Άρθρο 18 – Μεταβίβαση περιουσίας από υφιστάμενα νομικά πρόσωπα

1. Σωματεία, ιδρύματα ή αστικές εταιρίες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που έχουν συσταθεί από θρησκευτικές κοινότητες και λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, μπορούν να μεταβιβάσουν λόγω δωρεάς, χωρίς φορολογική ή άλλη επιβάρυνση, την περιουσία τους στα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα που θα συστήσουν οι αυτές θρησκευτικές κοινότητες, ακόμα και αν το καταστατικό τους ορίζει διαφορετικά, υπό την προϋπόθεση της λήψης σχετικής ομόφωνης απόφασης όλων των μελών τους, σε συνέλευση που θα συνέλθει ειδικά για το θέμα αυτό.
2. Εκκλησίες που αναγνωρίζονται δυνάμει του άρθρου 13 δύνανται να μεταβιβάζουν, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις του κανονισμού τους και χωρίς φορολογική ή άλλη επιβάρυνση, περιουσιακά τους στοιχεία σε άλλα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα που υπάγονται σ’ αυτές πνευματικά ή διοικητικά.

  • 3 Απριλίου 2014, 00:05 | ΤΣΕΛΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Ακύρωση του αμέσως προηγούμενου σχολίου διότι δεν προοριζόταν για αυτό το άρθρο. Δεν ήξερα ότι τα σχόλια πάνε ανά άρθρο ξεχωριστά. Έπειτα το διαπίστωσα.

  • 2 Απριλίου 2014, 23:58 | ΤΣΕΛΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Θα ήθελα να υποβάλλω και εγώ τις ενστάσεις και τις προτάσεις μου σχετικά με το νομοσχέδιο αυτό.
    Ξεκινώντας θα ήθελα να αναφέρω ότι αυτά τα θέματα είναι πολύ ευαίσθητα, και άπτονται των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου, και ως εκ τούτου πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ’όψιν τους διεθνείς νόμους των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών.
    1. Στο άρθρο 2 αναφέρεται ότι για να συσταθεί ένα θρησκευτικό νομικό πρόσωπο, χρειάζονται τριακόσια τουλάχιστον πρόσωπα. Αυτό όμως αδικεί τις θρησκευτικές κοινότητες οι οποίες είναι μικρές και δεν συμπληρώνουν τον απαιτούμενο αριθμό. Στο άρθρο 2 παρ.1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο Κυρώθηκε με το Ν.2462/1997 (ΦΕΚ Α’ 25/26.2.97),(εφεξής Δ.Σ.Α.Π.Δ.) αναφέρεται ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη δεν πρέπει να επιτρέπουν μέσα στην επικράτειά τους οποιαδήποτε διάκριση, ιδίως φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκεύματος, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή κάθε άλλης κατάστασης. Αυτό όμως αποτελεί διάκριση απέναντι στις μικρές θρησκευτικές κοινότητες, τα μέλη των οποίων δεν θα μπορούν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, το οποίο θα μπορούν να ασκήσουν μέλη μεγαλύτερων θρησκευτικών κοινοτήτων. Αυτό είναι διάκριση με βάση την αριθμητική τους κατάσταση. Επίσης στο Σύνταγμα της Ελλάδος στο άρθρο 4 παρ. 1 και 2, λέει ότι όλοι οι Έλληνες πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, και έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Έτσι όμως ένας Έλληνας πολίτης που ανήκει σε μία μικρή θρησκευτική ομάδα δεν έχει τα ίδια δικαιώματα που έχει ένας άλλος που ανήκει σε μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα. Εγώ προτείνω Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο να μπορεί να συσταθεί από ένωση προσώπων της αυτής θρησκευτικής κοινότητας, εφόσον το επιθυμούν, ανεξαρτήτως αριθμού προσώπων. Άλλωστε ο νόμος πρέπει να δείχνει την ευαισθησία του ακριβώς εκεί, στις μικρές και αδύνατες θρησκευτικές ομάδες.
    2. Στο άρθρο 9 αναφέρεται ότι τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα δικαιούνται να ιδρύουν και να λειτουργούν μεταξύ άλλων και ραδιοφωνικούς σταθμούς, κατά τις κείμενες διατάξεις. Οι κείμενες διατάξεις όμως, (Ν.2328/1995 άρθρο 7 παρ. 2.) για την ίδρυση ραδιοφωνικών σταθμών, προβλέπουν ότι κάθε Σεπτέμβριο, καθώς και όποτε άλλοτε υπάρξουν διαθέσιμες συχνότητες, μετά από υπουργική απόφαση, γίνεται προκήρυξη σε κάθε νομό συγκεκριμένων θέσεων αδειών. Από το έτος 1995 όμως και μέχρι σήμερα, ποτέ δεν εκδόθηκαν οι υπουργικές αυτές αποφάσεις και δεν έγινε ποτέ προκήρυξη αδειών σε κανένα νομό, με εξαίρεση μία φορά μόνο στο νομό Αττικής. Επίσης, τις ίδιες υπουργικές αποφάσεις προβλέπει και ο νόμος 3592/2007, οι οποίες ποτέ δεν εκδόθηκαν και ποτέ δεν έγινε καμία προκήρυξη. Οπότε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, σε καμία περίπτωση κάποιο θρησκευτικό νομικό πρόσωπο δεν πρόκειται να έχει την ευκαιρία να ιδρύσει ένα ραδιοφωνικό σταθμό, διότι και εάν παρ’ελπίδα γίνει προκήρυξη, εκ των πραγμάτων, είναι αδύνατον μερικοί άνθρωποι οι οποίοι θέλουν αφιλοκερδώς να διαδώσουν και να κηρύξουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, να μπορέσουν να ανταγωνιστούν στον διαγωνισμό ραδιοφωνικές εταιρίες οι οποίες φυσικά έχουν μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια. Στο άρθρο 19 παρ.2 και 3 του Δ.Σ.Α.Π.Δ. αναφέρεται ότι: «2. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της αναζήτησης, της λήψης και της μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων κάθε είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, προφορικά, γραπτά, σε έντυπα, σε κάθε μορφή τέχνης ή με κάθε άλλο μέσο της επιλογής του. 3. Η άσκηση των δικαιωμάτων, που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, συνεπάγεται ειδικά καθήκοντα και ευθύνες. Μπορεί, επομένως, να υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, οι οποίοι όμως πρέπει να προβλέπονται με σαφήνεια από το νόμο και να είναι απαραίτητοι:
    α. Για το σεβασμό των δικαιωμάτων ή της υπόληψης των άλλων.
    β. Για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας ή των χρηστών ηθών.»
    Στην χώρα μας, με τις υπάρχουσες κείμενες διατάξεις, καμία θρησκευτική ομάδα δεν έχει την δυνατότητα να μεταδώσει τις θρησκευτικές της απόψεις με μέσο επιλογής της έναν ραδιοφωνικό σταθμό, πράγμα που αντιβαίνει στο συγκεκριμένο άρθρο που αναφέραμε. Εγώ προτείνω, για την ίδρυση ραδιοφωνικών σταθμών και την λειτουργία τους, τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα, να μην περιορίζονται από τις κείμενες διατάξεις, αλλά να υπάρχει ειδική διάταξη που να επιτρέπει σε αυτά την ίδρυση και λειτουργία ραδιοφωνικών σταθμών και έξω από τις κείμενες διατάξεις, με μόνο όμως σκοπό την μετάδοση θρησκευτικών απόψεων και ιδεών, με παράλληλη απαγόρευση χρησιμοποίησής τους ως ραδιοφωνικές επιχειρήσεις, που θα έχουν δηλαδή διαφημίσεις και θα αποφέρουν έσοδα, θα συντηρούνται με αυτοπροαίρετες προσφορές, και τηρουμένων βεβαίως των περιορισμών της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου 19 του Δ.Σ.Α.Π.Δ.
    3. Στο άρθρο 13 εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις και τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα άρθρα 3 και12 μερικές συγκεκριμένες Εκκλησίες και οι θρησκευτικές κοινότητες που υπάγονται διοικητικά σε αυτές. Επίσης στο άρθρο 16 αναφέρεται ότι ούτε καν εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος για συγκεκριμένες θρησκευτικές κοινότητες. Στο άρθρο 19 παρ. 1 του Δ.Σ.Α.Π.Δ. αναφέρεται ρητά ότι » Κανείς δεν πρέπει να υπόκειται σε διακριτική μεταχείριση και να παρενοχλείται για τις απόψεις του.» Εδώ όμως άλλα ισχύουν για τον ένα και άλλα για τον άλλο. Και λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεων και τοποθετήσεών του κάποιος άνθρωπος ή κάποια θρησκευτική ομάδα έχει περισσότερα ή λιγότερα δικαιώματα, περισσότερες ή λιγότερες υποχρεώσεις, και περισσότερους ή λιγότερους περιορισμούς. Αυτό λέγεται διακριτική μεταχείριση. Εγώ προτείνω οι ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα να έχουν όλες οι θρησκευτικές ομάδες.
    Επειδή λοιπόν το Δ.Σ.Α.Π.Δ. αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου, έχει υπερνομοθετική τυπική ισχύ στην Ελληνική έννομη τάξη, και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του συντάγματος υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, καλά θα κάνουμε να προσέξουμε να αλλάξουμε αυτά τα σημεία τα οποία έρχονται σε αντίθεση με τους παραδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, με το κοινό αίσθημα περί δικαίου, και είναι σίγουρο ότι θα προκαλέσουν δυσαρέσκεια και ίσως κοινωνική αναταραχή. Άλλωστε και στο Σύνταγμα της Ελλάδος στο άρθρο 4 παρ. 1 και 2 λέει ότι όλοι οι Έλληνες πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, και έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ας μην φτιάχνουμε νόμους οι οποίοι να περιέχουν εξαιρέσεις και διακρίσεις, αλλά νόμους οι οποίοι να εμπεδώνουν την δικαιοσύνη και την αμεροληψία, και να ανοίγουν νέους ορίζοντες στην ελευθερία και την έκφραση.