Άρθρο 51
Μεταβατική διάταξη – Προσθήκη άρθρου 20Α στο β.δ. 16/1966
Μετά το άρθρο 20 του β.δ. 16/1966 (Α’ 7), προστίθεται άρθρο 20Α ως εξής:
«Άρθρο 20Α
Μεταβατικές διατάξεις
- Οι Σχολές Ανώτερης Μουσικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.Μ.Ε.) του παρόντος, δημόσιες και ιδιωτικές, συνεχίζουν να λειτουργούν σύμφωνα με το παρόν, το β.δ. 57/1957 (Α΄229) και τον ν. 299/1976 (Α΄90) υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
- Οι σπουδαστές που αποφοιτούν από τις Σχολές του παρόντος, του β.δ. 57/1957 και του ν. 299/1976, μετά τη μετονομασία τους σε Α.Σ.Μ.Ε., λαμβάνουν Πτυχίο ή Δίπλωμα ισότιμο με επίπεδο πέντε (5) του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων του Τμήματος της Α.Σ.Μ.Ε. από την οποία αποφοίτησαν.».




Άρθρα 46, 48 και 51
Κείμενο Προσθήκης:
Στο τέλος των διατάξεων που αναφέρονται στο β.δ. 16.1/19.2.1957 (Α΄ 229) και στον ν. 299/1976 (Α΄ 90), προστίθεται η φράση:
«καθώς και στις διατάξεις της παρ. 13 του άρθρου 10 του ν. 3207/2003 (Α’ 302)»
Η προτεινόμενη προσθήκη κρίνεται επιβεβλημένη για την αποκατάσταση της νομοτεχνικής πληρότητας του σχεδίου νόμου και τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των αποφοίτων. Συγκεκριμένα ο νόμος 3207/2003 (άρθρο 10, παρ. 13) αποτελεί τη θεμελιώδη διάταξη που εκσυγχρόνισε το πλαίσιο του β.δ. 1957, εντάσσοντας επίσημα στο σύστημα των αναγνωρισμένων τίτλων σπουδών τις ειδικότητες της Διεύθυνσης Ορχήστρας, Διεύθυνσης Χορωδίας, Σαξοφώνου και Παραδοσιακής Μουσικής.
Η παράλειψη αναφοράς σε αυτόν δημιουργεί τον κίνδυνο οι τίτλοι σπουδών των ανωτέρω ειδικοτήτων να παραμείνουν μετέωροι και εκτός της νέας διαβάθμισης προσόντων, παρόλο που αποτελούν οργανικό κομμάτι των σπουδών στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και στα αναγνωρισμένα Μ.Ε.Ι..
Με τη ρητή αναφορά στη διάταξη του 2003, διασφαλίζεται ότι οι απόφοιτοι των Σχολών αυτών θα έχουν την ίδια νομική αντιμετώπιση και επαγγελματική εξέλιξη με τους αποφοίτους σύμφωνα με το β.δ 1957, εναρμονίζοντας το νομοθετικό πλαίσιο με την εκπαιδευτική πραγματικότητα.
Η αντιστοίχιση των Διπλωμάτων των Μουσικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων με το «Δίπλωμα Επαγγελματικής Ειδικότητας, Εκπαίδευσης και Κατάρτισης Επιπέδου 5 – Ι.Ε.Κ.» δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ως προς τη φύση και το περιεχόμενο των μαθησιακών αποτελεσμάτων.
Οι απόφοιτοι των Ανώτερων Καλλιτεχνικών Σχολών και των Μουσικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων δεν αποκτούν απλώς επαγγελματικές δεξιότητες κατάρτισης, αλλά ολοκληρωμένη καλλιτεχνική και ερμηνευτική συγκρότηση, η οποία βασίζεται σε πολυετή εντατική εκπαίδευση, θεωρητική κατάρτιση και δημόσια αξιολόγηση μέσω εξετάσεων, συναυλιών και διπλωματικών παρουσιάσεων.
Αντιθέτως, το Δίπλωμα Επιπέδου 5 των Ι.Ε.Κ. εντάσσεται στο πλαίσιο επαγγελματικής κατάρτισης και στοχεύει κυρίως στην απόκτηση εφαρμοσμένων δεξιοτήτων συγκεκριμένης ειδικότητας, με διαφορετική φιλοσοφία, διάρκεια, μεθοδολογία και στόχευση.
Η εξομοίωση δύο διαδρομών με διαφορετική δομή, διαφορετικό βάθος σπουδών και διαφορετικά μαθησιακά αποτελέσματα οδηγεί σε θεσμική σύγχυση και υποβάθμιση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Δεν πρόκειται για αξιολογική σύγκριση, αλλά για αντικειμενική διαπίστωση ότι τα μαθησιακά αποτελέσματα δεν είναι ταυτόσημα ούτε συγκρίσιμα ως προς το εύρος και το επίπεδο πολυπλοκότητας.
Εάν ο στόχος είναι η ουσιαστική ένταξη της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στο Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων, η αντιστοίχιση οφείλει να βασίζεται σε σαφή περιγραφή μαθησιακών αποτελεσμάτων, φόρτου εργασίας και επιπέδου αυτονομίας, ώστε να αποτυπώνεται με ακρίβεια η ιδιαιτερότητα και η βαρύτητα των σπουδών των Ανώτερων Καλλιτεχνικών Σχολών.