Άρθρο 5
Ακαδημαϊκή διάρθρωση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών – Ανάδειξη και συγκρότηση οργάνων διοίκησης
- H Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών (Α.Σ.Π.Τ.) διαρθρώνεται σε ακαδημαϊκές μονάδες δύο (2) επιπέδων:
α) τις Σχολές και
β) τα Τμήματα.
Η Α.Σ.Π.Τ. αποτελείται από τη Σχολή Παραστατικών Τεχνών με τα εξής Τμήματα:
α) Δραματικής Τέχνης και Σκηνοθεσίας με την ονομασία «Δραματική Τέχνη Εθνικού Θεάτρου»,
β) Ορχηστικής Τέχνης με την ονομασία «Ορχηστική Τέχνη Εθνικής Λυρικής Σκηνής»,
γ) Ορχηστικής Τέχνης με την ονομασία «Ορχηστική Τέχνη Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης»,
δ) Δραματικής Τέχνης με την ονομασία «Δραματική Τέχνη Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος» και
ε) Μουσικής με την ονομασία «Μουσική Τέχνη Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης».
- Με απόφαση της Συγκλήτου της Α.Σ.Π.Τ. δύναται να εγκρίνεται η ίδρυση Τομέων, σύμφωνα με την περ. ια) της παρ. 4 του άρθρου 16 του ν. 4957/2022 (Α’ 141).
- Κάθε Τμήμα υποστηρίζεται διοικητικά και γραμματειακά από τη Γραμματεία του Τμήματος.
- Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, η ανάδειξη και συγκρότηση των οργάνων διοίκησης της Α.Σ.Π.Τ. πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ του ν. 4957/2022. Κάθε μέλος από τα πέντε (5) εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης είναι φυσικό πρόσωπο που προέρχεται από τον καλλιτεχνικό χώρο που εκπροσωπούν το Εθνικό Θέατρο, η Εθνική Λυρική Σκηνή, η Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης.
Άρθρο 6
Καλλιτεχνικό Συμβούλιο
- Με την απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης της παρ. 1 του άρθρου 14 συστήνεται και συγκροτείται Καλλιτεχνικό Συμβούλιο, που αποτελείται από εννέα (9) μέλη, προσωπικότητες με ευρεία αναγνώριση ή συμβολή στα γνωστικά αντικείμενα της δραματικής τέχνης, της ορχηστικής τέχνης και της μουσικής ερμηνείας και σύνθεσης. Τα πέντε (5) από τα μέλη του πρώτου εδαφίου υποδεικνύονται από το ανώτατο διοικητικό όργανο των νομικών προσώπων με την επωνυμία «Εθνικό Θέατρο», «Εθνική Λυρική Σκηνή», «Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης», «Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος» και «Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης», αντίστοιχα.
- Τα μέλη του Καλλιτεχνικού Συμβουλίου ορίζονται για τριετή θητεία, η οποία δύναται να ανανεωθεί για δύο (2) ακόμη ισόχρονες θητείες. Ο Πρόεδρος του Καλλιτεχνικού Συμβουλίου εκλέγεται, κατόπιν ψηφοφορίας μεταξύ των μελών του. Τα μέλη του Καλλιτεχνικού συμβουλίου δεν αμείβονται για τη συμμετοχή τους σε αυτό.
- Το Καλλιτεχνικό Συμβούλιο διατυπώνει γνώμη:
α) σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 12, περί εκλογής μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού κατά τις εξαιρετικές περιπτώσεις,
β) σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 13, περί ανάθεσης αυτοδύναμου διδακτικού έργου στα μέλη Ειδικού Καλλιτεχνικού Προσωπικού και
γ) κατόπιν ερωτήματος της Συγκλήτου για οποιοδήποτε θέμα αρμοδιότητας αυτής.
Άρθρο 7
Σύσταση Γραφείου Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
- Στην Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών (Α.Σ.Π.Τ.) συστήνεται Γραφείο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) με αύξηση, κατά μίας (1), των οργανικών θέσεων των Παρέδρων του Ν.Σ.Κ.
- Το Γραφείο του Ν.Σ.Κ. έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον Οργανισμό της Α.Σ.Π.Τ. και λειτουργεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Οργανισμό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ν. 4831/2021, Α’ 170).




Σύλλογος Σπουδαστών -τριών Δραματικής Σχολής Ωδείου Αθηνών
Τοποθέτηση για το νομοσχέδιο με τίτλο “Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών”
Ως Σπουδαστικό Σώμα παρακολουθούμε τις εξελίξεις πάνω στο νομοσχέδιο μετά από δεκαετίες άνισης και άδικης μεταχείρισης των νέων καλλιτεχνών της χώρας. Πιστεύουμε ότι με το νομοσχέδιο, οι ανισότητες αυτές θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Τα αιτήματά μας είναι τα εξής:
Απόσυρση/ Αναβολή του νομοσχεδίου και εκ νέου ενδελεχής μελέτη του, ώστε να καλυφθούν τα κενά και οι αντιφάσεις που υπάρχουν. Απαιτούμε να αφιερωθεί χρόνος στην εξέταση των σχολίων που κατατέθηκαν κατά την ηλεκτρονική διαβούλευση, και ότι θα μπει, έστω και τώρα, σε ουσιαστικό διάλογο με τους άμεσα ενδιαφερόμενους και γνώστες του αντικειμένου, όπως δεν έγινε στο παρελθόν, αφού οι εν λόγω συνομιλητές είτε δεν είχαν αρκετές πληροφορίες να στοιχειοθετήσουν τα επιχειρήματα τους, είτε έτυχαν παντελούς απαξίωσης.
Αναβάθμιση των καλλιτεχνικών σπουδών
Να ξεκαθαρίσει το τοπίο των πιστωτικών μονάδων. Επείγει να διασαφηνιστούν με απόλυτη ακρίβεια τα σημεία που αφορούν την εξίσωση των σπουδών με πιστωτικές μονάδες (ECTS).
Στη συνέχεια, να γίνει ξεκάθαρος ο δίαυλος των σπουδαστών για πτυχίο επιπέδου 6. Πρέπει να διασφαλίσει την ελεύθερη πρόσβαση προς ένα επιπλέον έτος φοίτησης σε όλες και όλους όσες και όσοι το επιθυμούν να αναβαθμίσουν τον τίτλο τους μέσω προγράμματος που θα παρέχεται από κρατικό ή κρατικά ΑΕΙ.
Επιπλέον, το νομοσχέδιο περιορίζεται στην πρόσβαση στα ελληνικά Α.Ε.Ι., χωρίς να ανοίγει τον δρόμο σε εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού, βάσει των ευρωπαϊκών συστάσεων.
Ως σπουδαστικό σώμα, συντασσόμαστε με τον αγώνα και τα αιτήματα των καθηγητών μας και τον αγώνα των υπόλοιπων σχολών. Απαιτούμε την διασφάλιση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας. Παρακαλούμε να ληφθούν υπόψιν όλα τα παραπάνω. Εάν αυτό δεν συμβεί με τρόπο που θα επιτρέπει σε όλους τους απόφοιτους να συνεχίζουν τις σπουδές τους εντός και εκτός εθνικών συνόρων, αξιοκρατικά αλλά με ίσους όρους ως δικαιούνται, πολύ φοβόμαστε ότι η περιπέτεια θα συνεχιστεί, εφόσον η εκ νέου προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας θα καταστεί μονόδρομος.
Σύλλογος Σπουδαστών -τριών Δραματικής Σχολής Ωδείου Αθηνών
Μετά από 3μιση χρόνια από τη συλλογική κινητοποίηση του καλλιτεχνικού κόσμου που αναπτύχθηκε στον στόχο της υπεράσπισης των εργασιακών και ακαδημαϊκών δικαιωμάτων του, τα οποία ευθέως απειλήθηκαν με το ΠΔ 85/22, κατατίθεται σχέδιο νόμου το οποίο οφείλει να είναι εναρμονισμένο με την απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1941-2/2025, η οποία δικαίωσε τα αιτήματά μας.
Τα κύρια αιτήματα του κινήματος ήταν η αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων μας με τη δημιουργία νέας βαθμίδας ισοδύναμης με Τ.Ε., η διαβάθμιση των ακαδημαϊκών δικαιωμάτων και η ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών που θα διασφαλίζει την παροχή δημόσιων και δωρεάν σπουδών.
Με ιδιαίτερη ικανοποίηση αναγνωρίζουμε και επισημαίνουμε τη δικαίωση αυτή ως αποτέλεσμα του δυναμικού συλλογικού αγώνα των καλλιτεχνών, καθώς και της καθοριστικής συμβολής της νομικής μας εκπροσώπησης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η δημιουργία της βαθμίδας ΚΕ, η οποία εξισώνεται ως προς τα εργασιακά δικαιώματα με τη βαθμίδα ΤΕ, καθώς και η γεφύρωση του αδιαβάθμητου που ίσχυε μετά το 2003, συνιστούν την ουσιαστική ικανοποίηση ενός πάγιου και δίκαιου αιτήματος του κλάδου και αποτυπώνουν μια συνολική νίκη σε επίπεδο εργασιακών δικαιωμάτων
Ιδιαίτερης σημασίας εξέλιξη συνιστά και η υπαγωγή όλων των δραματικών σχολών, καθώς και της νεοσύστατης πανεπιστημιακής σχολής, στην πλήρη εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας. Το αίτημα αυτό είχε τεθεί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, με στόχο την άρση ζητημάτων διαδικαστικής φύσης και, κυρίως, τη διασφάλιση της ουσιαστικής αναγνώρισης των σχολών ως φορέων παροχής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, κατά τρόπο αντίστοιχο με εκείνον που ισχύει για τις σχολές των λοιπών μη καλλιτεχνικών κλάδων.
Αίτημα διαχρονικής σημασίας υπήρξε η ίδρυση του Πανεπιστημίου Παραστατικών Τεχνών, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο συστηματικής διεκδίκησης εκ μέρους του καλλιτεχνικού χώρου και πλέον βρίσκεται σε διαδικασία υλοποίησης. Ωστόσο, δεδομένης της ιστορικής σημασίας της συγκυρίας για την καλλιτεχνική εκπαίδευση και τη μελλοντική της διαμόρφωση, κρίνεται αναγκαία η ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο οργάνωσής της, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιάζουσα φύση της.
Στο πλαίσιο αυτό, εκφράζουμε τον έντονο προβληματισμό μας σχετικά με τη δημιουργία του νέου πανεπιστημιακού σχήματος μέσω της συσσωμάτωσης ήδη υφιστάμενων κρατικών σχολών, καθώς διαφαίνεται κίνδυνος αλλοίωσης της ταυτότητας ιστορικών φορέων πολιτισμού με μακρά και σημαντική διαδρομή.
Επισημαίνεται ότι για τη διασφάλιση της πλήρους και ισότιμης πρόσβασης όλων των φοιτητών, πέραν της πανεπιστημιακής σχολής, είναι απαραίτητη η λειτουργία και η ενίσχυση ανώτερων δημόσιων σχολών, παράλληλα με την ύπαρξη των ιδιωτικών. Η συσσωμάτωση των υφιστάμενων σχολών στο υπό ίδρυση πανεπιστημιακό σχήμα, με αποκλειστική αξιοποίηση των ήδη υπαρχουσών υλικοτεχνικών υποδομών, δεν επαρκεί για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του κράτους που επιδιώκει την ουσιαστική μεταρρύθμιση, την προαγωγή της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και τη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα της
Το αίτημα επικεντρωνόταν στη δημιουργία ενός δημόσιου και δωρεάν πανεπιστημίου, ως ξεχωριστού φορέα, το οποίο θα προάγει τον καλλιτεχνικό πλουραλισμό μέσω της διδασκαλίας σε νέες, ειδικά διαμορφωμένες υποδομές, πλήρως εναρμονισμένες με τις διαφορετικές ανάγκες κάθε καλλιτεχνικής ειδικότητας. Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις είναι δυνατός ο ουσιαστικός καλλιτεχνικός διάλογος μεταξύ των φοιτητών. Παρά ταύτα, παρατηρείται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, είτε απομονώνονται άστοχα ορισμένες τέχνες (π.χ. οι μουσικοί), είτε ενοποιούνται απερίσκεπτα άλλες, χωρίς να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες κάθε καλλιτεχνικού κλάδου.
Ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα αφορά στον ακαδημαϊκό «διάδρομο» που διαμορφώνεται για τους αποφοίτους των ανωτέρων σχολών. Τα ποσοστά πρόσβασης στην εν λόγω διαδικασία κρίνονται δυσανάλογα χαμηλά σε σχέση με τον αριθμό των αποφοίτων, καθιστώντας τη διαδικασία ουσιαστικά ανεπαρκή. Παράλληλα, η δυνατότητα εισαγωγής μέσω κατατακτηρίων εξετάσεων στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο υπογραμμίζει τις περιορισμένες δυνατότητες του συστήματος να αναγνωρίσει και να αξιοποιήσει τις καλλιτεχνικές σπουδές, δεδομένου ότι η φύση τους είναι πρακτική, απαιτεί την πλήρη φυσική παρουσία και δεν μπορεί να υποστηριχθεί επαρκώς μέσω εξ αποστάσεως διδασκαλίας. Η παρούσα διαμόρφωση υπονομεύει τόσο την ουσιαστική πρόσβαση των αποφοίτων όσο και την αναγνώριση της πρακτικής καλλιτεχνικής εκπαίδευσης.
Το αίτημά μας παραμένει η διασφάλιση πλήρως δωρεάν εκπαίδευσης και η δημιουργία ενός ουσιαστικού και εφικτού «διαδρόμου» ανωτατοποίησης των πτυχίων, με απόλυτο σεβασμό στις ήδη ολοκληρωμένες σπουδές των φοιτητών. Συνεπώς, δεν δύναται να προβλέπεται η δυνατότητα περαιτέρω σπουδών επί πληρωμή, επειδή η πρόσβαση στο νέο πανεπιστήμιο ουσιαστικά καταλήγει ατελέσφορη. Επιπλέον, η αναγνώριση της υπάρχουσας σπουδής δεν πρέπει να υποβαθμίζεται. Στις προτεινόμενες εναλλακτικές επιλογές, προβλέπεται η εισαγωγή στο 5ο εξάμηνο, δηλαδή στο τρίτο έτος, ενώ η διάρκεια της φοίτησής μας είναι τριετής· επομένως, οι αναγνωρισμένες πιστωτικές μονάδες πρέπει να ανέρχονται σε 180. Συμπερασματικά, είτε εφαρμοστεί το σύστημα πιστωτικών μονάδων είτε το σύστημα εξαμήνων, η πρόσβαση οφείλει να γίνεται στο τέταρτο έτος και να οργανώνεται με τρόπο που να μην διαταράσσει τη συνολική λειτουργία και συνοχή της ομάδας του αντίστοιχου έτους, διασφαλίζοντας πλήρως τα δικαιώματα των φοιτητών και την ακεραιότητα της προηγούμενης εκπαιδευτικής τους πορείας
Όσον αφορά το διδακτικό και καλλιτεχνικό προσωπικό, όπως ορίζονται τα προσόντα αποκλείουν μεγάλο μέρος των ενεργών καλλιτεχνών-καθηγητών και αιτούμαστε την αναθεώρησή τους, ώστε να μη οδηγηθούμε είτε σε δυσανάλογη ποσόστωση θεωρητικών ακαδημαϊκών έναντι ενεργών καλλιτεχνών καθηγητών είτε σε φωτογραφικού τύπου προσοντολόγιο για τη στελέχωση του νέου πανεπιστημίου. Αξίζει να τονιστεί ότι το επίπεδο 5 αφορά τα ακαδημαϊκά δικαιώματα. Η μεθοδευμένη ενσωμάτωση και των ΙΕΚ στο παρόν σχέδιο νόμου ουσιαστικά αποτελεί ευθεία ακαδημαϊκή υποβάθμιση των δικών μας πτυχίων και απαιτούμε να γίνει σαφής ακαδημαϊκός διαχωρισμός.
Ένα εξίσου κρίσιμο ζήτημα αφορά στην έλλειψη ουσιαστικής φοιτητικής μέριμνας, η οποία αποτελούσε ένα από τα βασικά αιτήματα των σπουδαστών.
Εν κατακλείδι, η καλλιτεχνική εκπαίδευση έχει γνωρίσει χρόνια πολλαπλών προκλήσεων και πλήττεται σε διάφορα επίπεδα. Πρόκειται για έναν ιδιάζοντα τομέα με ειδικές απαιτήσεις, τις οποίες οφείλει να λάβει υπόψη κάθε πολιτική ή θεσμική παρέμβαση, προκειμένου η εξέλιξή της να είναι δυναμική και ουσιαστική, και όχι να εντάσσεται σε αυστηρά κανονιστικά πλαίσια πανεπιστημιακού τύπου, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική φύση της.
Κατόπιν τούτου, καλούμε την Πολιτεία σε ουσιαστική διαβούλευση με ενεργούς καλλιτέχνες, καθηγητές, σωματεία, δραματικές σχολές και φοιτητικούς συλλόγους, προκειμένου να αναθεωρηθεί ο προτεινόμενος νόμος-πλαίσιο, εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα, τη δυναμική και την ποιότητα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης.
Ο διευθυντής σπουδών
Οι καθηγητές/τριες της Ανώτερης Δραματικής Σχολής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πάτρας
Μετά από 3μιση χρόνια από τη συλλογική κινητοποίηση του καλλιτεχνικού κόσμου που αναπτύχθηκε στον στόχο της υπεράσπισης των εργασιακών και ακαδημαϊκών δικαιωμάτων του, τα οποία ευθέως απειλήθηκαν με το ΠΔ 85/22, κατατίθεται σχέδιο νόμου το οποίο οφείλει να είναι εναρμονισμένο με την απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1941-2/2025, η οποία δικαίωσε τα αιτήματά μας.
Τα κύρια αιτήματα του κινήματος ήταν η αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων μας με τη δημιουργία νέας βαθμίδας ισοδύναμης με Τ.Ε., η διαβάθμιση των ακαδημαϊκών δικαιωμάτων και η ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών που θα διασφαλίζει την παροχή δημόσιων και δωρεάν σπουδών.
Με ιδιαίτερη ικανοποίηση αναγνωρίζουμε και επισημαίνουμε τη δικαίωση αυτή ως αποτέλεσμα του δυναμικού συλλογικού αγώνα των καλλιτεχνών, καθώς και της καθοριστικής συμβολής της νομικής μας εκπροσώπησης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η δημιουργία της βαθμίδας ΚΕ, η οποία εξισώνεται ως προς τα εργασιακά δικαιώματα με τη βαθμίδα ΤΕ, καθώς και η γεφύρωση του αδιαβάθμητου που ίσχυε μετά το 2003, συνιστούν την ουσιαστική ικανοποίηση ενός πάγιου και δίκαιου αιτήματος του κλάδου και αποτυπώνουν μια συνολική νίκη σε επίπεδο εργασιακών δικαιωμάτων
Ιδιαίτερης σημασίας εξέλιξη συνιστά και η υπαγωγή όλων των δραματικών σχολών, καθώς και της νεοσύστατης πανεπιστημιακής σχολής, στην πλήρη εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας. Το αίτημα αυτό είχε τεθεί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, με στόχο την άρση ζητημάτων διαδικαστικής φύσης και, κυρίως, τη διασφάλιση της ουσιαστικής αναγνώρισης των σχολών ως φορέων παροχής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, κατά τρόπο αντίστοιχο με εκείνον που ισχύει για τις σχολές των λοιπών μη καλλιτεχνικών κλάδων.
Αίτημα διαχρονικής σημασίας υπήρξε η ίδρυση του Πανεπιστημίου Παραστατικών Τεχνών, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο συστηματικής διεκδίκησης εκ μέρους του καλλιτεχνικού χώρου και πλέον βρίσκεται σε διαδικασία υλοποίησης. Ωστόσο, δεδομένης της ιστορικής σημασίας της συγκυρίας για την καλλιτεχνική εκπαίδευση και τη μελλοντική της διαμόρφωση, κρίνεται αναγκαία η ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο οργάνωσής της, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιάζουσα φύση της.
Στο πλαίσιο αυτό, εκφράζουμε τον έντονο προβληματισμό μας σχετικά με τη δημιουργία του νέου πανεπιστημιακού σχήματος μέσω της συσσωμάτωσης ήδη υφιστάμενων κρατικών σχολών, καθώς διαφαίνεται κίνδυνος αλλοίωσης της ταυτότητας ιστορικών φορέων πολιτισμού με μακρά και σημαντική διαδρομή.
Επισημαίνεται ότι για τη διασφάλιση της πλήρους και ισότιμης πρόσβασης όλων των φοιτητών, πέραν της πανεπιστημιακής σχολής, είναι απαραίτητη η λειτουργία και η ενίσχυση ανώτερων δημόσιων σχολών, παράλληλα με την ύπαρξη των ιδιωτικών. Η συσσωμάτωση των υφιστάμενων σχολών στο υπό ίδρυση πανεπιστημιακό σχήμα, με αποκλειστική αξιοποίηση των ήδη υπαρχουσών υλικοτεχνικών υποδομών, δεν επαρκεί για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του κράτους που επιδιώκει την ουσιαστική μεταρρύθμιση, την προαγωγή της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και τη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα της
Το αίτημα επικεντρωνόταν στη δημιουργία ενός δημόσιου και δωρεάν πανεπιστημίου, ως ξεχωριστού φορέα, το οποίο θα προάγει τον καλλιτεχνικό πλουραλισμό μέσω της διδασκαλίας σε νέες, ειδικά διαμορφωμένες υποδομές, πλήρως εναρμονισμένες με τις διαφορετικές ανάγκες κάθε καλλιτεχνικής ειδικότητας. Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις είναι δυνατός ο ουσιαστικός καλλιτεχνικός διάλογος μεταξύ των φοιτητών. Παρά ταύτα, παρατηρείται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, είτε απομονώνονται άστοχα ορισμένες τέχνες (π.χ. οι μουσικοί), είτε ενοποιούνται απερίσκεπτα άλλες, χωρίς να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες κάθε καλλιτεχνικού κλάδου.
Ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα αφορά στον ακαδημαϊκό «διάδρομο» που διαμορφώνεται για τους αποφοίτους των ανωτέρων σχολών. Τα ποσοστά πρόσβασης στην εν λόγω διαδικασία κρίνονται δυσανάλογα χαμηλά σε σχέση με τον αριθμό των αποφοίτων, καθιστώντας τη διαδικασία ουσιαστικά ανεπαρκή. Παράλληλα, η δυνατότητα εισαγωγής μέσω κατατακτηρίων εξετάσεων στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο υπογραμμίζει τις περιορισμένες δυνατότητες του συστήματος να αναγνωρίσει και να αξιοποιήσει τις καλλιτεχνικές σπουδές, δεδομένου ότι η φύση τους είναι πρακτική, απαιτεί την πλήρη φυσική παρουσία και δεν μπορεί να υποστηριχθεί επαρκώς μέσω εξ αποστάσεως διδασκαλίας. Η παρούσα διαμόρφωση υπονομεύει τόσο την ουσιαστική πρόσβαση των αποφοίτων όσο και την αναγνώριση της πρακτικής καλλιτεχνικής εκπαίδευσης.
Το αίτημά μας παραμένει η διασφάλιση πλήρως δωρεάν εκπαίδευσης και η δημιουργία ενός ουσιαστικού και εφικτού «διαδρόμου» ανωτατοποίησης των πτυχίων, με απόλυτο σεβασμό στις ήδη ολοκληρωμένες σπουδές των φοιτητών. Συνεπώς, δεν δύναται να προβλέπεται η δυνατότητα περαιτέρω σπουδών επί πληρωμή, επειδή η πρόσβαση στο νέο πανεπιστήμιο ουσιαστικά καταλήγει ατελέσφορη. Επιπλέον, η αναγνώριση της υπάρχουσας σπουδής δεν πρέπει να υποβαθμίζεται. Στις προτεινόμενες εναλλακτικές επιλογές, προβλέπεται η εισαγωγή στο 5ο εξάμηνο, δηλαδή στο τρίτο έτος, ενώ η διάρκεια της φοίτησής μας είναι τριετής· επομένως, οι αναγνωρισμένες πιστωτικές μονάδες πρέπει να ανέρχονται σε 180. Συμπερασματικά, είτε εφαρμοστεί το σύστημα πιστωτικών μονάδων είτε το σύστημα εξαμήνων, η πρόσβαση οφείλει να γίνεται στο τέταρτο έτος και να οργανώνεται με τρόπο που να μην διαταράσσει τη συνολική λειτουργία και συνοχή της ομάδας του αντίστοιχου έτους, διασφαλίζοντας πλήρως τα δικαιώματα των φοιτητών και την ακεραιότητα της προηγούμενης εκπαιδευτικής τους πορείας
Όσον αφορά το διδακτικό και καλλιτεχνικό προσωπικό, όπως ορίζονται τα προσόντα αποκλείουν μεγάλο μέρος των ενεργών καλλιτεχνών-καθηγητών και αιτούμαστε την αναθεώρησή τους, ώστε να μη οδηγηθούμε είτε σε δυσανάλογη ποσόστωση θεωρητικών ακαδημαϊκών έναντι ενεργών καλλιτεχνών καθηγητών είτε σε φωτογραφικού τύπου προσοντολόγιο για τη στελέχωση του νέου πανεπιστημίου. Αξίζει να τονιστεί ότι το επίπεδο 5 αφορά τα ακαδημαϊκά δικαιώματα. Η μεθοδευμένη ενσωμάτωση και των ΙΕΚ στο παρόν σχέδιο νόμου ουσιαστικά αποτελεί ευθεία ακαδημαϊκή υποβάθμιση των δικών μας πτυχίων και απαιτούμε να γίνει σαφής ακαδημαϊκός διαχωρισμός.
Ένα εξίσου κρίσιμο ζήτημα αφορά στην έλλειψη ουσιαστικής φοιτητικής μέριμνας, η οποία αποτελούσε ένα από τα βασικά αιτήματα των σπουδαστών.
Εν κατακλείδι, η καλλιτεχνική εκπαίδευση έχει γνωρίσει χρόνια πολλαπλών προκλήσεων και πλήττεται σε διάφορα επίπεδα. Πρόκειται για έναν ιδιάζοντα τομέα με ειδικές απαιτήσεις, τις οποίες οφείλει να λάβει υπόψη κάθε πολιτική ή θεσμική παρέμβαση, προκειμένου η εξέλιξή της να είναι δυναμική και ουσιαστική, και όχι να εντάσσεται σε αυστηρά κανονιστικά πλαίσια πανεπιστημιακού τύπου, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική φύση της.
Κατόπιν τούτου, καλούμε την Πολιτεία σε ουσιαστική διαβούλευση με ενεργούς καλλιτέχνες, καθηγητές, σωματεία, δραματικές σχολές και φοιτητικούς συλλόγους, προκειμένου να αναθεωρηθεί ο προτεινόμενος νόμος-πλαίσιο, εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα, τη δυναμική και την ποιότητα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης.
Ο διευθυντής σπουδών
Οι καθηγητές/τριες της Ανώτερης Δραματικής Σχολής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πάτρας
Μετά από 3μιση χρόνια από τη συλλογική κινητοποίηση του καλλιτεχνικού κόσμου που αναπτύχθηκε στον στόχο της υπεράσπισης των εργασιακών και ακαδημαϊκών δικαιωμάτων του, τα οποία ευθέως απειλήθηκαν με το ΠΔ 85/22, κατατίθεται σχέδιο νόμου το οποίο οφείλει να είναι εναρμονισμένο με την απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1941-2/2025, η οποία δικαίωσε τα αιτήματά μας.
Τα κύρια αιτήματα του κινήματος ήταν η αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων μας με τη δημιουργία νέας βαθμίδας ισοδύναμης με Τ.Ε., η διαβάθμιση των ακαδημαϊκών δικαιωμάτων και η ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών που θα διασφαλίζει την παροχή δημόσιων και δωρεάν σπουδών.
Με ιδιαίτερη ικανοποίηση αναγνωρίζουμε και επισημαίνουμε τη δικαίωση αυτή ως αποτέλεσμα του δυναμικού συλλογικού αγώνα των καλλιτεχνών, καθώς και της καθοριστικής συμβολής της νομικής μας εκπροσώπησης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η δημιουργία της βαθμίδας ΚΕ, η οποία εξισώνεται ως προς τα εργασιακά δικαιώματα με τη βαθμίδα ΤΕ, καθώς και η γεφύρωση του αδιαβάθμητου που ίσχυε μετά το 2003, συνιστούν την ουσιαστική ικανοποίηση ενός πάγιου και δίκαιου αιτήματος του κλάδου και αποτυπώνουν μια συνολική νίκη σε επίπεδο εργασιακών δικαιωμάτων
Ιδιαίτερης σημασίας εξέλιξη συνιστά και η υπαγωγή όλων των δραματικών σχολών, καθώς και της νεοσύστατης πανεπιστημιακής σχολής, στην πλήρη εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας. Το αίτημα αυτό είχε τεθεί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, με στόχο την άρση ζητημάτων διαδικαστικής φύσης και, κυρίως, τη διασφάλιση της ουσιαστικής αναγνώρισης των σχολών ως φορέων παροχής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, κατά τρόπο αντίστοιχο με εκείνον που ισχύει για τις σχολές των λοιπών μη καλλιτεχνικών κλάδων.
Αίτημα διαχρονικής σημασίας υπήρξε η ίδρυση του Πανεπιστημίου Παραστατικών Τεχνών, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο συστηματικής διεκδίκησης εκ μέρους του καλλιτεχνικού χώρου και πλέον βρίσκεται σε διαδικασία υλοποίησης. Ωστόσο, δεδομένης της ιστορικής σημασίας της συγκυρίας για την καλλιτεχνική εκπαίδευση και τη μελλοντική της διαμόρφωση, κρίνεται αναγκαία η ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο οργάνωσής της, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιάζουσα φύση της.
Στο πλαίσιο αυτό, εκφράζουμε τον έντονο προβληματισμό μας σχετικά με τη δημιουργία του νέου πανεπιστημιακού σχήματος μέσω της συσσωμάτωσης ήδη υφιστάμενων κρατικών σχολών, καθώς διαφαίνεται κίνδυνος αλλοίωσης της ταυτότητας ιστορικών φορέων πολιτισμού με μακρά και σημαντική διαδρομή.
Επισημαίνεται ότι για τη διασφάλιση της πλήρους και ισότιμης πρόσβασης όλων των φοιτητών, πέραν της πανεπιστημιακής σχολής, είναι απαραίτητη η λειτουργία και η ενίσχυση ανώτερων δημόσιων σχολών, παράλληλα με την ύπαρξη των ιδιωτικών. Η συσσωμάτωση των υφιστάμενων σχολών στο υπό ίδρυση πανεπιστημιακό σχήμα, με αποκλειστική αξιοποίηση των ήδη υπαρχουσών υλικοτεχνικών υποδομών, δεν επαρκεί για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του κράτους που επιδιώκει την ουσιαστική μεταρρύθμιση, την προαγωγή της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και τη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα της
Το αίτημα επικεντρωνόταν στη δημιουργία ενός δημόσιου και δωρεάν πανεπιστημίου, ως ξεχωριστού φορέα, το οποίο θα προάγει τον καλλιτεχνικό πλουραλισμό μέσω της διδασκαλίας σε νέες, ειδικά διαμορφωμένες υποδομές, πλήρως εναρμονισμένες με τις διαφορετικές ανάγκες κάθε καλλιτεχνικής ειδικότητας. Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις είναι δυνατός ο ουσιαστικός καλλιτεχνικός διάλογος μεταξύ των φοιτητών. Παρά ταύτα, παρατηρείται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, είτε απομονώνονται άστοχα ορισμένες τέχνες (π.χ. οι μουσικοί), είτε ενοποιούνται απερίσκεπτα άλλες, χωρίς να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες κάθε καλλιτεχνικού κλάδου.
Ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα αφορά στον ακαδημαϊκό «διάδρομο» που διαμορφώνεται για τους αποφοίτους των ανωτέρων σχολών. Τα ποσοστά πρόσβασης στην εν λόγω διαδικασία κρίνονται δυσανάλογα χαμηλά σε σχέση με τον αριθμό των αποφοίτων, καθιστώντας τη διαδικασία ουσιαστικά ανεπαρκή. Παράλληλα, η δυνατότητα εισαγωγής μέσω κατατακτηρίων εξετάσεων στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο υπογραμμίζει τις περιορισμένες δυνατότητες του συστήματος να αναγνωρίσει και να αξιοποιήσει τις καλλιτεχνικές σπουδές, δεδομένου ότι η φύση τους είναι πρακτική, απαιτεί την πλήρη φυσική παρουσία και δεν μπορεί να υποστηριχθεί επαρκώς μέσω εξ αποστάσεως διδασκαλίας. Η παρούσα διαμόρφωση υπονομεύει τόσο την ουσιαστική πρόσβαση των αποφοίτων όσο και την αναγνώριση της πρακτικής καλλιτεχνικής εκπαίδευσης.
Το αίτημά μας παραμένει η διασφάλιση πλήρως δωρεάν εκπαίδευσης και η δημιουργία ενός ουσιαστικού και εφικτού «διαδρόμου» ανωτατοποίησης των πτυχίων, με απόλυτο σεβασμό στις ήδη ολοκληρωμένες σπουδές των φοιτητών. Συνεπώς, δεν δύναται να προβλέπεται η δυνατότητα περαιτέρω σπουδών επί πληρωμή, επειδή η πρόσβαση στο νέο πανεπιστήμιο ουσιαστικά καταλήγει ατελέσφορη. Επιπλέον, η αναγνώριση της υπάρχουσας σπουδής δεν πρέπει να υποβαθμίζεται. Στις προτεινόμενες εναλλακτικές επιλογές, προβλέπεται η εισαγωγή στο 5ο εξάμηνο, δηλαδή στο τρίτο έτος, ενώ η διάρκεια της φοίτησής μας είναι τριετής· επομένως, οι αναγνωρισμένες πιστωτικές μονάδες πρέπει να ανέρχονται σε 180. Συμπερασματικά, είτε εφαρμοστεί το σύστημα πιστωτικών μονάδων είτε το σύστημα εξαμήνων, η πρόσβαση οφείλει να γίνεται στο τέταρτο έτος και να οργανώνεται με τρόπο που να μην διαταράσσει τη συνολική λειτουργία και συνοχή της ομάδας του αντίστοιχου έτους, διασφαλίζοντας πλήρως τα δικαιώματα των φοιτητών και την ακεραιότητα της προηγούμενης εκπαιδευτικής τους πορείας
Όσον αφορά το διδακτικό και καλλιτεχνικό προσωπικό, όπως ορίζονται τα προσόντα αποκλείουν μεγάλο μέρος των ενεργών καλλιτεχνών-καθηγητών και αιτούμαστε την αναθεώρησή τους, ώστε να μη οδηγηθούμε είτε σε δυσανάλογη ποσόστωση θεωρητικών ακαδημαϊκών έναντι ενεργών καλλιτεχνών καθηγητών είτε σε φωτογραφικού τύπου προσοντολόγιο για τη στελέχωση του νέου πανεπιστημίου. Αξίζει να τονιστεί ότι το επίπεδο 5 αφορά τα ακαδημαϊκά δικαιώματα. Η μεθοδευμένη ενσωμάτωση και των ΙΕΚ στο παρόν σχέδιο νόμου ουσιαστικά αποτελεί ευθεία ακαδημαϊκή υποβάθμιση των δικών μας πτυχίων και απαιτούμε να γίνει σαφής ακαδημαϊκός διαχωρισμός.
Ένα εξίσου κρίσιμο ζήτημα αφορά στην έλλειψη ουσιαστικής φοιτητικής μέριμνας, η οποία αποτελούσε ένα από τα βασικά αιτήματα των σπουδαστών.
Εν κατακλείδι, η καλλιτεχνική εκπαίδευση έχει γνωρίσει χρόνια πολλαπλών προκλήσεων και πλήττεται σε διάφορα επίπεδα. Πρόκειται για έναν ιδιάζοντα τομέα με ειδικές απαιτήσεις, τις οποίες οφείλει να λάβει υπόψη κάθε πολιτική ή θεσμική παρέμβαση, προκειμένου η εξέλιξή της να είναι δυναμική και ουσιαστική, και όχι να εντάσσεται σε αυστηρά κανονιστικά πλαίσια πανεπιστημιακού τύπου, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική φύση της.
Κατόπιν τούτου, καλούμε την Πολιτεία σε ουσιαστική διαβούλευση με ενεργούς καλλιτέχνες, καθηγητές, σωματεία, δραματικές σχολές και φοιτητικούς συλλόγους, προκειμένου να αναθεωρηθεί ο προτεινόμενος νόμος-πλαίσιο, εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα, τη δυναμική και την ποιότητα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης.
Ο διευθυντής σπουδών
Οι καθηγητές/τριες της Ανώτερης Δραματικής Σχολής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πάτρας
δ) Άρθρο 5 – Γεωγραφική διασπορά.
Στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου δεν περιλαμβάνονται διατάξεις που να προβλέπουν δυνατότητα ανάπτυξης εκπαιδευτικών ή ερευνητικών μονάδων της Σχολής σε άλλες γεωγραφικές περιοχές της χώρας. Η απουσία σχετικής πρόβλεψης ενδέχεται να δημιουργήσει ζητήματα: περιορισμένης πρόσβασης σε σπουδές υψηλού επιπέδου για υποψηφίους της περιφέρειας, περιορισμού της μελλοντικής θεσμικής ανάπτυξης της Σχολής, άνισης γεωγραφικής κατανομής των δομών καλλιτεχνικής εκπαίδευσης.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προβλεφθεί δυνατότητα ίδρυσης εκπαιδευτικών ή ερευνητικών μονάδων της Σχολής σε άλλες πόλεις της χώρας, με απόφαση των αρμοδίων οργάνων και του Υπουργείου Παιδείας.
Είμαι τριτοετής σπουδάστρια στη Ανωτέρα Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και διπλωματούχος Αρχιτέκτονας Μηχανικός Ε.Μ.Π. Μοιράζομαι την εμπειρία και γνώμη μου, συνυπολογίζοντας την ομοφωνία των συνελεύσεων των σπουδαστών της Ανωτέρας Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και της Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ.
Οι δραματικές σχολές μας έχει ισχύον, ειδικό νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο, που υπαγορεύεται από την ιδιαίτερη καλλιτεχνική φύση της σχολής. Η προβλεπόμενη απορρόφηση τους από την υπό σύσταση πανεπιστημιακή σχολή (ΑΣΠΤ) έχει βασιστεί στο πλαίσιο λειτουργίας των ΑΕΙ, ενώ θα έπρεπε να υπάρξει μέριμνα για τις ειδικές ανάγκες της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και, ως εκ τούτου αυτοτελές, ειδικό νομοθετικό πλαίσιο ίδρυσης της ΑΣΠΤ.
Επιπλέον, δεν ορίζεται η αυτονομία στον τρόπο λειτουργίας των πέντε τμημάτων, παραβλέποντας έτσι τις σημαντικές τους διαφοροποιήσεις ως προς το αντικείμενο σπουδών (χορός, θέατρο, μουσική) και την κάλυψη των αναγκών ανά τμήμα.
Απαιτείται προσοχή στον τρόπο διάρθρωσης της Α.Σ.Π.Τ., ως Α.Ε.Ι., στο επίπεδο των Σχολών και των Τμημάτων, καθώς συναντώνται στα διάφορα άρθρα ονομασίες οι οποίες δεν συμφωνούν μεταξύ τους.
Καταρχάς ο όρος «Σχολή» περιλαμβάνεται στην ονομασία του Α.Ε.Ι. (Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών). Στο άρθρο 5, παρ.1 το Α.Ε.Ι. διακρίνεται σε επίπεδο Σχολών και επίπεδο Τμημάτων, και στη συνέχεια διευκρινίζεται ότι περιλαμβάνει μία Σχολή, τη Σχολή Παραστατικών Τεχνών, με τα πέντε καταγραφόμενα Τμήματά της. (Μία πρώτη παρατήρηση είναι ότι η ονομασία του Α.Ε.Ι. και της Σχολής διαφέρουν μόνο κατά το «Ανώτατη». Υπάρχει η προοπτική ότι θα δημιουργηθούν και άλλες Σχολές εντός του Α.Ε.Ι.; Αν ναι, είναι καλό από την αρχή να γίνουν οι προβλέψεις για την ορθή εφαρμογή της ορολογίας σε όλες τις παράλληλες δομές που θα συνυπάρχουν. Αυτό τίθεται ως απλή παρατήρηση).
Η μεγαλύτερη σύγχυση που προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι τα πέντε καταγραφόμενα Τμήματα του άρθρου 5 εμφανίζονται σε άλλα άρθρα ως Σχολές. Έτσι π.χ. στο άρθρο 14, παρ. 5 αναφέρεται η ενσωμάτωση «… των Σχολών Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου, Δραματικής Τέχνης του Κ.Θ.Β.Ε., …», όπου οι ονομασίες των Σχολών αφορούν τα καταγραφόμενα Τμήματα του άρθρου 5. Το ίδιο συμβαίνει και στο άρθρο 15, παρ.1, στο άρθρο 16, παρ. 1, περ.β, στο άρθρο 17, παρ. 1 και παρ.5.
Από τη στιγμή που, όπως είναι θεμιτό να πιστεύουν όλοι όσοι έχουν σχέση με την παραστατική καλλιτεχνική εκπαίδευση, θα δημιουργηθούν πιθανώς και άλλες Σχολές-Τμήματα εντός του Α.Ε.Ι. για να ενισχυθεί η παιδεία και των άλλων συναφών παραστατικών τεχνών (τραγούδι, κουκλοθέατρο κλπ.), είναι καλό να οριστεί εξαρχής μια ορολογία, η οποία θα είναι συνεπής με όλες τις δυνατότητες επέκτασης του αρχικού Α.Ε.Ι.
(Παρενθετικά θα ήθελα να αναφέρω τα ισχύοντα στις δύο Σχολές Καλών Τεχνών που υπάρχουν στη χώρα. Η Α.Σ.Κ.Τ. της Αθήνας είναι αυτόνομο Α.Ε.Ι. και περιέχει μόνο δύο Τμήματα, και η Σχολή Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης λειτουργεί στο πλαίσιο του Α.Π.Θ. και περιέχει τέσσερα Τμήματα).
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΩΝ/ΟΥΣΩΝ
ΤΗΣ ΑΝΩΤΕΡΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ
ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ
«Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών»
Α. Εισαγωγική τοποθέτηση και θεμελιώδης μεθοδολογική ένσταση
Η ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών (ΑΣΠΤ) συνιστά θεσμική τομή ιστορικής σημασίας. Ωστόσο, το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο πάσχει από μεθοδολογικό σφάλμα: επιχειρεί να «προσαρμόσει» τις παραστατικές σπουδές στο γενικό πανεπιστημιακό πρότυπο, αντί να ανωτατοποιήσει στην πραγματικότητα τις σπουδές παραστατικής τέχνης με σεβασμό στην εγγενή τους ιδιαιτερότητα.
Η επιλογή αναγωγής στη γενική νομοθεσία περί Α.Ε.Ι. με κατ’ εξαίρεση παρεκκλίσεις αποδεικνύεται ανεπαρκής. Απαιτείται ειδικό, αυτοτελές ρυθμιστικό πλαίσιο για τις παραστατικές σπουδές, με συμπληρωματική μόνο εφαρμογή της γενικής νομοθεσίας, αφού η παραστατική τέχνη αποτελεί πρωτίστως βιωματική, εργαστηριακή και συλλογική διαδικασία δημιουργίας, και όχι θεωρητικό αντικείμενο με λίγες πρακτικές εφαρμογές. Το κανονιστικό πλαίσιο οφείλει να εκκινεί από αυτή τη θεμελιώδη διαπίστωση.
Β. Δομική ασυμβατότητα της ενιαίας ρύθμισης τριών διακριτών κλάδων
Η ΑΣΠΤ επιχειρεί να καλύψει θέατρο, μουσική και χορό υπό ενιαίο ρυθμιστικό καθεστώς. Ωστόσο, οι τρεις αυτοί κλάδοι διαφέρουν ουσιωδώς α) ως προς τη μεθοδολογία διδασκαλίας, β) ως προς τα κριτήρια αξιολόγησης, γ) ως προς τις υλικοτεχνικές υποδομές, δ) ως προς τη φύση της καλλιτεχνικής εξέλιξης.
Η ενιαία ρύθμιση δημιουργεί αναπόφευκτες στρεβλώσεις. Απαιτούνται περισσότερες εγγυήσεις διακριτής κανονιστικής μεταχείρισης των διαφορετικών αναγκών κάθε Τμήματος ως προς τη διαμόρφωση προγράμματος σπουδών, τα κριτήρια επιλογής διδασκόντων, τη διάρθρωση μαθημάτων, τα όρια εισακτέων, κ.λπ.
Γ. Η φύση της δραματικής τέχνης και η επιλογή διδακτικού προσωπικού
1. Η δραματική εκπαίδευση βασίζεται στην πρακτική εκπαίδευση στην υποκριτική, τον αυτοσχεδιασμό, την κίνηση, την αγωγή λόγου, τη σκηνοθεσία, τη σκηνική και μουσική δραματουργία, με άλλα λόγια ο πυρήνας των σπουδών είναι εργαστηριακός. Πρόκειται, δηλαδή, για αντικείμενα που δεν διδάσκονται θεωρητικά, αλλά μεταδίδονται μέσω βιωματικής πρακτικής και εντός συλλογικού εργαστηρίου και όχι μέσω ατομικών αλλά ούτε μαζικών μαθημάτων. Το πρόγραμμα σπουδών συμπληρώνεται από θεωρητικά μαθήματα (Ιστορία θεάτρου, λογοτεχνίας, σκηνοθεσίας, δραματολογία, κ.λπ.), τα οποία πράγματι και στην παρούσα Ανώτερη σχολή διδάσκονται από κατόχους ακαδημαϊκών τίτλων.
Ωστόσο, ως προς τα εργαστηριακά / πρακτικά μαθήματα, η απαίτηση κατοχής ακαδημαϊκού τίτλου Α.Ε.Ι. ως κανόνα για την εκλογή μελών ΔΕΠ, σε συνδυασμό με την υποχρέωση τριετούς αυτοδύναμης διδασκαλίας σε Α.Ε.Ι., αποκλείει σχεδόν το σύνολο των ενεργών καλλιτεχνών από διδάσκοντες τα εργαστηριακά / πρακτικά μαθήματα. Το αποτέλεσμα είναι θεσμικά παράδοξο, αφού με την πρόβλεψη αυτή τα βασικά εργαστηριακά / πρακτικά μαθήματα θα διδάσκονται από θεωρητικούς επιστήμονες, ενώ οι επαγγελματίες καλλιτέχνες (ηθοποιοί, σκηνοθέτες, χορογράφοι, μουσικοί, κ.ά.) θα περιορίζονται σε ποσοστώσεις (!), κάτι που αντιστρέφει θεμελιακά τη φυσική ιεράρχηση της δραματικής εκπαίδευσης!
2. Η επαγγελματική εμπειρία στον καλλιτεχνικό χώρο δεν μπορεί να περιορίζεται σε 5 έτη, να εξαρτάται από την απόκτηση πτυχίου Α.Ε.Ι., και να προϋποθέτει προηγούμενη πανεπιστημιακή διδασκαλία. Η κατ’ ελάχιστον επαγγελματική εμπειρία στον καλλιτεχνικό χώρο δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 10 ετών, ώστε οι διδάσκοντες να έχουν πλήρη γνώση του θεατρικού χώρου, να έχουν αποκτήσει καλλιτεχνικό κύρος και πολυετή τριβή με όλα τα είδη του θεάτρου. Η εμπειρία και το καλλιτεχνικό κύρος τους, εξάλλου, ενέχει θέση και αξία τίτλου σπουδών, στα πρότυπα της ΑΣΚΤ και άλλων καλλιτεχνικών πανεπιστημίων του εξωτερικού.
Επίσης, η επαγγελματική εμπειρία δεν πρέπει να συνδέεται χρονικά με την απόκτηση πτυχίου ΑΕΙ, διότι το όποιο πτυχίο (πτυχίο, εξάλλου, διαφορετικής σχολής, αφού δεν υφίσταται για την ώρα καλλιτεχνικό πτυχίο δραματικής τέχνης ΑΕΙ) δεν συνδέεται με την άσκηση του καλλιτεχνικού επαγγέλματος, δεδομένου ότι για την άσκησή του δεν απαιτείται πτυχίο.
Εφόσον μοναδικοί πάροχοι εκπαίδευσης στη δραματική τέχνη είναι οι Ανώτερες Δραματικές Σχολές, η διδακτική προϋπηρεσία σε αυτές επιβάλλεται να αναγνωρίζεται πλήρως ως αυτοδύναμη διδακτική εμπειρία εναλλακτική της διδασκαλίας σε Α.Ε.Ι. της Ελλάδας ή της αλλοδαπής. Η μεταβατική διάταξη δεν αρκεί. Η εξαίρεση πρέπει να καταστεί κανόνας.
Δ. Ποσοστώσεις ΕΚΑΠ και μετακινούμενων ΔΕΠ και κίνδυνος αλλοίωσης της φυσιογνωμίας του διδακτικού αντικειμένου
Το νομοσχέδιο οδηγεί σε πρακτική αδυναμία στελέχωσης με ενεργούς καλλιτέχνες, αφού από τα παραπάνω ελπίζουμε πως έγινε φανερό στην πράξη πως το 40% , πόσο μάλλον το 20% ΕΚΑΠ δεν επαρκεί. Προβλέπεται πως τα μέλη ΔΕΠ θα προέρχονται κυρίως από μετακινήσεις, ενώ δεν υφίσταται σαφής μηχανισμός συγκρότησης Μητρώου Γνωστικών Αντικειμένων.
Δημιουργείται έτσι το ανησυχητικό ενδεχόμενο η Σχολή να στελεχωθεί κατά πλειοψηφία από μετακινούμενα μέλη ΔΕΠ μη παραστατικών γνωστικών αντικειμένων, θέτοντας σε δομικό κίνδυνο αλλοίωσης τη φυσιογνωμίας της Σχολής.
Ε. Καλλιτεχνικό Συμβούλιο και νομοτεχνική και λειτουργική ασάφεια
Υφίσταται εμφανής αντίφαση μεταξύ της τριετούς θητείας του Καλλιτεχνικού Συμβουλίου (άρθρο 6), και της λήξης του μετά από ένα έτος (άρθρο 16). Η ασάφεια αυτή δημιουργεί περισσότερη νομική ανασφάλεια.
Εάν δε η θητεία λήγει στο έτος, καθίσταται ανενεργή η διαδικασία εκλογής «εξαιρετικών περιπτώσεων», και δεν διασφαλίζεται η ετήσια ανανέωση του ΕΚΑΠ. Επομένως, απαιτείται σαφής, ενιαία ρύθμιση.
ΣΤ. Κατάταξη φοιτητών και προσβολή της έννοιας του σταθερού καλλιτεχνικού συνόλου (ensemble). Αριθμός εισακτέων.
Η δραματική εκπαίδευση θεμελιώνεται στην έννοια της ομάδας. Η υποχρεωτική κατάταξη ποσοστού φοιτητών στο Β΄ έτος είναι πιθανό να διαρρηγνύει τη συνοχή της ομάδας, να δημιουργεί δύο ταχύτητες φοιτητών, και να αλλοιώνει τον παιδαγωγικό σχεδιασμό. Η διάταξη πρέπει να υποβληθεί σε αυστηρότερες εγγυήσεις, και οι προς κατάταξη φοιτητές θα πρέπει είτε να προέρχονται από ΑΕΙ του ίδιου αντικειμένου, είτε να περνούν από διαδικασία εισαγωγικών εξετάσεων. Ο προηγούμενος τίτλος σπουδών δεν τους καθιστά αυτομάτως ικανούς να ενταχθούν στα εργαστηριακά / πρακτικά μαθήματα.
Περαιτέρω, είναι απολύτως αναγκαίο να προβλεφθεί μικρός και καλλιτεχνικά / παιδαγωγικά τεκμηριωμένος αριθμός εισακτέων, δεδομένης της εργαστηριακής φύσης των σπουδών και της κεντρικότητας της έννοιας του σταθερού καλλιτεχνικού συνόλου (ensemble). Τέλος, είναι σημαντικό να επανεξεταστεί ο αριθμός των αποφοίτων της σημερινής Ανώτερης Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου που θα επιθυμήσουν να αναβαθμίσουν τον τίτλο σπουδών τους φοιτώντας στο Τμήμα Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου της ΑΣΠΤ.
Ζ. Οργανική σχέση με το Εθνικό Θέατρο
Η ονομασία «Τμήμα Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου» χωρίς θεσμικό μηχανισμό οργανικής σύνδεσης δημιουργεί κίνδυνο αποσύνδεσης ονόματος και ουσίας, αν δεν μένει κενό γράμμα. Για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος αυτός, απαιτείται ρητή πρόβλεψη Προγραμματικής Σύμβασης, κατοχύρωση καλλιτεχνικής διασύνδεσης, πρόβλεψη πρακτικής μαθητείας, συμμετοχή καλλιτεχνικών στελεχών του Εθνικού Θεάτρου στον σχεδιασμό προγράμματος σπουδών του ομώνυμου Τμήματος της ΑΣΠΤ.
Η. Συμπέρασμα
Το νομοσχέδιο, υπό την παρούσα μορφή του δεν κατοχυρώνει επαρκώς την ιδιαίτερη φύση των παραστατικών σπουδών, αποκλείει τη συντριπτική πλειοψηφία των ενεργών καλλιτεχνών, δημιουργεί θεσμικές αντινομίες, δεν διασφαλίζει τη λειτουργική αυτονομία των Τμημάτων.
Η αναβάθμιση των παραστατικών σπουδών δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω κανονιστικής προσαρμογής σε πρότυπα μη παραστατικών επιστημών.
Απαιτείται:
1. Αναθεώρηση των κριτηρίων εκλογής μελών ΔΕΠ.
2. Αύξηση και ανακατανομή ποσοστώσεων ΕΚΑΠ.
3. Ρητή αναγνώριση Ανώτερων Δραματικών Σχολών ως ισοδύναμων πεδίων εμπειρίας.
4. Κατοχύρωση μικρού αριθμού εισακτέων.
5. Επαναδιατύπωση διατάξεων περί μετακίνησης.
6. Σαφής ρύθμιση του Καλλιτεχνικού Συμβουλίου.
7. Θεσμική διασύνδεση με τον ιστορικό φορέα Εθνικό Θέατρο.
Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται αναγκαία η παράταση της διαβούλευσης και η συνολική επανεπεξεργασία του νομοσχεδίου, ώστε η ίδρυση της ΑΣΠΤ να αποτελέσει πραγματική αναβάθμιση της παραστατικής παιδείας και όχι απλή διοικητική μεταβολή, που θα δώσει στη χώρα ένα ακόμη τμήμα, το πέμπτο (!), κυρίως θεωρητικών θεατρικών σπουδών γύρω από τη δραματική τέχνη.
➢ Άρθρο 5:
· παράγραφος 1 α’: Εφιστάται η προσοχή για την πλήρη ονομασία του Τμήματος, η οποία αντιλαμβανόμαστε ότι πρέπει ορθά να είναι: «ΤΜΗΜΑ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ».
· στην αρχή της παραγράφου 4: Προτείνουμε να προστεθεί «Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου «της παρούσας παραγράφου», για λόγους καλύτερης νοηματικής κατανόησης.
· παράγραφος 4 εδ.β’: Προτείνουμε να προστεθεί η λέξη «αντίστοιχα» στη φράση: Κάθε μέλος από τα πέντε (5) εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης είναι φυσικό πρόσωπο που προέρχεται από τον καλλιτεχνικό χώρο που εκπροσωπούν αντίστοιχα το Εθνικό Θέατρο, η Εθνική Λυρική Σκηνή, η Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης.
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι χωρίς την ιστορική μελέτη αυτού του προβλήματος, απουσία του πρώτου ιδρύματος συστηματικής παιδείας παραστατικών τεχνών της χώρας μας (συμπεριλαμβανομένης της θεατρικής), του Ωδείου Αθηνών (έτος ίδρυσης 1871 με θεμελιώδη, για το λόγο αυτό, ανώτατη πολιτειακή απόφαση και κυβερνητική εντολή, με αρμοδιότητες και καταστατική πράξη εθνικού σκοπού), μια δίκαιη και βιώσιμη λύση θα είναι πρακτικά ανέφικτη και απολύτως ανεπαρκής.
Πριν την ανάγκη δημιουργίας ΑΣΠΤ, το πραγματικό πρόβλημα ισοτιμίας των τίτλων μουσικών σπουδών τους οποίους χορηγούν Ωδεία εγνωσμένου ιστορικού κύρους και πλήρους διάρθρωσης μουσικών σχολών- με πανεπιστημιακούς τίτλους, συνοψιζόταν ξεκάθαρα στην σκανδαλώδη αναντιστοιχία τους με τους τίτλους της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών της χώρας μας. Αν όμως η μετέπειτα δημιουργία των νυν τμημάτων παραστατικών σπουδών στα Πανεπιστήμια Μακεδονίας, Ιονίου, ΕΚΠΑ ή άλλων θεράπευε αυτήν την αναντιστοιχία, τότε μια «ΑΣΠΤ» δεν θα είχε λόγο ίδρυσης. Επομένως παρά τις υπάρχουσες τριτοβάθμιες «λύσεις», είναι η ανεπάρκεια των κρατικών σπουδών μουσικής ερμηνείας, διεύθυνσης και σύνθεσης -αν μιλάμε για σπουδές μουσικής – καθώς και των αντίστοιχων ακαδημαϊκών πεδίων για το Θέατρο και το Χορό, αυτή που εξωθεί την κυβέρνηση στην προχειρότητα του παρόντος νομοσχεδίου. Οι επιφυλάξεις που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας ακόμα και από ιδρύματα που συμμετείχαν στην επιτροπή διαβούλευσης για την κατάρτιση του νομοσχεδίου όπως η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (ΒΗΜΑ 2 Μαρτίου 2026) απηχούν τον ορατό κίνδυνο υποβάθμισης συνολικά των παραστατικών σπουδών.
Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι το παρόν νομοσχέδιο έχει στρατηγικά εγκλωβίσει τον δημόσιο διάλογο στο ψευδοδίλημμα αν οι τίτλοι σπουδών ενός Ωδείου αντιστοιχούν στο επίπεδο 5 ή 6 του νεοσύστατου Εθνικού Πλαισίου Προσόντων, τη στιγμή κατά την οποία η ίδια η στελέχωση του προσωπικού των παραπάνω πανεπιστημιακών σχολών έγινε αγνοώντας το προϋπάρχον πλαίσιο σπουδών παραστατικής παιδείας με το οποίο σπούδασαν τα ίδια τα στελέχη του. Με δεδομένο ότι οι εγχώριοι τίτλοι σπουδών δεν μπορούσαν να ισοτιμηθούν ως πανεπιστημιακοί -δέσμιοι του ιδιωτικού δικαίου λόγω του άρθρου 16 του Συντάγματος- οι «ανώτεροι» τίτλοι σπουδών με τους οποίους τα στελέχη αυτά διορίστηκαν ήταν είτε: α) άσχετοι με το πεδίο σπουδών που δίδαξαν, β) ξένοι τίτλοι σπουδών αναγνωρισμένοι ως πανεπιστημιακού επιπέδου, αφού οι κάτοχοί τους – έχοντας, οι περισσότεροι, ήδη σπουδάσει στην Ελλάδα, ύστερα «ξανα-σπούδαζαν» το ίδιο αντικείμενο σε σχολές του εξωτερικού. Τις παθογένειες αυτού του -ιδιωτικού δικαίου αλλά λειτουργικού μέχρι και σήμερα- συστήματος θα όφειλε η νομοθετική εξουσία της πατρίδας μας να θεραπεύσει και όχι να ισοπεδώσει.
Στρατηγικά λοιπόν η «ΑΣΠΤ» επιχειρεί να λύσει αποσπασματικά και πρόχειρα, πριν την διαφαινόμενη συνταγματική αναθεώρηση, την κατάφωρη αδικία ανισοτιμίας των τίτλων σπουδών παραστατικών τεχνών, χορηγούμενων ανέκαθεν από ιδρύματα που υπάγονταν στο Υπουργείο Πολιτισμού, με τους αντίστοιχους πανεπιστημιακούς τίτλους αλληθωρίζοντας απέναντι στο πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή το άρθρο 16 του Συντάγματος.
Συνεπώς, η θεσμική ρευστοποίηση όσων δομών το κράτος μπορεί εν μέρει ή πλήρως να ελέγχει, δηλαδή τις σχολές Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου, Ορχηστικής Τέχνης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Ορχηστικής Τέχνης της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, Δραματικής Τέχνης του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και Μουσικής Τέχνης του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, θα έχει ως αποτέλεσμα τις παρακάτω αδιανόητες στρεβλώσεις:
– Την απολύτως απαράδεκτη εξίσωση των σπουδών μουσικής ερμηνείας με σπουδές είτε Επαγγελματικής Κατάρτισης είτε ΕΠΑΛ! Ο τίτλος σπουδών Πτυχίου Ωδείου εγνωσμένου ιστορικού κύρους και πλήρους διάρθρωσης μουσικών σχολών, προϋποθέτει εκ του νόμου ελάχιστη διάρκεια σπουδών πέραν της τετραετίας (ελάχιστα προβλεπόμενα έτη σπουδών:6) και οφείλει να αντιστοιχεί στο επίπεδο 6 (και όχι το υπό του νομοσχεδίου 5) ενώ ο τίτλος Διπλώματος, ως μεταπτυχιακός τίτλος με ελάχιστη διάρκεια σπουδών την διετία, στο επίπεδο 7 (και όχι το υπό του νομοσχεδίου 5!) του υπάρχοντος εθνικού πλαισίου προσόντων.
– Την αδιανόητη ιστορική απαξία για τους μεταγενέστερους, να εξισωθεί ο τίτλος σπουδών ιστορικών αποφοίτων – όπως των διεθνούς φήμης Δημήτρη Μητρόπουλου, Νίκου Σκαλκώτα, Τζίνας Μπαχάουερ του Ωδείου Αθηνών- με διαβλεπόμενα επίπεδα ισοτιμίας των τίτλων σπουδών τους εντελώς αναντίστοιχα με την ιστορική πραγματικότητα και την αδιαμφισβήτητη φήμη τους.
– Την σοβαρή σύγχυση των εννοιών τόσο της «Παραστατικής Παιδείας» όσο και της «Παραστατικής Πράξης» στην ιστορική και κοινωνική συνείδηση του λαού μας με έννοιες αλλότριες ή τουλάχιστον ανάξιες των υψηλών εννοιών του Δράματος και της Μουσικής, καθώς το νομοσχέδιο θα υπονομεύσει την ιστορική αλήθεια ως αντικείμενο μελέτης ιστορικής μουσικολογίας και θεατρολογίας έναντι την αντίστοιχης ιστορίας των υπολοίπων ευρωπαϊκών εθνών.
Η συνεχιζόμενη παράνοια διάκρισης ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου στην ανώτατη παιδεία της χώρας μας, την οποία τρέφει το άρθρο 16 του Συντάγματος, ζημιώνει αποκλειστικά την παραστατική παιδεία και ιστορία της πατρίδας μας.
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι χωρίς την ιστορική μελέτη αυτού του προβλήματος, απουσία του πρώτου ιδρύματος συστηματικής παιδείας παραστατικών τεχνών της χώρας μας (συμπεριλαμβανομένης της θεατρικής), του Ωδείου Αθηνών (έτος ίδρυσης 1871 με θεμελιώδη, για το λόγο αυτό, ανώτατη πολιτειακή απόφαση και κυβερνητική εντολή, με αρμοδιότητες και καταστατική πράξη εθνικού σκοπού), μια δίκαιη και βιώσιμη λύση θα είναι πρακτικά ανέφικτη και απολύτως ανεπαρκής.
Πριν την ανάγκη δημιουργίας ΑΣΠΤ, το πραγματικό πρόβλημα ισοτιμίας των τίτλων μουσικών σπουδών τους οποίους χορηγούν Ωδεία εγνωσμένου ιστορικού κύρους και πλήρους διάρθρωσης μουσικών σχολών- με πανεπιστημιακούς τίτλους, συνοψιζόταν ξεκάθαρα στην σκανδαλώδη αναντιστοιχία τους με τους τίτλους της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών της χώρας μας. Αν όμως η μετέπειτα δημιουργία των νυν τμημάτων παραστατικών σπουδών στα Πανεπιστήμια Μακεδονίας, Ιονίου, ΕΚΠΑ ή άλλων θεράπευε αυτήν την αναντιστοιχία, τότε μια «ΑΣΠΤ» δεν θα είχε λόγο ίδρυσης. Επομένως παρά τις υπάρχουσες τριτοβάθμιες «λύσεις», είναι η ανεπάρκεια των κρατικών σπουδών μουσικής ερμηνείας, διεύθυνσης και σύνθεσης -αν μιλάμε για σπουδές μουσικής – καθώς και των αντίστοιχων ακαδημαϊκών πεδίων για το Θέατρο και το Χορό, αυτή που εξωθεί την κυβέρνηση στην προχειρότητα του παρόντος νομοσχεδίου. Οι επιφυλάξεις που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας ακόμα και από ιδρύματα που συμμετείχαν στην επιτροπή διαβούλευσης για την κατάρτιση του νομοσχεδίου όπως η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (ΒΗΜΑ 2 Μαρτίου 2026) απηχούν τον ορατό κίνδυνο υποβάθμισης συνολικά των παραστατικών σπουδών.
Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι το παρόν νομοσχέδιο έχει στρατηγικά εγκλωβίσει τον δημόσιο διάλογο στο ψευδοδίλημμα αν οι τίτλοι σπουδών ενός Ωδείου αντιστοιχούν στο επίπεδο 5 ή 6 του νεοσύστατου Εθνικού Πλαισίου Προσόντων, τη στιγμή κατά την οποία η ίδια η στελέχωση του προσωπικού των παραπάνω πανεπιστημιακών σχολών έγινε αγνοώντας το προϋπάρχον πλαίσιο σπουδών παραστατικής παιδείας με το οποίο σπούδασαν τα ίδια τα στελέχη του. Με δεδομένο ότι οι εγχώριοι τίτλοι σπουδών δεν μπορούσαν να ισοτιμηθούν ως πανεπιστημιακοί -δέσμιοι του ιδιωτικού δικαίου λόγω του άρθρου 16 του Συντάγματος- οι «ανώτεροι» τίτλοι σπουδών με τους οποίους τα στελέχη αυτά διορίστηκαν ήταν είτε: α) άσχετοι με το πεδίο σπουδών που δίδαξαν, β) ξένοι τίτλοι σπουδών αναγνωρισμένοι ως πανεπιστημιακού επιπέδου, αφού οι κάτοχοί τους – έχοντας, οι περισσότεροι, ήδη σπουδάσει στην Ελλάδα, ύστερα «ξανα-σπούδαζαν» το ίδιο αντικείμενο σε σχολές του εξωτερικού. Τις παθογένειες αυτού του -ιδιωτικού δικαίου αλλά λειτουργικού μέχρι και σήμερα- συστήματος θα όφειλε η νομοθετική εξουσία της πατρίδας μας να θεραπεύσει και όχι να ισοπεδώσει.
Στρατηγικά λοιπόν η «ΑΣΠΤ» επιχειρεί να λύσει αποσπασματικά και πρόχειρα, πρίν την διαφαινόμενη συνταγματική αναθεώρηση, την κατάφορη αδικία ανισοτιμίας των τίτλων σπουδών παραστατικών τεχνών, χορηγούμενων ανέκαθεν από ιδρύματα που υπάγονταν στο Υπουργείο Πολιτισμού, με τους αντίστοιχους πανεπιστημιακούς τίτλους αλληθωρίζοντας απέναντι στο πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή το άρθρο 16 του Συντάγματος.
Συνεπώς, η θεσμική ρευστοποίηση όσων δομών το κράτος μπορεί εν μέρει ή πλήρως να ελέγχει, δηλαδή τις σχολές Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου, Ορχηστικής Τέχνης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Ορχηστικής Τέχνης της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, Δραματικής Τέχνης του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και Μουσικής Τέχνης του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, θα έχει ως αποτέλεσμα τις παρακάτω αδιανόητες στρεβλώσεις:
– Την απολύτως απαράδεκτη εξίσωση των σπουδών μουσικής ερμηνείας με σπουδές είτε Επαγγελματικής Κατάρτισης είτε ΕΠΑΛ! Ο τίτλος σπουδών Πτυχίου Ωδείου εγνωσμένου ιστορικού κύρους και πλήρους διάρθρωσης μουσικών σχολών, προϋποθέτει εκ του νόμου ελάχιστη διάρκεια σπουδών πέραν της τετραετίας (ελάχιστα προβλεπόμενα έτη σπουδών:6) και οφείλει να αντιστοιχεί στο επίπεδο 6 (και όχι το υπό του νομοσχεδίου 5) ενώ ο τίτλος Διπλώματος, ως μεταπτυχιακός τίτλος με ελάχιστη διάρκεια σπουδών την διετία, στο επίπεδο 7 (και όχι το υπό του νομοσχεδίου 5!) του υπάρχοντος εθνικού πλαισίου προσόντων.
– Την αδιανόητη ιστορική απαξία για τους μεταγενέστερους, να εξισωθεί ο τίτλος σπουδών ιστορικών αποφοίτων – όπως των διεθνούς φήμης Δημήτρη Μητρόπουλου, Νίκου Σκαλκώτα, Τζίνας Μπαχάουερ του Ωδείου Αθηνών- με διαβλεπόμενα επίπεδα ισοτιμίας των τίτλων σπουδών τους εντελώς αναντίστοιχα με την ιστορική πραγματικότητα και την αδιαμφισβήτητη φήμη τους.
– Την σοβαρή σύγχυση των εννοιών τόσο της «Παραστατικής Παιδείας» όσο και της «Παραστατικής Πράξης» στην ιστορική και κοινωνική συνείδηση του λαού μας με έννοιες αλλότριες ή τουλάχιστον ανάξιες των υψηλών εννοιών του Δράματος και της Μουσικής, καθώς το νομοσχέδιο θα υπονομεύσει την ιστορική αλήθεια ως αντικείμενο μελέτης ιστορικής μουσικολογίας και θεατρολογίας έναντι την αντίστοιχης ιστορίας των υπολοίπων ευρωπαϊκών εθνών.
Η συνεχιζόμενη παράνοια διάκρισης ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου στην ανώτατη παιδεία της χώρας μας, την οποία τρέφει το άρθρο 16 του Συντάγματος, ζημιώνει αποκλειστικά την παραστατική παιδεία και ιστορία της πατρίδας μας.
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι χωρίς την ιστορική μελέτη αυτού του προβλήματος, απουσία του πρώτου ιδρύματος συστηματικής παιδείας παραστατικών τεχνών της χώρας μας (συμπεριλαμβανομένης της θεατρικής), του Ωδείου Αθηνών (έτος ίδρυσης 1871 με θεμελιώδη, για το λόγο αυτό, ανώτατη πολιτειακή απόφαση και κυβερνητική εντολή, με αρμοδιότητες και καταστατική πράξη εθνικού σκοπού), μια δίκαιη και βιώσιμη λύση θα είναι πρακτικά ανέφικτη και απολύτως ανεπαρκής.
Πρίν την ανάγκη δημιουργίας ΑΣΠΤ, το πραγματικό πρόβλημα ισοτιμίας των τίτλων μουσικών σπουδών τους οποίους χορηγούν Ωδεία εγνωσμένου ιστορικού κύρους και πλήρους διάρθρωσης μουσικών σχολών- με πανεπιστημιακούς τίτλους, συνοψιζόταν ξεκάθαρα στην σκανδαλώδη αναντιστοιχία τους με τους τίτλους της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών της χώρας μας. Αν όμως η μετέπειτα δημιουργία των νυν τμημάτων παραστατικών σπουδών στα Πανεπιστήμια Μακεδονίας, Ιονίου, ΕΚΠΑ ή άλλων θεράπευε αυτήν την αναντιστοιχία, τότε μια «ΑΣΠΤ» δεν θα είχε λόγο ίδρυσης. Επομένως παρά τις υπάρχουσες τριτοβάθμιες «λύσεις», είναι η ανεπάρκεια των κρατικών σπουδών μουσικής ερμηνείας, διεύθυνσης και σύνθεσης -αν μιλάμε για σπουδές μουσικής – καθώς και των αντίστοιχων ακαδημαϊκών πεδίων για το Θέατρο και το Χορό, αυτή που εξωθεί την κυβέρνηση στην προχειρότητα του παρόντος νομοσχεδίου. Οι επιφυλάξεις που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας ακόμα και από ιδρύματα που συμμετείχαν στην επιτροπή διαβούλευσης για την κατάρτιση του νομοσχεδίου όπως η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (ΒΗΜΑ 2 Μαρτίου 2026) απηχούν τον ορατό κίνδυνο υποβάθμισης συνολικά των παραστατικών σπουδών.
Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι το παρόν νομοσχέδιο έχει στρατηγικά εγκλωβίσει τον δημόσιο διάλογο στο ψευδοδίλημμα αν οι τίτλοι σπουδών ενός Ωδείου αντιστοιχούν στο επίπεδο 5 ή 6 του νεοσύστατου Εθνικού Πλαισίου Προσόντων, τη στιγμή κατά την οποία η ίδια η στελέχωση του προσωπικού των παραπάνω πανεπιστημιακών σχολών έγινε αγνοώντας το προϋπάρχον πλαίσιο σπουδών παραστατικής παιδείας με το οποίο σπούδασαν τα ίδια τα στελέχη του. Με δεδομένο ότι οι εγχώριοι τίτλοι σπουδών δεν μπορούσαν να ισοτιμηθούν ως πανεπιστημιακοί -δέσμιοι του ιδιωτικού δικαίου λόγω του άρθρου 16 του Συντάγματος- οι «ανώτεροι» τίτλοι σπουδών με τους οποίους τα στελέχη αυτά διορίστηκαν ήταν είτε: i) άσχετοι με το πεδίο σπουδών που δίδαξαν, ii) ξένοι τίτλοι σπουδών αναγνωρισμένοι ως πανεπιστημιακού επιπέδου, αφού οι κάτοχοί τους – έχοντας, οι περισσότεροι, ήδη σπουδάσει στην Ελλάδα, ύστερα «ξανασπούδαζαν» το ίδιο αντικείμενο σε σχολές του εξωτερικού. Τις παθογένειες αυτού του -ιδιωτικού δικαίου αλλά λειτουργικού μέχρι και σήμερα- συστήματος θα όφειλε η νομοθετική εξουσία της πατρίδας μας να θεραπεύσει και όχι να ισοπεδώσει.
Στρατηγικά λοιπόν η «ΑΣΠΤ» επιχειρεί να λύσει αποσπασματικά και πρόχειρα, πρίν την διαφαινόμενη συνταγματική αναθεώρηση, την κατάφορη αδικία ανισοτιμίας των τίτλων σπουδών παραστατικών τεχνών, χορηγούμενων ανέκαθεν από ιδρύματα που υπάγονταν στο Υπουργείο Πολιτισμού, με τους αντίστοιχους πανεπιστημιακούς τίτλους αλληθωρίζοντας απέναντι στο πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή το άρθρο 16 του Συντάγματος.
Συνεπώς, η θεσμική ρευστοποίηση όσων δομών το κράτος μπορεί εν μέρει ή πλήρως να ελέγχει, δηλαδή τίς σχολές Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου, Ορχηστικής Τέχνης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Ορχηστικής Τέχνης της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, Δραματικής Τέχνης του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και Μουσικής Τέχνης του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, θα έχει ως αποτέλεσμα τις παρακάτω αδιανόητες στρεβλώσεις:
– Την απολύτως απαράδεκτη εξίσωση των σπουδών μουσικής ερμηνείας με σπουδές είτε Επαγγελματικής Κατάρτισης είτε ΕΠΑΛ! Ο τίτλος σπουδών Πτυχίου Ωδείου εγνωσμένου ιστορικού κύρους και πλήρους διάρθρωσης μουσικών σχολών, προϋποθέτει εκ του νόμου ελάχιστη διάρκεια σπουδών υπερπολλαπλάσια της διετίας (ελάχιστα προβλεπόμενα έτη σπουδών:6) και οφείλει να αντιστοιχεί στο επίπεδο 6 (και όχι το υπό του νομοσχεδίου 5) ενώ ο τίτλος Διπλώματος, ως μεταπτυχιακός τίτλος με ελάχιστη διάρκεια σπουδών την διετία, στο επίπεδο 7 (και όχι το υπό του νομοσχεδίου 5!) του υπάρχοντος εθνικού πλαισίου προσόντων.
– Την αδιανόητη ιστορική απαξία για τους μεταγενέστερους, να εξισωθεί ο τίτλος σπουδών ιστορικών αποφοίτων – όπως των διεθνούς φήμης Δημήτρη Μητρόπουλου, Νίκου Σκαλκώτα, Τζίνας Μπαχάουερ του Ωδείου Αθηνών- με διαβλεπόμενα επίπεδα ισοτιμίας των τίτλων σπουδών τους εντελώς αναντίστοιχα με την ιστορική πραγματικότητα και την αδιαμφισβήτητη φήμη τους.
– Την σοβαρή σύγχυση των εννοιών τόσο της «Παραστατικής Παιδείας» όσο και της «Παραστατικής Πράξης» στην ιστορική και κοινωνική συνείδηση του λαού μας με έννοιες αλλότριες ή τουλάχιστον ανάξιες των υψηλών εννοιών του Δράματος και της Μουσικής, καθώς το νομοσχέδιο θα υπονομεύσει την ιστορική αλήθεια ως αντικειμένο μελέτης ιστορικής μουσικολογίας και θεατρολογίας έναντι την αντίστοιχης ιστορίας των υπολοίπων ευρωπαϊκών εθνών.
Η συνεχιζόμενη παράνοια διάκρισης ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου στην ανώτατη παιδεία της χώρας μας, την οποία τρέφει το άρθρο 16 του Συντάγματος, ζημιώνει αποκλειστικά την παραστατική παιδεία και ιστορία της πατρίδας μας.
Το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης παρέχει εδώ και αρκετές δεκαετίες υψηλού επιπέδου μουσικές σπουδές, λόγω του υψηλού επίπέδου των διδασκόντων που ανέδειξαν πολλές γενιές μουσικών,καθώς και λόγω του προγράμματος σπουδών του που ήταν κατηρτισμένο από την ίδρυσή του στα πρότυπα των ευρωπαικών conservatoires.
Οι καθηγητές του διαχρονικά ήταν καλλιτέχνες και μουσικοπαιδαγωγοί με μεγάλη αναγνώριση τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό ενώ οι απόφοιτοί του στελεχώνουν συμφωνικές ορχήστρες και ακολουθούν λαμπρή καρριέρα τόσο εντός όσο και εκτός της Ελλάδας.
Θεωρώ ότι αξίζει το Κρατικό Ωδείο να αποτελέσει φορέα της ανώτατης μουσικής εκπαίδευσης στη χώρα μας και να αναβαθμιστεί περαιτέρω σε επίπεδο σπουδών.
Το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης παρέχει σταθερά εδώ και πολλές δεκαετίες υψηλού επιπέδου μουσικές σπουδές.Ιδρύθηκε περίπου πριν έναν αιώνα στα πρότυπα των conservatories της Ευρώπης και ανέκαθεν οι διδάσκοντες του έως και σήμερα, ήταν καλλιτέχνες και μουσικοπαιδαγωγοί με διακρίσεις και σπουδές στο εξωτερικό.Επιπλέον το πρόγραμμα σπουδών έως την αποφοίτηση ήταν στα πρότυπα του προγράμματος σπουδών των μουσικών ακαδημιών της Ευρώπης.Πιστεύω ότι επάξια μπορεί να φέρει τον τίτλο της ανώτατης μουσικής σχολής,καθώς και να αναβαθμιστεί περαιτέρω με την πρόσληψη διδασκόντων από την Ελλάδα και το εξωτερικό με αναγνωρισμένη καλλιτεχνική και παιδαγωγική αναγνώριση.
Αιτούμαστε στο:
-Την ένταξη της Τέχνης της Αφήγησης-Ιστόρησης και άλλων παραδοσιακών τεχνών (κουκλοθέατρο, θέατρο σκιών, παραδοσιακοί χοροί κ.α.) στο πρόγραμμα σπουδών της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών.
-Στο νομοθετικό πλαίσιο που θα ιδρύσει την Σχολή Παραστατικών Τεχνών, στον σχεδιασμό της δομής και λειτουργίας, να προβλέπονται τρόποι (τακτικά μαθήματα, μαθήματα επιλογής, κύκλοι εργαστηρίων κλπ) μέσω των οποίων οι φοιτητές θα έρχονται σε διδακτική επαφή με ενεργούς καλλιτέχνες του κάθε τομέα, όσο και ειδικευμένους ακαδημαϊκούς για την πρακτική και θεωρητική κατάρτισή τους σε όλες τις επιμέρους τέχνες.
-Να παρέχεται πιστοποιημένος τίτλος σπουδών για την Αφηγηματική Τέχνη που θα εξασφαλίζει ακαδημαϊκά, επαγγελματικά και παιδαγωγική επάρκεια
-Στη διαδικασία κατάρτισης του προγράμματος σπουδών της Σχολής να κληθούμε οι αρμόδιοι φορείς για αναλυτική κατάθεση προτάσεων και συνεργασία με τη διοίκηση για την ουσιαστική συμπερίληψη των τεχνών μας.
-Για την πρόσληψη διδασκόντων σε αυτά τα ειδικά μαθήματα να αναγνωρίζεται ως πιστοποίηση το αποδεδειγμένο καλλιτεχνικό έργο δεδομένου ότι στη χώρα μας δεν υπάρχουν αντίστοιχες κρατικές επαγγελματικές σχολές.
Για το άρθρο 5:
Είναι σημαντικό να υπάρξει συμπεριληπτική διάρθρωση των σπουδών και πρακτική εξειδίκευση και να συμπεριληφθούν μορφές τέχνης που παραδοσιακά υποεκπροσωπούνται στην ανώτατη εκπαίδευση, παρά την τεράστια πολιτισμική και παιδαγωγική τους αξία.
Συγκεκριμένα, η Α.Σ.Π.Τ. οφείλει:
1. Να καλύψει το κενό στις «μη χαρτογραφημένες» τέχνες: Να συμπεριλάβει στο πρόγραμμα σπουδών και στις κατευθύνσεις της όλες εκείνες τις παραστατικές τέχνες που σήμερα στερούνται κρατικής πιστοποίησης στην Ελλάδα (όπως οι τέχνες της κούκλας, της αφήγησης και των μορφών θεάτρου που βασίζονται στην εικόνα και το αντικείμενο). Η απουσία κρατικά πιστοποιημένης εκπαίδευσης για τις τέχνες αυτές στην Ελλάδα αποτελεί διαχρονικό κενό που η Α.Σ.Π.Τ. οφείλει να καλύψει.
2. Να υπάρξει ειδική πρόβλεψη για την εκπαίδευση καλλιτεχνών που εξειδικεύονται στις παραστατικές τέχνες για τις πολύ νεαρές ηλικίες (0-6 ετών). Η τέχνη που απευθύνεται στην πρώιμη παιδική ηλικία απαιτεί εξειδικευμένη κατάρτιση, συνδυάζοντας την καλλιτεχνική δημιουργία με την αναπτυξιακή ψυχολογία. Είναι απαραίτητο να ενταχθεί στο πρόγραμμα σπουδών η εκπαίδευση καλλιτεχνών που θα υπηρετήσουν αυτό το κρίσιμο πεδίο.
3. Η εκπαιδευτική διαδικασία πρέπει να διασφαλίζει τη σταθερή επαφή των φοιτητών με ενεργούς καλλιτέχνες του κάθε τομέα. Η πρακτική κατάρτιση δίπλα σε ανθρώπους της σκηνής είναι εξίσου κρίσιμη με τη θεωρητική ακαδημαϊκή γνώση.
4. Αναγνώριση Καλλιτεχνικού Έργου: Για τη στελέχωση αυτών των εξειδικευμένων αντικειμένων, θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως προσόν πρόσληψης το αποδεδειγμένο καλλιτεχνικό και επαγγελματικό έργο, δεδομένης της έλλειψης προϋφιστάμενων πανεπιστημιακών τίτλων στους τομείς αυτούς στην Ελλάδα.
Προτείνεται το Υπουργείο να συνεργαστεί με τα συναφή σωματεία (Ελληνικό Δίκτυο Θεάτρου για Παιδιά και Νεαρά Άτομα – ASSITEJ Greece, UNIMA-ΕΛΛΑΣ, Πανελλήνιο Σωματείο Θεάτρου Σκιών, Πανελλήνιο Σωματείο Αφήγησης – Ιστόρησης) για τη διαμόρφωση ενός συμπεριληπτικού προγράμματος σπουδών που θα ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες των παραστατικών τεχνών.
Μια σύγχρονη Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών οφείλει να αγκαλιάζει όλο το εύρος της καλλιτεχνικής δημιουργίας, διασφαλίζοντας
Άρθρα 5-7
Επιβεβαιώνεται ότι πρόκειται για μια πρόχειρη σύνθεση από τα υπάρχοντα υλικά των ανώτερων καλλιτεχνικών σχολών, διασκορπισμένων μεταξύ Αθηνών και Θεσσαλονίκης χωρίς κεντρικό και σαφή πυρήνα διοίκησης και λειτουργίας.
Επιβεβαιώνεται επίσης η διοίκηση της σχολής από τα υφιστάμενα ΑΕΙ, στα μέτρα φυσικά των ΑΕΙ αυτών. Ασπιρίνη στον καρκίνο, αποτελεί το καλλιτεχνικό συμβούλιο, το οποίο είναι μόνο γνωμοδοτικού χαρακτήρα.
Χαίρετε,
για τον κλάδο της μουσικής (και όχι μόνο)τι είναι πιο σημαντικό,η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια μουσική εκπαίδευση(κατωτέρα και μέση σχολή,μουσικά σχολεία)ή η Ανώτερη και Ανώτατη(Ανωτέρα και τμήματα ειδίκευσης σε ΑΕΙ), όσον αφορά στο «χτίσιμο» στέρεων βάσεων για κάποιον που θέλει να ασχοληθεί επαγγελματικά με το αντικείμενο?
Υπάρχει άλλη δυνατότητα επί του παρόντος για δωρεάν πρόσβαση σε βασική μουσική εκπαίδευση εκτός από το Κ.Ω.Θ και τα Μουσικά σχολεία?Στα δεύτερα υπάρχει σχεδιασμός ώστε κάποιο παιδί που έχει ενδιαφέρον για κάποιο κλασσικό όργανο να έχει εγγυημένα κατάλληλη εκπαίδευση ώστε να μπορεί να συνεχίσει κατόπιν στις ανώτερες βαθμίδες χωρίς ενισχυτική διδασκαλία?Ποιες είναι οι απαιτήσεις της ύλης-επιπέδου που απαιτείται για να εισαχθεί στη σχολή ανωτέρας του Κρατικού και άλλων αξιόλογων ωδείων σε σχέση με τα αντίστοιχα στα τμήματα ειδίκευσης του Πα.Μακ. μέσω Πανελλήνιων εξετάσεων?Σε ποιον από τους ανωτέρω θεσμούς άπαντες οι διδάσκοντες προσλαμβάνονται κατόπιν ακρόασης , από ωρομίσθιους έως μόνιμους και όχι μόνο μέσω μοριοδότησης και αξιολόγησης υφιστάμενων τίτλων σπουδών?Μήπως θα έπρεπε από τη διαδικασία της ακρόασης να περνάνε μέσω ΑΣΕΠ όλοι σε όλες τις δημόσιες δομές με συμμετοχή γονέων και μαθητών στην επιτροπή?
Δεν πρέπει να αποσαφηνιστεί αν θα συνεχίσει το Κρατικό Ωδείο να παρέχει αυτή τη δυνατότητα ποιοτικής δωρεάν διδασκαλίας και ίσως να δημιουργηθούν αντίστοιχα ιδρύματα και σε άλλα αστικά κέντρα?και η επόμενη λογική ερώτηση στο πνεύμα του σχολίου της κυρίας Λενικάκη Μαυρέτα (Πρόεδρος Σω.Κα.Χο. )είναι αν γενικά θα υπάρχει δωρεάν η τουλάχιστον επιδοτούμενη πρόσβαση στην κατώτερη , μέση και ανώτερη καλλιτεχνική εκπαίδευση. Είναι μια κοινωνική μέριμνα που θέλουμε να επεκταθεί η να εξαφανιστεί πλήρως?
Τέλος,αν υποθετικά η ανωτατοποίηση αφορά τη σχολή Ανωτέρας του Κρατικού ,φυσικά και είναι συζητήσιμο με ποιο τρόπο θα πραγματοποιηθεί , ώστε κατά τη διάρκεια της μετάβασης αλλά και των πρώτων χρόνων λειτουργίας να υπάρχει διαφάνεια και ισονομία απέναντι σε όλα τα μέλη της κοινότητας. —Σε άλλα σχόλια—.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1ε παρακάμπτει (αγνοεί; παραβιάζει;) τις οδηγίες της ΕΘΑΑΕ σχετικά με τη διαμόρφωση του Ακαδημαϊκού Χάρτη της επικράτειας.
Όπως τεκμαίρεται από τα άρθρα που προηγήθηκαν και ακολουθούν το υπό ίδρυση Τμήμα Μουσικής με την ονομασία «Μουσική Τέχνη Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης» έχει ταυτόσημο γνωστικο αντικείμενο με το Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (βλ.ΦΕΚ ίδρυσης, οδηγοό και πρόγραμμα σπουδών του ΤΜΕΤ).
Είναι παράδοξο να επιλέγεται η Θεσσαλονίκη για την ίδρυση και δεύτερου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος που θεραπεύει τη μουσική ερμηνεία, διεύθυνση και σύνθεση τη στιγμή που στην πρωτεύουσα δεν υπάρχει ανάλογο Τμήμα.
Παρατήρηση σχετικά με τη δημόσια και δωρεάν ανώτερη εκπαίδευση χορού
Η αναβάθμιση των δύο κρατικών σχολών χορού σε Τμήματα Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών συνιστά σημαντική ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Ωστόσο, δημιουργείται κενό ως προς την ύπαρξη δημόσιας και δωρεάν Ανώτερης Σχολής Χορού.
Ερωτάται:
Προβλέπεται η διατήρηση δημόσιας και δωρεάν ανώτερης βαθμίδας εκπαίδευσης χορού;
Πώς διασφαλίζεται η πρόσβαση σε δημόσια καλλιτεχνική εκπαίδευση για υποψηφίους που δεν εισάγονται στην Ανώτατη Σχολή;
Υφίσταται πρόθεση ίδρυσης δημόσιων Ανώτερων Σχολών Χορού υπό το Υπουργείο Παιδείας;
Η αναβάθμιση δεν θα πρέπει να συνεπάγεται συρρίκνωση της δημόσιας εκπαιδευτικής πυραμίδας ούτε μεταφορά της ανώτερης βαθμίδας αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα.
Προτείνεται η πρόβλεψη διατήρησης ή ίδρυσης δημόσιας και δωρεάν Ανώτερης Σχολής Χορού, ώστε να διασφαλίζεται η ισότιμη πρόσβαση και η κοινωνική συνοχή του συστήματος καλλιτεχνικής εκπαίδευσης.