Άρθρο 49
Μισθολογικές προσαυξήσεις δικαστικών λειτουργών – Τροποποίηση άρθρου 4 ν. 2521/1997
Στο άρθρο 4 του ν. 2521/1997 (Α΄ 174), περί διαρρυθμίσεων μισθολογικών προαγωγών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στο πρώτο εδάφιο της περ. α) μετά τις λέξεις «Παρέδρου Πρωτοδικείου,» προστίθενται οι λέξεις «Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη,», αβ) οι περ. β) και στ) αντικαθίστανται, β) στην παρ. 2, μετά τη λέξη «όχι» προστίθενται οι λέξεις «το χρονικό διάστημα φοίτησης στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και πρακτικής άσκησης στα δικαστικά καταστήματα, καθώς και» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 4 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 4
Διαρρυθμίσεις μισθολογικών προαγωγών
1.α) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Πρωτοδίκη, Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοιχους, οι οποίοι συμπληρώνουν επτά (7) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Παρέδρου Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοιχων, και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχονται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, οι αποδοχές του επόμενου βαθμού. Ως αποδοχές νοούνται ο βασικός μισθός, καθώς και τα κάθε είδους επιδόματα και λοιπές παροχές που θα ελάμβανε ο δικαστικός λειτουργός αν είχε προαχθεί στο βαθμό αυτό.
β) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Προέδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχους, οι οποίοι συμπληρώνουν τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό του οικείου κλάδου και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, καθώς και στους ίδιους δικαστικούς λειτουργούς που συμπληρώνουν δώδεκα (12) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Πρωτοδίκη, Παρέδρου Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη και αντίστοιχων παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από τη συμπλήρωση του προς προαγωγή χρόνου, προσαύξηση ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Στους δικαστικούς λειτουργούς του πρώτου εδαφίου, οι οποίοι συμπληρώνουν στον βαθμό τους διπλάσιο χρόνο από τον κατά νόμο απαιτούμενο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και εξακολουθούν να παραμένουν στον ίδιο βαθμό μη προαγόμενοι ελλείψει κενών θέσεων, καθώς και στους ίδιους αυτούς δικαστικούς λειτουργούς που συμπληρώνουν δέκα επτά (17) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Πρωτοδίκη, Παρέδρου Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη και αντιστοίχων παρέχεται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προσαύξηση ίση με τα ενενήντα εκατοστά (90/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού από τη συμπλήρωση του διπλάσιου αυτού χρόνου. Για τη χορήγηση των προσαυξήσεων λόγω μη προαγωγής στον επόμενο βαθμό λαμβάνεται υπόψη μόνο ο προβλεπόμενος από τις οικείες διατάξεις χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό για προαγωγή στον επόμενο. Στους Πρωτοδίκες, Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες των διοικητικών δικαστηρίων, οι οποίοι συμπληρώνουν δώδεκα (12) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Παρέδρου Πρωτοδικείου, Παρέδρου Εισαγγελίας, Παρέδρου Πρωτοδικείου των διοικητικών δικαστηρίων, Ειρηνοδίκη και Δόκιμου Ειρηνοδίκη και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προσαύξηση ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του προέδρου πρωτοδικών και του βασικού μισθού του Εφέτη. Στους Πρωτοδίκες, Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες των διοικητικών δικαστηρίων, οι οποίοι συμπληρώνουν δέκα επτά (17) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Παρέδρου Πρωτοδικείου, Παρέδρου Εισαγγελίας, Παρέδρου Πρωτοδικείου των διοικητικών δικαστηρίων, Ειρηνοδίκη και Δόκιμου Ειρηνοδίκη και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προσαύξηση ίση με τα ενενήντα εκατοστά (90/100) της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του Προέδρου Πρωτοδικών και του βασικού μισθού του Εφέτη.
γ) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Εφέτη και αντίστοιχους, οι οποίοι συμπληρώνουν τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό του οικείου κλάδου και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από τη συμπλήρωση του προς προαγωγή χρόνου, προσαύξηση ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Στους ίδιους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι συμπληρώνουν στο βαθμό τους διπλάσιο χρόνο από τον κατά νόμο απαιτούμενο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και εξακολουθούν να παραμένουν στον ίδιο βαθμό μη προαγόμενοι ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από τη συμπλήρωση του διπλάσιου αυτού χρόνου, προσαύξηση ίση με τα ενενήντα πέντε εκατοστά (95/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Για τη χορήγηση των προσαυξήσεων στους ανωτέρω δικαστικούς λειτουργούς λαμβάνεται υπόψη μόνο ο προβλεπόμενος από τις οικείες διατάξεις χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό για προαγωγή στον επόμενο.
δ) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Συμβούλου Επικρατείας, Προέδρου Εφετών και αντίστοιχους, οι οποίοι παραμένουν επί τριετία στο βαθμό τους και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων ή λόγω εξάντλησης της ιεραρχίας τους αντίστοιχα, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προσαύξηση ίση με τα εβδομήντα εκατοστά (70/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Στο χρόνο υπηρεσίας των δικαστικών λειτουργών με βαθμό Συμβούλου Επικρατείας και αντίστοιχων συνυπολογίζεται και ο χρόνος υπηρεσίας τους ως Προέδρων Εφετών. Για τους βαθμούς του Αντεισαγγελέα του Α.Π., του Αντεπιτρόπου Επικρατείας του Ε.Σ. και των Τ.Δ.Δ. και του Προέδρου και Εισαγγελέα Εφετών, ως αμέσως επόμενος βαθμός για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρείται ο βαθμός του Αντιπροέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου.
ε) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Αντιπροέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου και αντίστοιχους, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από της προαγωγής τους ως Αντιπροέδρων προσαύξηση ίση με τα εβδομήντα εκατοστά (70/100) της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού Αντιπροέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου και Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου.
στ) Η περ. α) και τα εδάφια τέταρτο και πέμπτο της περ. β) εφαρμόζονται αναλόγως και στους πρωτοδίκες ειδικής επετηρίδας του άρθρου 8 του ν. 5108/2024 (Α΄ 65), με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 10 του ίδιου νόμου. Επιπρόσθετα, στους πρωτοδίκες ειδικής επετηρίδας, καθώς και στους πρωτοδίκες γενικής επετηρίδας και στους προέδρους πρωτοδικών, που εντάχθηκαν στη γενική επετηρίδα μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας βάσει του ν. 5108/2024 παρέχεται, μετά τη συμπλήρωση δικαστικής υπηρεσίας είκοσι τεσσάρων (24) ετών, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Πρωτοδίκη, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη, και με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο βασικός μισθός του εφέτη.
- Για την εφαρμογή της παρ. 1, ως υπηρεσία νοείται μόνο η πραγματική υπηρεσία που έχει διανυθεί με την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, και όχι το χρονικό διάστημα φοίτησης στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και πρακτικής άσκησης στα δικαστικά καταστήματα, καθώς και οι υπηρεσίες ή προϋπηρεσίες σε άλλες θέσεις, ανεξάρτητα αν αυτές λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας.
- Για τη χορήγηση μισθολογικής προαγωγής σε δικαστικό λειτουργό με βαθμό Προέδρου Εφετών και κάτω ή αντίστοιχο, στον οποίο έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ή υπάρχει ποινική καταδίκη σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του ή στις εκθέσεις επιθεώρησης και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού του μητρώου υπάρχουν δυσμενείς χαρακτηρισμοί για την υπηρεσιακή του απόδοση, απαιτείται και σύμφωνη γνώμη του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δεν συμφωνεί με τη χορήγηση της μισθολογικής προσαύξησης, ο δικαστικός λειτουργός επανακρίνεται μετά ένα έτος από τότε που συμπλήρωσε τον απαιτούμενο προς προαγωγή χρόνο. Αν και πάλι δεν χορηγηθεί η μισθολογική προαγωγή, η κρίση επαναλαμβάνεται κάθε φορά μετά ένα έτος από την προηγούμενη κρίση. Η θετική κρίση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναδράμει σε χρόνο προγενέστερο της ημέρας συμπλήρωσης του έτους που απαιτείται για την τελευταία κρίση. Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Αρεοπαγίτη και άνω ή αντίστοιχο, στους οποίους έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ή υπάρχει ποινική καταδίκη σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν χορηγείται μισθολογική προσαύξηση.».
Άρθρο 50
Χρόνος υπηρεσίας και εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου – Προσθήκη παρ. 2 στο άρθρο 40 του Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων
- Στο άρθρο 40 του Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων (ν. 4798/2021, Α΄ 68), περί μισθολογικής κλίμακας, προστίθεται παρ. 2 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 40 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 40
Μισθολογική κλίμακα
- Οι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου κατατάσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια για τους δικαστικούς υπαλλήλους, ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας τους.
- Ως εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.) των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου Π.Ε. Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου ορίζεται το Μ.Κ. 8 της κατηγορίας τους.».
- Ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε στον Κλάδο ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου από τους εν ενεργεία υπαλλήλους έως και την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου προσμετράται στο ακέραιο για τη μισθολογική τους εξέλιξη. Για τον ως άνω χρόνο υπηρεσίας εκδίδεται σχετική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, εντός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Άρθρο 51
Ανώτατο όριο αποδοχών μελών συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών που κατέχουν και άλλη αμειβόμενη θέση ή ιδιότητα – Τροποποίηση περ. ε) παρ. 3 άρθρου 28 ν. 4354/2015
Στην περ. ε) της παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί ανώτατου ορίου αποδοχών, προστίθεται τρίτο εδάφιο και η περ. ε) διαμορφώνεται ως εξής:
«ε) O Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, και τα μέλη των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών: ως προς το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών ή συντάξεων (κύριων και επικουρικών) που τους καταβάλλονται, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει σε ύψος το ογδόντα τοις εκατό (80%) των πάσης φύσεως αποδοχών, που ορίζονται για τους δικαστικούς λειτουργούς στην περ. α). Σε περίπτωση που στις ανωτέρω θέσεις διορίζονται συνταξιούχοι δικαστικοί λειτουργοί, το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών ή συντάξεων (κύριων και επικουρικών) τους δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο της περ. α). Για τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου που κατέχουν νομίμως και άλλη αμειβόμενη θέση ή ιδιότητα σε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών ή συντάξεων, κύριων και επικουρικών, που τους καταβάλλονται από όλες τις αμειβόμενες θέσεις ή ιδιότητες που κατέχουν, δεν μπορεί να υπερβαίνει το όριο του πρώτου εδαφίου.».
Άρθρο 52
Ρύθμιση θεμάτων μισθολογικής εξέλιξης υπαλλήλων μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης – Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 11 ν. 4354/2015
- Στην παρ. 5 του άρθρου 11 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί χρόνου και τρόπου μισθολογικής εξέλιξης, μετά τις λέξεις «Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου» προστίθενται οι λέξεις «και οι μονιμοποιηθέντες, πρώην ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι, οι οποίοι κατά τη μονιμοποίησή τους είχαν διατηρήσει το ασφαλιστικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α.,» και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:
«5. Ειδικά οι υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου και οι μονιμοποιηθέντες, πρώην ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπάλληλοι, οι οποίοι κατά τη μονιμοποίησή τους είχαν διατηρήσει το ασφαλιστικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α., που υπάγονται στον παρόντα και συνεχίζουν να απασχολούνται μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησής τους, διατηρούν το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχαν έως την υποβολή της αίτησης και δεν εξελίσσονται μισθολογικά σε ανώτερο κλιμάκιο έως τη λύση της εργασιακής τους σχέσης.».
- Ποσά διαφορών μισθολογικών απολαβών που έχουν καταβληθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε υπαλλήλους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και σε μονιμοποιηθέντες, πρώην ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαλλήλους, οι οποίοι κατά τη μονιμοποίησή τους είχαν διατηρήσει το ασφαλιστικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α., που υπάγονται στο άρθρο 7 του ν. 4354/2015, εξαιτίας της μη κατάταξής τους στο εισαγωγικό κλιμάκιο μετά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησής τους, δεν καταλογίζονται και, αν έχουν ήδη καταλογισθεί, δεν αναζητούνται.
Άρθρο 53
Επέκταση εφαρμογής άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς
- Οι παρ. 1, 3, 4 και 5 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 (Α΄ 88) περί επέκτασης προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους, εφαρμόζονται στο προσωπικό που έχει διοριστεί ή μεταταχθεί από την 1η Απριλίου 2023 και εφεξής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023, καθώς και στο προσωπικό των ανεξάρτητων αρχών και λοιπών φορέων της παρ. 1 του άρθρου 91 του ν. 5043/2023 (Α΄ 91). Το ύψος της προσωπικής διαφοράς που υπολογίζεται κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως.
- Από το πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 εξαιρούνται:
α) το προσωπικό που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 και την παρ. 7 του άρθρου 33 του ν. 4914/2022 (Α΄ 61) και
β) το προσωπικό της παρ. 3 του άρθρου 91 του ν. 5043/2023.
- Για τη χορήγηση, τον υπολογισμό, τον συμψηφισμό και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής της προσωπικής διαφοράς της παρ. 1 του παρόντος, ισχύει αναλόγως το άρθρο 64 του ν. 5042/2023.
Άρθρο 54
Αποδοχές του προσωπικού της Προεδρίας της Κυβέρνησης
- Το μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού της Προεδρίας της Κυβέρνησης καθορίζεται σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β΄ του ν. 4354/2015 (Α΄ 176).
- Το προσωπικό με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετεί στις οργανικές μονάδες της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού και της Γενικής Γραμματείας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων της Προεδρίας της Κυβέρνησης, κατατάσσεται στη μισθολογική κλίμακα σύμφωνα με το άρθρο 107 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133), εφόσον σωρευτικά:
α) διαθέτει πτυχίο ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, πανεπιστημιακού ή τεχνολογικού τομέα, της ημεδαπής ή της αλλοδαπής και αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό τίτλου σπουδών ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας ή έχει αποφοιτήσει από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.), και
β) έχει παρακολουθήσει επιτυχώς ειδικό πρόγραμμα εκπαίδευσης το οποίο οργανώνεται από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. και καθορίζεται με απόφαση του αρμόδιου για θέματα δημόσιας διοίκησης Υπουργού μετά από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Κ.Δ.Δ.Α.
Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται και στο προσωπικό που υπηρετεί με απόσπαση στις αναφερόμενες υπηρεσίες. Σε περίπτωση λήξης της απόσπασης και επανόδου του υπαλλήλου στην οργανική του θέση, πραγματοποιείται εκ νέου σύγκριση των αποδοχών του, προκειμένου να υπολογιστεί η τυχόν προσωπική διαφορά που θα είχε δημιουργηθεί εάν υπηρετούσε στην οργανική του θέση και όχι στη θέση απόσπασης. Ο εκ νέου υπολογισμός ισχύει και σε περίπτωση που την απόσπαση ακολουθεί είτε απόσπαση σε άλλη θέση είτε μετάταξη σε άλλη θέση.
- Σε περίπτωση που από την εφαρμογή του παρόντος προκύψουν τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο υπάλληλος κατά την 1η Ιουλίου 2026, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική. Για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή. Η προσωπική διαφορά του παρόντος συμψηφίζεται σύμφωνα με το άρθρο 206 του ν. 5193/2025 (Α΄ 56).
Άρθρο 55
Προσωπικό Προεδρίας της Δημοκρατίας – Τροποποίηση περ. ια) παρ. 1 άρθρου 7 ν. 4354/2015
- Στην περ. ια) της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί πεδίου εφαρμογής, μετά τις λέξεις «στον Κανονισμό της,», προστίθενται οι λέξεις «καθώς και το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στην παρ. 1 του άρθρου 12 του π.δ. 351/1991 (Α΄ 121), πλην των προβλεπομένων στην περ. α), στο τρίτο εδάφιο της περ. β), στο τέταρτο εδάφιο της περ. ε) και στην περ. στ) της παρ. 1, κατά το μέρος που αφορά στο προσωπικό των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του π.δ. 351/1991. Στις διατάξεις αυτές συμπεριλαμβάνεται ο Αναπληρωτής Διευθυντής του Γραφείου της Προεδρίας της Δημοκρατίας κατά την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 351/1991, καθώς και οι απασχολούμενοι στο Γραφείο αυτό με ανάθεση καθηκόντων δυνάμει των περ. β), γ) και δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 του π.δ. 351/1991,» και η περ. ια) διαμορφώνεται ως εξής:
«ια) οι υπάλληλοι της Βουλής, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό της, καθώς και το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στην παρ. 1 του άρθρου 12 του π.δ. 351/1991 (Α΄ 121), πλην των προβλεπομένων στην περ. α), στο τρίτο εδάφιο της περ. β), στο τέταρτο εδάφιο της περ. ε) και στην περ. στ) της παρ. 1, κατά το μέρος που αφορά στο προσωπικό των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του π.δ. 351/1991. Στο ανωτέρω προσωπικό συμπεριλαμβάνονται οι απασχολούμενοι με ανάθεση καθηκόντων δυνάμει των περ. β), γ) και δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 του π.δ. 351/1991.».
- Ισχύουσες διατάξεις του π.δ. 351/1991 δεν θίγονται από τις ρυθμίσεις του παρόντος.
Άρθρο 56
Αποδοχές Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος – Τροποποίηση άρθρου 145 ν. 4472/2017
Στο άρθρο 145 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74), περί αποδοχών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η παρ. 1 αντικαθίσταται, β) η παρ. 3 καταργείται και το άρθρο 145 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 145
Αποδοχές
- Οι κάθε είδους μηνιαίες αποδοχές των Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος καθορίζονται ως εξής:
α) Οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών ορίζονται στο ύψος του ενενήντα τοις εκατό (90%) του ορίου της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί ανωτάτων ορίων αποδοχών.
β) Οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Τιτουλάριων Επισκόπων και των Βοηθών Επισκόπων ορίζονται σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%) των αποδοχών της περ. α).
- Πέρα από τις ανωτέρω αποδοχές δεν καταβάλλεται καμία άλλη παροχή.
3. [Καταργείται].».





Στο άρθρο 53 η θέσπιση ανώτατου ορίου ύψους 300 ευρώ δεν επιτρέπει την αποκατάσταση της μισθολογικής ανισότητας μεταξύ υπαλλήλων με τα ίδια καθήκοντα. Παρόλο που η Κυβέρνηση προβάλλει την ανάγκη να καταστεί το Δημόσιο ένας ανταγωνιστικός εργοδότης για υπαλλήλους με υψηλά προσόντα και εμπειρία, την ίδια στιγμή με «πλαφόν» αυτού του είδους μπαίνουν αναχώματα για τους νεοεισερχόμενους υπαλλήλους η πλειοψηφία των οποίων αποτελεί εργατικό δυναμικό με εξαιρετικά ακαδημαϊκά και λοιπά προσόντα. Η αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και η εύρυθμη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού προς την καλύτερη και ποιοτικότερη εξυπηρέτηση του Έλληνα πολίτη απαιτεί τη δίκαιη μεταχείριση των κρατικών υπαλλήλων που θα σταθούν στο ύψος των απαιτήσεων που επιτάσσει ο σύγχρονος ρόλος τους στα πλαίσια ενός ευρωπαϊκού προτύπου.
Διαφωνώ κάθετα με την υπέρμετρη αύξηση των μισθών των μητροπολιτών και λοιπών. Στις οικονομικές συνθήκες της χώρας μας και με δεδομένο το χαμηλό επίπεδο του κατώτερου μισθού, δεν είναι δυνατόν η βουλή να προχωρήσει σε τέτοιες αυξήσεις. Ούτως ή άλλως σε μια τόσο ευνομούμενη κατάσταση όπως η μισθοδοσία των κληρικών από το κράτος, η μη φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσιας κτλ, κάθε τέτοια πρόταση είναι προκλητική προς το κοινωνικό σύνολο.
Οι συνταξιούχοι, οι εργαζόμενοι και οι μικροπαγγελματίες που είναι νόμιμοι, υποφέρουν οικονομικά.
Διαφωνώ και αγανακτώ. Να μην προχωρήσει σε ψήφιση το νομοσχέδιο
άρθρο 53
χρειάζεται παρεμβάσεις
1. Αποκατάσταση της προσωπικής διαφοράς για υπαλλήλους που την λαμβάνουν αλλά την έχουν απωλέσει εν όλω ή εν μέρει λόγω προαγωγής, μισθολογικής εξέλιξης, αναγνώρισης τίτλων σπουδών ή αλλαγής κατηγορίας ή κλάδου (με αναδριμική ισχύ από την μέρα της απώλειας).
2. Απόδοση ΠΛΗΡΟΥΣ προσωπικής διαφοράς στους νεοεισερχόμενους υπαλλήλους (επομένως κατάργηση του 2 εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 53 – αναδρομική ισχύ από την μέρα ανάληψης των καθηκόντων τους).
3. Κατάργηση του συμψηφισμού της προσωπικής διαφοράς με τη λήψη μισθολογικών κλιμακίων.
4. Ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς στον βασικό και συντάξιμο μσθό.
* θετικό το εφεξής του 1 εδαφίου της παραγράγου 1 του άρθρου 53.
άρθρο 53
χρειάζεται παρεμβάσεις
1. Αποκατάσταση της προσωπικής διαφοράς για υπαλλήλους που την λαμβάνουν αλλά την έχουν απωλέσει εν όλω ή εν μέρει λόγω προαγωγής, μισθολογικής εξέλιξης, αναγνώρισης τίτλων σπουδών ή αλλαγής κατηγορίας ή κλάδου (με αναδριμική ισχύ από την μέρα της απώλειας).
2. Απόδοση ΠΛΗΡΟΥΣ προσωπικής διαφοράς στους νεοεισερχόμενους υπαλλήλους (επομένως κατάργηση του 2 εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 53 – αναδρομική ισχύ από την μέρα ανάληψης των καθηκόντων τους).
3. Κατάργηση του συμψηφισμού της προσωπικής διαφοράς με τη λήψη μισθολογικών κλιμακίων.
4. Ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς στον βασικό και συντάξιμο μσθό.
* θετικό το <> του 1 εδαφίου της παραγράγου 1 του άρθρου 53.
Διαφωνώ με το άρθρο 56
παραλογισμός η αύξηση των ήδη υπέρογκων αμοιβών των συγκεκριμένων την στιγμή που χρειάζονται μέτρα στήριξης
1. πολύ πιο αδύναμες (οικονομικά) <> (όπως οι χαμηλοσυνταξιούχοι και τα Α.Μ.Ε.Α.).
2. νέοι (εξαιτίας της υπογεννητικότητας).
3. ενοικιαστές δίχως να έχουν στην κατοχή τους ακίνητο να καλύπτει τις ανάγκες τους.
άρθρο 53
χρειάζεται παρεμβάσεις
1. Αποκατάσταση της προσωπικής διαφοράς για υπαλλήλους που την λαμβάνουν αλλά την έχουν απωλέσει εν όλω ή εν μέρει λόγω προαγωγής, μισθολογικής εξέλιξης, αναγνώρισης τίτλων σπουδών ή αλλαγής κατηγορίας ή κλάδου (με αναδριμική ισχύ από την μέρα της απώλειας).
2. Απόδοση ΠΛΗΡΟΥΣ προσωπικής διαφοράς στους νεοεισερχόμενους υπαλλήλους (επομένως κατάργηση του 2 εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 53 – αναδρομική ισχύ από την μέρα ανάληψης των καθηκόντων τους).
3. Κατάργηση του συμψηφισμού της προσωπικής διαφοράς με τη λήψη μισθολογικών κλιμακίων.
4. Ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς στον βασικό και συντάξιμο μσθό.
* θετικό το <> του 1 εδαφίου της παραγράγου 1 του άρθρου 53.
Η εφαρμογή του μέτρου έχει οδηγήσει σε σοβαρές μισθολογικές ανισότητες. Η μη καταβολή της πλήρους προσωπικής διαφοράς αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Η εισαγωγή ανώτατου ορίου (πλαφόν) 300 ευρώ μηνιαίως δημιουργεί υπαλλήλους δύο ταχυτήτων μέσα στον ίδιο φορέα και θα πρέπει να καταργηθεί, προκειμένου να διασφαλιστεί μια πλήρης, ενιαία και δίκαιη μισθολογική αντιμετώπιση όλων. Χρειάζεται να γίνει ανάλογη μέριμνα ώστε να αρθεί πλήρως κάθε μισθολογική διαφοροποίηση αφενός με την απαλοιφή του πλαφόν των 300 ευρώ και αφετέρου με τη συμπερίληψη όλων των υπαλλήλων και όχι όσοι μετατάχθηκαν ή έγινε η πρόσληψή τους από 01-04-2023. Υπάλληλοι που κατέχουν την ίδια θέση, διαθέτουν τα ίδια προσόντα και ασκούν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα εξακολουθούν να αμείβονται διαφορετικά, λόγω του χρόνου διορισμού ή μετάταξής τους. Η διάταξη αυτή αντίκειται πλήρως του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ρητά: «Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας». Θα πρέπει να ισχύσει το ίδιο καθεστώς για όλους τους υπαλλήλους, χωρίς περιορισμούς
Η θέσπιση πλαφόν 300,00 € στην προσωπική διαφορά του άρθρου 53 παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης, δημιουργώντας υπαλλήλους δύο ταχυτήτων σε σχέση με τους παλαιότερους συναδέλφους. Ζητείται η απάλειψη του ανωτέρου ορίου ή, εναλλακτικά, ο επανακαθορισμός του ως καθαρό (αφορολόγητο) ποσό 300,00 € στην τσέπη του υπαλλήλου, ώστε η ρύθμιση να αποτελέσει ουσιαστική οικονομική ενίσχυση και να υπολογίζεται ισότιμα για όλους με βάση τις πραγματικές αποδοχές της θέσης.
Η ισότητα στην αμοιβή για ίση εργασία δεν είναι μια αφηρημένη αρχή. Eίναι θεμελιώδης συνταγματική υποχρέωση.
Ένα κράτος που ζητά από τους πολίτες να εμπιστευτούν τη δημόσια διοίκηση και να αφιερώσουν την καριέρα τους σε αυτήν, δεν μπορεί ταυτόχρονα να τους χωρίζει σε «παλιούς» και «νέους» με διαφορετικά δικαιώματα.
O νομοθέτης να αποσύρει αυτό το αυθαίρετο όριο και να διασφαλίσει ότι οι κανόνες ισχύουν με τον ίδιο τρόπο για όλους. Γιατί η δημόσια υπηρεσία δεν νοείται, ούτε νομικά ούτε ηθικά, να συντηρεί μισθολόγιο «δύο ταχυτήτων».
Θα ήθελα να επισημάνω την όχι και τόσο σαφή διατύπωση του 2ου εδαφίου της παρ. 1 του άρθ. 53 : «…Το ύψος της προσωπικής διαφοράς που υπολογίζεται κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως.»
Πολλές φορές στην προσπάθεια να είμαστε λακωνικοί μας διαφεύγουν ουσιαστικές λεπτομέρειες όπως το ότι το 1ο εδάφιο κάνει αναφορά σε ένα δικαίωμα που δόθηκε το 2023 και αφορά μία ομάδα ανθρώπων που δεν φαντάστηκαν ότι κάτι μπορεί να επηρεάσει το ύψος του δικού τους δικαιώματος σε αυτή τη χρονική στιγμή. Όπως επίσης το γεγονός ότι είναι τόσο γενικό που μία ερμηνεία μπορεί να το αναγάγει πίσω στο 2011 και στο σύνολο του δικαιώματος αυτού. Χρειάζεται σαφώς καλύτερη διατύπωση γιατί έτσι όπως είναι γραμμένο δημιουργεί μία εσωτερική ρωγμή.
Επί του άρθρου 54 για τις Αποδοχές του προσωπικού της Προεδρίας της Κυβέρνησης:
Επείδή ο φορέας είναι ένας και ενιαίος (Προεδρία της Κυβέρνησης) και δεν απαρτίζεται από αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες και
Επειδή οι αποδοχές πρέπει να χαρακτηρίζονται από ισονομία,
προτείνονται:
α) η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της ρύθμισης στο πάσης φύσεως προσωπικό της Προεδρίας της Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένου και των μονίμων υπαλλήλων που κατέχουν θέσεις ευθύνης της Διοίκησης (Γενικοί και Ειδικοί Γραμματείς, Προϊστάμενοι Τομέων, Γραφείων κλπ)
β) την ενιαία ρύθμιση των βασικών αποδοχών του προσωπικού της Προεδρίας της Κυβέρνησης που δεν κατέχει θέση ευθύνης στο καταληκτικό κλιμάκιο ΜΚ19 πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή 1,2 (όμοια με το ειδικό μισθολόγιο Επιθεωρητών-Ελεγκτών της ΕΑΔ).
γ) τη διατήρηση του ύψους των ανωτέρω αποδοχών ως προσωπική διαφορά μετά την οποιοδήποτε τρόπο απομάκρυνσή τους από την Προεδρία της Κυβέρνησης, εφόσον συμπληρώνουν ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα υπηρεσίας σε αυτή (π.χ. 12 μήνες).
Η προτεινόμενη ρύθμιση δημιουργεί απαράδεκτες μισθολογικές ανισότητες μεταξύ υπαλλήλων που έχουν τα ίδια προσόντα, την ίδια προϋπηρεσία και εκτελούν τα ίδια καθήκοντα, αποκλειστικά λόγω της ημερομηνίας διορισμού ή μετάταξης.Το πλαφόν των 300€ είναι αυθαίρετο και οδηγεί σε μόνιμες απώλειες αποδοχών, ακυρώνοντας στην πράξη τον σκοπό της προσωπικής διαφοράς. Παράλληλα, ο συμψηφισμός με τις μισθολογικές αυξήσεις στερεί από τους υπαλλήλους κάθε πραγματική βελτίωση εισοδήματος.Απαιτείται η άμεση κατάργηση του πλαφόν, η εφαρμογή ενιαίων κανόνων για όλους, η ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς στον βασικό μισθό και η κατάργηση του συμψηφισμού, ώστε να αποκατασταθεί η αρχή της ίσης αμοιβής για ίση εργασία.
H πρόταση για το άρθρο 53 δεν περιλαμβάνει τα εξής:
1. απόδοση πλήρους προσωπικής διαφοράς στους νεοεισερχόμενους υπαλλήλους, χωρίς πλαφόν
2. κατάργηση του συμψηφισμού της προσωπικής διαφοράς με τη λήψη μισθολογικών κλιμακίων
3. ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς στον βασικό και συντάξιμο μισθό
4. αποκατάσταση της προσωπικής διαφοράς για υπαλλήλους που την λαμβάνουν αλλά την έχουν απωλέσει εν όλω ή εν μέρει λόγω προαγωγής, μισθολογικής εξέλιξης, αναγνώρισης τίτλων σπουδών ή αλλαγής κατηγορίας ή κλάδου,
Υπερβολική, υπέρογκη και δυσανάλογα μεγάλη η αύξηση στους ιεράρχες της Εκκλησίας. Προτείνεται κάποια αύξηση λελογισμένη όμως…
Πρόκληση η αύξηση των μισθών των μάνατζερ της ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Α.Ε. – Μήπως ήρθε ο καιρός για αλλαγή και επιτέλους διαχωρισμό κράτους/εκκλησίας; Επίσης γιατί να μπούνε σε ειδικό μισθολόγιο τα παιδιά της προεδρίας όταν δεν είναι επιτελικά στελέχη; Μπορείτε να τους βάλετε στο μισθολόγιο των δικαστών, των αρχιερέων ή των ιατρών…
Διαφωνώ με το άρθρο 56 για τις αποδοχές των αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Δεν θα έπρεπε να υπάρχει η παραμικρή αύξηση στις απολαβές τους, ενώ υπάρχει η οικονομική κρίση που πλήττει τους ασθενέστερους.
Άρθρο 53 ~ Η ύπαρξη πλαφόν και η απόδοση της προσωπικής διαφοράς δημιουργεί άλλη μια ομάδα εργαζομένων με διαφορετικές απολαβές και στη λογική του «Διαίρει και Βασίλευε» και όχι στη δίκαιη και ενιαία μισθολογική αντιμετώπιση (ίδια εργασία άρα ίδιες απολαβές). Πρέπει να δοθεί με τους ίδιους όρους όπως και τις προηγούμενες φορές.
Πρόκληση περι του δικαίου αισθηματος η μεγάλη αύξηση μισθού στους ανώτερους κληρικούς που δεν έχουν παιδιά να αναθρεψουν ενώ ούτε ολόκληρη τη προσωπική διαφορα δεν δίνετε σε νέους δημόσιους υπαλλήλους. Και το δημόσιο απαξιώνεται και μετά κλαίμε για το δημογραφικό. Προσλαβετε γιατρους νοσηλευτες δασκάλους. Ντροπή. Έτσι μας χάνετε κι εμάς που σας ΣΤΗΡΙΞΑΜΕ.
“Σχόλιο επί του Άρθρου 53 – Επέκταση εφαρμογής του άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς
Η προτεινόμενη διάταξη ενώ αναγνωρίζει την ανάγκη ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ της προσωπικής διαφοράς στους υπαλλήλους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν από 1.4.2023 και εφεξής, θεσπίζει ανώτατο όριο (πλαφόν) ύψους 300 ευρώ μηνιαίως, αναιρώντας έτσι σε μεγάλο βαθμό τον σκοπό της ρύθμισης, αφού επί της ουσίας διατηρεί, παγιώνει και διευρύνει ουσιαστικά, τις μισθολογικές ανισότητες που επιχειρεί να θεραπεύσει.
Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί επίδομα ούτε πρόσθετη παροχή, αλλά μηχανισμό αποκατάστασης μισθολογικών αποκλίσεων και αδικιών. Για τον λόγο αυτό, αφενός θα πρέπει να υπολογίζεται με ενιαίο τρόπο για όλους τους υπαλλήλους που υπάγονται στο ίδιο καθεστώς (χωρίς την θέσπιση πλαφόν που δεν προβλέπονταν στην αρχική διάταξη του άρθρου 64 του ν. 5042/2023), αφετέρου, θα πρέπει να συνυπολογίζεται στις συντάξιμες αποδοχές.
Η εισαγωγή του πλαφόν ενός ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΟΥ ποσού 300 ευρώ μεικτά έχει την μορφή ενός ακόμα “pass-βοηθήματος” που σε όρους αποπληθωρισμού εκμηδενίζει την σκοπιμότητα χορήγησής του, εκθέτοντας τον μεταρρυθμιστικό σκοπό του νομοθετήματος.
Επιπλέον εγείρονται σημαντικά νομικά ζητήματα:
1. Παραβίαση της Συνταγματικής Αρχής της Ισότητας (Άρθρο 4 παρ. 1 Σ.) και της Ίσης Αμοιβής (Άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β’ Σ.): Το τιθέμενο πλαφόν εισάγει μια αυθαίρετη και αναιτιολόγητη διάκριση στο ύψος της προσωπικής διαφοράς μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου φορέα, οι οποίοι διαθέτουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έχουν την ίδια προϋπηρεσία και ασκούν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα και εξακολουθούν να έχουν διαφορετική μεταχείριση, όχι με βάση αντικειμενικά κριτήρια, αλλά αποκλειστικά με βάση την ημερομηνία διορισμού ή μετάταξής τους. Κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), αυτή η τακτική στερείται αντικειμενικής και ορθολογικής βάσης, παραβιάζοντας την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας.
2. Παραβίαση της γενικής Οδηγίας (ΕΕ) 2023/970 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 2023 για την ενίσχυση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας που προωθείται την παρούσα χρονική στιγμή προς ενσωμάτωση στην Ελληνική έννομη τάξη (πχ διαφοροποίηση μισθού με βάση το φύλο).
3. Υπέρβαση των Ακραίων Ορίων της Νομοθετικής Εξουσιοδότησης: Η διαφοροποίηση του ύψους της προσωπικής διαφοράς δεν τελεί σε συνάφεια προς το αντικείμενο ή τη φύση της εργασίας των υπαλλήλων. Κατά συνέπεια, ο υπό κρίση χρονικός περιορισμός παρίσταται ως όλως αυθαίρετος, υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη και δεν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2026 η Κομισιόν διαπιστώνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον Μακροοικονομικές Ανισορροπίες, αφαιρώντας την από το σχετικό πλαίσιο εποπτείας.
4. Παραβίαση της Αρχής της Χρηστής Διοίκησης και Δημιουργία Αντικινήτρων (Brain Drain): Η μισθολογική υποβάθμιση των νεοεισερχομένων στελεχών υπονομεύει την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών, οδηγώντας σε διαρροή έμπειρου στελεχιακού δυναμικού προς τον ιδιωτικό τομέα, με το πλήθος των αποχωρισθέντων λόγω συναξιοδότησης να αυξάνει σημαντικά στο δημόσιο.
Για τους παραπάνω λόγους προτείνεται:
1. Η πλήρης κατάργηση του ανώτατου ορίου των 300 ευρώ μεικτά μηνιαίως στην προσωπική διαφορά και η εφαρμογή του άρθρου 64 του ν. 5042/2023, χωρίς πρόσθετους περιορισμούς που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική διάταξη.
2. Ρητή εξαίρεση της εν λόγω προσωπικής διαφοράς από οποιονδήποτε συμψηφισμό με μεταγενέστερες μισθολογικές αυξήσεις.
3. Ρητή θεσμοθέτηση του συντάξιμου χαρακτήρα της προσωπικής διαφοράς για όλους τους δικαιούχους.
4. Η έναρξη ισχύος της ρύθμισης από την ημερομηνία διορισμού ή μετάταξης (μετά την 1η Απριλίου 2023)”.
Μη γράφετε ανακρίβειες, αν δεν γνωρίζετε
Άρθρο 205
Συμψηφισμός της προσωπικής διαφοράς με την αύξηση του βασικού
μισθού
Η προσωπική διαφορά των υπαλλήλων, για τους οποίους έχουν εφαρμογή οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 20 του ν. 5045/2023 (Α΄ 136), συμψηφίζεται με οποιαδήποτε αύξηση του βασικού μισθού με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 5163/2024 (Α’ 199). Το ποσό της προσωπικής διαφοράς που συμψηφίζεται, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ισούται με το μικρότερο μεταξύ του πενήντα τοις εκατό (50%) της προκαλούμενης αύξησης του βασικού μισθού και του ποσού της προσωπικής διαφοράς που υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ. Αν η προσωπική διαφορά δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, δεν επέρχεται συμψηφισμός της με την αύξηση του βασικού μισθού.
Σχόλιο σχετικά με το άρθρο 53:
Η εισαγωγή του πλαφόν δεν δικαιολογείται ούτε από τη ρύθμιση της Κυβέρνησης για την επιβολή συμψηφισμού με την πδ με το άρθρο 206 του Νόμου 5193/2025. Αντιθέτως, η συγκεκριμένη διάταξη αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την αδικία της προτεινόμενης ρύθμισης. Οι παλαιότεροι συνάδελφοι που έλαβαν ολόκληρη την προσωπική διαφορά εξακολουθούν να διατηρούν το υπερβάλλον ποσό μέχρι αυτό να συμψηφιστεί σταδιακά με τις μελλοντικές μισθολογικές αυξήσεις. Δεδομένου ότι οι αυξήσεις των βασικών μισθών είναι περιορισμένες και χορηγούνται σε αραιά χρονικά διαστήματα, απαιτούνται πολλά χρόνια έως ότου επέλθει ουσιαστική απομείωση των προσωπικών διαφορών που υπερβαίνουν τα 300 ευρώ.
Η προτεινόμενη ρύθμιση διατηρεί μία από τις σημαντικότερες στρεβλώσεις που συνοδεύουν τον θεσμό της προσωπικής διαφοράς από τη δημιουργία του: τον μη συντάξιμο χαρακτήρα της.
Tο ύψος της προσωπικής διαφοράς εξακολουθεί να μην αντανακλά την επιστημονική κατάρτιση, τα τυπικά προσόντα, την αναγνωρισμένη προϋπηρεσία ή τη συνολική επαγγελματική διαδρομή του κάθε υπαλλήλου. Ως αποτέλεσμα, εργαζόμενοι με αυξημένα προσόντα και σημαντική επαγγελματική εμπειρία καταλήγουν σε πολλές περιπτώσεις να λαμβάνουν ελάχιστες ή ακόμη και σχεδόν μηδενικές προσωπικές διαφορές, γεγονός που αναδεικνύει τις εγγενείς αδυναμίες του υφιστάμενου τρόπου υπολογισμού.
Η προτεινόμενη διάταξη δεν αναφέρεται στους αποφοίτους της ΕΣΔΔΑ.
ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ:
1. Η πλήρης κατάργηση του ανώτατου ορίου των 300 ευρώ στην προσωπική διαφορά.
2. Να προβλεφθεί ο συντάξιμος χαρακτήρας της προσωπικής διαφοράς και υπολογισμός της πδ βάσει προσόντων.
3. Να περιληφθεί ειδική διάταξη για τους αποφοίτους της ΕΣΔΔΑ
Σχόλιο στο άρθρο 53
Το άρθρο 47 του σχεδίου νόμου (Σκοπός των μισθολογικών ρυθμίσεων) που αναφέρεται στην « άρση υφιστάμενων ανισοτήτων στις αποδοχές και στη μισθολογική εξέλιξη ειδικών κατηγοριών προσωπικού, καθώς και η κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου στο μισθολογικό καθεστώς..» είναι αντίθετο με τον «κόφτη» της παρ1 του άρθρου 53.
Τo να νομοθετείς για να μειώσεις τις αποδοχές των ειδικών επιστημόνων μέσω της εξαφάνισης της προσωπικής διαφοράς, λειτουργεί αποτρεπτικά στην είσοδο νέων στελεχών με υψηλά προσόντα στις Αρχές και άρα επιδρά αρνητικά στην επιλογή του επιστημονικού προσωπικού τους. Εφόσον αυτή η μείωση αποδοχών στην πορεία του χρόνου αφορά μόνο το νέο προσωπικό των Αρχών και όχι των Υπουργείων, πως ακριβώς συμβιβάζεται με την Ανεξαρτησία τους?
Προτείνω να απαλειφθεί πλήρως η πρόταση «Το ύψος της προσωπικής διαφοράς που υπολογίζεται κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως.» από την παράγραφο 1 του άρθρου 53
Σχόλιο σχετικά με το άρθρο 53:
Τα σχόλια που υποστηρίζουν ότι η προτεινόμενη διάταξη αδικεί τους παλαιότερους υπαλλήλους επειδή η δική τους προσωπική διαφορά έχει μειωθεί με τα χρόνια (π.χ. στα 150 ευρώ), στερούνται κάθε μισθολογικής λογικής και βασίζονται σε μια πλήρη παρανόηση του νόμου. Το Άρθρο 53 δεν θεσπίζει ένα νέο, σταθερό επίδομα 300 ευρώ για τους νεότερους. Αποτελεί απλώς τη χρονική επέκταση μιας ήδη υφιστάμενης ρύθμισης, προκειμένου να αποκατασταθεί η αδικία της ημερομηνιακής εξαίρεσης και να εφαρμοστούν στους νέους οι ίδιοι ακριβώς κανόνες που εφαρμόστηκαν και στους παλαιότερους.
Η μείωση της προσωπικής διαφοράς που βλέπουν οι παλαιότεροι συνάδελφοι στους μισθούς τους δεν είναι «κούρεμα», αλλά το φυσικό αποτέλεσμα του νόμου: η προσωπική διαφορά συμψηφίζεται αυτόματα με τις μισθολογικές αυξήσεις και την αλλαγή των κλιμακίων (ωριμάνσεις) που έλαβαν όλα αυτά τα χρόνια. Συνεπώς, οι παλαιότεροι υπάλληλοι δεν έχασαν χρήματα· απλώς ένα μέρος της προσωπικής τους διαφοράς ενσωματώθηκε στον βασικό τους μισθό. Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί, με την πάροδο του χρόνου, και στους υπαλλήλους που μπαίνουν τώρα στη ρύθμιση, καθώς οι μελλοντικές τους αυξήσεις θα μειώνουν σταδιακά τη δική τους προσωπική διαφορά.
Το να ζητούν ορισμένοι την «εξίσωσή τους προς τα πάνω» με το πλαφόν των 300 ευρώ, δείχνει ότι αντιλαμβάνονται την προσωπική διαφορά ως ένα αυθαίρετο φιλοδώρημα και όχι ως αυτό που πραγματικά είναι: ένας μηχανισμός προστασίας των αποδοχών κατά την είσοδο στην υπηρεσία. Αν εφαρμοστεί σωστά η διάταξη —δηλαδή με την πλήρη απάλειψη του άδικου πλαφόν των 300 ευρώ— όλοι οι υπάλληλοι, παλιοί και νέοι, θα διέπονται από το ίδιο ακριβώς νομικό καθεστώς
Τήρηση των υποσχέσεων σας,χορήγηση επιδόματος ύψους 400 ευρώ, στους υπαλλήλους του Υπουργείου, παλαιούς και νέους το οποίο θα είναι πλήρως συντάξιμο και εφόσον θα συμψηφίζεται με τη προσωπική διαφορά, να υπάρξει εξαίρεση του ασφαλιστικών εισφορών. Ίδια αντιμετώπιση όλων των υπαλλήλων.
Σχόλιο σχετικά με το άρθρο 53:
Η επίκληση του επιχειρήματος ότι το πλαφόν των 300 ευρώ τίθεται για να «μην ανοίξει η ψαλίδα» με υπαλλήλους που λαμβάνουν μικρότερη προσωπική διαφορά (π.χ. 50 ευρώ) στερείται κάθε μισθολογικής και επιστημονικής λογικής. Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί ένα οριζόντιο επίδομα, αλλά το προϊόν μιας αντικειμενικής μαθηματικής σύγκρισης αποδοχών. Το γεγονός ότι ορισμένοι υπάλληλοι έχουν μικρότερη διαφορά σημαίνει απλώς ότι οι αποδοχές τους δεν είχαν υποστεί τη μισθολογική καθίζηση άλλων συναδέλφων τους. Η προσπάθεια «εξίσωσης προς τα κάτω» δεν αποκαθιστά καμία δικαιοσύνη· αντίθετα, τιμωρεί αυθαίρετα όσους υπέστησαν τις μεγαλύτερες απώλειες.Είναι σαφές ότι το ζήτημα δεν είναι δημοσιονομικό. Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί μια μόνιμη ή διογκούμενη δαπάνη για τον προϋπολογισμό, καθώς βάσει του πρόσφατου ν. 5193/2025 τα ποσά άνω των 300 ευρώ υπόκεινται ήδη σε μερικό συμψηφισμό (50%) με τις γενικές μισθολογικές αυξήσεις. Η όποια δαπάνη, επομένως, αποσβένεται σταδιακά και ελεγχόμενα από μόνη της σε βάθος χρόνου. Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένα οικονομικό επιχείρημα που να δικαιολογεί τη μετατροπή ενός ορίου προστασίας σε «κόφτη» των αποδοχών των νεότερων υπαλλήλων.
ΆΡΘΡΟ 53:Το πλαφόν των 300€ και η διαφοροποίηση βάσει ημερομηνίας μετάταξης δημιουργούν κατάφωρη αδικία και μόνιμες μισθολογικές ανισότητες για ίση εργασία. Ο συμψηφισμός ακυρώνει κάθε πραγματική αύξηση.Απαιτείται η κατάργηση του πλαφόν, η εφαρμογή ενιαίων όρων όπως το 2023 και η ουσιαστική προστασία των αποδοχών.
ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΠΑΡΤΕ ΤΑ 300, ΜΗ ΜΙΛΑΤΕ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ. ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ, ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΑ 600 ΑΤΟΜΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΕΧΟΥΝ ΦΙΛΟΥΣ, ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ…
Η θέσπιση πλαφόν 300,00 € στην προσωπική διαφορά του άρθρου 53 παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης, δημιουργώντας υπαλλήλους δύο ταχυτήτων σε σχέση με τους παλαιότερους συναδέλφους. Ζητείται η απάλειψη του ανωτέρου ορίου ή, εναλλακτικά, ο επανακαθορισμός του ως καθαρό (αφορολόγητο) ποσό 300,00 € στην τσέπη του υπαλλήλου, ώστε η ρύθμιση να αποτελέσει ουσιαστική οικονομική ενίσχυση και να υπολογίζεται ισότιμα για όλους με βάση τις πραγματικές αποδοχές της θέσης.
δηλαδη στους καινουριους βαζετε 300 ευρω και εμας που μπηκαμε μετα το 14 μας εχετε φτασει στα 120 ευρω οταν εχουμε υπηρετησει τοσα χρονια το δημοσιο συμφερον. να κανετε τροποποιηση και να μας εξισωσετε στα 300
να μας εξισωσετε και μας που για 8 χρονια την κοβατε και φτασαμε να παιρνουμε 180 ευρω καθαρα! και τραβαμε ολη την προσπαθεια!
καντε κατι και για μας που μας την κοβατε τοσα χρονια ξεκινησαμε απο πολυ χαμηλα και παιρνουμε κοντα 150 ευρω!!! εξισωστε μασ προς τα πανω λοιπον με το πλαφον των 300 ευρω! τοσα χρονια κοντα δεκαετια εχουμε συναδελφους με 500 και 600 ευρω που κανουμε την ιδια εργασια ισως και περισσοτερη και τωρα στους νεους που τους μαθαινουμε κιολας θα παιρνουν 300 ευρω και μεις θα μεινουμε καθηλωμενοι στα 150 ευρω
Θετική κρίνεται η επέκταση της εφαρμογής του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς, όπως προβλέπεται στο άρθρο 53. Ωστόσο, η διατήρηση ανώτατου ορίου (πλαφόν) ύψους 300 ευρώ μηνιαίως δεν επιλύει τις υφιστάμενες μισθολογικές ανισότητες, οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ υπαλλήλων που υπηρετούν υπό τις ίδιες συνθήκες.
Ειδικότερα, υπάλληλοι που κατέχουν την ίδια θέση, διαθέτουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ασκούν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα εξακολουθούν να αμείβονται διαφορετικά, αποκλειστικά λόγω του χρόνου διορισμού ή μετάταξής τους. Η διαφορετική αμοιβή για εργασία ίσης αξίας δεν μπορεί να δικαιολογείται από ένα τυχαίο χρονικό κριτήριο, το οποίο δεν συνδέεται ούτε με την απόδοση ούτε με το επίπεδο ευθύνης των υπαλλήλων.
Η μη καταβολή του συνόλου της προσωπικής διαφοράς, σε συνδυασμό με την επιβολή πλαφόν, δημιουργεί υπαλλήλους δύο ταχυτήτων εντός του ίδιου φορέα και εγείρει ζητήματα συμβατότητας με τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Για τον λόγο αυτό, η διάταξη θα πρέπει να αναθεωρηθεί, ώστε να αρθεί πλήρως κάθε μισθολογική διαφοροποίηση μεταξύ υπαλλήλων που τελούν υπό τις ίδιες υπηρεσιακές συνθήκες και παρέχουν εργασία ίσης αξίας. Η αρχή της ισότητας δεν μπορεί να εφαρμόζεται αποσπασματικά ούτε να περιορίζεται από ανώτατα όρια που διαιωνίζουν τις υφιστάμενες ανισότητες.
Σχόλιο σχετικά με το άρθρο 53:
Η επίκληση του επιχειρήματος ότι το πλαφόν των 300 ευρώ τίθεται για να «μην ανοίξει η ψαλίδα» με υπαλλήλους που λαμβάνουν μικρότερη προσωπική διαφορά (π.χ. 50 ευρώ) στερείται κάθε μισθολογικής και επιστημονικής λογικής. Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί ένα οριζόντιο επίδομα, αλλά το προϊόν μιας αντικειμενικής μαθηματικής σύγκρισης αποδοχών. Το γεγονός ότι ορισμένοι υπάλληλοι έχουν μικρότερη διαφορά σημαίνει απλώς ότι οι αποδοχές τους δεν είχαν υποστεί τη μισθολογική καθίζηση άλλων συναδέλφων τους. Η προσπάθεια «εξίσωσης προς τα κάτω» δεν αποκαθιστά καμία δικαιοσύνη· αντίθετα, τιμωρεί αυθαίρετα όσους υπέστησαν τις μεγαλύτερες απώλειες.Είναι σαφές ότι το ζήτημα δεν είναι δημοσιονομικό. Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί μια μόνιμη ή διογκούμενη δαπάνη για τον προϋπολογισμό, καθώς βάσει του πρόσφατου ν. 5193/2025 τα ποσά άνω των 300 ευρώ υπόκεινται ήδη σε μερικό συμψηφισμό (50%) με τις γενικές μισθολογικές αυξήσεις. Η όποια δαπάνη, επομένως, αποσβένεται σταδιακά και ελεγχόμενα από μόνη της σε βάθος χρόνου. Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένα οικονομικό επιχείρημα που να δικαιολογεί τη μετατροπή ενός ορίου προστασίας σε «κόφτη» των αποδοχών των νεότερων υπαλλήλων.Το πλαφόν διαιωνίζει την ύπαρξη εργαζομένων διαφορετικών ταχυτήτων και θα πρέπει να καταργηθεί, προκειμένου να διασφαλιστεί μια ενιαία και δίκαιη μισθολογική αντιμετώπιση όλων.
Σχόλιο επί του Άρθρου 53 – Επέκταση εφαρμογής του άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς
Η προτεινόμενη διάταξη κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αναγνωρίζει την ανάγκη επέκτασης της προσωπικής διαφοράς στους υπαλλήλους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν από 1.4.2023 και εφεξής. Ωστόσο, η θέσπιση ανώτατου ορίου (πλαφόν) ύψους 300 ευρώ μηνιαίως αναιρεί σε μεγάλο βαθμό τον σκοπό της ρύθμισης και διατηρεί ουσιαστικά τις μισθολογικές ανισότητες που επιχειρεί να θεραπεύσει.
Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί επίδομα ούτε πρόσθετη παροχή. Αποτελεί μηχανισμό αποκατάστασης μισθολογικών αποκλίσεων που προέκυψαν από προηγούμενες μισθολογικές μεταβολές. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να υπολογίζεται με ενιαίο τρόπο για όλους τους υπαλλήλους που υπάγονται στο ίδιο καθεστώς, χωρίς πρόσθετους περιορισμούς που δεν προβλέπονταν στην αρχική διάταξη του άρθρου 64 του ν. 5042/2023.
Με την εισαγωγή του πλαφόν των 300 ευρώ δημιουργείται ένα νέο καθεστώς άνισης μεταχείρισης. Υπάλληλοι που υπηρετούν στην ίδια οργανική μονάδα, διαθέτουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έχουν την ίδια προϋπηρεσία και ασκούν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα εξακολουθούν να αμείβονται διαφορετικά, αποκλειστικά και μόνο λόγω της ημερομηνίας διορισμού ή μετάταξής τους. Έτσι διατηρούνται υπάλληλοι «δύο ταχυτήτων» μέσα στην ίδια υπηρεσία.
Η διαφοροποίηση αυτή εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με την αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και με το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας. Η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση δεν συνδέεται με αντικειμενικά υπηρεσιακά κριτήρια, όπως το επίπεδο ευθύνης, η απόδοση ή τα προσόντα, αλλά αποκλειστικά με ένα χρονικό κριτήριο.
Επιπλέον, το όριο των 300 ευρώ δεν φαίνεται να προκύπτει από κάποια αντικειμενική μισθολογική μελέτη ούτε να συνδέεται με τον τρόπο υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς. Αντιθέτως, λειτουργεί ως αυθαίρετος περιορισμός που οδηγεί σε μερική μόνο αποκατάσταση των υφιστάμενων αποκλίσεων. Υπάλληλοι των οποίων η πραγματική προσωπική διαφορά υπερβαίνει τα 300 ευρώ εξακολουθούν να υφίστανται σημαντική μισθολογική απώλεια σε σχέση με συναδέλφους τους που τελούν υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.
Παράλληλα, δεν προκύπτει επαρκής δημοσιονομική αναγκαιότητα για τη θέσπιση του συγκεκριμένου περιορισμού. Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί διαρκώς αυξανόμενη δαπάνη, ενώ ήδη προβλέπονται μηχανισμοί σταδιακής απορρόφησής της μέσω συμψηφισμών με μελλοντικές αυξήσεις αποδοχών. Συνεπώς, η επιβολή πλαφόν δεν φαίνεται να εξυπηρετεί ουσιαστικό δημοσιονομικό σκοπό, αλλά οδηγεί αποκλειστικά στη διατήρηση μισθολογικών ανισοτήτων.
Επιπλέον, στην παρ. 1 του άρθρου 53 προτείνεται η αντικατάσταση της φράσης «έχει διοριστεί ή μεταταχθεί από την 1η Απριλίου 2023» με τη φράση «υπηρετεί από την 1η Απριλίου 2023». Η αλλαγή αυτή κρίνεται αναγκαία προκειμένου να μην αποκλειστούν υπάλληλοι που υπηρετούν στους συγκεκριμένους φορείς λόγω οργανωτικών μεταβολών, συγχωνεύσεων ή μεταφοράς αρμοδιοτήτων, χωρίς να έχει μεσολαβήσει διορισμός ή μετάταξη.
Για τους παραπάνω λόγους προτείνεται:
1. Η αντικατάσταση της φράσης «έχει διοριστεί ή μεταταχθεί από την 1η Απριλίου 2023» με τη φράση «υπηρετεί από την 1η Απριλίου 2023».
2. Η πλήρης κατάργηση του ανώτατου ορίου των 300 ευρώ στην προσωπική διαφορά.
3. Η εφαρμογή του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 χωρίς πρόσθετους περιορισμούς που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική διάταξη.
4. Η έναρξη ισχύος της ρύθμισης από 01.01.2026 αντί της 01.07.2026, ώστε να μην παρατείνεται αδικαιολόγητα η υφιστάμενη μισθολογική ανισότητα.
Η πραγματική αποκατάσταση της μισθολογικής ισότητας δεν μπορεί να επιτευχθεί μερικώς ούτε να υπόκειται σε πλαφόν. Εφόσον η Πολιτεία αναγνωρίζει ότι η προσωπική διαφορά πρέπει να επεκταθεί και στους υπαλλήλους που υπηρετούν από την 1η.4.2023 και εφεξής, οφείλει να το πράξει με τους ίδιους ακριβώς όρους που εφαρμόστηκαν στους λοιπούς υπαλλήλους, διασφαλίζοντας την ίση μεταχείριση και την ίση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας.
Η εφαρμογή του μέτρου έχει οδηγήσει σε σοβαρές μισθολογικές ανισότητες. Η μη καταβολή της πλήρους προσωπικής διαφοράς αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Η εισαγωγή ανώτατου ορίου (πλαφόν) 300 ευρώ μηνιαίως δημιουργεί υπαλλήλους δύο ταχυτήτων μέσα στον ίδιο φορέα και θα πρέπει να καταργηθεί, προκειμένου να διασφαλιστεί μια πλήρης, ενιαία και δίκαιη μισθολογική αντιμετώπιση όλων. Χρειάζεται να γίνει ανάλογη μέριμνα ώστε να αρθεί πλήρως κάθε μισθολογική διαφοροποίηση αφενός με την απαλοιφή του πλαφόν των 300 ευρώ και αφετέρου με τη συμπερίληψη όλων των υπαλλήλων και όχι όσοι μετατάχθηκαν ή έγινε η πρόσληψή τους από 01-04-2023. Υπάλληλοι που κατέχουν την ίδια θέση, διαθέτουν τα ίδια προσόντα και ασκούν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα εξακολουθούν να αμείβονται διαφορετικά, λόγω του χρόνου διορισμού ή μετάταξής τους. Η διάταξη αυτή αντίκειται πλήρως του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ρητά: «Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας». Θα πρέπει να ισχύσει το ίδιο καθεστώς για όλους τους υπαλλήλους, χωρίς περιορισμούς. Ειδικότερα, υπάλληλοι που κατά τη διάρκεια της υπηρεσιακής τους πορείας επένδυσαν στην επαγγελματική και ακαδημαϊκή τους εξέλιξη, αποκτώντας πτυχίο, μεταπτυχιακό τίτλο ή αναγνωρίζοντας προϋπηρεσία, είδαν την προσωπική τους διαφορά να μειώνεται ή να μηδενίζεται μέσω συμψηφισμού. Οι υπάλληλοι αυτοί όχι μόνο δεν επιβραβεύονται για την εξέλιξή τους, αλλά στην πράξη υφίστανται μισθολογική απώλεια λόγω της μείωσης ή κατάργησης της προσωπικής διαφοράς Αντίθετα, άλλοι υπάλληλοι εξακολουθούν να διατηρούν υψηλή προσωπική διαφορά, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σημαντικές αποκλίσεις στις αποδοχές μεταξύ υπαλλήλων που ανήκουν πλέον στην ίδια κατηγορία και εκτελούν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα. Για τους λόγους αυτούς, είναι αναγκαία η νομοθετική παρέμβαση για την άρση των μισθολογικών στρεβλώσεων που προκαλεί ο συμψηφισμός της προσωπικής διαφοράς και για την αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης μεταξύ υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας που ασκούν τα ίδια καθήκοντα.
Θετική η επέκταση εφαρμογής του άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς (άρθρο 53), καθώς αποκαθίσταται από εδώ και στο εξής μια υπαρκτή μισθολογική αδικία.
Ωστόσο, η θέσπιση για πρώτη φορά ανώτατου ορίου 300 ευρώ αναιρεί εν μέρει τον σκοπό της ρύθμισης, καθώς διατηρεί μισθολογικές ανισότητες μεταξύ υπαλλήλων με τα ίδια προσόντα, καθήκοντα και μισθολογική εξέλιξη. Εφόσον αναγνωρίζεται η ανάγκη χορήγησης προσωπικής διαφοράς, δεν δικαιολογείται η επιβολή πλαφόν που οδηγεί σε άνιση μεταχείριση.
Επομένως, προτείνω να απαλειφθεί πλήρως η πρόταση «Το ύψος της προσωπικής διαφοράς που υπολογίζεται κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως.» από την παράγραφο 1 του άρθρου 53.
Η διάταξη θα πρέπει να συνοδευτεί από σαφές χρονοδιάγραμμα άμεσης εφαρμογής και καταβολής της προσωπικής διαφοράς, χωρίς τις πολύμηνες καθυστερήσεις που παρατηρήθηκαν κατά την προηγούμενη επέκτασή της λόγω ερμηνευτικών και διοικητικών διαδικασιών. Η κυβέρνηση διαθέτει ήδη την αναγκαία εμπειρία και τεχνογνωσία από την εφαρμογή των προηγούμενων ρυθμίσεων και δεν μπορεί να επικαλεστεί εκ νέου τους ίδιους λόγους για την καθυστέρηση της καταβολής της.
Η προτεινόμενη ρύθμιση διατηρεί ανέπαφες τις σοβαρές στρεβλώσεις που χαρακτηρίζουν τον τρόπο υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς, χάνοντας ακόμη μία ευκαιρία για μια ουσιαστική και συνολική αντιμετώπιση του ζητήματος. Παρά την επέκταση του δικαιώματος σε νέες κατηγορίες υπαλλήλων, δεν προβλέπεται καμία παρέμβαση για τη διόρθωση ενός συστήματος που εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα τα οποία δύσκολα μπορούν να δικαιολογηθούν με όρους αξιοκρατίας και ίσης μεταχείρισης.
Στην πράξη, το ύψος της προσωπικής διαφοράς εξακολουθεί να μην αντανακλά την επιστημονική κατάρτιση, τα τυπικά προσόντα, την αναγνωρισμένη προϋπηρεσία ή τη συνολική επαγγελματική διαδρομή του κάθε υπαλλήλου. Ως αποτέλεσμα, εργαζόμενοι με αυξημένα προσόντα και σημαντική επαγγελματική εμπειρία καταλήγουν σε πολλές περιπτώσεις να λαμβάνουν ελάχιστες ή ακόμη και σχεδόν μηδενικές προσωπικές διαφορές, γεγονός που αναδεικνύει τις εγγενείς αδυναμίες του υφιστάμενου τρόπου υπολογισμού.
Η διατήρηση αυτών των στρεβλώσεων έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διακηρυγμένη στόχευση της κυβέρνησης για αξιοκρατία, αριστεία και αναβάθμιση της Δημόσιας Διοίκησης. Δεν είναι δυνατόν από τη μία πλευρά να προβάλλεται η ανάγκη προσέλκυσης και διατήρησης εργαζομένων με υψηλά προσόντα και από την άλλη να διατηρείται ένα μισθολογικό σύστημα που αδυνατεί να αποτυπώσει στοιχειωδώς την αξία αυτών των προσόντων στις αποδοχές τους.
Παράλληλα, ο υφιστάμενος τρόπος υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς λειτουργεί και ως μηχανισμός κατακερματισμού των εργαζομένων. Δημιουργεί διαρκώς διαφορετικές κατηγορίες υπαλλήλων με διαφορετικά επίπεδα προσωπικής διαφοράς και διαφορετικά συμφέροντα, ακόμη και όταν υπηρετούν στους ίδιους φορείς και υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις. Με τον τρόπο αυτό παγιώνεται μια λογική «διαίρει και βασίλευε», η οποία συντηρεί τεχνητούς διαχωρισμούς μεταξύ εργαζομένων που εκτελούν την ίδια εργασία και μετατρέπει τη μισθολογική πολιτική σε διαχείριση επιμέρους ομάδων αντί σε εργαλείο αποκατάστασης της μισθολογικής δικαιοσύνης.
Μέσω της προτεινόμενης ρύθμισης του άρθρου 53, ο νομοθέτης αγνοεί παντελώς τις περικοπές στα εισοδήματα που έχουν υποστεί οι παλαιότεροι συνάδελφοι μέσω των αλλεπάλληλων συμψηφισμών της προσωπικής διαφοράς με την άνοδο των μισθολογικών τους κλιμακίων, έως ότου το ζήτημα ρυθμίστηκε – και πάλι αποσπασματικά και ελλιπώς – με το άρθρο 206 του ν. 5193/2025. Ενώ, υπό κανονικές συνθήκες, η επέκταση της προσωπικής διαφοράς στους νεότερους υπαλλήλους θα έπρεπε να αποτελέσει την αφορμή για τη συνολική επανεξέταση και διόρθωση των στρεβλώσεων που έχουν δημιουργηθεί γύρω από τον θεσμό της προσωπικής διαφοράς την τελευταία δεκαετία, η κυβέρνηση επιλέγει για ακόμη μία φορά τη λογική των αποσπασματικών παρεμβάσεων.
Με τον τρόπο αυτό, δεν αποκαθίσταται συνολικά η μισθολογική δικαιοσύνη στους φορείς μας, αλλά αντιμετωπίζεται κάθε κατηγορία εργαζομένων ξεχωριστά, μόνο όταν η πίεση που ασκείται καθίσταται πολιτικά μη διαχειρίσιμη. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένουν σε ισχύ παλαιότερες αδικίες, την ίδια στιγμή που δημιουργούνται νέες. Μια πραγματικά δίκαιη ρύθμιση θα όφειλε να αντιμετωπίσει συνολικά το ζήτημα της προσωπικής διαφοράς, αποκαθιστώντας τόσο τις ανισότητες που προέκυψαν από τον αποκλεισμό των νεοδιοριζόμενων υπαλλήλων όσο και τις απώλειες εισοδήματος που υπέστησαν οι παλαιότεροι συνάδελφοι μέσω του πολυετούς συμψηφισμού της με τη μισθολογική τους εξέλιξη.
Η προσωπική διαφορά πρέπει να αποδίδεται στο σύνολό της. Ο περιορισμός στα 300€ εισάγει άνιση μεταχείριση και δημιουργεί νέες μισθολογικές αδικίες.
Δεν είναι αποδεκτό να θεσπίζεται πλαφόν στην προσωπική διαφορά για τους νεοδιοριζόμενους και μετατασσόμενους υπαλλήλους. Η πλήρης καταβολή της πρέπει να ισχύει για όλους, χωρίς εξαιρέσεις και περιορισμούς.
Η θέσπιση πλαφόν 300€ στην προσωπική διαφορά για όσους διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.4.2023 δημιουργεί αδικαιολόγητες μισθολογικές ανισότητες μεταξύ υπαλλήλων με ίδια καθήκοντα και προσόντα. Η διάταξη πρέπει να απαλειφθεί, ώστε να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση και η πλήρης μισθολογική εξίσωση όλων των εργαζομένων.
Η επιβολή ανώτατου ορίου 300€ στην προσωπική διαφορά των υπαλλήλων που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.4.2023 εισάγει αδικαιολόγητη μισθολογική διάκριση. Προτείνεται η διαγραφή της σχετικής πρόβλεψης και η πλήρης καταβολή της προσωπικής διαφοράς σε όλους τους δικαιούχους.
Το πλαφόν των 300€ στην προσωπική διαφορά συντηρεί υπαλλήλους δύο ταχυτήτων και παραβιάζει την αρχή της ίσης αμοιβής για ίση εργασία. Ζητείται η κατάργησή του, ώστε η προσωπική διαφορά να αποδίδεται πλήρως σε όλους τους δικαιούχους.
Το άρθρο 53, παρά τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της προσωπικής διαφοράς, εξακολουθεί να διατηρεί μια προφανή μισθολογική αδικία. Υπάλληλοι που κατέχουν την ίδια θέση, διαθέτουν τα ίδια προσόντα και ασκούν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα εξακολουθούν να αμείβονται διαφορετικά, αποκλειστικά λόγω του χρόνου διορισμού ή μετάταξής τους.Η θέσπιση ανώτατου ορίου προσωπικής διαφοράς ύψους 300 ευρώ δεν αποκαθιστά την ανισότητα, αλλά την παγιώνει. Η διαφορετική αμοιβή για εργασία ίδιας αξίας δεν μπορεί να δικαιολογείται από ένα τυχαίο χρονικό κριτήριο, το οποίο δεν συνδέεται ούτε με την απόδοση ούτε με το επίπεδο ευθύνης του υπαλλήλου.Η διάταξη οφείλει να αναθεωρηθεί ώστε να αρθεί πλήρως κάθε μισθολογική διαφοροποίηση μεταξύ υπαλλήλων που τελούν υπό τις ίδιες υπηρεσιακές συνθήκες. Η ισότητα δεν μπορεί να εφαρμόζεται μερικώς ούτε να υπόκειται σε πλαφόν.
Η πρόβλεψη ανώτατου ορίου 300 ευρώ στην προσωπική διαφορά αναιρεί στην πράξη τον σκοπό της ρύθμισης. Διατηρεί αδικαιολόγητες μισθολογικές αποκλίσεις μεταξύ εργαζομένων με τα ίδια καθήκοντα και προσόντα, διαιωνίζοντας το καθεστώς των «δύο ταχυτήτων». Η διάταξη πρέπει να απαλειφθεί, ώστε να αποκατασταθεί πλήρως η αρχή της ίσης αμοιβής για την ίδια εργασία.
Η προτεινόμενη ρύθμιση δημιουργεί απαράδεκτες μισθολογικές ανισότητες μεταξύ υπαλλήλων που έχουν τα ίδια προσόντα, την ίδια προϋπηρεσία και εκτελούν τα ίδια καθήκοντα, αποκλειστικά λόγω της ημερομηνίας διορισμού ή μετάταξης.
Το πλαφόν των 300€ είναι αυθαίρετο και οδηγεί σε μόνιμες απώλειες αποδοχών, ακυρώνοντας στην πράξη τον σκοπό της προσωπικής διαφοράς. Παράλληλα, ο συμψηφισμός με τις μισθολογικές αυξήσεις στερεί από τους υπαλλήλους κάθε πραγματική βελτίωση εισοδήματος.
Απαιτείται η άμεση κατάργηση του πλαφόν, η εφαρμογή ενιαίων κανόνων για όλους, η ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς στον βασικό μισθό και η κατάργηση του συμψηφισμού, ώστε να αποκατασταθεί η αρχή της ίσης αμοιβής για ίση εργασία.
Το πλαφόν διαιωνίζει την ύπαρξη εργαζομένων διαφορετικών ταχυτήτων και θα πρέπει να καταργηθεί, προκειμένου να διασφαλιστεί μια ενιαία και δίκαιη μισθολογική αντιμετώπιση όλων.
Θετική εξέλιξη αποτελεί η επέκταση της προσωπικής διαφοράς στους υπαλλήλους που εντάσσονται στη ρύθμιση, καθώς και η προσθήκη της λέξης «εφεξής», η οποία διασφαλίζει τη μελλοντική εφαρμογή της. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη αποτελεί ένα σημαντικό βήμα. Ωστόσο, η θέσπιση του ανώτατου ορίου των 300 ευρώ δεν επιτρέπει την πλήρη αποκατάσταση της μισθολογικής ισότητας μεταξύ υπαλλήλων με τα ίδια προσόντα και καθήκοντα. Όσοι διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν έστω και μία ημέρα μετά την 31η.03.2023 εξακολουθούν να υφίστανται διαφορετική μισθολογική μεταχείριση, έχοντας στερηθεί επί σχεδόν τρία έτη σημαντικά ποσά αποδοχών χωρίς αντικειμενική δικαιολογία. Επιπλέον, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ρητά ότι η προσωπική διαφορά δεν θα συμψηφίζεται με μελλοντικές μισθολογικές αυξήσεις, ώστε να διατηρείται το ουσιαστικό όφελος της ρύθμισης.
Τέλος, κρίνεται αναγκαίο να οριστεί σαφές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής και καταβολής της, προκειμένου να αποφευχθούν καθυστερήσεις και να διασφαλιστεί η άμεση υλοποίησή της.
Σχόλιο σχετικά με το άρθρο 53:
Η επίκληση του επιχειρήματος ότι το πλαφόν των 300 ευρώ τίθεται για να «μην ανοίξει η ψαλίδα» με υπαλλήλους που λαμβάνουν μικρότερη προσωπική διαφορά (π.χ. 50 ευρώ) στερείται κάθε μισθολογικής και επιστημονικής λογικής. Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί ένα οριζόντιο επίδομα, αλλά το προϊόν μιας αντικειμενικής μαθηματικής σύγκρισης αποδοχών. Το γεγονός ότι ορισμένοι υπάλληλοι έχουν μικρότερη διαφορά σημαίνει απλώς ότι οι αποδοχές τους δεν είχαν υποστεί τη μισθολογική καθίζηση άλλων συναδέλφων τους. Η προσπάθεια «εξίσωσης προς τα κάτω» δεν αποκαθιστά καμία δικαιοσύνη· αντίθετα, τιμωρεί αυθαίρετα όσους υπέστησαν τις μεγαλύτερες απώλειες.
Είναι σαφές ότι το ζήτημα δεν είναι δημοσιονομικό. Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί μια μόνιμη ή διογκούμενη δαπάνη για τον προϋπολογισμό, καθώς βάσει του πρόσφατου ν. 5193/2025 τα ποσά άνω των 300 ευρώ υπόκεινται ήδη σε μερικό συμψηφισμό (50%) με τις γενικές μισθολογικές αυξήσεις. Η όποια δαπάνη, επομένως, αποσβένεται σταδιακά και ελεγχόμενα από μόνη της σε βάθος χρόνου. Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένα οικονομικό επιχείρημα που να δικαιολογεί τη μετατροπή ενός ορίου προστασίας σε «κόφτη» των αποδοχών των νεότερων υπαλλήλων.