των Περιφερειακών Διευθύνσεων και των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, με σαφώς ορισμένο χρονικό ορίζοντα και στόχο.
Σχόλιο για το άρθρο 361 παρ. 1
Το πρόβλημα με τις λειτουργικές δαπάνες και τη στέγαση των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης και των ΚΕΔΑΣΥ δεν θα επιλυθεί αν μεταφερθεί η αρμοδιότητα αυτών στις ήδη υποστελεχωμένες Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, αντίθετα θα ενταθεί, καθώς οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης τα τελευταία χρόνια επιφορτίζονται συνεχώς με νέες αρμοδιότητες χωρίς όμως και την αντίστοιχη ενδυνάμωση του προσωπικού τους.
Σωστά η αρμοδιότητα να μεταφερθεί στο ΥΠΑΙΘΑ, αλλά ο ορθότερος τρόπος θα ήταν να οριστεί ο κάθε ειδικός φορέας διατάκτης των πιστώσεών του και αναθέτουσα αρχή ώστε να μπορεί να εκτελεί τον προϋπολογισμό του και να συνάπτει συμβάσεις.
Μέχρι την υλοποίηση των παραπάνω, ας μεταφερθούν οι αρμοδιότητες στο ΥΠΑΙΘΑ, το οποίο σύμφωνα με τον Οργανισμό, διαθέτει τις Διευθύνσεις, τα Τμήματα και το προσωπικό που απαιτείται για την υλοποίηση ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Με το άρθρο 361 παρ. 1 : Με την παρούσα δομή και στελέχωση των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης είναι αδύνατο να εφαρμοστεί αυτή η διάταξη αφού:
α) Δεν υπάρχει προσωπικό για να χειριστεί τον τεράστιο όγκο εργασίας που θα προκύψει (στην Αττική για παράδειγμα και για 27 υπηρεσίες που θα κληθεί αυτή να υποστηρίξει σε όλα τα επίπεδα, το Οικονομικό Τμήμα της υπηρεσίας αποτελείται από 4 άτομα).
β) Απαιτείται αλλαγή Οργανογράμματος των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης και σύσταση Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών σε αυτές με δημιουργία τεσσάρων διακριτών (4) τμημάτων: i) Τμήμα Οικονομικής Διαχείρισης και Δημοσιονομικών Αναφορών, ii) Ελέγχου και Εκκαθάρισης Δαπανών, iii)Τμήμα Πληρωμής Δαπανών και iv)Τμήμα Προμηθειών και Δημοσίων Συμβάσεων.
γ) Ειδικά για τις Δημόσιες Συμβάσεις θα απαιτηθούν εξειδικευμένες γνώσεις για σχεδίαση, κατάρτιση και εκτέλεση ηλεκτρονικών διαγωνισμών άνω των όριων (σήμερα δεν υπάρχει αυτή γνώση ούτε κατ΄ ελάχιστο )
Προτείνουμε: α) την αναστολή της εφαρμογής της συγκεκριμένης παραγράφου για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, β) την έναρξη διαδικασιών σύστασης της νέας δομής και την επαρκή στελέχωσή της με προσλήψεις κατ΄ εξαίρεση και κατεπείγουσες μεταθέσεις/αποσπάσεις εξιδεικευμένου προσωπικού.
Σχετικά με τα αρμόδια όργανα για την εφαρμογή των υγειονομικών διατάξεων, θεωρώ κρίσιμο να διασφαλιστεί η παρουσία των Εποπτών Δημόσιας Υγείας (ΠΕ/ΤΕ) που υπηρετούν στους Ο.Τ.Α. Α’ Βαθμού (Δήμους).
Η συμμετοχή του συγκεκριμένου κλάδου στους τοπικούς ελέγχους στηρίζεται στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο και συγκεκριμένα:
Στο άρθρο 118 του Ν. 5034/2023 (ΦΕΚ Α’ 69/18.03.2023), το οποίο αντικατέστησε την παρ. 3 του άρθρου 43 του Ν. 4025/2011 (ΦΕΚ Α’ 228/24.10.2011), ορίζοντας ρητά τους Επόπτες Δημόσιας Υγείας των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού ως υγειονομικά-ελεγκτικά όργανα.
Επειδή οι Δήμοι έχουν την άμεση ευθύνη για την υγειονομική ασφάλεια σε χώρους μείζονος σημασίας (σχολεία, παιδικοί σταθμοί, καταστήματα εστίασης, λαϊκές αγορές), η διατύπωση του νέου άρθρου πρέπει:
Να μην αποκλίνει από τις ρυθμίσεις του Ν. 5034/2023 και του Ν. 4025/2011, αποφεύγοντας οποιαδήποτε παράλειψη που θα αποδυνάμωνε το ελεγκτικό έργο της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης.
Να συμπεριλαμβάνει ρητά το εξειδικευμένο προσωπικό των Δήμων (Επόπτες Δημόσιας Υγείας), ώστε να υπάρχει νομική σαφήνεια και να αποφευχθούν προβλήματα αλληλοεπικάλυψης ή κενού αρμοδιοτήτων κατά τους ελέγχους.
Στόχος της διάταξης οφείλει να είναι η θωράκιση των ελεγκτικών μηχανισμών που βρίσκονται πιο κοντά στον πολίτη.
Με το παρόν σχόλιο επισημαίνεται η ανάγκη ρητής διατήρησης και ανάδειξης του ελεγκτικού ρόλου των Εποπτών Δημόσιας Υγείας των Ο.Τ.Α. Α’ Βαθμού (Δήμων), ως αρμοδίων οργάνων για την εφαρμογή των υγειονομικών διατάξεων.
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία:
Το άρθρο 118 του Νόμου 5034/2023 (ΦΕΚ Α’ 69/18.03.2023), το οποίο τροποποίησε την παράγραφο 3 του άρθρου 43 του Νόμου 4025/2011 (ΦΕΚ Α’ 228/24.10.2011), ορίζει ρητά ως αρμόδια υγειονομικά – ελεγκτικά όργανα τους ΠΕ ή ΤΕ Επόπτες Δημόσιας Υγείας των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού.
Δεδομένου ότι οι Δήμοι είναι επιφορτισμένοι με τον καθημερινό έλεγχο κρίσιμων τομέων (όπως καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, σχολικά κυλικεία, παιδικοί σταθμοί, λαϊκές αγορές και περιβαλλοντική υγιεινή), προτείνεται:
Η πλήρης εναρμόνιση της υπό διαβούλευση διάταξης με το υφιστάμενο πλαίσιο του Ν. 5034/2023 και του Ν. 4025/2011, ώστε να μην υπάρξει καμία απάλειψη ή περιορισμός των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων των Εποπτών Δημόσιας Υγείας των Δήμων.
Η σαφής αναφορά του κλάδου στο τελικό κείμενο, με σκοπό τη διασφάλιση της νομικής καθαρότητας, την αποφυγή σύγχυσης αρμοδιοτήτων και την εύρυθμη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ Βαθμού.
Η διατήρηση της υφιστάμενης νομοθετικής πρόβλεψης είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική προστασία της Δημόσιας Υγείας σε τοπικό επίπεδο.
Πριν από οποιαδήποτε μεταφορά αρμοδιοτήτων πρέπει να έχουν προηγηθεί
οι αναγκαίες οργανωτικές και διοικητικές παρεμβάσεις, η σύσταση των απαιτούμενων οργανικών μονάδων, η δημιουργία νέων οργανικών θέσεων, η στελέχωση των υπηρεσιών και η κατάλληλη επιμόρφωση των υπαλλήλων που θα κληθούν να αναλάβουν το συγκεκριμένο, εξαιρετικά σύνθετο και απαιτητικό
δημοσιονομικό αντικείμενο.
Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης είναι ήδη υποστελεχωμένες και δεν γίνονται πια μετατάξεις με τη διαδικασία της κινητικότητας, ώστε να στελεχωθούν.
Με αυτό το άρθρο νόμο καλούνται να διαχειριστούν, επιπλέον των πολλών αρμοδιοτήτων που έχουν, δημόσιες συμβάσεις, προμήθειες, μισθώματα, εκκαθαρίσεις και πληρωμές δαπανών, χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία οργανωτική αναδιάρθρωση και στελέχωση των υπηρεσιών τους.
Η παραπάνω κατάσταση ελλοχεύει τον κίνδυνο, στην περίπτωση που ισχύσουν τα αναφερόμενα στο προτεινόμενο άρθρο, οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης να γονατίσουν από τον υπερβολικό φόρτο και διαδικασίες σημαντικές οικονομικής φύσεως να έχουν μεγάλες καθυστερήσεις. Επιπρόσθετα οι υπάλληλοι που θα διαχειριστούν τα οικονομικά θέματα είναι εκτεθειμένοι στο λάθος, καθώς δεν θα έχουν την κατάλληλη επιμόρφωση και εμπειρία.
Προτείνεται η μη ισχύς του άρθρου, έως τη στελέχωση των Περιφερειακών διευθύνσεων Εκπαίδευσης με στελέχη-γνώστες των διαδικασιών προμηθειών ή με προσωπικό που θα επιμορφωθεί σχετικά.
1. Η επιστροφή της αδειοδότησης των Κ.Υ.Ε. στους Δήμους (Άρθρα 351–355)
Στο Μέρος Γ’ του Τρίτου Βιβλίου προβλέπεται η επαναφορά της διαδικασίας προέγκρισης και αδειοδότησης των Καταστημάτων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος και των κέντρων διασκέδασης στις αρμοδιότητες των Δήμων.
Η επιλογή αυτή δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό. Σε μια περίοδο όπου οι δημοτικές υπηρεσίες λειτουργούν υπό καθεστώς ακραίας υποστελέχωσης, η επιστροφή σε ένα μοντέλο εκ των προτέρων εγκρίσεων αναπόφευκτα θα προκαλέσει νέα γραφειοκρατικά βάρη, καθυστερήσεις και διοικητική δυσλειτουργία.
Πολιτικά, η ρύθμιση συνιστά σαφή οπισθοχώρηση από κάθε προηγούμενη προσπάθεια απλοποίησης της έναρξης οικονομικής δραστηριότητας. Αντί να ενισχύεται ο επιτελικός και ελεγκτικός ρόλος των Δήμων, επανέρχεται ένα σύστημα διοικητικού πατερναλισμού που τελικά επιβαρύνει τόσο τις υπηρεσίες όσο και την τοπική επιχειρηματικότητα.
Άρθρο 357 Άσκηση αρμοδιοτήτων δημοτικής αστυνομίας
Στο σχέδιο του Κώδικα προβλέπεται η περίπτωση άσκησης αρμοδιοτήτων της δημοτικής αστυνομίας από άλλες δημοτικές υπηρεσίες, στην περίπτωση που είτε δεν υπάρχει σε ένα Δήμο, είτε λειτουργεί μεν, αλλά το προσωπικό της δεν επαρκεί.
Είναι γνωστή όμως η κατάσταση υποστελέχωσης, με την οποία αναγκάζονται να λειτουργήσουν όλες οι δημοτικές υπηρεσίες.
Συνεπώς, η υποκατάσταση της δημοτικής αστυνομίας από υπαλλήλους άλλων υπηρεσιών του Δήμου, δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το πρόβλημα.
Αντίθετα, δημιουργεί και νέα, οξύτατα προβλήματα στην ομαλή λειτουργία των δημοτικών υπηρεσιών.
Για τους προαναφερθέντες λόγους, πρέπει να προβλεφθεί ότι στην περίπτωση όπου παρατηρείται απουσία ή ποσοτική ανεπάρκεια για την άσκηση αρμοδιοτήτων από τη Δημοτική Αστυνομία, να επιτρέπεται η δυνατότητα άσκησής της από την ΕΛ.ΑΣ. με πρόταση του Δήμου και απόφαση των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.
Επίσης, πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας δεν οπλοφορεί, αλλά ούτε φέρει τον οποιοδήποτε εξοπλισμό καταστολής.
ΣΧΟΛΙΟ
Άσκηση αρμοδιοτήτων δημοτικής αστυνομίας με 15 θέσεις προσωπικού
Άρθρο 347 Δημοτική συγκοινωνία
Σύμφωνα με το σχέδιο του Κώδικα, η λειτουργία γραμμής δημοτικής συγκοινωνίας εξαρτάται από την έγκριση του Περιφερειάρχη, ο οποίος αποφασίζει για τη συνδρομή του κριτηρίου μη εξυπηρέτησης από άλλα συγκοινωνιακά μέσα.
Η πρόβλεψη αυτή θα πρέπει να καταργηθεί και να αφεθεί η λήψη απόφασης στους πρωτοβάθμιους Ο.Τ.Α. οι οποίοι είναι και οι μόνοι αρμόδιοι να κρίνουν την ανεπάρκεια μιας συγκοινωνιακής σύνδεσης.
Άλλωστε, αποτελεί ρητά διατυπωμένη αρχή στο ν. 3852/ 2010, που επαναλαμβάνεται αυτολεξεί και στο σχέδιο του ενιαίου Κώδικα, ότι μεταξύ των δύο βαθμών αυτοδιοίκησης δεν υφίστανται ιεραρχικές σχέσεις, παρά μόνο σχέσεις συνεργασίας.
Η λήψη απόφασης για τη λειτουργία γραμμών δημοτικής συγκοινωνίας, η οποία τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης από την Περιφέρειας, αντιβαίνει την προαναφερόμενη γενική αρχή και δημιουργεί μια μεγάλη εσωτερική αντίφαση στις διατάξεις του σχεδίου του Κώδικα.
Επίσης, θα πρέπει να προστεθεί η δυνατότητα μεταφοράς με δημοτικά οχήματα εθελοντών, στην περίπτωση όπου χρειάζεται η μετακίνησή τους για συμμετοχή σε δράσεις του Δήμου.
ΣΧΟΛΙΟ
Ίδρυση δημοτικής συγκοινωνίας με την έγκριση Περιφέρειας
Με το άρθρο 361 μεταφέρονται οι λειτουργικές δαπάνες των Περιφερειακών Υπηρεσιών Εκπαίδευσης του ΥΠΑΙΘΑ και των ΚΕΔΑΣΥ από 1-1-2017 στις 13 ΠΔΕ. Είναι αμφίβολο αν θα μπορέσουν να καλυφθούν οι ανάγκες τους γιατί οι Περιφερειακές Διευθύνσεις α) Δεν έχουν προσωπικό για να χειριστεί τον τεράστιο όγκο εργασίας που θα προκύψει β) Δεν έχουν την γνώση. Το ΤΜΗΜΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ των ΠΔΕ πρέπει να ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΤΕΊ σε Διεύθυνση Οικονομικής Διαχείρισης (τροποποίηση οργανογράμματος), με τμήματα Ελέγχου, Εκκαθάρισης και Πληρωμής Δαπανών, Τμήμα Εκκαθάρισης και Τμήμα Προμηθειών και Δημοσίων Συμβάσεων. Παράλληλα να δοθεί μεταβατική περίοδος ένα με δύο έτη, για την τροποποίηση του οργανογράμματος αλλά κυρίως για τη στελέχωση. Η στελέχωση είναι άκρως απαραίτητη.
Άρθρο 347 – Δημοτική συγκοινωνία
Παράγραφος 2. να παρέχεται η δυνατότητα η εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου να έχει ως τελικό σταθμό επιβίβασης και αποβίβασης και την έδρα όμορης Περιφερειακής Ενότητας
Προτείνεται: στην παρ. 3, εδ. γ), να προστεθεί η δυνατότητα μεταφοράς μαθητών και για αθλητικές διοργανώσεις.
ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ – ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟΥ ΝΕΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(Άρθρο 361 παρ. 2)
Με το σχόλιο αυτό, εκφράζεται ρητά και κατηγορηματικά η αντίθεσή μας
στη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 2 του προσχεδίου του νέου Κώδικα
Αυτοδιοίκησης, η οποία προβλέπει τη μεταφορά του Γραφείου Τεχνικών
Υπηρεσιών της Περιφερειακής Ενότητας Ιθάκης στον Δήμο Ιθάκης, καθώς
και την εξυπηρέτηση της Π.Ε. Ιθάκης από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων
της Π.Ε. Κεφαλληνίας.
Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν συνιστά απλή διοικητική αναδιάρθρωση, αλλά
ευθεία αποδόμηση της διοικητικής υπόστασης της Περιφερειακής Ενότητας
Ιθάκης και ουσιαστική «φωτογραφική» και άνευ λόγου και αιτίας
κατάργηση βασικών λειτουργιών της.
Ειδικότερα:
– Αφαιρεί κρίσιμες αρμοδιότητες και υπηρεσιακές δομές από την
Περιφέρεια, μεταβάλλοντας μονομερώς και βάλλοντας την οργανωτική της
συγκρότηση.
– Παρακάμπτει τον ισχύοντα Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας
(ΟΕΥ),υπονομεύοντας τη θεσμική τάξη που διέπει τη λειτουργία της
Περιφέρειας.
– Μεταφέρει υπηρεσίες εκτός γεωγραφικής και διοικητικής εγγύτητας, (η
Ιθάκη αποτελεί ξεχωριστό νησί από την Κεφαλλονιά και αυτοτελή
Περιφερειακή Ενότητα σύμφωνα με το Ν.3852/2010), δημιουργώντας
αντικειμενικές συνθήκες δυσλειτουργίας, καθυστερήσεων και μειωμένης
αποτελεσματικότητας και αμεσότητας (βαρυσήμαντες ειδικότερα σε
περιπτώσεις πολιτικής προστασίας).
– Αγνοεί τις ιδιαιτερότητες της νησιωτικότητας και τις αυξημένες ανάγκες
διοικητικής παρουσίας σε απομονωμένες περιοχές.
Περαιτέρω, η εν λόγω διάταξη εγείρει σοβαρό ζήτημα αντισυνταγματικότητας.
Σύμφωνα με το άρθρο 102 του Συντάγματος, οι Οργανισμοί Τοπικής
Αυτοδιοίκησης απολαμβάνουν διοικητικής και οργανωτικής αυτοτέλειας. Η
αφαίρεση βασικών υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων από την Περιφέρεια, χωρίς
τη θεσμική της συμμετοχή και χωρίς την προβλεπόμενη αναθεώρηση του
οργανωτικού της πλαισίου, συνιστά ευθεία και δυσανάλογη επέμβαση στον
πυρήνα της αυτοτέλειας αυτής.
Η πρακτική αποψίλωση της αυτοτελούς Π.Ε. Ιθάκης από κρίσιμες τεχνικές
υπηρεσίες οδηγεί σε προσπάθεια αποδυνάμωσης της διοικητικής της υπόστασης,
υπερβαίνοντας τα όρια της επιτρεπτής διακριτικής ευχέρειας του
νομοθέτη (Ν.3852/2010).
Κατά συνέπεια, η επίμαχη ρύθμιση είναι διοικητικά εσφαλμένη και νομικά
επισφαλής, ως αντικείμενη στις συνταγματικές εγγυήσεις της
αυτοδιοίκησης και στις αρχές της αποκέντρωσης.
Για τους λόγους αυτούς, λοιπόν ζητείται:
– Η άμεση απόσυρση της διάταξης του άρθρου 361 παρ. 2.
– Η διατήρηση και ενίσχυση του Γραφείου Τεχνικών Υπηρεσιών στην
Περιφερειακή Ενότητα Ιθάκης.
– Η τήρηση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου και του Οργανισμού της Περιφέρειας.
Η διοικητική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να εξελίσσεται σε διαδικασία
αποδυνάμωσης των νησιωτικών περιοχών ούτε σε μέσο έμμεσης κατάργησης
των περιφερειακών δομών.
Θεωρώντας λοιπόν ότι η επίμαχη ρύθμιση υπερβαίνει τα όρια της
επιτρεπτής νομοθετικής παρέμβασης στην οργάνωση της αυτοδιοίκησης,
πρέπει να αποσυρθεί.
Η κατάθεση του προσχεδίου του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης συνιστά μια ιδιαίτερα σημαντική θεσμική στιγμή για τη δημόσια διοίκηση πρώτου βαθμού. Ωστόσο, η ανάλυση των διατάξεων υπό το πρίσμα της εμπειρίας από την εφαρμογή του Π.Δ. 23/2002 και του Ν. 3731/2008, εγείρει βάσιμους προβληματισμούς για το αν οι νέες ρυθμίσεις θεραπεύουν τις δομικές παθογένειες ή αν περιορίζονται σε μια τυπική αναπαραγωγή των προβληματικών διατάξεων του Ν. 5003/2022.
«Ένας Κώδικας που θα μπορούσε να θωρακίσει τη Δημοτική Αστυνομία, αλλά επιλέγει να αναπαράγει τις αστοχίες του παρελθόντος.»
1. Η Μεγάλη Χαμένη Ευκαιρία: Η Υποχρεωτική Σύσταση. Το κεντρικό και αδιαμφισβήτητο αίτημα που παραμένει ανεκπλήρωτο είναι η καθολική και υποχρεωτική σύσταση Δημοτικής Αστυνομίας σε όλους τους Δήμους. Η διατήρηση της «προαιρετικότητας» αποτελεί το απόλυτο διοικητικό παράδοξο. Βασικα δημιουργεί ένα περιβάλλον άνισης προστασίας, όπου η ποιότητα ζωής και η τήρηση του νόμου εξαρτώνται από την πολιτική βούληση του εκάστοτε Δημάρχου και όχι από θεσμικές εγγυήσεις. Σήμερα, με μόνο 158 από τους 332 Δήμους να διαθέτουν υπηρεσία, παράγουμε «πολίτες και Δήμους δύο ταχυτήτων» και στερούμε από το Υπουργείο Εσωτερικών έναν ενιαίο ελεγκτικό βραχίονα, ενα μηχανισμό να μπορεί να ασκήσει την ευρύτερη κυβερνητική πολιτική.
2. Μεθοδολογικό Σφάλμα: Πληθυσμός vs Λειτουργικές Ανάγκες. Ο νέος Κώδικας διατηρεί μια λανθασμένη λογική του ν.5003: διαχωρίζει τις αρμοδιότητες με βάση τον πληθυσμό και την έκταση του οικείου Δήμου. Αυτό είναι το απόλυτο μεθοδολογικό σφάλμα. Ο πληθυσμός συμφωνούμε μπορεί να ορίζει το «πόσους υπαλλήλους χρειάζεσαι», αλλά σίγουρα όχι το «τι αρμοδιότητες πρέπει να ασκούν».
Η πραγματική μεταρρύθμιση θα έπρεπε να ευθυγραμμίζεται με την κατηγοριοποίηση του ίδιου του νέου Κώδικα η οποια παρουσιάζεται και ως μεγάλη και σωστή καινοτομια (Ορεινοί, Νησιωτικοί, Τουριστικοί, Αστικοί Δήμοι κλπ). Δυστυχώς η ουσιώδης διαφορά μεταξύ επαρχίας και μεγάλων αστικών κέντρων χάνεται μεσα στις αντιφατικές διατάξεις. Στην επαρχία και τους τουριστικούς δήμους, το βάρος πέφτει στο περιβάλλον, τα ζώα, την αδεσποτία, τα ρέματα τις παραλίες και τον αιγιαλό. Αρμοδιότητες που κάλυπτε πληρως μονο το ΠΔ 23/2002. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, το βάρος πέφτει στην κυκλοφορία, τους κοινχορηστους χώρους και την ηχορύπανση. Η αντιμετώπιση της υπηρεσίας ως «ενιαίου προτύπου» καταδικάζει την επαρχία σε αστυνόμευση «τύπου Αθήνας», αφήνοντας τα κρίσιμα τοπικά μέτωπα της επαρχίας εντελώς ακάλυπτα.
3. Διοικητική Σχιζοφρένεια: Αρμοδιότητες επι της ουσίας χωρίς Φορέα. Εδώ εντοπίζεται η πιο επικίνδυνη αστοχία. Με το νέο κώδικα, παρέχεται η δυνατότητα στους Δήμους να αφαιρούν αρμοδιότητες από τη Δημοτική Αστυνομία λόγω υποστελέχωσης. Αυτο πρόκειται για μια καθαρή διοικητική σχιζοφρένεια καθώς οι αρμοδιότητες που εχουν δικαιωμα να αφαιρέσουν είναι οι καθαρα δημοτικες (οι κανονιστικές αποφάσεις!) διατηρώντας τις καθαρά κρατικές! Ενώ απο την άλλη δίνετε το δικαίωμα να ανατιθονται άλλες κανονιστικές αποφάσεις ακόμα ακομα και με αντικειμενο διαφορετικών κατηγοριών με αοτέλεσμα να μην έχει κανενα νόημα ο διαχωρισμος σε κατηγορίες.
Με απλά λόγια, η Δημοτική Αστυνομία «δύναται» να μην εκτελεί τις αποφάσεις του ίδιου του Δήμου που την ίδρυσε! Αυτό παράγει επι της ουσιας«αρμοδιότητες χωρίς φορέα». Παράδειγμα: Ο πολίτης καταγγέλλει Σάββατο πρωί παράνομη απόρριψη στερεών αποβλήτων κατα παράβαση του Κανονισμου Καθαριότητας. Η Δημοτική Αστυνομία δηλώνει αναρμόδια. (ο πολίτης αυτόματα εκνευρίζεται) Ο διοικητικός υπάλληλος που του ανατέθηκε συχνά απρόθυμος και σιγουρα ανεκπαίδευτος. δεν δουλευει Σαββατο πρωι. Τελικά καλείται η Ελληνική Αστυνομία για να διαχειριστεί μια κατεξοχήν δημοτική υπόθεση….
Το τραγελαφικό συνεχίζεται καθώς για τους νέους δημοτικους αστυνομικούς έχει ψηφιστεί …το αντιθετο.
«Άντε να εξηγήσεις στον πολίτη γιατί μια δημοτική αρμοδιότητα εκτελείται από μια κρατική υπηρεσία και μια κρατική από μια δημοτική υπηρεσία.»
4. Η Αντίφαση του Ψηφιακού Κράτους (MyStreet / MyCoast). Ομοίως η αρμοδιότητα ελέγχου της αυθαίρετης κατάληψης κοινοχρήστων χώρων δεν αποτυπώνεται ρητά ούτε στον Ν. 5003/2022 ούτε στον νέο Κώδικα, ενώ οπως ειδαμε θα επιτρέπεται και η μη άσκησή της αρμοδιότητας! Όλα αυτά συμβαίνουν σε πλήρη αντίθεση με τη ψηφιακή στρατηγική του κράτους (MyStreet, MyCoast). Δηλαδή είναι οξύμωρο την ώρα που το κράτος λανσάρει ψηφιακά εργαλεία ελέγχου, ο νέος Κώδικας να επιτρέπει τη μη άσκηση ελέγχου για αυθαίρετη κατάληψη κοινόχρηστων χώρων από το ένστολο προσωπικό της ΔΑ. Αν η Δημοτική Αστυνομία δηλώνεται αναρμόδια για την καθαριότητα, τους κ.χ. και τις λοιπές δημοτικές αρμοδιότητες , τότε τα ψηφιακά εργαλεία θα είναι απλές πλατφόρμες παραπόνων χωρίς αντίκρισμα στο πεδίο, γιατί υπενθυμιζω καμια δημοτική υπηρεσία, (τις οποίας θα ανατίθεται η αρμοδιότητα) δεν δουλευει νύχτα, απογευμα κυριακες και αργίες! Τελικά, για μια δημοτική υπόθεση θα καλείται πάλι η ΕΛ.ΑΣ., η επιβαρύνοντας το κράτος για την αδυναμία του Δήμου. Δηλαδή ενώ θα υπάρχει δημοτική αστυνομία και θα δουλευει, σε μια καταγγελια καθριότητας θα πηγαινει η αστυνομια, αφου ο επόπτης καθαριότητας του Δήμου δεν θα δουλευει Σάββατο απογευμα.
5. Το Εκπαιδευτικό Κενό των «60 Δήμων». Η ένταξη 1.213 νέων στελεχών σε περίπου 60 Δήμους που συστήνουν υπηρεσία για πρώτη φορά, χωρίς την κατάργηση του άρθρου 106 του Ν. 5225/2025 (που αποδυναμώνει την εισαγωγική εκπαίδευση), είναι μια νομική βόμβα στα θεμέλια του θεσμού αλλά και κάθε Δήμου ως φορέα. Χωρίς έμπειρα στελέχη να καθοδηγήσουν τους νέους, δημιουργείται μια ΔΑ δύο ταχυτήτων, ενώ η αστική ευθύνη των Δήμων θα εκτοξευθεί. Ποιος θα εγγυηθεί τη νομιμότητα των πράξεων ενός ανεκπαίδευτου υπαλλήλου με ανακριτικά καθήκοντα από την πρώτη μέρα;
6. Οι Δήμοι δε σέβονται την ελάχιστη στελέχωση, δεν ορίζουν στους Ο.Ε.Υ. τις απαιτούμενες οργανικές θέσεις. Τα γραφεία προσωπικά αυθαιρετούν, οι αποκεντρωμένες δεν εγκρίνουν Ο.Ε.Υ. Συνεπώς: Το αν μια υπηρεσία γίνεται Διεύθυνση ή αυτοτελές τμήμα να απορρέει εκ του νόμου αυτόματα σύμφωνα με τις οριζόμενες οργανικές θέσεις που προκύπτουν για κάθε Δήμο. Για παράδειγμα αν ένας Δήμος με πληθυσμό 30.000 κάτοικων του βγαίνουν ως μιν στελέχωση 15 Δημοτικοί Αστυνομικοί, τότε αυτόματα να γίνεται Διεύθυνση.
7. Οι βαθμοί δεν επαρκούν να καλύψουν το προσωπικό. Ήδη υπάρχει κορεσμός στους βαθμούς των «Αστυνόμων» ενώ έρχονται και 1213 νέοι. Συνεπως: Να προστεθεί ακόμα ένας βαθμός είτε στην αρχή: «Δημοτικός Αστυνόμος Γ’» είτε στο κεφάλι ως «Αστυνομικός Διευθυντής»
8. Πλήρως αντιφατική διάταξη. Σκάνδαλο να μην μοριοδοτειται το διδακτορικό. Ενώ το άρθρο 12 επενδύει σε υψηλή εκπαίδευση και επιμόρφωση και το άρθρο 16 δίνει +4 έτη προαγωγής για κάτοχο διδακτροικού, το άρθρο 22 αντίθετα στην επιλογή προϊσταμένων το αγνοεί δίνοντας μηδέν μόρια!
9. Το προσωπικό της ΔΑ εντάχθηκε και λαμβάνει επίδομα επικίνδυνης/ανθυγιεινής εργασίας 70 ευρώ. Όμως δεν το λαμβάνουν οι Προϊστάμενοι πράγμα άδικο αφού λόγω της φύσης της δουλειάς και αυτοί δουλεύουν έξω κανονικά.Όλο το ειδικό ένστολο προσωπικό Δημοτικής Αστυνομίας, συμπεριλαμβανομένων προϊσταμένων διευθύνσεων, εντάσσεται στο επίδομα επικίνδυνης/ανθυγιεινής εργασίας της ΚΥΑ οικ.2/7612/ΔΕΠ/2025 (ΦΕΚ Β’ 1401/24.3.2025).
10.
Ειδικότερα για τις κανονιστικές αποφασεις:
Η Φύση του Προβλήματος: Η Εξαρτημένη Αρμοδιότητα και το «Νομικό Παράδοξο» του Ν. 5003/2022
Η τρέχουσα διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1α του Ν. 5003/2022, η οποία ορίζει ότι η Δημοτική Αστυνομία «ελέγχει την τήρηση των κανονιστικών αποφάσεων που εκδίδουν οι δημοτικές αρχές», Δημιουργεί, δηλαδή, την εξής νομική δέσμευση: για τη διενέργεια ελέγχου και τη βεβαίωση παράβασης αυθαίρετης κατάληψης κοινόχρηστου χώρου, καθίσταται αναγκαία προϋπόθεση (sine qua non) η ύπαρξη ισχύουσας, νομιμως δημοσιευμένης και επικαιροποιημένης Κανονιστικής Απόφασης του οικείου Δήμου.
Στην καθημερινή διοικητική πρακτική, ωστόσο, παρατηρείται το φαινόμενο της «Κανονιστικής Αδράνειας», το οποίο οφείλεται σε δομικές αδυναμίες:
– Η πλειονότητα των Δήμων (ιδίως οι μικροί, νησιωτικοί και ορεινοί) στερείται της απαιτούμενης τεχνικής επάρκειας και των εξειδικευμένων Τεχνικών Υπηρεσιών για τη σύνταξη σύγχρονων Κανονισμών Κοινοχρήστων Χώρων.
– Οι Δήμοι αδυνατούν να εναρμονίσουν εγκαίρως τις τοπικές τους αποφάσεις με το δαιδαλώδες και διαρκώς μεταβαλλόμενο θεσμικό πλαίσιο, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του Β.Δ. 24/9-20/10/1958 (περί προσόδων ΟΤΑ), και τις πρόσφατες, σαρωτικές τροποποιήσεις του Ν. 5143/2024.και υπάρχει μια ασάφεια ποιος θα εκτελεί την αρμοδιότητα
-Η απουσία ή η μη επικαιροποίηση των Κανονισμών αδρανοποιεί νομικά τη Δημοτική Αστυνομία, η οποία, δεσμευμένη από το άρθρο 3, αδυνατεί να επέμβει ακόμα και σε περιπτώσεις εξόφθαλμης παραβατικότητας.
– Η σύνταξη ή επικαιροποίηση Κανονισμού συνεπάγεται συχνά «σύγκρουση συμφερόντων» και πολιτικό κόστος. Πολλές Δημοτικές Αρχές επιλέγουν σιωπηρά τη μη έκδοση Κανονισμού, οδηγώντας σε ατιμωρησία.
Αποτέλεσμα: Χωρίς Κανονιστική Απόφαση, η Δημοτική Αστυνομία αδυνατεί νομικά να βεβαιώσει παράβαση, ακόμη και για εξόφθαλμες καταλήψεις πεζοδρομίων.
2. Η Αποτυχία των Ψηφιακών Εργαλείων (MyStreet & MyCoast) Το Κράτος επενδύει σε ψηφιακά εργαλεία διαφάνειας. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους ακυρώνεται από το άρθρο 3 παρ. 1α:
Όταν ένας πολίτης κάνει καταγγελία στο MyStreet, η Δημοτική Αστυνομία συχνά δεν μπορεί να επιβάλει πρόστιμο επειδή ο Δήμος δεν έχει επικαιροποιημένο κανονισμό που να ορίζει τα τέλη ή τις ζώνες κατάληψης.
Ομοίως, στον αιγιαλό (MyCoast – Ν. 5092/2024), η απουσία ρητής, αυτοτελούς αρμοδιότητας στο Ν. 5003/2022 δημιουργεί νομικές αμφισβητήσεις και δίνει πάτημα για ενστάσεις και ακυρώσεις προστίμων στα δικαστήρια.
3. Η Λύση: Επιστροφή στο Μοντέλο του Ν. 3731/2008 Το πρόβλημα δεν υπήρχε υπό το καθεστώς του προηγούμενου νόμου (Ν. 3731/2008), ο οποίος παρείχε στη Δημοτική Αστυνομία αυτοτελή, ex lege αρμοδιότητα.
Διατύπωση Ν. 3731/2008 (Άρθρο 1, παρ. 1): «Ελέγχει την τήρηση των διατάξεων που αφορούν τη χρήση κοινόχρηστων χώρων…» (Γενική αναφορά στο Νόμο, όχι σε τοπική απόφαση).
Διατύπωση Ν. 5003/2022: «Ελέγχει την τήρηση των κανονιστικών αποφάσεων…» (Περιοριστική αναφορά).
ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ: Ζητούμε την τροποποίηση της παρ. 1 του Άρθρου 3 του Ν. 5003/2022, ώστε να επανέλθει η ρητή και αυτοτελής αρμοδιότητα ελέγχου της νομοθεσίας, ανεξαρτήτως της ύπαρξης τοπικής κανονιστικής απόφασης.
Προσθήκη παραγράφου: Να επιτρέπεται στους Δήμους να δίνουν στα χωριά κάτω των 1.000 κατοίκων, άδεια ανέγερσης μικρής αποθήκης ΧΩΡΙΣ καμία υπογραφή της πολεοδομίας. Το Σύνταγμα το επιτρέπει στο άρθρο που αναφέρει ότι πρέπει το κράτος να δίνει κίνητρα για την αντιμετώπιση του ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟΥ προβλήματος. Στα χωριά, άδεια ανέγερσης αποθήκης μόνο από τους Δήμους. Γιατί δεν υπάρχουν αποθήκες και οι Ρομά κλέβουν τα εργαλεία των ανθρώπων, αλλά υπάρχει και Δημογραφικό πρόβλημα.
Συμφωνώ και εγώ να επιτρέπεται στους Δήμους να χορηγούν άδεια μικρής αποθήκης στα χωριά, χωρίς υπογραφή της πολεοδομίας. Άλλωστε το Σύνταγμα λέει ότι το κράτος οφείλει να δίνει κίνητρα για την αντιμετώπιση του Δημογραφικού προβλήματος στις περιοχές που ερημώνουν. Άδεια αποθήκης στα χωριά από τους Δήμους, χωρίς υπογραφή της πολεοδομίας ( μόνο το συμβόλαιο ιδιοκτησίας).
Δικαίωμα ο εκάστοτε Δήμαρχος να ορίζει μέχρι 3 άμισθους Αντιδημάρχους χωρίς να είναι δημοτικοί σύμβουλοι και επειδή τα χωριά ερημώνουν: Αρμοδιότητα στους Δήμους να χορηγούν ειδική άδεια για την ανέγερση αποθήκης στα χωριά χωρίς να χρειάζεται υπογραφή της πολεοδομίας.
παρ. 1 Αρθ 361. Ο μόνος τρόπος να αποκτήσουν οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης δικό τους προϋπολογισμό, είναι να γίνουν οι ίδιες Διατάκτες του προϋπολογισμού τους. Στην αντίθετη περίπτωση ούτε είχαν, ούτε θα έχουν δικό τους προϋπολογισμό καθώς απλά αλλάζει ο διαχειριστής τους. Επιπρόσθετα, η κατάσταση θα αλλάξει προς το χειρότερο για τις ίδιες, καθώς είναι αμφίβολο αν θα μπορέσουν και πότε να καλυφθούν οι ανάγκες τους και αυτό γιατί οι Περιφερειακές Διευθύνσεις α) Δεν έχουν το προσωπικό για να χειριστεί τον τεράστιο όγκο εργασίας που θα προκύψει β) Δεν έχουν την γνώση. Εαν μεταφερθούν στις Περιφέρειες οι λειτουργικές Δαπάνες πάνω απο 10 Διευθύνσεων και 10 ΚΕΔΑΣΥ, θα φτάσουν σε μεγέθη που θα απαιτείται διενέργεια Ηλεκτρονικών Δημόσιων Διαγωνισμών, τον οποίο δεν έχει διενεργήσει ποτέ καμία ΠΔΕ και δεν ξέρει πως να τον κάνει με ότι αυτό συνεπάγεται για τους διαγωνισμούς και την ευθύνη των υπαλλήλων της γ) την ώρα που δεν υπάρχουν υπάλληλοι για τις ίδιες της ΠΔΕ θα πρέπει να δημιουργηθούν και να στελεχωθούν τα εξής Τμήματα – Διευθύνσεις: Διεύθυνση Οικονομικής Διαχείρισης, Τμήμα Ελέγχου, Εκκαθάρισης και Πληρωμής Δαπανών, Τμήμα Εκκαθάρισης και Τμήμα Προμηθειών και Δημοσίων Συμβάσεων. Συνεπώς, αν θέλουμε να είναι ρεαλιστικό το να έχουν λειτουργικές δαπάνες και αυτονομία οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης θα πρέπει είτε να είναι οι ίδιες Διατάκτες του προϋπολογισμού τους, ειτε πρώτα να υπάρξει Διοικητική Τροποποίηση των ΠΔΕ και του Οργανογράμματός τους, κατόπιν στελέχωση και εκπαίδευση εξιδεικευμένου προσωπικού και τέλος η μεταφορά των προϋπολογισμών των Διευθύνσεων.
Λόγω του δημογραφικού προβλήματος και της ανάγκης κινήτρων που προβλέπει ρητά το ΣΥΝΤΑΓΜΑ: Οι Δήμοι να δίνουν στα χωριά άδεια μικρής αγροτικής αποθήκης, χωρίς να χρειάζεται υπογραφή της πολεοδομίας. Μόνο η συμβολαιογραφική πράξη ιδιοκτησίας. ΑΔΕΙΑ μικρής αποθήκης από τους δήμους στα χωριά, χωρις υπογραφη πολεοδομιας και γραφειοκρατια
Να έχουν αρμοδιότητα οι Δήμοι να δίνουν άδεια για μικρή αγροτική αποθήκη στα χωριά , χωρίς να παρεμβένει η πολεοδομία καθόλου ( αίτηση στον Δήμο με το συμβόλαιο ακινήτου σου μόνο). Η αρμοδιότητα των Δήμων για άδεια αποθήκης στα χωριά, μπορεί να στηριχθεί στο Σύνταγμα και ειδικότερα στα κίνητρα για την αντιμετώπιση του ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟΥ προβλήματος. μείωσης πληθυσμού στα χωριά- μεγάλη μείωση πλυθησμού στα χωριά- Αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος.
1) Δυνατότητα στον Δήμαρχο να ορίζει μέχρι 3 ΑΜΙΣΘΟΥΣ Αντιδημάρχους, οι οποίοι δεν είναι εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι ( χωρίς σταυρό) και 2) σε χωριά κάτω των 1.000 κατοίκων, οι Δήμοι να εκδίδουν άδεια μικρής αγροτικής αποθήκης, χωρίς να απαιτείται πολεοδομία, με μόνη την κατάθεση του συμβολαίου ιδιοκτησίας και υπέυθυνης δήλωσης. Άδεια μικρής αποθήκης στα χωριά απευθείας από τον Δήμο.
Τίτλος Σχολίου:
Πρόταση τροποποίησης της παρ. 2 του άρθρου 349 – Ψηφιακή διαλειτουργικότητα μεταξύ Α.Α.Δ.Ε. και Δήμων σε περίπτωση αδυναμίας αυτόματης έκδοσης της βεβαίωσης.
Α. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Η προτεινόμενη ρύθμιση αποσκοπεί στην πλήρη ψηφιοποίηση της διαδικασίας έκδοσης βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αυτοματοποιημένη έκδοση μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης (gov.gr) δεν καθίσταται εφικτή λόγω τεχνικών ή λειτουργικών αιτίων.
Η ισχύουσα πρόβλεψη μετακυλίει στον πολίτη το βάρος απόδειξης στοιχείων τα οποία τηρούνται ήδη σε δημόσια μητρώα, απαιτώντας την προσκόμιση φορολογικών εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών μέσων. Η πρακτική αυτή αντίκειται στις αρχές της καλής διοίκησης, της διοικητικής απλούστευσης και της αυτεπάγγελτης αναζήτησης στοιχείων από τις δημόσιες υπηρεσίες.
Προτείνεται, συνεπώς, σε περίπτωση αδυναμίας αυτόματης έκδοσης, η ηλεκτρονική διαβίβαση της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε., ώστε να πραγματοποιείται έλεγχος του φορολογικού μητρώου από εξουσιοδοτημένο υπάλληλο και να παρέχεται ηλεκτρονικά η αναγκαία πληροφορία στον οικείο Δήμο για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η αξιοπιστία των στοιχείων στην πηγή τους, περιορίζεται η διοικητική επιβάρυνση των Δήμων και απαλλάσσεται ο πολίτης από την προσκόμιση δικαιολογητικών που βρίσκονται ήδη στη διάθεση της Δημόσιας Διοίκησης.
Β. ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗ
Η παρ. 2 του άρθρου 349 να αντικατασταθεί ως εξής:
«2. Εφόσον η αυτόματη έκδοση της ηλεκτρονικής βεβαίωσης της παρ. 1 δεν είναι εφικτή για οποιονδήποτε λόγο, η σχετική αίτηση διαβιβάζεται ηλεκτρονικά μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας της Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. στην αρμόδια υπηρεσία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.). Εξουσιοδοτημένος υπάλληλος της Α.Α.Δ.Ε. προβαίνει σε έλεγχο των στοιχείων του φορολογικού μητρώου και διαβιβάζει ηλεκτρονικά στον οικείο Δήμο την επιβεβαίωση της δηλωθείσας κατοικίας, προκειμένου να ολοκληρωθεί η έκδοση της βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση δικαιολογητικών από τον ενδιαφερόμενο.»
Επί του Σ/Ν που αναφέρεται στο θέμα και συγκεκριμένα επί του άρθρου 347, παραθέτουμε κατωτέρω τις παρατηρήσεις μας, καθώς τα αναφερόμενα στο εν λόγω άρθρο έχουν σοβαρό αντίκτυπο στους κλάδους των μεταφορέων.
Ειδικότερα οι παρατηρήσεις αυτές έχουν ως εξής:
1 – Στην παράγραφο 1 προστέθηκε η λέξη επαρκώς, η οποία θα πρέπει να απαλειφθεί για τους παρακάτω λόγους:
Με τη λέξη αυτή (αν κριθεί ότι δεν εξυπηρετείται επαρκώς κάποια γραμμή αστική ή υπεραστική εντός ή εκτός των δυνητικών τους ορίων) παρέχεται η δυνατότητα στους ΟΤΑ να εκτελούν το μεταφορικό έργο της παρ. 1 και της παρ. 2 παράλληλα με τους υφιστάμενους ή μελλοντικούς συγκοινωνιακούς φορείς, καταστρατηγώντας με τον τρόπο αυτό τις σχετικές διατάξεις περί παραχώρησης της αποκλειστικότητας του έργου αυτού, κατά τις διατάξεις του Ν.2963/2001 (Α’268) άρθρο 2, ως ισχύει, του Κανονισμού 1370/2007 και του Ν.4974/2022 (Α’185) άρθρα 8 και 31 (παρ. 1), ως ισχύει.
Συνεπώς η απάλειψη της λέξης αυτής (επαρκώς) είναι αναγκαία, διότι μια τέτοια ενέργεια από τους ΟΤΑ (παράλληλη συγκοινωνία) θα καταστήσει προβληματικούς τους ήδη επιβαρυμένους συγκοινωνιακούς φορείς από το περιορισμένο ενδοπεριφερειακό έργο.
2 – α. Στην παράγραφο 3 θα πρέπει οπωσδήποτε να συμπεριληφθεί η φράση «εφόσον η μετακίνησή τους δεν είναι δυνατή με μεταφορικά μέσα δημόσιας χρήσης», η οποία λόγω της σπουδαιότητάς της περιλαμβάνεται ήδη στην παρ. 2 του άρθρου 83 του Ν.3463/2006 (Α’114).
β. Ακόμη είναι σαφές ότι η προσθήκη μεταφοράς νέων κατηγοριών προσώπων, όπως είναι οι φοιτητές, αθλητικοί και πολιτιστικοί σύλλογοι, όταν θα πραγματοποιείται με ίδια μέσα των ΟΤΑ επίσης καταστρατηγεί την αποκλειστικότητα του έργου αυτού που ανήκει στα Τουριστικά λεωφορεία ΔΧ, που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.711/1977, ως ισχύει με άρθρο 1 του Ν.2446/1996 (Α’276) και για το λόγο αυτό θα πρέπει οι κατηγορίες αυτές να απαλειφθούν.
γ. Για τη μεταφορά μαθητών θα πρέπει να διαμορφωθεί ειδικό εδάφιο ως εξής:
«Για τη μεταφορά μαθητών εφαρμογή έχει το Κεφάλαιο Β’ του άρθρου 2 της ΚΥΑ 50025/2018 (Β’4217/2018) ως ισχύει, των Υπουργών Εσωτερικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών».
3 – Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 οι λέξεις «Η αρμοδιότητα του παρόντος ασκείται» θα πρέπει να αντικατασταθεί ως εξής:
«Η εκτέλεση του μεταφορικού έργου του παρόντος πραγματοποιείται» είτε…………………………………………………………..
Σε περίπτωση που οι προτάσεις μας δεν γίνουν δεκτές είναι βέβαιο ότι η ανεξέλεγκτη εφαρμογή από τους ΟΤΑ της ανωτέρω διάταξης με ίδια μέσα θα δημιουργήσει σοβαρό αθέμιτο ανταγωνισμό με τους επαγγελματίες του έργου, με αποτέλεσμα την αναταραχή στους κλάδους των αυτοκινητιστών και δικαστικές διενέξεις λόγω αθέμητου ανταγωνισμού.
Στον ορισμό των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος να συμπεριληφθούν όλοι οι ορισμοί (επικαιροποιημένοι), που καταργήθηκαν μαζί με την κατάργηση της Υγειονομικής Διάταξης Α1β/8577/1983. Σε αντίθετη περίπτωση να προσαρμοστούν οι βεβαιώσεις εγκατάστασης και οι χρήσεις γης στη νέα Υγειονομική Διάταξη Υ1γ/Γ.Π/οικ.47829/2017.
Να υπάρξει ξεκάθαρη ρύθμιση για κλείσιμο επιχειρήσεων που λειτουργούν αυθαίρετα άνευ γνωστοποίησης λειτουργίας με ευθύνη του οικείου Ο.Τ.Α., είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από εισήγηση οποιασδήποτε μη δημοτικής ελεγκτικής αρχής.
Ο Δήμος να επεμβαίνει στα δηλούμενα στοιχεία της εκάστοτε γνωστοποίησης στο ΟΠΣΑΔΕ και να ζητάει διόρθωση τα λανθασμένων ή αόριστων δηλούμενων στοιχείων.
Πχ αναρτώνται στα προβλεπόμενα πεδία κενές σελίδες pdf αντί για δικαιολογητικά ή
λάθος δικαιολογητικά σε λάθος πεδία ή
βεβαιώσεις εγκατάστασης που λένε πχ «επιτρέπεται να λειτουργήσει επιχείρηση μαζικής εστίασης, μόνο στο ισόγειο του κτιρίου, μέγιστης επιφάνειας 100τμ ανά πολεοδομικώς ανεξάρτητη ιδιοκτησία» ενώ παράλληλα δηλώνεται μεγαλύτερο εμβαδόν ή
γίνεται γνωστοποίηση λειτουργίας για εργαστήριο δερματοστιξίας που σύμφωνα με ισχύουσα νομοθεσία θέλει ελάχιστα απαιτούμενο εμβαδόν για αίθουσα αναμονής και για κάθε θέση εργασίας και αποχωρητήριο με προθάλαμο και παράλληλα έχει δηλωθεί μικρότερο συνολικό εμβαδόν καταστήματος ή
υπάρχουν κενά – ασυμπλήρωτα απαραίτητα πεδία πχ υπεύθυνη δήλωση του υγειονομικά υπευθύνου περί αποδοχής του διορισμού του ή
η τεχνική έκθεση που απαιτείται όταν δηλώνεται ότι θα γίνεται χρήση μουσικής και εκτός του καταστήματος (παρ. 19) για να τεκμηριώνει τη δυνατότητα για αυτή τη λειτουργία.
Θα πρέπει στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών υγειονομικού ενδιαφέροντος να ελέγχεται από το Δήμο, αν υπάρχει αναρτημένη στο ΟΠΣ ΑΔΕ, κατά την υποβολή γνωστοποίησης, η προβλεπόμενη άδεια άσκησης επαγγέλματος ή βεβαίωση συνδρομής νόμιμων προϋποθέσεων για την άσκηση επαγγέλματος κομμωτή, κουρέα, τεχνίτη περιποίησης νυχιών χεριών – ποδιών και αν ταυτίζεται το όνομα του υγειονομικά υπεύθυνου με τον κάτοχο της εν λόγω άδειας ή βεβαίωσης.
Επίσης θα έπρεπε να αναρτώνται τα πιστοποιητικά υγείας του νομέων και υγειονομικά υπευθύνων των επιχειρήσεων υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Όταν χορηγείται βεβαίωση εγκατάστασης για τη λειτουργία μιας επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος να είναι ουσιαστικής σημασίας και όχι τυπική διαδικασία. Δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο αν επιτρέπονται οι χρήσεις γης αλλά και αν θα υπάρξει επιβάρυνση της περιοχής από την τροφοδοσία της εκάστοτε επιχείρησης. Πχ αν είναι σούπερ μάρκετ ή επιχείρηση που ασχολείται κυρίως με χονδρικό εμπόριο εκτός από το λιανικό ή με ηλεκτρονικό εμπόριο με μεγάλο κύκλο εργασιών και διαρκή τροφοδοσία. Να προβλέπονται θέσεις πάρκινγκ, ειδάλλως να εξαιρείται.
Να μπορούν οι Δήμοι να εκδίδουν άδεια για μικρή αγροτική αποθήκη ( με την επίδειξη συμβολαίου ιδιοκτησίας), χωρίς να χρειάζεται πολεοδομία καθόλου, αφού το ΣΥΝΤΑΓΜΑ της Ελλάδος προβλέπει τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση του Δημογραφικού προβλήματος της χώρας.
ΠΑΡ. 4 ΑΡΘ 357 ΑΝΑΦΈΡΕΙ ΟΤΙ: «Οι αρμοδιότητες που αφαιρούνται σύμφωνα με τις περ. α) και β) ασκούνται από το λοιπό προσωπικό του δήμου, τηρουμένου του άρθρου 35 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, Α’ 143), περί καθηκόντων υπαλλήλου.
Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, είναι δυνατόν να ανατίθενται στις υπηρεσίες των παρ. 1, 2 και 3 αρμοδιότητες από τις τρεις (3) κατηγορίες των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 356, ανεξαρτήτως στελέχωσης»
ΤΟ ΑΡ. 35 ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΟΤΙ:
1.Ο υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου για τον οποίο προσλήφθηκε.
2. Σε περιπτώσεις επιτακτικής και επείγουσας υπηρεσιακής ανάγκης που δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο, επιτρέπεται να ανατίθενται στον υπάλληλο συναφή καθήκοντα άλλου κλάδου. Σε όμοιες περιπτώσεις επιτρέπεται να ανατίθενται στον υπάλληλο εργασίες συναφείς με τον κλάδο ή τα καθήκοντά του ή για τις οποίες έχει την απαιτούμενη εμπειρία ή ειδίκευση.
3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο ανάθεση επιτρέπεται για χρονικό διάστημα έως δύο (2) μηνών με αιτιολογημένη απόφαση του αρμόδιου για διορισμό οργάνου. Παράταση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος έως έξι (6) μήνες ακόμη επιτρέπεται μετά από αιτιολογημένη απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 1: Ανακύπτουν προβλήματα νομιμότητας και σωματικής ακεραιότητας για το προσωπικό άλλων ειδικοτήτων που θα κληθεί να εξασκήσει αρμοδιότητες δημοτικού Αστυνομικού.
Θα του παρέχονται τα μέσα και ο εξοπλισμός που προβλέπονται για τους δημοτικούς αστυνομικούς; Λογικά δεν θα πρέπει να περάσει και την εκπαίδευση των δημοτικών αστυνομικών ώστε να ενημερωθεί πώς θα προστεύει την σωματική του ακεραιότητα σε περίπτωση που του επιθεθούν οι ελεγχόμενοι πολίτες; Δεν θα πρέπει να του αποδωθείν και ανακριτικός ρόλος σε περίπτωση που κατά την διάρκεια των ελέγχων προκύψουν αξιόποινες πράξεις; Και όλα αυτά θα γίνουν για δύο μήνες που διαρκούν τα παράλληλα καθήκοντα άντε το πολύ έξι;
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 2: Μήπως αυτοί οι υπάλληλοι που θα βαφτιστούν δημοτικοί αστυνομικοί αποκτήσουν πρόσβαση σε προγράμματα που θα έπρεπε να έχουν πρόσβαση μόνο οι δημοτικοί αστυνομικοί; Άν είναι έτσι να πάνε και στην Ελληνική Αστυνομία
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 3: Ποιοί υπάλληλοι άλλων ειδικοτήτων έχουν προηγούμενη εμπειρία ή ειδίκευση στα καθήκοντα του δημοτικού αστυνομικού;
Σχόλιο για το άρθρο 361
Στο Άρθρο 102 του Συντάγματος: Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης προβλέπεται μεταξύ άλλων:
1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. ………………………
2. Oι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. ……………………………
3. …..
4. Το Κράτος ασκεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους. ……………………………………..
5. Το Κράτος λαμβάνει τα νομοθετικά, κανονιστικά και δημοσιονομικά μέτρα που απαιτούνται για την εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας και των πόρων που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση της αποστολής και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης με ταυτόχρονη διασφάλιση της διαφάνειας κατά τη διαχείριση των πόρων αυτών. ……………………….. Κάθε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από κεντρικά ή περιφερειακά όργανα του Κράτους προς την τοπική αυτοδιοίκηση συνεπάγεται και τη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων. …………………………
Στο πλαίσιο αυτό παρακαλούμε να εξετάσετε την Συνταγματικότητα της ρύθμισης της παραγράφου 2 του Άρθρου 361 όπου προβλέπετε ότι :
«2. Το προσωπικό που υπηρετεί στο Γραφείο Τεχνικών Έργων της Περιφερειακής Ενότητας Ιθάκης μεταφέρεται αυτοδίκαια από την έναρξη ισχύος του παρόντος στον δήμο Ιθάκης. Για τη μεταφορά του εκδίδεται διαπιστωτική απόφαση του Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης εντός ενός (1) μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Οι αρμοδιότητες του Γραφείου ασκούνται εφεξής από τη Διεύθυνση Τεχνικών έργων της Περιφερειακής Ενότητας Κεφαλληνίας»
Διότι συσσωρευτικά θεωρούμε ότι προσκρούει στις κάτωθι Συνταγματικές ρυθμίσεις:
α)Πλήττει ευθέως την Διοικητική Αυτοτέλεια (παράγραφος 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος) της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων ως Β΄ Βαθμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που κατ’ επέκταση και συνδυαστικά
β) δεν επιτρέπει και εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση της (παράγραφος 4 του άρθρου 102 του Συντάγματος) καθώς αναθέτει σε μία απομακρυσμένη και υποστελεχωμένη Διεύθυνση Τεχνικών έργων της Περιφερειακής Ενότητας Κεφαλληνίας αρμοδιότητες που έχουν ήδη κατανεμηθεί, λαμβάνοντας υπόψη τη νησιωτικότητα και τις δυσκολίες που αυτή επιφέρει στην άσκηση των αρμοδιοτήτων, εντός της εν λόγω Διεύθυνσης με Γραφείο της στην Περιφερειακή Ενότητα Ιθάκης το οποίο καταργεί η εν λόγω ρύθμιση. Επιπλέον το γραφείο Τεχνικών θεμάτων Ιθάκης είχε στο παρελθόν στελεχωθεί από υπαλλήλους που μετακινήθηκαν από την Διεύθυνση Τεχνικών έργων της Περιφερειακής Ενότητας Κεφαλληνίας αποδυναμώνοντας την υπηρεσία προκειμένου να ενισχυθούν οι αποκεντρωμένες υπηρεσίες στο νησί της Ιθάκης και με το επίμαχο άρθρο μεταφέρονται χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Περιφέρειας σε άλλο διοικητικό φορέα.
γ) στερεί αναιτιολόγητα και δίχως ανάλυση συνεπειών ρύθμισης (Ν.4622/2019) ανθρώπινο δυναμικό ήτοι πόρους που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση της αποστολής και την άσκηση των αρμοδιοτήτων της (εδάφιο α. παράγραφος 5 του άρθρου 102 του Συντάγματος) και
δ) κατ’ αναλογία της Συνταγματικής Επιταγής κάθε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από κεντρικά ή περιφερειακά όργανα του Κράτους προς την τοπική αυτοδιοίκηση συνεπάγεται και τη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων (εδάφιο γ. παράγραφος 5 του άρθρου 102 του Συντάγματος) με την προτεινόμενη ρύθμιση μεταφέρονται οι ανθρώπινοι πόροι χωρίς της αντίστοιχη μεταφοράς των αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο βαθμών τοπικής αυτοδιοίκησης.
ΑΡ. 365 ΠΑΡ 1Α. Στις κανονιστικές αποφάσεις, θα πρέπει να μπει ο περιορισμός, αρκεί να μην αφορούν αρμοδιότητες άλλης κατηγορίας. Αλλιώς έτσι χάνεται το νόημα των κατηγοριών. Αν μπορεί το ΔΣ να παίρνει και να δίνει αρμοδιότητες κατά το δοκούν, τότε δεν υπάρχει και νόημα στις κατηγορίες. Υπάρχουν δημοτικές αστυνομίες με ελάχιστη στελέχωση, που το ΔΣ τους δίνει τα πάντα. Δεν γίνεται έτσι, χάνεται το νόημα των κατηγοριών και του ελάχιστου αριθμού στελέχωσης. Να προβλεφθεί ρητά ώστε να διορθωθεί αυτή η προηγούμενη αστοχία.
Στο άρθρο 356 πρέπει να διευκρινιστεί το εξής: οι αρμοδιότητες μπορεί να ασκούνται καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο, όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, με κατάλληλη εναλλαγή του προσωπικού. Σε αυτή την περίπτωση, ο αριθμός των βαρδιών καθορίζεται από τον ιεραρχικά ανώτερο προϊστάμενο της δημοτικής αστυνομίας. Αυτό υπήρχε στο άρθρο 4 παρ 7 του ν. 5003 αλλά το συγκεκριμένο άρθρο, το καταργείτε. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η Δ.Α. δύναται να λειτουργεί όλες τις ημέρες τις εβδομάδας, και όλο το 24ωρο. επίσης να τονιστεί ότι όταν η ΔΑ έχει αρμοδιότητες και των 3 κατηγοριών μόνο τότε μπορεί να λειτουργεί 24ωρο. Μην το αμελήσετε θα δημιουργηθεί πρόβλημα νομιμότητας, όταν η υπερωριακή απασχόληση θα πάει για ΦΕΚ. Πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι η ΔΑ λειτουργεί και Κυριακές και Αργίες, μετά από εντολές προισταμένου, και αν είναι 3 κατηγορία αρμοδιοτήτων, λειτουργεί και νυχτερινά.
Στο άρθρο 359 που αφορά τις συμβάσεις μεταξύ Δήμων για την Δημοτική Αστυνομία, θα πρέπει να υπάρχει από τώρα διευκρίνιση αν αυτό μπορεί να γίνει όσο ο Δημοτικός Αστυνομικός διανύει την διετή δοκιμαστική υπηρεσία, καθώς και να οριστεί ο τρόπος πληρωμής [ποιος δήμο πληρώνει] καθώς και οι βασικοί όροι. Να γίνουν προβλέψεις από τώρα, σε πιθανά μελλοντικά κενά που ενδέχεται να προκύψουν.