ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ – ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ακυρότητες

ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ακυρότητες

Άρθρο 170. Διάκριση ακυροτήτων. Oι ακυρότητες διακρίνονται σε σχετικές και απόλυτες.

Άρθρο 171.- Απόλυτη ακυρότητα. Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει:
1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και του παρόντος Κώδικα για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του, β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο, γ) την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος, δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.
2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση.
3. Αν ο υποστηρίζων την κατηγορία παρέστη παράνομα στην διαδικασία του ακροατηρίου.

Άρθρο 172.- Σχετική ακυρότητα. Σχετική ακυρότητα επέρχεται σε κάθε περίπτωση που ο νόμος απαγγέλλει ακυρότητα που δεν υπάγεται στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου.
2. Σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και όταν ο εισαγγελέας ή ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση.

Άρθρο 173.- Ακυρότητα από την παράβαση των διατάξεων για τα δικαστικά τέλη και τα ένσημα. Με την επιφύλαξη αντίθετης ρύθμισης, αν δικαστής ή οποιοσδήποτε δημόσιος υπάλληλος που εκτελεί καθήκοντα στην ποινική διαδικασία, συντάξει ή δεχθεί έγγραφο, το οποίο δεν έχει ή έχει ελλιπές το τέλος ή το ένσημο που επιβάλλεται από τον νόμο, η ποινική διαδικασία δεν είναι άκυρη, ούτε η παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας που ασκήθηκε με αυτήν.

Άρθρο 174.- Πρόταση της ακυρότητας. 1. Η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Αν η απόλυτη ακυρότητα αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ή να προταθεί ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο.
2. Η σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή από τους διαδίκους που έχουν συμφέρον. Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της. Αν αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας ή προπαρασκευαστικής, πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό.
3. Εκτός από την απόλυτη ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 171, η σχετική ακυρότητα που προήλθε από ενέργεια ή παράλειψη του εισαγγελέα ή του διαδίκου ή που έγινε δεκτή ρητά από αυτούς, δεν μπορεί να προταθεί από τους ίδιους.

Άρθρο 175.- Πότε καλύπτεται η ακυρότητα. 1. Ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται.
2. Η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητήριου θεσπίσματος και του καταλόγου των μαρτύρων, η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 167 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της, μέχρι να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο. Μπορεί όμως το δικαστήριο να αναβάλει τη συζήτηση, αν κρίνει ότι από την ακυρότητα, μολονότι δεν προτάθηκε, είναι δυνατό να προξενηθεί βλάβη στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου.

Άρθρο 176.- Κήρυξη της ακυρότητας. Επανάληψη των άκυρων πράξεων. 1. Αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Αν κατά του βουλεύματος ή της απόφασης ασκήθηκε ένδικο μέσο, η αρμοδιότητα για την κήρυξη της ακυρότητας ανήκει στο συμβούλιο ή το δικαστήριο που αποφασίζει για το ένδικο μέσο.
2. Η ακυρότητα μιας πράξης καθιστά άκυρες και τις εξαρτημένες από αυτήν μεταγενέστερες πράξεις της ποινικής διαδικασίας. Ο δικαστής μπορεί να κηρύξει άκυρες και πράξεις σύγχρονες ή προγενέστερες, μόνο όταν είναι συναφείς με εκείνη που ακυρώθηκε.
3. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο κηρύσσοντας την ακυρότητα διατάσσει την επανάληψη των άκυρων πράξεων, αν τούτο είναι αναγκαίο και εφικτό.
4. Η απαγγελία της ακυρότητας έχει ως συνέπεια την επιστροφή της διαδικασίας στο στάδιο ή στον βαθμό στον οποίο έλαβε χώρα η άκυρη πράξη, εκτός αν ρητά ορίζεται διαφορετικά στο νόμο. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση των σχετικών ακυροτήτων που αφορούν τις αποδείξεις.
5. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ο δικαστής ή άλλος υπάλληλος που εκτελεί καθήκοντα στην ποινική διαδικασία, αν αντιληφθεί κάποιο λόγο ακυρότητας για πράξη που τέλεσε ο ίδιος, έχει υποχρέωση, αν είναι δυνατό, να την επαναλάβει αμέσως.

  • 10 Απριλίου 2019, 16:52 | Ελευθέριος Μοίρας
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Για το άρθρο 175. Η ακυρότητα της κλήσης, κυρίως του κλητήριου θεσπίσματος και των επιδόσεων τους είναι ορθότερο να μπορεί να προταθεί μέχρι την ουσιαστική έναρξη της συζήτησης ήτοι μέχρι την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα και όχι μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασία! Γνωρίζω ότι η νομολογία αναφέρει και την ουσιαστική έναρξη της συζήτησης και την έναρξη της αποδεικτική διαδικασία, ότι στην πράξη – πλην ΜΟΔ – δεν γίνεται ανάπτυξη της κατηγορίας από τον εισαγγελέα όμως ως φάση διαδικαστική είναι υπαρκτή και αναφέρεται πάντα στα πρακτικά. Και είναι ορθότερο απώτερο όριο να είναι η ουσιαστική έναρξη της συζήτησης διότι ο νομοθέτης «καίγεται» να ολοκληρωθεί η εκκρεμότητα με την τυχόν ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος αφού το κλητήριο θέσπισμα και η επίδοσή του α) επιφέρουν αναστολή της παραγραφής, β) καθορίζουν την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου αφού περιέχει την κατηγορία γ) από το κλητήριο θέσπισμα που αναφέρει την κατηγορία προκύπτει ποιος δικαιούται να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κλπ Ουσιαστικά το κλητήριο θέσπισμα και η επίδοσή του είναι τα θεμέλια της διαδικασίας στο ακροατήριο. Να γιατί καίγεται ο νομοθέτης να τελειώνει με αυτή την εκκρεμότητα και να το γιατί υπάρχει και διαφορετική ρύθμιση με το μέχρι πότε δικαιούται να παρασταθεί ο πολιτικώς ενάγων (το πρώτο πρέπει να τελειώνει αμέσως και πρώτα! ως εκκρεμότητα, αυτό κρίνει τα πάντα! ενώ το δεύτερο δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και να καθυστερήσει) Να και γιατί η νομολογία παγίως ανέφερε ότι οι ειδικοί λόγοι έφεσης – κυρίως η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος η ακυρότητα της κλήσης και των επιδόσεων τους – έπρεπε να αναπτυχθούν μέχρι την απαγγελία των λόγων εφέσεως από τον εισαγγελέα. Οι λύσεις του ισχύοντα κώδικα είναι ορθότερες και λογικά και δογματικά. Γιατί τα αλλάζουμε? Δείτε και τα σχόλια μου στα άρθρα 67 και 502