ΜΕΡΟΣ Α΄ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΩΝ – ΣΥΣΤΑΣΗ ΜΗΤΡΩΟΥ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (Άρθρα 23-42)

Άρθρο 23

Συμβιβαστική επέμβαση του αρμόδιου πρωτοδίκη – Προσθήκη άρθρου 209 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) προστίθεται άρθρο 209 ως εξής:

«Άρθρο 209

Συμβιβαστική επέμβαση

1. Όποιος έχει την πρόθεση να ασκήσει αγωγή μπορεί πριν από την κατάθεσή της να ζητήσει τη συμβιβαστική επέμβαση του αρμόδιου για την εκδίκαση της αγωγής πρωτοδίκη.

Για τον σκοπό αυτό υποβάλλεται αίτηση προς τον αρμόδιο Πρωτοδίκη, στην οποία αναγράφεται συνοπτικά το αντικείμενο της διαφοράς, ή εμφανίζονται αυθόρμητα οι ενδιαφερόμενοι ενώπιόν του.

2. Οι διάδικοι μπορούν να εμφανιστούν αυθόρμητα ενώπιον του προέδρου υπηρεσίας οποιουδήποτε Πρωτοδικείου και να ζητήσουν τη συμβιβαστική επέμβασή του.».

Άρθρο 24

Κατάθεση αγωγής – Τροποποίηση άρθρου 215 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 215 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της άσκησης της αγωγής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, προστίθεται νέο τέταρτο εδάφιο, β) η παρ. 2 αντικαθίσταται και το άρθρο 215 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 215

Άσκηση αγωγής

1. Η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Αποκλειστικά σε περίπτωση αγωγής που απευθύνεται σε περιφερειακή έδρα πρωτοδικείου, κατά την έννοια του ν. 5108/2024 (Α΄ 65), η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται στη γραμματεία είτε της περιφερειακής έδρας είτε της παράλληλης έδρας, στην κατά τόπον αρμοδιότητα της οποίας εντάσσεται η περιφερειακή έδρα, είτε της έδρας πρωτοδικείου. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 119. Με την κατάθεση της αγωγής ορίζεται δικάσιμος, η οποία προσδιορίζεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον έβδομο μήνα μετά από αυτήν, και όταν η αγωγή θα πρέπει να επιδοθεί στο εξωτερικό, στην πρώτη δικάσιμο μετά την πάροδο εννέα (9) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον δέκατο μήνα μετά απ’ αυτήν. Κάτω από το δικόγραφο που κατατέθηκε συντάσσεται έκθεση στην οποία αναφέρεται η ημέρα, ο μήνας και το έτος της κατάθεσης, καθώς και το ονοματεπώνυμο του καταθέτη. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 117. Αναφορά του δικογράφου της αγωγής που κατατέθηκε γίνεται χωρίς καθυστέρηση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο. Στο βιβλίο αυτό αναγράφονται με αύξοντα αριθμό και χρονολογική σειρά οι αγωγές που κατατίθενται και αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων, η χρονολογία της κατάθεσης και το αντικείμενο της διαφοράς. Στη γραμματεία κάθε δικαστηρίου τηρείται και ηλεκτρονικό αρχείο αγωγών.

2. Αν δεν ορίζεται άλλως, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κατάθεσή της. Αν η αγωγή πρέπει να επιδοθεί στο εξωτερικό, εντός του διαστήματος αυτού θα πρέπει να έχει επιδοθεί στον εισαγγελέα, κατά την παρ. 1 του άρθρου 134. Με την επίδοση της αγωγής ξεκινά και η διαδικασία διαμεσολάβησης, όπου είναι υποχρεωτική. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί νομίμως μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Η άκυρη επίδοση, όχι όμως και η ανυπόστατη, διακόπτει την παραγραφή, εφαρμοζομένου του άρθρου 263 του Αστικού Κώδικα.».

Άρθρο 25

Περιεχόμενο αγωγής – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 216 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 1 του άρθρου 216 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του περιεχομένου της αγωγής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην περ. α) διαγράφεται η λέξη «σαφή», γ) στην περ. β) διαγράφεται η λέξη «ακριβή» και το άρθρο 216 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 216

Απαραίτητα στοιχεία της αγωγής

1. Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

2. Στην αγωγή αναφέρεται α) προκειμένου για δίκες περιουσιακών σχέσεων η χρηματική αξία του επίδικου αντικειμένου και β) τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου.».

Άρθρο 26

Διαγραφή από πινάκιο αρχικής δικασίμου σε περίπτωση υποβολής αιτήματος προτίμησης, εξαιρουμένων υποθέσεων ασφαλιστικών μέτρων και υποθέσεων υπαγόμενων στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας – Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 226 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 5 του άρθρου 226 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί εισαγωγής αγωγής για συζήτηση, ορισμού δικασίμου και αναβολής, προστίθεται τρίτο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:

«5. Κάθε αίτημα προτίμησης που υποβάλλεται από διάδικο για ορισμό ημέρας συζήτησης αίτησης, αγωγής ή ενδίκου μέσου ενώπιον παντός δικαστηρίου, οποιασδήποτε διαδικασίας, διαφορετικής από εκείνη που, κατά τη νόμιμη σειρά, πρέπει να προσδιοριστεί ή έχει ήδη προσδιοριστεί, υποβάλλεται εγγράφως. Στην αίτηση πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχονται οι λόγοι της προτίμησης και ο αρμόδιος δικαστής αποφαίνεται σχετικά, με αιτιολογημένη πράξη του. Με εξαίρεση τις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων και τις υποθέσεις που υπάγονται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν γίνει δεκτό αίτημα προτίμησης από τον αρμόδιο δικαστή, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο της αρχικής δικασίμου από τον γραμματέα με εντολή του διευθύνοντος το δικαστήριο.».

Άρθρο 27

Ορισμός προθεσμιών για άρση πραγματικής αοριστίας και συμπλήρωση αγωγής πριν από τη δικάσιμο – Αντικατάσταση παρ. 1 άρθρου 227 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Η παρ. 1 του άρθρου 227 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί εισαγωγής αγωγής για συζήτηση και συμπλήρωση τυπικών παραλείψεων, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου μπορεί, με πρόταση του εναγομένου, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει την αγωγή του και ο εναγόμενος αντιλέγει κατά τη συζήτηση. Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης.».

Άρθρο 28

Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων και αποδεικτικών εγγράφων, αντίκρουσης και συμπλήρωσης και ανάληψης σχετικών – Αντικατάσταση άρθρου 237 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Το άρθρο 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων και αποδεικτικών εγγράφων, αντίκρουσης και συμπλήρωσης και ανάληψης σχετικών, αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 237

Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων και προσθήκης-αντίκρουσης

1. Οι προτάσεις των διαδίκων, η έκθεση επίδοσης, τα αποδεικτικά και διαδικαστικά τους έγγραφα και τα πληρεξούσια, στην τακτική διαδικασία, κατατίθενται ενενήντα (90) ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής ή της κλήσης και, εφόσον η αγωγή επιδίδεται στην αλλοδαπή, εκατόν είκοσι (120) ημέρες από τη λήξη της ίδιας προθεσμίας για όλους τους διαδίκους. Η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης.

2. Η προσθήκη-αντίκρουση κατατίθεται εντός των επόμενων δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων. Στην ίδια προθεσμία κατατίθεται και το δικαστικό ένσημο. Εντός των επόμενων δέκα (10) ημερών από την τελευταία αυτή προθεσμία ορίζεται ο δικαστής ή, επί πολυμελούς δικαστηρίου, η σύνθεση και ο εισηγητής για την εκδίκαση της διαφοράς.

3. Εντός τριάντα (30) ημερών μετά τη χρέωση, ο δικαστής του μονομελούς ή ο εισηγητής του πολυμελούς πρωτοδικείου εκδίδει διάταξη, που δεν περιέχει αιτιολογία, εφόσον διαπιστώσει ότι: α) η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, β) η αγωγή είναι μη ασκηθείσα, γ) για την πληρέστερη εκδίκαση της διαφοράς απαιτείται η εξέταση μαρτύρων ή διαδίκων ή η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, δ) απαιτείται η ένωση ή συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών, ο χωρισμός ή η διαδοχική εξέταση αιτήσεων, ή η αναστολή της δίκης, αντίστοιχα κατά τα άρθρα 246 έως 250. Αν η αγωγή πάσχει από πραγματική αοριστία, αυτή επισημαίνεται από τον δικαστή με τη διάταξη και ο ενάγων δύναται να τη συμπληρώσει έως δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση με προσθήκη στις προτάσεις. Η αντίκρουση για ό,τι συμπληρώθηκε μετά τη διάταξη γίνεται στον χρόνο της παρ. 3 του άρθρου 269. Επί αναστολής της δίκης κατά τα άρθρα 246 έως 250, οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προτάσεις, όχι όμως και νέους ισχυρισμούς, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 269, ούτε νέα αποδεικτικά μέσα, μέχρι τη νέα συζήτηση.

4. Με τη διάταξη, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον ο ενάγων τις επόμενες πέντε (5) ημέρες από την έκδοση της διάταξης, δεν αιτηθεί την εκδίκαση της διαφοράς κατά την ορισθείσα δικάσιμο και την έκδοση της απόφασης επί της αγωγής του, καταβάλλοντας προς τούτο, το αργότερο έως τη συζήτηση, παράβολο ύψους διακοσίων (200) ευρώ. Σε περίπτωση ήττας του για τον λόγο που διαπίστωσε η διάταξη, το δικαστήριο διπλασιάζει τα δικαστικά έξοδα, διαφορετικά το παράβολο επιστρέφεται στον διάδικο. Αν ο ενάγων δεν αντιλέγει ή δεν συμπληρώσει την αγωγή με προσθήκη στις προτάσεις του, η διάταξη επικυρώνεται, η δίκη περατώνεται και η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων περί παραίτησης από το δικόγραφο. Κατά της διάταξης δεν ασκούνται ένδικα μέσα ή άλλα ένδικα βοηθήματα.

5. Αν με τη διάταξη διατάχθηκε η εξέταση μαρτύρων, αυτοί εξετάζονται ενώπιον του δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Είναι δυνατή η εξέταση των μαρτύρων και των διαδίκων και με ηλεκτρονικά μέσα, με σύγχρονη μετάδοση στην αίθουσα συνεδρίασης. Αν με τη διάταξη κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, ορίζεται με αυτή ο χρόνος διενέργειας της αυτοψίας ή ο πραγματογνώμονας που πρόκειται να διεξάγει την πραγματογνωμοσύνη και η προθεσμία όρκισης και κατάθεσής της από τον διορισμό του πραγματογνώμονα. Η διάταξη κοινοποιείται στους διαδίκους και στον πραγματογνώμονα αμελλητί, ακόμη και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου. Εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της διάταξης προτείνονται από τους διαδίκους τυχόν λόγοι εξαίρεσης ή αίτημα αντικατάστασης από τον πραγματογνώμονα. Αν η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι εφικτό να κατατεθεί εμπρόθεσμα για οποιονδήποτε λόγο, το δικαστήριο μπορεί, και αυτεπαγγέλτως, να ανακαλέσει τη διενέργειά της. Η αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων γίνεται με προσθήκη μέχρι τη δωδεκάτη (12.00) ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Η ίδια προθεσμία αξιολόγησης ισχύει και για τη διαταχθείσα αυτοψία, από τον χρόνο διενέργειάς της, ή την πραγματογνωμοσύνη, από τον χρόνο λήξης της προθεσμίας κατάθεσής της. Επαναληπτική συζήτηση στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνει χώρα.

6. Αν δεν εκδοθεί διάταξη, η συζήτηση διεξάγεται με βάση το υλικό που κατατέθηκε με τις προτάσεις των διαδίκων. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση των δικηγόρων κατά τη συζήτηση. Η συζήτηση αυτή μπορεί, με πράξη του προϊσταμένου του αρμόδιου Πρωτοδικείου, να γίνει και στο γραφείο του δικαστή ή του προέδρου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

7. Αναβολή κατά την ορισθείσα δικάσιμο δεν είναι δυνατή.

8. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στην περίπτωση της παρ. 6, καθώς και στην περίπτωση έκδοσης διάταξης των άρθρων 249 και 250 το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση μπορεί να διατάξει την εξέταση μαρτύρων ή των διαδίκων, σε ημερομηνία που δεν απέχει πάνω από δύο (2) μήνες από τη συζήτηση, ή αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, με αντίστοιχη διάταξή του, εφαρμοζόμενης αναλόγως της παρ. 5.

9. Η κατάθεση των προτάσεων και της προσθήκης-αντίκρουσης, που γίνονται μέχρι τη δωδεκάτη (12.00) ώρα της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας κατάθεσής τους, βεβαιώνεται με επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα. Η κατάθεση των προτάσεων, της προσθήκης-αντίκρουσης και των διαδικαστικών εγγράφων μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά κατά την παρ. 4 του άρθρου 119. Ο δικηγόρος κάθε διαδίκου ή εξουσιοδοτημένος από αυτόν τρίτος δικαιούται να λάβει ατελώς, με δική του δαπάνη, αντίγραφο των προτάσεων, της προσθήκης-αντίκρουσης και των εγγράφων των αντιδίκων του.».

Άρθρο 29

Σύντμηση προθεσμιών υποβολής αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ανακοινώσεων – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 238 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 1 του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 183), περί προθεσμιών κατάθεσης και επίδοσης παρεμπιπτουσών αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ανακοινώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σαράντα (40) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης», γ) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «ενενήντα (90) ημερών από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εβδομήντα (70) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης», δ) στο τρίτο εδάφιο, οι λέξεις «ενενήντα (90) και εκατόν είκοσι (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εβδομήντα (70) και εκατόν (100) ημέρες, αντίστοιχα, από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης» και ε) στο τέταρτο εδάφιο, εα) η λέξη και το αριθμητικό «εκατόν είκοσι (120)» αντικαθίστανται από τη λέξη και το αριθμητικό «εκατό (100)» και εβ) οι λέξεις «εκατόν ογδόντα (180) ημερών από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εκατόν εξήντα (160) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης» και το άρθρο 238 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 238

Κατάθεση παρεμπιπτουσών αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ανακοινώσεων

1. Παρεμπίπτουσες αγωγές, ανταγωγές, παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις και ανακοινώσεις στην περίπτωση του άρθρου 237 κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία σαράντα (40) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Παρεμβάσεις μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία εβδομήντα (70) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε εβδομήντα (70) και εκατόν (100) ημέρες, αντίστοιχα, από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται σε προθεσμία εκατό (100) ημερών και στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου σε προθεσμία εκατόν εξήντα (160) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Για την προσθήκη ισχύει η παρ. 2 του άρθρου 237 ΚΠολΔ.

2. Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται και όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται με αυτές.».

Άρθρο 30

Απαγόρευση αναβολής συζήτησης υπόθεσης στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας – Αύξηση παραβόλων αιτήματος αναβολής – Τροποποίηση παρ. 1 και 3 άρθρου 241 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 241 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί αναβολής συζήτησης για σπουδαίο λόγο, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «, ανά βαθμό δικαιοδοσίας,» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στον πρώτο βαθμό», ββ) προστίθεται νέο, δεύτερο, εδάφιο, γ) στην παρ. 3, γα) στην περ. α), οι λέξεις «είκοσι (20)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σαράντα (40)», γβ) στην περ. β), η λέξη και το αριθμητικό «τριάντα (30)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εξήντα (60)», γγ) η περ. γ) καταργείται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 241 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 241

Αναβολή συζήτησης

1. Ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αν ακόμη δεν κατατέθηκαν προτάσεις ή αυτές κατατέθηκαν εκπρόθεσμα, μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης μόνο μία φορά στον πρώτο βαθμό σε μεταγενέστερη δικάσιμο, εφόσον υπάρχει σπουδαίος κατά την κρίση του δικαστηρίου λόγος, με απλή σημείωση στο πινάκιο. Στον δεύτερο βαθμό επιτρέπεται αναβολή μόνο μια φορά και μόνο για λόγους ανωτέρας βίας.

Σε περίπτωση αποχής των δικηγόρων, οι υποθέσεις αναβάλλονται υποχρεωτικά σε δικάσιμο που ανακοινώνει το δικαστήριο εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών ή σε άλλη εμβόλιμη δικάσιμο.

2. Το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει, με απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, δικαστική δαπάνη σε βάρος εκείνου που ζήτησε την αναβολή, με αίτηση του αντιδίκου του, εβδομήντα (70) έως τετρακόσια (400) ευρώ.

3. Για την υποβολή αιτήματος αναβολής ο διάδικος καταβάλλει παράβολο υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) ως εξής:

α) σαράντα(40) ευρώ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου,

β) εξήντα (60) ευρώ, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου,

γ) [Καταργείται].

Σε κοινό αίτημα αναβολής περισσότερων διαδίκων, καταβάλλεται ένα παράβολο το οποίο επιμερίζεται ισομερώς. Δεν υπέχουν υποχρέωση καταβολής παραβόλου το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.). Δεν καταβάλλεται παράβολο, σε περίπτωση αποχής των δικηγόρων. Το παράβολο επιστρέφεται, αν το αίτημα της αναβολής απορριφθεί από το δικαστήριο.».

Άρθρο 31

Δυνατότητα προσκόμισης νέων ισχυρισμών και νέων αποδεικτικών μέσων μετά την κατάθεση προτάσεων – Προσθήκη άρθρου 269 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) προστίθεται άρθρο 269 ως εξής:

«Άρθρο 269

Αρχή της συγκεντρώσεως

1. Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται κατά την αρχικώς ορισθείσα συζήτηση με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως.

2. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις. Εκπρόθεσμη προσθήκη δεν λαμβάνεται υπόψη.

3. Μέσα επίθεσης και άμυνας είναι παραδεκτά και μετά την κατάθεση των προτάσεων έως και τη συζήτηση, με προσθήκη, αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία. Η αντίκρουση επ’ αυτών γίνεται εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση.».

Άρθρο 32

Προθεσμίες έκδοσης οριστικής απόφασης – Αδυναμία έκδοσης απόφασης – Επανάληψη συζήτησης – Αντικατάσταση άρθρου 307 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Το άρθρο 307 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί επανάληψης συζήτησης λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης, αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 307

Προσδιορισμός προθεσμιών έκδοσης αποφάσεων για υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, ειδικών διαδικασιών, εκούσιας δικαιοδοσίας και ασφαλιστικών μέτρων – Επανάληψη συζήτησης λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης

1. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίες η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης. Στις περιπτώσεις που εκδίδεται διάταξη των παρ. 3, 5 ή 8 του άρθρου 237 ή του άρθρου 227, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει από την παρέλευση της προθεσμίας των πέντε (5) ημερών της παρ. 4 του άρθρου 237. Στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη συζήτηση της υπόθεσης. Στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός ενός (1) μηνός από τη συζήτηση της υπόθεσης.

2. Αν ο δικαστής που έχει χρεωθεί την υπόθεση διαπιστώσει ότι πρόκειται να υπερβεί την κατά περίπτωση προβλεπόμενη προθεσμία της παρ. 1 για την έκδοση της απόφασης, οφείλει να ενημερώσει εγγράφως τον προϊστάμενο του δικαστηρίου για τους λόγους της καθυστέρησης και να δηλώσει το επιπλέον διάστημα που απαιτείται για την έκδοσή της, το οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες στην περίπτωση του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παρ. 1, και τον ένα (1) μήνα στην περίπτωση του τρίτου εδαφίου της παρ. 1. Η ενημέρωση του πρώτου εδαφίου πρέπει να γίνει σε απώτατο χρόνο πέντε (5) μηνών από την έναρξη της προθεσμίας του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 και τριών (3) μηνών στην περίπτωση του τρίτου εδαφίου της παρ. 1.

Ο προϊστάμενος του δικαστηρίου υποχρεούται να διαβιβάσει το εν λόγω έγγραφο στον Άρειο Πάγο και στον επιθεωρητή, ενώ το δικαστήριο οφείλει να ενημερώσει τους διαδίκους για την καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης που τους αφορά και για τον χρόνο στον οποίο προβλέπεται η έκδοσή της.

3. Αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης διαπιστωθεί ότι είναι αδύνατο να εκδοθεί έγκαιρα η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, οι κλήσεις για συζήτηση και τα αποδεικτικά της επίδοσης συντάσσονται ατελώς.

4. Μόλις συμπληρωθεί ο απώτατος χρόνος έκδοσης της απόφασης, κατά την παρ. 1, και αφού ληφθεί υπόψη η έγγραφη ενημέρωση του δικαστή κατά την παρ. 2, ο πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικαστηρίων επιλαμβάνεται και ερευνά αν είναι δικαιολογημένη η καθυστέρηση. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης και αν παρήλθε ο πρόσθετος χρόνος που δηλώθηκε, χωρίς να έχει δημοσιευθεί η απόφαση που καθυστερεί, ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται αμέσως με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης αυτού. Για τις υποθέσεις αυτές ορίζεται δικάσιμος για νέα συζήτηση, υποχρεωτικώς, εντός δύο (2) μηνών για τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, ενός (1) μηνός για τις υποθέσεις ειδικών διαδικασιών και εκουσίας δικαιοδοσίας και δέκα (10) ημερών για τα ασφαλιστικά μέτρα, μετά τη συμπλήρωση των προθεσμιών της παρ. 1.

5. Με την επιφύλαξη των παρ. 1 έως 4, εάν διαπιστωθεί μετά το τέλος της συζήτησης ότι η διάσκεψη δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός εύλογου χρόνου για λόγους ανώτερης βίας, όπως λόγω αναρρωτικής άδειας δικαστικού λειτουργού ή μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου, ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει την επανάληψη της συζήτησης, με ανάλογη εφαρμογή των παρ. 1 έως 4 σχετικά με τον ορισμό δικασίμου, την κλήση προς συζήτηση και τα αποδεικτικά επίδοσης.

6. Όταν διατάσσεται επανάληψη της συζήτησης σύμφωνα με το παρόν, οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις στο ακροατήριο, εφόσον είχαν παραστεί στην αρχική συζήτηση. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.».

Άρθρο 33

Αντίγραφο διάταξης διορισμού πραγματογνώμονα – Τροποποίηση άρθρου 375 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 375 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της κοινοποίησης της απόφασης διορισμού πραγματογνώμονα, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) η λέξη «απόφασης» αντικαθίσταται από τη λέξη «διάταξης» και το άρθρο 375 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 375

Κοινοποίηση της διάταξης διορισμού πραγματογνώμονα

Αντίγραφο της διάταξης που διορίζει ή αντικαθιστά πραγματογνώμονες κοινοποιείται μόλις δημοσιευθεί στους διαδίκους και τους πραγματογνώμονες με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου ή του δικαστή που την έχει εκδώσει.».

Άρθρο 34

Αίτηση για εξαίρεση πραγματογνώμονα – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 378 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 1 του άρθρου 378 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της αίτησης εξαίρεσης πραγματογνώμονα, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται και το άρθρο 378 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 378

Συζήτηση και απόφαση επί αίτησης εξαίρεσης – Διορισμός άλλου πραγματογνώμονα

1. Η αίτηση για εξαίρεση εισάγεται για να συζητηθεί στο δικαστήριο ή στον εντεταλμένο δικαστή που διόρισε τους πραγματογνώμονες και δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ..

2. Αν η εξαίρεση γίνει δεκτή, το δικαστήριο ή ο εντεταλμένος δικαστής διορίζει με την ίδια απόφαση άλλον πραγματογνώμονα για να αντικαταστήσει εκείνον που εξαιρέθηκε.».

Άρθρο 35

Αποκλεισμός απόδειξης με μάρτυρες – Τροποποίηση άρθρου 393 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 393 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182), περί μη επιτρεπόμενης απόδειξης με μάρτυρες λόγω ποσού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) η παρ. 1 αντικαθίσταται, γ) στην παρ. 2 προστίθενται οι λέξεις «, ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι κατώτερη των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ», δ) η παρ. 3 αντικαθίσταται και το άρθρο 393 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 393

Πότε δεν επιτρέπεται απόδειξη με μάρτυρες λόγω ποσού

1. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ.

2. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου, ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι κατώτερη των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.

3. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, ακόμη και αν δεν αντίκεινται στο περιεχόμενο του εγγράφου.».

Άρθρο 36

Μη επιτρεπτό απόδειξης με ένορκες βεβαιώσεις ή με δικαστικά τεκμήρια – Τροποποίηση άρθρου 395 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 395 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί σχέσης μαρτύρων και τεκμηρίων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) προστίθενται οι λέξεις «με ένορκες βεβαιώσεις ή» και το άρθρο 395 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 395

Σχέση μαρτύρων με ένορκες βεβαιώσεις και τεκμήρια

Όταν η απόδειξη με μάρτυρες αποκλείεται, δεν επιτρέπεται ούτε και η απόδειξη με ένορκες βεβαιώσεις ή με δικαστικά τεκμήρια.».

Άρθρο 37

Εξέταση μαρτύρων και με τηλεδιάσκεψη – Προσθήκη άρθρου 397 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182) προστίθεται άρθρο 397 ως εξής:

«Άρθρο 397

Εξέταση μαρτύρων και με τηλεδιάσκεψη

Η εξέταση των μαρτύρων μπορεί να γίνει και με τηλεδιάσκεψη.».

Άρθρο 38

Αναλογική εφαρμογή διατάξεων της εμμάρτυρης απόδειξης στη διαδικασία των ενόρκων βεβαιώσεων – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 423 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στην παρ. 1 του άρθρου 423 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί ενστάσεων και αιτήσεων εξαίρεσης εκείνου που δίνει τη βεβαίωση, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) διαγράφεται η αναφορά στα άρθρα «393, 394,» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 423 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 423

Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης κρίνονται όμως από το Δικαστήριο

1. Οι διατάξεις των άρθρων 398 παρ. 2, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409 παρ. 2, 411 και 413 εφαρμόζονται αναλόγως.

2. Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης κρίνονται όμως από το Δικαστήριο.».

Άρθρο 39

Έκταση εφαρμογής της διαδικασίας περί μικροδιαφορών – Τροποποίηση άρθρου 466 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 466 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της έκτασης εφαρμογής των διατάξεων για τη διαδικασία των μικροδιαφορών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) οι λέξεις «Εξαιρουμένων των διαφορών του άρθρου 17,» διαγράφονται, ββ) οι λέξεις και ο αριθμός «πέντε χιλιάδες (5.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις και τον αριθμό «οκτώ χιλιάδες (8.000)», βγ) ο αριθμός «471» αντικαθίσταται από τον αριθμό «469», γ) στην παρ. 2, γα) στο πρώτο εδάφιο, i) ο αριθμός «471» αντικαθίσταται από τον αριθμό «469», ii) οι λέξεις «πέντε χιλιάδες (5.000)» αντικαθίστανται, δύο φορές, από τις λέξεις «οκτώ χιλιάδες (8.000)», γβ) στο δεύτερο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδίκης» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρωτοδίκης» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 466 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 466

Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές – Αξία αντικειμένου διαφοράς
μεγαλύτερη από 8.000 ευρώ

1. Αν το αντικείμενο της διαφοράς αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία του δεν είναι μεγαλύτερη από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 469.

2. Τα άρθρα 467 έως 469 εφαρμόζονται και όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς είναι μεγαλύτερη από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ, αν ο ενάγων δηλώσει ότι δέχεται προς ικανοποίησή του, αντί για το αντικείμενο που ζητεί με την αγωγή χρηματικό ποσό όχι μεγαλύτερο από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ. Στην περίπτωση αυτή ο εναγόμενος καταδικάζεται διαζευκτικά να καταβάλει είτε το αντικείμενο που ζητείται με την αγωγή είτε την αποτίμησή του σύμφωνα με την απόφαση που θα εκδώσει ο πρωτοδίκης.».

Άρθρο 40

Αντικειμενική σώρευση αγωγών – Τροποποίηση άρθρου 467 Κώδικα Πολιτικής

Δικονομίας

Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 467 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της υποχρεωτικής σώρευσης αγωγών στη διαδικασία των μικροδιαφορών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) οι λέξεις και ο αριθμός «πέντε χιλιάδες (5.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις και τον αριθμό «οκτώ χιλιάδες (8.000)» και το άρθρο 467 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 467

Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές – Αξία αντικειμένου διαφοράς μέχρι 8.000 ευρώ – Σώρευση απαιτήσεων – Προϋποθέσεις

Ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να ασκήσει με την ίδια αγωγή όλες τις απαιτήσεις του κατά του εναγομένου, οι οποίες δεν εξαρτώνται από αίρεση ή προθεσμία, εφόσον το σύνολό τους δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ. Αν τις ασκήσει χωριστά, οι αγωγές δεν απορρίπτονται, αλλά οι σχετικές δαπάνες, εκτός της πρώτης, βαρύνουν τον ενάγοντα.».

Άρθρο 41

Άσκηση της αγωγής και επίδοσή της – Τροποποίηση άρθρου 468 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 468 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της άσκησης της αγωγής στη διαδικασία των μικροδιαφορών και περί της επίδοσής της, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδικείου» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρωτοδικείου», ββ) το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται, γ) στην παρ. 2, γα) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδικείο» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρωτοδικείο», γβ) το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται, δ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4, προστίθενται οι λέξεις «στο ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης δικαστικών υποθέσεων», ε) η παρ. 5 αντικαθίσταται και το άρθρο 468 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 468

Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές – Πως ασκείται η αγωγή – Νέοι ισχυρισμοί – Παρεμβάσεις – Ανταγωγές – Προθεσμίες – Εγγραφή στο πινάκιο – Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Η αγωγή κατατίθεται στη γραμματεία του πρωτοδικείου και επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή της. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 215 εφαρμόζεται αναλόγως.

2. Μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι προσκομίζουν στο πρωτοδικείο τα αποδεικτικά τους μέσα και ο εναγόμενος υποβάλλει με έγγραφο υπόμνημα τους ισχυρισμούς του. Μέχρι δύο (2) ένορκες βεβαιώσεις, επιτρέπονται και χωρίς κλήση του αντιδίκου. Εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν έγγραφη προσθήκη- αντίκρουση. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στο ως άνω υπόμνημα. Αμέσως μετά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών, εφόσον οι διάδικοι δεν προσκομίσουν αποδεικτικά μέσα και ο εναγόμενος δεν υποβάλει υπόμνημα, η διαδικασία ολοκληρώνεται, το άρθρο 260, η παρ. 3 του άρθρου 271 και οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 272 εφαρμόζονται αναλόγως και εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών το δικαστήριο εκδίδει απόφαση.

3. Παρεμβάσεις και ανταγωγές κατατίθενται και επιδίδονται στους διαδίκους μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κατάθεση της αγωγής. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής. Η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και το έγγραφο υπόμνημα των ισχυρισμών στις περιπτώσεις του δεύτερου εδαφίου γίνονται σε προθεσμία τριάντα (30) ή πενήντα (50) ημερών, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής και η έγγραφη προσθήκη – αντίκρουση στην προθεσμία του τρίτου εδαφίου της παρ. 2.

4. Η προηγούμενη διαδικασία μπορεί να γίνει και με χρήση τυποποιημένων εγγράφων ή Τεχνολογίας Πληροφορίας και Επικοινωνίας στο ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης δικαστικών υποθέσεων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας με χρήση Τεχνολογίας Πληροφορίας και Επικοινωνίας. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται το περιεχόμενο των τυποποιημένων εγγράφων.

5. Με την επιφύλαξη του πέμπτου εδαφίου της παρ. 2, μετά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών προσδιορίζεται αμέσως η ημέρα συζήτησης με εγγραφή της υπόθεσης σε πινάκιο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίστηκε στους διαδίκους με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο.».

Άρθρο 42

Συζήτηση – Αντικατάσταση άρθρου 469 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Το άρθρο 469 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 469

Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές – Συζήτηση της αγωγής – Μη επιτρεπτό αναβολής συζήτησης – Νέοι ισχυρισμοί – Αποκλίσεις από τις δικονομικές διατάξεις – Ανακοπή ερημοδικίας

«1. Κατά την ορισμένη δικάσιμο η υπόθεση συζητείται ακόμα και αν δεν παρίσταται κανείς διάδικος. Αναβολή της συζήτησης κατά το άρθρο 241 δεν επιτρέπεται. Οι παριστάμενοι κατά τη συζήτηση διάδικοι μπορούν, κατά την κρίση του Δικαστή, να εξετάζονται κατ’ άρθρο 415 ή να παρέχουν διασαφήσεις για την υπόθεση, οι δε ενόρκως βεβαιώσαντες να καταθέτουν συμπληρωματικά, εφόσον είναι παρόντες και ο Δικαστής κρίνει τούτο απολύτως αναγκαίο. Νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνον εάν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και προέκυψαν μεταγενέστερα. Σε περίπτωση νέων ισχυρισμών επιτρέπεται η προσθήκη – αντίκρουση εντός τριών (3) ημερών από τη συζήτηση. Μετά το πέρας της συζήτησης ο Δικαστής δύναται να ζητεί από τους διαδίκους να προσκομίσουν σε ηλεκτρονική μορφή αντίγραφο του δικογράφου της αγωγής, του υπομνήματος και της προσθήκης.

2. Ο Δικαστής δικάζοντας τις διαφορές της παρ. 1 μπορεί να αποκλίνει από τις δικονομικές διατάξεις, να λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και να ακολουθεί κάθε φορά κατά την ελεύθερη κρίση του τη μέθοδο εκείνη που ασφαλέστερα, γρηγορότερα και με λιγότερες δαπάνες μπορεί να οδηγήσει στην ανεύρεση της αλήθειας.

3. Ανακοπή ερημοδικίας κατά απόφασης σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 468 επιτρέπεται για κάθε λόγο κατά παρέκκλιση του άρθρου 501, μόνο μια φορά. Αν ασκηθεί ανακοπή, η απόφαση εξαφανίζεται και ο ανακόπτων δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει στη διαδικασία.».

  • 10 Ιουλίου 2025, 20:21 | ΕΝΩΣΗ ΜΕΛΩΝ Ν.Σ.Κ.

    Άρθρο 30 Σχεδίου Νόμου (για τροποποίηση άρθρου 241 ΚΠολΔ) (Απαγόρευση αναβολής συζήτησης στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας – Αναβολή μόνο 1 φορά για ανωτέρα βία)

    1. Προτείνεται η απόσυρση της προτεινόμενης ρύθμισης και η διατήρηση της υφιστάμενης (αναβολή το ανώτερο 1 φορά ανά βαθμό δικαιοδοσίας για σπουδαίο λόγο).
    2. Άλλως, προτείνεται η τροποποίηση της προτεινόμενης ρύθμισης με προσθήκη πρόβλεψης ότι ειδικά στις δίκες με διάδικο το Δημόσιο/ΝΠΔΔ, στην έννοια της ανωτέρας βίας εμπίπτει και η εκκρεμότητα αποστολής στοιχείων από τη Διοίκηση.

    Τεκμηρίωση αναγκαιότητας:
    1. H αναβολή στον δεύτερο βαθμό μόνο μια φορά και μόνο για λόγο ανωτέρας βίας είναι ανελαστική μη εμπεριέχουσα περιπτώσεις συνδρομής σπουδαίου λόγου που δεν εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας.
    2. Λόγοι προστασίας δημοσίου συμφέροντος επιτάσσουν να αποτυπώνεται ρητά η εκκρεμότητα αποστολής στοιχείων από τη Διοίκηση ως εμπίπτουσα στην έννοια της ανωτέρας βίας κατ’ αντιστοιχία με την υπάρχουσα ρητή μνεία του άρθρου στην αποχή δικηγόρων ως λόγο υποχρεωτικής αναβολής.

  • 10 Ιουλίου 2025, 19:36 | ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΜΠΙΛΙΣΗΣ Δικηγόρος Θεσ/νίκης

    ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ
    Στη δίκη υπάρχουν δύο αυτοτελή αντικείμενα κρίσης ήτοι: α) ο έλεγχος της συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων που πάντοτε προηγείται και β) η εξέταση του ουσιαστικού ζητήματος που πάντοτε ακολουθεί, υπό τον όρο όμως της προηγούμενης διαπίστωσης της συνδρομής. Για τον λόγο αυτόν στο Σ.Ν. υπάρχουν διατάξεις για την εκκαθάριση του παραδεκτού και του ορισμένου πριν από τη δίκη.

    Ωστόσο αυτές είναι εμφανώς άστοχες και αν υιοθετηθούν θα προκαλέσουν περισσότερα και σοβαρότερα προβλήματα από αυτά που επιχειρούν να λύσουν, διότι τίθενται και στο δικαστή και στον εναγόμενο ασφυκτικές προθεσμίες ενέργειας, για ζητήματα που ανάγονται σε ευθύνη του ενάγοντα, οι οποίες εξ’ αντικειμένου δεν μπορούν να τηρηθούν.

    Για τον λόγο αυτό προτείνονται οι εξής 5 λύσεις στην ίδια κατεύθυνση που εξυπηρετούν το στόχο με συνέπεια .
    1. Η θεσμοθέτηση ενδιάμεσου σταδίου συμπλήρωσης της αόριστης αγωγής: α) με την υποβολή της ένστασης απαραδέκτου ή αοριστίας από τον εναγόμενο (η οποία σήμερα προβάλλεται με τις προτάσεις) μέσα στον επόμενο μήνα από την επίδοση της αγωγής, με την αποστολή e mail από το δικηγόρο του στην δηλωθείσα ηλεκτρονική διεύθυνση του δικηγόρου του ενάγοντα, το οποίο θα περιλαμβάνει υποχρεωτικά τις κατά την εκδοχή του ελλείψεις, β) με την υποχρέωση του ενάγοντα να απαντήσει μέχρι την ημέρα που βρίσκεται στο μεσοδιάστημα έως την κατάθεση των προτάσεων, ώστε εάν συμπληρώσει τα στοιχεία, ο εναγόμενος να έχει υπ’ όψιν του τους ισχυρισμούς του στο σύνολό του εγκαίρως για την ορθή προετοιμασία της άμυνάς του στις προτάσεις του και γ) με την επιβολή ποινής τάξης και δικαστικής δαπάνης στην περίπτωση που ο ενάγων δεν απαντήσει ή δεν συμπληρώσει και ο δικαστής ακολούθως διαπιστώσει με την διάταξή του την ύπαρξη του απαραδέκτου ή της αοριστίας που επισήμανε ο εναγόμενος.

    Το τελευταίο μέτρο απαιτείται διότι με την προβλεπόμενη στο Σ.Ν. στον ενάγοντα του δικαιώματος της συμπλήρωσης, απαλλάσσεται αυτός από τις μέχρι τώρα επιπτώσεις της αόριστης αγωγής (που είναι η απόρριψή της και η επιβολή σε βάρος του δικαστικής δαπάνης) και για τον λόγο αυτόν αναμενόμενο είναι να αυξηθούν τα αόριστα εισαγωγικά δικόγραφα λόγω προχειρότητας ή σκοπιμότητας, πράγμα που βεβαίως δεν μπορεί να γίνει ανεκτό. Η κατάθεση ορισμένου δικογράφου αποτελεί δικονομικό καθήκον του ενάγοντα και πρέπει να παραμείνει αυστηρά τέτοιο. Παρεπομένως είναι προφανώς εσφαλμένη η προτεινόμενη με το αρ. 25 Σ.Ν. αλλαγή του αρ. 216 Κ.Πολ.Δ. που καταργεί την υποχρέωση του ενάγοντα για «σαφή» έκθεση των γεγονότων και «ακριβή» περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς στην έκθεσή του.
    ——–
    2.Ο υπερδιπλασιασμός του χρόνου που διατίθεται στο δικαστή : α) για
    τον έλεγχο της αρμοδιότητάς του και όλων των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, συμπεριλαμβανομένου και του νομίμου που εξαιρείται από τη ρύθμιση στο Σ.Ν., καθώς και του νομίμου και του ορισμένου των αμυντικών ισχυρισμών και ενστάσεων του εναγομένου, (που επίσης εξαιρούνται) και β) για την εξέταση του ενδεχόμενου να χρειάζεται αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη.
    Αυτό μπορεί να γίνει :
    • με την αύξηση κατά ένα μήνα του χρόνου προσδιορισμού της δίκης, επιμή –
    κυνση που δεν επιδρά ουσιωδώς στο σχεδιασμό του Υ.Δ. για σύντομη έκδοση της απόφασης και αντιθέτως αυξάνει την αξιοπιστία της και
    • με την έκδοση της διάταξης στο ακροατήριο κατά την ορισθείσα συζήτηση
    με προφορική δήλωση του δικαστή που καταχωρείται στα πρακτικά, καθώς δεν
    συντομεύεται καθόλου η έκδοση απόφασης αν η διάταξη εκδίδεται πριν όπως προβλέπεται από το Σ.Ν. Η διάταξη δε αυτή επί διαπιστωθείσας πραγματικής αοριστίας πρέπει να περιέχει υποχρεωτικά τα στοιχεία που λείπουν και πρέπει να συμπληρώσει ο διάδικος. [Ως εκ τούτου η φράση «χωρίς αιτιολογία» που υπάρχει στο αρ. 28 του Σ.Ν. πρέπει να αντικατασταθεί γιατί δημιουργεί σύγχυση]. Αν γίνει δεκτή η παρούσα πρόταση ο χρόνος ελέγχου της συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων θα κυμαίνεται μεταξύ 75 -105 ημερών από τις μόλις 30 ημέρες που προβλέπεται στο Σ.Ν. και δεν θα χρειάζεται να γίνει τίποτα μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο, ούτε από το δικαστή ούτε από τους διαδίκους.
    ————-
    3. Επί διαπίστωσης της μη συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων, αν
    πρόκειται για τυπικές ελλείψεις που μπορούν να διορθωθούν, με τη διάταξη χορηγείται προθεσμία συμπλήρωσης, ενώ αν πρόκειται για πραγματική αοριστία διατάσσεται ο βαρυνόμενος διάδικος σε συμπλήρωση της πραγματικής βάσης είτε στο ακροατήριο κατ’ εφαρμογή του αρ. 236 Κ.Πολ.Δ., είτε εντός 3 εργασίμων ημερών, αν κριθεί δικαιολογημένη η απουσία του, με προσθήκη στις προτάσεις του, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα προσκόμισης νέων αποδεικτικών μέσων. Από την πραγματοποίηση εκ μέρους του της συμπλήρωσης, ο εναγόμενος πρέπει να έχει προθεσμία προσθήκης έως 15 ημέρες για την άμυνά του αποκλειστικά επί των στοιχείων της συμπλήρωσης και την προσκόμιση σχετικών με αυτήν αποδεικτικών μέσων. Σε περίπτωση μη συμπλήρωσης η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και επιβάλλεται και ποινή τάξεως λόγω της παράβασης της διάταξης, καθώς και πλήρης δικαστική δαπάνη.
    Η μεγάλη προθεσμία κρίνεται απαραίτητη γιατί η συμπλήρωση της πραγματικής βάσης περιλαμβάνει περιστατικά που θα έπρεπε να έχει υπ’ όψιν του ο εναγόμενος από την επίδοση και προφανές είναι ότι αφού αφορά την συμπλήρωση της δικογραφίας δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στο χρόνο που διατίθεται από το δικαστή για την έκδοση της απόφασή του.
    ————
    4. Η εφαρμογής στο Εφετείο του συστήματος κατάθεσης προτάσεων
    εντός 90 ημερών, προθεσμία που πρέπει να αφετηριάζεται από την άσκηση της έφεσης. Μετά αυτήν οποία πρέπει να χρεώνεται η υπόθεση στη μονομελή η τριμελή σύνθεση μέσω αλγορίθμου, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται για το ζήτημα αυτό παρακάτω. Ταιριάζει απολύτως στην ενώπιον του Εφετείου δίκη διότι αφενός συντομεύει αποφασιστικά την έκδοση απόφασης καθώς αποκλείει την δυνατότητα αναβολής και αφετέρου είναι ευχερής κατά τον τρόπο αυτόν ο μέσω του αλγορίθμου προγραμματισμός της δίκης. Στις περιπτώσεις δε που διατάσσεται η εξέταση, μπορεί αυτή να γίνεται μέσω τηλεδιάσκεψης, που ήδη προβλέπεται στην 3η παράγραφο του άρθρου 393 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. και προβλέπεται από το σχέδιο νόμου.
    ————-
    5.Η αξιοποίηση του θεσμού της διαιτησίας του Δικηγορικού Συλλόγου ως
    Δικαστηρίου 1ου βαθμού. [Αρ. 131 και 132 του Κώδικα Δικηγόρων]. Ο θεσμός, που σήμερα σχεδόν ανενεργός, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα επιτάχυνσης της δίκης του 1ου βαθμού, εφόσον εκλείψει ο λόγος δισταγμού προσφυγής των διαδίκων στη συγκεκριμένη διαιτησία, λόγω του οποίου υπάρχουν ελάχιστες προσφυγές. Αυτός είναι η απαγόρευση άσκησης Εφέσεως στο πολιτικό Εφετείο κατά της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου. Με τη χορήγηση ωστόσο του δικαιώματος αυτού δημιουργείται στην πράξη δικαστήριο 1ου βαθμού το οποίο θα δικάζει τις υποθέσεις αμέσως με υποδειγματική συλλογή του αποδεικτικού υλικού, χωρίς τους χρονικούς περιορισμούς που υπάρχουν αναγκαστικά στα τακτικά Δικαστήρια και χωρίς να τίθενται ζητήματα αξιοπιστίας, λόγω του ότι στη σύνθεσή του υπηρετούν δικηγόροι, αφού οι αποφάσεις του θα ελέγχονται από το πολιτικό Εφετείο.

    Αντώνης Ν. Μπιλίσης
    Δικηγόρος Θεσσαλονίκης.

  • 10 Ιουλίου 2025, 19:25 | Σ.Τ. Πρωτοδίκης Ε.Ε.

    Επί της τροποποίησης του άρ. 226 παρ. 5:
    Ποια είναι η δικαιολογητική βάση της μη διαγραφής από το πινάκιο της αρχικής συζήτησης των υποθέσεων Εκουσίας που επαναπροσδιορίζονται, σε αντίθεση με τις λοιπές υποθέσεις; (Η επιφύλαξη υπέρ των Ασφαλιστικών Μέτρων φαντάζομαι ότι οφείλεται στην μη τήρηση σε αυτά πινακίου, αλλά εκθέματος).

    Επί της τροποποίησης του άρ. 227 παρ. 1:
    Ο προέλεγχος της αοριστίας της αγωγής με την έκδοση διάταξης, εφόσον η διάταξη δεν είναι δεσμευτική για τον δικάζοντα δικαστή και δεν εκδίδεται απαραίτητα από τον ίδιο, δεν επιταχύνει τη διαδικασία εφόσον ο δικάζων δικαστής έχει την υποχρέωση να ελέγξει εκ νέου το δικόγραφο για αοριστία και το δικαίωμα να μην συμφωνήσει με την διάταξη. Συνεπώς δεν κερδίζει χρόνο ο δικάζων δικαστής, ενώ απασχολείται επιπλέον και άλλος δικαστής. Σε κάθε περίπτωση ένα τέτοιο σύστημα προελέγχου θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο στην ιδανική περίπτωση που από 16/09 κάποιου δικαστικού έτους οι ήδη προσδιορισθείσες υποθέσεις θα ήταν από μηδενικές έως ελάχιστες (το αυτό ισχύει και για τον εντός εξαμήνου προσδιορισμό των νεοεισερχόμενων υποθέσεων), και όχι στην υπάρχουσα συνθήκη που τουλάχιστον το επόμενο δικαστικό έτος, αν όχι τα επόμενα x δικαστικά έτη, τα πινάκια έχουν ήδη από καιρό συμπληρωθεί. Σε κάθε περίπτωση, αν υιοθετηθεί αυτή η ρύθμιση, η τροποποιούμενη παράγραφος, όπως διατυπώνεται, φαίνεται να ρυθμίζει την αναπλήρωση των τυπικών ελλείψεων μόνο εφόσον διαπιστώνεται και αοριστία («1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου μπορεί, με πρόταση του εναγομένου, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει την αγωγή του και ο εναγόμενος αντιλέγει κατά τη συζήτηση. Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης.».). Πιθανότατα έχει παραληφθεί ένα διαζευκτικό «ή» πριν τη φράση «εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής». Αν όντως η διάταξη επιθυμεί να ρυθμίσει αυτοτελώς και την αναπλήρωση τυπικών παραλείψεων όπως αυτές ήταν μέχρι σήμερα γνωστές, τότε φαίνεται και γι’ αυτές να απαιτείται πλέον η έκδοση διάταξης. Επιπλέον, μετά την παραπάνω διατύπωση της παρ. 1, η ισχύουσα παρ. 2, που δεν τροποποιείται («Η πρόσκληση γίνεται και τηλεφωνικώς, ο δε γραμματέας βεβαιώνει με σημείωση στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας τον χρόνο της ειδοποίησης, τα ζητούμενα στοιχεία και την προθεσμία. Αν η τηλεφωνική πρόσκληση είναι αδύνατη ή δυσχερής, αποστέλλεται έγγραφο, αντίγραφο του οποίου τηρείται στο φάκελο της δικογραφίας. Στο αντίγραφο αυτό σημειώνεται η ημερομηνία αποστολής του εγγράφου. H πρόσκληση μπορεί επίσης να γίνει με αποστολή από τον γραμματέα ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του διαδίκου»), δεν φαίνεται να συμφωνεί πια με την ρύθμιση της παρ. 1 αφού αναφέρεται σε πρόσκληση και όχι σε διάταξη. Καλό θα ήταν να γίνει επαναδιατύπωση και των δύο παραγράφων με νοηματική συνέχεια.

    Επί τηςτροποποίησης του άρ. 237:
    Το νέο άρθρο 237 δεν εισάγει διαδικασία προελέγχου αλλά κανονικού χειρισμού όλου του φακέλου σε σύντομο χρονικό διάστημα από την χρέωση και πριν τη συζήτηση, κάτι για το οποίο δεν υπάρχει διαθέσιμος χρόνος εφόσον ταυτόχρονα θα εκδικάζονται και οι ήδη προσδιορισθείσες υποθέσεις. Επίσης, προβλέπεται προέλεγχος του παραδεκτού και ακολούθως της ουσίας, πράγμα ανώφελο αν η αγωγή είναι παραδεκτή μεν αλλά νομικά αβάσιμη. Ακόμη, αν με την διάταξη επισημαίνεται πραγματική αοριστία προς συμπλήρωση, αφενός είναι άσκοπο να εξεταστούν όλα τα υπόλοιπα στοιχεία (αυτοψία / πραγματογνωμοσύνη κ.λπ.) πριν την συμπλήρωση της αοριστίας, αφετέρου δεν υπάρχει ο χρόνος μετά την τυχόν συμπλήρωση της αοριστίας να εκδοθεί νέα διάταξη για τα υπόλοιπα θέματα.

    Επί της τροποποίησης του άρ. 307:
    Οποιαδήποτε προθεσμία πρέπει να ορίζεται ότι εκκινεί από την λήψη του φακέλου από τον Δικαστή και όχι από τη συζήτηση της υπόθεσης, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταξύ των ημερομηνιών συζήτησης και παράδοσης του φακέλου με τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά, της τάξεως των 2 – 3 μηνών (τουλάχιστον στην Αθήνα για την οποία γνωρίζω). Ωστόσο η σχετική ρύθμιση θεωρώ πως πρέπει να καταλαμβάνει οριζόντια όλα τα Δικαστήρια ακόμη και αν τυχόν δεν υπάρχει καθυστέρηση στην παράδοση του φακέλου πέραν του ευλόγου χρόνου, όπως υπαγορεύει η λογική. Η σύντμηση της προθεσμίας από 8 σε 6 μήνες πιστεύω πως δεν είναι ρεαλιστική και θα δημιουργήσει ασφυκτική πίεση σε όποιον επιθυμεί να ασχοληθεί ενδελεχώς με τις δικογραφίες του. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο Δικαστής που θα χρεωθεί σήμερα π.χ. 10 υποθέσεις δεν θα πάει 7 μήνες διακοπές και θα γυρίσει να γράψει τις 10 αυτές υποθέσεις του λίγο πριν την λήξη της προθεσμίας του οκταμήνου. Στο μεσοδιάστημα θα χρεωθεί και άλλες υποθέσεις, θα προτάξει κάποιες λόγω συντομότερων προθεσμιών (ασφαλιστικά μέτρα και ανακοπές), θα κάνει και άλλες υπηρεσίες, θα σωρευτούν δικογραφίες απαιτητικές και σε μελέτη και σε γράψιμο, οπότε άλλες αποφάσεις θα εκδοθούν σε 2 μήνες, άλλες σε 4, άλλες σε 6 μήνες και κάποιες αναγκαστικά θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο τον οποίο δεν πρέπει να στερείται ο Δικαστής υπό το φόβο της πειθαρχικής διερεύνησης και δίωξης.

    Επί των τροποποιήσεων των άρ. 468 – 469 :
    Στην περίπτωση της μη υποβολής υπομνήματος του εναγομένου και αποδεικτικών μέσων από αμφότερους τους διαδίκους, οπότε η απόφαση εκδίδεται χωρίς προσδιορισμό συζήτησης, πότε εκκινεί η δίμηνη προθεσμία έκδοσης της απόφασης (468 παρ. 2 εδ. τελ. και 468 παρ. 5); Από την πάροδο της προθεσμίας κατάθεσης υπομνήματος και αποδεικτικών μέσων, από την πάροδο της προθεσμίας προσθήκης ή από την χρέωση στο Δικαστή (λογικά προκρίνεται η τελευταία); Δεδομένου ότι το άρ. 215 παρ. 2 εδ. β Κ.Πολ.Δ. τροποποιείται, μήπως πρέπει να ακολουθήσει ανάλογη τροποποίηση και του 468 παρ. 1 εδ. β΄ που παραπέμπει σε αυτό; Τέλος, εφόσον ουδείς εκ των διαδίκων σε αυτό το στάδιο έχει υποβάλει προτάσεις ή υπόμνημα και ουδείς εκ των διαδίκων έχει παρασταθεί (αφού δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση και σε κάθε περίπτωση αφού σύμφωνα με την τροποποιούμενη διάταξη του 469 δεν θα απαιτείται πλέον παρουσία κατά τη συζήτηση), δεν προκύπτει σαφώς πότε θα επιλεχθεί η αναλογική εφαρμογή του άρ. 260, πότε του άρ. 271 και πότε του άρ. 272. Εν ολίγοις, πρέπει να διασαφηνιστεί τι συνιστά «κανονική συμμετοχή» εκάστου διαδίκου σε αυτό το δικονομικό στάδιο. Γιατί αν για τον ενάγοντα αρκεί η κατάθεση της αγωγής τότε σε αυτές τις περιπτώσεις εφαρμοστέο είναι μόνο το 271 παρ. 3 και η αναφορά των δύο άλλων άρθρων είναι περιττή, πράγμα που ενέχει τον κίνδυνο να εκδοθεί σε βάρος του εναγομένου μία ανέκκλητη απόφαση επί αγωγής η οποία μπορεί ακόμη και να μην του έχει επιδοθεί (καθώς γίνεται παραπομπή μόνο στην παρ. 3 του άρ. 271 και όχι στις παρ. 1-2).

  • ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 28 ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 237 ΚΠΟΛΔ: Παρακαλώ σημειώστε ότι συμφωνώ πλήρως με τις τοποθετήσεις των συναδέλφων στα σχόλια : 10 Ιουλίου 2025, 11:14 |Χάρης Μεϊδάνης Διευθυντής ΕΟΔΙΔ Δικηγόρος ΔΝ FCΙArb Σχόλιο επί του άρθρου 28 σν (237 ΚΠολΔ) ΚΑΙ
    7 Ιουλίου 2025, 18:25 | ΔΙΑΛΟΓΟΣ – ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ Α.Μ.Κ.Ε. ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 28 ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 237 ΚΠΟΛΔ

  • 10 Ιουλίου 2025, 17:32 | Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Ν. Φθιώτιδας

    Υπόμνημα επί του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – Τροποποιήσεις σχετικά με τη δημοσίευση διαθηκών – Τροποποιήσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανακοπών κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με σκοπό την επιτάχυνση της εκδίκασης – Λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης»

    Το παρόν υπόμνημα υποβάλλεται στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης του ανωτέρω σχεδίου νόμου, με σκοπό την ανάδειξη κρίσιμων προβληματισμών σε δύο διακριτά αλλά αλληλένδετα επίπεδα: αφενός της λειτουργικής επιβάρυνσης και συστημικής υποστελέχωσης των δικαστικών υπηρεσιών, ιδίως του κλάδου των δικαστικών υπαλλήλων και αφετέρου της ασφυκτικής χρονικής πίεσης που ασκείται στους δικαστικούς λειτουργούς για την έκδοση αποφάσεων.
    Παρότι οι δηλωμένοι στόχοι του νομοσχεδίου, όπως η επιτάχυνση των διαδικασιών και η εναρμόνιση της πολιτικής δικονομίας με τις σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες, είναι καταρχήν θεμιτοί, η απουσία θεσμικής πρόνοιας για τη λειτουργική στήριξη των φορέων που καλούνται να εφαρμόσουν αυτές τις αλλαγές καθιστά τις ρυθμίσεις μερικώς ανεφάρμοστες και εν δυνάμει επικίνδυνες για τη θεσμική σταθερότητα της Δικαιοσύνης.

    Ι. Υποστελέχωση και υπέρμετρος φόρτος των δικαστικών υπαλλήλων
    Η μακροχρόνια υποστελέχωση των δικαστηρίων αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες παθογένειες του ελληνικού συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης. Η έλλειψη επαρκούς αριθμού γραμματέων, διοικητικών υπαλλήλων, τεχνικών υποστήριξης και χειριστών πληροφοριακών συστημάτων συνιστά όχι μόνο πρόβλημα οργάνωσης αλλά πρωτίστως πρόβλημα συνταγματικής τάξης, εφόσον εμποδίζει την ομαλή και δίκαιη απονομή της Δικαιοσύνης (άρθρο 20 § 1 Συντ.).
    Στο σχέδιο νόμου προβλέπεται σειρά διατάξεων που συνεπάγονται νέα διοικητικά και γραμματειακά καθήκοντα: μεταξύ άλλων επιπλέον αρμοδιότητες στο στάδιο της προδικασίας, διαχείριση ηλεκτρονικών καταθέσεων, έλεγχος τυπικών όρων ανακοπών και έκδοση αυτοτελών διοικητικών πράξεων στο πλαίσιο των διαδικασιών εκτέλεσης. Η μεταρρύθμιση αυτή συντελείται χωρίς καμία παράλληλη μέριμνα για αύξηση των οργανικών θέσεων ή για λειτουργική επιμόρφωση και στήριξη των δικαστικών υπαλλήλων. Επομένως, δημιουργείται ένα παράδοξο: ενώ επιδιώκεται η επιτάχυνση της διαδικασίας, επιφορτίζεται περαιτέρω ένα ήδη αποδυναμωμένο και εξαντλημένο προσωπικό, χωρίς τις απαραίτητες θεσμικές προϋποθέσεις για να ανταποκριθεί στον επιπλέον φόρτο.

    ΙΙ. Πίεση στους δικαστές και λειτουργική υπονόμευση της ανεξαρτησίας τους
    Η προτεινόμενη δέσμη ρυθμίσεων συνοδεύεται από την επιβολή αυστηρών και ασφυκτικών προθεσμιών για την έκδοση αποφάσεων. Το φαινόμενο αυτό, ήδη υπαρκτό στην πράξη, θεσμοθετείται πλέον ως δεσμευτικό πλαίσιο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την πραγματική δυνατότητα των δικαστών να ανταποκριθούν σε τέτοιους ρυθμούς μέσα στο υπάρχον λειτουργικό περιβάλλον.
    Ασφαλώς, η ταχεία έκδοση αποφάσεων αποτελεί αίτημα και της κοινωνίας και της έννομης τάξης. Ωστόσο, όταν η ταχύτητα επιδιώκεται με τρόπο που θίγει την ουσιαστική ικανότητα του δικαστή να κρίνει ανεπηρέαστα, χωρίς πίεση και με πλήρη γνώση του φακέλου, τότε η επιτάχυνση μετατρέπεται σε εργαλείο αλλοίωσης της ουσίας της δικαστικής λειτουργίας. Η δικαστική ανεξαρτησία (άρθρα 87 επ. Συντ.) δεν είναι μόνο θεσμική εγγύηση, αλλά και εγγύηση ουσιαστικής κρίσης χωρίς εξωτερικούς ή εσωτερικούς καταναγκασμούς.
    Ιδίως πρέπει να επισημανθεί το εξής: Αφορμής ορμώμενοι του άρθρου 32 του προς δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο αντικαθιστά-τροποποιεί το άρθρο 307 του ΚΠολΔ σχετικά με τις προθεσμίες έκδοσης οριστικής απόφασης, εύλογο θα ήταν να συσχετιστεί ο χρόνος έκδοσης οριστικής απόφασης, ο οποίος άρχεται από την ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης, με τον χρόνο που κάνει η κάθε υπόθεση να απομαγνητοφωνηθεί, ο οποίος συνήθως ταυτίζεται και με τον χρόνο παράδοσης των δικογραφιών από τον γραμματέα στον εκάστοτε Δικαστικό Λειτουργό. Διευκρινίζεται ότι η τήρηση των πρακτικών της συζήτησης γίνεται με φωνοληψία σύμφωνα με το άρθρο 256 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το Π.Δ. 326/2001, η οποία έχει ανατεθεί σε εξωτερική εταιρεία και δεν ανήκει ο έλεγχός της στη σφαίρα επιρροής ούτε του δικαστικού λειτουργού ούτε του γραμματέα. Επομένως, σε περίπτωση μη έγκαιρης ανάρτησης των κειμένων της απομαγνητοφώνησης, η προθεσμία έκδοσης οριστικής απόφασης άρχεται με δικαιολογημένη καθυστέρηση και μάλιστα μετά την ανάρτηση των κειμένων της απομαγνητοφώνησης στην σχετική πλατφόρμα του Υπουργείου. Επομένως, δεν είναι φυσιολογικό να υφίστανται τέτοιες ασφυκτικές προθεσμίες, οι οποίες μάλιστα δεν είναι καθ’ ολοκληρίαν στην σφαίρα επιρροής του δικαστικού λειτουργού και του δικαστικού γραμματέα και για λόγους νομικής ακρίβειας, δικαιικής ισότητας και θεσμικής εντιμότητας, οι προθεσμίες θα πρέπει να αρχίζουν από την ημέρα πραγματικής παράδοσης της δικογραφίας από τον γραμματέα στον δικαστή, και όχι από τυπική ημερομηνία συζήτησης ή κατάθεσης, κάτι το οποίο συμβαίνει στις ποινικές διαδικασίες.
    Δεδομένου ότι οι δικαστές θα καθίστανται ελεγκτέοι με την παραβίαση των προθεσμιών που τίθενται θα επέρχεται περαιτέρω πίεση στους δικαστικούς υπαλλήλους για την παράδοση των υποθέσεων, όταν οι τελευταίοι δεν θα μπορούν να ελέγξουν το χρόνο παράδοσης των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών ώστε να προβούν στην σύνταξη των πρακτικών.

    III.Αποσπάσεις Δικαστικών Υπαλλήλων
    Σύμφωνα με το άρθρο 149 του προς διαβούλευση Νομοσχεδίου προστίθεται στο άρθρο 156 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων παρ. 9Α ως εξής: Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που φέρει εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ύστερα από αίτηση, κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου για την κάλυψη συγκεκριμένης και επιτακτικής υπηρεσιακής ανάγκης που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με άλλο τρόπο, ιδίως των δικαστηρίων που εδρεύουν στη νησιωτική χώρα, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα (1) έτος.
    Η προτεινόμενη προσθήκη της παραγράφου 9Α στο άρθρο 156 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων μέσω του άρθρου 149 του προς διαβούλευση Νομοσχεδίου εγείρει σοβαρά ζητήματα τόσο από την άποψη της ασφάλειας δικαίου όσο και της αρχής της χρηστής διοίκησης. Η διατύπωση της διάταξης είναι ασαφής σε κρίσιμα σημεία: δεν καθορίζεται ποιο είναι το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ούτε ποια κριτήρια συνιστούν την «εμπεριστατωμένη αιτιολογία». Δεν προβλέπεται διαδικασία ελέγχου, ούτε προσδιορίζεται εάν η απόσπαση είναι υποχρεωτική ή προαιρετική για τον υπάλληλο. Όλα τα παραπάνω παραβιάζουν την αρχή της διαφάνειας και της προβλεψιμότητας του νόμου, θεμελιώδη στοιχεία του κράτους δικαίου.
    Η μη ύπαρξη σαφών κριτηρίων για την επιλογή μεταξύ πολλών αιτούντων ενέχει τον κίνδυνο άνισης μεταχείρισης και αυθαιρεσίας, προσβάλλοντας την αρχή της ισότητας και της χρηστής διοίκησης. Επιπλέον, ελλοχεύει ο κίνδυνος έμμεσης πίεσης προς τους υπαλλήλους για την υποβολή αιτήσεων απόσπασης. Παράλληλα, η έννοια της «κατ’ εξαίρεση» απόσπασης χωρίς ενιαίο πλαίσιο ερμηνείας και χωρίς εμπλοκή συλλογικών οργάνων (όπως τα υπηρεσιακά συμβούλια) καθιστά τη ρύθμιση ευάλωτη σε παραβίαση της αντικειμενικότητας και της διοικητικής ουδετερότητας. Συγκριτικά, στον Υπαλληλικό Κώδικα (ν. 3528/2007), οι αποσπάσεις προβλέπονται με σαφή αντικειμενικά και ελέγξιμα κριτήρια, κάτι που απουσιάζει από την υπό εξέταση ρύθμιση.
    Η διάταξη δημιουργεί διοικητική ασάφεια και πιθανή άνιση μεταχείριση. Προτείνεται: η εμπλοκή του Υπηρεσιακού Συμβουλίου στη διαδικασία απόφασης, η εξειδίκευση των κριτηρίων επιτακτικής ανάγκης, η καθιέρωση δικαιώματος προσφυγής. Ενδεικτική αναδιατύπωση:
    «Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου και ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου, μπορεί να διατάσσεται η κατ’ εξαίρεση απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου για την κάλυψη ειδικώς αιτιολογημένης και επιτακτικής υπηρεσιακής ανάγκης, που δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο, ιδίως σε δικαστήρια της νησιωτικής χώρας, για χρονικό διάστημα έως ενός (1) έτους. Η απόφαση πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη ως προς τη συνδρομή της ανάγκης και τα κριτήρια επιλογής του υπαλλήλου, ενώ επαφίεται στην ελεύθερη βούληση του δικαστικού υπαλλήλου να υποβάλλει την σχετική αίτηση.»

    ΙV. Παρατηρήσεις από τη δημόσια διαβούλευση
    Οι απόψεις που κατατέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση, ιδίως από μέλη του δικαστικού και δικηγορικού σώματος, συγκλίνουν στην κοινή διαπίστωση ότι οι διατάξεις αυτές θέτουν σε κίνδυνο τη λειτουργική σταθερότητα των δικαστηρίων. Πολλές επισημάνσεις εκφράζουν έντονη ανησυχία για τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων σε περιβάλλον με ελλιπή υποδομή και ανεπαρκές προσωπικό. Η επιτάχυνση δεν μπορεί να νοηθεί ως απορρύθμιση των θεμελιωδών αρχών του δικαιϊκού συστήματος ούτε ως μετατόπιση της πίεσης στους λειτουργούς και στους δικαστικούς υπαλλήλους της Δικαιοσύνης.

    V. Προτάσεις
    Στο πλαίσιο των ανωτέρω επισημάνσεων, προτείνονται οι ακόλουθες παρεμβάσεις:
    (α) Νομοθετική πρόβλεψη-τροποποίηση ότι όλες οι προθεσμίες που τίθενται για έκδοση αποφάσεων αρχίζουν από την ημερομηνία παράδοσης της πλήρους δικογραφίας στον δικαστή από τον αρμόδιο γραμματέα, ύστερα και από την παραλαβή των πρακτικών της συζήτησης που γίνονται με φωνοληψία σύμφωνα με το άρθρο 256 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το Π.Δ. 326/2001
    (β) Άμεση δέσμευση για ενίσχυση των δικαστικών υπαλλήλων με προσλήψεις ειδικευμένου προσωπικού, ιδίως στους τομείς διοικητικής υποστήριξης και πληροφορικής.
    (γ) Καθιέρωση «εργασιακής ρήτρας εφαρμογής»: η ενεργοποίηση των νέων διατάξεων ανά δικαστήριο να γίνεται μόνο εφόσον καλύπτεται ένα ελάχιστο ποσοστό οργανικών θέσεων (π.χ. 85%), ώστε να διασφαλίζεται λειτουργική επάρκεια.
    (δ) Επαναφορά επιδόματος συνθηκών εργασίας για τους δικαστικούς υπαλλήλους και καθιέρωση συνεχούς επιμόρφωσης με πλήρη αναγνώριση στον εργασιακό χρόνο και τις απολαβές.
    (ε) Δημιουργία κοινής επιτροπής παρακολούθησης με συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων (Δικαστές, Δικαστικοί Υπάλληλοι, ΔΣΑ/Ολομέλειες) για την αξιολόγηση των επιπτώσεων των νέων ρυθμίσεων.

    VI. Συμπέρασμα
    Η επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης αποτελεί προοδευτικό και αναγκαίο στόχο για κάθε κράτος δικαίου. Ωστόσο, η ταχύτητα δεν πρέπει να λειτουργεί ως πρόσχημα για την αποδυνάμωση των υποδομών, την εξάντληση των υπαλλήλων ή την υπονόμευση της ανεξαρτησίας των δικαστών. Η λειτουργική αξιοπιστία της Δικαιοσύνης στηρίζεται στον σεβασμό του ανθρώπινου παράγοντα και στην επάρκεια των θεσμικών εγγυήσεων. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο περισσότερες αποφάσεις αλλά δικαιότερες, ανεξάρτητες και αξιοπρεπώς παραγόμενες αποφάσεις. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιταχυνθεί με διοικητικά διατάγματα. Χρειάζεται στρατηγική, υποστήριξη και σεβασμό σε όσους την υπηρετούν.

    Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Ν. Φθιώτιδας

  • 10 Ιουλίου 2025, 17:30 | Nich Gallakos

    Δηλαδή η αιτία της καθυστέρησης ήταν ότι δεν απολογούνταν οι δικαστές κατά την πάροδο της προθεσμίας έκδοσης της απόφασης και τώρα που θα απολογούνται τα φαινόμενα αυτά θα εκλείψουν;
    Μήπως πρέπει για την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης να αναζητηθούν άλλες και πιο σοβαρές λύσεις;

  • 10 Ιουλίου 2025, 16:57 | Κωνσταντίνος Δημητρόπουλος

    Η διάταξη περί μη αναστολής της προθεσμίας του άρθρου 237 παρ. 1 κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης είναι απόλυτα εσφαλμένη και πρέπει να απαλειφθεί, καθώς, εκ της εμπειρίας μας, ειδικά σε μεγάλης διάρκειας διαδικασίες διαμεσολάβησης επί εμπορικών διαφορών, έχει καταστεί ξεκάθαρο και αναμφίβολο ότι η προβλεπόμενη αναστολή του αρ. 9 του Ν. 4640/2019 συμβάλλει σε κρίσιμο βαθμό στην επίτευξη συμφωνίας και στην ευόδωση του σκοπού του θεσμού. Ουσιαστικά, με τη θεσμοθέτηση της μη αναστολής της προθεσμίας του αρ. 237 ΚΠολΔ θίγεται ευθέως ο ίδιος ο θεσμός της διαμεσολάβησης, διότι είναι πρακτικά αδύνατο για τα μέρη να διαπραγματεύονται και ταυτοχρόνως να συντάσσουν προτάσεις και να συλλέγουν αποδεικτικό υλικό. Είναι βέβαιο ότι, λόγω του περιορισμένου χρόνου, οι νομικοί παραστάτες, στο δίπολο συγγραφής προτάσεων και πραγματικής διαμεσολάβησης, θα επιλέγουν για λόγους ασφάλειας το πρώτο, με συνέπεια την αναπόφευκτη υποβάθμιση του θεσμού. Πέραν δε του πρακτικού, είναι και αντιφατικό να αξιώνουμε από τα μέρη, την ώρα που με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιδιώκουν να συμβιβαστούν, να συλλέγουν επιθετικής φύσεως ισχυρισμούς και αποδεικτικά στοιχεία, που αυτονοήτως υποθάλπτουν τη διάθεση διαμεσολαβήσεως. Σε κάθε περίπτωση, η ρύθμιση αυτή θα επιβαρύνει έτι περαιτέρω την καθημερινότητα των δικηγόρων και συνάμα θα αυξήσει τον όγκο εργασίας των δικαστών.

  • 10 Ιουλίου 2025, 15:22 | ΜΑΡΟΥΣΑ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗ -ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΜΕΛΟΣ ΔΣ ΔΣΘ

    Κατ’ αρχήν θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποσυρθεί η διάταξη που ορίζει ως ημέρα έναρξης εφαρμογής των προτεινόμενων αλλαγών την 16η Σεπτεμβρίου 2025. (Άρθρο 153 :Έναρξη ισχύος 1. Mε την επιφύλαξη της παρ. 2, η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη 16η Σεπτεμβρίου 2025. 2. Το Μέρος Β΄ τίθεται σε ισχύ από τη δημοσίευση της υπουργικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 138 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως) Για τόσες πολλές , και τόσο σημαντικές αλλαγές -ιδίως όσων περιέχονται στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ για τη διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια- , το ελάχιστο διάστημα των ολίγων ημερών που τίθεται το νομοσχέδιο σε διαβούλευση, και μάλιστα εν μέσω καλοκαιριού ,μόνο σε δημιουργικό διάλογο δε μπορεί να οδηγήσει – αντίθετα αποδεικνύει το προσχηματικό της διαδικασίας. Συνολικά οι σημαντικότερες από τις διατάξεις του, με τις οποίες φέρεται ότι επιδιώκεται η επιτάχυνση της δικαιοσύνης παραβλέπουν τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας της, ιδία την άσκηση της δικηγορίας και του περιβάλλοντος εντός του οποίου δραστηριοποιούνται επαγγελματικά χιλιάδες δικηγόροι επιδιώκοντας με σοβαρότητα να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των εντολέων τους .Εν τέλει βέβαια παραβλέπουν την βασική αρχή και ανάγκη η δικαιοσύνη προτού αναδειχθεί ως «ταχεία» να είναι πρωτίστως «ορθή» . Παρατηρήσεις για τα άρθρα 24-25-27 και 28 .
    Δύο σημαντικές αλλαγές που προβλέπονται αφορούν τον συντομότατο ορισμό δικασίμου, τον έλεγχο των τυπικών ελλείψεων, του παραδεκτού , ιδίως της αοριστίας και τη συμπλήρωση της αγωγής πριν την εκδίκαση αυτής . Θεωρητικά και οι δύο παρουσιάζουν ενδιαφέρον διότι πράγματι είναι χρήσιμο η αγωγή να συζητείται σύντομα και το ίδιο σημαντικό είναι να ελέγχεται και να συμπληρώνεται η αοριστία μιας αγωγής πριν τη συζήτηση της αντί να απορρίπτεται και στην συνέχεια να ακολουθεί νέα κατάθεση αγωγής, με ορισμένο περιεχόμενο, που θα απασχολεί εκ νέου τα δικαστήρια .
    Μια αρχική παρατήρηση αφορά το άρθρο 24 (τροποποίηση του άρθρου 215ΚΠολΔ) το οποίο προβλέπει ότι η δικάσιμος- για όλες τις διαδικασίες – θα προσδιορίζεται κατά την κατάθεση , μετά την πάροδο 6 μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον 7ο μήνα από αυτήν (για κατοίκους εξωτερικού στην 1η δικάσιμο μετά την πάροδο 9 μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον 10ο μήνα από αυτήν. Αναρωτιέται εύλογα κανείς αν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη διάταξη. Υπάρχει σήμερα σχετική δυνατότητα και δεν υλοποιείται από επιλογή ; Είναι προφανές ότι η υπερχρέωση και η υπερφόρτωση εγκυμονεί κινδύνους για την ορθότητα των αποφάσεων . Η διάταξη θα πρέπει να αναπροσαρμόσει το όριο με βάση τα πραγματικά δεδομένα
    Όσον αφορά το ζήτημα της άρσης της αοριστίας της αγωγής πριν τη δικάσιμο, σκόπιμο είναι να σταθεί κανείς, αρχικά, στο άρθρο 25 , με το οποίο επαναπροσδιορίζεται η διάταξη του 216ΚΠολΔ για τα απαραίτητα στοιχεία της αγωγής και πλέον η αγωγή αρκεί να περιλαμβάνει ,μεταξύ άλλων, έκθεση των γεγονότων και όχι «σαφή» έκθεση των γεγονότων και περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και όχι « ακριβή » περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς ως ορίζονταν μέχρι σήμερα . Δεν εξυπηρετεί ουδεμία λογική η προτεινόμενη κατάργηση των πολύ συγκεκριμένων και σκόπιμα χρησιμοποιούμενων επιθετικών προσδιορισμών , επί των οποίων έχει παραχθεί πλούσια νομολογία ετών, εκτός αν σκοπός είναι η σύνταξη και κατάθεση αγωγών με μια κατά προσέγγιση περιγραφή της διαφοράς η οποία οπωσδήποτε θα είναι εκτεθειμένη στην απόρριψη της στη συνέχεια για λόγους αοριστίας. Η σύνταξη δικογράφων με σαφή και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου δεν καθυστερεί την απονομή της δικαιοσύνης αφού ο χρόνος που απαιτείται για αυτό διανύεται εντός των δικηγορικών γραφείων . Οποιαδήποτε απομείωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών αυτών ουσιαστικά απομειώνει την ίδια την σημασία των δικηγορικών υπηρεσιών αφού η σαφήνεια και η ακρίβεια που προσδίδουν αξία στα εισαγωγικά δικόγραφα και ενισχύουν την πιθανολόγηση ευδοκίμησης τους δε θα απαιτείται . Αυξάνουν μάλιστα την πιθανότητα απόρριψης των δικογράφων καθώς εφ’ όσον διαπιστωθεί η σχετική αοριστία με την Διάταξη που θα εκδώσει ο δικαστής , ο δικηγόρος θα έχει ελάχιστο χρόνο, ολίγων ημερών, για να τη θεραπεύσει .Είναι δε σαφώς αντιφατική η προσέγγιση από τη μια μεριά να είναι αποδεκτά δικόγραφα χωρίς σαφή και ακριβή περιγραφή και από την άλλη να ελέγχεται με τη Διάταξη η αοριστία για λόγους επιτάχυνσης της απονομής Δικαιοσύνης. Η σχετική πρόβλεψη πρέπει να απαλειφθεί
    Όσον αφορά τον προβλεπόμενο προέλεγχο των δικογράφων για τις τυπικές παραλείψεις και την αοριστία καθώς και για τις Διατάξεις για την άρση αυτής προβλέπονται τα ακόλουθα
    Στο άρθρο 27 (αντικατάσταση της παρ 1 του αρ 227ΚΠολ), που αφορά όλες τις διαδικασίες, προβλέπεται ότι 1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου μπορεί, με πρόταση του εναγομένου, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει την αγωγή του και ο εναγόμενος αντιλέγει κατά τη συζήτηση. Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης
    Η διάταξη είναι ασαφής ως προς την εφαρμογή της .Ο εναγόμενος πώς θα προβάλει τις τυπικές παραλείψεις ; θα καταθέτει προτάσεις 20 μέρες πριν τη δικάσιμο ; θα περιορίζεται μόνο σε σημείωμα τυπικών παραλείψεων ; η αοριστία θα περιλαμβάνεται στο σημείωμα αυτό αν έχει διαπιστωθεί από τον εναγόμενο ; και αν έχει διαπιστωθεί , θα προβάλλεται από τον εναγόμενο ώστε να διορθωθεί από τον ενάγοντα ; Επιπλέον τα χρονικά όρια που τίθενται για τις ενέργειες των δικηγόρων είναι ιδιαιτέρως σύντομα : Ουσιαστικά καλείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντα μέσα σε 10 μέρες να απαντήσει επί της αοριστίας του δικογράφου του( συχνά αυτό είναι ένα σύνθετο θέμα) και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγόμενου μέσα σε 5 μέρες να αντικρούσει.
    Περαιτέρω και ειδικά για την τακτική διαδικασία από την προτεινόμενη διαδικασία του άρθρου 28 για την αντικατάσταση του άρθρου 237 ΚΠολΔ , σε συνδυασμό και με την άρθρο 24 που ορίζει τα χρονικά όρια καθορισμού δικασίμου, προκύπτουν τα εξής : από την κατάθεση έως την συζήτηση μιας αγωγής τακτικής διαδικασίας μεσολαβούν από 180 έως 210 μέρες ( 6 έως 7 μήνες). Από την κατάθεση και μετά θα πρέπει να γίνει επίδοση εντός 20 ημερών και εντός 90 ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης θα πρέπει να κατατεθούν προτάσεις και σχετικά , ενώ η προσθήκη -αντίκρουση θα ακολουθεί στις επόμενες 15 ημέρες. 10 μέρες μετά από την προσθήκη θα γίνεται η χρέωση του φακέλου σε δικαστή . Μέχρι το σημείο αυτό θα έχουν διανυθεί 135 μέρες ( 20+90+15+10) . Ο δικαστής από την χρέωση και μετά θα μπορεί ( ή πρέπει) να εκδώσει Διάταξη εντός 30 ημερών , χωρίς αιτιολογία κρίνοντας α) για την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης β) αν η αγωγή είναι μη ασκηθείσα γ) αν απαιτείται η εξέταση μαρτύρων ή διαδίκων ή η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης ή δ) αν απαιτείται ένωση ή συνεκδίκαση ή χωρισμός ή διαδοχική εξέταση ή αναστολή δίκης . Μέχρι να εκδοθεί η Διάταξη συνεπώς θα έχουν διανυθεί 165 μέρες και συνεπώς θα υπολείπονται 15 ή το πολύ 45 μέρες για τη δικάσιμο . Αν η αγωγή πάσχει από αοριστία ,η προθεσμία συμπλήρωσης από τον ενάγοντα προβλέπεται να είναι 10 μέρες πριν τη συζήτηση με προσθήκη στις προτάσεις – Συνεπώς αν η δικάσιμος έχει οριστεί σε 6 μήνες (180 μέρες) η συμπλήρωση από τον ενάγοντα της αοριστίας θα πρέπει να γίνει εντός 5 ημερών(!) από την έκδοση της Διάταξης .Η Αντίκρουση επί της συμπλήρωσης του ενάγοντα θα πρέπει να γίνεται από τον εναγόμενο 5 εργάσιμες ημέρες από τη συζήτηση (νέο 269παρ3 ΚΠολΔ) Μάλιστα 5 ημέρες μετά την έκδοση της Διάταξης ο ενάγων θα πρέπει να υποβάλει αίτηση για τη συζήτηση της αγωγής του αλλιώς θα απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη και επιπλέον θα υφίσταται υποχρέωση καταβολής παραβόλου 200€ ως την συζήτηση. Σε περίπτωση ήττας , τα δικαστικά έξοδα διπλασιάζονται Σε περίπτωση που ο ενάγων δεν αντιλέγει ή δεν συμπληρώνει την αγωγή με την προσθήκη του , η διάταξη επικυρώνεται , η δίκη περατώνεται .Κατά της διάταξης δεν ασκούνται ένδικα μέσα .
    Ένα πρώτο σοβαρό ζήτημα που τίθεται ότι η έκδοση της Διάταξης για τα προβλεπόμενα ζητήματα χωρίς αιτιολογία . Δεν είναι δυνατόν να εκδίδεται Διάταξη για απόρριψη αγωγής ως απαράδεκτης χωρίς αιτιολογία .
    Επιπλέον είναι προφανής η χρονική πίεση που ασκείται με βάση τις παραπάνω προθεσμίες , τόσο στον ενάγοντα όσο( και ιδίως ) και στον εναγόμενο, στο διάστημα μετά την έκδοση της Διάταξης η οποία επί της ουσίας και χωρίς αιτιολογία θα μπορεί να θέτει πολλαπλά ζητήματα προς απάντηση . Επίσης σοβαρό είναι και το ζήτημα της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου 200€ από τον ενάγοντα για την περίπτωση που εμμένει στην συζήτηση της αγωγής του μετά την έκδοση της χωρίς αιτιολογία Διάταξης καθώς και του διπλασιασμού των εξόδων σε περίπτωση ήττας . Μεταφέρεται στους δικηγόρους ένα βάρος που δε τους αναλογεί και φαίνεται να «φωτογραφίζει» ένα ελάχιστο αριθμό δικογράφων που όντως δεν ανταποκρίνονται στα δέοντα, παραβλέπει όμως τη συντριπτική πλειοψηφία των δικογράφων επί θεμάτων για τα οποία το πραγματικό ιστορικό είναι σύνθετο, και επιπλέον υφίσταται αντικρουόμενη θεωρία και αντίστοιχη νομολογία .Αντίθετα, θεωρεί εκ προϊμίου ορθή τη Διάταξη που θα εκδίδεται και μάλιστα χωρίς αιτιολογία παραβλέποντας ότι υφίσταται και ένας αριθμός αποφάσεων που επίσης δεν ανταποκρίνονται στα δέοντα.
    Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι και για τους δικαστές είναι δυσχερές εντός 30 ημερών από τη χρέωση να κρίνουν επί τόσο σημαντικών θεμάτων, τυπικών ελλείψεων και αοριστίας, καθώς όλα απαιτούν εμβάθυνση στη μελέτη της δικογραφίας, αλλά και για τους δικηγόρους είναι πολύ πιεστικό ,σε βάρος της αλήθειας της υπόθεσης, να πρέπει εντός ελάχιστον ημερών να αποκρούσουν τη σε βάρος της υπόθεσης τους Διάταξη ή να αντιλέξουν στην συμπλήρωση της αοριστίας.
    Ξενίζει επίσης και η ρύθμιση για την περίπτωση του άρθρου 28 παρ 5 για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης η οποία επίσης θα διατάσσεται με την Διάταξη με την οποία θα ορίζεται και ο χρόνος διεξαγωγής της -αν η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι δυνατόν να κατατεθεί εμπρόθεσμα για οποιοδήποτε λόγο , το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να ανακαλέσει τη διενέργεια της . Είναι γνωστό ότι οι πραγματογνωμοσύνες επί πολλών σύνθετων ζητημάτων από τη μια μεριά είναι απαραίτητες για να υπάρξει ορθή δικαστική κρίση και από την άλλη είναι δυσχερείς και απαιτούν χρόνο -η ανωτέρω πρόβλεψη παραβλέπει την συγκεκριμένη παράμετρο και προκρίνει υπέρ της ταχύτητας σε βάρος της ορθότητας.
    Συμπερασματικά , το προτεινόμενο σχέδιο χρήζει συνολικού επανασχεδιασμού με έμφαση τόσο στον τρόπο ελέγχου -συμπλήρωσης της αγωγής όσο και στις προθεσμίες για τις επιμέρους ενέργειες, ώστε και οι δικαστές να έχουν επαρκή χρόνο για να εκδίδουν ουσιαστικές Διατάξεις και οι δικηγόροι να έχουν αντίστοιχο χρόνο να υποστηρίζουν τα δικόγραφα και τους εντολείς τους.

  • 10 Ιουλίου 2025, 15:51 | Νίκος Ανέστης, Δικηγόρος & Διαμεεολαβητής

    Σε συνέχεια των σχολίων συναδέλφων δικηγόρων, διαμεσολαβητών και συλλειτουργών της δικαιοσύνης αναφέρομαι στο τελευταίο εδάφιο τυο τροποποιούμενου άρθρου 237 ΚΠολΔ.

    Η πρόβλεψη πάσχει ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ:
    1. ως προς το χρόνο εφαρμογής της, ήτοί αποκλειστικώς εντός των 120 ημερών, ΣΗΜΕΙΩΤΕΟΝ ότι δε λαμβάνει υπ’ οψη τις προθεσμίες του 238 ώστε να συντέμνεται έτι περαιτέρω ή να υποχρεώνει σε επανάληψη για τους προσεπικαλούμενους αυξάνοντας το κόστος προσφυγής/πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
    2. επειδή δε λαμβάνει υπ’ όψη τους χρόνους των διαδίκων, συνηγόρων (νομικών παραστατών) και διαμεσολαβητών,
    3. λειτουργεί κατ΄κανόνα εις βάρος της διαδικασίας ευτελίζοντας τη διαμεσολάβηση
    4. αναιρεί την, κατά τη θεωρία, ευελιξία του θεσμού και της συμμετοχής των μερών σε αντίθεση με τη σκληρή δικονομία του ακροατηρίου
    5. δε θα προσφέρει στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης, αντίθετα θα δημιουργήσει μεγαλύτερη συσσώρευση πινακίων και καθυστέρηση έκδοσης αποφάσεων

    Συνεπώς, σε περίπτωση που παρά τον ορυμαγδό αντίθετων θεσμικών και μη σχολίων, ήθελε η συγκεκριμένη διάταξη ψηφιστεί και ισχύσει μόνο δυσκολίες θα επιφέρει στην καθημερινότητα, θα θέσει το νομικό και μη κόσμο απέναντι στη διαμεσολάβηση αφού θα καταστεί πλέον εμπόδιο στη διαδικασία της δίκης, θα απομακρύνει την εκούσια διαμεσολάβηση ως επιλογή από τη σκέψη των δυνάμει συμμετεχόντων σε αυτή και οι πολυδιαφημισμένες και πολυκαθυστερημένες επιμορφώσεις των νομικών παραστατών στη διαμεσολάβηση θα καταστούν κενό γράμμα αφού δε θα έχουν πλέον αντικείμενο!

    Η πρόβλεψη αυτή παρά την ύπαρξη του 4640/2019 και παρά την Ομάδα Εργασίας για τον Κώδικα Επίλυσης Διαφορών, δεν είναι απλά ανακόλουθη ως να έμπαινε μια ακόμη φορά το κάρο μπροστά από το άλογο, αλλά περισσότερο προσομοιάζει στη συνήθη πλέον και προσφιλή τακτική των δημοσίων έργων στη χώρα μας που αφού στρωθεί νέα άσφαλτος, τότε προκύπτουν ανάγκες τοπικών βελτιώσεων και γεμίζει πάλι ο δρόμος τρύπες και μπαλώματα.

  • 10 Ιουλίου 2025, 15:30 | Δημήτριος Βασιλείου, δικηγόρος

    Σχετικά με το άρθρο 24 (215 ΚΠολΔ):
    Στο τελευταίο εδάφιο θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι με την επίδοση της αγωγής η παραγραφή διακόπτεται ακόμη και αν η αγωγή δεν επιδοθεί εντός των προθεσμιών των προηγούμενων εδαφίων, οπότε αυτή θεωρείται μη ασκηθείσα. Η ακυρότητα ή το ανυπόστατο της επίδοσης, στις οποίες εστιάζει το τελευταίο εδάφιο, αποτελεί ένα διαφορετικό ζήτημα και ως εκ τούτου, το ζήτημα δεν επιλύεται σαφώς. Τα δύο τελευταία εδάφια θα μπορούσαν να αναδιατυπωθούν ως εξής:
    «Αν η αγωγή δεν επιδοθεί νομίμως μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, η παραγραφή διακόπτεται όμως, εφαρμοζομένου του άρθρου 263 του Αστικού Κώδικα, εκτός αν η επίδοση είναι ανυπόστατη».

    Σχετικά με το άρθρο 27 (227 παρ. 1 ΚΠολΔ):
    Η συμπλήρωση ελλείψεων της αγωγής μπορεί να γίνει αυτεπαγγέλτως ή με πρόταση του εναγομένου πριν από την δικάσιμο. Στις ειδικές διαδικασίες δεν υπάρχει όμως στάδιο για να υποβληθεί τέτοια «πρόταση» (ορθότερα μάλλον: αίτημα), αφού οι προτάσεις κατατίθεται επί της έδρας.
    Εξ άλλου, οι προθεσμίες για την συμπλήρωση της αγωγής και, ιδίως, για την απάντηση του εναγομένου (καθώς ο ενάγων εν ανάγκη έχει την ευχέρεια να παραιτηθεί από το δικόγραφο) είναι υπερβολικά μικρές και ανελαστικές. Ο δικαστής θα πρέπει να έχει την δυνατότητα να ορίζει ο ίδιος την προθεσμία για την συμπλήρωση ή την απάντηση, ανάλογα και με τα δεδομένα κάθε υπόθεσης, ακούγοντας τους διαδίκους κατά την ορισθείσα δικάσιμο και να ορίζει νέα δικάσιμο για την συζήτηση.

    Σχετικά με το άρθρο 30 (241 ΚΠολΔ):
    Ο περιορισμός της δυνατότητας αναβολής για σπουδαίο λόγο μόνο στον πρώτο βαθμό και η δυνατότητα αναβολής στον δεύτερο μόνο για λόγους ανωτέρας βίας είναι αδικαιολόγητος. Η ανωτέρα βία άλλωστε ερμηνεύεται συχνά υπερβολικά στενά από τη νομολογία (π.χ. έχει κριθεί ότι δεν συντρέχει ανωτέρα βία όταν ο/η δικηγόρος νοσηλεύτηκε λόγω καρδιακής προσβολής που υπέστη λίγες μέρες πριν την δικάσιμο, επειδή θα μπορούσε να ανατεθεί η υπόθεση σε άλλο δικηγόρο). Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα αναβολής για συνεκδίκαση με αντίθετη έφεση ή αντέφεση, στις περιπτώσεις που για τις τελευταίες δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της ιδίας δικασίμου.

    Σχετικά με το άρθρο 32 (307 ΚΠολΔ):
    Η διατύπωση της παρ. 4 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι με την πάροδο της προθεσμίας το Δικαστήριο χάνει αυτοδικαίως την κατά χρόνο αρμοδιότητα για την έκδοση απόφασης και ότι αν η απόφαση εκδοθεί μετά την πάροδο των προθεσμιών αυτών, αυτή θα είναι αυτοδικαίως ανυπόστατη. Για την ασφάλεια του δικαίου θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι το Δικαστήριο χάνει την αρμοδιότητα μόνο αν αφαιρεθεί ο φάκελος με ρητή πράξη του αρμοδίου οργάνου.

    Σχετικά με το άρθρο 35 (393 ΚΠολΔ):
    Η αυστηρότερη ρύθμιση του αποκλεισμού των μαρτυρικών καταθέσεων (και ως εκ τούτου και των δικαστικών τεκμηρίων), δεν θα συμβάλει καθόλου στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης, ενώ θα δυσχεράνει την ανεύρεση της αλήθειας από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει οι εργατικές διαφορές να εξαιρεθούν γενικά από τους περιορισμούς των άρθρων 393-394 ΚΠολΔ, καθώς οι εργαζόμενοι ευρίσκονται κοινωνικοτυπικά σε δυσμενή διαπραγματευτική θέση, οι δε περιορισμοί αυτοί ευνοούν την μαύρη και υποδηλωμένη εργασία. Άλλωστε η επέκταση των περιορισμών στις εργατικές διαφορές το 2015 έχει επικριθεί στη θεωρία, η οποία προτείνει διάφορες (μη ασφαλείς πάντως) λύσεις για την αντιμετώπισή της.

  • 10 Ιουλίου 2025, 15:02 | ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΕΛΗΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗΣ

    Στα σχόλια που έχουν προηγηθεί, έχουν επισημανθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό αντινομίες, αδιέξοδα, ελλείψεις, νομοτεχνικές αστοχίες του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, αλλά και τα γενικότερα προβλήματα της πολιτικής δίκης τα οποία υποτίθεται ότι το νομοσχέδιο θα επιλύσει, αλλά κατά την άποψη της πλειοψηφίας των σχολιαστών (και εικάζω της πλειοψηφίας των μετεχόντων στην πολιτική δίκη) θα αποτύχει. Το παρόν νομοσχέδιο σε πολύ μεγάλο βαθμό μετατρέπει τον κώδικα πολιτικής δικονομίας σε εργαλείο πειθαρχικού ελέγχου των δικαστών. Και ναι μεν ο πειθαρχικός έλεγχος ενός δημόσιου λειτουργού είναι θεμιτός (ακόμα και όταν είναι αυστηρός), ωστόσο δεν αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας της πολιτικής δίκης. Ο νομοθέτης φυσικά το γνωρίζει, επιλέγει εντούτοις να συμπεριλάβει διατάξεις πειθαρχικού περιεχομένου στον κώδικα, δίνοντας το στίγμα ότι η καθυστέρηση αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι υπό το βάρος του επαπειλούμενου πειθαρχικού ελέγχου τους θα εργαστούν επιτέλους, θα πάψουν να είναι ράθυμοι και οκνηροί και η ελληνική δικαιοσύνη να αρχίσει να τρέχει με φρενήρεις ρυθμούς, εκδίδοντας τελεσίδικες αποφάσεις εντός 600 ημερών (διακηρυγμένος στόχος του Υπουργείου). Ουσιαστικά ο νομοθέτης αποδέχεται ως γεγονός ότι στην ΕΕ εκδίδονται τελεσίδικες αποφάσεις στο μισό χρόνο απ’ ότι απαιτείται στην Ελλάδα, γιατί οι δικαστές των άλλων χωρών δουλεύουν σκληρά ενώ της Ελλάδας τεμπελιάζουν.
    Τα προβλήματα της απονομής της δικαιοσύνης είναι πολλά, πολυπαραγοντικά, κυρίως δομικά, αλλά στο μεγαλύτερο βαθμό άπτονται της ίδιας της λειτουργίας της κοινωνίας και των συναλλαγών εντός αυτής. Ο νομοθέτης προσπαθεί να επιλύσει ένα πρόβλημα, το οποίο στη βάση του δεν το κατανοεί πλήρως, καθώς δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη του στέρεα και επαρκή στατιστικά δεδομένα, την καθημερινή δικαστηριακή πρακτική, τον όγκο εργασίας που βαρύνει τα δικαστήρια (και που δεν περιορίζονται στην πολιτική δίκη αλλά και στα ποινικά ακροατήρια τουλάχιστον, χωρίς να μιλήσουμε για μη δικαιοδοτικές απασχολήσεις του προσωπικού) και επιλέγει να μεταθέσει το πρόβλημα σε ένα κομμάτι της απονομής δικαιοσύνης (δικαστές), μειώνοντας τις προθεσμίες, αυξάνοντας την εργασία και εμφανίζοντας τον «μπαμπούλα» του πειθαρχικού ελέγχου.
    Φυσικά, οι ανθρώπινες δυνατότητες είναι πεπερασμένες, όσο σκληρά και αποτελεσματικά και αν εργαστεί κάποιος άνθρωπος, το παραγόμενο έργο έχει ένα ταβάνι το οποίο είναι φύσει αδύνατο να ξεπεραστεί. Όσο σκληρά και να εργαστεί ένας δικαστής, όσο διαβασμένος, ευφυής, φιλόπονος και αποτελεσματικός και αν είναι, ο αριθμός των αποφάσεων που μπορεί να βγάζει θα είναι συγκεκριμένος.
    Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το δικαιοδοτικό έργο του δικαστή σε όλες τις έννομες τάξεις, πέραν της εντιμότητας, των νομικών γνώσεων, της αντικειμενικότητας, της ευθυκρισίας, απαιτεί και μελέτη, νηφαλιότητα, σκέψη και αποτύπωση των παραπάνω σε κείμενο. Όλα αυτά, προϋποθέτουν, δυστυχώς ή ευτυχώς, χρόνο! Η εύρεση της χρυσής τομής του αναγκαίου χρόνου και ποιότητας είναι το ζητούμενο, όχι η γρήγορη και πρόχειρη συγγραφή της απόφασης.
    Ο στόχος του νομοθέτη είναι αδύνατο να επιτευχθεί, απλά θα καταλήξει στο να καταστήσει πειθαρχικά ελεγκτέους ακόμη και δικαστές που είναι εμπρόθεσμοι στους χρόνους τους.
    Τελειώνοντας, μέσα σε όλα αυτά, η αποστολή ερωτηματολογίου της CEPEJ για την ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής των δικαστικών λειτουργών, μόνο ως πικρόχολο αστείο μπορεί να εκληφθεί.

  • Σχόλιο επί του άρθρου 28 σν (237 ΚΠολΔ)

    1. Η πρόβλεψη περί μη αναστολής των προθεσμιών κατάθεσης προτάσεων αντίκειται στην οδηγία 2008/ 52, στο άρθρο 8 παρ. 1 της οποίας προβλέπεται ότι: «1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα μέρη που επιλέγουν να επιχειρήσουν τον διακανονισμό διαφοράς με διαμεσολάβηση, δεν κωλύονται στη συνέχεια να κινήσουν δικαστικές διαδικασίες ή διαιτησία σε σχέση με την εν λόγω διαφορά, λόγω παραγραφής ή λήξεως αποσβεστικής προθεσμίας διαρκούσης της διαδικασίας διαμεσολάβησης.» Ήδη ο Έλληνας νομοθέτης με το άρθρο 9 παρ. του ν. 4640/2019, έχει ορθώς περιλάβει στην αναστολή και τις δικονομικές προθεσμίες, ακριβώς διότι το ζητούμενο είναι η υποστήριξη της διαμεσολάβησης κατά τρόπον ώστε, όσο η φύση της το επιτρέπει, να μην εμφανίζεται ως υποδεέστερη μέθοδος επίλυσης διαφορών από τη δικαστική ή τη διαιτητική (βλ. προοίμιο 19 της ίδιας οδηγίας).

    2. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, όμως, η εμβέλεια και η αποτελεσματικότητα της διαμεσολάβησης υποσκάπτονται, αφού δεν θα διακόπτονται οι δικονομικές προθεσμίες και τα μέρη θα οφείλουν να καταθέσουν προτάσεις ενόσω θα εκκρεμεί ενεργή διαμεσολάβηση. Επίσης προσβάλλεται και το πνεύμα της ως άνω οδηγίας, όπως ορθά μάλιστα έχει μεταφερθεί στα καθ’ ημάς με τον ν. 4640/2019.

    3. Πιθανολογείται ότι η αιτία αυτής της προτεινόμενης παρέμβασης είναι η αποφυγή κατάχρησης της διαμεσολάβησης με σκοπό την παρέλκυση δίκης. Πράγματι δεν απουσιάζουν περιπτώσεις όπου ιδίως η ΥΑΣ (και όχι η εκούσια διαμεσολάβηση) λαμβάνει χώρα κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή πριν την καταληκτική ημερομηνία κατάθεσης προτάσεων, με αποτέλεσμα την ολιγοήμερη παράταση της προθεσμίας αυτής. Η εκούσια διαμεσολάβηση ακριβώς λόγω του εκούσιου χαρακτήρα της δεν μπορεί να οδηγήσει σε καθυστέρηση δίκης, παρεκτός αν και τα δύο μέρη το επιθυμούν, οπότε δεν πρόκειται για παρέλκυση, αλλά για μία προφανώς αυθεντική επιθυμία εξωδικαστικής επίλυσης. Αλλά ακόμη και έτσι να είναι, δηλαδή να πρόκειται για προσχηματική χρήση της διαμεσολάβησης από τα μέρη, δεν μπορεί να έχει ως δόκιμη νομοθετική λύση την πρόβλεψη για μη αναστολή προθεσμιών. Είναι αντιθέτως θέμα οργάνωσης των δικαστηρίων να μην εμφανίζονται αυτές οι υποθέσεις στα πινάκια.

    4. Κατά συνέπεια, με σκοπό να αποτραπεί μία οριακή κατάχρηση, υπάρχει κίνδυνος να υποσκάψουμε την ίδια τη εμβέλεια της διαμεσολάβησης. Αν δεν αναστέλλονται οι δικονομικές προθεσμίες, θα τίθεται ένα άσχετο με τη διαμεσολάβηση χρονικό όριο για την επίλυση, η παρέλευση του οποίου θα καθιστά κάθε περαιτέρω συζήτηση ανούσια, αφού τα μέρη πια θα αναμένουν έκδοση απόφασης. Και σε κάθε περίπτωση μία υπόθεση που θα μπορούσε να κλείσει συμβιβαστικά με διαμεσολάβηση, θα οδηγηθεί στα πολιτειακά δικαστήρια, επιβαρύνοντας τα ήδη επιβαρυμένα πινάκια.

    Συνεπώς προτείνουμε να διαγραφεί το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 237 του σχεδίου ΚΠολΔ.

  • 10 Ιουλίου 2025, 11:30 | Ελένη Δεληγιάννη

    Η προτεινόμενη αλλαγή του άρθρου 237 παρ.1 περί μη αναστολής της προθεσμίας κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης φαίνεται να πλήττει την ελεύθερη βούληση των μερών να υπαγάγουν την διαφορά τους σε εκούσια διαμεσολάβηση. Τα μέρη που αποφασίζουν εκουσίως την υπαγωγή της διαφοράς τους σε Διαμεσολάβηση προσβλέπουν σε μια διαδικασία που θα τους επιτρέψει να λύσουν τη διαφορά τους χωρίς το άγχος του δικαστικού αγώνα και των εξόδων που αυτός συνεπάγεται. Η αλλαγή που προτείνεται θα δημιουργήσει πολλά θέματα και θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στην επιλογή που θα ακολουθήσουν οι διάδικοι για την επίλυση των διαφορών τους. Θα χρειαστεί ενδεχομένως να διαλέξουν πρόωρα την δικαστική οδό χωρίς να έχουν αντιληφθεί τα οφέλη της διαδικασίας της Διαμεσολάβησης που οδηγεί σε κατάργηση της δίκης και αποσυμφόρηση των δικαστικών υποθέσεων. Κατά την άποψη μου η προτεινόμενη αλλαγή βάλει κατά του ίδιου του θεσμού της διαμεσολαβητικής προσπάθειας προς εξωδικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών διότι την περιορίζει και την απομακρύνει από την ίδια της την ύπαρξη, θεωρώ δε ότι έτσι όπως διατυπώνεται ως πρόταση θα εξαναγκάσει τους διάδικους να επιλέξουν την ένδικη επίλυση της υπόθεση τους αφού δεν θα είναι προς το συμφέρον τους να κινούν ταυτόχρονα και παράλληλα την ένδικη και την εξώδικη επίλυση των διαφορών τους διότι θα κληθούν να αναλάβουν το κόστος ενός δικαστικού αγώνα ταυτόχρονα με την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών τους μέσω της Διαμεσολάβησης.

  • Σε σχέση με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 237 ΚΠολΔ και ειδικότερα την κατάργηση της αναστολή των σχετικών προθεσμιών κατάθεσης και προσθήκης αντίκρουσης «κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης», είναι ύψιστης σημασίας να αφαιρεθεί αυτή από το προς ψήφιση νομοθετικό κείμενο για τους κάτωθι λόγους:

    Η ελληνική νομοθεσία σε σχέση με τη Διαμεσολάβηση θα πρέπει να ακολουθεί τα όσα προβλέπονται στην Οδηγία 52/2008 ΕΚ και να συνάδει με το πνεύμα της που είναι, εκτός των άλλων, να δημιουργείται ένα ασφαλές περιβάλλον όπου οι προθεσμίες αντιμετωπίζονται ούτως ώστε να μη απασχολούν τα Μέρη και εκείνα απερίσπαστα να προχωρούν στο δρόμο της διαπραγμάτευσης.

    Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο ν. 4640/2019, η αναστολή των προθεσμιών ξεκινά με την αποστολή της Γνωστοποίηση από το Διαμεσολαβητή και λήγει με την ολοκλήρωση της ΥΑΣ Διαμεσολάβησης, επομένως μόνο για κάποιες ελάχιστες μέρες η προθεσμία «παγώνει».

    Για την περίπτωση της Διαμεσολάβησης, στην οποία τα Μέρη πρέπει υπογράψουν τη Συμφωνία Υπαγωγής για να υπαχθούν, η αναστολή των προθεσμιών εκκινεί με την υπογραφή της Συμφωνίας Υπαγωγής και λήγει με την ολοκλήρωση της Διαμεσολάβησης ήτοι με την υπογραφή του Πρακτικού της Διαμεσολάβησης ή με τη δήλωση αποχώρησης κάποιου μέρους από τη διαδικασία.

    Κατά συνέπεια ουδείς λόγος υπάρχει να καταργηθεί η εν λόγω αναστολή γιατί όσο τα Μέρη συμφωνούν να την παρατείνουν, δεν υπάρχει περιθώριο παρελκυστικής συμπεριφοράς (από τη στιγμή που συμφωνούν!) και φυσικά ουδείς είναι δέσμιος σε αυτή την κατάσταση καθώς ανά πάσα στιγμή μπορεί να αποστείλει δήλωση αποχώρησης από τη διαδικασία (ν. 4640/2019), να λήξει η Διαμεσολάβηση και να επανακκινήσουν οι σχετικές προθεσμίες του άρθρου 237 ΚΠολΔ.

    Η διαδρομή που έχει γίνει τα τελευταία 15 χρόνια ως προς την καθιέρωση της Διαμεσολάβησης στη χώρα μας δεν ήταν εύκολή. Πλέον όμως έχουμε φτάσει σε ένα σημείο η Διαμεσολάβηση να εφαρμόζεται καθημερινά σε ποικίλα αντικείμενα, να ανακουφίζει τα Μέρη των Διαφορών, τους Δικηγόρους και τα Πινάκια των Δικαστηρίων.

    Η δε προβλεπόμενη μέχρι σήμερα αναστολή των προθεσμιών σύμφωνα με το ν. 4640/2019, έχει βοηθήσει πολύ ουσιαστικά τα Μέρη να έχουν το χρόνο και την προσήλωση να δρουν και να διαπραγματεύονται μέσα ένα περιβάλλον που δεν τους πιέζει ο χρόνος.

    Ειδικά στις (περίπλοκες) εμπορικές διαφορές που οι εταιρείες χρειάζονται χρόνο να διαμορφώσουν και να λάβουν τις αποφάσεις τους, σε διαμεσολαβήσεις που αφορούν αγωγές ιατρικής αμέλειας και χρειάζεται χρόνος ώστε να εγκριθεί και να διαμορφωθεί η καταβολή της αποζημίωσης από τις Ασφαλιστικές Εταιρείες, στις Διαμεσολαβήσεις που αφορούν ακίνητα όπου χρειάζεται χρόνος ώστε να λυθούν ενδεχομένως πολεοδομικά και άλλα ζητήματα κ.ο.κ.

    Ζούμε, επιχειρούμε, δικηγορούμε και διαμεσολαβούμε σε ένα περιβάλλον που όλα απαιτούν χρόνο. Είναι επομένως εντελώς παράλογο, χωρίς κανένα προφανή λόγο, να καταργείται αυτός ο τόσο απαραίτητος χρόνος που υποστηρίζει μία διαδικασία που καθημερινά αποδεικνύει όλο και περισσότερο πόσες λύσεις προσφέρει και πόσο ακόμα περισσότερο μπορεί να υποστηρίξει το πολύπαθο και βεβαρυμένο δικαστικό σύστημα.

    Η προώθηση της εν λόγω διάταξης θα θίξει ευθέως το θεσμό, 4.000 διαμεσολαβητές και χιλιάδες δικηγόρους και φυσικά όσους ιδιώτες και επιχειρηματίες την εμπιστεύονται πλέον καθημερινά. Και για όλους τους ανωτέρω λόγους θα πρέπει να αποσυρθεί.

    Με τιμή
    Ελένη Πλέσσα
    Δικηγόρος – Διαμεσολαβήτρια
    Εκπαιδεύτρια στη Διαμεσολάβηση
    Συνιδρύτρια RESOLVE Διαμεσολάβητές

  • 10 Ιουλίου 2025, 10:39 | Δεσποινα Ζιωγα, Διαμεσολαβητρια, Δικηγορος

    Αναφορικα με την προτεινομενη τροποποιηση του αρθρου 237παρ.1ΚΠολΔ, σχετικα με τη μη αναστολη της προθεσμιας των προτασεων καθ’οσον διεξαγεται η διαμεσολαβηση, δεον οπως επισημανθουν τα ακολουθα:
    Περαν του οτι η συγκεκριμενη τροποποιηση αντικειται στο ενωσιακο δικαιο, οπως ορθα εχουν επισημανει πολλοι συναδελφοι (βλ. σχολιο στη διαβουλευση της εταιρειας Διαμεσολαβησης Διαλογος), καταστρατηγει παραλληλα πληρως το πνευμα, τη φυση και το σκοπο της διαμεσολαβησης, δεδομενου οτι η διαδικασια πρεπει να διεξαγεται υπο συνθηκες ελευθεριας, αμοιβαιας ειλικρινειας και καλοπιστιας, προυποθεσεις που ειναι αδυνατον να πληρουνται υπο τη δαμοκλειο σπαθη της ασφυκτικης προθεσμιας καταθεσης προτασεων, ενορκων βεβαιωσεων και αποδεικτικων μεσων.

  • 10 Ιουλίου 2025, 09:05 | Ελενα Νικολοπούλου

    Κατ’αρχάς συμφωνώ με το από 7 Ιουλίου 2025 και ώρα 18:25 σχόλιο -στη Διάταξη του Άρθρου 28 περί αντικατάστασης του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ. όπως διατυπώθηκε από την εταιρεία «ΔΙΑΛΟΓΟΣ – ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ Α.Μ.Κ.Ε.» . Επισημαίνω δε ιδιαιτέρως το θέμα της ασφάλειας δικαίου. Η ασφάλεια δικαίου που παρέχει το άρθρο 9 του Ν. 4640/2019 προβλέποντας ρητά την αναστολή των δικονομικών προθεσμιών ενισχύει ολοένα και περισσότερο την αποδοχή και εξοικείωση νομικών παραστατών και πολιτών με τον θεσμό της διαμεσολάβησης.
    Τυχόν νομοθετική ανατροπή, θα πλήξει όχι μόνο τον θεσμό της διαμεσολάβησης αλλά δύναται να προκαλέσει στην κοινή γνώμη κλονισμό εμπιστοσύνης στους θεσμούς και τις διαδικασίες.

  • 10 Ιουλίου 2025, 07:20 | ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

    Άρθρο 468 ΚΠολΔ (άρθρο 41 ΣχΝ) Άσκηση της αγωγής και επίδοσή της

    Προτεινόμενη διάταξη άρθρου 468 παρ.5: «Με την επιφύλαξη του πέμπτου εδαφίου της παρ. 2, μετά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών προσδιορίζεται αμέσως η ημέρα συζήτησης με εγγραφή της υπόθεσης σε πινάκιο». Περαιτέρω, το πέμπτο εδάφιο της παραγράφου 2 ορίζει ότι: «Αμέσως μετά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών, εφόσον οι διάδικοι δεν προσκομίσουν αποδεικτικά μέσα και ο εναγόμενος δεν υποβάλει υπόμνημα, η διαδικασία ολοκληρώνεται, το άρθρο 260, η παρ. 3 του άρθρου 271 και οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 272 εφαρμόζονται αναλόγως και εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών το δικαστήριο εκδίδει απόφαση».
    Κατά τη νέα ρύθμιση σε περίπτωση που δεν κατατεθούν αποδεικτικά μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται στο ίδιο άρθρο η υπόθεση, είτε θα ματαιώνεται κατά το 260 παρ.3, είτε θα εκδίδεται απόφαση ερήμην του διαδίκου, χωρίς όμως να εγγράφεται η υπόθεση στο πινάκιο και χωρίς προσδιορισμό. Η διάταξη αυτή είναι προβληματική διότι μετατρέπει την διαδικασία των μικροδιαφορών σε διαταγές πληρωμής , όπου εκδίδεται απόφαση χωρίς δημοσιότητα. Ωστόσο οι αποφάσεις επί μικροδιαφορών είναι αποφάσεις επί της ουσίας, με αιτιολογία για την πλασματική ερημοδικία των διαδίκων και αφού προηγουμένως, στην περίπτωση της πλασματικής ερημοδικίας του εναγομένου, η αγωγή έχει ερευνηθεί για το παραδεκτό και νόμω βάσιμο αυτής. Επομένως η ρύθμιση αυτή πρέπει να απαλειφθεί και να προβλεφθεί ο προσδιορισμός δικασίμου και στις ερήμην.

    Άρθρο 469ΚΠολΔ (άρθρ. 43 ΣχΝ): Ανακοπή ερημοδικίας τις μικροδιαφορές

    Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας, Από προφανή παραδρομή όμως το κείμενο παραπέμπει αντί για το εδάφιο 5 στο εδάφιο 4 της παραγράφου 2.

    Άρθρο 566 ΚΠολΔ (αρθ.54 ΣχΝ):
    Η διάταξη της παραγράφου 2 που ορίζει ότι «Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά» παρουσιάζει ασυμβατότητα με την προτεινόμενη στο άρθρο 43 ΣχΝ, όσον αφορά το δικαστήριο στο οποίο ασκείται το ένδικο μέσο.
    Η διάταξη παρουσιάζεται ως ασύμβατη με το νέο εισαγόμενο τρόπο άσκησης ενδίκων μέσων, με κατάθεση στο δικαστήριο στο οποίο απευθύνονται.

  • 10 Ιουλίου 2025, 07:37 | ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

    Άρθρο 215 ΚΠολΔ (αρθ. 24 ΣχΝ) για τον προσδιορισμό συζήτησης υποθέσεων
    Προτεινόμενη ρύθμιση: «….Με την κατάθεση της αγωγής ορίζεται δικάσιμος, η οποία προσδιορίζεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον έβδομο μήνα μετά από αυτήν, και όταν η αγωγή θα πρέπει να επιδοθεί στο εξωτερικό, στην πρώτη δικάσιμο μετά την πάροδο εννέα (9) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον δέκατο μήνα μετά απ’ αυτήν».

    Η προτεινόμενη τροποποίηση είναι άλλη μία παρέμβαση στην οργάνωση των δικαστικών σχηματισμών, που θίγει ευθέως το αυτοδιοίκητο και την ισχύ των Κανονισμών εσωτερικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ως άνωθι εκτέθηκε ενόψει και της αλλαγής στο άρθρο 144 ΚΠολΔ, ενώ βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων που καθιερώνουν την ύπαρξη ανώτατης κατά κεφαλήν χρέωσης του δικαστικού λειτουργού (άρθρο 19παρ.5β ΚΟΔΔΚΛ). Σύμφωνα με την προτεινόμενη διάταξη, κατά την κατάθεση, προσδιορίζεται απευθείας και ο χρόνος συζήτησης της υπόθεσης, η οποία θα λαμβάνει χώρα σε διάστημα από 6 έως 7 μήνες από την κατάθεση (ή από 9 έως 10 αν αφορά επίδοση στο εξωτερικό).
    Η ρύθμιση σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 144 ΚΠολΔ, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο εκδίκασης όλων των υποθέσεων, ανεξάρτητα από τη διαδικασία με την οποία εκδικάζονται και τις ανάγκες του δικαστηρίου. Ιδίως στο Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου το περίσσευμα χρέωσης, έχει καταστήσει αδύνατο μέχρι σήμερα τον προσδιορισμό περίπου δύο ετών υποθέσεων τακτικής διαδικασίας, η ανελαστική λογική που διέπει τη ρύθμιση, οδηγεί με μαθηματικά βέβαιο τρόπο σε αριθμητικό τριπλασιασμό των πινακίων, καθώς στην απευκταία περίπτωση που η εφαρμογή της διάταξης εκκινήσει από 16 Σεπτεμβρίου 2025, αναμένεται η άμεση δημιουργία παράλληλων πινακίων με ορίζοντα τουλάχιστον διετίας.
    Επιπλέον, η ίδια η μορφή της διάταξης, αναμένεται να οδηγήσει και σε τεχνικά προβλήματα. Με την υπάρχουσα διαδικασία προσδιορισμού των υποθέσεων στην τακτική διαδικασία, που δε λαμβάνει χώρα κατά την κατάθεση, αλλά μετά το κλείσιμο των φακέλων στον εύλογο χρόνο που επιτρέπουν οι συνθήκες χρέωσης και οι Κανονισμοί εσωτερικής λειτουργίας, ο προϊστάμενος ή ο διευθύνων του Δικαστηρίου έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει πινάκια απαλλαγμένα από υποθέσεις των οποίων η συζήτηση δεν αναμένεται να λάβει χώρα, λόγω μη κατάθεση προτάσεων. Αντίθετα, με την προτεινόμενη ρύθμιση, ο προσδιορισμός κατά την κατάθεση, θα οδηγήσει στην επιβάρυνση των πινακίων και του χρόνου απονομής Δικαιοσύνης, με υποθέσεις οι οποίες εν τέλει δε θα εκδικασθούν για λόγους που αφορούν τους διαδίκους. Όμως αυτό δε θα μπορεί να διαπιστωθεί παρά μόνο όταν πλέον θα είναι αργά, προκαλώντας την ίδια κατάσταση την οποία το ΣχΝ επιδιώκει να αντιμετωπίσει στα πλαίσια του επαναπροσδιορισμού των ανακοπών.
    Προτείνεται: η διατήρηση της διάταξης με την παρούσα μορφή.
    Άλλως: α) η αύξηση της ανώτατης προθεσμίας προσδιορισμού των υποθέσεων από τους 7 στους 12 μήνες με ανάλογη αύξηση και της περίπτωσης επίδοσης στο εξωτερικό, β) η μετακίνηση του χρόνου έναρξης ισχύος της διάταξης την 16η Σεπτεμβρίου 2026, ώστε να έχει ολοκληρωθεί σταδιακά η εκδίκαση των εκκρεμών υποθέσεων με το τρέχον σύστημα, γ) ειδικά ως προς την τακτική διαδικασία, η μετάθεση του χρόνου προσδιορισμού της ημερομηνίας συζήτησης της υπόθεσης, σε χρόνο μετά το κλείσιμο των φακέλων.
    Άρθρο 216 (αρθ. 25 ΣχΝ): Αλλαγή της έννοιας της αοριστίας
    Με την προτεινόμενη αλλαγή, διαγράφεται ο προσδιορισμός «σαφής» από την απαίτηση ως προς την έκθεση των γεγονότων της αγωγής και επιπλέον διαγράφεται ο προσδιορισμός «ακριβής» ως προς την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Η απάλειψη των συγκεκριμένων προσδιορισμών, γίνεται στην κατεύθυνση του περιορισμού της κατάφασης της αοριστίας, στοχεύοντας στην ανατροπή πάγιας νομολογίας αναφορικά με τα αναγκαία κριτήρια για να θεωρείται ορισμένη μία αγωγή. Πλην όμως, εν προκειμένω, την ίδια στιγμή που το σχέδιο νόμου προτείνει να ενταχθεί ο έλεγχος της αοριστίας στον ταχύτατο προέλεγχο της αγωγής, ταυτόχρονα οδηγεί σε νέες νομολογιακές προσεγγίσεις, που θα καταστήσουν τον έλεγχο της αοριστίας ακόμα πιο δυσχερές πεδίο της δικαιοδοτικής κρίσης.

    Άρθρο 227 ΚΠολΔ (άρθρο 27 ΣχΝ): Προθεσμίες για άρση πραγματικής αοριστίας και συμπλήρωση αγωγής
    Προτεινόμενη ρύθμιση: 1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου μπορεί, με πρόταση του εναγομένου, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει την αγωγή του και ο εναγόμενος αντιλέγει κατά τη συζήτηση. Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης
    Η προτεινόμενη ρύθμιση, εντάσσει για πρώτη φορά, στη ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 227 ΚΠολΔ που αφορούσε τυπικές ελλείψεις (π.χ. εκθέσεις επίδοσης, γραμμάτια προείσπραξης, υπό προϋποθέσεις το δικαστικό ένσημο) τη διάγνωση και τη συμπλήρωση της ποσοτικής αοριστίας. Πλην όμως η διερεύνηση της αοριστίας μιας αγωγής, τόσο από άποψη δυσχέρειας, όσο και από άποψη παρεμβατισμού του Δικαστηρίου, δεν έχει καμία σχέση με τη συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων. Πρόκειται για πεδίο της νομικής επεξεργασίας ενός δικογράφου, με σημαντικές προεκτάσεις, για το οποίο ο δικαστικός λειτουργός αφιερώνει σημαντικό χρόνο, ενώ τόσο η απόρριψη σχετικού ισχυρισμού, όσο και η αυτεπάγγελτη διάγνωσή της αοριστίας, δεν είναι δυνατόν να γίνονται χωρίς αιτιολογία, καθώς η δυνατότητα αυτή προσκρούει ευθέως στο άρθρο 93παρ.3 του Συντάγματος.
    Περαιτέρω, στη διάταξη η διαδικασία περιγράφεται αφενός ως δυνητική (μπορεί…να εκδώσει διάταξη), πλην όμως ο δυνητικός της χαρακτήρας αίρεται από την συνέπεια του τελευταίου εδαφίου, κατά το οποίο «Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης». Ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο της μη αξιοποίησης της δυνατότητας συμπλήρωσης της αοριστίας μέσω διάταξης, εκθέτει την απόφαση στη συνέπεια της δημιουργίας αυτοτελούς λόγου εφέσεως, επομένως κάθε άλλο παρά δυνητικό καθίσταται. Αντίθετα, σε περίπτωση που μετά από διάταξη για συμπλήρωση της αγωγής, εν τέλει απορριφθεί η απόφαση για αοριστία, τέτοιος λόγος έφεσης δε θεμελιώνεται.
    Σημαντικό προβληματισμό προκαλεί και η σχέση της «διάταξης» συμπλήρωσης που προβλέπεται στο άρθρο 227 ΚΠολΔ με τη «διάταξη» που περιγράφεται στο άρθρο 237 ΚΠολΔ, η οποία αφορά αποκλειστικά την τακτική διαδικασία και μπορεί να οδηγήσει και σε απόρριψη της αγωγής, ενώ τέτοια περίπτωση δεν περιλαμβάνεται στην εμβέλεια του 227 ΚΠολΔ. Έτσι, δεν διαγράφονται σαφώς τα όρια της μίας από την άλλη διαδικασία, δεν αποσαφηνίζεται αν η διαδικασία του 227 ΚΠολΔ λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς αυτή του 237 ΚΠολΔ ή αν αφορά τις διαδικασίες που δεν καταλαμβάνονται από το 237 ΚΠολΔ ή αν αποτελεί διάταξη «ομπρέλα».
    Τέλος, ορίζεται ο απώτατος χρόνος συμπλήρωσης της αοριστίας και το δικαίωμα του εναγομένου να αντιλέξει στη συμπλήρωση κατά τη συζήτηση. Θεωρούμε ότι η όλη λογική που διέπει τη ρύθμιση, προσκρούει στην αρχή της «διαθέσεως» των διαδίκων στην πολιτική δίκη και μεταβάλει τον αυτονόητο καθοδηγητικό ρόλο του δικαστικού λειτουργού, σε επίκουρο των μη επιμελών δικηγόρων.
    Άρθρο 237 ΚΠολΔ (άρθρο 28 ΣχΝ):
    Με την σχοινοτενή προτεινόμενη διάταξη του 237 ΚΠολΔ, επιχειρούνται νέες αλλαγές στην τακτική διαδικασία, για πολλοστή φορά, μετά την αρχική της θέσπιση. Ως αρχική τοποθέτηση, αξίζει να σημειωθεί ότι οι διαρκείς αλλαγές των προθεσμιών και του τρόπου υπολογισμού τους, αποτελεί άλλη μια αιτία τόσο καθυστέρησης στην απονομή Δικαιοσύνης, όσο και υπονόμευσης της ποιότητας, καθώς όλοι οι παράγοντες της Δικαιοσύνης, αναγκάζονται να προσαρμόζονται σε αυτές τις νέες αλλαγές, που χωρίς κανένα όφελος, καθιστούν ευχερέστερο το περιθώριο του λάθους, ιδίως για τους δικηγόρους, με κίνδυνο απώλειας δικαιωμάτων για τους διαδίκους. Πάντως τα περιγραφόμενα στο άρθρο 237 ΚΠολΔ, δημιουργούν αντιφάσεις και με άλλες διατάξεις, όπως την προαναφερθείσα του 227 ΚΠολΔ Ειδικότερα:
    Οι προτάσεις των διαδίκων, η έκθεση επίδοσης, τα αποδεικτικά και διαδικαστικά τους έγγραφα και τα πληρεξούσια κατατίθενται 90 ημέρες (ή 120 αν στην αλλοδαπή) από τη λήξη της 20ημερης προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Ήτοι, 110 ημέρες ή 140 αντίστοιχα από την κατάθεση της αγωγής. Με την προσθήκη που κατατίθεται εντός 15 ημερών (ήδη 125 ή 155 από την κατάθεση), προσκομίζεται και το δικαστικό ένσημο. Στις επόμενες 10 ημέρες (ήδη 135 ή 165 από την κατάθεση) ορίζεται ο δικαστής ή η σύνθεση και ο εισηγητής σε πολυμελές. Από το σημείο αυτό εκκινά προθεσμία 30 ημερών (ήδη 165 ή 195 αντίστοιχα) εντός της οποίας ο δικαστής εκδίδει διάταξη χωρίς αιτιολογία με την οποία α) απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, β) απορρίπτει αγωγή ως μη ασκηθείσα, γ) διατάσσει απόδειξη με μάρτυρες ή διαδίκους ή αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, δ) διατάσσει ένωση, χωρισμό ή διαδοχική εξέταση δικογράφων ή αναστολή κατ΄ άρθρα 249 και 250, ε) επισημαίνει στον ενάγοντα αοριστία και ο ενάγων «δύναται να τη συμπληρώσει» έως 10 ημέρες πριν τη συζήτηση (η οποία κατά το άρθρο 215 ορίζεται ότι λαμβάνει χώρα μεταξύ 6 και 7 μηνών, δηλαδή 180 και 210 ημερών από την κατάθεση), με προσθήκη επί των προτάσεων. Αντίκρουση για κάθε συμπλήρωση μετά τη διάταξη γίνεται με παραπομπή στον κανόνα του 269 ΚΠολΔ.
    Παρατηρείται ότι θεσπίζεται διαφορετικός χρόνος κατάθεσης των εγγράφων που κατά τη νομολογία θεωρούνται τυπικές ελλείψεις, όπως π.χ. η έκθεση επίδοσης και άλλων διαδικαστικών εγγράφων, σε σχέση με την πρόβλεψη του 227 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, υφίσταται τεράστια ασάφεια, ως προς τη διαχείριση της αοριστίας. Όπως προαναφέρθηκε, η αοριστία δεν είναι δυνατό να συμπεριλαμβάνεται στον προέλεγχο, καθώς δεν αποτελεί συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων. Η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, χωρίς αιτιολογία για όλους τους περιγραφόμενους λόγους, προσκρούει στο άρθρο 93παρ.3 του Συντάγματος. Για το λόγο αυτό ο προέλεγχος είναι εφικτός μόνο για τυπικές ελλείψεις (εκθέσεις επίδοσης, δικαστικό ένσημο, πιστοποιητικά μεταγραφής, πληρεξούσια ή ισότιμης αξίας διαδικαστικά έγγραφα) και πρέπει να έχει ως μοναδική συνέπεια την υποχρέωση συμπλήρωσης και μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, να οδηγεί σε απόρριψη με αιτιολογημένη απόφαση και όχι με διάταξη.
    Στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι με τη διάταξη η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ρύθμιση πάσχει και νομοτεχνικά και χαρακτηρίζεται από προχειρότητα, καθώς ούτως η άλλως περιγράφονται περιπτώσεις διατάξεων που δε σχετίζονται με δυνατότητα απόρριψης, όπως οι διατάξεις απόδειξης (μάρτυρες, διαδίκους, αυτοψία κλπ) ή ένωσης δικών ή αναστολής δίκης. Προτείνεται να περιορισθεί η εμβέλεια της παραγράφου 4 στις περιπτώσεις που αφορούν την απόρριψη λόγω ύπαρξης λόγου απαραδέκτου του άρθρου 237παρ.3 περ.α΄ του ΣχΝ.
    Στην παράγραφο 5 ορίζεται η διαδικασία διενέργειας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης. Η ρύθμιση παρουσιάζεται ως μη λαμβάνουσα υπόψιν τις πραγματικές συνθήκες όσον αφορά τη λειτουργία του αποδεικτικού μέσου ιδίως της πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες έχουν οδηγήσει στη διαμόρφωση μίας προβληματικής κατάστασης ήδη υπό το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, κατά το οποίο η μη εκτελεσθείσα διάταξη για πραγματογνωμοσύνη, γινόταν αντιληπτή ως εκκρεμής χρέωση των δικαστικών λειτουργών. Είναι εντελώς άτοπο το βάρος και αυτής της καθυστέρησης, για την οποία ο δικαστικός λειτουργός δεν έχει καμία ευθύνη και καμία δυνατότητα ελέγχου, να επηρεάζει τον ίδιο. Είναι τεράστιος ο αριθμός των περιπτώσεων κατά τις οποίες λαμβάνει χώρα είτε αποποίηση πραγματογνώμονα, είτε τεράστια καθυστέρηση στην διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Ταυτόχρονα, η λύση που παρουσιάζεται ως διέξοδος στην προτεινόμενη διάταξη, ήτοι η ανάκληση της διάταξη για πραγματογνωμοσύνη, θίγει ευθέως την ουσιαστική απονομή Δικαιοσύνης, αφού υφίσταται μεγάλο αριθμός υποθέσεων στις οποίες οι γνώσεις της επιστήμης ή της τέχνης (π.χ. ιατρική αμέλεια, σύνθετες συμβάσεις έργου, ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη) οι οποίες είναι αναγκαίες για τη δικαστική διάγνωση εκφεύγουν πολύ από το γνωστικό πεδίο των δικαστών, η δε αξιοποίηση του αντικειμενικού βάρους απόδειξης απομακρύνει την απόφαση από την αλήθεια. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές το ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο αναμένεται να προκαλεί πίεση στο δικαστικό λειτουργό ως προς την απόφαση περί της αναγκαιότητας διενέργειας πραγματογνωμοσύνης. Σημειώνεται, ότι κατά το υπάρχον σύστημα, η πραγματογνωμοσύνη διεξάγεται και ο πραγματογνώμονας αμείβεται από τον επιμελέστερο των διαδίκων.
    Προτείνεται: Η προθεσμία έκδοσης της απόφασης να εκκινά από το χρόνο παράδοσης του πλήρους φακέλου, που περιλαμβάνει και τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη.
    Άρθρο 307 ΚΠολΔ (αρθ.32 ΣχΝ): Προθεσμίες έκδοσης οριστικής απόφασης
    Με την προτεινόμενη ρύθμιση, που είναι με διαφορά, η πιο αποκομμένη από την πραγματικότητα και η πιο προσανατολισμένη στην οριζόντια εντατικοποίηση του δικαστικού έργου, επιχειρείται η μείωση του χρόνου έκδοσης δικαστικών αποφάσεων, όταν αφορά υποθέσεις τακτικής και ειδικής διαδικασίας και εκούσιας δικαιοδοσίας στους 6 και 4 μήνες αντίστοιχα. Οι προτεινόμενες προθεσμίες, που αποτελούν σημαντική απόκκλιση από τον κανόνα του εύλογου χρόνου έκδοσης απόφασης στους οκτώ μήνες κατά τον ΚΟΔΚΔΛ, δε λαμβάνουν υπόψιν τόσο το μεγάλο αριθμό των χρεώσεων των δικαστικών λειτουργών, τα πολλαπλά καθήκοντά τους, λαμβανομένου υπόψιν του ότι πλην της ειδικής περίπτωσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου λειτουργεί αυτοτελές ποινικό τμήμα, οι λοιποί δικαστές ταυτόχρονα με τις πολιτικές υποθέσεις, προετοιμάζονται, δικάζουν και εν τέλει παραδίδουν καθαρογραμμένες και πλήθος ποινικών αποφάσεων ετησίως, χρέωση ιδιαίτερα σημαντική που όμως παρουσιάζεται ως αμελητέα.
    Ταυτόχρονα, ο νομοθέτης επιχειρεί να θεσπίσει ένα θεσμό προκαταβολικής απολογίας του δικαστή, ενόψει του ενδεχομένου υπέρβασης του καθορισμένου χρόνου έκδοσης των αποφάσεων. Για το λόγο αυτό σχεδιάζεται ότι θα υποχρεούται ο δικαστής να ενημερώνει τον διευθύνοντα το δικαστήριο περίπου ένα μήνα πριν την υπέρβαση του ορίου, ότι ενδέχεται να οδηγηθεί σε υπέρβαση του χρόνου και αυτή του η δήλωση θα διαβιβάζεται στην Επιθεώρηση του ΑΠ. Μετά τη διαδικασία αυτή, το δικαστήριο θα πρέπει να ενημερώνει τους διαδίκους για την ενδεχόμενη καθυστέρηση.
    Με το σχεδιασμό αυτό, εισάγεται μια χαοτική γραφειοκρατία, κατά την οποία ο δικαστής θα πρέπει να αφιερώνει κάθε μήνα χρόνο και κόπο για να καταγράφει εκείνες τις δικογραφίες για τις οποίες το επόμενο μήνα θα συμπληρώνεται η προθεσμία του ή στην περίπτωση των ασφαλιστικών, οι 20 ημέρες από τη συζήτηση της υπόθεσης. Η ενημέρωση της διοίκησης του δικαστηρίου αλλά και της επιθεώρησης όχι για την καθυστέρηση, αλλά μόνο για το ενδεχόμενο αυτής, είναι μια πρωτοφανής σύλληψη, η οποία εκτός του ότι καθιστά υπόλογους ακόμα και εκείνους που συστηματικά κατορθώνουν να τηρούν τις προθεσμίες, επιβαρύνει πολύ το δικαστικό έργο χωρίς να προσφέρει τίποτα και άγει σε ένα μοντέλο φοβισμένου και διαρκώς ελεγχόμενου δικαστή, ο οποίος θα πρέπει στη δικανική του κρίση να συνυπολογίζει ότι το κόστος της σε βάθος διερεύνησης μίας υπόθεσης, μπορεί να είναι ο πειθαρχικός έλεγχος ή και η απόλυσή του. Το δε ενδεχόμενο, το δικαστήριο να ενημερώνει και τους διαδίκους, για τους λόγους καθυστέρησης της υπόθεσης, που μπορεί να είναι προσωπικοί, οικογενειακοί ή υγείας, σίγουρα πάντως απόρρητοι και προστατευόμενοι από τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα, δεν αποτελεί ένδειξη λογοδοσίας έναντι των πολιτών, όπως εσφαλμένα διατείνεται το υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά σαφή παραβίαση της προσωπικής τους ζωής και των προσωπικών τους δεδομένων.
    Η διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αποτελεί στο σύνολό της κόκκινη γραμμή για την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και πρέπει να απαλειφθεί στο σύνολό της. Ο χρόνος δημοσίευσης των πολιτικών αποφάσεων να παραμείνει ως ορίζεται στο σημερινό άρθρο 307 ΚΠολΔ.
    Άρθρο 466 (άρθρο 39 ΣχΝ): Αξία αντικειμένου μικροδιαφορών
    Με την προτεινόμενη διάταξη αυξάνεται το όριο της αξίας των μικροδιαφορών από τις 5.000 ευρώ στις 8.000 ευρώ. Θεωρούμε ότι η διάταξη ελέγχεται ως προς την σκοπιμότητα της αύξησης του ορίου.
    Η αξιολόγηση ότι υποθέσεις με αξία αντικειμένου 8.000 ευρώ μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία των διαφορών μικρής αξίας, σχετίζεται με μια ακμάζουσα οικονομία στην οποία η αγοραστική δύναμη αυξάνεται. Πλην όμως λαμβάνοντας υπόψιν τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη διαμόρφωση των μέσων αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, δεν φαίνεται να συνάδει με την έννοια της μικροδιαφοράς ένα ποσό το οποίο αποτελεί το σύνολο των ετήσιων αποδοχών, των πολιτών που λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό. Άλλωστε, αποτελεί αντίφαση μια οικονομία να επικαλείται έλλειψη δημοσιονομικού χώρου για την επιστροφή των δώρων εορτών στους δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους και ταυτόχρονα να αναγορεύει σε μικρή αξία το ποσό των 8.000 ευρώ. Ως εκ τούτου θεωρούμε ότι θα πρέπει το όριο να παραμείνει στις. 5.000 ευρώ.

  • 10 Ιουλίου 2025, 01:42 | ΑΓΑΛΙΔΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

    Το εδάφιο που προστέθηκε στην παρ. 2 του υπό διαβούλευση άρθρου 215 ΚΠολΔ: «Με την επίδοση της αγωγής ξεκινά και η διαδικασία διαμεσολάβησης, όπου είναι υποχρεωτική», δεν βρίσκει έρεισμα στο Ν. 4640/2019 που ρυθμίζει τη διαδικασία της διαμεσολάβησης.
    Αντίθετα από τη διατύπωση της παρ. 4 του αρ. 7 του Ν. 4640/2019 προκύπτει ευθέως ότι η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης δύναται να λάβει χώρα πριν την άσκηση της αγωγής. Και τούτο εύλογα, καθώς η συμφωνία υπαγωγής και η συναινετική διευθέτηση της διαφοράς έχει μεγαλύτερες πιθανότητες ευδοκίμησης πριν την άσκηση της αγωγής και την κορύφωση της αντιδικίας . Στην περίπτωση αυτή η άσκηση της αγωγής παρέλκει, ο ενάγων απαλλάσσεται από τα σχετικά έξοδα και μειώνεται ο φόρτος της γραμματείας, των πινακίων και των ηλεκτρονικών αρχείων στα οποία τηρούνται οι αγωγές. Εάν η διαφορά δεν επιλυθεί με διαμεσολάβηση και ασκηθεί αγωγή για το ίδιο αντικείμενο, το πρακτικό της ΥΑΣΔ που συντάχτηκε πριν την άσκηση της αγωγής, μπορεί να κατατεθεί με τις προτάσεις για το παραδεκτό της συζήτησης.

  • 10 Ιουλίου 2025, 00:06 | Μαρία

    Στο άρθρο 28 στις προτεινόμενες αλλαγές του 237ΚΠολΔ αναφέρεται ότι η προθεσμία των χρονικών διαστημάτων μέσα στα οποία κατατίθενται οι προτάσεις ΔΕΝ ΑΝΑΣΤΕΛΛΟΝΤΑΙ κατα το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης.
    Γεγονός που προκαλεί ΑΝΤΙΝΟΜΙΑ αφού η ratio και δη στο νόμο 4640/2019 δηλώνεται ευθαρσώς η αναστολή των ανωτέρω με απότερω σκοπό την ασφάλεια των μερών στο να έχουν το χρόνο εκείνο που θα τους επιτρέψει να προβούν στην όποια κοινή εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς. Με τη συγκεκριμένη διάταξη που προωθείται ματαιώνεται η πεμπτουσία του θεσμού της διαμεσολάβησης άρρηκτα συνυφασμένη με την ασφάλεια δικαίου τόσο του νομικού κόσμου όσο και των πολιτών. Σε κάθε περίπτωση δε συμβάλλει στην αποσυμφόρηση των υποθέσεων απο τα Ελληνικά Δικαστήρια.

  • 9 Ιουλίου 2025, 22:58 | Ιωάννης Κονομόδης

    Α.- Η σχεδιαζόμενη αύξηση του ορίου του αντικειμένου των δικών οι οποίες θα εκδικάζονται κατά την διαδικασία των μικροδιαφορών από τις 5.000 € στις 8.000 € είναι εσφαλμένη, γιατί πολλοί ηττηθέντες διάδικοι θα στερούνται της δυνατότητας να ασκήσουν έφεση κατά της απόφασης και να εκθέσουν τις απόψεις τους σε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο σε υποθέσεις με αρκετά σημαντικό αντικείμενο, ιδίως για εκείνους οι οποίοι ανήκουν στα φτωχά λαϊκά στρώματα.
    Β.- Εσφαλμένο, επίσης, μέτρο είναι ο διπλασιασμός του παραβόλου της αναβολής στο Μονομελές Πρωτοδικείο από τα 20 € στα 40 € και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο από τα 30 € στα 60 €, διότι η υποβολή αιτήματος αναβολής αντιμετωπίζεται με αυτόν τον τρόπο ως εξ ορισμού αδικαιολόγητη και επί της ουσίας τιμωρείται με την πληρωμή ως αναβολόσημου ενός ποσού που για τους περισσότερους πολίτες δεν είναι καθόλου ασήμαντο, ενώ στην πραγματικότητα το υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής μπορεί να είναι απόλυτα δικαιολογημένο, και μάλιστα να οφείλεται σε ανωτέρα βία. Η υποβολή αιτημάτων αναβολής δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως φοροεισπρακτική μέθοδος για το κράτος.

  • 9 Ιουλίου 2025, 22:16 | Ε.Τ.

    Η προτεινόμενη τροποποίηση των άρθρων 227 παρ. 1 και 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την πρόβλεψη έκδοσης διάταξης προ της συζήτησης της αγωγής, και μάλιστα χωρίς αιτιολογία, εάν διαπιστωθούν τυπικές παραλείψεις (οι οποίες δεν ορίζονται στο νόμο), πραγματική αοριστία ή ανάγκη να διαταχθούν αποδείξεις κ.λπ. προκαλεί έντονο προβληματισμό. Θα επικεντρωθεί κυρίως στα πρακτικά ζητήματα που δημιουργούνται. Έως σήμερα στις πολυμελείς συνθέσεις οι υποθέσεις τακτικής διαδικασίας συζητούνται και, κατόπιν της απομαγνητοφώνησης των πρακτικών, που μπορεί να ολοκληρωθεί και 2 μήνες μετά τη συζήτηση, οι δικογραφίες χρεώνονται σε εισηγητή, ομοίως στο μονομελές οι υποθέσεις χρεώνονται τις παραμονές της συζήτησης, ενώ έως τη συζήτηση οι δικογραφίες παραμένουν στοιβαγμένες στην γραμματεία ή ακόμη και σε διαδρόμους. Όμως, για τη διαπίστωση πραγματικής αοριστίας του δικογράφου ή του ότι απαιτείται να διαταχθούν περαιτέρω αποδείξεις (εξέταση μαρτύρων, πραγματογνωμοσύνη κ.λπ.) ή ένωση και συνεκδίκαση, χωρισμός ή αναβολή της δίκης κατά τις διατάξεις των άρθρων 249 και 250 ΚΠολΔ απαιτείται ενδελεχής μελέτη της δικογραφίας, η οποία προφανώς και δεν μπορεί να διεξαχθεί σε γραφεία γραμματείας, ούτε είναι πρακτικά εφαρμόσιμο οι δικογραφίες να μεταφέρονται προ της συζήτησης στην οικία των δικαστών για επεξεργασία, να επιστρέφουν στο δικαστήριο για τη συζήτηση και να ξαναμεταφέρονται στις οικίες των δικαστών για την έκδοση απόφασης. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα μπορούσαν να εφαρμοστούν πρακτικά, αφότου προηγουμένως έχει εξασφαλιστεί η υλικοτεχνική υποδομή για τη μελέτη των δικογραφιών στους χώρους των δικαστηρίων με τη διαμόρφωση γραφείων των δικαστών, όπου θα βρίσκονται οι δικογραφίες από την χρέωση έως και τη συζήτηση, ώστε να καθίσταται δυνατή η μελέτη τους.
    Αναφορικά με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 307 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου προβλέπεται προθεσμία έκδοσης απόφασης στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίες 6 μηνών και στην εκούσια 4 μηνών από τη συζήτηση της υπόθεσης, η σχετική προθεσμία επιβάλλεται να ξεκινά από την παράδοση της ολοκληρωμένης δικογραφίας στον δικαστή, καθόσον είναι γνωστό το πρόβλημα της καθυστέρησης στην απομαγνητοφώνηση των πρακτικών. Ιδίως για τις πολυμελές συνθέσεις θα πρέπει οπωσδήποτε να υπάρξει ειδική πρόβλεψη για την έναρξη της προθεσμίας από την χρέωση και παράδοση της δικογραφίας στον εισηγητή.

  • 9 Ιουλίου 2025, 19:36 | Ειρήνη Ματσοούκα Δικηγόρος-Διαμεσολαβήτρια

    Η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 237§1 του ΚΠολΔικ σε σχέση με την κατάργηση της δυνατότητας αναστολής των προθεσμιών κατάθεσης των προτάσεων εφόσον στα μέρη έχει γνωστοποιηθεί η διεξαγωγή ΥΑΣ ή τα μέρη έχουν συμφωνήσει να υπαχθεί η διαφορά τους στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, είναι άστοχη για τους ακόλουθους λόγους:
    1) η αύξηση του αριθμού των διαμεσολαβήσεων από την εφαρμογή του ν.4649/2019 οφείλεται τόσο στην ενημέρωση των μερών για το θεσμό μέσω των ΥΑΣ όσο – και πολύ περισσότερο – στην δυνατότητα που έχουν τα μέρη από κοινού να συμφωνήσουν την επίλυση της διαφοράς τους εξωδικαστικά. Αν λοιπόν το Υπουργείο – Νομοθέτης επιθυμεί να προωθήσει τον θεσμό της Διαμεσολάβησης και ταυτόχρονα να αποσυμφορήσει τα Δικαστήρια από εύλογο αριθμό υποθέσεων οφείλει να παρέχει στα μέρη τη δυνατότητα της επίλυσης της διαφοράς τους χωρίς αυτά να πιέζονται από ασφυκτικές προθεσμίες.
    2) από τη στιγμή που τα μέρη συμφωνούν από κοινού την υπαγωγή της διαφοράς τους σε Διαμεσολάβηση ουδεμία παρέλκυση της διαδικασίας υπάρχει. Τα δε πινάκια – κατά τη διάρκεια της αναστολής – δεν «φορτώνονται» με την υπόθεση, η οποία – στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, θα χρεωθεί σε Δικαστή μετά το πέρας της αναστολής. Ως εκ τούτου μια υπόθεση εισάγεται στο «δικαστικό σύστημα» με την άσκηση της αγωγής αλλά εξάγεται από αυτό μόνο εφόσον δεν επιτευχθεί συμφωνία.
    3) Είναι λογικό για στατιστικούς λόγους να χρειάζεται να παρακολουθούνται οι χρόνοι έκδοσης αποφάσεων, όμως η κατάργηση της αναστολής και ουσιαστικά η άσκηση πίεσης στα διάδικα μέρη να επιλύσουν τη διαφορά εντός 120 ημερών από την άσκηση της αγωγής, το μόνο που θα καταφέρει είναι να αυξήσει τον αριθμό των υποθέσεων που τελικά οδηγούνται σε συζήτηση στο ακροατήριο, αφού τα μέρη δεν θα έχουν επαρκή χρόνο να διαπραγματευθούν την επίλυση της διαφοράς. Ενδεχομένως για την ορθή καταγραφή των στατιστικών στοιχείων να χρειάζεται να λαμβάνονται υπ’ όψιν περισσότερες παράμετροι και ο χρόνος της αναστολής να μην προσμετράται ως πραγματικός χρόνος από την άσκηση της αγωγής έως την έκδοση απόφασης σε περίπτωση που τα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία.
    4) υπάρχουν υποθέσεις οι οποίες είναι εξαιρετικά περίπλοκες ως προς την ουσία τους (λχ χρειάζονται τεχνικές μελέτες ή εγκρίσεις από νομικά πρόσωπα στο εξωτερικό) για την εξωδικαστική επίλυση των οποίων δεν επαρκούν οι 120 ημέρες. Η πράξη της Διαμεσολάβησης έχει αποδείξει ότι η αναστολή λειτουργεί ευεργετικά στις περιπτώσεις αυτές και η συντριπτική τους πλειοψηφία επιλύεται χωρίς να απαιτείται η συζήτηση της αγωγής.

  • 9 Ιουλίου 2025, 18:17 | ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΡΙΑ

    Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του ν. 4640/2019 σχετικά με τον θεσμό της Διαμεσολάβησης επί αστικών κι εμπορικών διαφορών, έγκειται στη δυνατότητα που παρέχει το αρ. 9 παρ. 1 περί αναστολής παραγραφών και αποσβεστικών προθεσμιών, καθώς και των δικονομικών προθεσμιών των αρ. 237 και 238 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι «Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας ή η συμφωνία της εκούσιας προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης του άρθρου 5, αναστέλλει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων, εφόσον αυτές έχουν αρχίσει σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 Κ.Πολ.Δ., για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης.» Η ρύθμιση αυτή παρέχει στα Μέρη της διαφοράς και στους νομικούς τους παραστάτες τη δυνατότητα και την άνεση να εργαστούν προς εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης, όπως άλλωστε είναι και η ουσία της Διαμεσολάβησης, χωρίς να φέρουν το άγχος απώλειας προθεσμιών και ως εκ τούτου έννομης προστασίας. Η προβλεπόμενη στο αρ. 28 του υπό διαβούλευση σχέδιου νόμου διάταξη, σύμφωνα με την οποία στο άρθρο 237 παρ. 1 ΚΠολΔ θα προβλέπεται ότι η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων στη νέα τακτική διαδικασία δεν θα αναστέλλεται κατά το διάστημα της Διαμεσολάβησης (άραγε αφορά μόνο στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης αυτής καθ’ εαυτής ή και στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης;), σε αντίθεση με όσα προβλέπει ο ν. 4640/2019, δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και ως εκ τούτου αποτρέπει τα Μέρη να συμφωνήσουν την υπαγωγή της διαφοράς τους σε Διαμεσολάβηση και τους Νομικούς Παραστάτες των Μερών να ενθαρρύνουν τους εντολείς τους να χρησιμοποιήσουν τη Διαμεσολάβηση. Αν η Πολιτεία επιθυμεί πραγματικά την εδραίωση της Διαμεσολάβησης στη συνείδηση των πολιτών και των νομικών παραστατών και τη δημιουργία κουλτούρας εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, η συγκεκριμένη διάταξη επιτελεί τον ακριβώς αντίθετο σκοπό και οδηγεί στην ουσιαστική κατάργηση του θεσμού.

  • 9 Ιουλίου 2025, 17:25 | Ιωάννα Λαγουμίδου, Δικηγόρος LLM – Διαμεσολαβήτρια

    Η προτεινόμενη τροποποίηση στα σημεία που αναφέρεται στην διαμεσολάβηση είναι παντελώς εσφαλμένη και εάν ψηφιστεί το σχέδιο νόμου τούτο, θα αποτελέσει την «ταφόπλακα» της διαμεσολάβησης.
    Συγκεκριμένα:
    Με το άρθρο 237 (άρθρο 28 του παρόντος σχεδίου νόμου) καταργείται η αναστολή που προβλέπεται από το άρθρο 9 του Ν. 4640/2019.
    Αυτή καθ’ αυτή η διαμεσολάβηση αποτελεί επίσπευση της επίλυσης διαφοράς και κατά συνέπεια ελάφρυνση των Δικαστηρίων από δικογραφίες. Η δε αναστολή των προθεσμιών αποτελεί εγγύηση για τα μέρη της διαφοράς ως προς την απρόσκοπτη διεξαγωγή της διαμεσολάβησης.
    Μέχρι πρότινος, η συζήτηση περιστρέφονταν γύρω από τους τρόπους διάδοσης της διαμεσολάβησης και πρότασης ευεργετημάτων από αυτήν. Εάν ψηφιστεί ως έχει διατυπωθεί, δηλ. με αποκλεισμό της αναστολής προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων κλπ, τούτο θα λειτουργεί αποτρεπτικά στην υπαγωγή των διαφοράς σε διαμεσολάβηση, καθώς δεν θα υπάρχει επαρκής χρόνος προετοιμασίας, διαπραγματεύσεων και εξεύρεσης λύσης. Οπότε ο θεσμός δεν θα βρίσκει έδαφος.

    Επίθεση πλέον, η προτεινόμενη διάταξη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την Οδηγία 2008/52/ΕΚ η οποία προβλέπει ρητά την υποχρέωση των κρατών πρόβλεψης -μεταξύ άλλων- και αναστολής προθεσμιών προκειμένου να διευκολυνθεί η διάδοση και εμπέδωση του θεσμού της διαμεσολάβησης.

    Εν κατακλείδι, πρέπει να αφαιρεθεί η φράση ότι η διαμεσολάβηση δεν επιφέρει αναστολή των προθεσμιών και να παραμείνει σε ισχύ η ρύθμιση Ν 4640 αρθρ. 9. Διαφορετικά οπισθοδρομούμε καθώς βλάπτεται καίρια ο θεσμός.

  • 9 Ιουλίου 2025, 03:13 | Παναγιώτης

    Το μόνο που καταφέρνει αυτή η διάταξη για σύντμηση του χρόνου έκδοσης απόφασης από τους 8 μήνες στους 6 μήνες , είναι να προκαλέσει ΑΓΧΟΣ στους ήδη εργατικούς δικαστές. Θα πρέπει μέσα στα βουνά των δικογραφιών που έχει σπίτι του να αγχώνεται να βλεπει πού προβλέπει ότι θα περάσει το 6μηνο. Αντιθέτως , οποίος είναι χαλαρός , θα συνεχίσει να είναι χαλαρός είτε είναι οι μήνες 6 είτε είναι 8. Για ΔΥΟ μήνες δεν αλλάζει κάτι στην ταχύτητα απονομής του δικαίου. Το 8μηνο είναι εύλογος χρόνος. Το 6μηνο προκαλεί ΆΓΧΟΣ . Να προκληθεί άγχος σε έναν εργατικό δικαστή?. Για ποιον λόγο? Τι θα καταλάβετε για 2 μήνες διαφορά?

  • 9 Ιουλίου 2025, 00:02 | Άννα Πλεύρη, Επίκ. Καθηγήτρια Nομικής ΑΠΘ

    1. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο εν γένει δεν πείθει, ότι προωθεί την επιτάχυνση της πολιτικής δίκης την οποία ευαγγελίζεται. Δεν στηρίζεται καν σε στατιστικά/μετρήσιμα δεδομένα για το πως (δεν) βοήθησε η (νέα) τακτική διαδικασία των ν. 4335/2015 και 4842/2021 στην επιτάχυνση της πολιτικής δίκης. Ο νομοθέτης φαίνεται να αγνοεί πότε προσδιορίζεται τυπική δικάσιμος στο Πρωτοδικείο Αθηνών, αν τηρούνται οι προθεσμίες που αναφέρει ο ΚΠολΔ στο 237 ΚΠολΔ, πότε λαμβάνουν πρακτικά συζητήσεως οι Δικαστές ιδίως στα μεγάλα Πρωτοδικεία, αλλά και το πραγματικό γεγονός πως δεν υπάρχουν υποδομές και δυναμικό, ανθρώπινο και άλλο για το νέο σύστημα που επιδιώκει να νομοθετήσει.
    2. Ως προς την νέα προτεινόμενη διατύπωση στο άρθρο 215 ΚΠολΔ: Η θεώρηση της αγωγής ως επιδοθείσας με μόνη την πλασματική επίδοση για τους κατοίκους εξωτερικού πλήττει το δικαίωμα ακροάσεως και την αρχή της ισότητας των διαδίκων, βρίσκεται δε σε αντίθεση με το Ευρωπαϊκό δικονομικό δίκαιο.
    3. Ο ΚΠολΔ ορθά δεν περιέχει στις διατάξεις του περί της άσκησης της αγωγής και της κατάθεσης των προτάσεων ρυθμίσεις για την διαμεσολάβηση και την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, όπου αυτού προβλέπεται. Τα ζητήματα ρυθμίζονται ειδικώς στον ν. 4640/2019 και ήδη εργάζεται για μήνες ομάδα εργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης με στόχο την εκπόνηση κώδικα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών και ολιστική προσέγγιση. Στο πλαίσιο αυτό είναι ακατανόητη και ουδόλως επιθυμητή η προσθήκη εδαφίου στο άρθρο 215 ΚΠολΔ: «Με την επίδοση της αγωγής ξεκινά και η διαδικασία διαμεσολάβησης, όπου είναι υποχρεωτική». Η προσθήκη αυτή ουδέν ωφέλιμο για την πολιτική δίκη και την περίφημη επιτάχυνση της θα προσθέσει. Αντίθετα, θα δημιουργήσει πολύ σημαντικά προβλήματα στην πράξη και ταυτόχρονα θα βλάψει τον θεσμό της διαμεσολάβησης επίσης στην πράξη. Διαμεσολάβηση μπορεί να γίνει και προ της ασκήσεως αγωγής και μάλιστα τούτο είναι προτιμητέο. Με την προσθήκη αυτή φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται ούτε ο νομοθέτης την διαφορά μεταξύ (εκούσιας) διαμεσολάβησης και υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης και να αμφισβητεί την δυνατότητα διαμεσολάβησης προ της άσκησης της αγωγής. Επίσης δημιουργείται αμφιβολία για το χρονικό σημείο «με την επίδοση της αγωγης» αν πρόκειται για το χρονικό σημείο που ξεκινά η προθεσμία επίδοσης ή αφού συντελεστεί η επίδοση (και δη η πλασματική). Το ζήτημα της διαδικασίας της διαμεσολάβησης και της ΥΑΣΔ (προ δίκης, έναρξη μετά την δίκη κλπ.) πρέπει να ρυθμίζεται από τις διατάξεις για την διαμεσολάβηση ως προδικασία της πολιτικής δίκης. Ζήτημα τίθεται και από πλευράς διαχρονικού δικαίου αν ο νέος ΚΠολΔ ισχύσει πράγματι από Σεπτέμβρη ως προς την «σύγκρουση», δυσαρμονία ή αντίφαση με διατάξεις του ν. 4640/2019 που θα ισχύει ακόμη τον Σεπτέμβρη του έτους 2025 και δεν θα έχει αλλάξει αντίστοιχα.
    4. Στο ίδιο πλαίσιο εξόχως προβληματική η διατύπωση στο νέο 237 «Η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης.» Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά για να πειστεί κανείς γιατί η προσθήκη αυτή είναι λανθασμένη. Εκτός του ότι στην διάταξη για την κατάθεση των προτάσεων δεν υπάρχει καμία ανάγκη να ρυθμίζεται ζήτημα αναστολής της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων (και όχι εν γένει των δικονομικών προθεσμιών ως φαίνεται από την διατύπωση της διάταξης) από την διεξαγωγή ΥΑΣΔ ή και εκούσιας διαμεσολάβησης, η ρύθμιση αυτή θα αποτελέσει την απόλυτη απαξίωση της διαμεσολάβησης ως δυνατότητα που υπάρχει επιτυχώς με τις ρυθμίσεις του ν. 4640/2019. Υπό το ισχύον καθεστώς, με την διαδικασία της ΥΑΣΔ (κατά τις διατάξεις του ν. 4640/2019) υπάρχει αναστολή από το διάστημα της πρόσκλησης του διαμεσολαβητή έως την διεξαγωγή της και βεβαίως από την υπαγωγή της διαφοράς στην εκούσια διαμεσολάβηση. Αυτό πράγματι επιτρέπει στους διαδίκους ενώ δεν κινδυνεύουν απ τον δικονομικό χρόνο που «τρέχει», να προσπαθήσουν πράγματι μέσω της διαμεσολάβησης να επιλύσουν την διαφορά τους. Επιπλέον στη νέα προσθήκη δεν διευκρινίζεται αν η μη αναστολή αφορά και την εκούσια διαμεσολάβηση καθώς αναφέρεται σε «διαδικασία διαμεσολάβησης». Κατά την άποψη μου, πρέπει οπωσδήποτε να αφαιρεθεί.
    5. Η προτεινόμενη νέα παράγραφος 3 στο άρθρο 237 ΚΠολΔ για την διάταξη του εισηγητή εντός τριάντα (30) ημερών μετά τη χρέωση, ιδίως για την πραγματική αοριστία αφενός προϋποθέτει άλλο σύστημα οργάνωσης των πολιτικών δικαστηρίων και υποδομών από πλευράς επικουρίας του δικαστικού έργου, από αυτό που διαθέτουμε στην ελληνική έννομη τάξη αφετέρου θέτει σημαντικό ζήτημα αρχής της ισότητας των όπλων για τους διαδίκους και δη της δικονομικής ισότητας. Ο Δικαστής θα επικουρεί το ορισμένο της αγωγής, αλλά όχι των ενστάσεων του εναγομένου. Επιπλέον, κατά την άποψη μου, θα δημιουργήσει σημαντικό ζήτημα με τις χρεώσεις των Δικαστών.
    Α. Πλεύρη, Επίκ. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.

  • Σχόλιο σχετικά με την τροποποίηση του άρθρου 237 και συγκεκριμένα «Η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης».

    Η προτεινόμενη διάταξη σχετικά με τη μη αναστολή της προθεσμίας του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαμεσολάβησης θεωρείται αλυσιτελής και εισηγούμαι να μην ενσωματωθεί στο τελικό κείμενο για τους ακόλουθους νομικούς λόγους:

    Η διαμεσολάβηση επηρεάζει σημαντικά τις δικονομικές προθεσμίες στην τακτική διαδικασία, παρέχοντας ένα πλαίσιο αναστολής που διασφαλίζει τα δικαιώματα των μερών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

    1) Αναστολή προθεσμιών κατάθεσης προτάσεων: Οι προθεσμίες του άρθρου 237 ΚΠολΔ αναστέλλονται κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης.
    2) Διάρκεια αναστολής: Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας ή η συμφωνία της εκούσιας προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης του άρθρου 5, αναστέλλει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων, εφόσον αυτές έχουν αρχίσει σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 Κ.Πολ.Δ., για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης.
    3) Αναβολή συζήτησης: Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 4640/2019, όταν τα μέρη συμφωνούν να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση κατά τη διάρκεια εκκρεμοδικίας, το δικαστήριο αναβάλλει υποχρεωτικά τη συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο μετά την πάροδο τριμήνου και όχι πέραν του εξαμήνου, μη συνυπολογιζόμενου του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών.

    Η αναστολή των δικονομικών προθεσμιών αποτελεί σημαντική εγγύηση για τα μέρη που επιλέξουν τη διαμεσολάβηση, καθώς τους επιτρέπει να επικεντρωθούν στην εξεύρεση συναινετικής λύσης χωρίς το άγχος της εκπνοής/παρέλευσης των προθεσμιών. Αυτό συνάδει με το πνεύμα της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ, που επιδιώκει να διασφαλίσει ότι τα μέρη που επιλέγουν τη διαμεσολάβηση δεν θα εμποδίζονται στη συνέχεια να προσφύγουν στα δικαστήρια λόγω παρέλευσης προθεσμιών. Εάν δεν υπάρχει προστασία των μερών με την αναστολή των δικονομικών προθεσμιών, ποιος είναι στ΄αλήθεια ο λόγος που οι νομικοί παραστάτες θα πρέπει να στηρίξουν τη διαμεσολάβηση και να την προτείνουν στους εντολείς τους;
    Τέλος, ο θεσμός της διαμεσολάβησης έχει πλέον ενσωματωθεί ουσιαστικά στην ελληνική έννομη τάξη, σύμφωνα με τις επιταγές του Ν. 4640/2019 (ΦΕΚ Α’ 190/2019). Η σταδιακή αποδοχή του θεσμού, ακόμη και από τους πιο επιφυλακτικούς νομικούς παραστάτες, εδράζεται κυρίως στην παρεχόμενη ασφάλεια δικαίου που απορρέει από τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 9 του ως άνω νόμου περί αναστολής των δικονομικών προθεσμιών. Η τυχόν κατάργηση της εν λόγω διάταξης θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη οπισθοδρόμηση, καθώς ουδείς νομικός παραστάτης, ενεργώντας με τη δέουσα επιμέλεια, θα συνηγορούσε υπέρ της έκθεσης των εντολέων του σε κίνδυνο απώλειας θεμελιωδών δικονομικών δικαιωμάτων, κατά παράβαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

  • 8 Ιουλίου 2025, 13:25 | ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΠΑΠΑΠΑΥΛΟΥ – ΒΑΡΔΕΛΛΗ, ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΡΙΑ – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

    Αναφορικά με την τροποποίηση του άρθρου 237 και συγκεκριμένα τη μη αναστολή των δικονομικών προθεσμιών «κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης», επισημαίνονται τα εξής : ο αποκλεισμός της ισχύουσας αναστολής υπονομεύει ευθέως το θεσμό της διαμεσολάβησης, αντιβαίνει στη φύση και το σκοπό της διαδικασίας όπως προβλέπεται τόσο στην εθνική όσο και στην ενωσιακή νομοθεσία. Θα μπορούσε κανείς να πει με ασφάλεια ότι στην ουσία δημιουργεί αντικίνητρα επιλογής της διαδικασίας. Με την πίεση της απώλειας της προθεσμίας και την αίσθηση του κατεπείγοντος για όσο σύντομο χρόνο διαρκεί η διαμεσολάβηση καμία ουσιαστική διαπραγμάτευση δεν θα μπορεί να προχωρήσει και κατά συνέπεια να ολοκληρωθεί. Με αυτό τον τρόπο η ΥΑΣ θα καταστεί μια εντελώς διεκπεραιωτική διαδικασία χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα αλλά και χρονικό περιθώριο στους διαδίκους να επιλέξουν και να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση. Η ισχύς της αναστολής των προθεσμιών έχει ήδη λειτουργήσει και αξιοποιηθεί το χρονικό διάστημα εφαρμογής του Νόμου 4640/2019 σε πλείστες περιπτώσεις όπου οι διάδικοι με την ασφάλεια δικαίου και προστασία που παρέχει η αναστολή της προθεσμίας υπήγαγαν τη διαφορά στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, είχαν το χρόνο και την ψυχική ηρεμία να ολοκληρώσουν μέσω της διαδικασίας με επιτυχία συμφωνίες στα πλαίσια του θεσμού της διαμεσολάβησης. Σε περίπτωση που αποκλειστεί η αναστολή των προθεσμιών, το βλέμμα δικηγόρων και διαδίκων θα είναι αποκλειστικά στην κατάθεση των προτάσεων, μια εξέλιξη που ακυρώνει στην πράξη το σκοπό της διαμεσολάβησης του Ν.4640/2019 ενώ στην ουσία αποκλείει πλήρως τον πολίτη από την πρόσβαση στο θεσμό.

  • 8 Ιουλίου 2025, 13:30 | ΜΜ

    Η έκδοση αποφάσεως εντός εξαμήνου είναι αδύνατη εάν δεν εξασφαλισθεί ότι οι φάκελοι θα φθάνουν στα χέρια των δικαστών αμέσως μετά το κλείσιμό τους. Σήμερα περνούν 3 και 4 μήνες μέχρι να του αναλάβουν από τους γραμματείς. Για τις δε υποθέσεις ασφαλιστικών περνούν 10 μέρες με 2 εβδομάδες. Χάνεται δηλαδή ο μισός χρόνος της προθεσμίας. Η ταχύτητα είναι θεμιτή επιθυμία της πολιτείας και όλων μας, αλλά για να γίνει πραγματικότητα δεν αρκεί μια φράση στον νόμο. Χρειάζονται υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό, υποστηρικτικό προσωπικό, κτιριακές υποδομές, εξωτερικοί συνεργάτες που τηρούν θα συμφωνηθέντα, τεχνολογική υποστήριξη που να λειτουργεί. Η δομή της δικαιοσύνης στις αλλες χωρες ειναι τελειως διαφορετική. Ο Έλληνας δικαστής πρέπει να εξασφαλίσει χώρο εργασίας στο σπίτι του ή εκτός (παντως όχι στο δικαστικό μέγαρο), εξοπλισμό, ενημερωμένη βιβλιοθήκη, συνδρομές σε νομικές βάσεις, μεταφορά δικογραφιών από και προς το δικαστήριο. Για να ειναι σωστός δικαστής πρέπει να είναι ισορροπημένος άνθρωπος, που έχει τη δυνατότητα να μετέχει στην κοινωνία ως ενεργό μέλος της και να μεγαλώσει την οικογένεια του. Οι άνθρωποι που νυχθημερόν κυνηγούν ασφυκτικές προθεσμίες και αναθέτουν τις ευθύνες του σπιτιού και της οικογενείας τους αλλού γιατι αλλιως δεν γίνεται, δεν είναι σωστοί επαγγελματίες, όπως δεν θα μπορούσαν να είναι σε κανένα επάγγελμα. Το πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί συνολικά λαμβάνοντας υπόψιν τις υπάρχουσες υποδομές και πως αυτές θα βελτιωθούν.

  • 8 Ιουλίου 2025, 12:05 | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ι. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    1) Η τροποποίηση του άρθρου 216 πλήττει τον πυρήνα του Κ.Πολ.Δ. Διεξαγωγή δίκης άνευ κανόνων ως προς τον τρόπο διατύπωσης των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο αιτημάτων, είναι αδιανόητη. Η δυνατότητα προβολής ισχυρισμών ατάκτως ως πλίνθων και κεράμων ουδόλως εξυπηρετεί τους σκοπούς της δίκης και θα υπονομεύσει την ασφάλεια δικαίου και την ενότητα της νομολογίας.
    Σήμερα άπαντες, ακόμη οι μέσης επιμέλειας λειτουργοί και συλλειτουργοί της Θέμιδος, γνωρίζουν και μπορούν να κατανοήσουν τι εστί σαφής έκθεση των γεγονότων και ακριβής περιγραφή του αντικειμένου. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, ουδείς γνωρίζει με ποία κριτήρια και πως θα κριθεί η αοριστία. Πως θα κριθεί αν απαιτείται η έκδοση διάταξης, η παράλειψη έκδοσης της οποίας θα συνιστά λόγο εφέσεως;;
    2) Περαιτέρω καλοδεχούμενος ο στόχος επιταχύνσης κ.λ.π. αλλά όταν ο χρόνος έκδοσης πιστοποιητικού καταχώρισης της αγωγής από το Κτηματολόγιο ξεπερνά τα 2 χρόνια, όσο και αν συντμηθεί η προθεσμία του 237 Κ.Πολ.Δ. περί προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, το αποτέλεσμα θα είναι μια τρύπα στο νερό.
    3) Εξάλλου απορίες γεννά η εμμονή στο υποχρεωτικό της διαμεσολάβησης όταν η διεξαγωγή της δεν επάγεται την αναστολή των δικονομικών προθεσμιών. Τι στα αλήθεια εξυπηρετεί η οικονομική επιβάρυνση των διαδίκων να διεξάγουν διαμεσολάβηση όταν διατηρείται και η επιβάρυνση των δικαστηρίων.
    Παναγιώτης Ι. Βρεττάκος, Δικηρόρος

  • 8 Ιουλίου 2025, 11:18 | Κώστας Δημητρίου

    Επειδή η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης , όταν διατάσσεται από το Δικαστήριο, είναι πολλές φορές εντελώς προβληματική στις ιδιωτικές διαφορές, πρέπει να καμφθεί το συζητητικό σύστημα & την σχετική διαδικασία (διορισμός, ορκωμοσία, κατάθεση πραγματογνωμοσύνης, καταβολή αμοιβής πραγματογνώμονα) να επιμελείται κατόπιν αιτήσεως του επισπεύδοντος διαδίκου.
    Είναι γνωστό ότι πολλές φορές είναι μεγάλο πρόβλημα να δεχθεί ο διορισμένος πραγματογνώμονας να ασκήσει τα καθήκοντά του, ενώ εκ των πραγμάτων δημιουργείται μια σχέση πελατείας, αφού η αμοιβή του καταβάλλεται από τον επισπεύδοντα διάδικο.

  • 8 Ιουλίου 2025, 01:34 | Αντώνης Μιχελόγγονας – Δικηγόρος

    Καταρχήν, αναγνωρίζεται ότι αποτελεί θετική νομοθετική επιλογή η εκ βάθρων τροποποίηση των άρθρων 215, 237 και 238 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό και με την επααφορά του 269 ΚΠολΔ), καθότι μετά από 10 χρόνια εφαρμογής της νέας τακτικής διαδικασίας του Ν. 4335/2015, αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο ότι το σύστημα που εισήγαγε απέτυχε. Οι δε επιμέρους τροποποιήσεις που μεσολάβησαν έκαναν την κατάσταση χειρότερη, με την εισαγωγή διαφορετικών προθεσμιών χωρίς ενιαία λογική.

    Ο απευθείας προσδιορισμός δικασίμου, συνδυαστικά με την αξιοποίηση της προδικασίας, θεωρητικά μπορούν να οδηγήσουν σε επιτάχυνση, υπό την αναγκαία προυπόθεση ότι θα συνοδευθούν από περαιτέρω ψηφιοποίηση του συστήματος και από αριθμητική ενίσχυση των δικαστών. Στην κατεύθυνση αυτή βοηθάει και η αποσυμφόρηση των δικαστηρίων με την ανάθεση δικαστικών διαφορών σε δικηγόρους και συμβολαιογράφους.

    Υπάρχουν ωστόσο νομοτεχνικές βελτιώσεις απολύτως αναγκαίες για την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος:

    1. Διατηρείται η σύνδεση της προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων με τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής, σύνδεση που δεν εξυπηρετεί κάποια προφανή σκοπιμότητα, αντιθέτως δημιουργεί ερμηνευτικό ζήτημα αν η παράταση της προθεσμίας επίδοσης (πχ όταν η τελευταία ημέρα είναι μη εργάσιμη) παρατείνει και την προθεσμία των προτάσεων. Ορθότερη λύση θα ήταν η προθεσμία των προτάσεων να ορίζεται απευθείας βάσει της ημερομηνίας κατάθεσης της αγωγής.

    2. Η προθεσμία των προτάσεων για προσεπικλήσεις, παρεμβάσεις κοκ έχει τεθεί 10 ημέρες αργότερα σε σχέση με τις προτάσεις της κύριας αγωγής (100 ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης, έναντι 90 ημερών από τη λήξη της ίδιας προθεσμίας). Η κατάθεση προτάσεων σε διαφορετικό χρόνο για συνεκδικαζόμενα ένδικα βοηθήματα δεν ενδείκνυται, αντιθέτως ειδικά για τις παρεμβάσεις (που αφορούν πρακτικά το ίδιο αντικείμενο με την κύρια αγωγή) είναι σαν ο ενάγων να τοποθετείται δύο φορές με χρονική απόσταση μεταξύ τους.

    3. Ενώ παρέχονται στον δικαστή διευρυμένες δυνατότητες δικαστικής κρίσης με την διάταξη της προδικασίας, δεν είναι σαφές αν θα μπορεί να προβεί σε αντίστοιχη κρίση και στη συνέχεια, με την έκδοση μη οριστικής δικαστικής απόφασης. Εάν δηλαδή δεν κριθεί αόριστη η αγωγή με την διάταξη, θα μπορεί να κριθεί στη συνέχεια;

    4. Υπάρχουν ελλείψεις του παραδεκτού που μπορεί να παρασχεθεί η δυνατότητα να συμπληρώνονται, κατα τρόπο αντίστοιχο με τη συμπλήρωση της πραγματικής αοριστίας, χωρίς να συνιστά αυτό βλάβη του αντιδίκου.

    5. Προκειμένου για ζητήματα παραδεκτού και ορθής άσκησης της αγωγής, η δυνατότητα σχετικής δικαστικής κρίσης πρέπει να περιοριστεί στην διάταξη της προδικασίας.

    6.Ειδικά για τις αποδεικτικές δυνατότητες της διάταξης (αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη κοκ), πρέπει να διατηρηθεί η δυνατότητα του δικαστή να τις διατάσσει με μη οριστική δικαστική απόφαση, καθότι σε πολλές περιπτώσεις είναι αντικειμενικά αδύνατο να κριθούν τα ουσιαστικά κενά της υπόθεσης σε 30 ημέρες, για να διαταχθεί πχ πραγματογνωμοσύνη για να συμπληρωθούν.

  • 7 Ιουλίου 2025, 18:25 | ΔΙΑΛΟΓΟΣ – ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ Α.Μ.Κ.Ε.

    ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 28 ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 237 ΚΠΟΛΔ

    Η διάταξη περί μη αναστολής της προθεσμίας του άρθρου 237 παρ. 1 κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης, πρέπει να απαλειφθεί για τους εξής λόγους:
    1. Είναι αντίθετη προς την ισχύουσα ρητή διάταξη του άρθρου 9 Ν. 4640/2019 «Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Περαιτέρω εναρμόνιση προς Οδηγία 2008/52/ΕΚ» και προς τον σκοπό αυτής που είναι η επιβαλλόμενη από την ασφάλεια δικαίου ρύθμιση των θεμάτων που αναφέρονται στην παραγραφή των αξιώσεων, αποσβεστικών προθεσμιών και δικονομικών προθεσμιών.
    2. Είναι αντίθετη προς την Οδηγία 2008/52/ΕΚ, στην παράγραφο 24 του Προοιμίου ρητά και με σαφήνεια προβλέπεται “Προκειμένου να ενθαρρυνθούν τα μέρη να χρησιμοποιούν τη διαμεσολάβηση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι κανόνες τους περί παραγραφής και αποσβεστικών προθεσμιών δεν εμποδίζουν τα μέρη να προσφεύγουν σε δικαστήριο ή διαιτησία σε περίπτωση αποτυχίας της προσπάθειάς τους για διαμεσολάβηση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν την επίτευξη του αποτελέσματος αυτού, ακόμη και αν η παρούσα οδηγία δεν εναρμονίζει τους εθνικούς κανόνες περί παραγραφής και αποσβεστικών προθεσμιών ”
    3. Είναι αντίθετη προς τον σκοπό της καθιέρωσης της Διαμεσολάβησης ως νόμιμης διαδικασίας εξωδικαστικής επίλυσης των αστικών και εμπορικών διαφορών, σε εναρμόνιση προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, όπως αυτός ο σκοπός διατυπώνεται με σαφήνεια στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4640/2019 (Γενικά – επί της αρχής). Ειδικότερα διότι: α) Περιορίζει έως και αποτρέπει την πρόσβαση στην διαμεσολάβηση ως εξωδικαστική μέθοδο επίλυσης των διαφορών της τακτικής διαδικασίας, ενώ η σχετική νομοθετική ρύθμιση οφείλει να την διευκολύνει, προς την κατεύθυνση δημιουργίας ισόρροπης σχέσης μεταξύ αυτής και των δικαστικών διαδικασιών, όπως επιτάσσει ο κοινοτικός νομοθέτης, β) διότι δεν διασφαλίζει τα μέρη που επιλέγουν να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση, ότι δεν θα απωλέσουν το δικαίωμά τους να κινήσουν ή συνεχίσουν δικαστικές διαδικασίες λόγω επέλευσης της παραγραφής ή λήξεως των αποσβεστικών ή δικονομικών προθεσμιών κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης.
    4. Εν κατακλείδι πρόκειται για αντισυνταγματική, παρά τον Νόμο και αντίθετη προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, διάταξη και δεδομένου ότι δεν στηρίζεται ούτε στο νόμο ούτε στη λογική, δεν μπορεί παρά να είναι «φωτογραφική» εναντίον του θεσμού και με σκοπό να τον πλήξει.
    5. Ο αποκλεισμός της αναστολής των δικονομικών προθεσμιών για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία της διαμεσολάβησης αποτελεί περαιτέρω υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των πολιτών να επιλέξουν και να προσφύγουν στην διαδικασία, μετά την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης, κατά την οποία έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με τον διαμεσολαβητή και ενημερώνονται για την διαδικασία. Η ΥΑΣ διαμεσολάβησης θα καταλήξει να είναι τυπική – διεκπεραιωτική διαδικασία, χωρίς απολύτως οποιοδήποτε ουσιαστικό αποτέλεσμα και αυτό είναι απολύτως αντίθετο προς τον σκοπό της, κατά το Ν. 4640/2019. Πώς θα επιλέξουν τα μέρη της διαφοράς την διαμεσολάβηση, όταν βρίσκονται κάτω από την απειλή των δικονομικών προθεσμιών που κινδυνεύουν να απωλέσουν; Ποιος δικηγόρος θα συμβουλεύσει τα μέρη να κάνουν αυτή την επιλογή και να μπουν σε καθεστώς ανασφάλειας, πίεσης, φόβου? Κάθε δε προσπάθεια του διαμεσολαβητή στην ΥΑΣ προς την κατεύθυνση της επιλογής της διαμεσολάβησης με σκοπό την σύντομη, με μικρότερο κόστος και βασιζόμενη στην ελεύθερη βούληση των μερών ουσιαστική επίλυση της διαφοράς τους, αποβαίνει μάταιη.
    6. Κατά συνέπεια, πρωτοφανώς και μόνο στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα, εξουδετερώνεται η διαμεσολάβηση σαν διαδικασία εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών και μάλιστα σε διαφορές που υπάγονται στην τακτική διαδικασία και τέτοιες είναι πρωτίστως και κατεξοχήν οι εμπορικές διαφορές και οι διαφορές μεταξύ επιχειρήσεων. Τα όσα σχετικως αναγράφονται στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4640/2019: «τα πλεονεκτήματα της διαμεσολάβησης είναι σημαντικά στον τομέα της ενίσχυσης των οικονομικών συναλλαγών και της επιχειρηματικότητας δια της εξισορρόπησης των συμφερόντων και της εξεύρεσης λύσεων αποτελεσματικών και προσαρμοσμένων στις εκάστοτε ανάγκες των εμπλεκόμενων μερών» αποβαίνουν γράμμα κενό.
    7. Τέλος, η προτεινόμενη νομοθετική ανατροπή αγνοεί εντελώς, άλλως αδιάφορα παραβλέπει την δυναμική της διαμεσολάβησης στην ελληνική πραγματικότητα και στην καθημερινή πρακτική της επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών. Μετά την καθιέρωση της ΥΑΣ, όλο και περισσότεροι πολίτες, ιδιώτες και επιχειρήσεις επιλέγουν την διαμεσολάβηση για την επίλυση των διαφορών τους, αντιλαμβανόμενοι τα οφέλη και τα ευεργετήματά της. ΄Εχοντας χρόνο να καθίσουν σ΄ ένα τραπέζι και να συζητήσουν με την βοήθεια του διαμεσολαβητή και των νομικών παραστατών τους, τα ζητήματα προς επίλυση, νοιώθουν ασφάλεια και προστασία. Αν τους βάλεις «το μαχαίρι στο λαιμό» πώς θα προχωρήσουν σε μία τέτοια επιλογή;
    8. Η προτεινόμενη διάταξη που ανατρέπει απρόσμενα την μέχρι σήμερα εδραιωθείσα στην συνείδηση πολιτών και δικηγόρων ασφάλεια δικαίου, σχετικά με την προσφυγή στον θεσμό, αποτελεί ανεπανόρθωτο πλήγμα σε αυτόν και στους ίδιους τους πολίτες που επιθυμούν να ωφεληθούν από αυτόν. Η απάλειψή της λοιπόν αποτελεί και επιταγή κοινωνικής σημασίας και αξιοπιστίας του δικαστικού και εξωδικαστικού συστήματος επίλυσης των διαφορών.
    9. Η μη αναστολή των προθεσμιών του άρθρου ΚΠολΔ 237 ως αυτή προβλέπεται και εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου 9 του Ν.4640/2019 αποτελεί νομοθετική μεταβολή αντίθετη προς την επενδυτική πολιτική της χώρας, καθώς στην τακτική διαδικασία μετέχουν ως ενάγοντες ή εναγόμενοι και αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα η επίλυση των διαφορών των οποίων, λόγω της πολυπλοκότητας,(διαφορετικές γλώσσες, κουλτούρα, νομοθετικά πλαίσια κλπ) απαιτεί περισσότερο χρόνο και καθιστά αναγκαία στην πράξη τη δυνατότητα των μερών να διευρύνουν τα χρονικά όρια της διαμεσολάβησης για την επίλυση της διαφοράς τους, χωρίς την απώλεια της ασφάλειας δικαίου που εξασφαλίζει η προβλεπόμενη ήδη από το Ν.4640/2019 αναστολή των προθεσμιών.

  • 7 Ιουλίου 2025, 11:06 | Ευφροσύνη Πάκου

    Άρθρο 227 παρ. 1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου μπορεί, με πρόταση του εναγομένου, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει την αγωγή του και ο εναγόμενος αντιλέγει κατά τη συζήτηση. Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης.».

    Μερικές (πρόχειρες) απορίες στο άρθρο 227 παρ. 1:
    1) Το άρθρο 227 παρ. 1 εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες και στην τακτική ή μόνο στις ειδικές διαδικασίες?
    2) στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (ποιες ειδικές άραγε δικάζονται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο?) η κρίση περί αοριστίας δεν ανήκει στον Πρόεδρο ή τον Εισηγητή αλλά στο Δικαστήριο. Επομένως, πώς θα εκδώσει διάταξη περί συμπλήρωσης της πραγματικής αοριστίας αυτοτελώς ο Πρόεδρος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή ο Εισηγητής? Και αν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μελών της σύνθεσης? Σε περίπτωση μειοψηφίας, τι θα συμβεί?
    3) Η έκδοση της διάταξης είναι δυνητική («μπορεί») ή υποχρεωτική, δεδομένου ότι η τυχόν απόρριψη για πραγματική αοριστία, χωρίς έκδοση διάταξης, συνιστά λόγο έφεσης?
    4) Οι υπηρεσίες διαμορφώνονται και γνωστοποιούνται στους δικαστές στο τέλος του μήνα για τον επόμενο μήνα. Αν ένας δικαστής λάβει τις υπηρεσίες στα τέλη λ.χ. Ιανουαρίου και έχει υπηρεσία αρχές Φεβρουαρίου, πώς θα εκδώσει διάταξη τουλάχιστον 15 μέρες πριν τη δικάσιμο? Και για ποιες από όλες τις υποθέσεις που έχουν εγγραφεί στο πινάκιο για τη συγκεκριμένη δικάσιμο να εκδώσει διάταξη, αφού κάποιες είναι δεδομένο ότι θα αναβληθούν? Ακόμα και αν υπάρχει το χρονικό περιθώριο έκδοσης διάταξης (των 15 ημερών πριν τη δικάσιμο), τι νόημα έχει να εκδοθεί διάταξη για υπόθεση που εν τέλει θα αναβληθεί (και πιθανότατα θα χρεωθεί στη μετ’ αναβολή δικάσιμο σε άλλο δικαστή)?
    5) Πώς υποβάλλεται η πρόταση του εναγομένου? με νέο δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία?
    6) Πώς λαμβάνει γνώση της διάταξης ο ενάγων? Δεν θα πρέπει να ενημερωθεί και ο εναγόμενος?
    7) Πώς γίνεται η συμπλήρωση από τον ενάγοντα? Εφόσον η συμπλήρωση γίνεται 5 μέρες πριν τη δικάσιμο και οι προτάσεις στις ειδικές διαδικασίες κατατίθενται επί της έδρας, η συμπλήρωση δεν μπορεί να γίνει με τις προτάσεις. Και πώς θα λάβει γνώση της συμπλήρωσης ο εναγόμενος (ώστε να αντιλέξει κατά τη συζήτηση)?
    8) Πώς αυτή η διάταξη συμβαδίζει με την αρχή της ισότητας των όπλων? Ο Δικαστής θα επισημαίνει τις αοριστίες της αγωγής, βοηθώντας έτσι τον ενάγοντα. Δεν θα κάνει όμως το ίδιο για τις ενστάσεις (αλλά μη βάζω ιδέες …)
    9) Το άρθρο 227 παρ. 2 παραμένει ως έχει. Ποια η διαφορά μεταξύ των τυπικών παραλείψεων του άρθρου 227 παρ. 1 και αυτών του άρθρου 227 παρ. 2, ώστε να τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετώπισης? Μήπως η παρ. 1 αφορά μόνον την αοριστία?
    Και αυτά μόνο από ένα άρθρο…

    Και μερικές (καθόλου πρόχειρες) σκέψεις :
    Οι δικαστές, οι γραμματείς και οι δικηγόροι δεν είναι πειραματόζωα. Και το ίδιο ισχύει και για τους διαδίκους. Όσοι υπηρετούμε τη δικαιοσύνη γνωρίζουμε πόσο αντίξοες είναι οι συνθήκες, ειδικά τα τελευταία έτη με τις αλλεπάλληλες (εμπνευσμένες) τροποποιήσεις. Επίσης, γνωρίζουμε πως το μόνο που σώζει την κατάσταση είναι το φιλότιμο, η ευσυνειδησία και ο σεβασμός προς τον διάδικο, τον μαχόμενο δικηγόρο και προς τον εαυτό μας. Αλλά υπάρχουν όρια, που τίθενται κυρίως από την κοινή λογική, τον χρόνο (η μέρα έχει τον ίδιο αριθμό ωρών για όλους) και τις ανθρώπινες (βιολογικές και ψυχικές) αντοχές. Και αυτά τα όρια, με τις νέες ρυθμίσεις ξεπερνιούνται … Ο φιλόδοξος στόχος περί επιτάχυνσης της δικαιοσύνης δεν εξυπηρετείται με διατάξεις όπως η προαναφερόμενη [Σημειωτέον ότι δεν σχολιάζω άλλες διατάξεις, όχι λόγω ραθυμίας αλλά γιατί πρέπει να γράψω πλειστηριασμούς και ασφαλιστικά που επείγουν, να διαβάσω τις αιτήσεις για προσωρινές διαταγές, να τις δικάσω και να τις γράψω, να μελετήσω τις δικογραφίες οικογενειακού από υποθέσεις που έχω ήδη δικάσει κατά το τρέχον δικαστικό έτος, να δω τα παιδιά στο πλαίσιο του άρθρου 612 Κ.Πολ.Δ., να γράψω τις αποφάσεις οικογενειακού, να γράψω τις αποφάσεις εκουσίας (προσωρινές διοικήσεις) και να προλάβω τις προθεσμίες που τρέχουν αδυσώπητα]. Με τις νέες τροποποιήσεις, πολύ φοβάμαι ότι θα έχουμε δυστυχώς αποτελέσματα αντίθετα από τα επιθυμητά (όσο και αν υπερβάλλουμε των δυνάμεών μας οι δικαστές). Το πρόβλημα δεν είναι η καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης. Το πρόβλημα είναι ο τεράστιος αριθμός των υποθέσεων, ο όγκος των δικογραφιών, η δικομανία, η έλλειψη διάθεσης συμβιβασμού («Θα σε φτάσω στον Άρειο Πάγο»), η έλλειψη επαρκών υλικοτεχνικών υποδομών, η έλλειψη δικαστικών υπαλλήλων κλπ. Αν πραγματικά θέλουμε και επιτάχυνση και δικαιοσύνη, πρέπει να απλοποιηθούν οι διαδικασίες και να προωθηθεί η διαμεσολάβηση (στην τελευταία αυτή περίπτωση, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπή αμοιβή για τους δικηγόρους). Βέβαια, όταν και οι νέες αυτές διατάξεις αποτύχουν, τουλάχιστον και πάλι θα ξέρουμε ποιος φταίει … Ο ράθυμος δικαστής. Και τότε όμως, ας έχουμε στον νου μας ότι η κατασυκοφάντηση των δικαστών δεν είναι τυχαία, αντίθετα είναι εργαλείο. Γιατί, ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να υπονομεύσεις τον έλεγχο, είναι να απαξιώσεις τον ελεγκτή.
    Ευφροσύνη Πάκου, Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών

  • 5 Ιουλίου 2025, 16:53 | ΕΛΕΝΗ ΠΡΕΝΤΖΑ ΕΦΕΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΑ

    Ο Δικαστής έχει και αυτός δικαίωμα να έχει ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΧΡΟΝΟ, να ξεκουράζεται πρωτίστως από την επίπονη, εξειδικευμένη πνευματική του εργασία, να έχει χρόνο να ενημερώνεται για τα κοινά, να έχει χρόνο να επιμορφώνεται στην επιστήμη του αλλά και σε άλλους τομείς που θα τον καταστήσουν ικανότερο στην απόδοση του κοινωνικού του λειτουργήματος, αφού υπηρετεί τον Ελληνικό λαό και όσους διαμένουν στην χώρα, να έχει χρόνο για την ψυχοσωματική του ευημερία, δεδομένου ότι αναντίρρητα και σύμφωνα με τον αρχαίο λατίνο ποιητή, Ιούνιο Ιουβενάλη, νους υγιής εν σώματι υγιεί, ώστε να είναι και ισορροπημένος και ενάρετος, να έχει χρόνο να αναθρέψει σωστά τα παιδιά του και να φροντίζει την οικογένειά του και όχι να του μεγαλώνουν άλλοι τα παιδιά γιατί δεν υπάρχει ούτε ο στοιχειώδης χρόνος γι΄ αυτό. Η πραγματική αυταπάρνηση του ανθρώπου που επέλεξε να είναι λειτουργός του Δικαίου ως δικαστής είναι, θέλοντας και μη δεδομένη, λόγω του υπερβολικού φόρτου εργασίας και των πολλαπλών πολιτικών και ποινικών καθηκόντων του και όσων άλλων είναι υποχρεωμένος να ασκεί που δεν έχουν να κάνουν με το αμιγές δικαιοδοτικό του έργο (συμμετοχή και μάλιστα χωρίς καν να αμείβεται, σε πειθαρχικά συμβούλια, σε ανακριτικά συμβούλια και σε πολλά άλλα). Η εργασία του Δικαστή δεν τελειώνει, όπως πολλοί είμαι σίγουρη από άγνοια νομίζουν, στην έδρα, με την προφορική διαδικασία στα πολιτικά δικαστήρια χωρίς έκδοση κατά την ακροαματική διαδικασία και της απόφασης, ούτε τελειώνει στην ποινική διαδικασία όπου εκδίδει και την απόφαση περί ενοχής ή αθώωσης. Όλα αυτά που έχουν συμβεί στο ακροατήριο, όλες τις δικογραφίες είτε πολιτικές, είτε ποινικές θα της πάρει σπίτι του -αφού η Πολιτεία δεν του παρέχει καν γραφείο στο δικαστικό κατάστημα που υπηρετεί -ένα αίτημα που θα έπρεπε να έχει υλοποιηθεί χρόνια τώρα-, υποχρεωμένος, έτσι να μεταφέρει τις ογκωδέστατες δικογραφίες, μόνος του φυσικά, στο σπίτι του και να έχει πάντα μαζί του την δουλειά του, κλεισμένος ώρες ατελείωτες σε έναν επιπλέον χώρο στην οικία του για τον οποίο, βέβαια, καταβάλει και το επιπλέον μίσθωμα, όπου θα πρέπει να τις διαβάσει και πάλι ώστε να ΓΡΑΨΕΙ αιτιολογημένη απόφαση. Αν λοιπόν κάποιος πιστεύει ότι το λειτούργημα που επιτελούμε είναι αξιοζήλευτο όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης είναι δεδομένο ότι αυτός δεν γνωρίζει την αλήθεια. Αξιοζήλευτο και τιμητικό είναι να απονέμεις το δίκαιο. Οι συνθήκες, όμως, εργασίας των δικαστών στην Ελλάδα ήταν και είναι αφόρητες και δυσμενείς. Ο κουρασμένος, εξαντλημένος, αγχωμένος, που δεν σηκώνει κεφάλι και δεν του επιτρέπεται να πάρει ανάσα δικαστής σίγουρα δεν είναι ο δικαστής που θέλει καμία έννομη τάξη. Ούτε και η δική μας. Θέλω να πιστεύω ότι οι υπό ψήφιση διατάξεις θα τροποποιηθούν, όπως αρμόζει στα ελληνικά δεδομένα, τα οποία καταδεικνύουν την δικομανία που χαρακτηρίζει τους περισσότερους και την ανάγκη τους να αντιδικούν χρόνια ατελείωτα στα δικαστήρια, αντί να ζήσουν διαφορετικά και ποιοτικά την ζωή τους και να προσφύγουν πρωτίστως σε λύσεις, όπως η διαμεσολάβηση, ή άλλες εξωδικαστικές επιλύσεις των διαφορών, η νομοθέτηση των οποίων εδώ και χρόνια υπάρχει αλλά μένει κενό γράμμα του νόμου, με αποτέλεσμα την αέναη υπερφόρτωση των δικαστηρίων, που καθιστά την γρήγορη και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης ουτοπία. Μοιάζει δε πολλές φορές όλη αυτή η μακροχρόνια αντιδικία να γίνεται όχι για την έκδοση της απόφασης που θα την τελείωνε αλλά να γίνεται μόνο και μόνο για την αντιδικία, γι΄ αυτό και παρατηρείται το συχνότατο φαινόμενο των χρόνιων αναβολών. Επιπλέον, στις άλλες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις, και παρακαλώ την ένωσή μας, που γνωρίζει ειδικότερα τις λεπτομέρειες, να καταδείξει συγκεκριμένα ποιές είναι αυτές, οι δικαστές δεν υποχρεώνονται να είναι συνεχώς σκυμμένοι γράφοντας ατελείωτα αποφάσεις αλλά δημοσιεύουν προφορικά την απόφασή τους και όποιος επιθυμεί να την έχει και γραπτά καταβάλει επιπλέον αντίτιμο προς τούτο. Ούτε επιτρέπεται να χρεώνεται δικογραφίες – ντουλάπες, ή να αιτιολογεί πλήρως και εμπεριστατωμένα την συνοπτική, σε κάθε περίπτωση- απόφασή του. Υπάρχουν υποδομές, γραφεία δικαστών εξοπλισμένα, βοηθοί δικαστών και επίσης γραμματείς που αντιστοιχούν σε καθένα, ενώ οι αποδοχές τους και η εγγύηση εννοείται λήψης αυτών, τους καθιστούν λειτουργικά, προσωπικά και οικονομικά ανεξάρτητους και αδέκαστους. Τα πράγματα είναι απλουστευμένα και για τον δικαστή και για τον πολίτη και στοχεύουν στην ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης και της αποκατάστασης της αλήθειας. Όμως, τα ελληνικά δεδομένα απέχουν παρασάγγας από τα ευρωπαϊκά κι έτσι είναι από την φύση των πραγμάτων αδύνατη η υλοποίηση από τους έλληνες δικαστές των προτεινόμενων ρυθμίσεων, που θέλω να πιστεύω ότι αυτές δείχνουν την αγωνία του νομοθέτη για γρήγορη απονομή δικαιοσύνης, αγωνία κατανοητή και για τους πολίτες, η οποία, όμως, δεν θα επιτευχθεί με την εξόντωση του δικαστή τους. Το σχόλιο συναδέλφου με τους γιατρούς τα λέει όλα. Σίγουρα κανείς δεν το θέλει αυτό. Όπως κανείς δεν θέλει να εφαρμοστούν οι προτεινόμενες ρυθμίσεις σχετικά με τους ανεφάρμοστους χρόνους έκδοσης των αποφάσεων, τον υπερβολικό αριθμό χρέωσης κάθε δικαστή και οπωσδήποτε την απειλή τέτοιων πειθαρχικών ελέγχων που μπορούν αυτόματα μάλιστα να διενεργήσουν περικοπή του μισθού του δικαστή. Και εν τέλει ας μου επιτραπεί να πω την προσωπική μου άποψη και γι΄ αυτό το τελευταίο (για το οποίο, φαίνεται, χρόνια τώρα, ότι δεν μας επιτρέπεται να μιλάμε κιόλας, παρά μόνο απολογούμενοι και αισθανόμενοι ενοχή και ντροπή, λες και λαμβάνουμε μισθό ανάλογο με τα ευρωπαϊκά δεδομένα ή τέτοιον που να μας επιτρέπει να ζήσουμε ανταποκρινόμενοι, σύμφωνα με τα ελληνικά δεδομένα, στις απαιτήσεις του λειτουργήματός μας και των οικογενειών μας). Ο μισθός του δικαστή, που κάποιοι θεωρούν ότι είναι και υψηλός [προφανώς, επειδή δεν γνωρίζουν, τον συγκρίνουν με αυτόν ενός υπαλλήλου του Κράτους με 8ωρο, ενώ αν γνώριζαν ότι η δικαστική εξουσία αποτελεί την τρίτη λειτουργία του κράτους, θα τον συνέκριναν μόνο με τις άλλες δύο λειτουργίες του (εκτελεστική και νομοθετική) και θα ήταν, τότε και στην πραγματικότητα υψηλές και ανάλογες με το κύρος της απονομής της Δικαιοσύνης] είναι ο απολύτως απαραίτητος για την διαβίωσή του. Μία τέτοια, δε, όπως η προτεινόμενη, περικοπή θα μπορούσε να αποτελέσει ύστατο καταφύγιο και μόνον για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα. Διαφορετική άποψη προσκρούει σε συνταγματικούς κανόνες που προστατεύουν τους Δικαστικούς Λειτουργούς αιώνες τώρα. Εξάλλου, η πρόβλεψη περικοπών στον μισθό των δικαστών γιατί εξαιρεί και όλους όσους είναι συνυπεύθυνοι για τους αργούς ρυθμούς της δικαιοσύνης στη χώρα μας και για την έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού και υποδομών? Είναι, επομένως, αδήριτη ανάγκη όλοι να συνειδητοποιήσουν, να σκεφτούν με πλήρη ενσυναίσθηση, με γνώμονα το κοινό – συλλογικό συμφέρον ως πολίτες, την σπουδαιότητα της απονομής της δικαιοσύνης για όλους, την υπευθυνότητα, νηφαλιότητα και αίσθηση ανεξαρτησίας που απαιτεί το δικαιοδοτικό έργο, το οποίο εκτελείται χρόνια τώρα με υπέρμετρη δυσκολία από τους δικαστές και την απαίτηση του Συντάγματος για λειτουργική, προσωπική και οικονομική ανεξαρτησία του Έλληνα δικαστή. Να σκεφτούμε τί είδους δικαστή και απονομή δικαιοσύνης χρειαζόμαστε.

  • 5 Ιουλίου 2025, 10:43 | Ευαγγελία Πολυράκη

    Αναφορικά με την τροποποίηση του άρθρου 237 και συγκεκριμένα «Η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης».

    Θεωρώ ότι είναι λάθος να ισχύσει η μη αναστολή για τους εξής λόγους:

    1) Αν τα μέρη σε μία διαφορά δεν έχουν την ασφάλεια ότι δεν χάνουν τη δυνατότητα να στραφούν στα δικαστήρια στην περίπτωση που η διαμεσολάβηση δεν προχωρήσει, τότε ακυρώνεται αυτή καθεαυτή η διαμεσολάβηση.

    2)Οι δικηγόροι που είναι σκεπτικοί ως προς το θεσμό της διαμεσολάβησης, πείθονται να τον δοκιμάσουν εφόσον έχουν την ασφάλεια της αναστολής των δικονομικών προθεσμιών κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης. Αν αυτό δεν το έχουν, τότε δεν θα υπάρχει λόγος για αυτούς να έρθουν στη διαμεσολάβηση.

    3) Αν οι δικηγόροι κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης έχουν στο μυαλό τους την κατάθεση προτάσεων με ποιόν τρόπο θα σταθούν δίπλα στον εντολέα τους όπως πρέπει κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης; Είναι άλλος ο ρόλος τους κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης και εντελώς άλλος ο ρόλος τους στο δικαστήριο.

    Με αυτή τη διάταξη ο θεσμός της διαμεσολάβησης θα ακυρωθεί, αφού οι δικηγόροι δεν θα τον επιλέγουν (δυστυχώς οι δικηγόροι είναι εκείνοι που στην Ελλάδα πείθουν ή όχι τον εντολέα τους να έρθει στη διαμεσολάβηση).

  • 4 Ιουλίου 2025, 16:29 | Μαρία Ευθυμίου

    Σε συνέχεια προηγουμένων σχολίων συναδέλφων Εφετών, Προέδρων Πρωτοδικών (κάποιοι από τους οποίους μάλιστα έχουν επιτελέσει και Προϊστάμενοι Πρωτοδικείων), των οποίων η γνώμη σχετικά με τη διατύπωση γνώμης στη διαβούλευση για την ψήφιση του νέου κώδικα πολιτικής δικονομίας, βαρύνει ένεκα της πολύχρονης εμπειρίας και διαδρομής τους στο δικαστικό σώμα, επιβεβαιώνοντας όσα διεξοδικά εξέθεσαν σχετικά με τις υφιστάμενες συνθήκες απονομής της δικαιοσύνης, θα ήθελα να προσθέσω τα κάτωθι: Αναγιγνώσκοντας κάποιος το report της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα για το έτος 2024 (https://commission.europa.eu/publications/2024-rule-law-report-communication-and-country-chapters_en), ευχερώς διαπιστώνει ότι η Επιτροπή, προκειμένου να διατυπώσει την κρίση της για τις συνθήκες του κράτους δικαίου στη χώρα μας και την ανεξαρτησία των δικαστών, κι ακολούθως να συντάξει το σχετικό πόρισμά της, λαμβάνει υπόψιν της – μεταξύ πολλών άλλων- τις εξής παραμέτρους: 1) Πώς γίνεται η αξιολόγηση των δικαστών για την προαγωγή τους στον επόμενο βαθμό δικαιοδοσίας; 2) την ποιότητα της διαδικασίας. Αναμφισβήτητα, η ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης συνιστά αναγκαίο συστατικό για την επίτευξη μιας αποτελεσματικής ποιοτικής δικαστικής προστασίας. Βιώνοντας όμως κανείς τις πραγματικές υπηρεσιακές συνθήκες και μελετώντας τις προτεινόμενες νέες διατάξεις του ΚΠολΔ, ευλόγως αναρωτιέται με ποιο τρόπο αυτές θα καταστούν λειτουργικές προς την επίτευξη του άνω στόχου; Για όλους τους λόγους που ανέφεραν οι συνάδελφοι δικαστικοί λειτουργοί στα προηγούμενα σχόλια τους, η απάντηση στο ως άνω ερώτημα συνοψίζεται σε μία φράση και τυγχάνει αρνητική. Δε θα καταστούν λειτουργικές διότι δεν υπάρχουν οι αναγκαίες υποδομές. Επίσης, η αξιολόγηση του παραγόμενου δικαστικού έργου θα πρέπει να γίνεται με κριτήριο την ποιότητα των δικαστικών αποφάσεων και τις εύστοχες κρίσεις σε νομικά και ουσιαστικά ζητήματα σε σχέση φυσικά με την ταχύτητα, χωρίς όμως η τελευταία συνισταμένη της ως άνω συνάρτησης να καταστεί το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης υπηρεσιακής επάρκειας. Άλλωστε, πόσο αντικειμενική για την κρίση του δικαστικού έργου μπορεί να υπάρξει μια αξιολόγηση για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό, εάν το κυριότερο κριτήριο αυτής θα είναι η ταχεία έκδοση απόφασης χωρίς παροχή εργαλείων από το κράτος για την υποστήριξη μιας τέτοιας απαιτήσεως και χωρίς συνεκτίμηση της ουσίας και της ποιότητας της κάθε υποθέσεως, λαμβανομένης υπόψιν και της ολοένα αυξανόμενης νομικής πολυπλοκότητας των υποθέσεων; Με την κίνηση δε πειθαρχικών διώξεων αδιακρίτως έναντι δικαστικών λειτουργών που παραβαίνουν τις προβλεπόμενες συντομότατες προθεσμίες έκδοσης αποφάσεων, και πλέον των άλλων νομικών κωλυμάτων που αναδείχθηκαν σε άλλα σχόλια από συναδέλφους (παραβίαση προσωπικών δεδομένων των υπηρετούντων) παραβιάζεται εμμέσως και μια πτυχή της δικαστικής ανεξαρτησίας, και δη αυτή της ισοβιότητας τους, όπως αυτή θεσπίζεται από το Σύνταγμά μας στο άρθρο 88. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη και ως θεμελιώδης αρχή για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης ισχύει η ισοβιότητα των δικαστών μέχρι τη συμπλήρωση της υποχρεωτικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ή μέχρι τη λήξη της θητείας τους (principle of irremovability of judges). Μάλιστα, η ισοβιότητα των δικαστών αποτελεί θεμελιώδη αρχή διεθνών πράξεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στη σύναψη των οποίων συνέβαλαν τα κράτη μέλη, όπως το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Οι εν λόγω πράξεις έχουν προ πολλού αναγνωριστεί ως πηγές για το περιεχόμενο των γενικών αρχών της έννομης τάξης της Ένωσης [Βλ. λ.χ. Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, γενική παρατήρηση («General Comment») αριθ. 32 σχετικά με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, CCPR/C/GC/32, δημοσιευθείσα στις 23 Αυγούστου 2007, σημείο 19, καθώς και γνωμοδότηση αριθ. 1 (2001) του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου των Ευρωπαίων Δικαστών, της 23ης Νοεμβρίου 2001 [CCJE (2001) OP No 1, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση K και B (C‑380/17, ECLI:EU:C:2018:504, σημείο 44), και, μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2008, Dynamic Medien (C‑244/06, ECLI:EU:C:2008:85, σκέψη 39, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, C-619/18, ECLI:EU:C:2019:531)]. Η απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαιοδοτικών οργάνων, η οποία είναι άμεσα συνυφασμένη με την αποστολή του δικαστή, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρχή η οποία συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης κι απορρέει από τις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, κατοχυρωμένη επίσης στα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ, η οποία σαφώς συμπεριλαμβάνει και την έννοια της έγκαιρης απονομής της), τυγχάνει κεφαλαιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προστασίας του συνόλου των δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης και της διαφύλαξης των κοινών αξιών των κρατών μελών οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, ιδίως δε της αξίας του κράτους δικαίου. Ωστόσο τα παραπάνω δε σημαίνουν αυτομάτως ότι το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, θα πρέπει να παραμείνει δυσλειτουργικό, ως έχει σήμερα. Λύσεις πάντα υπάρχουν κι όλως ενδεικτικά μπορούν να αναφερθούν: 1) πρόβλεψη τηλεδιάσκεψης πολυμελών συνθέσεων, 2) απαλοιφή αιτιολογιών σε δικονομικές ενστάσεις- πρόβλεψη αιτιολόγησης μόνο στην ουσία της υπόθεσης και για την απάντηση επί των προβαλλομένων ουσιαστικών ενστάσεων (σε περίπτωση περίπλοκων δικονομικών ζητημάτων πρόβλεψη καταβολής από το διάδικο επιπλέον παραβόλου για την απάντηση και ειδική αιτιολόγηση τους από το δικαστήριο), 3) περιορισμός της έκτασης των δικογράφων ανά κατηγορία υποθέσεων (πρόβλεψη περί καταβολής παραβόλου σε περίπτωση υπέρβασης της προβλεφθείσας ανά κατηγορία έκτασης με ειδική αιτιολόγηση της υπέρβασης), 4) επιβολή διοικητικού προστίμου από το δικαστήριο σε περίπτωση πολυσέλιδων προφανώς απαράδεκτων και ακατάληπτων κατά περιεχόμενο ενδίκων βοηθημάτων, 5) εισαγωγή του θεσμού του «βοηθού δικαστή» ήτοι των νομικών βοηθών, αν όχι ανά δικαστή, τουλάχιστον ανά σύνθεση Πολυμελούς, οι οποίοι θα είναι πρόσωπα με νομική πανεπιστημιακή εκπαίδευση, και θα τυγχάνουν επιφορτισμένοι με το έργο της υποστήριξης του έργου των εισηγητών δικαστών ερευνώντας επί παραδείγματι αρθρογραφία, νομολογιακά δεδομένα κλπ, 6) οργάνωση ψηφιακών συστημάτων με τέτοιο τρόπο, ώστε ο κάθε δικαστής κατέχοντας δικούς του προσωπικούς κωδικούς να έχει πρόσβαση στις υποθέσεις τις οποίες έχει χρεωθεί και από δικό του προσωπικό υπολογιστή και διασύνδεση των ψηφιακών υπηρεσιών με τη γραμματεία προς υποστήριξη του έργου του, αγορά επιπλέον ηλεκτρονικών υπολογιστών στη βιβλιοθήκη των δικαστών του Πρωτοδικείου Αθηνών και δωρεάν πρόσβαση σε νομικές πλατφόρμες εύρεσης αρθρογραφίας και νομολογίας τουλάχιστον στους υπολογιστές της βιβλιοθήκης, 7) απομαγνητοφώνηση των πρακτικών όλων των διαδικασιών και παράδοση των πρακτικών από τις εταιρείες απομαγνητοφώνησης χωρίς καθυστερήσεις (σε αντίθεση με την σημερινή δικαστηριακή πραγματικότητα) και πρόβλεψη εκκίνησης προθεσμίας έκδοσης απόφασης από την ημερομηνία παράδοσης των πρακτικών στο δικαστή. Επίσης, για τη βελτίωση της ποιότητας και τη διαφύλαξη του κύρους της δικαιοσύνης, σκόπιμο θα ήταν οι λειτουργοί της να επιμορφώνονται συνεχώς και σε θέματα δεοντολογίας. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών διοργανώνει- κατά τα τελευταία έτη- συνεχώς σεμινάρια επιμόρφωσης για τους δικαστικούς της λειτουργούς, καταβάλλοντας σημαντική προσπάθεια για την βελτίωση του δικαστικού έργου. Το ίδιο θα έπρεπε να κάνουν και οι κατά τόπους δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας μας. Κλείνοντας το παρόν σχόλιο μου, θα ήθελα να εκφράσω την πεποίθησή μου ότι με την αλλαγή της σχετικής νομοθεσίας, επιδίωξη όλων των παραγόντων και του υπουργείου εν προκειμένω, είναι η βελτίωση της νομοθεσίας προς τον εξορθολογισμό των διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης. Μάλιστα, η εν λόγω στόχευση αποτελεί επιδίωξη ενός ευνομούμενου κράτους αλλά και κυρίως των λειτουργών της δικαιοσύνης (δικαστών και δικηγόρων), οι οποίοι υπηρετώντας την, διαφυλάσσουν (ο καθένας κατά τη συνταγματική αποστολή του) τα δικαιώματα των πολιτών, επιθυμώντας παράλληλα να απολαύουν αξιοπρεπών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους. Όμως, η επιδίωξη αυτή θα πρέπει να επιτευχθεί, θεμελιώνοντας τη σε σωστές εξ αρχής βάσεις με ειλικρινή πρόθεση για αποδοχή και συνειδητοποίηση των υφισταμένων δυσλειτουργιών και θεσμοθέτηση εκ βάθρων αλλαγών και όχι μέσω αλλεπάλληλων, αποσπασματικών, αντιφατικών και μη εφαρμόσιμων – εκ των πραγματικών συνθηκών- διατάξεων, οι οποίες θα έχουν ως αποτέλεσμα την χειροτέρευση του όλου συστήματος απονομής της αστικής δικαιοσύνης.

  • 4 Ιουλίου 2025, 11:58 | ΕΛΕΝΗ ΠΡΕΝΤΖΑ ΕΦΕΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΑ

    Β΄ΣΕΝΑΡΙΟ – ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ 70 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ ετησίως
    Πραγματικός χρόνος εργασίας για συγγραφή αποφάσεων σε ώρες και σε ημέρες, με παύση εργασιών μόνο την Κυριακή.
    Το έτος εργασίας για κάθε Δικαστή συνίσταται σε 52 εβδομάδες, δηλαδή 365 ημέρες εργασίας.
    Αφαιρουμένων ΜΟΝΟ 52 Κυριακών του έτους, μας μένουν 365 – 52 = 313 ημέρες να εργαστούμε.
    Αφαιρουμένων, ΚΑΤΑ ΜΕΣΟ ΟΡΟ, 2 ημερών την εβδομάδα που έχουμε έδρα (και στις οποίες εργαζόμαστε για περίπου 10 ώρες), εκτός των δικαστικών διακοπών που για 8 εβδομάδες δεν έχουμε έδρα, μας μένουν 44 εβδομάδες με 2 έδρες την εβδομάδα, έχουμε οι 44 x 2 = 88 ημέρες, υπολείπονται καθαρές (από έδρα) ημέρες εργασίας, 313 – 88 = 225 ημέρες ετησίως.
    Για 10 ώρες ημερησίως εργασία, τότε έχουμε διαθέσιμες σε ετήσια βάση για συγγραφή απόφασης, 225 x 10 = 2.250 ώρες.
    Η κάθε δικογραφία απαιτεί κατά Μ.Ο. για τη συγγραφή της, επτά ημέρες εργασία επί 10 ώρες, δηλαδή 70 ώρες εργασία
    Οι 150 δικογραφίες απαιτούν, 150 x 70 = 10.500 ώρες εργασίας!!!
    Μας λείπουν μόλις 10.500 – 2.250 = 8.250 ώρες το έτος για να είμαστε σωστοί στις προθεσμίες μας.

    ΣΕ ημέρες και όχι σε ώρες, οι αριθμοί διαμορφώνονται ως εξής:

    Έχουμε στη διάθεσή μας 225 ημέρες ετησίως για εργασία.
    Η κάθε δικογραφία απαιτεί κατά Μ.Ο. για τη συγγραφή της, επτά ημέρες, άρα για τις 150 δικογραφίες χρειαζόμαστε 150 x 7 = 1.050 ημέρες εργασίας.
    Ψάχνουμε μόνο 1.050 – 225 = 825 ημέρες, το έτος, για να γράψουμε τις αποφάσεις για τις 150 δικογραφίες που χρεωνόμαστε!!!!
    Με μία άλλη ματιά, στις διαθέσιμες 225 ημέρες εργασίας για συγγραφή αποφάσεων στις δικογραφίες μας και έχοντας 150 δικογραφίες να συγγράψουμε ετησίως, ο νομοθέτης θεωρεί πως 225/150 = 1,5 ημέρες (!!!!!) είναι αρκετές για να διαβάσεις, μελετήσεις και γράψεις μία δίκαιη απόφαση για κάθε δικογραφία…..τα λόγια είναι περιττά…
    *** Σε όλους τους παραπάνω υπολογισμούς δεν αφαιρέθηκαν οι επίσημες αργίες 13 τον αριθμό.
    Προφανώς σε όλους τους ως άνω υπολογισμούς θα προσέξατε ότι ΔΕΝ έχουμε διακοπές, παρά μόνο από την έδρα για 8 εβδομάδες τον χρόνο.
    Εν κατακλείδι είναι παντοιοτρόπως και αναμφίβολα, με βάση μόνο τη λογική των αριθμών ανέφικτες οι προτεινόμενες χρεώσεις. Αυτό, περαιτέρω καταδεικνύει και την αναπόφευκτη καθυστέρηση έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων από την πλευρά των δικαστών, η οποία πάντα ήταν κατανοητή, δεδομένου ότι οι αρμόδιοι γνωρίζουν τις δυσκολίες και τις συνθήκες εργασίας μας και επίσης είναι γνωστό τοις πάσι η ποιότητα των αποφάσεων των ελληνικών Δικαστηρίων. Εάν τώρα κάποιοι ελάχιστοι, είμαι σίγουρη, από εμάς, έχουν την ιδιαίτερη ικανότητα, να είναι πάντα εμπρόθεσμοι, εκδίδοντας σωστές και δίκαιες αποφάσεις, τότε αυτούς τους συναδέλφους, παρακαλώ η ίδια προσωπικά [καθώς θα ήθελα πραγματικά μία τέτοια εκπαίδευση από ιδιαίτερα ικανούς και γρήγορους δικαστές] τουλάχιστον, το ταλέντο τους αυτό, είτε είναι σύμφυτο, είτε επίκτητο, διότι έχουν βρει έναν τρόπο να το πράττουν αυτό, δηλαδή τάχιστα να συγγράφουν αποφάσεις, να το μεταλαμπαδεύσουν και στην πλειοψηφία των λοιπών, ώστε να έχει έναν χρήσιμο αντίκτυπο σε όλη την κοινωνία και να μην βασανιζόμαστε οι λοιποί. Η γνώμη μου μετά από αυτά είναι να γίνει Συνταγματική αναθεώρηση ώστε η αιτιολογία των αποφάσεων να είναι όλως περιεκτική, να τεθεί ένα όριο στις σελίδες των εισαγωγικών δικογράφων και των σχετικών κάθε δικογραφίας, ΑΝΑΛΟΓΟ με τον χρόνο που θα έχει στη διάθεσή του ο δικαστής για να εκδόσει απόφαση [για την οποία είναι αυτονόητο ότι πρέπει πρώτα να μελετήσει τη δικογραφία – εκτός αν δεν είναι αυτονόητο, οπότε να λεχθεί ρητά – και μετά να ξεκινήσει την συγγραφή της αφού προηγουμένως έχει σκεφτεί και αποφασίσει και τί θα την κάνει], να λειτουργήσει ο θεσμός του βοηθού Δικαστή, ο οποίος θα τον συνδράμει στο έργο του, στα ποινικά δικαστήρια να τεθεί ανώτατο όρια διάρκειάς τους [το πολύ 3 συνεδριάσεις για τις δίκες με πολλούς κατηγορούμενους], ώστε να μην γίνονται πολυάριθμες διακοπές σε κάθε δίκη, με απασχόληση των μελών της σύνθεσης, που συμμετέχουν και σε πολιτικές δίκες και έχουν χρεώσεις πολιτικών δικογραφιών, επί ζημία του συνόλου και οπωσδήποτε να τεθούν όρια στις αγορεύσεις –διότι, παρά το γεγονός ότι δεν εκφεύγουν οι αγορεύσεις της διεύθυνσης της ποινικής διαδικασίας από τον εκάστοτε Πρόεδρο, όπως ορίζει ο νόμος, γίνεται επανειλημμένη προσπάθεια κατάχρησης του (πολύτιμου) χρόνου που διατίθεται μέσω της διεύθυνσης της διαδικασίας. Αν, επομένως, πραγματικά θέλουμε, επιθυμούμε και συναισθανόμαστε την ανάγκη της κοινωνίας για απονομή δικαιοσύνης ουσιαστικής και τις ανάγκες του κάθε δικαστή να είναι σε θέση να την αποδώσει, όλοι χρειάζεται να συμβάλλουμε σε αυτόν τον ανώτερο αξιακά σκοπό υπηρετώντας το συλλογικό συμφέρον.

  • 3 Ιουλίου 2025, 16:40 | B. Φαϊτάς, Ν. Χαραλαμπίδου, Φ. Σωτηριάδου

    Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 39 το όριο για τη μικροδιαφορά αυξάνεται από 5.000 ευρώ σε 8.000 ευρώ. Το όριο αυτό ωστόσο δεν είναι ασήμαντο για μεγάλη μερίδα των πολιτών, αφού αντιστοιχεί περίπου στον μέσο ετήσιο μισθό του ανειδίκευτου εργάτη. Επέρχεται, επομένως, υποτίμηση της δικαστικής προστασίας για υποθέσεις που για πολλούς από τους ενδιαφερόμενους είναι σημαντικές. Η διάταξη διαπνέεται από τη λογική ανάλογων ρυθμίσεων (τόσο στην πολιτική όσο και στην διοικητική δίκη) που υλοποιούν τη στόχευση, όπως έχει αποτυπωθεί στο Ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και σε συναφή κείμενα, όπως η Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη, να καταστεί η Δικαιοσύνη ακόμα πιο απρόσιτη για τους πολλούς (σε αντίθεση με τους οικονομικά ισχυρούς και τους επενδυτές προς τους οποίους γίνεται ακόμα πιο φιλική).
    Βασίλης Φαϊτάς, Εφέτης ΔΔ. Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών
    Νάγια Χαραλαμπίδου, Πρωτοδίκης ΔΔ, Ταμίας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών
    Φανή Σωτηριάδου, Πρωτοδίκης ΔΔ, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

  • 3 Ιουλίου 2025, 11:44 | ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ

    Συμφωνώ απόλυτα με τα σχόλια των συναδέλφων μου Δικαστών, οι οποίοι πολύ ορθώς και μετριοπαθώς ανέδειξαν το άτοπο και ανεφάρμοστο των νέων διατάξεων, καθώς και την αντίθεσή τους με το Σύνταγμα κατά τα επιμέρους επισημανθέντα σημεία.
    Θέλω να τονίσω πως στο Πρωτοδικείο Αθηνών η χρέωση των Προέδρων Πρωτοδικών ανέρχεται στις 240-260 δικογραφίες ανά δικαστικό έτος. Εργαζόμαστε όλοι πέραν των ανθρωπίνων ορίων αντοχής επί 15ωρα καθημερινώς, για να δημοσιεύουμε κατά το δυνατόν εντός των υφιστάμενων προθεσμιών. Πρακτικά ο αριθμός 240-260 δικογραφιών ανά δικαστικό έτος, αν συνυπολογισθούν οι ημέρες υπηρεσιών μας όλου του δικαστικού έτους, σημαίνει ότι πρέπει να γράφεται μία δικογραφία ανά ημέρα, κάθε μέρα και Σάββατα και Κυριακές και αργίες, όπως πράγματι έχουμε μάθει να εργαζόμαστε, χωρίς αργίες και ανάπαυλες. Όπως όμως ο καθένας καταλαβαίνει υπάρχουν πολλές δικογραφίες που απαιτούν περισσότερο χρόνο, ακόμη και μερικών ημερών, λόγω των δυσχερών νομικών ζητημάτων ή λόγω της έκτασης και του όγκου τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να πρέπει οι απλές δικογραφίες να γράφονται ανά 2 ή ακόμη και 3 σε μία ημέρα, ήτοι πρακτικά να πρέπει να αφιερώνουμε 5-6 ώρες σε κάθε απλή δικογραφία (συνολικά για τη μελέτη αυτής και τη συγγραφή της απόφασης). Με τις προτεινόμενες αλλαγές των ακόμη πιο ασφυκτικών προθεσμιών και των αυτόματων πειθαρχικών, ο χρόνος στον οποίο πρέπει να «διεκπεραιώνεται» μια δικογραφία, θα πρέπει να στενέψει ακόμη περισσότερο.
    Πραγματικά, απευθυνόμενη στους διαδίκους, θα επιθυμούσα να σκεφτείτε αν σας καλύπτει ότι το κράτος Δικαίου στο οποίο ζείτε, απαιτεί από τον Δικαστή να διεκπεραιώσει μέσα σε 5-6 ώρες την υπόθεσή σας σε υποθέσεις επιμέλειας, επικοινωνίας γονέων και τέκνων, διατροφών, ανακοπών (που θεωρούνται απλές υποθέσεις κατά την αντίληψη των ιθυνόντων ). Οι Δικαστές με αίσθημα σεβασμού στον πολίτη και στο γεγονός ότι η δικογραφία δεν είναι απλά χαρτιά, αλλά αφορά και επηρεάζει τη ζωή των ανθρώπων που αναμένουν να βρουν τη δικαίωση, θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε νυχθημερόν με αυτοθυσία προκειμένου να διασφαλίσουμε την ποιότητα του παρεχόμενου έργου μας. Όμως, είναι βέβαιο ότι οι νέες διατάξεις θα μας οδηγήσουν όλους σε πειθαρχικές διώξεις, γιατί όσο και να πιεστούμε παραπάνω, δεν μπορεί να βγουν περισσότερες υποθέσεις από αυτές που ήδη δικάζουμε σε μικρότερο χρόνο και γιατί απαιτούμε ως ΔΙΚΑΣΤΕΣ να μπορούμε να αφιερώσουμε σε κάθε υπόθεση τον απαιτούμενο για αυτήν χρόνο, για να μπορούμε με σιγουριά να καταλήγουμε στη σωστή δικαιοδοτική κρίση.
    Κύριοι διάδικοι δεν πληκτρολογούμε απλά αποφάσεις, μοιράζουμε παιδιά, μοιράζουμε χρήματα, σώζουμε κύριες κατοικίες από τους πλειστηριασμούς, δικαιώνουμε εργαζομένους, επεμβαίνουμε στη ζωή σας. Απαιτούμε το Κράτος μας να σεβαστεί πρώτα και κύρια τους ΔΙΑΔΙΚΟΥΣ και να διασφαλίσει ότι παρέχεται σε αυτούς ο χρόνος που απαιτείται για να μπορεί ο Δικαστής με νηφαλιότητα και ψυχραιμία να διαχειριστεί και να αποφασίσει επί της υπόθεσής του και χωρίς να αισθάνεται την απειλή ότι «αν αφιερώσω πάνω από 5 ώρες στην υπόθεση αυτή και δεν τη δημοσιεύσω σήμερα, θα περάσω πειθαρχικό». Σας το γράφω τόσο απλά όσο πραγματικά είναι.

  • 3 Ιουλίου 2025, 09:47 | Φανή Βακράτσα

    Σχόλιο στην τροποποίηση του άρθρου 25

    Περιεχόμενο αγωγής – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 216 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
    Η διάταξη φαίνεται να συνιστά υποχώρηση από την θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού ως προς την άσκηση της αγωγής. Η νομοθετική βούληση είναι απολύτως σεβαστή. Το να μεσολαβεί ωστόσο δικαστικό όργανο σε πρώιμο στάδιο, θα πρέπει να το δει κανείς σε σχέση και με το 106 ΚΠολΔ (αρχή διάθεσης και συζήτησης).
    Καταρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μεταφορά ενός βιοτικού συμβάντος, δηλαδή ενός πυρήνα περιστατικών που είναι ικανά να διακρίνουν την επίδικη έννομη σχέση από άλλες, αποτελεί περιεχόμενο της κρατούσας στο γερμανικό δικονομικό δίκαιο «θεωρία της εξατομίκευσης».
    Στο δικό μας δίκαιο ως σήμερα επικρατεί η θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού, απαιτείται επίκληση όλων των γεγονότων (του εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου-ζημία-ύψος αυτής, αξιολογικών κρίσεων, εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων).
    Το να τροποποιούνται κομβικές δικονομικές διατάξεις που συνδέονται με μία σειρά κανόνων, όπως έχει αποδειχθεί, σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν, όχι μόνο δεν συμβάλλει στην επιτάχυνση, αλλά δημιουργεί μία σειρά προβλημάτων τόσο στην εφαρμογή όσο και στην ερμηνεία πολλαπλών διατάξεων. Εν προκειμένω, με την προτεινόμενη τροποποίηση όχι μόνο αλλάζουν τα αναγκαία στοιχεία του ορισμένου της αγωγής, αλλά και γίνεται μια κομβική τροποποίηση που καθιστά τα υποχρεωτικά στοιχεία «μικρότερης πληρότητας» σε σχέση με πριν, ενώ στην παρ. 2 τα προαιρετικά στοιχεία, με βάση όσα ισχύουν ως σήμερα, γίνονται υποχρεωτικά (!) Για ποιό λόγο;

    Το να μεσολαβεί δε δικαστής σε πρώιμο στάδιο σε αυτή τη διαδικασία είναι παντελώς ασύμβατο με το 106ΚΠολΔ και τα καθήκοντα του Δικαστή. Δηλαδή ο Δικαστής που δεν έχει ορισμένο δικόγραφο και αίτημα και δεν έχει ακούσει το διάδικο, να επέμβει στη διαδικασία του υπαγωγικού συλλογισμού διατάσσοντας συμπλήρωση επί αυτού που δεν έχει λάβει μορφή και δεν είναι έτοιμο για να εισαχθεί ενώπιόν του (!!).

    Η διάταξη του 216 ΚΠολΔ, είναι διάταξη κομβική στο δικονομικό δίκαιο διότι ενσωματώνει τον υπαγωγικό συλλογισμό, δηλαδή τη μεταφορά ενός βιοτικού συμβάντος σε κανόνα δικαίου με διατύπωση συγκεκριμένου αιτήματος.

    Αν πιστεύει κανείς ότι είναι μια απλή διαδικασία που μπορεί να γίνει στο πλαίσιο επισκόπησης ενός δικογράφου και συνιστά εξοικονόμηση χρόνου, σημειώνω ότι για τους νομικούς περνάνε αρκετά χρόνια μέχρι να έχουν κατακτήσει υπαγωγική σκέψη.

    Η σχετική διορθωτική παρέμβαση (προς αποφυγή αοριστιών και μείωσης της εκκρεμοδικίας με αόριστα δικόγραφα) μπορεί να επιτευχθεί με προσθήκη παρ. 3 στην ισχύουσα διάταξη (χωρίς τροποποιήσεις) η οποία θα προβλέπει έλεγχο από όργανο του δικηγορικού συλλόγου ή άλλο περί της πληρότητας της αγωγής πριν την κατάθεση.

    Συνοψίζοντας η προτεινόμενη τροποποίηση πρέπει να αποσυρθεί.

  • 2 Ιουλίου 2025, 18:04 | ΕΛΕΝΗ ΠΡΕΝΤΖΑ ΕΦΕΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΑ

    Όσον αφορά το άρθρο 307 σε σχέση με την προθεσμία έκδοσης απόφασης εντός 6 μηνών, η οποία κινείται εκτός των ορίων της ελληνικής δικαστηριακής πραγματικότητας και αναντίρρητα δεν μπορεί να συγκριθεί σε τίποτα με τα δεδομένα των υποδομών που υπάρχουν στις άλλες ευρωπαϊκές τουλάχιστον έννομες τάξεις, οι οποίες υλοποιούν την επιθυμία όλων να υπάρχει ένα ανθρώπινο (και βιολογικά) πλαίσιο εργασιακών συνθηκών των δικαστών τους, καταδεικνύοντας έμπρακτα την πρόθεσή τους για ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης, σεβόμενοι τους λειτουργούς της δικαιοσύνης και ως ανθρώπινα όντα, παραθέτω με τη σειρά μου όσον αφορά τις ρυθμίσεις στο εφετείο, επιφυλασσόμενη και για το Πρωτοδικείο τα εξής:
    ΕΦΕΤΕΙΟ 70 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ ετησίως
    Πραγματικός χρόνος εργασίας για συγγραφή αποφάσεων σε ώρες και σε ημέρες, με παύση εργασιών μόνο την Κυριακή.
     Αν υποθέσουμε ότι το έτος εργασίας για κάθε Δικαστή είναι 52 εβδομάδες –χωρίς δηλαδή διακοπή- τότε έχει 365 ημέρες εργασίας.
     Αφαιρουμένων τουλάχιστον των 52 Κυριακών του έτους, μας μένουν 365 – 52 = 313 ημέρες να εργαστούμε.
     Αφαιρουμένων, κατά μέσο όρο, 2 ημερών την εβδομάδα που έχουμε έδρα (και στις οποίες εργαζόμαστε για περίπου 10 ώρες –μετάβαση στα δικαστικά καταστήματα και επιστροφή-), εκτός των δικαστικών διακοπών που για 8 εβδομάδες δεν έχουμε έδρα, μας μένουν 44 εβδομάδες [52-8], με 2 τουλάχιστον έδρες την εβδομάδα, οπότε έχουμε 44 x 2 = 88 ημέρες, υπολείπονται καθαρές (από έδρα) ημέρες εργασίας, 313 – 88 = 225 ημέρες ετησίως.
     Αν υπολογίσουμε, κατά μέσο όρο, 10 ώρες ημερησίως εργασία, τότε έχουμε διαθέσιμες σε ετήσια βάση για συγγραφή απόφασης, 225 ημέρες x 10 ώρες = 2.250 ώρες.
     Η κάθε δικογραφία απαιτεί κατά Μ.Ο. για τη συγγραφή της, επτά ημέρες εργασία επί 10 ώρες, δηλαδή 70 ώρες εργασία
     Οι 70 δικογραφίες απαιτούν, 70 x 70 = 4.900 ώρες εργασίας!!!
     Μας λείπουν μόλις 4.900 ώρες εργασίας – 2.250 διαθέσιμες ετησίως ώρες εργασίας = 2.650 ώρες το έτος για να είμαστε σωστοί στις προθεσμίες μας.
    ΣΕ ημέρες και όχι σε ώρες, οι αριθμοί διαμορφώνονται ως εξής:
     Έχουμε στη διάθεσή μας 225 ημέρες ετησίως για εργασία.
     Η κάθε δικογραφία απαιτεί κατά Μ.Ο. για τη συγγραφή της, επτά ημέρες άρα για τις 70 δικογραφίες χρειαζόμαστε 70 x 7 = 490 ημέρες εργασίας.
     Ψάχνουμε μόνο 490 – 225 = 265 ημέρες, το έτος, για να γράψουμε τις αποφάσεις για τις 70 δικογραφίες (Για τους δικαστές ο χρόνος θα πρέπει να έχει 630 ημέρες, εύκολο, αν καταφέρουμε να μειώσουμε το χρόνο περιστροφής της Γης γύρω από τον Ήλιο κατά 60%).
     Με μία άλλη ματιά, στις διαθέσιμες 225 ημέρες εργασίας για συγγραφή αποφάσεων στις δικογραφίες μας και έχοντας 70 δικογραφίες να συγγράψουμε ετησίως, ο νομοθέτης θεωρεί πως 225 ημέρες εργασίας / 70 δικογραφίες = 3,2 ημέρες, είναι αρκετές για να διαβάσεις, μελετήσεις και γράψεις μία δίκαιη απόφαση για κάθε δικογραφία? τα λόγια είναι περιττά.
     *** Σε όλους τους παραπάνω υπολογισμούς δεν αφαιρέθηκαν οι επίσημες αργίες 13 τον αριθμό.
    *** Προφανώς σε όλους τους ως άνω υπολογισμούς θα προσέξατε ότι ΔΕΝ έχουμε διακοπές, παρά μόνο από την έδρα για 8 εβδομάδες τον χρόνο. Για Πόσα χρόνια, θα έπρεπε να αναρωτηθούμε όλοι οι πολίτες, με πραγματική ενσυναίσθηση, θα αντέξει ένας άνθρωπος να εργάζεται εξοντωτικά και χωρίς διακοπές, κάνοντας μάλιστα μία εξειδικευμένη πνευματική εργασία και να είναι και αποδοτικός? Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις είναι βέβαιο και πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι σκοποί του νομοθέτη δεν θα υλοποιηθούν και οι αποφάσεις δεν θα είναι ορθές. Οι αριθμοί αποδεικνύουν το ανέφικτο. Σημειωτέον ότι στις παραπάνω ανώτατες προθεσμίες έκδοσης απόφασης δεν συνυπολογίζονται οι υποθέσεις των ασφαλιστικών μέτρων, της εκούσιας δικαιοδοσίας και των μικροδιαφορών. Επομένως, η χρέωση ανά δικαστή θα έπρεπε να ρυθμιστεί έτσι ώστε να χρεώνεται ο δικαστής 80 δικογραφίες στο Πρωτοδικείο και 40 στο Εφετείο ετησίως, αναντίρρητα να μειωθεί ο όγκος των δικογραφιών και να τεθούν όρια στις σελίδες των δικογράφων και των σχετικών και αναμφίβολα να υπάρξει ρύθμιση ώστε να αυξηθεί, τηρουμένων των παραπάνω αναλογιών, ο αριθμός των εισακτέων στην Σχολή Δικαστών, ώστε να γίνεται λελογισμένη κατανομή σε περισσότερους δικαστές της αέναης δικαστηριακής ύλης, εάν πράγματι η επιθυμία μας είναι η απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης, εάν πράγματι αγαπάμε το δίκαιο και τους λειτουργούς του και θέλουμε να νιώθουν ότι τους σέβονται πρωτίστως ως ανθρώπινα όντα.

  • 2 Ιουλίου 2025, 18:14 | Σ.Μωραΐτη

    Οποιοσδήποτε έχει στοιχείωδη επαφή με την ελληνική δικαστηριακή πραγματικότητα – και οπωσδήποτε η νομοπαρασκευαστική επιτροπή – γνωρίζει πολύ καλά ότι οι δικογραφίες παραδίδονται στους δικαστές τουλάχιστον ένα μήνα μετά τη συζήτηση. Το ότι στην προτεινόμενη ρύθμιση η προθεσμία ξεκινά από την ημερομηνία συζήτησης και όχι παράδοσης των δικογραφιών στον δικαστή αποτελεί περίτρανη απόδειξη της προχειρότητάς της. Επιπλέον, ο περιορισμός του διαθέσιμου χρόνου επεξεργασίας της δικασθείσας υπόθεσης θα έχει μοιραία άμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στην ποιότητα των αποφάσεων που εκδίδουν οι κατά συντριπτική πλειοψηφία συνεπείς στα καθήκοντά τους δικαστές. Αυτοί που συστηματικά ολιγωρούν (και είναι ελάχιστοι) δεν πρόκειται να “πτοηθούν” από τη δίμηνη μείωση. Με την ακόμα μικρότερη προθεσμία στην εκουσία δικαιοδοσία παροράται ότι η διαδικασία αυτή συχνά παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσχέρειες και σύνθετα νομικά ζητήματα ειδικά στον δεύτερο βαθμό (δεν είναι όλες οι υποθέσεις αντικατάσταση πραγματογνώμονα και δικαστική συμπαράσταση). Η διαδικασία ενημέρωσης προϊσταμένου και επιθεωρητή και επανάληψης της συζήτησης είναι βέβαιο ότι στην πράξη θα αποδειχθεί αδύνατον να εφαρμοστεί. Για ακόμη μια φορά η όλη προσέγγιση βοά ότι γίνεται χάριν εντυπωσιασμού και χωρίς σοβαρή διάθεση αντιμετώπισης του κύριου προβλήματος της δικαιοσύνης, για το οποίο οι τελευταίοι που ευθύνονται είναι οι δικαστές (ας ανοίξει μια συζήτηση π.χ. για τα δικόγραφα των ανακοπών των πενήντα σελίδων και άνω με δεκαπέντε λόγους ανακοπής σε ασύνδετο σχήμα που ασκούνται μόνο για να ασκηθούν, αλλά πρέπει να απαντηθούν αιτιολογημένα και τον τρόπο που αυτά τα φαινόμενα θα μπορούσαν να περιοριστούν).

  • 2 Ιουλίου 2025, 17:17 | Γιώργος Λαζαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών

    Πέραν του ήδη γενόμενου σχολίου που αφορά στις κεντρικές, πλην ατυχείς διατάξεις των άρ. 32 και 147 του Σχεδίου Νόμου, ας επιτραπεί και μία ακόμα επισήμανση, όπως και μία απάντηση στον ανώνυμο σχολιαστή Σ.Α., που αναφέρεται σε εμένα ονομαστικά σε σχετικό σχόλιό του.

    1. Κατά τη διάταξη του άρ. 32 του Σχεδίου Νόμου, με την οποία τροποποιείται το άρ. 307 ΚΠολΔ, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι θα ενημερώνει το Δικαστήριο τον πολίτη για την ενδεχόμενη καθυστέρηση και για τον προβλεπόμενο νέο χρόνο έκδοσης της απόφασης, και προβάλλεται αυτό ως ένδειξη σεβασμού προς αυτόν. Ο Δικαστής, δηλαδή, που για λόγους που αφορούν στον νομοθέτη και συνίστανται στην ενδεχόμενη αδυναμία συγκρότησης μιας νέας, εκ θεμελίων πρωτότυπης και συνολικής πρότασης, ανταποκρινόμενης στις προκλήσεις των καιρών, θα αδυνατεί από τη μία πλευρά να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, θα έχει, όμως ταυτόχρονα και το επιπλέον ηθικό, αλλά και πραγματικό βάρος, να απολογείται στην κοινωνία. Αντί να ασχολείται με τις δικογραφίες, θα συντάσσει κάθε είδους εξηγήσεις προς πάσα κατεύθυνση και θα ενημερώνει ως προς το ότι ενδεχομένως πενθεί προσωρινά για την απώλεια των γονέων του, ως προς το ότι αρρώστησε, ως προς το ότι υπερχρεώθηκε, ως προς το ότι δεν πέτυχε το ανέφικτο κ.ο.κ. Ο πολίτης επιθυμεί ταχεία, αλλά και ορθή απόφαση, τα δε αιτήματά του είναι απολύτως δικαιολογημένα. Η λύση, όμως, δεν μπορεί να είναι η κατασυκοφάντηση του Δικαστή στην κοινωνία. Ούτε ο εξευτελισμός του. Η εική και ως έτυχε, πλην ταχέως εκδοθείσα απόφαση, άλλωστε, είναι ασύγκριτα πιο επιζήμια και επιβαρύνει συνολικά τον δικαιοδοτικό μηχανισμό, σε σχέση με την επιμελώς συνταχθείσα, η δε ταχεία απόφαση, όπως και πρέπει να είναι, είναι δυνατή, μόνο όταν η επιβάρυνση του Δικαστή, συγκρινόμενη με τον συνολικό αριθμό εκκρεμών υποθέσεων (και όχι τον αριθμό των πολιτών σε αναλογία προς τον αριθμό Δικαστών), είναι στα αποδεκτώς ευρωπαϊκά όρια. Η μη έχουσα ανάλογο στον ευρωπαϊκό Χώρο κατά τα ως άνω ρύθμιση θα τρώσει ακόμα περισσότερο την εικόνα του Δικαστή στην κοινωνία, η οποία έχει την ανάγκη σήμερα, περισσότερο από ποτέ, να αισθάνεται την ανακούφιση ότι μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Προς τούτο, όμως, απαιτείται να τον πείσουν άπαντες οι εμπλεκόμενοι παράγοντες και δη έκαστος στο μέτρο των αρμοδιοτήτων του, συμπεριλαμβανομένου και του νομοθέτη. Σε διαφορετική περίπτωση ρυθμίσεις, όπως οι προκείμενες, δεν βάλλουν κατά των Δικαστών ως μιας μορφής συνήθους συντεχνίας, όπως επιχειρείται και εικάζεται ότι θα επιχειρηθεί να προβληθεί, αλλά σε βάρος τελικώς της ίδιας της κοινωνίας. Για όσους τυχόν είναι πραγματικά ράθυμοι και για όσους τυχόν δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν από την πλευρά των Δικαστών να ανταποκριθούν στο σύγχρονο απαιτητικό περιβάλλον, ούτε οι Δικαστές επιθυμούν την προστασία τους. Αλλά η (συνειδητά ; ) καλλιεργούμενη εικόνα της γενικευμένης ανικανότητας και πόρρω απέχει από την πραγματικότητα και είναι όλως επιζήμια σε ένα κράτος Δικαίου. Ο Δικαστής ομιλεί προεχόντως δια των αποφάσεών του και υπόκειται σε κριτική γι’ αυτές πρωτίστως από την επιστημονική κοινότητα, αλλά δευτερευόντως και από την κοινωνία, που είναι καθήκον της Πολιτείας να την ενημερώσει με ειλικρίνεια και διαφάνεια για τις κρατούσες συνθήκες απονομής της δικαιοσύνης στη Χώρα μας.

    2. Ανώνυμε κύριε Σ.Α. Από τη στιγμή, που αναφέρεστε ονομαστικά σε εμένα, η αναγκαία ευπρέπεια του διαλόγου επιτάσσει την αναφορά του ονοματεπωνύμου Σας, όπως πράττω και εγώ, αναλαμβάνοντας την ευθύνη των λεγομένων μου. Δεν γνωρίζω, εξάλλου, και την ιδιότητά Σας, αλλά και τις γνώσεις Σας για τα τεκταινόμενα στην ελληνική Δικαιοσύνη. Ανέγνωσα το σχόλιό σας με προσοχή. Αναφέρεστε όλως εκτεταμένα στο πρόβλημα (: καθυστέρηση απονομής στη Χώρα μας), αλλά και στις καταδίκες της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ, που έχουν ανακύψει από το πρόβλημα αυτό, αν και όχι πάντα στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης και όχι υπό τη γενικευμένη μορφή, που αποδίδετε Εσείς στο ζήτημα. Μολονότι το πρόβλημα δεν είναι πια της έκτασης που περιγράφεται σε κάθε περίπτωση, όπως στο παρελθόν, ασφαλώς και παραμένει σημαντικό ζήτημα. Και είναι αίτημα και των Δικαστών η ταχεία, αλλά πάντα επιμελημένη, εκδίκαση των υποθέσεων. Παρά την, κατά την αναφορά Σας, νηφάλια προσέγγισή Σας, ωστόσο, απουσιάζουν δύο κρίσιμα στοιχεία στον συλλογισμό Σας, αν μου επιτρέπετε. Το πρώτον είναι ότι δεν εισφέρετε κάποια πρόταση για την επίλυση του ζητήματος. Προφανώς με βάση τον σχολιασμό Σας, φαντάζει σε Εσάς ως εύλογη λύση του προβλήματος η έτι περαιτέρω επιβάρυνση των Δικαστών, η οποία δεν θα επιχειρήσω να Σας εξηγήσω, γιατί είναι πέραν κάθε δυνατού ορίου. Προτίμησα, άλλωστε, στο σχόλιό μου να καταγράψω τις κουραστικές λεπτομέρειες, για να καταστήσω σαφές, γιατί οι ρυθμίσεις δεν είναι ρεαλιστικές στην κατεύθυνση αυτή και δεν ανέγνωσα κάποια ανάλογη λεπτομερειακή αντίκρουση. Όπως προσφυώς αναφέρθηκε από έναν συνάδελφο, την εικαζόμενη συναίνεση του οποίου έχω, ελπίζω, για να αναπαραγάγω το περιεχόμενο της σκέψης του, η επίλυση του ζητήματος της αναμονής στα χειρουργεία των δημοσίων Νοσοκομείων δεν μπορεί ασφαλώς να είναι η επιβολή της επί ποινή απολύσεως των ιατρών, επαύξηση του αριθμού των ημερήσιων χειρουργείων. Το πού, το πώς και το ποιος δεν είναι αδιάφορες λεπτομέρειες εν προκειμένω· Είναι η καρδιά του ζητήματος. Δεν έγκειται, συνεπώς, στον στόχο η διαφωνία (: εύλογη διάρκεια δίκης). Έγκειται στον modus. Το δεύτερο σημείο, εξάλλου, που θα ήθελα να Σας επισημάνω, είναι ότι Εσείς αρκείστε στο να αναφέρετε ότι οι ρυθμίσεις είναι ρεαλιστικές, χωρίς οιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση ως προς το πόθεν αρύεσθε τη βεβαιότητα αυτή. Αναφέρεστε σε καλούς και εμπρόθεσμους Δικαστές. Ακόμα και αν είστε Δικηγόρος, έχετε άραγε δικάσει με το σύνολο ή μέγα μέρος των Δικαστών, ώστε να γνωρίζετε τα στατιστικά ενός εκάστου ; Και είστε σε θέση να γνωρίζετε, αν οι ίδιοι Δικαστές, σε κάποιο άλλο στάδιο της υπηρεσιακής τους πορείας, δεν καθυστέρησαν λόγω των συνθηκών ; Γνωρίζετε την ποιότητα των αποφάσεων ενός εκάστου ; Θεωρείτε ότι ένας Δικαστής είναι αμελής καθυστερησίας, επειδή άλλοτε δημοσίευσε εμπρόθεσμα και άλλοτε εξέφυγε των νομίμων προθεσμιών ; Επιπλέον, παρότι φοβούμαι ότι έχετε εδραία πεποίθηση περί του αντιθέτου, Σας διαβεβαιώ πως ούτε «υπήρχε έως τώρα απεριόριστη διακριτική ευχέρεια» ούτε έχουμε ανάγκη από «μηχανισμούς παρακολούθησης», αν και η φρασεολογία επιβεβαιώνει τα περί φαλκίδευσης της Ανεξαρτησίας κατά τρόπο εύγλωττο. Είμαστε Δικαστές και έχουμε προεχόντως αυτοσεβασμό και επίγνωση της ευθύνης μας έναντι της κοινωνίας. Οι ατελείωτες ώρες εργασίας και η αφοσίωσή μας είναι η και η λογοδοσία μας. Για τους νωθρούς, αν τέτοιοι υφίστανται, υπήρχαν και υπάρχουν τα αρμόδια και δραστήρια πειθαρχικά όργανα, ενώ οι μη διευκρινιζόμενοι ευρωπαϊκοί κανόνες, που επικαλείστε, είναι βέβαιο πως δορυφορούνται και από ευρωπαϊκές συνθήκες εργασίας εν γένει κατά την απονομή. Το πλήγμα στην Ανεξαρτησία είναι δεδομένο και εκθέτω τους λόγους συνοπτικά στο έτερο σχετικό σχόλιό μου. Μπορείτε, αν θέλετε, να ανατρέξετε εκ νέου σε αυτό. Ρυθμίσεις, όπως οι προκείμενες, δεν βάλλουν κατά των Δικαστών ως μιας μορφής συνήθους συντεχνίας, όπως επιχειρείται και εικάζεται ότι θα επιχειρηθεί να προβληθεί, αλλά σε βάρος τελικώς της ίδιας της κοινωνίας. Για όσους τυχόν είναι πραγματικά ράθυμοι και για όσους τυχόν δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν από την πλευρά των Δικαστών να ανταποκριθούν στο σύγχρονο απαιτητικό περιβάλλον, ούτε οι Δικαστές επιθυμούν την προστασία τους, όπως ανεγράφη και ανωτέρω. Η ειλικρινής και πέραν των ατομικών συμφερόντων δίψα ενός εκάστου για Δικαιοσύνη ουδέποτε θα μπορούσε να φέρει αντιμέτωπους Δικαστές και Δικηγόρους. Ούτε είναι τέτοιοι αντίπαλοι οι ανωτέρω ούτε θα επιτρεπόταν ποτέ να είναι αντίπαλοι, όπως αναδύεται από άλλα έμπλεα μίσους ανώνυμα σχόλια ούτε θα έπρεπε να επιτραπεί στους επιθυμούντες τέτοια αντιδικία η εκτροπή της νομοθέτησης σε τέτοιο πεδίο μάχης μεταξύ συλλειτουργών, αν έκαστος εξ ημών κατανοεί το βάρος της τελευταίας λέξεως. Αφού ο στόχος είναι κοινός, δηλαδή, αρκεί να συμβάλλουμε όλοι δημιουργικά με πρωτότυπες και ρηξικέλευθες ιδέες για τη βελτίωση της ταχύτητας της απονομής, χωρίς παραίτηση, ωστόσο, στις αξιώσεις ποιότητας και με όριο ασφαλώς το εφικτό. Ούτε ατιμωρησία, τέλος, ούτε ασυδοσία ζητείται. Ούτε και υπήρξε τέτοια ποτέ κατά τα τελευταία πολλά έτη. Ούτε και ζητείται εν τέλει κατανόηση. Ζητείται Δικαιοσύνη. Και θα επιτρέψετε σε εμάς που Την υπηρετούμε με απόλυτη αφοσίωση, να Της έχουμε περισσότερη εμπιστοσύνη και να αγωνιούμε για τα τεκταινόμενα, χωρίς τον φόβο ότι η αγωνία μας θα μπορούσε να τύχει δύσπιστης ειρωνείας παρ’ οιουδήποτε.

  • 2 Ιουλίου 2025, 16:27 | Γιώργος Λαζαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών

    1. Η διάταξη του άρ. 216 ΚΠολΔ αποτέλεσε μέχρι σήμερα διάταξη, που εντάσσεται στις θεμελιώδεις επιλογές του νομοθέτη και διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την εν γένει φυσιογνωμία της πολιτικής δίκης στη Χώρα μας. Η διαμόρφωση του αγωγικού δικογράφου δεν μπορεί να λησμονείται ότι συναρτάται και με τη δυνατότητα άμυνας του εναγομένου. Με την απάλειψη των σχετικών λέξεων από τη διάταξη του άρ. 216 ΚΠολΔ ούτε ακριβής ούτε σαφής είναι αναγκαίο να είναι η έκθεση των πραγματικών περιστατικών. Κατά το μάλλον ή ήττον, δηλαδή, ο ενάγων αρκεί να εκθέσει τα δεδομένα στο εισαγωγικό του δικόγραφο κατά προσέγγιση. Για την αποφυγή της αθεράπευτης νομικής αοριστίας θα αρκεί μια στοιχειώδης επανάληψη των ορισμών του νόμου. Για την πραγματική αοριστία, ωστόσο, θα αρκούν δυο λόγια, ούτε σαφή ούτε ακριβή. Για τη θεραπεία, το βάρος μετακυλύεται στην προβλεπόμενη σχετικώς Διάταξη του Δικαστή. Ωστόσο, ο εναγόμενος δικαιούται υπεράσπισης της υπόθεσής του και αυτός. Και όσο οι ασάφειες και οι ελλείψεις πληθαίνουν, τόσο φαλκιδεύεται το δικαίωμά του σε λυσιτελή άμυνα. Βέβαια και υπό το νυν ισχύον καθεστώς, η πραγματική αοριστία θα μπορούσε να θεραπευτεί από τον ενάγοντα, ενδεχομένως και με αξιοποίηση του καθοδηγητικού καθήκοντος του Δικαστή. Ωστόσο, εν προκειμένω εισάγεται αλλαγή παραδείγματος. Ο διάδικος δεν είναι αναγκαίο να μεριμνά για την υπεράσπιση της υπόθεσής του, ενώ ο επιμελής δικηγόρος εν τέλει δεν μπορεί να ξεχωρίσει για την ποιότητα της προετοιμασίας της υποθέσεως του εντολέα του από μέρους του, αφού υπάρχει πάντα η ασφαλιστική δικλείδα του Δικαστηρίου. Ωστόσο, το καθήκον καθοδήγησης δεν μπορεί να εξικνείται μέχρι του ορίου υποκατάστασης του δικηγόρου, όπως πλέον επιχειρείται. Δεδομένου δε ότι διάδικος είναι και ο εναγόμενος, που προβάλλει μέσα επίθεσης και άμυνας, ήτοι στην τελευταία περίπτωση ενστάσεις, που υφίστανται και αυτές αξιολόγηση ως προς το ορισμένο, το παραδεκτό της προβολής τους και τη νομική τους βασιμότητα, πώς συμβιβάζεται με την αρχή της ισότητας των όπλων, η μονομερής παρέμβαση του Δικαστή υπέρ του ενάγοντος με βάση τις ισχύουσες ρυθμίσεις ως προς την αοριστία ; Ως προς το ότι ούτως ή άλλως οι συνθήκες απονομής, με τις υφιστάμενες χρεώσεις, καθιστούν αδύνατο έναν τέτοιο έλεγχο, αρκεί η αναφορά στον οικείο τόπο, σε έτερο σχολιασμό.

    2. Η διάταξη του άρ. 227 ΚΠολΔ εφαρμοζόταν μέχρι σήμερα τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες, λειτουργούσε δε κατά τρόπο απλό και ομαλό, αφού αρκούσε η τηλεφωνική ή άλλως πως κλήση – ειδοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου προς συμπλήρωση της τυπικής έλλειψης. Στη νέα διάταξη ορίζεται πλέον ότι «1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν…» (ενν. μάλλον να συμπληρωθούν) «…ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου μπορεί, με πρόταση του εναγομένου, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει την αγωγή του και ο εναγόμενος αντιλέγει κατά τη συζήτηση. Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης».

    i. Κατ’ αρχάς δημιουργείται η εύλογη απορία : Παρά τον εν γένει επιταχυντικό οίστρο, γιατί η διάταξη τροποποιείται εις τρόπον, ώστε με τήρηση συγκεκριμένων προθεσμιών, να προϋποθέτει πλέον για την εφαρμογή της, την έκδοση σχετικής Διάταξης του Δικαστή, αντί της τηλεφωνικής ή άλλως πως (πχ με email) ειδοποίησης ;

    ii. Από άποψη νομοτεχνική, αν η αοριστία λογίζεται πλέον ως είδος τυπικής κατ’ αρχάς παράλειψης, όπως διαφαίνεται, γιατί το ζήτημα ρυθμίζεται και στη διάταξη του άρ. 227 και στη διάταξη του άρ. 237 ΚΠολΔ και, μάλιστα, με άλλες προθεσμίες ; Ειδικώς ως προς την αοριστία και, μάλιστα, σε αντίθεση με τις άλλες τυπικές παραλείψεις, εισάγεται απλώς διαφοροποίηση μεταξύ τακτικής διαδικασίας αφενός (οπότε και εφαρμόζεται το άρ. 237 ΚΠολΔ) και ειδικών διαδικασιών (οπότε και εφαρμόζεται το άρ. 227 σε συνδ. με το άρ. 591 ΚΠολΔ) ή μήπως το 237 ΚΠολΔ, παρότι δεν το αναφέρει ρητά, αφορά πλέον και τυπικές παραλείψεις εν συνόλω, οπότε στην τακτική διαδικασία δεν εφαρμόζεται ποτέ το άρ. 227 ΚΠολΔ;

    iii. Συναφώς με τα στο υπό στ. ii εκτιθέμενα, εφαρμόζεται υπό τη νέα μορφή του το άρ. 227 ΚΠολΔ και στις ειδικές διαδικασίες (όπως είναι το λογικό) ή μόνο στις ειδικές διαδικασίες (ώστε να έχει νόημα η διαφοροποίηση των ρυθμίσεων με το άρ. 237 ΚΠολΔ) και, αν ναι, πότε θα μελετά τις δικογραφίες της ειδικής διαδικασίας ο Δικαστής, που κατά τα λοιπά ενημερώνεται για τις πολιτικές υπηρεσίες του πχ στις 30 του μηνός και ενδεχομένως δικάζει στις 3 του επομένου μηνός, ώστε να εκδώσει διάταξη 15 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο ;

    iv. Αν ισχύει διαφορετική ρύθμιση για τις ειδικές διαδικασίες ως προς τη συμπλήρωση των λοιπών τυπικών ελλείψεων, ποια είναι αυτή ; Ισχύει τότε η ρύθμιση του άρ. 227 παρ. 2 ΚΠολΔ περί τηλεφωνικής κλήσης ή απαιτείται και πάλι έκδοση Διάταξης ;

    v. Τι εξυπηρετεί να προτείνεται από τον εναγόμενο η τυπική παράλειψη 20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο σε μια ειδική διαδικασία ; Μέχρι σήμερα ο Δικαστής, είτε λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς του εναγομένου στις προτάσεις του, είτε ενεργώντας αυτεπαγγέλτως, καλούσε για τη συμπλήρωση της έλλειψης. Ποια ανάγκη καλύπτει η σύνθετη αυτή διάταξη, που δεν καλυπτόταν μέχρι σήμερα ; Θεσπίζεται η διάταξη χάριν της νέας ρύθμισης περί τη συμπλήρωση της πραγματικής αοριστίας, αλλά θα συμπαρασύρει στο διάβα της και όλες τις τυπικές λοιπές ελλείψεις ; Και για ποιόν αιφνιδιασμό του ενάγοντος μέσω της προβολής αιφνιδιαστικής προβολής ενστάσεων αοριστίας κατά τη συζήτηση γίνεται λόγος στην ανάλυση ρύθμισης, όταν ο Δικαστής ούτως ή άλλως ελέγχει αυτεπάγγελτα την αοριστία ;

    vi. Όπως και κατωτέρω στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρ. 237 ΚΠολΔ επισημαίνεται, πώς μπορεί να μελετήσει μια δικογραφία ο Δικαστής, ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα περί αοριστίας, αν αυτή (η αοριστία) δεν είναι απολύτως πρόδηλη ; Θα περιορίζεται ο έλεγχος στα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την ιστορική βάση ή θα επεκτείνεται και σε κάθε ένα εκ των αιτημάτων της αγωγής ; Και αφού ασχοληθεί με όλα αυτά πριν τη δικάσιμο ο Δικαστής, πότε θα προλάβει να εκδώσει -μαζί με όλα τα άλλα- τις οικείες Διατάξεις ; Και θα εγκαταλείψει τη δικογραφία, μετά την έκδοση της Διάταξης και την πιθανή συμπλήρωση της αγωγής, ώστε αυτή (η αγωγή) να συζητηθεί, και εν συνεχεία, στο πλαίσιο της σχετικής ρητής εξέτασης του νόμου και του προγραμματισμού της εργασίας του Δικαστή, θα ασχοληθεί εκ νέου με τη δικογραφία από την αρχή σε επόμενο χρονικό σημείο, καταβάλλοντας διπλό κόπο, που θα επιφέρει καθυστέρηση ; Ρυθμίσεις, όπως η προκείμενη, έχουν νόημα σε ένα περιβάλλον μικρού αριθμού υποθέσεων, ώστε να παρέχεται η πολυτέλεια εξέτασης της αγωγής από το αρχικό στάδιο. Οι ελληνικοί αριθμοί στις χρεώσεις δεν επιτρέπουν ούτε κατά διάνοια τον σχετικό προκαταρτικό έλεγχο. Για να αποφανθεί ο Δικαστής επί των σχετικών ζητημάτων, θα πρέπει να μελετήσει τη δικογραφία. Δεν είναι μηχανιστική ή διεκπεραιωτική διαδικασία, όπως υπολαμβάνεται. Εξαιρέσεις θα μπορούσαν να είναι επιτρεπτές μόνο για τις όλως πρόδηλες τυπικές παραλείψεις. Αλλά τότε ποια η προστιθέμενη αξία της σύνθετης ρύθμισης ;

    2. Με το άρθρο 237 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό και με τα άρ. 215 παρ. 1 και 2 και 238 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώνονται) μεταβάλλεται για μία ακόμα φορά η δομή της τακτικής διαδικασίας. Επ’ αυτής επισημαίνονται τα ακόλουθα :

    i. Ο ευθύς εξ αρχής, με την κατάθεση του δικογράφου, προσδιορισμός δικασίμου στις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας εντός κατ’ αρχάς εξαμήνου έως επταμήνου από την κατάθεση, έχει υπολογιστεί με συγκεκριμένα αριθμητικά δεδομένα ως προς το σε τι είδους (υδροκέφαλα κατά πάσα πιθανότητα) πινάκια θα καταλήξει ; Η μέχρι σήμερα αδυναμία προσδιορισμού των υποθέσεων σε εγγύτερες δικασίμους, σε όσα Πρωτοδικεία αυτό συνέβαινε, οφείλετο στο αναντίρρητο γεγονός ότι δεν υπήρχε τέτοιο περιθώριο, με βάση των αριθμό των Δικαστών και την δυνατή κατά κεφαλή χρέωση. Πέραν της ωφέλειας, που σε κάποιο άγνωστο ακόμα βαθμό θα προκύψει από την ενοποίηση, ποιο άλλο μέτρο έχει λάβει εκ παραλλήλου η Πολιτεία, ώστε να καταστήσει εφικτό αυτόν τον θεμιτό κατά τα λοιπά στόχο ; Αν η απάντηση είναι ο πολλαπλασιασμός των υποθέσεων, που θα χρεωθεί ο εξαθλιωμένος εργασιακά ούτως ή άλλως Δικαστής, τότε το επιλεγέν μέσον προς επίτευξη του στόχου, όσες κυρώσεις και αν απειληθούν, δεν θα επιτευχθεί. Διότι κατά βασική αρχή : Impossibilium nulla est obligatio.

    ii. Ποιο το ουσιαστικό όφελος από τη σπουδή επίδοσης της αγωγής εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την κατάθεσή της στις ειδικές διαδικασίες, δεδομένου ότι ουδείς Δικαστής μπορεί εκ των πραγμάτων (για τους λόγους που ανωτέρω εξηγήθηκαν) να ασχοληθεί με αυτήν ; Γιατί εγκαταλείπεται εν προκειμένω η προπαρασκευαστική προθεσμία ;

    iii. Σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρ. 9 του Ν. 4640/2019, που προβλέπει αναστολή, μεταξύ άλλων, δικονομικών προθεσμιών για το αναφερόμενο στη διάταξη χρονικό διάστημα, στο νέο άρ. 237 ΚΠολΔ για την κατάθεση των προτάσεων, που εκκινεί από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής μέχρι και τη συμπλήρωση 90 ή 120 ημερών από το κατά τα ως άνω αφετήριο χρονικό σημείο, προβλέπεται ότι η διαδικασία διαμεσολάβησης δεν οδηγεί σε αναστολή της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων. Η σπουδή για ταχύτητα, όμως, κατά τον τρόπο αυτό δεν συμβιβάζεται με την κουλτούρα διαμεσολάβησης, που κατά τα λοιπά καλλιεργείται, αφού η τελευταία δεν εκβιάζεται με εσπευσμένες διαδικασίες, αλλά καταλείπεται εν τέλει στους διαδίκους, στο πλαίσιο της μέχρι σήμερα θεμελιώδους αρχής της διαθέσεως. Αν, όμως, η προθεσμία για την κατάθεση των προτάσεων δεν αναστέλλεται, οι διάδικοι πρέπει από τη μια πλευρά να φροντίσουν για τη διαμεσολαβητική διευθέτηση της διαφοράς τους και την ίδια στιγμή να καταστρώνουν και να ξεδιπλώνουν τη στάση τους στη δίκη, ως να είχε ήδη καταδικαστεί η διαμεσολαβητική προσπάθεια. Αν ληφθούν υπόψη και οι δυσκολίες, που στην πράξη εμφανίζονται ενίοτε κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, η ρύθμιση δεν φαίνεται επιτυχής. Πέραν της προθεσμίας του άρ. 237 ΚΠολΔ, εξάλλου, οι λοιπές δικονομικές προθεσμίες θα εξακολουθήσουν να αναστέλλονται κατ’ άρ. 9 του Ν. 4640/2019 ;

    iv. Με βάση τη διάταξη του προτεινόμενου άρ. 237 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο Δικαστής ή η σύνθεση θα οριστεί 125 έως 135 ημέρες μετά την κατάθεση της αγωγής (ή 155 έως 165 επί κατοίκων αλλοδαπής κλπ.), ενώ στις 180 ημέρες έως 210 ημέρες από την κατάθεση θα έχει οριστεί ήδη και η δικάσιμος κατά τα προαναφερθέντα. Στο ενδιάμεσο ασφυκτικό διάστημα και δη σε αρχικό στάδιο, δηλαδή σε 30 ημέρες από τον ορισμό του Δικαστή θα πρέπει να έχει εκδοθεί μια (μη οριστική κατ’ αρχάς) Διάταξη, που, μεταξύ άλλων, αν συντρέχει περίπτωση, θα αφορά στην απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης ή στη θεώρησή της ως μη ασκηθείσας ή στην ενεργοποίηση των ρυθμίσεων των άρ. 246 έως 250 ΚΠολΔ κ.ο.κ.. Ο Δικαστής, που στο μεταξύ θα ασχολείται με τη σύνταξη των αποφάσεων προηγούμενης δικασίμου, θα πρέπει, παραμερίζοντας προσωρινά τα λοιπά καθήκοντα, να σπεύσει να μελετήσει σε κάποιο βάθος τις νεότερες δικογραφίες, που θα χρεώνεται. Σε ποιόν χρόνο, όμως, υπολογίζεται ότι θα συμβούν αυτά ; Και, μάλιστα, ποιος Δικαστής επί πολυμελούς ; Αναγράφεται ο Εισηγητής. Είναι, όμως, ποτέ δυνατόν, κατά παράκαμψη της πολυμελούς σύνθεσης, όπου έχουν δικαίωμα λόγου και ψήφου άπαντες οι μετέχοντες, να αποφασίζει και να εκδίδει τη Διάταξη μόνος του ο Εισηγητής για ζητήματα τοσούτον σημαντικά όσο τα προαναφερθέντα, μεταξύ των οποίων σημειωτέον και το ζήτημα της αοριστίας ; Θα πρέπει να προηγηθεί διάσκεψη και στον Εισηγητή θα απομένει απλώς η έκδοση της Διάταξης ; Πώς, όμως, σχεδιάζεται ρεαλιστικά να μπορεί να διασκέπτεται και γι’ αυτά τα ζητήματα όλη η πολυμελής σύνθεση παράλληλα με όλα τα άλλα καθήκοντα ενός εκάστου των μελών της σύνθεσης ; Έχει προϋπολογιστεί χρονικά με ακρίβεια η συγκεκριμένη παράμετρος ;

    v. Η ρύθμιση περί την αναγκαιότητα εξέτασης ή μη μάρτυρα στην υπόθεση στο πρώιμο αυτό στάδιο είναι κατά τη γνώμη μου θετική. Ωστόσο, η επιτυχία της εξαρτάται από τις δυνατότητες του δικάζοντος να μελετήσει έστω και στοιχειωδώς τις δικογραφίες του πινακίου και δυστυχώς αυτές οι δυνατότητες ναρκοθετούνται με κάθε σχεδόν διάταξη του σχεδίου νόμου.

    vi. Στη διάταξη του προτεινόμενου νέου άρ. 237 παρ. 3 ΚΠολΔ εισάγεται η ρύθμιση για τη θεραπεία της πραγματικής αοριστίας και πάλι με Διάταξη, αλλά και η δυνατότητα του ενάγοντος να τη θεραπεύσει με προσθήκη στις προτάσεις 10 ημέρες πριν τη συζήτηση, ώστε στη συζήτηση (άρ. 269 παρ. 3 ΚΠολΔ) να μπορεί να αντιλέξει ο εναγόμενος. Δεν εξηγείται, βέβαια, τι θα γίνει εν προκειμένω, αν η αοριστία δεν συμπληρωθεί. Θα ισχύσουν όσα αναφέρονται στο άρ. 227 ΚΠολΔ ; Ισχύουν, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση οι ήδη ως άνω γενόμενες παρατηρήσεις. Χρόνος επαρκής για μια τέτοια ενέργεια δεν υφίσταται, ενώ εν τέλει είναι ασαφές και το πότε η έκδοση της Διάταξης είναι υποχρεωτική ή ως προς το τι θα συμβεί, αν δεν εκδοθεί τέτοια Διάταξη και εν συνεχεία διαπιστωθεί το απαράδεκτο ή ο λόγος αναστολής κλπ. Η αοριστία, εξάλλου, κακώς συγχέεται με την καθυστέρηση στην απονομή. Γιατί αποτελεί καθήκον κατ’ αρχάς του διαδίκου δια του δικηγόρου του η κατάστρωση του δικογράφου και μπορεί με ενέργειές του να θεραπευθεί κάθε τυχόν ελάττωμα ή έλλειψη. Αντιθέτως, εν προκειμένω καθ’ υπέρβαση των λελογισμένων ορίων του καθοδηγητικού καθήκοντος του Δικαστή, επιχειρείται κατ’ ουσίαν η υποκατάσταση του δικηγόρου – συλλειτουργού. Αν και όπου έχει παρατηρηθεί μια εκφεύγουσα των απώτατων ορίων ενέργεια Δικαστή για απόρριψη αγωγής ή αιτήματος αυτής ως αορίστων, κατά τρόπο αποκλίνοντα, υπάρχει όχι μόνο η δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου, αλλά ενδεχομένως και αναζήτησης τυχόν ευθύνης του επί βαρείας αμέλειας, αν συντρέχουν οι όροι της. Δεν είναι, όμως, αυτό επαρκής λόγος, για την κατάστρωση ρυθμίσεων, όπως η προκείμενη.

    vii. Στην νέα παρ. 4 του άρ. 237 ΚΠολΔ, δεν είσαι σαφές, αν το ρυθμιστέο αντικείμενο εξαντλείται στην ειδικότερη περίπτωση της απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης με την αρχική μη οριστική Διάταξη λόγω της επισημαινόμενης αοριστίας ή αν αφορά κάθε Διάταξη, που εκδίδεται κατά την παρ. 3, ανεξάρτητα από το αν πχ γίνεται αναφορά σε «μη ασκηθείσα αγωγή» ή «αναστολή κατ’ άρ. 249 ΚΠολΔ» κοκ. Γίνεται, πάντως, λόγος για οριστική απόρριψη της αγωγής ως «απαράδεκτης» με επικύρωση της σχετικής Διάταξης και αποτελέσματα ανάλογα της παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής, εφόσον ο ενάγων δεν επιμείνει με την υποβολή συγκεκριμένου αιτήματος για την εκδίκαση της διαφοράς εντός μόλις 5 ημερών από την έκδοση της μη οριστικής αρχικής Διάταξης, κατόπιν καταβολής και σχετικού παραβόλου από μέρους του εν λόγω διαδίκου. Τι νόημα, όμως, έχει η εκδίκαση από τον ίδιο Δικαστή, που προηγουμένως εκφράστηκε επί του επίμαχου ζητήματος της διαφοράς με την έκδοση της σχετικής Διάταξής του, της οποίας σημειωτέον δεν είναι σαφές και πώς λαμβάνει γνώση ο ενάγων ; Όπως και τι νόημα θα είχε, αντιθέτως, ο ορισμός νέου Δικαστή για την εκ νέου έρευνα της υπόθεσης ;

    viii. Στις λοιπές περιπτώσεις, πλην αοριστίας, ήτοι στην περίπτωση εντοπισμού αγωγής, που θεωρείται μη ασκηθείσα ή στην περίπτωση Διάταξης για ενεργοποίηση των ρυθμίσεων των άρ. 249 και 250 ΚΠολΔ, μπορεί να αντιλέξει ο ενάγων ή η αρχική ήδη Διάταξη είναι οριστική ; Δεν θα έπρεπε αυτό να είναι σαφές στις σχετικές Διατάξεις του άρ. 237 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ ;

    ix. Επί έκδοσης Διάταξης, ο χρόνος για την περαίωση της δικογραφίας, εκκινεί από το πρώιμο αυτό στάδιο κατά το νέο άρ. 307 ΚΠολΔ, δηλαδή ο χρόνος εκκινεί πριν καν η υπόθεση συζητηθεί ! Η ρύθμιση είναι ανεδαφική, όπως και οι λοιπές σχετικές.

    x. Στη νέα διάταξη του άρ. 237 παρ. 5 ΚΠολΔ αναφέρεται ότι, παρά το γεγονός ότι μπορεί να διαταχθεί μία πραγματογνωμοσύνη, αν αυτή δεν είναι εφικτό να κατατεθεί εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο μπορεί να ανακαλέσει τη διάταξη περί τη διενέργειά της. Δυνατότητα ανάκλησης εγένετο ούτως ή άλλως δεκτή και με τα μέχρι σήμερα ισχύοντα, δυνατότητα της οποίας εγένετο, μάλιστα, ευρεία χρήση κατά το τρέχον έτος, οπότε και αποφασίστηκε ο έλεγχος έκδοσης τυχόν Διατάξεων με ενέργειες του Τμήματος Επιθεώρησης, δεδομένου ότι, μολονότι ο Δικαστής, όσο αναμένει τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ουδέν μπορεί να πράξει, θεωρήθηκε εντούτοις ότι είναι δυνατό ο χρόνος, που κυλά, να διερευνάται (κατ’ αρχάς) ως πιθανώς καταλογιζόμενη στον ίδιο καθυστέρηση στην περαίωση της δικογραφίας. Η ρητή ρύθμιση της δυνατότητας ανάκλησης δεν είναι αρνητική, αν δεν προέδιδε την αληθή εικόνα : Ότι σημασία, δηλαδή, δεν έχει η ορθότητα, αλλά η ταχύτητα και τούτο για τον εξής λόγο : Ο Δικαστής, που διατάσσει πραγματογνωμοσύνη, καταλήγει στην αναγκαιότητά της. Έχει πεπερασμένες ιατρικές γνώσεις, γνώσεις μηχανικής ή γνώσεις λογιστικής κοκ. και δεν μπορεί να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα. Για να φθάσει ως εκεί, μάλιστα, θα πρέπει να έχει διερευνήσει όχι μόνο το παραδεκτό, αλλά και το νόμω βάσιμο, διαδικασία όλως κοπιώδης ενίοτε και σύνθετη. Αν ο μηχανισμός διενέργειας της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης είναι κοστοβόρος ή αν οι διάδικοι δεν επιθυμούν να επιβαρυνθούν κατ’ αρχάς με τα έξοδα (τα οποία ο νικητής διάδικος ούτως ή άλλως πάντως θα λάβει μέσω της επιδίκασης της δικαστικής δαπάνης), αυτό δεν μπορεί να καταλήξει σε ανάκληση της διάταξης περί πραγματογνωμοσύνης, αφού ο Δικαστής θα αντέφασκε με τα όσα ήδη προηγουμένως έχει κρίνει. Υπονοείται, συνεπώς, με τη διάταξη ότι η διάταξη περί πραγματογνωμοσύνης είναι συνήθως περιττή και αν δεν μπορεί να γίνει, τότε είναι προτιμότερο ίσως να συνταχθεί η απόφαση όπως – όπως, χάριν επίτευξης της ταχύτητας και σε βάρος προφανώς της ορθότητας της κρίσης.

    xi. Αντί όλων των ανωτέρω, απαιτείται επειγόντως απλοποίηση, ευκρίνεια, ενοποίηση των διαδικασιών και υιοθέτηση μόνο διαδικαστικών αποκλίσεων, όπου είναι απολύτως αναγκαίο για τις ιδιαιτερότητες της οικείας κατηγορίας διαφορών, καθώς και έμπρακτη εκδήλωση εμπιστοσύνης στον Δικαστή ως προς το να χρησιμοποιεί κάθε φορά τα εργαλεία εκείνα, που θα καταλήξουν σε ορθή κρίση, με τα εχέγγυα που προς τούτο απαιτούνται. Οι αλλεπάλληλες προθεσμίες επί προθεσμιών, αλλά και οι αντικρουόμενες και ασαφείς ρυθμίσεις, με τη δορυφορούσα αυτές δυσκίνητη γραφειοκρατία, ναρκοθετούν έτι περαιτέρω το επιβαρυμένο πεδίο της πολιτικής δίκης.

  • 2 Ιουλίου 2025, 14:23 | Ι.Μ.

    Επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων των άρθρων 227 και 237 παρ. 3 ΚΠολΔ αναφορικά με την αοριστία της αγωγής: Σε συμπλήρωση των όσων ορθών επισημάνσεων προηγήθηκαν, ιδίως δε του ότι ο δικαστής, που, ως λειτουργός της δικαιοσύνης και δη ανεξάρτητος, για ευνόητους λόγους, δεν αμείβεται από τους διαδίκους και δεν μπορεί να αναλαμβάνει μέρος του έργου του δικηγόρου και δη μόνο της μίας πλευράς, θα ήθελα να παρατηρήσω το εξής: Σε μία αγωγή που είναι μεν αόριστη, πλην όμως και νομικά αβάσιμη ή και με υποψία ουσιαστικής αβασιμότητας, ο δικαστής θα πρέπει να επισημαίνει την αοριστία στον συνήγορο του ενάγοντος ώστε να τη διορθώνει/συμπληρώνει, αλλιώς δημιουργείται λόγος έφεσης (?), ενώ γνωρίζει ότι ο ίδιος που το ζήτησε, πιθανότατα θα απορρίψει την αγωγή σε επόμενο στάδιο και ότι επομένως όλη αυτή η διαδικασία κινείται μάταια; Επίσης, ακόμη κι αν δεν το γνωρίζει εκ των προτέρων, που είναι και το σύνηθες, ποια η θέση του δικαστικού λειτουργού που θα ζητά από τον συνήγορο (της μιας πλευράς πάντα) να κάνει διορθώσεις, που κατά την κρίση του είναι απαραίτητες (κατ’ άλλους νομικούς μπορεί να μην είναι, δεδομένης και της διχογνωμίας που εντοπίζεται συχνά στα νομικά ζητήματα) υποβάλλοντάς τον στην αντίστοιχη διαδικασία – ταλαιπωρία, όταν μετά θα απορρίψει το ένδικο βοήθημα; Είναι βέβαιο ότι η προηγούμενη ανάμειξή του στην υπόθεση, με τρόπο που προσιδιάζει σε εντολέα του διαδίκου και όχι σε ανεξάρτητο λειτουργό, δεν θα τον επηρεάσει στην πορεία της υπόθεσης; Πως αυτές οι προβλέψεις μπορούν να οδηγήσουν σε συνολική μείωση του δικαστικού και δικηγορικού μόχθου, των εξόδων και σε επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, όταν αυξάνονται τα δικόγραφα (προσθήκες κ.λπ) και τα λοιπά έγγραφα (διατάξεις κ.λπ), τα πέρα-δώθε των διαδίκων και των φακέλων στα δικαστήρια;

  • 2 Ιουλίου 2025, 12:52 | Παρ’Αρειω Παγο

    Μια πρόταση η οποία μπορεί να υλοποιηθεί και να απαληφθει εντελώς το άρθρο για προελεγχο του δικογραφου είναι να ορισθεί από τον κάθε δικηγορικό σύλλογο με αμοιβή από αυτόν, επιστημονικοι συνεργάτες, οι οποίοι θα ελέγχουν τα δικόγραφα που έχει αμφιβολία ή ελλειπή γνώση ο διαδικος για διόρθωση ή επανατυπωση πριν κατατεθεί στην γραμματεία. Επίσης ο εξωδικαστικος συμβιβασμος(πράγμα δεδομένο για τα περισσότερα κράτη του κόσμου) να καθίσταται υποχρεωτικός και σε περίπτωση μη εξεύρεσης λύσης, μαζί με το δικογραφο να κατατίθεται και δήλωση υπογεγραμμένη από τους διαδικους και τους εναγομενους που να αναφέρει τους λόγους μη συμβιβασεως, για να γνωρίζει και ο δικαστής την πραγματική διάσταση των απιτουμενων του δικογραφου.

  • 2 Ιουλίου 2025, 11:03 | Ιωάννης Ασπρογέρακας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

    Ρυθμίσεις για σύντμηση προθεσμιών έκδοσης απόφασης από 8 σε 6 μήνες – Προληπτικός αυτόματος πειθαρχικός έλεγχος στην πιθανότητα υπέρβασης τους – Πολύ υψηλά ετήσια όρια χρέωσης δικαστικών λειτουργών – Επαναπροσδιορισμός κατατεθεισών ανακοπών μετά την 01-01-2026 και Ορισμός δικασίμου εντός 6μηνου από την κατάθεση της αγωγής.

    Το πρόβλημα της Δικαιοσύνης δεν είναι ότι έχει αργές προθεσμίες, ούτε ράθυμους δικαστές, όσο βολικό κι αν είναι για τους νομοθετούντες μια τέτοια δικαιολογία. Τέτοιου είδους ρυθμίσεις, που στοχεύουν δήθεν στην ενίσχυση της λογοδοσίας, στην πραγματικότητα πριμοδοτούν ένα σύστημα συνεχούς ελέγχου του Έλληνα Δικαστή, ο οποίος καλείται να λογοδοτεί και να φέρει προσωπική ευθύνη για συστημικά και οργανωτικά ελλείμματα που σχετίζονται με την χρόνια υποχρηματοδότηση των δικαστηρίων και την χρόνια αδιαφορία των κυβερνήσεων να τα επιλύσουν (υλικοτεχνικές υποδομές, γραμματειακή υποστήριξη, κτηριακές εγκαταστάσεις, ειδικό επιστημονικό σώμα πραγματογνωμόνων και μεταφραστών – διερμηνέων που θα συνδράμουν άμεσα και αποτελεσματικά το έργο των δικαστών, πρόσβαση σε νομικές βάσεις). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η καθυστέρηση απομαγνητοφώνησης πρακτικών των δικαστηρίων, τα οποία παραδίδονται 3 και 4 μήνες μετά τη δικάσιμο και η πλήρης αδιαφορία του υπουργείου να πιέσει τις ιδιωτικές εργολαβικές εταιρείες να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Με την ίδια αδιαφορία όμως μετακυλύει την ευθύνη αυτή στις πλάτες των δικαστικών λειτουργών, αφού η προθεσμία έκδοσης απόφασης εκκινεί από τη δικάσιμο και όχι από την παράδοση του πλήρους φακέλου δικογραφίας στους τελευταίους. Στην πραγματικότητα αυτό που επιδιώκεται είναι η δημιουργία ενός φοβισμένου σώματος Δικαστών, απόλυτα εξαρτημένου από διαδικασίες πολλαπλού ελέγχου είτε πειθαρχικού είτε λογοδοσίας σε προϊσταμένους και διαδίκους, που καταρρακώνει στην πραγματικότητα την προσωπική και υπηρεσιακή του αξιοπρέπεια.
    Αναφορικά με την ανώτατη χρέωση σε 150 δικογραφίες ετησίως στο Πρωτοδικείο και 70 στο Εφετείο, αφορά αριθμούς που, συνιστούν βαρύτατη ετήσια επιβάρυνση, λαμβάνοντας υπόψη ότι εξαιρούνται συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, όπως ασφαλιστικών μέτρων, υποθέσεων εκουσίας δικαιοδοσίας και μικροδιαφορών, που αποτελούν μεγάλο ποσοστό της πραγματικής ύλης των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων. Το κυριότερο όμως η ρύθμιση αυτή αγνοεί πλήρως τα ποινικά καθήκοντα των πολιτικών δικαστών, τα οποία συνιστούν ισότιμο μέρος του δικαιοδοτικού τους έργου. Κι αν το επιχείρημα του Υπουργείου είναι ότι στο Πρωτοδικείο της Αθήνας έχει προβλεφθεί από την περσινή χρονιά η σύσταση αυτοτελούς ποινικού τμήματος, οι συνθήκες υπερχρέωσης που δημιουργεί το προς ψήφιση νομοσχέδιο για τους υπηρετούντες στο πολιτικό τμήμα, θα οδηγήσει αναπόδραστα και στην κατάργηση του πρώτου, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν, που είχε συσταθεί αυτοτελές ποινικό τμήμα μόνο για τους Προέδρους Πρωτοδικών. Κι αυτό διότι ο προβλεπόμενος μηχανισμός επαναπροσδιορισμού υποθέσεων ανακοπών που έχουν προσδιοριστεί μετά την 01.01.2026 και ο υποχρεωτικός ορισμός δικασίμου εντός 6μηνου έως 7μηνου από την κατάθεση της αγωγής για όλες τις υποθέσεις, οδηγεί νομοτελειακά σε άνοιγμα πολλών επιπλέον πινακίων εκδίκασης.
    Τέλος για τους αμφισβητούντες, επειδή η πραγματική υπηρεσιακή επιβάρυνση ενός Δικαστή, προκύπτει για αυτούς μόνο μέσα από απόλυτους αριθμούς χρέωσης και υπηρεσιών, θα τους παραθέσω, όπως αυτοί προκύπτουν από την τελευταία έκθεση επιθεώρησης για το χρονικό διάστημα από 16-9-2021 έως 15-09-2023, της θητείας μου δηλαδή ως νέος Πρόεδρος Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο της Αθήνας. Κατά το διάστημα αυτό υπηρέτησα στα Τμήματα Ανακοπών κατά της Αναγκαστικής Εκτέλεσης και Αυτοκινήτων αντίστοιχα, ενώ παράλληλα δίκαζα υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινών διαταγών – οι οποίες δεν συνυπολογίζονται ως δικαιοδοτικό έργο και δεν καταγράφονται, παρότι απαιτεί απασχόληση τουλάχιστον 2 ημερών, αφού στα σχετικά πινάκια προσδιορίζονται κατά μέσο όρο τουλάχιστον 20 υποθέσεις – εκουσίας δικαιοδοσίας, καθώς προήδρευα και σε συνθέσεις Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων και Τριμελών Πλημμελειοδικείων. Για τα δύο αυτά έτη χρεώθηκα με 444 αστικές υποθέσεις, εκ των οποίων 153 ασφαλιστικών μέτρων και 10 εκούσιας δικαιοδοσίας, ήτοι 222 αστικές υποθέσεις κατ’ έτος, ενώ εξέδωσα 311 ποινικές αποφάσεις ουσίας, ήτοι 155 ανά έτος και 126 αποφάσεις για κρείσσονες ή αναστολής με 59 κλπ ΚΠοινΔ, ήτοι 63 κατ’ έτος. Οι υπηρεσίες μου δε κατά μήνα ανερχόταν σε 7 – 8 ημέρες, χωρίς να υπολογίζονται σε αυτές οι διακοπές συνεδριάσεων ποινικών δικαστηρίων. Στη φετινή δε δικαστική χρονιά ως Πρόεδρος Βουλευμάτων στο ίδιο Πρωτοδικείο, κληθήκαμε να αποφανθούμε επί 142 βουλευμάτων ουσίας, 289 για παρεμπίπτοντα ζητήματα και 229 άρσεων απορρήτου.
    Ας αναλογιστούμε λοιπόν όλοι αν θέλουμε να μετατρέψουμε τους δικαστές ουσίας σε αυτοματοποιημένες μηχανές παραγωγής αποφάσεων και τις συνέπειες που θα έχει μια τέτοια εντατικοποίηση στην ποιότητα του δικαστικού έργου και στο φρόνημα των λειτουργών της Δικαιοσύνης.

  • 2 Ιουλίου 2025, 01:27 | ΕΛΕΝΗ ΠΡΕΝΤΖΑ ΕΦΕΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΑ

    Η προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 227 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που δίνει την ευχέρεια στον δικαστή είτε με πρόταση του εναγομένου, είτε και αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Ταυτόχρονα, δε, αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, να αποτελεί τούτο λόγο έφεσης, είναι καταρχήν αντιφατική, διότι ο δικαστής ορίζεται ότι έχει διακριτική ευχέρεια. Επίσης το ότι είναι λόγος έφεσης τί σημαίνει? Ότι αν γίνει δεκτός ο λόγος θα εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση και θα χάνεται ουσιαστικά ο πρώτος βαθμός για τον πολίτη και το εφετείο θα εκδίδει την διάταξη? Δεν διευκρινίζεται. Περαιτέρω, και κατά κύριο λόγο, δεν ανάγεται κατά το νόμο στα υπηρεσιακά καθήκοντα του δικαστή να καταστήσει αυτός ορισμένο ένα δικόγραφο που δεν έχει συντάξει ο ίδιος. Τα δικόγραφα συντάσσονται κατά το νόμο από τους δικηγόρους, οι οποίοι έχουν ως εκ τούτου και την ευθύνη για το ορισμένο και το νόμω βάσιμο του δικογράφου τους και αμείβονται για τον λόγο αυτό από τους εντολείς τους. Πώς είναι δυνατόν να μετακυλίεται η ευθύνη σύνταξης σωστού δικονομικά δικογράφου σε άλλον και εν προκειμένω στον δικαστή δεν το κατανοώ. Ουσιαστικά δηλαδή με την προτεινόμενη ρύθμιση τίθεται ο δικαστής στην υπηρεσία των δικηγόρων ώστε να μην απορρίπτονται τα δικόγραφά τους ως αόριστα. Όμως, για την σύνταξη των δικογράφων είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι οι συντάκτες τους, οι οποίοι εν προκειμένω δεν είναι άμισθοι, οι οποίοι οφείλουν και δύνανται να επιδεικνύουν την δέουσα επιμέλεια και μελέτη της υπόθεσής τους, αφιερώνοντας με την σειρά τους χρόνο ώστε να αναζητούν τη νομοθεσία και νομολογιακά δεδομένα, που θα τους παράσχουν τις πληροφορίες με σκοπό να συντάσσουν κατά ορισμένο τρόπο τα δικόγραφά τους εκτελώντας την εντολή του πελάτη τους. Το να κάνει και την εργασία αυτή ο δικαστής είναι ανεπίτρεπτο για τους λόγους που εκτέθηκαν, πέραν του κρίσιμου γεγονότος ότι για να το πράξει πρέπει πάλι ο δικαστής να εξεύρει και άλλον χρόνο, από τον ανύπαρκτο, δεδομένης της αέναα υπερφόρτωσής του και να τον αφιερώσει σε στάδιο ΠΡΙΝ την εκδίκαση της υπόθεσης εξυπηρετώντας αλλότρια συμφέροντα. Η εμπλοκή του δικαστή σε δικόγραφο υπογεγραμμένο από δικηγόρο δεν είναι επιτρεπτή και θα δημιουργήσει επιπλέον επιβάρυνση στο δικαστικό έργο του, καθόσον το ορισμένο ή μη της αγωγής απαιτεί δαπάνη χρόνου και κόπο ο οποίος επιβάλλεται να γίνεται από τον συντάκτη αυτού. Τέλος, ο δικαστής θα πρέπει να θυμόμαστε ότι παλεύει μόνος του εντελώς, χωρίς επίκουρους – βοηθούς, χωρίς γραμματειακή υποστήριξη, ήτοι χωρίς άλλο πέρα από τον εαυτό του ανθρώπινο δυναμικό (συνεπώς καμία σύγκριση δεν μπορεί να γίνει με άλλα δικαιϊκά συστήματα άλλων χωρών διότι πρόκειται περί όλως ανόμοιων καταστάσεων).