ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ Δ΄
Άρθρο 532
Σκοπός
Σκοπός του Μέρους Δ΄ του Βιβλίου Τέταρτου του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι η βελτίωση του πλαισίου παρακολούθησης της οικονομικής και μη οικονομικής δραστηριότητας της τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και η μέτρηση και αξιολόγηση των οικονομικών και των μη οικονομικών επιδόσεων τους.
Άρθρο 533
Αντικείμενο
Αντικείμενο του Μέρους Δ΄ του Βιβλίου Τέταρτου του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι ο προσδιορισμός του τρόπου και των μηχανισμών με τους οποίους επιτυγχάνεται η οικονομική παρακολούθηση των δήμων, των περιφερειών και των λοιπών νομικών προσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και η αποτύπωση του θεσμικού πλαισίου και του τρόπου με τον οποίο συντελείται η παρακολούθηση των επιδόσεών τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ
Άρθρο 534
Κόμβος Οικονομικής Πληροφόρησης Τοπικής Αυτοδιοίκησης
- Η συλλογή, η επεξεργασία και η διάδοση των οικονομικών στοιχείων:
α) των δήμων,
β) των περιφερειών,
γ) των νομικών προσώπων του άρθρου 186, περί ορισμών και
δ) των λοιπών νομικών προσώπων στα οποία συμμετέχουν δήμοι και περιφέρειες σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 189,
πραγματοποιούνται μέσω του Κόμβου Οικονομικής Πληροφόρησης Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών (Κόμβος).
- Στον Κόμβο συλλέγονται ενδεικτικά τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για:
α) τον προσδιορισμό της περιμέτρου και των δημοσιονομικών στοιχείων του υποτομέα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) της Γενικής Κυβέρνησης από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.),
β) την κατάρτιση των δημοσιονομικών και χρηματοοικονομικών αναφορών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.),
γ) την κατάρτιση και παρακολούθηση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού και του Ενοποιημένου Προϋπολογισμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Γ.Λ.Κ. και του Υπουργείου Εσωτερικών,
δ) την παρακολούθηση της κατάρτισης και της εκτέλεσης των προϋπολογισμών των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης από το Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α., τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών και τις Αυτοτελείς Υπηρεσίες Εποπτείας (Α.Υ.Ε.) Ο.Τ.Α.,
ε) την παρακολούθηση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, των απαιτήσεων και της εν γένει οικονομικής κατάστασής τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών,
στ) την τροφοδότηση του Κόμβου Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τον υπολογισμό των δεικτών του άρθρου 541,
ζ) την καταγραφή των νομικών προσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης του άρθρου 186, περί ορισμών,
η) την εφαρμογή του Μηχανισμού Αποτροπής Συσσώρευσης Ληξιπρόθεσμων Οφειλών προς τρίτους του άρθρου 540.
- Μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.), ο Κόμβος διαλειτουργεί δυνητικά με όλα τα μητρώα του δημοσίου τομέα και υποχρεωτικά με τα πληροφοριακά συστήματα των υπόχρεων φορέων, της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και του Γ.Λ.Κ., με το πληροφοριακό σύστημα ελέγχου νομιμότητας Ο.Τ.Α. του άρθρου 671, περί πληροφοριακού συστήματος ελέγχου νομιμότητας οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και με τον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης του άρθρου 541.
- Την ευθύνη για την τακτική, έγκαιρη και ορθή ενημέρωση του Κόμβου σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργείου Εσωτερικών έχουν οι εκτελούντες χρέη προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών στους υπόχρεους φορείς.
- Οι προϊστάμενοι των οικονομικών υπηρεσιών των δήμων και των περιφερειών είναι υπεύθυνοι για την εποπτεία και τον συντονισμό της διαδικασίας παραγωγής και διάθεσης των οικονομικών στοιχείων:
α) των υπόχρεων φορέων των οποίων η οικονομική λειτουργία ασκείται από τις υπηρεσίες του δήμου ή της περιφέρειας και
β) των υπόχρεων νομικών προσώπων στα οποία ο δήμος ή η περιφέρεια κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών ή των μεριδίων. Στην περίπτωση κατοχής ίσου αριθμού μετοχών ή μεριδίων, η εποπτεία και ο συντονισμός ασκούνται από τον προϊστάμενο οικονομικών υπηρεσιών του δήμου ή της περιφέρειας της έδρας. Από την εφαρμογή της περ. β) εξαιρούνται οι Φορείς Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (Φο.Δ.Σ.Α.) του Κεφαλαίου Θ’ του Μέρους Β’ του Βιβλίου Δεύτερου.
- Πρόσβαση σε οπτικοποιημένες αναφορές του Κόμβου Διαλειτουργικότητας έχουν η ΕΛ.ΣΤΑΤ. το Γ.Λ.Κ., οι Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α., το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας, η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος και η Ένωση Περιφερειών, κατόπιν εφαρμογής συγκεκριμένης διαδικασίας εξουσιοδότησης πρόσβασης.
Άρθρο 535
Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης
- Στο Υπουργείο Εσωτερικών λειτουργεί το Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) (Παρατηρητήριο) για την παρακολούθηση των προϋπολογισμών και της εν γένει οικονομικής κατάστασης:
α) των δήμων και των περιφερειών,
β) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών,
γ) των συνδέσμων,
δ) των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.), και
ε) των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου τα οποία ανήκουν στον υποτομέα Ο.Τ.Α. όπως αυτός οριοθετείται στις περ. β) και δ) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄143), περί ορισμών.
- Σκοπός του Παρατηρητηρίου είναι:
α) η κατάρτιση ρεαλιστικών προϋπολογισμών από τους φορείς αρμοδιότητάς του,
β) η παρακολούθηση της εκτέλεσης των προϋπολογισμών τους και
γ) η διαχείριση προβλημάτων υπερχρέωσης ή οικονομικής βιωσιμότητας.
- Έργο του Παρατηρητηρίου είναι:
α) η παροχή γνώμης επί των σχεδίων προϋπολογισμού των φορέων αρμοδιότητάς του πριν από την υποβολή τους προς έγκριση στα αρμόδια όργανα, σύμφωνα με τις κατά περίπτωση οδηγίες κατάρτισης προϋπολογισμών και τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 368, περί κατάρτισης και ψήφισης του προϋπολογισμού,
β) η παρακολούθηση της ορθής εκτέλεσης των προϋπολογισμών, σύμφωνα με το άρθρο 536 και
γ) ο εντοπισμός και η διαχείριση προβλημάτων υπερχρέωσης και οικονομικής βιωσιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 537, περί διαχείρισης προβλημάτων υπερχρέωσης και οικονομικής βιωσιμότητας.
- Το Παρατηρητήριο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και αποτελείται από:
α) έναν (1) Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109),
β) τον Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Αναπτυξιακής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών,
γ) τον Γενικό Διευθυντή Δημοσιονομικής Πολιτικής και Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους,
δ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών,
ε) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομικής και Αναπτυξιακής Πολιτικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών,
στ) τον Προϊστάμενο του Τμήματος Οικονομικής Διοίκησης και Προϋπολογισμού του Υπουργείου Εσωτερικών,
ζ) τον Προϊστάμενο του Τμήματος Παρακολούθησης και Επεξεργασίας Οικονομικών Στοιχείων Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών,
η) τον Προϊστάμενο του Τμήματος Επιχορηγήσεων του Υπουργείου Εσωτερικών,
θ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους,
ι) τον Προϊστάμενο του Τμήματος Ε΄ Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους,
ια) τον Προϊστάμενο του Τμήματος Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής της ίδιας υπηρεσίας,
ιβ) έναν (1) εμπειρογνώμονα εγνωσμένου κύρους,
ιγ) έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και,
ιδ) προκειμένου για δήμους, από τρεις (3) εκπροσώπους της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας εκ των οποίων ο ένας (1) υποχρεωτικά από τη μειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου αυτής, ή, προκειμένου για περιφέρειες, από τρεις (3) εκπροσώπους της Ένωσης Περιφερειών, εκ των οποίων ο ένας (1) υποχρεωτικά από τη μειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου αυτής, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση των οικείων διοικητικών συμβουλίων. Οι ανωτέρω ορίζονται με τους αναπληρωτές τους.
- Για τις ανάγκες λειτουργίας του Παρατηρητηρίου απασχολούνται ως γραμματείς πέντε (5) υπάλληλοι της Διεύθυνσης Οικονομικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών.
- Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τα μέλη του Παρατηρητηρίου παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης, ως προς την εκ μέρους τους έκφραση γνώμης και την παροχή ψήφου.
- Το Παρατηρητήριο για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων του δύναται να ζητεί στοιχεία και να καλεί κατά την κρίση του σε ακρόαση ή διαβούλευση τους αιρετούς εκπροσώπους των δήμων και των περιφερειών, τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των νομικών προσώπων, καθώς και τους προϊσταμένους των οικονομικών υπηρεσιών και διευθύνσεων αυτών.
- Οι Αυτοτελείς Υπηρεσίες Εποπτείας Ο.Τ.Α. που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των δήμων, των περιφερειών και των νομικών προσώπων αυτών συνεργάζονται με το Παρατηρητήριο και το διευκολύνουν με κάθε απαραίτητη πληροφορία στην εκτέλεση του έργου του.
- Ως τόπος διενέργειας των συνεδριάσεων ορίζεται το κεντρικό κατάστημα του Υπουργείου Εσωτερικών. Το Παρατηρητήριο υποστηρίζεται διοικητικά και επιχειρησιακά από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Αναπτυξιακής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών.
Άρθρο 536
Παρακολούθηση εκτέλεσης προϋπολογισμών από το Παρατηρητήριο
- Εντός δέκα (10) ημερών από την επικύρωση του προϋπολογισμού ο δήμαρχος, ο περιφερειάρχης και ο πρόεδρος του νομικού προσώπου που περιλαμβάνεται στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 535, περί παρατηρητηρίου οικονομικής αυτοτέλειας οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, μέσω της οικονομικής υπηρεσίας υποβάλλει τον ετήσιο Πίνακα Οικονομικής Στοχοθεσίας στο Παρατηρητήριο μέσω του Κόμβου Οικονομικής Πληροφόρησης Τοπικής Αυτοδιοίκησης του άρθρου 534. Για τα νομικά πρόσωπα για τα οποία δεν προβλέπεται διαδικασία επικύρωσης προϋπολογισμού, η ως άνω προθεσμία εκκινεί από την ημερομηνία ψήφισης αυτού.
- Στον Πίνακα Οικονομικής Στοχοθεσίας:
α) συνοψίζονται τα στοιχεία εσόδων και εξόδων και το οικονομικό αποτέλεσμα του προϋπολογισμού,
β) καταγράφονται τα βασικά στοιχεία ισολογισμού, ιδίως τα χρηματικά διαθέσιμα έναρξης και οι απλήρωτες υποχρεώσεις και
γ) τίθενται μηνιαίοι δημοσιονομικοί στόχοι.
- Ο Πίνακας Οικονομικής Στοχοθεσίας αναμορφώνεται υποχρεωτικά όταν διαπιστωθεί είτε από τον φορέα είτε από το Παρατηρητήριο ότι δεν έχει καταρτισθεί σύμφωνα με τις παρεχόμενες οδηγίες ή ότι τα στοιχεία του αποκλίνουν ουσιωδώς από τα στοιχεία του ετήσιου διαμορφωμένου προϋπολογισμού με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η παρακολούθηση της εκτέλεσης.
- Το Παρατηρητήριο αξιολογεί και ελέγχει τον βαθμό επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων σύμφωνα με τα στοιχεία εκτέλεσης προϋπολογισμού των παρακολουθούμενων φορέων, όπως αυτά υποβάλλονται από τους ίδιους τους φορείς στον Κόμβο Οικονομικής Πληροφόρησης Τοπικής Αυτοδιοίκησης σύμφωνα με το άρθρο 534.
- Εάν κατά τον έλεγχο επίτευξης των στόχων, το Παρατηρητήριο διαπιστώσει ουσιώδη δυσμενή απόκλιση από τους στόχους που έχουν τεθεί, ενημερώνει εγγράφως τον φορέα στον οποίο αφορά διατυπώνοντας γνώμη για τις, κατά την κρίση του, ενδεδειγμένες μεθόδους για τη βελτίωση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού.
Άρθρο 537
Διαχείριση προβλημάτων υπερχρέωσης και οικονομικής βιωσιμότητας
- Αν το Παρατηρητήριο του άρθρου 535 διαπιστώσει με οποιονδήποτε τρόπο για φορέα της παρ. 1 του ίδιου άρθρου ότι τα χρηματικά διαθέσιμα έναρξης και τα εκτιμώμενα έσοδα του προϋπολογισμού δεν επαρκούν για τη χρηματοδότηση των υποχρεωτικών του δαπανών ή ότι έχει καταρτίσει προϋπολογισμό με υπερεκτιμημένα έσοδα ή ότι έχει συσσωρεύσει εκκρεμείς υποχρεώσεις καθ’ υπέρβαση των διαθέσιμων οικονομικών πόρων, ζητεί από τον προϊστάμενο οικονομικών υπηρεσιών του φορέα τη σύνταξη έκθεσης αξιολόγησης της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης αυτού, σε προθεσμία που αυτό ορίζει.
- Στην έκθεση καταγράφονται αναλυτικά:
α) το ύψος των χρηματικών διαθεσίμων του φορέα,
β) το ύψος των απαιτήσεων του φορέα με διακριτή αναφορά στο επισφαλές και το επίδικο μέρος αυτών,
γ) το ύψος των απλήρωτων υποχρεώσεων, με διακριτή αναφορά στις εκκρεμείς, στις ληξιπρόθεσμες και στις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις,
δ) ο συνολικός δανεισμός, το ανεξόφλητο κεφάλαιο και το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης της δημόσιας πίστης, καθώς και τυχόν εγγυήσεις που έχει παραχωρήσει ο δήμος ή η περιφέρεια για τη συνομολόγηση δανείων και για ρυθμίσεις οφειλών από νομικά τους πρόσωπα,
ε) οι υποχρεώσεις και απαιτήσεις που δύναται να προκύψουν από δίκες που βρίσκονται σε εξέλιξη και από τυχόν αναδοχή οφειλών νομικών τους προσώπων,
στ) εκτίμηση της δυνατότητας εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων,
ζ) το ύψος του χρηματοδοτικού κενού,
η) καταγραφή των μέτρων που έχουν ληφθεί από τον φορέα για την αντιμετώπιση του προβλήματος, και
θ) οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κρίνεται από το Παρατηρητήριο ή από τον φορέα αναγκαίο να αξιολογηθεί.
- Το Παρατηρητήριο αξιολογεί την παραπάνω έκθεση και εφόσον κρίνει ότι οι διαπιστώσεις της παρ. 1 εξακολουθούν να υφίστανται, ενημερώνει σχετικά τον οικείο φορέα και τον Υπουργό Εσωτερικών.
- Ο φορέας, προκειμένου να καταστεί δυνατή η χρηματοδότησή του από τον Λογαριασμό Οικονομικής Ενίσχυσης Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) του άρθρου 538, περί λογαριασμού οικονομικής ενίσχυσης οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, για μέρος του χρηματοδοτικού κενού, το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί με συνομολόγηση δανείου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 439, περί σκοπών και προϋποθέσεων δανεισμού, με απόφαση του οικείου δημοτικού, περιφερειακού ή διοικητικού συμβουλίου, αντίστοιχα, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, προτείνει και πραγματοποιεί τις αναγκαίες παρεμβάσεις για τον εξορθολογισμό της οικονομικής του διαχείρισης. Η απόφαση αποστέλλεται υποχρεωτικά στην Υπηρεσία Γενικής Εποπτείας Ο.Τ.Α. για έλεγχο νομιμότητας και κοινοποιείται στο Παρατηρητήριο και στον Υπουργό Εσωτερικών.
- Το Παρατηρητήριο αξιολογεί την αποτελεσματικότητα του σχεδίου εξορθολογισμού της οικονομικής διαχείρισης της παρ. 4 και αν οι αναγκαίες παρεμβάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτό κρίνονται ανεπαρκείς, ενημερώνει τον φορέα, προκειμένου να προβεί σε τροποποίηση ή συμπλήρωσή του. Για την οριστική αξιολόγηση συντάσσεται από το Παρατηρητήριο έκθεση, η οποία υποβάλλεται στον φορέα και στον Υπουργό Εσωτερικών.
- Ο Υπουργός Εσωτερικών δύναται να ζητήσει νέα έκθεση αξιολόγησης από το Παρατηρητήριο, εφόσον διαπιστώσει ότι υπάρχουν στοιχεία, όπως ιδιαίτερες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της περιοχής, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτό κατά την αρχική αξιολόγηση.
- Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το παρόν, τα υπαίτια αιρετά όργανα, καθώς και οι υπάλληλοι των φορέων υπέχουν αστική και πειθαρχική ευθύνη για σοβαρή παράβαση καθήκοντος.
Άρθρο 538
Λογαριασμός Οικονομικής Ενίσχυσης Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης
- Στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τηρείται λογαριασμός, για τη χρηματοδότηση και την ενίσχυση των φορέων της παρ. 1 του άρθρου 535, οι οποίοι εφαρμόζουν σχέδιο εξορθολογισμού της οικονομικής τους διαχείρισης κατά το άρθρο 537, περί διαχείρισης προβλημάτων υπερχρέωσης και οικονομικής βιωσιμότητας, με την ονομασία «Λογαριασμός Οικονομικής Ενίσχυσης Ο.Τ.Α.» (Λογαριασμός), τον οποίο διαχειρίζεται η Διεύθυνση Οικονομικής και Αναπτυξιακής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών.
- Ο Λογαριασμός χρηματοδοτείται σε ετήσια βάση από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (Κ.Α.Π.) και συγκεκριμένα σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί αυτών που αποδίδονται στους δήμους και τις περιφέρειες και εφόσον κριθεί απολύτως αναγκαίο, με χρηματοδότηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, πέραν αυτής που προορίζεται για την ενίσχυση των Κ.Α.Π. και ανάλογα με τις δυνατότητες αυτού.
- Ο Λογαριασμός είναι έντοκος και οι τόκοι του πιστώνονται κάθε ημερολογιακό εξάμηνο. Το επιτόκιο κατάθεσης είναι κυμαινόμενο για κάθε εξάμηνο και αντιστοιχεί με το ποσοστό της απόδοσης του «Κοινού Κεφαλαίου Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Ασφαλιστικών Φορέων», το οποίο διαχειρίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως αυτό διαμορφώνεται κάθε φορά κατά την τελευταία διαχειριστική χρήση του. Για τα ποσά που κινούνται μέσω του Λογαριασμού, ο δικαιούχος φορέας επιβαρύνεται μόνο με τα έξοδα ηλεκτρονικής μεταφοράς προς τον λογαριασμό του και με το λειτουργικό κόστος του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.
Άρθρο 539
Προγραμματική συμφωνία οικονομικής υποστήριξης
- Για τη χρηματοδότηση των φορέων που εφαρμόζουν σχέδιο εξορθολογισμού της οικονομικής τους διαχείρισης κατά το άρθρο 537, περί διαχείρισης προβλημάτων υπερχρέωσης και οικονομικής βιωσιμότητας, από τον Λογαριασμό Οικονομικής Ενίσχυσης Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του άρθρου 538, συνάπτεται μεταξύ του Υπουργού Εσωτερικών και του οικείου φορέα Προγραμματική Συμφωνία Οικονομικής Υποστήριξης (Προγραμματική Συμφωνία), υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί, με απόφαση του οικείου δημοτικού, περιφερειακού ή διοικητικού συμβουλίου, η διαδικασία προσφυγής του ενδιαφερόμενου φορέα σε δανεισμό της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 439, περί σκοπών και προϋποθέσεων δανεισμού.
- Στην Προγραμματική Συμφωνία ορίζονται ο σκοπός και το αντικείμενο αυτής, οι προϋποθέσεις και η ροή της χρηματοδότησης, η διάρκεια και το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο μερών.
- Το Παρατηρητήριο του άρθρου 535 είναι το αρμόδιο όργανο για την παρακολούθηση της εφαρμογής της Προγραμματικής Συμφωνίας, στην οποία καθορίζονται η διαδικασία της παρακολούθησης, καθώς και οι ειδικότερες αρμοδιότητες αυτού.
- Οι Προγραμματικές Συμφωνίες της παρ. 1 αναρτώνται υποχρεωτικά, με ποινή ακυρότητας, στον ιστότοπο του προγράμματος «Διαύγεια» του Υπουργείου Εσωτερικών και του οικείου φορέα και δεν υπόκεινται σε προσυμβατικό έλεγχο.
Άρθρο 540
Μηχανισμός αποτροπής συσσώρευσης ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τρίτους από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης
- Στον δεσμευμένο τομέα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, συστήνεται άτοκος και ακατάσχετος λογαριασμός με την ονομασία «Ειδικός λογαριασμός κάλυψης ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τρίτους» για κάθε δήμο και περιφέρεια, ο οποίος χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις που οι δήμοι και οι περιφέρειες συσσωρεύουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, σύμφωνα με το άρθρο 8 του π.δ. 80/2016 (Α΄145), περί του τρόπου τήρησης Μητρώου Δεσμεύσεων.
- Εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη κάθε ημερολογιακού τριμήνου, ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών εκάστου δήμου και περιφέρειας:
α) υποβάλλει στο Υπουργείο Εσωτερικών αναλυτική κατάσταση με τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς τρίτους κατά την τελευταία ημέρα του τριμήνου. Στην κατάσταση παρατίθενται ανά παραστατικό δαπάνης κατ’ ελάχιστον τα στοιχεία που προβλέπεται να τηρούνται στο Μητρώο Δεσμεύσεων και οι λόγοι μη εξόφλησης και
β) καταθέτει στον ειδικό λογαριασμό της παρ. 1 το χρηματικό ποσό που απαιτείται, προκειμένου το υπόλοιπο του λογαριασμού να καλύπτει το σύνολο των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του δήμου και της περιφέρειας προς τρίτους, εξαιρουμένων των δαπανών που δεν έχουν εξοφληθεί με υπαιτιότητα των δικαιούχων ή είναι ενταγμένες σε ειδικά προγράμματα και εκκρεμεί η εκταμίευση χρηματοδότησης από τον αρμόδιο φορέα ή έχουν εξοφληθεί και εκκρεμεί η λογιστική τακτοποίησή τους ή έχουν νομίμως πραγματοποιηθεί και τελούν υπό δικαστική διεκδίκηση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές τεκμηριώνονται επαρκώς σύμφωνα με τις εκάστοτε οδηγίες του Υπουργείου Εσωτερικών.
- Εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήξη του τριμήνου, το Υπουργείο Εσωτερικών ελέγχει το ισοζύγιο του υπολοίπου του ειδικού λογαριασμού και των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δήμου και της περιφέρειας προς τρίτους κατά την τελευταία ημέρα του τριμήνου, εξαιρουμένων των δαπανών της περ. β) της παρ. 2. Όταν το ισοζύγιο είναι αρνητικό, τότε το έλλειμμα καλύπτεται με ισόποση παρακράτηση από την επόμενη μηνιαία επιχορήγηση μέσω των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (Κ.Α.Π.) προς τον δήμο ή την περιφέρεια αντίστοιχα, για λειτουργικές και λοιπές γενικές δαπάνες. Το παρακρατούμενο ποσό κατατίθεται στον ειδικό λογαριασμό προς αποκατάσταση του ισοζυγίου και προς εξόφληση των απαιτήσεων των δικαιούχων που περιλαμβάνονται στην κατάσταση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων. Το ποσό που παρακρατείται δεν μπορεί να υπερβαίνει το τριάντα τοις εκατό (30%) του ενός δωδεκάτου (1/12) της ετήσιας τακτικής επιχορήγησης που δικαιούται ο δήμος και η περιφέρεια, αντίστοιχα, για λειτουργικές και λοιπές γενικές δαπάνες μέσω των Κ.Α.Π. Όταν από τον έλεγχο προκύπτει θετικό ισοζύγιο, το ποσό του πλεονάσματος αποδεσμεύεται από τον ειδικό λογαριασμό και, με εντολή της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, μεταφέρεται στον τραπεζικό λογαριασμό του δήμου ή της περιφέρειας αντίστοιχα, που τηρείται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή στην Τράπεζα της Ελλάδος.
- Ο έλεγχος της παρ. 3 πραγματοποιείται με βάση τα στοιχεία της κατάστασης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, τα στοιχεία που τηρούνται στον Κόμβο Οικονομικής Πληροφόρησης Τοπικής Αυτοδιοίκησης του άρθρου 534 και τα στοιχεία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων αναφορικά με τα υπόλοιπα των ειδικών λογαριασμών κάλυψης των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τρίτους. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της κατάστασης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, ο έλεγχος πραγματοποιείται αποκλειστικά με βάση τα υπόλοιπα στοιχεία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εξαιρέσεις της περ. β) της παρ. 2, και το ανώτατο ποσοστό παρακράτησης της παρ. 3 αυξάνεται σε πενήντα τοις εκατό (50%).
- Κάθε δήμος και περιφέρεια έχουν πρόσβαση στα ποσά του ειδικού λογαριασμού μόνο για την πληρωμή των παραστατικών που περιλαμβάνονται στην κατάσταση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων. Η εξόφληση των δικαιούχων μέσω του ειδικού λογαριασμού του δήμου ή της περιφέρειας πραγματοποιείται με εντολή αυτού προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για απευθείας καταβολή των οφειλόμενων ποσών στους λογαριασμούς που τηρούν οι δικαιούχοι σε πιστωτικά ιδρύματα, μέχρι την εξάντληση του υπολοίπου του λογαριασμού. Κατά την εξόφληση των δικαιούχων, ο δήμος και η περιφέρεια επιβαρύνονται μόνο με τα έξοδα ηλεκτρονικής μεταφοράς προς τους λογαριασμούς των δικαιούχων και με το λειτουργικό κόστος του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.
- Με ευθύνη του προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών, τηρείται υποχρεωτικά στον δήμο και στην περιφέρεια αρχείο με τα αντίγραφα των καταστάσεων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της παρ. 2, των εντολών εξόφλησης μέσω του ειδικού λογαριασμού και των καταστάσεων κίνησης του ειδικού λογαριασμού του φορέα. Το αρχείο τίθεται στη διάθεση οποιουδήποτε ελεγκτικού οργάνου, του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και του Υπουργείου Εσωτερικών.
- Με ευθύνη της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, δημοσιεύεται σε τριμηνιαία βάση στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών σύνοψη των στοιχείων διαθεσίμων, απλήρωτων, εκκρεμών και ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς τρίτους ανά δήμο και περιφέρεια και ανά νομικό πρόσωπο, καθώς και των παρακρατηθέντων ποσών για την εξασφάλιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τρίτους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ
Άρθρο 541
Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
- Για τη χάραξη αποτελεσματικών και στοχευμένων πολιτικών για την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και για την παρακολούθηση των επιδόσεων των δήμων, των περιφερειών και των νομικών προσώπων του άρθρου 186, περί ορισμών, λειτουργεί στο Υπουργείο Εσωτερικών διαδικτυακός Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Κόμβος Επιδόσεων) στον ηλεκτρονικό σύνδεσμο «deiktesOTA.gov.gr», στον οποίο:
α) συλλέγονται ανωνυμοποιημένα στοιχεία που αφορούν στην οικονομική και διοικητική λειτουργία και δραστηριότητα των φορέων της παρούσας, σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα και
β) δημοσιεύονται, κατόπιν επεξεργασίας, δείκτες μέτρησης και αξιολόγησης των επιδόσεών τους.
- Τα στοιχεία των φορέων της παρ. 1 υποβάλλονται στον Κόμβο Επιδόσεων σε ενοποιημένη βάση με ευθύνη του γενικού γραμματέα του δήμου ή του εκτελεστικού γραμματέα της περιφέρειας, σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργείου Εσωτερικών.
Σε περίπτωση έλλειψης γενικού ή εκτελεστικού γραμματέα, τα στοιχεία αποστέλλονται με ευθύνη του προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών ή του ασκούντος χρέη προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών. Με απόφαση του δημάρχου ή του περιφερειάρχη, αντίστοιχα, δύναται να αποφασίζονται η απαλλαγή του προσώπου του δεύτερου εδαφίου και η ανάθεση της αρμοδιότητας σε αντιδήμαρχο ή αντιπεριφερειάρχη ή σε προϊστάμενο άλλης οργανικής μονάδας ανώτατου επιπέδου.
Για τους συνδέσμους δήμων και περιφερειών και τους Φορείς Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (Φο.Δ.Σ.Α.), αρμόδιος για τη συγκέντρωση και αποστολή των στοιχείων είναι ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, ο οποίος δύναται να εκχωρήσει την αρμοδιότητα σε αρμόδιο προϊστάμενο οργανικής μονάδας.
- Τα πρόσωπα της παρ. 2 φέρουν την ευθύνη για την ακρίβεια, την εγκυρότητα και την έγκαιρη αποστολή αυτών των στοιχείων, καθώς και για την αντίστοιχη ενημέρωση των βάσεων δεδομένων της απόφασης της παρ. 8 του άρθρου 543, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, για τις οποίες υφίσταται υποχρέωση υποβολής στοιχείων από τους φορείς ευθύνης τους.
- Με μέριμνα των προσώπων της παρ. 2, στους φορείς τηρείται υποχρεωτικά ηλεκτρονικός φάκελος τεκμηρίωσης των υποβαλλόμενων στοιχείων στον Κόμβο Επιδόσεων. Ο έλεγχος εγκυρότητας των στοιχείων, σύμφωνα με τον φάκελο τεκμηρίωσης και τις ειδικότερες οδηγίες του Υπουργείου Εσωτερικών, εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) των υπόχρεων φορέων και ολοκληρώνεται εντός τριάντα (30) ημερών από την ολοκλήρωση της υποβολής των ετήσιων στοιχείων. Τα αποτελέσματα των ελέγχων ενσωματώνονται στον Κόμβο Επιδόσεων με ευθύνη του προϊσταμένου ή του υπευθύνου της αρμόδιας Μ.Ε.Ε. και λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση των στοιχείων και κατά την έκδοση της απόφασης της παρ. 11 του άρθρου 543.
- Εντός δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης της παρ. 9 του άρθρου 543 αναρτώνται στην πλατφόρμα «deiktesOTA.gov.gr» τα πρότυπα ερωτηματολόγια υποβολής στοιχείων, με ενσωματωμένες τις οδηγίες συμπλήρωσής τους και το ενδεικτικό περιεχόμενο του ηλεκτρονικού φακέλου τεκμηρίωσης και παρέχονται οι απαιτούμενες οδηγίες στα πρόσωπα της παρ. 2 αναφορικά με τον χρόνο και τον τρόπο ενημέρωσης του Κόμβου Επιδόσεων.
- Οι δείκτες μέτρησης και αξιολόγησης επιδόσεων των δήμων, των περιφερειών και των νομικών τους προσώπων υπολογίζονται και δημοσιεύονται στην πλατφόρμα «deiktesOTA.gov.gr» σε ετήσια βάση, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ολοκλήρωση του έτους αναφοράς. Στην πλατφόρμα δημοσιεύεται υποχρεωτικά και η μεθοδολογία υπολογισμού των δεικτών.
- Τα υποβαλλόμενα στοιχεία στον Κόμβο Επιδόσεων είναι διαθέσιμα ως ανοικτά δεδομένα που δημοσιοποιούνται στον ηλεκτρονικό σύνδεσμο «data.gov.gr» με βάση τις απαιτήσεις του άρθρου 63 του ν. 4727/2020 (Α΄184), περί διαθέσιμων μορφότυπων, εντός δύο (2) μηνών από την ολοκλήρωση της δημοσίευσης των δεικτών στην πλατφόρμα «deiktesOTA.gov.gr».
- Η συλλογή των στοιχείων της παρ. 1 γίνεται σε συμμόρφωση με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, L 119) και τον ν. 4624/2019 (Α΄137).
Άρθρο 542
Βραβεία επιδόσεων
- 1. Στους δήμους και τις περιφέρειες που έχουν επιδείξει τη μεγαλύτερη βελτίωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος συνολικά ή σε επιμέρους δείκτες του άρθρου 541, περί κόμβου παρακολούθησης επιδόσεων τοπικής αυτοδιοίκησης, δύναται να απονέμονται ετήσια βραβεία.
- Τα βραβεία της παρ. 1 δύνανται να συνοδεύονται από χρηματικό έπαθλο, το συνολικό ύψος των οποίων δύναται να ανέλθει σε ποσοστό μέχρι πέντε τοις χιλίοις (5‰) επί του συνολικού ετήσιου ύψους των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (Κ.Α.Π.) των δήμων και των περιφερειών αντίστοιχα.
- Τα ποσά των επάθλων εντάσσονται στον προγραμματισμό του Υπουργείου Εσωτερικών αναφορικά με την κατανομή και την απόδοση των Κ.Α.Π. του επόμενου οικονομικού έτους.
- Ποσοστό μέχρι ένα τοις εκατό (1%) του χρηματικού επάθλου της παρ. 2 εγγράφεται στον προϋπολογισμό εξόδων για παροχές προσωπικού του επόμενου οικονομικού έτους του δήμου και της περιφέρειας προκειμένου να αποδοθεί στα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 541, και στους υπαλλήλους που συνέβαλλαν στην πραγματοποίηση ή στη βελτίωση των επιδόσεων. Το ύψος της ανταμοιβής ανά δικαιούχο καθορίζεται με απόφαση του δημάρχου και του περιφερειάρχη και η σχετική δαπάνη εκκαθαρίζεται και αποδίδεται στους δικαιούχους εντός τριών (3) μηνών από την καταβολή του επάθλου στον φορέα. Η ανταμοιβή ανά δικαιούχο, δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 4354/2015 (Α΄176) και του άρθρου 155 του ν. 4472/2017 (Α΄74), δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαπέντε τοις εκατό (15%) του αθροίσματος του ετήσιου βασικού μισθού και του επιδόματος θέσης ευθύνης και υπόκειται στις ασφαλιστικές εισφορές και τις λοιπές κρατήσεις των πρόσθετων αποδοχών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Δ΄
Άρθρο 543
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
- Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζονται το περιεχόμενο και ο τύπος των στοιχείων, ο χρόνος και η συχνότητα ενημέρωσης ανά κατηγορία φορέα και ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικά με τους υπόχρεους ενημέρωσης του Κόμβου Οικονομικής Πληροφόρησης Τοπικής Αυτοδιοίκησης του άρθρου 534.
- Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζονται ο τρόπος λειτουργίας του Κόμβου Οικονομικής Πληροφόρησης Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο τρόπος διάθεσης των στοιχείων από τους υπόχρεους και δύναται να καθορίζονται τα ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία της εφαρμογής, η είσοδος, ταυτοποίηση και αυθεντικοποίηση των χρηστών, οι απαιτούμενες διαλειτουργικότητες με άλλα πληροφοριακά συστήματα ή μητρώα του δημοσίου τομέα, τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την ασφάλεια της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 534.
- Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται αποζημίωση για τον πρόεδρο, τα μέλη και τους γραμματείς, του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του άρθρου 535, η οποία βαρύνει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών.
- Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται ζητήματα λειτουργίας του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθορίζονται τα κριτήρια αξιολόγησης των σχεδίων προϋπολογισμού των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) για την παροχή γνώμης από αυτό, το ακριβές περιεχόμενο του Πίνακα Οικονομικής Στοχοθεσίας, η μεθοδολογία ελέγχου επίτευξης των στόχων, τα κριτήρια προσδιορισμού των ουσιωδών δυσμενών αποκλίσεων και κάθε σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 536, περί παρακολούθησης εκτέλεσης προϋπολογισμών από το Παρατηρητήριο. Με την ίδια απόφαση δύναται να ρυθμίζεται κάθε απαραίτητο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 537, περί διαχείρισης προβλημάτων υπερχρέωσης και οικονομικής βιωσιμότητας.
- Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται έως τον Νοέμβριο κάθε έτους και ισχύει για το επόμενο οικονομικό έτος, ύστερα από εισήγηση του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και αφού ληφθεί υπόψη το πιστωτικό υπόλοιπο του Λογαριασμού Οικονομικής Ενίσχυσης Ο.Τ.Α. του άρθρου 538, δύναται να διαφοροποιείται συνολικά ή ανά βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης το ποσοστό της παρ. 2 του ως άνω άρθρου.
- Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα λειτουργίας του Λογαριασμού Οικονομικής Ενίσχυσης Ο.Τ.Α., καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 538.
- Από τα χρηματικά διαθέσιμα του Λογαριασμού Οικονομικής Ενίσχυσης Ο.Τ.Α του άρθρου 538, όπως αυτά εμφανίζονται στην έναρξη κάθε έτους και σε ποσοστό που δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά το είκοσι τοις εκατό (20%) αυτών, δύναται, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, να παρέχονται σε δήμους οικονομικές ενισχύσεις για την κάλυψη εξαιρετικά επειγουσών αναγκών, οι οποίες προκύπτουν λόγω επέλευσης έκτακτων και απρόβλεπτων γεγονότων, περιστάσεων και φαινομένων. Η απόφαση του πρώτου εδαφίου εκδίδεται κατόπιν τεκμηριωμένου αιτήματος του οικείου δημοτικού συμβουλίου.
- Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών ή των Προέδρων και Διοικητών Ανεξάρτητων Αρχών, δύνανται να συμπεριλαμβάνονται στα στοιχεία του Κόμβου Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης του άρθρου 541, και δεδομένα από βάσεις δεδομένων του δημόσιου τομέα, εφόσον έχουν γεωγραφική αναφορά σε επίπεδο ταχυδρομικού κώδικα ή δημοτικής κοινότητας ή δήμου ή περιφερειακής ενότητας ή περιφέρειας και ρυθμίζεται κάθε απαραίτητο ζήτημα για τον τρόπο και τη συχνότητα διάθεσης των δεδομένων του Κόμβου του ανωτέρω άρθρου.
- Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία εκδίδεται μέχρι το τέλος Μαΐου εκάστου έτους, ύστερα από γνώμη της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (Κ.Ε.Δ.Ε.) και της Ένωσης Περιφερειών (ΕΝ.ΠΕ.), καθορίζονται το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων στοιχείων και οι δείκτες μέτρησης και αξιολόγησης επιδόσεων για το έτος. Το περιεχόμενο των δεικτών βασίζεται στα υποβαλλόμενα στοιχεία της απόφασης του πρώτου εδαφίου και στα στοιχεία των αποφάσεων διάθεσης δεδομένων των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 8 του παρόντος, με τις οποίες ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα του Κόμβου Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης του άρθρου 541.
- Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζονται ο τρόπος λειτουργίας του Κόμβου Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης του άρθρου 541, ο τρόπος αποστολής των στοιχείων από τους υπόχρεους, ο τρόπος διάθεσης δεδομένων, και δύναται να καθορίζονται τα ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία της εφαρμογής, η είσοδος, ταυτοποίηση και αυθεντικοποίηση των χρηστών, οι απαιτούμενες διαλειτουργικότητες με άλλα πληροφοριακά συστήματα ή μητρώα του δημοσίου τομέα, τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την ασφάλεια της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου.
- Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία εκδίδεται μέχρι το τέλος Ιουνίου εκάστου έτους, ύστερα από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Ε. και της ΕΝ.ΠΕ., αντίστοιχα, δύναται να απονέμονται τα βραβεία επιδόσεων της παρ. 1 του άρθρου 542. Η απόφαση της παρούσας αφορά στις επιδόσεις των φορέων κατά το προηγούμενο έτος. Σε αυτήν αναφέρονται υποχρεωτικά τα κριτήρια που έχουν ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό των φορέων στους οποίους απονέμονται τα βραβεία επιδόσεων.




Άρθρο 541. Οι προβλέψεις του άρθρου για την υποχρεωτική ένταξη του ελέγχου εγκυρότητας των στοιχείων του Κόμβου Επιδόσεων στο ετήσιο πρόγραμμα των ΜΕΕ, εγείρουν σοβαρά ζητήματα θεσμικής συμβατότητας, λειτουργικής ανεξαρτησίας και πρακτικής εφαρμοσιμότητας.
Η διάταξη αναθέτει στη ΜΕΕ την υποχρέωση να ελέγξει την «εγκυρότητα» στοιχείων που προέρχονται από πολλούς και διαφορετικούς τομείς λειτουργίας ενός Ο.Τ.Α., οικονομικούς, διοικητικούς, επιχειρησιακούς και οργανωτικούς. Τα στοιχεία αυτά δεν παράγονται από τη ΜΕΕ, αλλά από τις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες, οι οποίες τα συγκεντρώνουν, τα τεκμηριώνουν και τα βεβαιώνουν με δική τους ευθύνη. Συνεπώς, η ευθύνη ακρίβειας, πληρότητας, εγκυρότητας και έγκαιρης αποστολής των στοιχείων πρέπει να παραμένει στα διοικητικά όργανα και στις υπηρεσίες που τα παράγουν, τα ελέγχουν και τα υποβάλλουν.
Η ΜΕΕ δεν μπορεί να υποκαταστήσει το σύνολο των υπηρεσιών του φορέα στην ουσιαστική επαλήθευση κάθε επιμέρους δεδομένου. Για να ελεγχθεί πραγματικά η εγκυρότητα ενός τόσο μεγάλου και πολυδιάστατου όγκου στοιχείων, θα απαιτούνταν εκτεταμένος έλεγχος σε βάθος, ανά υπηρεσιακό τομέα, ανά πηγή δεδομένων, ανά πληροφοριακό σύστημα και ανά φάκελο τεκμηρίωσης. Τέτοιος έλεγχος δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ουσιαστικά εντός τριάντα ημερών από την υποβολή των ετήσιων στοιχείων, ιδίως σε Ο.Τ.Α. όπου οι ΜΕΕ είναι συχνά μονοπρόσωπες ή υποστελεχωμένες.
Στην πράξη, η ΜΕΕ μπορεί να εξετάσει εάν τηρείται ηλεκτρονικός φάκελος τεκμηρίωσης, εάν υπάρχουν απαντήσεις, παραστατικά ή λοιπά υποστηρικτικά στοιχεία και εάν έχει ακολουθηθεί μια βασική διαδικασία συλλογής και υποβολής. Δεν μπορεί όμως να βεβαιώσει καθολικά την ουσιαστική ορθότητα, ακρίβεια και εγκυρότητα κάθε απάντησης ή κάθε αριθμητικού ή ποιοτικού δεδομένου που έχει παραχθεί από άλλες υπηρεσίες. Η διάταξη, όπως είναι διατυπωμένη, δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ότι ο εσωτερικός έλεγχος μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός καθολικής πιστοποίησης των στοιχείων του Κόμβου, κάτι που δεν ανταποκρίνεται ούτε στη φύση ούτε στη μεθοδολογία του.
Επιπλέον, η διατύπωση αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως επιχειρησιακό άλλοθι για τους υπηρεσιακούς παράγοντες που έχουν την πραγματική ευθύνη παραγωγής, τεκμηρίωσης, ελέγχου και υποβολής των στοιχείων. Εφόσον δημιουργείται η εντύπωση ότι τα στοιχεία έχουν «εγκριθεί» ή «πιστοποιηθεί» από τη ΜΕΕ, υπάρχει κίνδυνος να αμβλυνθεί η ευθύνη των αρμοδίων υπηρεσιών και να προκληθούν παρερμηνείες στο εσωτερικό πλαίσιο λειτουργίας του φορέα. Ο εσωτερικός έλεγχος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως τελικό σφράγισμα νομιμοποίησης ούτε ως υποκατάστατο της υπηρεσιακής ευθύνης για την ορθότητα των υποβαλλόμενων δεδομένων.
Ο εσωτερικός έλεγχος, κατά τον ν. 4795/2021, αποτελεί ανεξάρτητη λειτουργία παροχής διαβεβαιωτικών και συμβουλευτικών έργων, ενταγμένη στο Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου και στις γραμμές ρόλων του φορέα. Η υποχρεωτική επιβολή συγκεκριμένου ελέγχου, με οριζόντιο χαρακτήρα και ασφυκτική προθεσμία, περιορίζει την κατάρτιση του ετήσιου προγράμματος βάσει αξιολόγησης κινδύνων, διαθέσιμων πόρων και πραγματικών προτεραιοτήτων του φορέα.
Η επαλήθευση της ορθότητας των στοιχείων που καταχωρίζονται στον Κόμβο αποτελεί κατά βάση επιχειρησιακή και διοικητική λειτουργία. Ανήκει στις υπηρεσίες που παράγουν τα δεδομένα, στους προϊσταμένους που τα ελέγχουν και στα πρόσωπα που, σύμφωνα με το ίδιο το άρθρο, φέρουν την ευθύνη για την ακρίβεια, την εγκυρότητα και την έγκαιρη αποστολή τους. Η ανάθεση αυτής της διαδικασίας στη ΜΕΕ, έστω και με τη μορφή «ελέγχου εγκυρότητας», μεταφέρει σε αυτήν έργο που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων και όχι στην τρίτη γραμμή ανεξάρτητης διαβεβαίωσης.
Ιδιαίτερη επιφύλαξη προκαλεί και η πρόβλεψη ότι τα αποτελέσματα των ελέγχων ενσωματώνονται στον Κόμβο Επιδόσεων με ευθύνη του Προϊσταμένου ή Υπευθύνου της αρμόδιας ΜΕΕ. Η ΜΕΕ έχει την ευθύνη σύνταξης της έκθεσης ή αναφοράς ελέγχου, σύμφωνα με τη μεθοδολογία του εσωτερικού ελέγχου και το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Η υποχρεωτική ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων της στον Κόμβο Επιδόσεων, ως στοιχείο αξιολόγησης των υποβαλλόμενων δεδομένων, μεταβάλλει τον χαρακτήρα της έκθεσης εσωτερικού ελέγχου και την εντάσσει σε διαδικασία διοικητικής επικύρωσης και εξωτερικής αξιολόγησης στοιχείων. Αυτό δεν συνάδει με τον θεσμικό ρόλο της ΜΕΕ.
Η ΜΕΕ μπορεί, εφόσον αυτό προκύπτει από την αξιολόγηση κινδύνων και τον ετήσιο προγραμματισμό της, να εξετάσει την επάρκεια της διαδικασίας συλλογής, τεκμηρίωσης, έγκρισης και υποβολής των στοιχείων στον Κόμβο. Μπορεί να αξιολογήσει τις δικλίδες ελέγχου, να εντοπίσει αδυναμίες και να εισηγηθεί βελτιώσεις. Δεν μπορεί όμως να μετατραπεί σε πάγιο και υποχρεωτικό μηχανισμό διοικητικής επικύρωσης της εγκυρότητας των στοιχείων.
Η εμπλοκή αυτή δημιουργεί και κίνδυνο σύγκρουσης ρόλων. Εάν η ΜΕΕ υποχρεώνεται κάθε έτος να επαληθεύει την εγκυρότητα των στοιχείων του Κόμβου, ενδέχεται σε μεταγενέστερο ελεγκτικό έργο να κληθεί να αξιολογήσει τις ίδιες διαδικασίες και τα ίδια στοιχεία, για τα οποία προηγουμένως της είχε ανατεθεί ρόλος υποχρεωτικής επαλήθευσης, χωρίς να έχει την επιχειρησιακή ευθύνη παραγωγής ή υποβολής τους. Με τον τρόπο αυτό πλήττεται η αντικειμενικότητα του εσωτερικού ελεγκτή και αποδυναμώνεται η αξιοπιστία των μελλοντικών ελεγκτικών συμπερασμάτων.
Τα ανωτέρω ζητήματα έχουν ήδη αναδειχθεί στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών Ο.Τ.Α., με θέμα τον έλεγχο ορθότητας των στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων Ο.Τ.Α. Στην επιστολή αυτή διατυπώθηκαν αναλυτικά οι θεσμικές, μεθοδολογικές και πρακτικές ενστάσεις ως προς την ανάθεση της συγκεκριμένης υποχρέωσης στις ΜΕΕ. Οι επισημάνσεις αυτές παραμένουν απολύτως επίκαιρες και ισχύουν και ως προς την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 541.
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη σοβαρότερο στους Ο.Τ.Α., όπου οι ΜΕΕ είναι συχνά μονοπρόσωπες ή υποστελεχωμένες. Η επιβάρυνσή τους με υποχρεωτικούς, επαναλαμβανόμενους και ασφυκτικά χρονικά προσδιορισμένους ελέγχους διοικητικών δεδομένων περιορίζει τη δυνατότητά τους να ασκήσουν ουσιαστικό, ανεξάρτητο και βασισμένο σε κινδύνους εσωτερικό έλεγχο σε κρίσιμες λειτουργίες του φορέα.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο:
«εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)»
με τη φράση:
«δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο, εφόσον αυτό προκύπτει από την αξιολόγηση κινδύνων, τον ετήσιο προγραμματισμό της ΜΕΕ και τις διαθέσιμες ελεγκτικές δυνατότητες του φορέα».
Με την αναδιατύπωση αυτή διασφαλίζεται ότι η ΜΕΕ δεν μετατρέπεται σε πάγιο μηχανισμό διοικητικής επικύρωσης στοιχείων του Κόμβου Επιδόσεων, ούτε παρέχει επιχειρησιακό άλλοθι για την ορθότητα δεδομένων που παράγονται και βεβαιώνονται από άλλες υπηρεσίες, αλλά διατηρεί τον θεσμικό της ρόλο ως ανεξάρτητη λειτουργία διαβεβαίωσης και συμβουλευτικής υποστήριξης, σύμφωνα με τον ν. 4795/2021 και τη διεθνή ελεγκτική πρακτική.
Άρθρο 541. Οι προβλέψεις του άρθρου για την υποχρεωτική ένταξη του ελέγχου εγκυρότητας των στοιχείων του Κόμβου Επιδόσεων στο ετήσιο πρόγραμμα των ΜΕΕ, εγείρουν σοβαρά ζητήματα θεσμικής συμβατότητας, λειτουργικής ανεξαρτησίας και πρακτικής εφαρμοσιμότητας.
Η διάταξη αναθέτει στη ΜΕΕ την υποχρέωση να ελέγξει την «εγκυρότητα» στοιχείων που προέρχονται από πολλούς και διαφορετικούς τομείς λειτουργίας ενός Ο.Τ.Α., οικονομικούς, διοικητικούς, επιχειρησιακούς και οργανωτικούς. Τα στοιχεία αυτά δεν παράγονται από τη ΜΕΕ, αλλά από τις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες, οι οποίες τα συγκεντρώνουν, τα τεκμηριώνουν και τα βεβαιώνουν με δική τους ευθύνη. Συνεπώς, η ευθύνη ακρίβειας, πληρότητας, εγκυρότητας και έγκαιρης αποστολής των στοιχείων πρέπει να παραμένει στα διοικητικά όργανα και στις υπηρεσίες που τα παράγουν, τα ελέγχουν και τα υποβάλλουν.
Η ΜΕΕ δεν μπορεί να υποκαταστήσει το σύνολο των υπηρεσιών του φορέα στην ουσιαστική επαλήθευση κάθε επιμέρους δεδομένου. Για να ελεγχθεί πραγματικά η εγκυρότητα ενός τόσο μεγάλου και πολυδιάστατου όγκου στοιχείων, θα απαιτούνταν εκτεταμένος έλεγχος σε βάθος, ανά υπηρεσιακό τομέα, ανά πηγή δεδομένων, ανά πληροφοριακό σύστημα και ανά φάκελο τεκμηρίωσης. Τέτοιος έλεγχος δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ουσιαστικά εντός τριάντα ημερών από την υποβολή των ετήσιων στοιχείων, ιδίως σε Ο.Τ.Α. όπου οι ΜΕΕ είναι συχνά μονοπρόσωπες ή υποστελεχωμένες.
Στην πράξη, η ΜΕΕ μπορεί να εξετάσει εάν τηρείται ηλεκτρονικός φάκελος τεκμηρίωσης, εάν υπάρχουν απαντήσεις, παραστατικά ή λοιπά υποστηρικτικά στοιχεία και εάν έχει ακολουθηθεί μια βασική διαδικασία συλλογής και υποβολής. Δεν μπορεί όμως να βεβαιώσει καθολικά την ουσιαστική ορθότητα, ακρίβεια και εγκυρότητα κάθε απάντησης ή κάθε αριθμητικού ή ποιοτικού δεδομένου που έχει παραχθεί από άλλες υπηρεσίες. Η διάταξη, όπως είναι διατυπωμένη, δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ότι ο εσωτερικός έλεγχος μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός καθολικής πιστοποίησης των στοιχείων του Κόμβου, κάτι που δεν ανταποκρίνεται ούτε στη φύση ούτε στη μεθοδολογία του.
Επιπλέον, η διατύπωση αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως επιχειρησιακό άλλοθι για τους υπηρεσιακούς παράγοντες που έχουν την πραγματική ευθύνη παραγωγής, τεκμηρίωσης, ελέγχου και υποβολής των στοιχείων. Εφόσον δημιουργείται η εντύπωση ότι τα στοιχεία έχουν «εγκριθεί» ή «πιστοποιηθεί» από τη ΜΕΕ, υπάρχει κίνδυνος να αμβλυνθεί η ευθύνη των αρμοδίων υπηρεσιών και να προκληθούν παρερμηνείες στο εσωτερικό πλαίσιο λειτουργίας του φορέα. Ο εσωτερικός έλεγχος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως τελικό σφράγισμα νομιμοποίησης ούτε ως υποκατάστατο της υπηρεσιακής ευθύνης για την ορθότητα των υποβαλλόμενων δεδομένων.
Ο εσωτερικός έλεγχος, κατά τον ν. 4795/2021, αποτελεί ανεξάρτητη λειτουργία παροχής διαβεβαιωτικών και συμβουλευτικών έργων, ενταγμένη στο Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου και στις γραμμές ρόλων του φορέα. Η υποχρεωτική επιβολή συγκεκριμένου ελέγχου, με οριζόντιο χαρακτήρα και ασφυκτική προθεσμία, περιορίζει την κατάρτιση του ετήσιου προγράμματος βάσει αξιολόγησης κινδύνων, διαθέσιμων πόρων και πραγματικών προτεραιοτήτων του φορέα.
Η επαλήθευση της ορθότητας των στοιχείων που καταχωρίζονται στον Κόμβο αποτελεί κατά βάση επιχειρησιακή και διοικητική λειτουργία. Ανήκει στις υπηρεσίες που παράγουν τα δεδομένα, στους προϊσταμένους που τα ελέγχουν και στα πρόσωπα που, σύμφωνα με το ίδιο το άρθρο, φέρουν την ευθύνη για την ακρίβεια, την εγκυρότητα και την έγκαιρη αποστολή τους. Η ανάθεση αυτής της διαδικασίας στη ΜΕΕ, έστω και με τη μορφή «ελέγχου εγκυρότητας», μεταφέρει σε αυτήν έργο που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων και όχι στην τρίτη γραμμή ανεξάρτητης διαβεβαίωσης.
Ιδιαίτερη επιφύλαξη προκαλεί και η πρόβλεψη ότι τα αποτελέσματα των ελέγχων ενσωματώνονται στον Κόμβο Επιδόσεων με ευθύνη του Προϊσταμένου ή Υπευθύνου της αρμόδιας ΜΕΕ. Η ΜΕΕ έχει την ευθύνη σύνταξης της έκθεσης ή αναφοράς ελέγχου, σύμφωνα με τη μεθοδολογία του εσωτερικού ελέγχου και το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Η υποχρεωτική ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων της στον Κόμβο Επιδόσεων, ως στοιχείο αξιολόγησης των υποβαλλόμενων δεδομένων, μεταβάλλει τον χαρακτήρα της έκθεσης εσωτερικού ελέγχου και την εντάσσει σε διαδικασία διοικητικής επικύρωσης και εξωτερικής αξιολόγησης στοιχείων. Αυτό δεν συνάδει με τον θεσμικό ρόλο της ΜΕΕ.
Η ΜΕΕ μπορεί, εφόσον αυτό προκύπτει από την αξιολόγηση κινδύνων και τον ετήσιο προγραμματισμό της, να εξετάσει την επάρκεια της διαδικασίας συλλογής, τεκμηρίωσης, έγκρισης και υποβολής των στοιχείων στον Κόμβο. Μπορεί να αξιολογήσει τις δικλίδες ελέγχου, να εντοπίσει αδυναμίες και να εισηγηθεί βελτιώσεις. Δεν μπορεί όμως να μετατραπεί σε πάγιο και υποχρεωτικό μηχανισμό διοικητικής επικύρωσης της εγκυρότητας των στοιχείων.
Η εμπλοκή αυτή δημιουργεί και κίνδυνο σύγκρουσης ρόλων. Εάν η ΜΕΕ υποχρεώνεται κάθε έτος να επαληθεύει την εγκυρότητα των στοιχείων του Κόμβου, ενδέχεται σε μεταγενέστερο ελεγκτικό έργο να κληθεί να αξιολογήσει τις ίδιες διαδικασίες και τα ίδια στοιχεία, για τα οποία προηγουμένως της είχε ανατεθεί ρόλος υποχρεωτικής επαλήθευσης, χωρίς να έχει την επιχειρησιακή ευθύνη παραγωγής ή υποβολής τους. Με τον τρόπο αυτό πλήττεται η αντικειμενικότητα του εσωτερικού ελεγκτή και αποδυναμώνεται η αξιοπιστία των μελλοντικών ελεγκτικών συμπερασμάτων.
Τα ανωτέρω ζητήματα έχουν ήδη αναδειχθεί στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών Ο.Τ.Α., με θέμα τον έλεγχο ορθότητας των στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων Ο.Τ.Α. Στην επιστολή αυτή διατυπώθηκαν αναλυτικά οι θεσμικές, μεθοδολογικές και πρακτικές ενστάσεις ως προς την ανάθεση της συγκεκριμένης υποχρέωσης στις ΜΕΕ. Οι επισημάνσεις αυτές παραμένουν απολύτως επίκαιρες και ισχύουν και ως προς την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 541.
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη σοβαρότερο στους Ο.Τ.Α., όπου οι ΜΕΕ είναι συχνά μονοπρόσωπες ή υποστελεχωμένες. Η επιβάρυνσή τους με υποχρεωτικούς, επαναλαμβανόμενους και ασφυκτικά χρονικά προσδιορισμένους ελέγχους διοικητικών δεδομένων περιορίζει τη δυνατότητά τους να ασκήσουν ουσιαστικό, ανεξάρτητο και βασισμένο σε κινδύνους εσωτερικό έλεγχο σε κρίσιμες λειτουργίες του φορέα.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο:
«εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)»
με τη φράση:
«δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο, εφόσον αυτό προκύπτει από την αξιολόγηση κινδύνων, τον ετήσιο προγραμματισμό της ΜΕΕ και τις διαθέσιμες ελεγκτικές δυνατότητες του φορέα».
Με την αναδιατύπωση αυτή διασφαλίζεται ότι η ΜΕΕ δεν μετατρέπεται σε πάγιο μηχανισμό διοικητικής επικύρωσης στοιχείων του Κόμβου Επιδόσεων, ούτε παρέχει επιχειρησιακό άλλοθι για την ορθότητα δεδομένων που παράγονται και βεβαιώνονται από άλλες υπηρεσίες, αλλά διατηρεί τον θεσμικό της ρόλο ως ανεξάρτητη λειτουργία διαβεβαίωσης και συμβουλευτικής υποστήριξης, σύμφωνα με τον ν. 4795/2021 και τη διεθνή ελεγκτική πρακτική.
ΜΕΡΟΣ Δ ΑΡΘΡΟ 541 . Οι προβλέψεις του άρθρου 185, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παρ.
2 του άρθρου 33 του ν. 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη
συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον ν.4795/2021.
Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει τη
λειτουργική ανεξαρτησία της Μ.Ε.Ε., καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης
του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και
πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα. Επιπλέον, έρχεται σε σύγκρουση με την
παρ. 7 του άρθρου 9 του ν.4795/2021 σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του
Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών
έργων της Μ.Ε.Ε..
Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων
στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην
«πρώτη» και «δεύτερη γραμμή» ρόλων (διοικητική επαλήθευση), και όχι στο
Σ.Ε.Ε.Δ. | Σύνδεσμος Εσωτερικών Ελεγκτών Δημοσίου | seedhellas@gmail.com
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥΣ.Ε.Ε.Δ. | Σύνδεσμος Εσωτερικών Ελεγκτών Δημοσίου | seedhellas@gmail.com
διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μ.Ε.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν.
4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης
στοιχείων στον «Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων» αλλοιώνει τη στρατηγική της
αποστολή.
Οι αναλυτικές μας διατυπώσεις ως προς την διάταξη του ν. 5056/2023,
βρίσκονται και στην από 18/03/2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με
θέμα: «Έλεγχος ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο
Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ», όπου εκτίθενται αναλυτικά οι τεχνικές και
θεσμικές ενστάσεις μας επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης της Μ.Ε.Ε. και οι οποίες
παραμένουν σε πλήρη ισχύ και για το άρθρο 185 του παρόντος.
Άρθρο 541: Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου 541, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ Άρθρου 541 – «Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης»
Με την παρούσα παρατήρηση επισημαίνεται ότι η ανάθεση στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) της αρμοδιότητας ελέγχου της εγκυρότητας των στοιχείων που καταχωρίζονται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων δεν συνάδει με το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου και δεν είναι συμβατή με τα Διεθνή Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου.
1. Η επαλήθευση στοιχείων αποτελεί επιχειρησιακή αρμοδιότητα (1η και 2η γραμμή ρόλων)
Ο έλεγχος εγκυρότητας και ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά λειτουργία monitoring control και αποτελεί ευθύνη της πρώτης και δεύτερης γραμμής ρόλων, δηλαδή των επιχειρησιακών μονάδων και των μηχανισμών εποπτείας τους.
Η συγκεκριμένη διαδικασία:
είναι διοικητική και επιχειρησιακή,
δεν αποτελεί διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο,
δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Μ.Ε.Ε. όπως ορίζονται στο άρθρο 6 του ν. 4795/2021.
Η ανάθεση της επαλήθευσης στη Μ.Ε.Ε. οδηγεί στο παράδοξο να απαιτείται από τον εσωτερικό ελεγκτή να εκτελεί ο ίδιος διαδικασίες τις οποίες στη συνέχεια οφείλει να ελέγχει, γεγονός που αντιστρατεύεται κάθε αρχή ορθής ελεγκτικής πρακτικής.
2. Παραβίαση της λειτουργικής ανεξαρτησίας – Άρθρο 7 ν. 4795/2021
Το άρθρο 7 του ν. 4795/2021 ορίζει ρητά ότι οι εσωτερικοί ελεγκτές δεν επιτρέπεται να αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα ούτε να εμπλέκονται στη διοίκηση του φορέα.
Η υποχρεωτική ανάθεση ελέγχου εγκυρότητας στοιχείων:
παραβιάζει την αρχή της λειτουργικής ανεξαρτησίας,
εντάσσει τη Μ.Ε.Ε. σε ρόλο εκτελεστικού μηχανισμού,
καταργεί τη διάκριση μεταξύ ελεγκτή και ελεγχόμενου.
3. Παραβίαση του άρθρου 10 ν. 4795/2021 – Ετήσιος Προγραμματισμός βάσει κινδύνων
Το άρθρο 10 του ν. 4795/2021 προβλέπει ότι η Μ.Ε.Ε. καταρτίζει το Ετήσιο ή Πολυετές Πρόγραμμα Εργασιών βάσει αξιολόγησης κινδύνων και στρατηγικών προτεραιοτήτων του φορέα.
Η υποχρεωτική ένταξη συγκεκριμένου έργου στο πρόγραμμα ελέγχου:
ακυρώνει τη διαδικασία risk-based planning,
μετατρέπει τον προγραμματισμό σε προδιαγεγραμμένη διαδικασία,
αντιβαίνει στα Διεθνή Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου (IIA Standards), τα οποία απαιτούν ανεξαρτησία στον καθορισμό του ελεγκτικού έργου.
Η Μ.Ε.Ε. δύναται να αξιολογήσει τη σχεδιαστική και λειτουργική αποτελεσματικότητα της δικλείδας που εκτελείται από την πρώτη ή δεύτερη γραμμή, μόνο εφόσον αυτή η διαδικασία έχει ιεραρχηθεί ως προτεραιότητα στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνων και όχι υποχρεωτικά κάθε έτος.
4. Συμπέρασμα – Αναγκαία αναδιατύπωση
Η υποχρεωτική ανάθεση στη Μ.Ε.Ε. του ελέγχου εγκυρότητας των στοιχείων του Κόμβου Παρακολούθησης Επιδόσεων:
παραβιάζει το άρθρο 7 και το άρθρο 10 του ν. 4795/2021,
δεν συνάδει με τα Διεθνή Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου,
συγχέει τους ρόλους εντός του φορέα,
υπονομεύει τη λειτουργική ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα της Μ.Ε.Ε.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση της διάταξης ως εξής:
Από:
«…εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)»
Σε:
«…δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο, κατόπιν αξιολόγησης κινδύνων και σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 4795/2021».
Η προτεινόμενη διατύπωση διασφαλίζει την ευθυγράμμιση της διάταξης με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τη διεθνή ελεγκτική πρακτική, προστατεύοντας τον διακριτό και ανεξάρτητο ρόλο της λειτουργίας Εσωτερικού Ελέγχου.
Η Θεσμοθέτηση του Ελέγχου του Κόμβου Επιδόσεων των ΟΤΑ ως υποχρεωτικού Εσωτερικού Ελέγχου υπονομεύει τη δυνατότητα της κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης Κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα.Η εμπλοκή της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης των αναρτημένων στοιχείων στο Κόμβο αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή όπως αποτυπώνεται στην επιστολή των 59 Ελεγκτών ΟΤΑ το Μάρτιο του 2025 με τις ενστάσεις τους τεχνικές όσο και θεσμικές να παραμένουν σε πλήρη ισχύ.
Είμαι νεότερη στο χώρο, είμαστε υποστελεχωμμένοι και ανήκουμε στη 3 ΓΡΑΜΜΗ ΡΟΛΩΝ
Άρθρο 541: Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Οι αρμόδιες υπηρεσίες των Ο.Τ.Α. έχουν την ευθύνη για την παραγωγή, την τεκμηρίωση, την ορθότητα και την υποβολή των στοιχείων. Ο ρόλος της ΜΕΕ είναι να αξιολογεί αν οι διαδικασίες και οι δικλίδες ελέγχου λειτουργούν επαρκώς και όχι να αναλαμβάνει την πλήρη επιβεβαίωση της εγκυρότητας κάθε επιμέρους δεδομένου. Η υποχρεωτική ένταξη του ελέγχου εγκυρότητας των στοιχείων του Κόμβου Επιδόσεων στο ετήσιο πρόγραμμα των ΜΕΕ:
– περιορίζει τη δυνατότητα της ΜΕΕ να καταρτίζει το πρόγραμμά της βάσει αξιολόγησης κινδύνων και διαθέσιμων πόρων, ιδιαίτερα σε φορείς με περιορισμένη στελέχωση
– η υποχρέωση αυτή ενδέχεται να δημιουργήσει σύγχυση ως προς τις ευθύνες των υπηρεσιών και κίνδυνο σύγκρουσης ρόλων για τη ΜΕΕ, η οποία μπορεί σε μεταγενέστερο χρόνο να κληθεί να ελέγξει διαδικασίες ή στοιχεία που είχε ήδη υποχρεωθεί να επαληθεύσει.
Η ΜΕΕ μπορεί να εξετάζει την επάρκεια των διαδικασιών και των δικλίδων ελέγχου που εφαρμόζονται, δεν μπορεί όμως να λειτουργεί ως μηχανισμός συνολικής επιβεβαίωσης της εγκυρότητας όλων των δεδομένων που υποβάλλονται από άλλες υπηρεσίες.
Συνεπώς, θα ήταν εύλογο να μην εντάσσεται υποχρεωτικά ο έλεγχος αυτός στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.), αλλά να δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο, εφόσον αυτό προκύπτει από την αξιολόγηση κινδύνων, τον ετήσιο προγραμματισμό και τις διαθέσιμες ελεγκτικές δυνατότητες του φορέα. Μόνο με αυτή την προσέγγιση μπορεί να διασφαλισθεί ότι οι ΜΕΕ διατηρούν τον ανεξάρτητο και διαβεβαιωτικό τους ρόλο, χωρίς να υποκαθιστά τις υπηρεσίες που έχουν την επιχειρησιακή ευθύνη των στοιχείων.
Άρθρο 541: Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Σύμφωνα με τον ν. 4795/2021, η ΜΕΕ αποτελεί ανεξάρτητη λειτουργία διαβεβαίωσης και συμβουλευτικής υποστήριξης, με ετήσιο προγραμματισμό που βασίζεται στην αξιολόγηση κινδύνων και στις διαθέσιμες ελεγκτικές δυνατότητες του φορέα. Η υποχρεωτική ένταξη ελέγχου εγκυρότητας των στοιχείων του Κόμβου Επιδόσεων περιορίζει τη λειτουργική αυτή ανεξαρτησία, ιδίως σε υποστελεχωμένες ή μονοπρόσωπες ΜΕΕ.
Η ευθύνη για την παραγωγή, τεκμηρίωση, ακρίβεια και υποβολή των στοιχείων ανήκει στις αρμόδιες υπηρεσίες των Ο.Τ.Α. Η ΜΕΕ μπορεί να εξετάζει την επάρκεια των διαδικασιών και των δικλίδων ελέγχου που εφαρμόζονται, δεν μπορεί όμως να λειτουργεί ως μηχανισμός συνολικής επιβεβαίωσης της εγκυρότητας όλων των δεδομένων που υποβάλλονται από άλλες υπηρεσίες.
Επιπλέον, η υποχρέωση αυτή ενδέχεται να δημιουργήσει σύγχυση ως προς τις ευθύνες των υπηρεσιών και κίνδυνο σύγκρουσης ρόλων για τη ΜΕΕ, η οποία μπορεί σε μεταγενέστερο χρόνο να κληθεί να ελέγξει διαδικασίες ή στοιχεία που είχε ήδη υποχρεωθεί να επαληθεύσει.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση της φράσης:
«εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)».
Άρθρο 541: Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Ως προς την υποχρεωτική ένταξη του ελέγχου εγκυρότητας των στοιχείων του Κόμβου Επιδόσεων στο ετήσιο πρόγραμμα των ΜΕΕ, δημιουργεί ζητήματα θεσμικής συμβατότητας και πρακτικής εφαρμογής.
Η ευθύνη για την ακρίβεια, πληρότητα και έγκαιρη υποβολή των στοιχείων ανήκει στις αρμόδιες υπηρεσίες που τα παράγουν και τα υποβάλλουν. Η ΜΕΕ μπορεί να αξιολογεί τη διαδικασία συλλογής, τεκμηρίωσης και υποβολής των στοιχείων και τις σχετικές δικλίδες ελέγχου, όχι όμως να λειτουργεί ως μηχανισμός καθολικής πιστοποίησης της ουσιαστικής εγκυρότητάς τους.
Η υποχρεωτική ανάθεση του συγκεκριμένου ελέγχου περιορίζει τον ετήσιο προγραμματισμό της ΜΕΕ βάσει αξιολόγησης κινδύνων και διαθέσιμων πόρων, ιδίως σε υποστελεχωμένες ή μονοπρόσωπες μονάδες, ενώ δημιουργεί και κίνδυνο σύγκρουσης ρόλων, καθώς η ΜΕΕ ενδέχεται να κληθεί μεταγενέστερα να ελέγξει διαδικασίες ή στοιχεία που προηγουμένως είχε υποχρεωθεί να επαληθεύσει.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται η αναδιατύπωση της φράσης:
«εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)».
Σχόλιο επί άρ. 541,Μέρος Δ΄:
Η αρμοδιότητα ελέγχου της εγκυρότητας των στοιχείων που υποβάλλονται στον εν λόγω Κόμβο, δεν εμπίπτει στο αντικείμενο του εσωτερικού ελέγχου, καθώς πρόκειται για δικλείδα ασφαλείας που οφείλει να λειτουργεί σε επίπεδο πρώτης ή δεύτερης γραμμής άμυνας (ενώ η λειτουργία του Εσωτερικού Ελέγχου που ασκείται από τις ΜΕΕ αποτελεί την 3η γραμμή άμυνας), αποτελώντας επιχειρησιακή ευθύνη του φορέα. Κατ’ ουσίαν, η συγκεκριμένη πρόβλεψη οδηγεί στο να ανατίθεται στον εσωτερικό ελεγκτή η εκτέλεση ενεργειών τις οποίες, σύμφωνα με τις αρχές του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, ο ίδιος θα έπρεπε να αξιολογεί ως προς την επάρκεια και αποτελεσματικότητά τους.
Ο ρόλος του εσωτερικού ελέγχου περιορίζεται στην αξιολόγηση της σχεδιαστικής και λειτουργικής αποτελεσματικότητας της σχετικής δικλείδας, εφόσον αυτή περιληφθεί στο Ετήσιο Πρόγραμμα Εργασιών της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, κατόπιν αξιολόγησης κινδύνων. Ο εν λόγω έλεγχος δεν είναι υποχρεωτικό να πραγματοποιείται κάθε έτος, δεδομένου ότι οι σχετικοί κίνδυνοι ενδέχεται να μην ιεραρχούνται ως υψηλής προτεραιότητας στο πλαίσιο του ετήσιου ή πολυετούς προγραμματισμού ελέγχων.
Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν συνάδει με τα Παγκόσμια Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου, ούτε με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 4795/2021, σύμφωνα με το οποίο «Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή». Επιπλέον, δεν ευθυγραμμίζεται με το άρθρο 10 του ίδιου νόμου, όπου προβλέπεται ότι η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου καταρτίζει ετήσιο ή πολυετές πρόγραμμα εργασιών βάσει των στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων του φορέα, καθώς και κατόπιν αξιολόγησης κινδύνων και ευκαιριών.
Η διαρκής εισαγωγή, μέσω αποσπασματικών και διάσπαρτων νομοθετικών ρυθμίσεων, αρμοδιοτήτων που δεν συνάδουν με τον θεσμικό ρόλο και την αποστολή των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου, έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή αλλοίωση του αντικειμένου τους. Η πρακτική αυτή απομακρύνει τον εσωτερικό έλεγχο από τον ανεξάρτητο και διαβεβαιωτικό του χαρακτήρα, μετατρέποντάς τον σε μηχανισμό άσκησης επιχειρησιακών καθηκόντων. Ως συνέπεια, υπονομεύεται η λειτουργική ανεξαρτησία των Μονάδων, αποδυναμώνεται η προστιθέμενη αξία του θεσμού και δημιουργούνται σοβαροί κίνδυνοι απαξίωσης και αποδόμησης του Εσωτερικού Ελέγχου στο σύνολό του.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως εξής :«….δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί ο ρόλος και η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου και η εναρμόνιση της διάταξης με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Άρθρο 541. Οι προβλέψεις του άρθρου για την υποχρεωτική ένταξη του ελέγχου εγκυρότητας των στοιχείων του Κόμβου Επιδόσεων στο ετήσιο πρόγραμμα των ΜΕΕ, εγείρουν σοβαρά ζητήματα θεσμικής συμβατότητας, λειτουργικής ανεξαρτησίας και πρακτικής εφαρμοσιμότητας.
Η διάταξη αναθέτει στη ΜΕΕ την υποχρέωση να ελέγξει την «εγκυρότητα» στοιχείων που προέρχονται από πολλούς και διαφορετικούς τομείς λειτουργίας ενός Ο.Τ.Α., οικονομικούς, διοικητικούς, επιχειρησιακούς και οργανωτικούς. Τα στοιχεία αυτά δεν παράγονται από τη ΜΕΕ, αλλά από τις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες, οι οποίες τα συγκεντρώνουν, τα τεκμηριώνουν και τα βεβαιώνουν με δική τους ευθύνη. Συνεπώς, η ευθύνη ακρίβειας, πληρότητας, εγκυρότητας και έγκαιρης αποστολής των στοιχείων πρέπει να παραμένει στα διοικητικά όργανα και στις υπηρεσίες που τα παράγουν, τα ελέγχουν και τα υποβάλλουν.
Η ΜΕΕ δεν μπορεί να υποκαταστήσει το σύνολο των υπηρεσιών του φορέα στην ουσιαστική επαλήθευση κάθε επιμέρους δεδομένου. Για να ελεγχθεί πραγματικά η εγκυρότητα ενός τόσο μεγάλου και πολυδιάστατου όγκου στοιχείων, θα απαιτούνταν εκτεταμένος έλεγχος σε βάθος, ανά υπηρεσιακό τομέα, ανά πηγή δεδομένων, ανά πληροφοριακό σύστημα και ανά φάκελο τεκμηρίωσης. Τέτοιος έλεγχος δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ουσιαστικά εντός τριάντα ημερών από την υποβολή των ετήσιων στοιχείων, ιδίως σε Ο.Τ.Α. όπου οι ΜΕΕ είναι συχνά μονοπρόσωπες ή υποστελεχωμένες.
Στην πράξη, η ΜΕΕ μπορεί να εξετάσει εάν τηρείται ηλεκτρονικός φάκελος τεκμηρίωσης, εάν υπάρχουν απαντήσεις, παραστατικά ή λοιπά υποστηρικτικά στοιχεία και εάν έχει ακολουθηθεί μια βασική διαδικασία συλλογής και υποβολής. Δεν μπορεί όμως να βεβαιώσει καθολικά την ουσιαστική ορθότητα, ακρίβεια και εγκυρότητα κάθε απάντησης ή κάθε αριθμητικού ή ποιοτικού δεδομένου που έχει παραχθεί από άλλες υπηρεσίες. Η διάταξη, όπως είναι διατυπωμένη, δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ότι ο εσωτερικός έλεγχος μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός καθολικής πιστοποίησης των στοιχείων του Κόμβου, κάτι που δεν ανταποκρίνεται ούτε στη φύση ούτε στη μεθοδολογία του.
Επιπλέον, η διατύπωση αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως επιχειρησιακό άλλοθι για τους υπηρεσιακούς παράγοντες που έχουν την πραγματική ευθύνη παραγωγής, τεκμηρίωσης, ελέγχου και υποβολής των στοιχείων. Εφόσον δημιουργείται η εντύπωση ότι τα στοιχεία έχουν «εγκριθεί» ή «πιστοποιηθεί» από τη ΜΕΕ, υπάρχει κίνδυνος να αμβλυνθεί η ευθύνη των αρμοδίων υπηρεσιών και να προκληθούν παρερμηνείες στο εσωτερικό πλαίσιο λειτουργίας του φορέα. Ο εσωτερικός έλεγχος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως τελικό σφράγισμα νομιμοποίησης ούτε ως υποκατάστατο της υπηρεσιακής ευθύνης για την ορθότητα των υποβαλλόμενων δεδομένων.
Ο εσωτερικός έλεγχος, κατά τον ν. 4795/2021, αποτελεί ανεξάρτητη λειτουργία παροχής διαβεβαιωτικών και συμβουλευτικών έργων, ενταγμένη στο Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου και στις γραμμές ρόλων του φορέα. Η υποχρεωτική επιβολή συγκεκριμένου ελέγχου, με οριζόντιο χαρακτήρα και ασφυκτική προθεσμία, περιορίζει την κατάρτιση του ετήσιου προγράμματος βάσει αξιολόγησης κινδύνων, διαθέσιμων πόρων και πραγματικών προτεραιοτήτων του φορέα.
Η επαλήθευση της ορθότητας των στοιχείων που καταχωρίζονται στον Κόμβο αποτελεί κατά βάση επιχειρησιακή και διοικητική λειτουργία. Ανήκει στις υπηρεσίες που παράγουν τα δεδομένα, στους προϊσταμένους που τα ελέγχουν και στα πρόσωπα που, σύμφωνα με το ίδιο το άρθρο, φέρουν την ευθύνη για την ακρίβεια, την εγκυρότητα και την έγκαιρη αποστολή τους. Η ανάθεση αυτής της διαδικασίας στη ΜΕΕ, έστω και με τη μορφή «ελέγχου εγκυρότητας», μεταφέρει σε αυτήν έργο που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων και όχι στην τρίτη γραμμή ανεξάρτητης διαβεβαίωσης.
Ιδιαίτερη επιφύλαξη προκαλεί και η πρόβλεψη ότι τα αποτελέσματα των ελέγχων ενσωματώνονται στον Κόμβο Επιδόσεων με ευθύνη του Προϊσταμένου ή Υπευθύνου της αρμόδιας ΜΕΕ. Η ΜΕΕ έχει την ευθύνη σύνταξης της έκθεσης ή αναφοράς ελέγχου, σύμφωνα με τη μεθοδολογία του εσωτερικού ελέγχου και το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Η υποχρεωτική ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων της στον Κόμβο Επιδόσεων, ως στοιχείο αξιολόγησης των υποβαλλόμενων δεδομένων, μεταβάλλει τον χαρακτήρα της έκθεσης εσωτερικού ελέγχου και την εντάσσει σε διαδικασία διοικητικής επικύρωσης και εξωτερικής αξιολόγησης στοιχείων. Αυτό δεν συνάδει με τον θεσμικό ρόλο της ΜΕΕ.
Η ΜΕΕ μπορεί, εφόσον αυτό προκύπτει από την αξιολόγηση κινδύνων και τον ετήσιο προγραμματισμό της, να εξετάσει την επάρκεια της διαδικασίας συλλογής, τεκμηρίωσης, έγκρισης και υποβολής των στοιχείων στον Κόμβο. Μπορεί να αξιολογήσει τις δικλίδες ελέγχου, να εντοπίσει αδυναμίες και να εισηγηθεί βελτιώσεις. Δεν μπορεί όμως να μετατραπεί σε πάγιο και υποχρεωτικό μηχανισμό διοικητικής επικύρωσης της εγκυρότητας των στοιχείων.
Η εμπλοκή αυτή δημιουργεί και κίνδυνο σύγκρουσης ρόλων. Εάν η ΜΕΕ υποχρεώνεται κάθε έτος να επαληθεύει την εγκυρότητα των στοιχείων του Κόμβου, ενδέχεται σε μεταγενέστερο ελεγκτικό έργο να κληθεί να αξιολογήσει τις ίδιες διαδικασίες και τα ίδια στοιχεία, για τα οποία προηγουμένως της είχε ανατεθεί ρόλος υποχρεωτικής επαλήθευσης, χωρίς να έχει την επιχειρησιακή ευθύνη παραγωγής ή υποβολής τους. Με τον τρόπο αυτό πλήττεται η αντικειμενικότητα του εσωτερικού ελεγκτή και αποδυναμώνεται η αξιοπιστία των μελλοντικών ελεγκτικών συμπερασμάτων.
Τα ανωτέρω ζητήματα έχουν ήδη αναδειχθεί στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών Ο.Τ.Α., με θέμα τον έλεγχο ορθότητας των στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων Ο.Τ.Α. Στην επιστολή αυτή διατυπώθηκαν αναλυτικά οι θεσμικές, μεθοδολογικές και πρακτικές ενστάσεις ως προς την ανάθεση της συγκεκριμένης υποχρέωσης στις ΜΕΕ. Οι επισημάνσεις αυτές παραμένουν απολύτως επίκαιρες και ισχύουν και ως προς την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 541.
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη σοβαρότερο στους Ο.Τ.Α., όπου οι ΜΕΕ είναι συχνά μονοπρόσωπες ή υποστελεχωμένες. Η επιβάρυνσή τους με υποχρεωτικούς, επαναλαμβανόμενους και ασφυκτικά χρονικά προσδιορισμένους ελέγχους διοικητικών δεδομένων περιορίζει τη δυνατότητά τους να ασκήσουν ουσιαστικό, ανεξάρτητο και βασισμένο σε κινδύνους εσωτερικό έλεγχο σε κρίσιμες λειτουργίες του φορέα.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο:
«εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)»
με τη φράση:
«δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο, εφόσον αυτό προκύπτει από την αξιολόγηση κινδύνων, τον ετήσιο προγραμματισμό της ΜΕΕ και τις διαθέσιμες ελεγκτικές δυνατότητες του φορέα».
Με την αναδιατύπωση αυτή διασφαλίζεται ότι η ΜΕΕ δεν μετατρέπεται σε πάγιο μηχανισμό διοικητικής επικύρωσης στοιχείων του Κόμβου Επιδόσεων, ούτε παρέχει επιχειρησιακό άλλοθι για την ορθότητα δεδομένων που παράγονται και βεβαιώνονται από άλλες υπηρεσίες, αλλά διατηρεί τον θεσμικό της ρόλο ως ανεξάρτητη λειτουργία διαβεβαίωσης και συμβουλευτικής υποστήριξης, σύμφωνα με τον ν. 4795/2021 και τη διεθνή ελεγκτική πρακτική.
Άρθρο 541
Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Oι προβλέψεις του άρθρου 185, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Άρθρο 541:Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου 185, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Άρθρο 541:Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου 185, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
αρθρό 541 Η ΜΕΕ σύμφωνα με τον ν. 4795 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
Άρθρο 7
Ανεξαρτησία της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου
1. Η λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου είναι ανεξάρτητη. Η λειτουργική ανεξαρτησία διασφαλίζεται με την οργανωτική υπαγωγή της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου απευθείας στον επικεφαλής του φορέα, καθώς και με τη σύσταση και λειτουργία της Επιτροπής Ελέγχου.
2. Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή.
σύμφωνα με αυτή την διάταξη πως μπορεί να γνωμοδοτεί για την ορθότητα των στοιχείων του ΚΟΜΒΟΥ
Άρθρο 541΄΄Κόμβος Παρακολούθησης επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης΄΄
Η εμπλοκή της Μ.Ε.Ε. στην επικύρωση των στοιχείων του κόμβου δεν συνάδει με τα εξής:
1) Με την λειτουργική σχέση αναφοράς με τον επικεφαλής του φορέα έτσι όπως καθορίζεται στην παρ.7 του αρ.9 του ν.4795/2021. Συγκεκριμένα ο επικεφαλής του φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων
β) Η διαδικασία επαλήθευση των καταχωρημένων στον κόμβο στοιχείων συνιστά επιχειρησιακή λειτουργία η οποία σύμφωνα με το αρ. 6 του ν.4795/2021 περιλαμβάνεται στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ
Άρθρο 541
Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Σχόλιο
Η αρμοδιότητα του ελέγχου της εγκυρότητας των στοιχείων δεν αποτελεί εργασία του εσωτερικού ελεγκτή, καθόσον αυτή η αρμοδιότητα πρέπει να είναι έλεγχος ή monitoring control/δικλείδας ασφαλείας ο οποίος να εκτελείται από την πρώτη ή δεύτερη γραμμή (δηλαδή είναι επιχειρησιακό καθήκον). Ουσιαστικά με το άρθρο αυτό «απαιτείται από τον εσωτερικό ελεγκτή να κάνει αυτά που πρέπει να ελέγχει αν τα κάνουν οι άλλοι». Εν προκειμένω εσωτερικός έλεγχος μπορεί ελέγχει τη σχεδιαστική και λειτουργική αποτελεσματικότητα της εν λόγω δικλείδας που θα εκτελείται από την πρώτη ή δεύτερη γραμμή, ως μέρος του risk based annual audit plan και μόνο, και όχι απαραίτητα κάθε έτος καθόσον η διαδικασία αυτή και οι σχετικοί κίνδυνοι ενδέχεται να μη έχουν ιεραρχηθεί ως πρώτη προτεραιότητα. Ο εσωτερικός έλεγχος προτεραιοποεί τους ετήσιους ελέγχους μετά από αξιολόγηση κινδύνων. Η συγκεκριμένη προσθήκη δεν συνάδει με τα Διεθνή Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου του ΙΙΑ ούτε με το άρθρο 7 του ν. 4795/2021 όπου ρητά αναφέρεται ότι «Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή». Δε συνάδει ούτε με το άρθρο 10 του ίδιου νόμου όπου ρητά επίσης αναφέρεται ότι «β) καταρτίζει Ετήσιο ή Πολυετές Πρόγραμμα Εργασιών, λαμβανομένων υπόψη των στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων του φορέα, καθώς και της αξιολόγησης των κινδύνων και των ευκαιριών του φορέα»
Oι προβλέψεις του άρθρου 541, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Άρθρο 541:Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου 185, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Άρθρο 541
Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, εντάσσοντας τον έλεγχο αυτό υποχρεωτικά στο Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχου. Η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά επιχειρησιακή λειτουργία και αφορά την πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων..
Προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Σχόλια για το άρθρο 541 Μέρος Δ’, «Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης»
Οι ρυθμίσεις του άρθρου 541, οι οποίες ουσιαστικά επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο της παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 5056/2023, προκαλούν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμφωνία τους τόσο με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική όσο και με το ισχύον πλαίσιο του ν. 4795/2021. Ειδικότερα, η πρόβλεψη υποχρεωτικής ένταξης του συγκεκριμένου ελέγχου περιορίζει ουσιωδώς τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς αποδυναμώνει τη δυνατότητά της να καταρτίζει το Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων βάσει ανάλυσης κινδύνων και ιεράρχησης πραγματικών προτεραιοτήτων του φορέα. Παράλληλα, η ρύθμιση αυτή φαίνεται να αντιβαίνει στην παρ. 7 του άρθρου 9 του ν. 4795/2021, σύμφωνα με την οποία οι εντολές για τη διενέργεια εσωτερικών ελέγχων και συμβουλευτικών έργων εκδίδονται από τον επικεφαλής του φορέα. Περαιτέρω, η διαδικασία επιβεβαίωσης της ακρίβειας των καταχωρισμένων στοιχείων συνιστά κατ’ ουσίαν επιχειρησιακή και διοικητική λειτουργία, η οποία εντάσσεται στις αρμοδιότητες της πρώτης και δεύτερης γραμμής ρόλων και δεν εμπίπτει στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 6 του ν. 4795/2021. Συνεπώς, η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων μεταβάλλει τη θεσμική της αποστολή. Η εν λόγω προσέγγιση έχει ήδη αναδειχθεί και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ σχετικά με τον έλεγχο ορθότητας των στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων, όπου καταγράφονται αναλυτικές τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνεται η τροποποίηση της επίμαχης διατύπωσης του άρθρου, και συγκεκριμένα του σημείου «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», ώστε να αντικατασταθεί από τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», προκειμένου να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η πλήρης εναρμόνισή της με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο.
σχόλιο για το άρθρο 541 σύμφωνα με τον 4795 στο αρθρό 9 Τα καθήκοντα του Προϊσταμένου και του προσωπικού της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου είναι ασυμβίβαστα με οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα που δεν σχετίζονται με το έργο της Μονάδας. ο νομοθέτης το έλαβε υποψην του αυτό;
ΣΧΌΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΆΡΘΡΟ 507 σύμφωνα με το άρρθο 81 παρ. 4 του 4795 4. Οικονομικοί και διαχειριστικοί έλεγχοι δημοσίων υπολόγων και δημοσίων διαχειρίσεων που υπάγονται στον φορέα, καθώς και τακτικοί έλεγχοι των παγίων προκαταβολών που έχουν συσταθεί στον φορέα, που εκκρεμούν στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, διενεργούνται από την αρμόδια υπηρεσία του διατάκτη, καθώς και από τα λοιπά κατά περίπτωση αρμόδια όργανα του ν. 4270/2014 (Α’ 143) ή από τις αρμόδιες, βάσει ειδικών διατάξεων, οργανικές μονάδες κάθε φορέα, στις οποίες διαβιβάζεται ο σχετικός φάκελος. Ο νομοθέτης το έλαβε υποψην του αυτό;
ΜΕΡΟΣ Δ΄ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (άρθρα 532-543)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ
Άρθρο 541
Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου 541, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Άρθρο 541, Παρακολούθηση επιδόσεων:
Ο υποχρεωτικός έλεγχος περιορίζει τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μ.Ε.Ε., καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και προτεραιοτήτων του Φορέα.
Έρχεται σε σύγκρουση με την παρ. 7 του άρθρου 9 του ν.4795/2021 σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μ.Ε.Ε. και καθιστά το Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων – σε συνδυασμό και με το άρθρο 507 και 541 του παρόντος αλλά και του άρθρου 8 του ν. 5293/2026 «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό προς τον πολίτη» που αφορά τις δικαστικές αποφάσεις – προαποφασισμένη και προτυπωμένη διαδικασία για όλες τις Μ.Ε.Ε. των Ο.Τ.Α. περιορίζοντας σημαντικά την ανεξαρτησία, την αυτονομία τους και την δυνατότητα να επιλέγουν μαζί με τον επικεφαλής του φορέα τις προτεραιότητες που θα τεθούν στο εκάστοτε Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων.
Επιπλέον, «ο έλεγχος εγκυρότητας των στοιχείων» καταχωρημένων στον ηλεκτρονικό φάκελο στοιχείων είναι επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην «πρώτη» και «δεύτερη γραμμή» ρόλων (διοικητική επαλήθευση – διαπίστωση). Αντιθέτως Σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4795/2021και τα Παγκόσμια Πρότυπα για τον Εσωτερικό Έλεγχο « Η τρίτη γραμμή περιλαμβάνει τη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία παρέχει στον επικεφαλής του φορέα εύλογη διαβεβαίωση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα του συστήματος και των διαδικασιών διακυβέρνησης, διαχείρισης των κινδύνων και των επιμέρους στοιχείων και δικλίδων ελέγχου του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, που αποτελούν αρμοδιότητα των δύο πρώτων γραμμών ρόλων»
Άρθρο 541:Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου 541, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
ΜΕΡΟΣ Δ΄ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (άρθρα 532-543)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ
Άρθρο 541
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου 541, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας.
Άρθρο 541:Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου 541, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Αρθρο 541
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου 541, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Αρθρο 470
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι η πρόβλεψη του άρθρου 470 για τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης από τη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του φορέα έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τα Διεθνή Πρότυπα, καθώς ο θεσμικός ρόλος της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου περιορίζεται αποκλειστικά στην παροχή εύλογης διαβεβαίωσης και συμβουλευτικών υπηρεσιών και δεν ασκεί κατασταλτικό ή καταλογιστικό έλεγχο επί προσώπων. Περαιτέρω, η εμπλοκή της Μονάδας σε εκτελεστικές ή διοικητικές λειτουργίες απαγορεύεται ρητά από το άρθρο 7 του νόμου 4795/2021, το οποίο απαγορεύει αυστηρά στους εσωτερικούς ελεγκτές την ανάληψη διοικητικών και εκτελεστικών καθηκόντων. Συνεπώς, η διενέργεια μιας ένορκης διοικητικής εξέτασης αποτελεί αμιγώς πειθαρχική και ανακριτική διαδικασία της διοικητικής ιεραρχίας και η ανάθεση τέτοιων καθηκόντων στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου παραβιάζει τη λειτουργική της ανεξαρτησία, αφού πρόκειται για διαδικασία που ανήκει αποκλειστικά στη διοικητική ιεραρχία και όχι στους εσωτερικούς ελεγκτές. Τέλος, η ανάληψη τέτοιων ρόλων συγχέει τις αρμοδιότητες εντός του Φορέα και υπονομεύει την αντικειμενικότητα του ελεγκτικού μηχανισμού, δεδομένου ότι το άρθρο 20 του νόμου 4795/2021 ορίζει ρητά ότι η διερεύνηση υποθέσεων απάτης δεν διενεργείται από τους εσωτερικούς ελεγκτές, ενώ το άρθρο 81 παράγραφος 5 αναθέτει τις διοικητικές έρευνες αποκλειστικά στις αρμόδιες οργανικές μονάδες. Η προτεινόμενη διάταξη προκαλεί σοβαρή σύγκρουση συμφερόντων και αλλοιώνει τη στρατηγική αποστολή του Εσωτερικού Ελέγχου, γι’ αυτό και κρίνεται επιβεβλημένη η απάλειψη της συμμετοχής της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου από το συγκεκριμένο άρθρο.
ΆΡΘΡΟ 541
Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Σχόλιο :Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου 541, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Άρθρο 541
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 541, οι οποίες ουσιαστικά επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, δημιουργούν σοβαρούς προβληματισμούς ως προς τη συμβατότητά τους με το ισχύον πλαίσιο του νόμου 4795/2021 και τις αρχές της διεθνούς ελεγκτικής πρακτικής. Ειδικότερα, η πρόβλεψη υποχρεωτικής ένταξης του συγκεκριμένου ελέγχου στο ετήσιο πρόγραμμα της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου περιορίζει ουσιωδώς τη λειτουργική της ανεξαρτησία, καθώς στερεί τη δυνατότητα διαμόρφωσης του ελεγκτικού προγραμματισμού βάσει αξιολόγησης κινδύνων και πραγματικών αναγκών του φορέα.
Παράλληλα, η ρύθμιση αυτή φαίνεται να αντίκειται και στην παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία οι εντολές για τη διενέργεια εσωτερικών ελέγχων και συμβουλευτικών έργων εκδίδονται από τον επικεφαλής του φορέα. Επιπροσθέτως, η διαδικασία επιβεβαίωσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά κατ’ ουσίαν επιχειρησιακή και διοικητική λειτουργία, η οποία εντάσσεται στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 6 του νόμου 4795/2021.
Η ανάθεση στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου καθηκόντων διοικητικής επαλήθευσης στοιχείων που καταχωρίζονται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων μεταβάλλει τον στρατηγικό και ανεξάρτητο χαρακτήρα της λειτουργίας της. Οι σχετικές τεχνικές και θεσμικές επιφυλάξεις έχουν ήδη αναπτυχθεί αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών Ο.Τ.Α. σχετικά με τον έλεγχο ορθότητας των αναρτώμενων στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων Ο.Τ.Α., οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν στο σύνολό τους.
Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνεται η τροποποίηση της διατύπωσης του σημείου «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)» και η αντικατάστασή του με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», προκειμένου να διαφυλαχθεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Άρθρο 541
Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Οι προβλέψεις στο παρόν άρθρο αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021.
Η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας.
Η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή.
Προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Άρθρο 541
Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Οι προβλέψεις στο παρόν άρθρο αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021.
Η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας.
Η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή.
Προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Σχόλια επί του άρ. 541, Μέρος Δ’, Βιβλίο Δ’: Με την ρύθμιση της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, η οποία αποτελεί επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρονται σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά της με τα παγκόσμια πρότυπα εσωτερικού ελέγχου και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
ΜΕΡΟΣ Δ΄ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ / Άρθρο 541: Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου (οι οποίες επαναδιατυπώνουν την παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 5056/2023) εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον ν. 4795/2021.
Η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου (ΜΕΕ), καθώς ακυρώνει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων (risk assessment). Παράλληλα, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παρ. 7 του άρθρου 9 του ν. 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα είναι ο μόνος αρμόδιος να εκδίδει τις εντολές ελέγχου. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία (πρώτης και δεύτερης γραμμής ρόλων) και όχι διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο, όπως ορίζει το άρθρο 6 του ν. 4795/2021.
Η εμπλοκή της ΜΕΕ σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή. Οι σχετικές τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις αναλύονται διεξοδικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ, οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αντικατάσταση της φράσης «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)» με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η ευθυγράμμιση με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
ΜΕΡΟΣ Δ΄ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ/ Άρθρο 541:Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Οι προβλέψεις του άρθρου 185, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Άρθρο 541 – Η υποχρεωτική ένταξη ελέγχου με προκαθορισμένο αντικείμενο, προθεσμία και τρόπο αναφοράς αποτελεσμάτων στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών της Μ.Ε.Ε. περιορίζει το λειτουργικό χαρακτήρα του εσωτερικού ελέγχου, όπως αυτός προβλέπεται στον ν. 4795/2021. Σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, το ετήσιο πρόγραμμα ελέγχων καταρτίζεται βάσει αξιολόγησης κινδύνων και προτεραιοτήτων του φορέα, με ευθύνη της Μ.Ε.Ε. Η πρόβλεψη υποχρεωτικού ελέγχου για την εξυπηρέτηση επιχειρησιακών αναγκών εξωτερικού συστήματος παρακολούθησης, μετατοπίζει τη λειτουργία της Μ.Ε.Ε. από τον ανεξάρτητο διαβεβαιωτικό της ρόλο σε υποστηρικτικό μηχανισμό διοικητικής συμμόρφωσης και επαλήθευσης στοιχείων. Επιπλέον, ο έλεγχος της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων στο πλαίσιο παρακολούθησης επιδόσεων μέσω του Κόμβου, έχει κυρίως επιχειρησιακό χαρακτήρα, ο οποίος δεν συνάδει με τον ανεξάρτητο και διαβεβαιωτικό ρόλο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου.
ΜΕΡΟΣ Δ΄ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ/ Άρθρο 541:Κόμβος Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Με την παρούσα παρέμβαση επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις του άρθρου 185, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή, όπως αυτή εκτίθεται αναλυτικά και στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με θέμα τον έλεγχο ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ, όπου αναλύονται οι τεχνικές και θεσμικές ενστάσεις επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης οι οποίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)», με τη φράση «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο», ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας και η ευθυγράμμισή της με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Oι προβλέψεις του άρθρου 541, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του νόμου 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον νόμο 4795/2021. Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει δραστικά τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα, ενώ παράλληλα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του νόμου 4795/2021, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μονάδας. Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της «εγκυρότητας» των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων, αποτελώντας ουσιαστικά μια διοικητική επαλήθευση, και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου 4795/2021.
Ειδικότερα, ο όρος «έλεγχος εγκυρότητας» δημιουργεί ασάφεια ως προς το αντικείμενο και το επίπεδο του διενεργούμενου ελέγχου επί των στοιχείων και της τεκμηρίωσης που υποβάλλουν, προκαλώντας σύγχυση αν αφορά έναν διαπιστωτικό έλεγχο ύπαρξης αποδεικτικών εγγράφων ή αν αφορά έλεγχο ορθότητας των στοιχείων που δηλώνονται σε αυτά .
Άρθρο 541, Παρακολούθηση επιδόσεων:
Ο υποχρεωτικός έλεγχος περιορίζει τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μ.Ε.Ε., καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και προτεραιοτήτων του Φορέα.
Έρχεται σε σύγκρουση με την παρ. 7 του άρθρου 9 του ν.4795/2021 σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μ.Ε.Ε. και καθιστά το Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων – σε συνδυασμό και με το άρθρο 507 και 541 του παρόντος αλλά και του άρθρου 8 του ν. 5293/2026 «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό προς τον πολίτη» που αφορά τις δικαστικές αποφάσεις – προαποφασισμένη και προτυπωμένη διαδικασία για όλες τις Μ.Ε.Ε. των Ο.Τ.Α. περιορίζοντας σημαντικά την ανεξαρτησία, την αυτονομία τους και την δυνατότητα να επιλέγουν μαζί με τον επικεφαλής του φορέα τις προτεραιότητες που θα τεθούν στο εκάστοτε Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων.
Επιπλέον, «ο έλεγχος εγκυρότητας των στοιχείων» καταχωρημένων στον ηλεκτρονικό φάκελο στοιχείων είναι επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην «πρώτη» και «δεύτερη γραμμή» ρόλων (διοικητική επαλήθευση – διαπίστωση). Αντιθέτως Σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4795/2021και τα Παγκόσμια Πρότυπα για τον Εσωτερικό Έλεγχο « Η τρίτη γραμμή περιλαμβάνει τη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία παρέχει στον επικεφαλής του φορέα εύλογη διαβεβαίωση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα του συστήματος και των διαδικασιών διακυβέρνησης, διαχείρισης των κινδύνων και των επιμέρους στοιχείων και δικλίδων ελέγχου του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, που αποτελούν αρμοδιότητα των δύο πρώτων γραμμών ρόλων»
Άρθρο 541: Οι προβλέψεις του άρθρου 541 εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική. Ειδικότερα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου:
α) Δεν εναρμονίζεται με την αποστολή του Εσωτερικού Ελέγχου να προσφέρει απαραίτητη διαβεβαίωση στον επικεφαλής του φορέα για την επάρκεια του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου και να υποβάλει προτάσεις βελτίωσης επί των επιχειρησιακών του διαδικασιών μέσω των ελεγκτικών και συμβουλευτικών του έργων.
β) Επιβάλλεται ένας «εσωτερικός έλεγχος» στους φορείς, τη στιγμή που ο εσωτερικός έλεγχος αποτελεί εργαλείο βελτίωσης στα χέρια των επικεφαλής των φορέων και τα έργα που διενεργεί προκύπτουν είτε από το Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχων είτε εκτάκτως πάντα όμως με εντολή του επικεφαλής του φορέα.
γ) Περιορίζεται η λειτουργική ανεξαρτησία της Μ.Ε.Ε., καθώς υπονομεύεται η δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα.
δ) Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην «πρώτη» και «δεύτερη γραμμή» ρόλων (διοικητική επαλήθευση), και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μ.Ε.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4795/2021.
ε) Διαπιστώνεται ότι, ενώ στην παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 5056/2023 προβλέπεται «έλεγχος ορθότητας» των στοιχείων που περιέχονται στον φάκελο τεκμηρίωσης, στο παρόν άρθρο η σχετική αρμοδιότητα επαναδιατυπώνεται ως «έλεγχος εγκυρότητας». Η μεταβολή αυτή δεν είναι απλώς λεκτική, αλλά μεταβάλλει ουσιωδώς το περιεχόμενο και την έκταση του προβλεπόμενου ελέγχου.
Ειδικότερα, ο όρος «έλεγχος εγκυρότητας» δύναται να εκληφθεί ως έλεγχος διοικητικής ή κανονιστικής επικύρωσης των υποβαλλόμενων στοιχείων, εμπλέκοντας τη Μονάδα σε ρόλο που δεν προκύπτει από το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της και δεν συνάδει με τις διατάξεις του ν. 4795/2021 ως προς τον ρόλο, τις αρμοδιότητες και τον τρόπο λειτουργίας της ΜΕΕ. Παράλληλα, η διαφοροποίηση της ορολογίας δημιουργεί ασάφεια ως προς το αντικείμενο και το επίπεδο του διενεργούμενου ελέγχου επί των στοιχείων και της τεκμηρίωσης που υποβάλλουν οι ΟΤΑ, ιδίως ως προς το αν πρόκειται για έλεγχο τεχνικής/λογικής ορθότητας ή για έλεγχο θεσμικής και διοικητικής εγκυρότητας.
Ποιός ελέγχει τις δημοτικές κοινότητες χωριών;;;; Οι ίδιοι λένε ότι είναι ανεξάρτητοι και δεν ελέγχονται. Όμως αγνοούν τα αιτήματα πολιτών και δεν απαντούν, δεν κάνουν την ετήσια συμβουλευτική γενική συνέλευση κατοίκων κοινοτήτων που αναγράφει ο νόμος Κλεισθένη, εξυπηρετούν μόνο όσους τους ψήφισαν και εκδικούνται τους υπόλοιπους.
Δεν γίνεται ρητή αναφορά ποιός ελέγχει τον εκπρόσωπο δημοτικής κοινότητας χωριού. Ο Δήμαρχος θα πρέπει να ασκεί έλεγχο στις δημοτικές κοινότητες για τις πράξεις ή παραλείψεις τους ( αλλιώς να μην παίρνουν έξοδα παράστασης οι κοινότητες). Το 99% των Κοινοτήτων δεν απαντούν στα έγγραφα αιτήματα πολιτών και μάλιστα για επείγοντα θέματα και δεν κάνουν ετήσιες συμβουλευτικές συνελέυσεις κατοίκων. Έχουν καταργήσει την δημοκρατία και τα δικαιώματα πολιτών.
Δεν γίνεται πουθενά αναφορά σχετικά με τις διατάξεις του Ν. 4795/2021 ΜΕΡΟΣ Α σύμφωνα με τον οποίο καθορίζονται επακριβώς οι διαδικασίες και ο κανονισμός ΣΕΕ με αποτέλεσμα οι επιμέρους διατάξεις να αποδυναμώνουν τον χαρακτήρα και την έννοια του εσωτερικού ελέγχου
ΜΕΡΟΣ Δ ΑΡΘΡΟ 541 . Οι προβλέψεις του άρθρου 185, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παρ.
2 του άρθρου 33 του ν. 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη
συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον ν.4795/2021.
Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει τη
λειτουργική ανεξαρτησία της Μ.Ε.Ε., καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης
του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και
πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα. Επιπλέον, έρχεται σε σύγκρουση με την
παρ. 7 του άρθρου 9 του ν.4795/2021 σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του
Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών
έργων της Μ.Ε.Ε..
Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων
στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην
«πρώτη» και «δεύτερη γραμμή» ρόλων (διοικητική επαλήθευση), και όχι στο
Σ.Ε.Ε.Δ. | Σύνδεσμος Εσωτερικών Ελεγκτών Δημοσίου | seedhellas@gmail.com
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥΣ.Ε.Ε.Δ. | Σύνδεσμος Εσωτερικών Ελεγκτών Δημοσίου | seedhellas@gmail.com
διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μ.Ε.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν.
4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης
στοιχείων στον «Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων» αλλοιώνει τη στρατηγική της
αποστολή.
Οι αναλυτικές μας διατυπώσεις ως προς την διάταξη του ν. 5056/2023,
βρίσκονται και στην από 18/03/2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με
θέμα: «Έλεγχος ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο
Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ», όπου εκτίθενται αναλυτικά οι τεχνικές και
θεσμικές ενστάσεις μας επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης της Μ.Ε.Ε. και οι οποίες
παραμένουν σε πλήρη ισχύ και για το άρθρο 185 του παρόντος.
ΑΡΘΡΟ 541: οι προβλεπόμενες διατάξεις εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον ν.4795/2021.
Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει τη λειτουργική ανεξαρτησία της Μ.Ε.Ε., καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα. Επιπλέον, έρχεται σε σύγκρουση με την παρ. 7 του άρθρου 9 του ν.4795/2021 σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών έργων της Μ.Ε.Ε..
Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην «πρώτη» και «δεύτερη γραμμή» ρόλων (διοικητική επαλήθευση), και όχι στο διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μ.Ε.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης στοιχείων στον «Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων» αλλοιώνει τη στρατηγική της αποστολή.
Σ.Ε.Ε.Δ | Σύνδεσμος Εσωτερικών Ελεγκτών Δημοσίου| seedhellas@gmail.com
Τροποποίηση άρθρου 542 περί βραβείων επιδόσεων
Η διατύπωση του άρθρου 542 σχετικά με τα βραβεία -χρηματικά έπαθλα για την επίτευξη των δεικτών ΟΤΑ δεν ανταποκρίνεται στη φιλοσοφία της βούλησης για την καθιέρωση επιβράβευσης αποδοτικότητας με τη μορφή χρηματικών βραβείων για την βελτίωση των δεικτών ΟΤΑ.
Και αυτό γιατί α) Το ποσοστό που αναφέρεται στη παρ.2 ως χρηματικό έπαθλο στους Δήμους ύψους μέχρι
5%0 επί του συνόλου των ετήσιων ΚΑΠ είναι εξαιρετικά χαμηλό.
β) Το ποσό δε ποσοστό, μέχρι 1% επί του 5 %0 , το οποίο όπως αναφέρεται στην παρ 4 θα διανέμεται στους έχοντες την ευθύνη καθώς και όσους ακόμα θα έχουν συντελέσει στην επίτευξη των δεικτών, ακυρώνει εκ προοιμίου όλη τη φιλοσοφία του εγχειρήματος.
Και φυσικά σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί με βάση τα παραπάνω ποσοστά -ποσά να φθάσει το χρηματικό έπαθλο το ύψος του 15% των ετήσιων των αποδοχών κάθε δικαιούχου όπως αναφέρεται. Ο περιορισμός που τίθεται στη Παρ 4 του άρθρου 542 είναι άνευ ουσίας αφού τα προβλεπόμενα ποσά για καταβολή στη πράξη θα είναι υποπολλαπλάσια.
Χρειάζεται λοιπόν να επανεξετασθούν τα ποσοστά-ποσά για να αποκτήσει ουσιαστική αξία η διάταξη .
Οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΕΣ μπορούν κάλλιστα να κάνουν τους υπολογισμούς για να επιβεβαιωθεί του λόγου το αληθές των αναφερομένων μου.
Χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί η διάταξη με τις κατάλληλες αναπροσαρμογές των ποσοστών πριν την κατάθεση του κώδικα στη Βουλή.
ΜΕΡΟΣ Δ ΑΡΘΡΟ 541 . Οι προβλέψεις του άρθρου 185, οι οποίες αποτελούν επαναδιατύπωση της παρ.
2 του άρθρου 33 του ν. 5056/2023, εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη
συμβατότητά τους με τη διεθνή ελεγκτική πρακτική και τον ν.4795/2021.
Συγκεκριμένα, η θεσμοθέτηση αυτού του υποχρεωτικού ελέγχου περιορίζει τη
λειτουργική ανεξαρτησία της Μ.Ε.Ε., καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα κατάρτισης
του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου βάσει ιεράρχησης κινδύνων και
πραγματικών προτεραιοτήτων του Φορέα. Επιπλέον, έρχεται σε σύγκρουση με την
παρ. 7 του άρθρου 9 του ν.4795/2021 σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής του
Φορέα εκδίδει τις εντολές εσωτερικών ελέγχων και παροχής συμβουλευτικών
έργων της Μ.Ε.Ε..
Επιπλέον, η διαδικασία επαλήθευσης της ορθότητας των καταχωρημένων
στοιχείων συνιστά αμιγώς επιχειρησιακή λειτουργία που προσιδιάζει στην
«πρώτη» και «δεύτερη γραμμή» ρόλων (διοικητική επαλήθευση), και όχι στο
Σ.Ε.Ε.Δ. | Σύνδεσμος Εσωτερικών Ελεγκτών Δημοσίου | seedhellas@gmail.com
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
Σ.Ε.Ε.Δ. | Σύνδεσμος Εσωτερικών Ελεγκτών Δημοσίου | seedhellas@gmail.com
διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο της Μ.Ε.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν.
4795/2021. Η εμπλοκή της Μονάδας σε ρόλο μηχανισμού διοικητικής επικύρωσης
στοιχείων στον «Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων» αλλοιώνει τη στρατηγική της
αποστολή.
Οι αναλυτικές μας διατυπώσεις ως προς την διάταξη του ν. 5056/2023,
βρίσκονται και στην από 18/03/2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών ΟΤΑ με
θέμα: «Έλεγχος ορθότητας στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο
Παρακολούθησης Επιδόσεων ΟΤΑ», όπου εκτίθενται αναλυτικά οι τεχνικές και
θεσμικές ενστάσεις μας επί της συγκεκριμένης υποχρέωσης της Μ.Ε.Ε. και οι οποίες
παραμένουν σε πλήρη ισχύ και για το άρθρο 185 του παρόντος.