Άρθρο 05:. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ

Η συστηματική, αντικειμενική και υψηλής ποιότητας αξιολόγηση αποτελεί αναγκαίο παράγοντα για την αναγνώριση και την προώθηση της αριστείας σε όλα τα επίπεδα του ερευνητικού ιστού της χώρας. Κάθε ερευνητικό κέντρο είναι υπεύθυνο για τη διασφάλιση και συνεχή βελτίωση της ποιότητας του ερευνητικού έργου του, καθώς και για την αποτελεσματική λειτουργία και απόδοση των υπηρεσιών του, σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές.
Αρμόδια για την αξιολόγηση των Ερευνητικών Κέντρων και των Ινστιτούτων τους καθώς και των Κέντρων Έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών είναι η Γ.Γ.Ε.Τ., η οποία συνεργάζεται για το σκοπό αυτό με το ΕΣΕΤΕΚ και την Α.Δ.Ι.Π.. H Γ.Γ.Ε.Τ. συλλέγει ηλεκτρονικά τα απαραίτητα στοιχεία σε ετήσια βάση καθώς και τις τελικές Εκθέσεις αξιολόγησης.
Θα υπάρχει ηλεκτρονική διασύνδεση των Βάσεων των Αξιολογικών Δεδομένων της ΓΓΕΤ και της ΑΔΙΠ για την ενοποιημένη ανάλυση της αξιολόγησης του ενιαίου ερευνητικού χώρου.
Τα Ερευνητικά Κέντρα και τα Ινστιτούτα τους, αξιολογούνται με βάση δείκτες ποιότητας και αποτελεσματικότητας, σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική, ανά τετραετία.
Η Αξιολόγηση κάθε Ινστιτούτου πραγματοποιείται από τριμελή επιτροπή εξωτερικών αξιολογητών. Η Εξωτερική Αξιολόγηση του Ερευνητικού Κέντρου, η οποία έπεται αυτής των Ινστιτούτων, πραγματοποιείται από πενταμελή Επιτροπή και λαμβάνει υπόψη τις Εξωτερικές Αξιολογήσεις των Ινστιτούτων που το απαρτίζουν. Σε περίπτωση που παρέλθουν περισσότερα από πέντε έτη χωρίς να πραγματοποιηθεί η ανωτέρω αξιολόγηση με ευθύνη του Ερευνητικού Κέντρου, αναστέλλεται κάθε μορφής δημόσια χρηματοδότησή του, μέχρι να υποβληθεί η έκθεση αξιολόγησης.
Τα Ερευνητικά Κέντρα και τα Ινστιτούτα τους υπόκεινται υποχρεωτικά σε εσωτερική αυτό-αξιολόγηση κάθε δύο έτη. Αντικείμενο της εσωτερικής αξιολόγησης είναι μεταξύ άλλων και η αξιολόγηση των Ερευνητών Α και Β, εφόσον οι τελευταίοι δεν υποβάλλουν αίτηση για εξέλιξη στη βαθμίδα Α. Τα κριτήρια και η διαδικασία εφαρμογής της αξιολόγησης ενσωματώνονται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Ερευνητικού Κέντρου.

  • 7 Φεβρουαρίου 2012, 23:59 | Ελισσάβετ ΄Αλλισον

    Σχόλιο επί του σχεδίου νόμου με ημερομηνία ανάρτησης 27 Ιανουαρίου 2012

    ΄Αρθρο 15: Αξιολόγηση Ερευνητικών Κέντρων

    Παρ. 4: Δεν είναι σαφείς οι ρόλοι της ΓΓΕΤ, του ΕΣΕΤΕΚ και της ΑΔΙΠ.
    • Ποιός και πώς τελικά εμπλέκεται στη διαδικασία της αξιολόγησης;
    • Γιατί αναφέρεται το ΕΣΕΤΕΚ αφού, στο σχετικό άρθρο 8 παρ. 7 περί αρμοδιοτήτων του ΕΣΕΤΕΚ, δεν αναφέρεται κάτι σχετικό περί αξιολόγησης των Ερευνητικών Κέντρων; …
    • Και η ΑΔΙΠ είναι Οργανο από άλλο νόμο (ν. 4009/2011).

    Πρόταση: το άρθρο 15 πρέπει να γίνει πιο σαφές και πιο αναλυτικό επί των ανωτέρω

  • Ε. ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ (Αξιολόγηση ΕΚ)
    Και το θέμα αυτό φαίνεται να εξαρτάται από τον εσωτερικό κανονισμό των ΕΚ. Η αξιολόγηση αφορά αποκλειστικά και μόνο τα ΕΚ που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ με την προσθήκη της Ακαδημίας Αθηνών. Δεν αναφέρονται καθόλου τα άλλα ΕΚ. Συμπληρωματικά παρατηρείται το παράδοξο η ΓΓΕΤ να εποπτεύει και να αξιολογεί.
    Δεν είμαστε αντίθετοι στις αξιολογήσεις και θεωρούμε ότι πρέπει να γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ωστόσο, δεν καθορίζονται σαφή και ξεκάθαρα κριτήρια αξιολόγησης, γεγονός που καταργεί κάθε στοιχειώδη διαφάνεια και αντικειμενικότητα.
    Το νόημα μιας ουσιαστικής αξιολόγησης έγκειται στη συμβολή της στον εντοπισμό “ασθενειών” και στη “θεραπεία” τους, οδηγώντας τα ΕΚ σε αναπτυξιακές ατραπούς μέσα από τη μεταβολή, διόρθωση ή και τον επανακαθορισμό του αναπτυξιακού τους πλάνου. Ως τέτοια, η ουσιαστική αξιολόγηση απαιτεί σταθερούς κανόνες, σαφή κριτήρια, υψηλού επιπέδου κριτές, σαφείς διαδικασίες, σε τακτά διαστήματα σε συμφωνία με το πέρας του επιχειρησιακού τους σχεδίου. Αντίθετα στο κείμενο που τέθηκε στη δημόσια διαβούλευση από το Υπουργείο Παιδείας τίποτε από αυτά δεν καθορίζεται, ούτε καν αναφέρεται, ενώ για όλα θα υπάρχει απάντηση στον εκάστοτε εσωτερικό κανονισμό, οδηγώντας σε πραγματική υποβάθμιση του ρόλου της αξιολόγησης.

  • ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ – http://www.eee-researchers.gr

    Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ

    Η συστηματική αξιολόγηση είναι από τα βασικά στοιχεία για την εύρυθμη και παραγωγική λειτουργία ενός φορέα. Όταν δε πρόκειται για δημόσιο φορέα, όπως είναι τα Ερευνητικά Κέντρα (ΕΚ), αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για τη λογοδοσία στην κοινωνία. Επιπλέον, η συστηματική, αντικειμενική και υψηλής ποιότητας αξιολόγηση όλων των ερευνητικών φορέων της χώρας, αποτελεί αναγκαίο παράγοντα για την αναγνώριση και την προώθηση της Αριστείας.

    Φαίνεται ότι η πολιτική ηγεσία υπερθεματίζει εδώ για λόγους πολιτικού εντυπωσιασμού μια διαδικασία που δεν είναι ευρέως εδραιωμένη στην ελληνική κοινωνία (και εμφανίζεται σήμερα ως λάβαρο-φετίχ), ενσταλάζοντας έμμεσα και εντέχνως την ιδέα ότι «τα Ερευνητικά Κέντρα δεν αξιολογούνται», και ότι «από εδώ και πέρα θα σταματήσει αυτή η κατάσταση» (με πρωτοβουλία της πολιτικής ηγεσίας).
    Υπενθυμίζουμε, όμως, ότι υψηλής ποιότητας αξιολόγηση με εξωτερικούς κριτές διεξάγεται στα Ερευνητικά Κέντρα που εποπτεύονται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) εδώ και είκοσι χρόνια ανά πενταετία και θεσμικά έχει καταχωρηθεί ως άρθρο 23Α στο ν. 2919/2001. Η μόνη πενταετία στην οποία δεν υπήρξε αξιολόγηση είναι η τελευταία, παρόλο που τα ΕΚ έστειλαν τουλάχιστον τρεις φορές τα σχετικά στοιχεία στο ΥΠΔΒΜΘ. Κοντολογίς, το Υπουργείο δεν κατάφερε να οργανώσει την εξωτερική αξιολόγηση του 2009, γεγονός που δημιουργεί επιφυλάξεις ως προς την αξιοπιστία του και, επιπλέον, αποδυναμώνει τη σοβαρότητα του εγχειρήματος της Α’ Φάσης αναδιάρθρωσης του ερευνητικού ιστού.

    Το ζητούμενο σήμερα είναι η ενσωμάτωση της διαδικασίας αξιολόγησης και στους ερευνητικούς φορείς εκτός των ΕΚ της ΓΓΕΤ, οι οποίοι ανήκουν σε διάφορα υπουργεία, συμπεριλαμβανομένου και του ΥΠΔΒΜΘ. Σε αυτό το ζήτημα η πολιτική ηγεσία αποφεύγει να πάρει σαφή, θετική θέση, ενώ παράλληλα ‘φορτώνει’ με αξιολογήσεις αυτούς που ήδη αξιολογούνται, δηλαδή τα ΕΚ που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ.
    Ερωτηματικό επίσης παραμένει το πώς σχεδιάζει η πολιτεία να προχωρήσει στη Β’ Φάση αναδιάρθρωσης του ερευνητικού ιστού της χώρας, δίχως να προηγηθεί αξιολόγηση των (λοιπών -εκτός ΥΠΔΒΜΘ) υπό αναδιάρθρωση ερευνητικών φορέων.

    Στο κείμενο της διαβούλευσης προτείνονται πολλαπλές αξιολογήσεις (εσωτερικές, εξωτερικές, ανά Κέντρο, ανά Ινστιτούτο, ανά ερευνητή, κλπ.). Αυτό και μόνο δημιουργεί ερωτηματικά για το κατά πόσον οι συντάκτες του κειμένου έχουν κάποια εικόνα, έστω και αμυδρή, τόσο για τη λειτουργία των ΕΚ όσο και για την εργασία της αξιολόγησης. Η αξιολόγηση είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για την ερευνητική κοινότητα και οφείλει να γίνεται με την αρμόζουσα σοβαρότητα. Η υπερπληθώρα των διαδικασιών αξιολόγησης υποβαθμίζει τον θεσμό και δημιουργεί δυσλειτουργία στα ΕΚ.

    Επίσης, ένα από τα ζητούμενα είναι η επεξεργασία των στοιχείων της αξιολόγησης, ώστε να απηχούν με ακριβέστερο τρόπο την ερευνητική παραγωγή. Για παράδειγμα, θα πρέπει να δημιουργηθούν Βάσεις Δεδομένων, ώστε να προσμετρώνται τόσο η επιστημονική παραγωγή που γράφεται στην ελληνική γλώσσα, όσο και η επιστημονική παραγωγή των ανθρωπιστικών επιστημών. Αυτά τα αυτονόητα και πολυσυζητημένα θέματα δεν φαίνεται να απασχολούν τους συντάκτες του κειμένου, οι οποίοι αρκούνται να επαναλαμβάνουν «δάνειες» διατυπώσεις, χωρίς να έχουν κάνει κάποια ουσιαστική δουλειά για τα θέματα που εκ των πραγμάτων τίθενται.

    ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ / ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ:

    1. Δεδομένου ότι θα πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός της αρχής αξιολόγησης από την αρχή χρηματοδότησης, η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) προτείνει ως αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση των Ερευνητικών Κέντρων (ΕΚ) και Ινστιτούτων την «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» (ΑΔΙΠ, ν. 4009/2011).
    Επιπλέον, η ΑΔΙΠ θα πρέπει να μετονομαστεί σε «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την Έρευνα» (ΑΔΙΠΑΕ – όπως έχει ήδη προταθεί κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης του νόμου για τα ΑΕΙ 4009/2011, βλ. http://eee-researchers.gr/Anakoinoseis-EEE/EEE-EX_397-21-7-11_Protaseis-sto-prosxedio-nomou-anotati-ekp.pdf), με στόχο να αποτελέσει σταδιακά τον ανεξάρτητο, ενιαίο φορέα αξιολόγησης όλων των ερευνητικών φορέων της χώρας (για τη συγκριτική-συνολική μελέτη των στοιχείων της ερευνητικής δραστηριότητας σε ΑΕΙ και ΕΚ/Ι, στο πλαίσιο του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης-έρευνας), ενώ το Συμβούλιο της Αρχής θα πρέπει να διευρυνθεί με τη συμμετοχή περισσότερων ερευνητών (με τροπολογία στο ν. 40009/2011, άρθρο 67, παρ. 2, εδάφιο στ).

    2. Για τις εξωτερικές αξιολογήσεις των ερευνητικών φορέων, η επιτροπή κριτών θα πρέπει να αποτελείται αποκλειστικά από επιστήμονες της αλλοδαπής, διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους, ειδικούς σε ένα τουλάχιστον από τα αντικείμενα του υπό αξιολόγηση Ινστιτούτου/ΕΚ, οι οποίοι θα επιλέγονται από το ΕΣΕΤΕΚ.
    Η αξιολόγηση των ΕΚ και των Ινστιτούτων τους από διεθνούς κύρους επιστήμονες της αλλοδαπής εφαρμόζεται στα ΕΚ/Ι που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ από το 1995, διασφαλίζοντας όχι μόνο την αμεροληψία της αξιολόγησης στο μέγιστο δυνατό βαθμό, αλλά και τη βέλτιστη συσχέτισή της με τις σύγχρονες διεθνείς τάσεις της επιστήμης και, ως εκ τούτου θα πρέπει να συνεχιστεί, θεσμοθετούμενη και στον υπό συζήτηση νόμο.

    3. Τα κριτήρια και η διαδικασία εφαρμογής των αξιολογήσεων θα πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους δημόσιους ερευνητικούς φορείς της χώρας. Ειδική μέριμνα πρέπει να υπάρξει όσον αφορά στα κριτήρια με τα οποία αξιολογούνται οι ανθρωπιστικές και οι κοινωνικές επιστήμες, τα οποία δεν μπορεί να είναι ταυτόσημα με αυτά των θετικών επιστημών.

    4. Θα πρέπει να αποφευχθεί η αναίτια υπερβολική γραφειοκρατία που προκύπτει από την κατ’ έτος συλλογή στοιχείων (σχετικών με την αξιολόγηση) από τη ΓΓΕΤ, καθώς και από την ταυτόχρονη διεξαγωγή εσωτερικών και εξωτερικών αξιολογήσεων και την ξεχωριστή εξωτερική αξιολόγηση (σε άλλο χρόνο και από διαφορετικές επιτροπές) Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων.

    5. Στον παρόντα νόμο θα πρέπει επίσης να προβλεφθεί ρύθμιση για τη διαδικασία αξιολόγησης των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ).

    ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ / ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ:

    1. Οι εξωτερικές αξιολογήσεις θα πρέπει να συμπίπτουν με την ολοκλήρωση της υλοποίησης των προγραμματικών συμφωνιών των ΕΚ (ώστε να αξιολογείται η εφαρμογή της προηγηθείσας προγραμματικής συμφωνίας και να ενσωματώνονται οι προτεινόμενες από τους αξιολογητές δράσεις στην επόμενη).

    2. Ο αριθμός των αξιολογητών των Ινστιτούτων θα πρέπει να είναι ανάλογος των ερευνητικών τους αντικειμένων (δηλαδή ενδεχομένως και μεγαλύτερος του τρία).

    3. Ομοειδούς αντικειμένου Ινστιτούτα αξιολογούνται από την ίδια επιτροπή κριτών, ώστε να είναι δυνατή η συγκριτική τους αξιολόγηση.

    4. Η κάθε επιτροπή εξωτερικής αξιολόγησης Ινστιτούτων αξιολογεί ταυτόχρονα και το αντίστοιχο Ερευνητικό Κέντρο, λαμβάνοντας υπόψη και τη γενικότερη ερευνητική πολιτική της χώρας στο συγκεκριμένο επιστημονικό τομέα.
    Η ξεχωριστή αξιολόγηση Ινστιτούτων και Κέντρων (σε διαφορετικό χρόνο και με διαφορετικές επιτροπές) δεν έχει νόημα, καθώς το κάθε Κέντρο κατά γενικό κανόνα αποτελείται από Ινστιτούτα και (κεντρικές) διοικητικές-οικονομικές υπηρεσίες. Έτσι, η καθαυτή επιστημονική αξιολόγηση αφορά τα Ινστιτούτα, ενώ η αξιολόγηση του Κέντρου αφορά κυρίως στο κατά πόσον οι κεντρικές υπηρεσίες εξασφαλίζουν τη δέουσα υποστήριξη στο ερευνητικό έργο των Ινστιτούτων.

    5. Τα Ερευνητικά Κέντρα και τα Ινστιτούτα τους υπόκεινται σε εσωτερική (αυτο-)αξιολόγηση στο ενδιάμεσο δύο εξωτερικών – διεθνών αξιολογήσεων, δηλαδή περίπου κάθε τέσσερα έτη.
    Αυτό διότι, εφόσον η αυτο-αξιολόγηση γίνεται κάθε δύο έτη και η εξωτερική αξιολόγηση κάθε τέσσερα (όπως προτείνεται στην παρούσα διαβούλευση), κάθε δεύτερη αυτο-αξιολόγηση θα συμπίπτει με την εξωτερική αξιολόγηση, κάτι που δεν έχει κανένα νόημα (να γίνεται δηλαδή κάθε τέσσερα χρόνια ταυτόχρονα και εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση).

    6. Στο παρόν κείμενο διαβούλευσης αναγράφεται ότι «Αντικείμενο της εσωτερικής αξιολόγησης είναι μεταξύ άλλων και η αξιολόγηση των Ερευνητών Α και Β, εφόσον οι τελευταίοι δεν υποβάλλουν αίτηση για εξέλιξη στη βαθμίδα Α». Ως προς αυτό επισημαίνουμε ασυμμετρία σε σχέση με την αξιολόγηση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας και των αναπληρωτών καθηγητών που δεν έχουν υποβάλλει αίτηση για εξέλιξη, όπως αυτή θεσμοθετείται στο ν. 4009/2011 (κάθε πέντε έτη, από τριμελείς επιτροπές που επιλέγονται από τα μητρώα του άρθρου 19, κλπ.).

    ———————————————
    ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:
    Τα ανωτέρω σχόλια αναφέρονται κυρίως στο «σχέδιο νόμου 1» που τίθεται εδώ σε διαβούλευση υπό τη μορφή οκτώ (08) Άρθρων/Κεφαλαίων.
    Το «σχέδιο νόμου 2» που δόθηκε στη διαβούλευση (μία ημέρα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για διαβούλευση του «σχεδίου νόμου 1», στις 30 Ιανουαρίου) με περιθώριο για δημόσια συζήτηση μίας περίπου εβδομάδας (!) είναι ατελές και περιέχει αντιφατικές ρυθμίσεις.
    Η ερευνητική κοινότητα ζητά από το Υπουργείο να δημοσιοποιήσει το επεξεργασμένο, τελικό προσχέδιο νόμου με όλες τις διατάξεις (και τις ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ) και να μεριμνήσει ώστε να υπάρξει ο απαραίτητος και ικανός χρόνος για ουσιαστικό διάλογο, επί του συνόλου των ρυθμίσεων που αυτό θα περιλαμβάνει.
    Το Υπουργείο οφείλει επίσης να συντάξει την «έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης», η οποία θα συνοδεύσει το σχέδιο νόμου στη διαδικασία συζήτησης και ψήφισής του από τη Βουλή των Ελλήνων (νέος κανονισμός της Βουλής, άρθρο 85, παρ. 3), από ΜΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΥΝΟΛΙΚΑ και όχι σε τρεις ‘δόσεις’, καθώς τουλάχιστον οι μεταβατικές διατάξεις θα πρέπει (σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στις «Μεταβατικές διατάξεις», άρθρο 08 του παρόντος) να υποβληθούν επίσης σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης.

    Σημείωση: Το σύνολο των κειμένων που η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών κατέθεσε στην παρούσα διαβούλευση βρίσκεται αναρτημένο στο http://eee-researchers.gr/Anakoinoseis-EEE/EEE_Keimena-Diavouleusis-Sxediou-Nomou-Ereunas.pdf.

  • 7 Φεβρουαρίου 2012, 17:20 | ΜΚ

    Η αξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται από την ΑΔΙΠ όπως και για τα ΑΕΙ και όχι από τη ΓΓΕΤ. Με βάσει τα διεθνή κριτήρια δεν είναι δυνατό η ΓΓΕΤ να εξιολογεί και να χρηματοδοτεί ταυτόγχρονα.
    Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ενώ τα ΕΚ αξιολογούνται από το 1995, η ΓΓΕΤ δεν έχει αξιολογηθεί μέχρι σήμερα για τις δραστηριότητές της

  • 7 Φεβρουαρίου 2012, 10:05 | ΕΝΙΑΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΣΤΗ ΓΓΕΤ

    Ο Σύλλογός μας διαμαρτύρεται για την ανάρτηση Σχεδίου Νόμου κατ’ άρθρο στις 29 Ιανουαρίου 2012 ενώ η διαβούλευση έληγε στις 30 Ιανουαρίου επί συνοπτικών Άρθρων, του ίδιου Σχεδίου Νόμου. Παρά την πρόθεση μας για συμμετοχή στη Διαβούλευση αυτή, θεωρούμε ότι η παράταση δεν ήταν αρκετή ώστε να εκφράσουμε εμπεριστατωμένα σχόλια μας επί του νέου κειμένου. Επομένως, με τη συμμετοχή μας, περιοριζόμαστε στο σχολιασμό των αρχικών Άρθρων με την ελπίδα ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο κειμένων, γεγονός που θα εξέθετε ακόμα περισσότερο τη διαδικασία της διαβούλευσης.

    Αξιολόγηση Ερευνητικών Κέντρων

    Η αξιολόγηση των Ε.Κ. αποτελεί βασική λειτουργία της ΓΓΕΤ και σωστά με το Σχέδιο Νόμου διατηρεί την αρμοδιότητα.

    Εμφανίζεται η Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση χωρίς αναφορά στο Άρθρο 1. Το κείμενο προσπαθεί να συνδέσει την αξιολόγηση στα Πανεπιστήμια (ΑΔΙΠ) με εκείνην των Ε.Κ. (ΓΓΕΤ). Σίγουρα είναι θετικό βήμα, η ηλεκτρονική διασύνδεση των Βάσεων Δεδομένων ΑΔΙΠ και ΓΓΕΤ.

    Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ενοποιηθεί το σύστημα αξιολόγησης ΑΕΙ και Ε.Κ. και ίσως πρέπει να υπάρχει αντίστοιχη αναφορά στο κείμενο.

    Δε συμφωνούμε με την σαφή αναφορά στο κείμενο του Νόμου για αναστολή της δημόσιας χρηματοδότησης αν δε γίνει αξιολόγηση σε μια πενταετία, με ευθύνη του Ε.Κ.. Θεωρούμε λάθος την πρόβλεψη του Νομοθέτη για επιβολή ποινών στην περίπτωση μη συμμόρφωσης με το Νόμο.

  • 4 Φεβρουαρίου 2012, 19:52 | DN

    Αλήθεια διερωτώμαι τι καινούργιο φέρνει το Νομοσχέδιο!
    Σε αναφορά με την αξιολόγηση τα ΕΚ – υπάρχει στον ισχύον νομοθετικό πλαίσιο-έχουν στηρίξει τις αξιολογήσεις (1995, 2000, 2005) , περιμένανε την πολιτεία να τις αξιοποιήσει αλλά δεν έγινε σχεδόν τίποτα. Ερχεται τώρα η Πολιτεία και χωρίς αξιολόγηση, που θα έπρεπε να έχει γίνει το 2010 (παράβαση νόμου?) και ξαναπροτείνει ότι ΘΑ γίνεται αξιολόγηση. Αλήθεια γιατί δεν προχωράει πρώτα στην αξιολόγηση και μετά στη οποιαδήποτε αναδιάρθρωση του Ερευνητικού ιστού?

    Δρ. Δ. Νάρχος
    Διευθυντής Ερευνών
    π. Δ/ντής και Πρόεδροσ του ΔΣ ΕΚΕΦΕ «Δ»

  • 31 Ιανουαρίου 2012, 12:29 | ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ «FOOD FOR LIFE»

    Προτείνεται η συμμετοχή εμπειρογνομόνων του Ιδιωτικού τομέα στις Επιτροπές Αξιολόγησης. Επίσης η αξιολόγηση να γίνεται ανα τριετία και όχι τετραετία.

  • ΙΔΡΥΜΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑΣ (ΙΤΕ)

    Ε. Αξιολόγηση Ερευνητικών Κέντρων

    Η αξιολόγηση των Ερευνητικών Κέντρων προβλέπεται ασφαλώς και από το ισχύον νομικό πλαίσιο και έχει γίνει επανειλημμένως στο παρελθόν , κατά τη γνώμη μας επιτυχώς σε γενικές γραμμές, από την ΓΓΕΤ. (Η τελευταία αξιολόγηση έγινε το 2005.) Η αναγκαιότητά της είναι προφανής, και δεν θα έπρεπε π.χ. η Πολιτεία να προχωρήσει τώρα σε ενέργειες συγχώνευσης ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων χωρίς να έχει προηγηθεί η συστηματική και αξιόπιστη αξιολόγησή τους από επιτροπές επαϊόντων κριτών.

    Όσο αφορά το συγκεκριμένο κεφάλαιο του σχεδίου, η κύρια παρατήρησή μας είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να προηγείται της προγραμματικής συμφωνίας που η Πολιτεία θα συνάπτει με το ΕΚ (Κεφ. Ζ.) Η προγραμματική συμφωνία πρέπει να παίρνει υπ’ όψιν της τα συμπεράσματα της αξιολόγησης και να αποτελεί , μεταξύ των άλλων, εργαλείο υλοποίησής της.

    Για το ΔΣ του ΙΤΕ

    Κώστας Φωτάκης, Πρόεδρος

  • 27 Ιανουαρίου 2012, 14:32 | Σύλλογος Ερευνητικού Προσωπικού Ακαδημίας Αθηνών (ΣΕΠΑΑ)

    Ο ΣΕΠΑΑ ήταν και είναι απόλυτα σύμφωνος με την αναγκαιότητα τακτικής και αντικειμενικής αξιολόγησης των ΕΚ και ινστιτούτων. Δυστυχώς, εφόσον (όπως έχει πολλάκις παρατηρηθεί) το υπό διαβούλευση κείμενο δεν αποτελεί σχέδιο νόμου αλλά διατύπωση γενικών αρχών, δεν αναφέρονται συγκεκριμένα κριτήρια ούτε για την αξιολόγηση ούτε για την επιλογή των αξιολογητών. Επί της αρχής λοιπόν ο ΣΕΠΑΑ παρατηρεί τα εξής:
    α) Θα πρέπει η διαδικασία αξιολόγησης να είναι διαφανής και σύμφωνα με τις καθιερωμένες διαδικασίες που εφαρμόζονται από ετών για την αξιολόγηση αντίστοιχων θεματικά ευρωπαϊκών ινστιτούτων. Σημειώνουμε ότι είναι απαραίτητο η αρχή χρηματοδότησης να διαφοροποιείται από την αρχή αξιολόγησης και με αυτό το σκεπτικό συντασσόμαστε με την άποψη της ΕΕΕ ότι ως αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση των Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων είναι η Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ) η οποία θα πρέπει να μετονομασθεί σε «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την Έρευνα». Επιπλέον θα πρέπει να εξασφαλίζεται η συμμετοχή τουλάχιστον ενός ερευνητή υψηλής βαθμίδας μεταξύ των κριτών.
    β) θα πρέπει να ληφθεί ειδική μέριμνα ώστε τα κριτήρια να είναι τροποποιημένα ανά κλάδο επιστημών, και να μην ζητείται από τα Κέντρα που ασκούν βασική έρευνα να ανταποκρίνονται ισότιμα σε κριτήρια που αφορούν μόνο την εφηρμοσμένη έρευνα (π.χ. ευρεσιτεχνίες, εμπορική αξιοποίηση). Το προτεινόμενο σύστημα αξιολόγησης στο υπό διαβούλευση κείμενο είναι ανεπαρκές για την αποτίμηση της ερευνητικής δραστηριότητας ιδίως στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες για δύο λόγους. Πρώτον, η ανυπαρξία μιας βάσης δεδομένων για τις αναφορές (citations) και ετεροαναφορές, η οποία να καλύπτει δημοσιεύματα σε ελληνικά περιοδικά είτε δημοσιεύματα γραμμένα στα ελληνικά, καθώς το υπάρχον σύστημα εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στις εκδόσεις του αγγλόφωνου χώρου. Συνεπώς, είναι πολύ δύσκολο να υπολογιστεί οποιοσδήποτε αντίκτυπος των ερευνητικών αποτελεσμάτων (impact factor). Σε σχέση με προηγούμενες απόπειρες ρύθμισης δεν πρέπει να συνδέεται ρητά η αξιολόγηση των ερευνητών με την συνεχή προσπάθεια προσέλκυσης κεφαλαίων, γιατί αυτό οδηγεί στην απόσπαση από το ερευνητικό έργο. Πιστεύουμε ότι η αξιολόγηση ερευνητών και κατ’ επέκτασιν Ινστιτούτων και Κέντρων θα πρέπει να επικεντρώνεται στα εξής κριτήρια:
    Συγγραφικό έργο
    • Δημοσιευμένα βιβλία ξενόγλωσσα ή ελληνικά (μονογραφίες, μελέτες, επιμέλειες επιστημονικών συλλογικών τόμων και Πρακτικών Συνεδρίων, εκδόσεις πηγών, ερευνητικά εργαλεία (βιβλιογραφίες κλπ), δημοσιεύσεις ερευνών πεδίου (αρχαιολογικών, λαογραφικών), εμπειρικές κοινωνικές έρευνες σε συνδυασμό με την υποδοχή που έχουν τύχει από την ακαδημαϊκή κοινότητα.
    • Άρθρα σε διεθνείς ή ελληνικούς συλλογικούς θεματικούς τόμους, τιμητικούς τόμους ή πρακτικά συνεδρίων
    • Άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά διεθνή ή ελληνικά
    • Άρθρα σε διαδικτυακούς τόπους, σελίδες και άλλα ηλεκτρονικά μέσα
    • Οργάνωση, ανάπτυξη και διατήρηση επιστημονικών ιστοσελίδων, ιστοτόπων και ιστολογίων.
    Επιστημονική παρουσία
    • Επίβλεψη υποψηφίων διδακτόρων και μεταδιδακτόρων
    • Διδασκαλία σε ΑΕΙ (προπτυχιακό, μεταπτυχιακό επίπεδο)
    Παρουσιάσεις σε επιστημονικά συνέδρια, ημερίδες, συναντήσεις εργασίας, κλπ
    • Συμμετοχή στην οργάνωση επιστημονικών συνεδρίων, ημερίδων κλπ.
    • Οργάνωση και διεύθυνση ερευνητικών προγραμμάτων σε συνεργασία με άλλους ερευνητικούς φορείς (πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, ινστιτούτα).
    Συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα
    Θα πρέπει να εξασφαλισθεί η εγγραφή των Ερευνητών της Ακαδημίας Αθηνών στο Εθνικό Μητρώο Αξιολογητών.

  • 20 Ιανουαρίου 2012, 13:43 | Α. Μαχιάς Διευθυντής Ερευνών ΕΛΚΕΘΕ

    1. Θα πρέπει να διατηρηθεί η αξιολόγηση να γίνεται από διεθνή επιτροπή κριτών, όπως και οι μέχρι σήμερα αξιολογήσεις και να αναφέρεται στον νόμο.
    2. Η αξιολόγηση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει και την ΓΓΕΤ
    3. Η αυτό-αξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται κάθε 4 χρόνια στο ενδιάμεσο τωn 2 Διεθνών αξιολογήσεων
    4. Τα κριτήρια αυτο-αξιολόγησης δεν πρέπει να αφήνονται στα Κέντρα αλλά να καθορίζονται από το ΕΣΕΤΕΚ/ΤΕΣ, που με βάση τα αποτελέσματα της, θα πρέπει να δίνει κατευθύνσεις στα Ινστιτούτα, για περαιτέρω βελτίωσή τους.

  • 18 Ιανουαρίου 2012, 10:55 | M. Γ. Δουφεξοπούλου

    Επιδιώκω σύντομο γενικό σχολιασμό του Σχεδίου Νόμο. Διαβάζοντας στα γρήγορα τα επί μέρους άρθρα του με τα οποία επιδιώκεται η πραγματοποίηση ενός στρατηγικού πλαισίου εξέλιξης της οργανωμένης έρευνας, διαπίστωσα τα εξής:

    0) Λείπει ένα αρχικό γενικό άρθρο – πλαίσιο στο οποίο να διατυπώνεται με σαφήνεια ο σκοπός και ο στόχος του Νομοθέτη ( δηλαδή ποια είναι η «κεντρική ιδέα της επιδίωξης» )

    1) Πρόκειται για πολύπλοκη και πολύ έντονη τη θέσπιση θεσμικών οργάνων. Η έως τώρα εμπειρία στη χώρα μας έχει δείξει τα πολύπλοκα θεσμικά πλαίσια

    α) δυσκολεύουν τις διαδικασίες πρακτικά
    β) στελεχώνονται με πολιτικά κριτήρια
    γ) επιδρούν ανασταλτικά στην διεξαγωγή έρευνας με διάφορους τρόπους ( απουσία κεντρικών στρατηγικών, κατάτμηση χρημοτοδοτήσεων, έλλιπής ή αθενής σύνδεση έρευνας με παραγωγή και αξιοποίηση αποτελεσμάτων κ. α )
    δ) είναι κατά βάση αναξιοκρατικά

    2)Η έρευνα δεν μπορεί να χειραγωγείται και να δεσμεύεται νομότυπα και ανασταλτικά από λεπτομερείς θεσμικούς κανόνες ( υπάρχει προσωπική εμπειρία )

    3) Λείπει ένα άρθρο στο οποίο να προβλέπεται ένας τρόπος διάχυσης των αποτελεσμάτων έρευνας προς πιθανούς «επενδυτές» ή «χρήστες» οι οποίοι θα ήθελαν να αξιοποιήσουν στοιχεία ( π.χ ένα διεθνές συνέδριο ή ένας ιστό-τοπος ) που θα έχει ρόλο forum «αγοράς εργασίας» και «καινοτομιών»

    ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

    Ι. Η αρχική προσθήκη ενός Γενικού Άρθρου στο οποίο να διατυπώνεται ο κύριος σκοπός του Νομοθετη και ενδεχόμενοι δευτερεύοντες στόχοι ( π. χ απόδοση χρηματοδοτήσεων σε σχέση με το αποτέλεσμα, ανάπτυξη συνεργασιών, ενίσχυση συνεργασίας Ερευνητικών Φορέων και Παραγωγής )

    ΙΙ. Η προσθήκη της υποχρέωσης όλων των «παραγωγικών» φορέων ( δημοσίου και ιδιωτικού χαρακτήρα ή επιχειρήσεων ) όταν ζητούν δανειακή χρηματοδότηση να περιλαμβάνουν σχεδιασμό ότι ένα 10% του ποσού θα διατίθεται στη χρηματοδότηση έρευνας.

    ΙΙΙ. Η υποχρέωση των ελεγκτικών μηχανισμών ερευνητικών προτάσεων ή αποτελεσμάτων έρευνας στο να αξιολογούν και με βάση δείκτες οικονομικής απόδοσης ( π. χ «κόστος» προϊόντος έρευνας ως προς την «αξία» της αξιοποίησής του ). Αυτό συνεπάγεται ότι κάθε ερευνητική πρόταση ( αν δεν είναι διατεταγμένη από φορέα ) θα πρέπει να περιέχει και μία αρχική εκτίμηση του λόγου κόστος / αξία

    IV. Εξασφάλιση στην ελευθερία της έρευνας από πολιτικούς, οικονομικούς και άλλους πόλους εξουσίας ( σ. σ. το δυσκολότερο )

    Ευχαριστώ για την ευκαιρία του σχολιασμού

    Μ. Γ. Δουφεξοπούλου, Αναπλ. Καθ. ΕΜΠ ( από το 1998 )

  • Ποιός επωμίζεται το κόστος της αξιολόγησης; «Σε περίπτωση που παρέλθουν περισσότερα από πέντε έτη χωρίς να πραγματοποιηθεί η ανωτέρω αξιολόγηση με ευθύνη» της Πολιτείας ποιός αναλαμβάνει την ευθύνη και με ποιές επιπτώσεις;

  • 5 Ιανουαρίου 2012, 20:42 | Λευτέρης

    Η εσωτερική αξιολόγηση του ερευνητικού ινστιτούτου είναι διαδικασία που δεν θα προσφέρει κανένα χρήσιμο αποτέλεσμα. Η εξωτερική αξιολόγηση θα πρέπει να γ΄νεται απο φορείς του εξωτερικού ωστε να διασφαλιστεί η αξιοπιστία της αξιολόγησης. Είναι γνωστό πως οι Ελληνες συνάδερφοι είναι ιδιαίτερα φιλικοί στις αξιολογήσεις. Επίσης απουσιάζει εντελώς αξιολόγηση απο την πλευρά του ιδιωτικού τομέα (επιχειρήσεις) που είναι απαραίτητη καθώς βασικός στόχος είναι τα ερευνητικά αποτελέσματα να αξιολογούνται από την αγορά. Θα πρέπει να διαμορφωθεί συγκεκριμένο πλαίσιο αξιολόγησης που θα συνδέει την αξιολόγηση με την εμπορική αποδοχή των ερευνητικών αποτελεσμάτων με αντικειμενικό τρόπο.

  • 5 Ιανουαρίου 2012, 18:14 | XK

    Φαίνεται ότι οι δείκτες «ποιότητας και αποδοτικότητας» αναφέρονται στο άρθρο 7 (για επιπρόσθετη χρηματοδότηση). Άρα μέρος του προηγούμενου σχολίου μου έχει απαντηθεί (να θεωρήσω ότι με αυτά τα κριτήρια έγινε η πρόσφατη εξωτερική αξιολόγηση;). Μένει να δούμε πως ορίζονται οι κατηγορίες / βαθμοί αξιολόγησης και πως επιβραβεύονται στην πράξη όσα Ινστιτούτα, ΕΚ έχουν πάρει ήδη θετικά σχόλια.

  • 5 Ιανουαρίου 2012, 17:35 | XK

    Αξιολόγηση: Πρέπει κάπου (σε σύνδεσμο, όχι στο άρθρο) να ορίζονται σαφώς ποιοί είναι οι δείκτες «ποιότητας και αποτελεσματικότητας» τουλάχιστον για την επόμενη τετραετία-οκταετία.
    Στο άρθρο, όπως αναφέρονται δυσμενείς παρενέργειες από την έλλειψη αξιολόγησης πρέπει να αναφέρονται σαφώς και τα οφέλη (και άρα τα μελλοντικά κίνητρα) της εξωτερικής αξιολόγησης (πχ θα γίνει μια κατηγοριοποίηση των ΕΚ και Ινστιτούτων, 1*-5* συνδεδεμένη με επιχορήγηση;). Δεν αρκεί μια αόριστη αναφορά στην διεθνή πρακτική.

    [Εφόσον έχει ήδη πραγματοποιηθεί εξωτερική αξιολόγηση για κάποια ΕΚ και Ινστιτούτα δεν υπάρχει λόγος να μην αναφέρονται τα συγκεκριμένα κριτήρια/δείκτες «ποιότητας και αποτελεσματικότητας» (αφού έχουν οριστεί και χρησιμοποιηθεί ήδη απο εξωτερικούς αξιολογητές). Επίσης δεν υπάρχει λόγος να μην αναφέρονται τα οφέλη (αφού το υπουργείο θα έχει πάρει κάποιες αποφάσεις, ελπίζουμε, επιβράβευσης όσων τα πήγαν καλά στην έως τώρα εξωτερική αξιολόγηση)].

    Θα ήταν επίσης ενδιαφέρον να γνωρίζουμε (αλλού – σε σχετικό σύνδεσμο) εάν τα κριτήρια που ήδη χρησιμοποιούνται, λαμβάνουν υπόψη τις έως τώρα επιχορηγήσεις, τακτικούς ΠΥς, αριθμό προσωπικού και τις διαθέσιμες υποδομές (αφού υπάρχουν τρομερές ανισότητες σε αυτόν τον τομέα).
    Ιδιαίτερα στην μεταβατική περίοδο που ακολουθεί (και σε σχέση με τον επανασχεδιασμό του ερευνητικού ιστού) μια τέτοια ‘διόρθωση’ μπορεί να βοηθήσει στο να ξεχωρίσουν τα pockets of excellence που υπάρχουν στην Ελλάδα και να δει το υπουργείο σε ποιές γνωστικές/τεχνολογικές περιοχές πράγματι ‘πάνε καλά’ τα ΕΚ και Ινστιτούτα.