ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ – ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ποινική δικαιοδοσία

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ποινική δικαιοδοσία

Άρθρο 1.- Ποινικά Δικαστήρια. Ποινική δικαιοδοσία ασκούν τα εξής δικαστήρια: α) τα πλημμελειοδικεία, β) τα δικαστήρια των ανηλίκων, γ) τα μικτά ορκωτά δικαστήρια , δ) τα εφετεία, ε) ο Άρειος Πάγος.

Άρθρο 2.- Εξαιρέσεις από την ποινική δικαιοδοσία. Στη δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων δεν εμπίπτουν: α) Οι αρχηγοί των ξένων κρατών, β) οι διπλωματικοί αντιπρόσωποί τους που είναι διαπιστευμένοι στην Ελλάδα, γ) το προσωπικό της διπλωματικής αντιπροσωπείας ξένου κράτους που είναι διαπιστευμένο στην Ελλάδα, δ) τα μέλη της οικογένειας των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α και β και κατοικούν μαζί τους, ε) το υπηρετικό προσωπικό των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α και β, όταν έχει την ίδια υπηκοότητα, και στ) όλα τα άλλα πρόσωπα που απολαμβάνουν το προνόμιο της ετεροδικίας με βάση είτε συμβάσεις που έχουν συναφθεί με άλλα κράτη είτε διεθνή έθιμα που γίνονται αποδεκτά από όλα τα κράτη.

  • 15 Μαρτίου 2019, 13:35 | ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

    ΝΕΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚHΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ :
    ΘΕΣΜΟΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
    «ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ» ΚΑΙ «ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΓΕΣ»
    ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

    ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ, ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
    Του Κώστα Παπαδάκη, δικηγόρου, συνηγόρου πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χ.Α.

    ……………..

    1) ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

    Αναρτήθηκε πριν λίγες ημέρες και δόθηκε στη δημοσιότητα για διαβούλευση το σχέδιο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που καταρτίστηκε από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης που έχει συγκροτηθεί από το 2015.
    Σε αντίθεση με το σχέδιο Ποινικού Κώδικα, οι μεταρρυθμίσεις και τροποποιήσεις του σχεδίου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι πολύ λιγότερες, κυρίως παρακολουθηματικές της φιλοσοφίας του Ποινικού Κώδικα για τα οικονομικά αδικήματα, η σχετικοποίηση των οποίων υλοποιείται με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μέσα από την αναβάθμιση του Εισαγγελέα και από θεσμούς νέους που δημιουργούνται, όπως η αποχή από την ποινική δίωξη, η ποινική διαταγή, η μη άσκηση ποινικής δίωξης, η αναστολή της έρευνας ποινικών αδικημάτων, η ποινική συνδιαλλαγή και η ποινική διαπραγμάτευση.
    Ωστόσο, λόγω του τεράστιου όγκου του κειμένου του Κ.Ποιν.Δ. σε σχέση με αυτό του Π.Κ. οι επιχειρούμενες αλλαγές δεν παύουν να είναι αρκετές. Οι αντιφάσεις διαπερνούν και αυτό το σχέδιο :
    Από τη μία μεριά πανηγυρικές διατυπώσεις του τεκμηρίου αθωότητας και αρκετές βελτιώσεις υπερασπιστικών δικαιωμάτων, από την άλλη ενίσχυση της εισαγγελικής και δικαστικής αυθαιρεσίας με τους παραπάνω θεσμούς.
    Σε κάποιες περιπτώσεις το σχέδιο αποκαθιστά ελλείψεις και αδικίες των διατάξεων που ισχύουν, σε καμία περίπτωση όμως δεν αποκαθιστά τυπικά και ουσιαστικά τα δικαιώματα των διαδίκων στο επίπεδο που βρίσκονταν πριν τις τελευταίες νομοθετικές επιδρομές αποψίλωσής τους και ακόμη χειρότερα ούτε καν το διατυπώνει σαν στόχο και ανάγκη.
    Το κείμενο αυτό αποτελεί μια πρώτη προσέγγιση στο περιεχόμενό του, με σύντομες απόψεις και σχόλια, χωρίς να διεκδικεί σε καμία περίπτωση χαρακτηριστικά πληρότητας, κάτι που θα προϋπέθετε πολυήμερη απασχόληση, που όμως και δεν είναι εφικτή και δεν υπηρετεί την ανάγκη της άμεσης και επίκαιρης προβολής των σχολίων και απόψεων που ακολουθούν.
    Και είναι και πολύ συνοπτική ως αποτέλεσμα της ανάγκης να διανυθεί «η ύλη» σε ελάχιστο χρόνο με τη βεβαιότητα ότι έχουν παραβλεφθεί πολλές διατάξεις που δεν θίγονται, πράγμα για το οποίο ελπίζω στην συγνώμη των αναγνωστών.
    Άλλωστε το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει ορίσει και για αυτό το Ν/Σ ως ημερομηνία ολοκλήρωσης της διαβούλευσης την 27-3-2019, δηλαδή κάτι λιγότερο από τρεις εβδομάδες για ένα νομοσχέδιο το οποίο επωαζόταν στις συνεδριάσεις της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, όπως και στον Ποινικό Κώδικα.
    Συζήτησή τους δεν θα γίνει ούτε στη Βουλή, η οποία θα κληθεί με τη «διαδικασία των κωδίκων» να πεί ένα ναι ή όχι συνολικά στο σχέδιο νόμου που θα εισαχθεί μετά την ολοκλήρωση της «διαβούλευσης», χωρίς κατ άρθρο συζήτηση και τροπολογίες..
    Αυτός είναι ο τρόπος αντίληψης της κοινωνικής συμμετοχής και των δημοσίων διαβουλεύσεων από την «κυβέρνηση της πρώτης φοράς…..» για τόσο σημαντικά εγχειρήματα και μακρόχρονες μεταρρυθμίσεις.
    Το γεγονός ότι η παραγωγή των σχεδίων Π.Κ. και Κ.Ποιν.Δ. είναι τουλάχιστον αυτόχθονη και όχι υπαγορευμένη από την τρόϊκα – συγνώμη ήθελα να πώ «τους θεσμούς» – όπως καθ ομολογίαν στη Βουλή του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης υπήρξε ο ν. 4335/2015 που, ψηφισμένος με την ίδια διαδικασία, αντικατέστησε τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας από 1/1/2016, δεν αποτελεί παρηγοριά, τουλάχιστον για τον γράφοντα.
    Μεθοδολογικά λοιπόν θα αποτυπωθούν ορισμένες γενικές παρατηρήσεις που αποτυπώνουν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του νέου σχεδίου του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ακολουθεί ο κατ’ άρθρο σχολιασμός ορισμένων από τα άρθρα και κεφάλαιά του και το κείμενο κλείνει με συμπεράσματα και κατευθύνσεις. Είναι αυτονόητο ότι συνολική εκτίμηση του επιχειρούμενου έργου της κυβέρνησης στο χώρο του ποινικού δικαίου δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά και μόνο από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά απαιτείται μια συνολική συνεκτίμηση αυτού, του Ποινικού Κώδικα, αλλά και της Σωφρονιστικού Κώδικα, αν τελικά εκδηλωθεί και σε αυτόν η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία.
    Επιφυλάσσομαι συνεπώς για ένα νεότερο συνολικό κείμενο, ενδεχομένως λαμβάνοντας υπόψη και το διάλογο ο οποίος ήδη έχει ανοίξει και θα συνεχιστεί τις επόμενες ημέρες στα πλαίσια της «διαβούλευσης».

    2) ΒΑΣΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
    Βασικές κατευθύνσεις του νέου σχεδίου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι :
    1. Ο προσανατολισμός του κύριου και μεγαλύτερου μέρους των μεταρρυθμίσεών του στην αντιμετώπιση των μεγάλων οικονομικών αδικημάτων με την αναδιάταξη της προδικασίας, την πρόβλεψη ειδικών ανακριτικών πράξεων και την εκτεταμένη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και στη συνέχεια θέσπιση πολλαπλής διαδικασίας συνδιαλλαγών με σκοπό την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, ακόμη και με διαπραγμάτευση της ποινής.
    2. Οι Εισαγγελικές υπερεξουσίες, τόσο με τη δημιουργία υπερεισαγγελέων διαφθοράς και οικονομικού εγκλήματος, όσο και με την πρόβλεψη πολλαπλών δυνατοτήτων αποχής από την ποινική δίωξη, την ποινική συνδιαλλαγή και την ποινική διαπραγμάτευση με εμφανή στόχο την αποσυμφόρηση των ακροατηρίων.
    3. Ο απροκάλυπτος εκτοπισμός από το πεδίο λειτουργίας των δικαστηρίων και το δικαίωμα ακρόασης των υποθέσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου με τη θέσπιση της λεγόμενης «ποινικής διαταγής, που προβλέπει εκδίκαση χωρίς δικαίωμα ακρόασης του κατηγορουμένου, με αντάλλαγμα την επιβολή μειωμένης χρηματικής ποινής ή ποινής φυλάκισης.
    4. Η κατάργηση του πολιτικώς ενάγοντος και της δυνατότητας του παθόντος να διεκδικεί έστω και συμβολική χρηματική ικανοποίηση ή αποζημίωση από τα ποινικά δικαστήρια και η μετονομασία του σε «παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας», που όμως έχει δικαίωμα να παρίσταται ακόμη και αν έχει αποσβεσθεί η αστική του αξίωση.
    5. Η κατάργηση του αστικά υπεύθυνου.
    6. Η απαλοιφή της εξαίρεσης του μέτρου της προσωρινής κράτησης για ανάπηρους.
    7. Η κατάργηση των πταισματοδικείων, απόρροια της κατάργησης των πταισμάτων από το ταυτόχρονο σχέδιο Π.Κ.
    8. Η πανηγυρική διατύπωση – αν και συγκρουόμενη με πολλές από τις επιχειρούμενες τροποποιήσεις – θεμελιωδών αρχών της ποινικής δικονομίας, όπως είναι το τεκμήριο αθωότητας και οι αμφιβολίες προς όφελος του κατηγορουμένου, η άσκηση του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, καθώς και η υποχρέωση ενημέρωσης των στοιχειωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου,
    9. Η κατάργηση του θρησκευτικού όρκου.
    10. Η αποκατάσταση της αρμοδιότητας των Τριμελών Εφετείων Κακουργημάτων που είχε αποψιλωθεί από τα Μονομελή.
    11. Στο επίπεδο των δικονομικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων ο Κώδικας έχει – έστω και αποσπασματικά – αρκετά βήματα αποκατάστασης ή μετριασμού αυθαιρεσιών. Ενδεικτικά :
    – Απαλοιφή περιορισμών στην εξαίρεση των δικαστών,
    – Δικαίωμα του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας να έχει πρόσβαση στη δικογραφία και κατά την προκαταρκτική εξέταση, στο στάδιο της κλήσης του υπόπτου για παροχή εγγράφων εξηγήσεων,
    – Επαναπρόβλεψη επίδοσης απορριπτικής, για την έγκληση, εισαγγελικής διάταξης ως αφετήριου χρόνου για την προθεσμία προσφυγής,
    – Κατάργηση παραβόλων στις περισσότερες περιπτώσεις,
    – Υποχρέωση του ανακριτή να εκδίδει αιτιολογημένη διάταξη όταν απορρίπτει αιτήματα διενέργειας αποδεικτικών πράξεων του κατηγορουμένου,
    – Υποχρεωτική καθιέρωση τήρησης πρακτικών με φωνοληψία σε δίκες κακουργημάτων,
    – Πλήρης παροχή της αρμοδιότητας στο δικάζον δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης, να αίρει εξ’ ολοκλήρου ή να αντικαθιστά προσωρινή κράτηση και περιοριστικούς όρους.
    – Καθιέρωση γενικευμένης αυτεπάγγελτης υποχρέωσης γνωστοποίησης της εισαγγελικής πρότασης στους διαδίκους μετά την περάτωση της κύριας ανάκρισης.
    – Γενίκευση της υποχρέωσης γνωστοποίησης των μαρτύρων κατηγορίας από εισαγγελέα και παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας 5 ημέρες πριν τη δίκη, ακόμη και για αδικήματα του Μονομελούς.
    – Αποτροπή αιφνιδιασμού του κατηγορουμένου με μάρτυρες και έγγραφα που προσκομίζονται στη διάρκεια της δίκης, χωρίς να έχουν προηγουμένως γνωστοποιηθεί.
    – Αύξηση της προθεσμίας αναίρεσης, κατά καταδικαστικής απόφασης από κατηγορούμενο, σε 20 ημέρες (που και αυτή είναι μικρή), ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ασκείται. Παραμένουν αμετάβλητες και δυσανάλογα ασφυκτικές οι υπόλοιπες προθεσμίες.

    3) ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΑΡΘΡΩΝ

    Πρώτο Τμήμα: Άρθρα 1- 26
    Διατυπώνεται η κατάργηση των πταισματοδικείων (1) αφού στον νέο ΠΚ καταργούνται τα πταίσματα, καθώς και οι νέοι θεσμοί, ως αρμοδιότητες των πλημμελειοδικών, άσκηση εξουσίας και έκδοση ποινικής διαταγής άρθρου 3.
    Θετικές τροποποιήσεις :
    Α) Αρθρο 15 : Η απαλοιφή της φράσης
    «ο τρόπος γενικά που διευθύνεται η διαδικασία ή υποβάλλονται ερωτήσεις στους μάρτυρες και τους κατηγορουμένους δεν μπορεί μόνος του να θεμελιώσει αυτό το λόγο για εξαίρεση» (άρθρο 15 παρ. 2 του ισχύοντος)
    αποκαθιστά το δικαίωμα υποβολής αιτήσεων εξαίρεσης και στην περίπτωση αυτή, αρκετά συνηθισμένη στα ακροατήρια που αναιτιολόγητα περιοριζόταν με τη διάταξη που απαλείφεται και αποδυναμώνει την δικαστική αυθαιρεσία στερώντας της ένα πεδίο ασυλίας της.
    Β) Προβλέπεται ρητά ότι οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να πληροφορηθούν και το όνομα του Εισαγγελέα πριν από τη σύνταξη της πρότασής του, επί της αίτησης εξαίρεσης που έχουν υποβάλει και του Συμβουλίου από τη στιγμή που ο Εισαγγελέας θα υποβάλει σε αυτό την πρότασή του (άρθρο 16 παρ. 2 προστίθεται).
    Είναι κάτι που πρέπει να αποτελέσει οδηγό και στην όλη διαδρομή κάθε ποινικής υπόθεσης, αντί να μένει μυστικό στον διάδικο το όνομα του εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεσή του.
    Γ) Επίσης καταργείται το παράβολο 50 ευρώ, που αποτελούσε προϋπόθεση του παραδεκτού αίτησης εξαίρεσης (άρθρο 18).
    Αρνητική διάταξη
    Παραμένει, κακώς, η παρ. 2 του άρθρου 21, σύμφωνα με την οποία «αν οι προβαλλόμενοι λόγοι της απορριφθείσας αίτησης εξαίρεσης αποδειχθούνε εντελώς ψευδείς, ο αιτών καταδικάζεται σε χρηματική ποινή 50-250 ευρώ».
    Πρόταση θέσπισης αναιτιολόγητης εξαίρεσης δικαστών
    Έχω τη γνώμη ότι, με δεδομένο αφενός το εύρος των υποκειμενικών εξουσιών του δικαστή και αφετέρου της αποψίλωσης των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων μέσω της υπαγωγής της συντριπτικής πλειοψηφίας της δικαστικής ύλης των κακουργημάτων στα Εφετεία, ότι είναι ώριμο από καιρό και θα πρέπει να καθιερωθεί και κατά την εκδίκαση πλημμελημάτων και κακουργημάτων από αμιγή δικαστήρια δικαστών το δικαίωμα αναιτιολόγητης εξαίρεσης έως ενός δικαστή σε τριμελείς συνθέσεις και έως δύο σε περισσότερες, καθώς και ενός Εισαγγελέα, υπέρ του κατηγορουμένου, όπως ισχύει στα ΜΟΔ και ΜΟΕ (άρθρο 396).

    Δεύτερο Τμήμα: Άρθρα 27-32
    Καταργείται και τυπικά ο Δημόσιος Κατήγορος (άρθρο 27), διατηρείται η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών μετά από απόφαση της Ολομέλειας και η ανάκριση από Ειδικό Εφέτη Ανακριτή να αποφασίσει για την κατηγορία σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.
    Παραμένει η στέρηση του δικαιώματος άσκησης αναίρεσης κατά των βουλευμάτων αυτών (άρθρο 31) και πρέπει να αποκατασταθεί, όπως και κάθε πεδίο έννομης προστασίας που καταργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια..
    Διατηρείται η αρμοδιότητα των πταισματοδικών ως γενικών ανακριτικών υπαλλήλων, αλλά δεν καταργείται η προανακριτική αρμοδιότητα της αστυνομίας και των ειδικών δημοσίων υπηρεσιών.
    Το μακροχρόνιο αίτημα ανάθεσης προανακριτικών καθηκόντων αποκλειστικά σε δικαστικούς λειτουργούς παραμένει ανυλοποίητο (άρθρο 31).
    Μετονομάζεται σε Ανώτατη Εποπτεία η Ανώτατη Διεύθυνση του Εισαγγελέα στην Ανάκριση.

    Τρίτο Τμήμα: Άρθρα 33-44

    Θέσπιση Εισαγγελέων (εφετών) Ειδικών Καθηκόντων, δηλαδή Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος (άρθρα 33-34) και Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς (άρθρα 35-36).
    Υπερεξουσίες και των δύο, περιγραφή της ιεραρχικής σχέσης με Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, δυνατότητα άσκησης ή μη ποινικής δίωξης, δεσμεύσεων τραπεζικών λογαριασμών, κατασχέσεων, άρσης απορρήτων κ.λ.π.
    Έναρξη και αναβολή ποινικής δίωξης (άρθρα 37-44),
    Επιτέλους καταργείται η υποχρέωση παραβόλων κατά την υποβολή μήνυσης καθώς και της προσκόμισης ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων.

    Τέταρτο Τμήμα: Άρθρα 45-50
    Θέσπιση έξι περιπτώσεων αποχής από την ποινική δίωξη, με απόφαση του Εισαγγελέα :
    – Αποχή από δίωξη εκβίασης, όπως προβλεπόταν μέχρι τώρα (άρθρο 45 παρ. 1),
    – Αποχή από δίωξη για πλημμελήματα απειλούμενα με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή με χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές ή με παροχή κοινωφελούς εργασίας (45 παρ. 2), μικροαδικήματα δηλαδή, ύστερα από εκτίμηση ειδικών συνθηκών, που απαιτείται να αναφέρονται στη διάταξη. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το δικαστήριο, εφόσον η υπόθεση έχει εισαχθεί σε αυτό και συναινεί και ο κατηγορούμενος.
    – Αποχή από ποινική δίωξη ανηλίκου (άρθρο 46) : Δυνητική αποχή για πλημελημματική αξιόποινη πράξη, αλλά με δυνατότητα επιβολής διάταξης αναμορφωτικών μέτρων, με εισαγγελική διάταξη, η οποία λειτουργεί ουσιαστικά ως εκβιασμός με όπλο την απειλούμενη άσκηση ποινικής δίωξης, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
    Η παράγραφος 2 πρέπει να καταργηθεί.
    – Αποχή από δίωξη μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος : Θέμα γνωστό και πολυσυζητημένο, τόσο αυτό, όσο και η διάταξη αυτή όσο και άλλες π.χ. ΚΠοινΔ 218 προστατεύουν τους ανώνυμους μάρτυρες.
    Ολες αυτές οι διατάξεις πρέπει να καταργηθούν, καθώς και ο θεσμός των προστατευομένων μαρτύρων και των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος.
    – Αποχή από την δίωξη πλημμελημάτων με όρους (άρθρο 48) :
    Αφορά την επόμενη κλίμακα πλημμελημάτων, αυτά που απειλούνται με ποινή φυλάκισης έως τριών ετών, με ή χωρίς χρηματική ποινή ή με παροχή κοινωφελούς εργασίας.
    Προβλέπεται η δυνατότητα προσωρινής αποχής από την ποινική δίωξη, ανάλογα με την αποκαταστατική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ορίζεται χρονικό διάστημα 6-9 μήνες για την εκπλήρωση των όρων που θέτει ο Εισαγγελέας και εφόσον τηρηθούν, ακολουθεί οριστική διάταξη αποχής από την ποινική δίωξη.
    Η ρύθμιση προβλέπεται και στα πλημμεληματικά αδικήματα της απιστίας στην υπηρεσία, υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αδικημάτων κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαθρεμπορία, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και φοροδιαφυγή, υπό τον όρο πλήρους αποκατάστασης της προκληθείσας ζημιάς. Δεν επιτρέπεται δεύτερη φορά αποχή από την ποινική δίωξη για το ίδιο πρόσωπο και ομοειδή πράξη.
    – Αποχή από την δίωξη για κακουργήματα υπό όρους (άρθρο 49) και συγκεκριμένα για τις κακουργηματικές μορφές των αδικημάτων που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο άρθρο, εφόσον ο υπόχρεος αποκαταστήσει τη ζημιά σε χρονικό διάστημα 8-12 μηνών. Ακολουθεί τριετής προσωρινή αποχή της ποινικής δίωξης, η οποία οριστικοποιείται, εφόσον εντός της τριετίας δεν τελεστεί ομοειδής αξιόποινη πράξη.
    – Και αποχή – εξ αρχής οριστική – μετά από εντελή ικανοποίηση (άρθρο 50) για αδικήματα φθοράς ξένης περιουσίας και παραπλάνησης σε χρηματιστηριακές πράξεις, οριστική.

    Πέμπτο Κεφάλαιο: Έγκληση (Άρθρα 51-55)
    Επανέρχεται η επίδοση αντί της έκδοσης απορριπτικής διάταξης επί εγκλήσεως, ως αφετήριος χρόνος του δικαιώματος προσφυγής του εγκαλούντος κατά απορριπτικής για την έγκληση εισαγγελικής διάταξης.
    Διατηρείται όμως το παράβολο υπέρ του δημοσίου και μάλιστα βαρύ 250 ευρώ, το υψηλότερο που προβλέπεται σε ολόκληρο το σχέδιο Κ.Ποιν.Δ. επειδή τολμά να απευθυνθεί στον Εισαγγελέα Εφετών.
    Πρέπει φυσικά να καταργηθεί.
    Παραλείπεται και στην έγκληση (άρθρο 51) ευτυχώς το παράβολο και οι ένορκες βεβαιώσεις.
    Προβλέπεται (άρθρο 51) η δυνατότητα μη άμεσης καταβολής των δικαστικών εξόδων και τελών ανάκλησης της έγκλησης και η μεταγενέστερη βεβαίωσή τους, μέσω Δ.Ο.Υ. στον ανακαλούντα (άρθρο 55). Αποτρέπεται έτσι η μετάβαση για πληρωμή, επιστροφή στο δικαστήριο κλπ.
    Έκτο Τμήμα: Παράσταση του Αδικηθέντος.
    Καταργείται ο πολιτικώς ενάγων ως διάδικος και η παράσταση του παθόντος στην ποινική δίκη μετατρέπεται σε «παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας».
    Χρηματική ικανοποίηση και αποζημίωση δεν επιδικάζονται σε ποινικά δικαστήρια, ενώ καταργείται και ο αστικά υπεύθυνος.
    Καταργείται η εκ μέρους του Εισαγγελέα υποχρέωση άσκησης πολιτικής αγωγής για ψυχασθενείς και αδύναμους (άρθρο 70). Εκλείπει μία μορφή έννομης προστασίας αναξιοπαθούντων.
    Διατηρείται το παράβολο των 40 ευρώ ως προϋπόθεση του παραδεκτού για την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, αν και η συμβολική του ανταποδοτικότητα δεν υφίσταται πιά.
    Εντελώς αντιφατικά προβλέπεται (άρθρο 65) ότι «η μετά τη δήλωση παράστασης απόσβεση με οποιοδήποτε τρόπο της αστικής αξίωσης δεν επιφέρει κατάργηση του δικαιώματος παράστασης του δικαιώματος της κατηγορίας».
    Παρ’ ότι δηλαδή ο παριστάμενος έχει παύσει πλέον να διατηρεί την ιδιότητα του δικαιούμενου σε αποζημίωση ή αποκατάσταση ή χρηματική ικανοποίηση ή ψυχική οδύνη, παρότι δεν προσδοκά όφελος από την εξέλιξη της δίκης πλέον, διατηρεί το δικαίωμα παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας, μετατρεπόμενος σε βοηθό Εισαγγελέα. Αρκεί να πληρώσει τα 40 €. !!!.
    Γενικό σχόλιο για το ζήτημα :
    Η κατάργηση της ιδιότητας του πολιτικώς ενάγοντος ολοκληρώνει την στέρηση της έννομης προστασίας των θυμάτων αξιοποίνων πράξεων από τα ποινικά δικαστήρια.
    Ηδη συνιστούσε περιορισμένη μορφή έννομης προστασίας η δυνατότητα παράστασης μόνο για συμβολικά ποσά, ενώ θα ήταν δυνατό να παρέχεται και στα ποινικό δικαστήριο η δυνατότητα εν ταυτώ επιδίκασης αποζημίωσης, όταν η εκκαθάριση της απαίτησης δεν είναι πολύπλοκη η χρηματικής ικανοποίησης ώστε να αποφεύγεται η ανάγκη πολυδάπανης και χρονοβόρας απεύθυνσης και στα αστικά δικαστήρια. Ενώ δραστικό περιορισμό συνιστά η σταδιακή τις τελευταίες δεκαετίες αποψίλωση όλων των δικαιωμάτων των πολιτικώς εναγόντων στην προδικασία.
    Από τη μία ο εισαγγελέας και το δικαστήριο σε περιπτώσεις, όπως η προαναφερθείσα αποχή αναλαμβάνουν την αποκατάσταση του παθόντος και εξαρτούν από αυτήν εξ ολοκλήρου την ποινική μεταχείριση του δράστη, από την άλλη απαγορεύεται στο θύμα σε περίπτωση που ο δράστης δεν φερθεί αποκαταστατικά, να διεκδικήσει την ποινική και αστική του αξίωση εναντίον του.
    Αλλά κατά τα λοιπά η συμβολή των συνηγόρων του στη δίκη είναι θεσμικά επιθυμητή, ακόμα και χωρίς την ύπαρξη ενεργής αστικής αξίωσης.
    Αρα προτείνω να καταργηθεί η όλη μετονομασία και ρύθμιση, το παράβολο, καθώς και το άρθρο 65.
    Αρθρο 69 – Απαιτήσεις σε βάρος του μηνυτή Εγκαλούντα :
    Διατηρείται η απαράδεκτη διάταξη της παραπομπής των απαιτήσεων του κατηγορουμένου που αθωώθηκε στα πολιτικά δικαστήρια, όταν ο μηνυτής ή αυτός που υπέβαλε την έγκληση δεν είναι παρών κατά τη δίκη που εκδόθηκε αθωωτική απόφαση.
    Άρθρο 71 :
    Διατυπώνεται επιτέλους πανηγυρικά το τεκμήριο αθωότητας, που καθιερώθηκε πρόσφατα ως άρθρο 72 Α με το άρθρο 6 του ν. 4596/2019.
    Το πώς τώρα το τεκμήριο αθωότητας συνδυάζεται με τη δυνατότητα έκδοσης ποινικής διαταγής, θα το δούμε παρακάτω.
    Άρθρο 90 :
    Προβλέπεται η δυνατότητα του κατηγορουμένου να παραιτείται από διορισμό συνηγόρου, όπου η παράσταση αυτού δεν είναι υποχρεωτική, αφού προηγουμένως λάβουν προφορικά ή εγγράφως σαφή και επαρκή ενημέρωση σε απλή και κατανοητή γλώσσα σχετικά με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου δικαιώματος και τις ενδεχόμενες συνέπειες της παραίτησης από αυτό.
    Η διάταξη αυτή είναι απαράδεκτη και πρέπει να καταργηθεί διότι ανοίγει το δρόμο σε απεμπόληση υπερασπιστικών δικαιωμάτων..
    Εφόσον διατηρηθεί πρέπει να τεθεί ως προϋπόθεσή της η πλήρης γνώση αντιγράφων της δικογραφίας καθώς και των διατάξεων που προβλέπουν τις διατάξεις που τους αποδίδονται οι κατηγορούμενοι.
    Άρθρο 92 :
    Προβλέπεται η δυνατότητα αντιπροσώπευσης του κατηγορουμένου, αν η προσαγωγή του δημιουργεί δυσχέρειες, σε ανακριτικές πράξεις, αλλά δεν προβλέπεται ποιος και με ποια κριτήρια το κρίνει αυτό, με δεδομένες τις σημαντικές επιπτώσεις σε βάρος των υπερασπιστικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων.
    Και αυτό πρέπει να καταργηθεί, αλλιώς να συγκεκριμενοποιηθεί.
    Άρθρο 95 : Δικαίωμα σε ενημέρωση.
    Δεν αρκούν τα φλύαρα φυλλάδια σχετικά με τα δικαιώματα ενημέρωσης, αλλά απαιτείται το δικαίωμα στην ενημέρωση να συμπεριλάβει ρητά τη χορήγηση αντιγράφων της δικογραφίας καθώς και αντιγράφων των διατάξεων που προβλέπουν τις κατηγορίες που αποδίδονται στον ύποπτο ή κατηγορούμενο.
    Άρθρα 96-97: Προβλέπονται κατά περίπτωση δικαιώματα ενημέρωσης και επικοινωνίας του κατηγορουμένου με πρόσωπα της επιλογής του κατά τη διάρκεια στέρησης της ελευθερίας του, με τρόπο όμως που, χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια, τα δικαιώματα αυτά είναι δυνατό να παρεμποδίζονται από τις αρμόδιες (αστυνομικές κυρίως) αρχές.
    Οι διατάξεις που δίνουν τα δικαιώματα αυτά στις αρμόδιες αρχές πρέπει να απαλειφθούν.
    Άρθρο 98:
    Θεσπίζεται η υποχρέωση του Ανακριτή να διορίζει δικηγόρο στον κατηγορούμενο αυτεπαγγέλτως στα κακουργήματα και κατόπιν αιτήσεώς του και στα πλημμελήματα. (παρ. 3).
    Επίσης στην παρ. 4 αναδιατυπώνεται ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να απαγορευθεί η επικοινωνία του κατηγορουμένου με το συνήγορό του και προστίθεται ότι η επικοινωνία αυτή είναι απολύτως απόρρητη. Πολύ σημαντική (θετική) πρόβλεψη, που όμως η υλοποίησή της απαιτεί την επιβολή ανάλογης νοοτροπίας και συμπεριφοράς σε φυλακές, κρατητήρια και αστυνομικά τμήματα, κατάργηση υαλοφράκτων και διαχωριστικών και πρόβλεψη χώρων εχέμυθης επικοινωνία, χωρίς παρακολούθηση.
    Άρθρο 101 :
    Καθιερώνεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητά με αυτοτελή αιτιολογημένη αίτησή του στον ανακριτή την διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας.
    Η θετική διάταξη αυτή συμπληρώνεται με εκείνη του άρθρου 274 που υποχρεώνει τον ανακριτή σε αιτιολόγηση της τυχόν απόρριψης των αιτημάτων αυτών.
    Άρθρο 102 :
    Η προθεσμία των 48 ωρών για απολογία, έστω και ως αρχική, πρέπει να γίνει τουλάχιστον 7 ημερών. Το επιβάλλει η βαρύτητα των αδικημάτων, ο όγκος των δικογραφιών, η δυσχέρεια των μετακινήσεων και η έλλειψη κατεπείγουσας ανάγκης για διεκπεραίωση.
    Γενικότερα οι προθεσμίες του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρέπει να αυξηθούν και να ανταποκρίνονται στις σημερινές συνθήκες άσκησης της δικηγορίας για να πάψουν οι διάδικοι και οι δικηγόροι να είναι τα υποζύγια που διαρκώς τρέχουν, τη στιγμή που όλος ο υπόλοιπος μηχανισμός καθυστερεί.
    Άρθρο 104 :
    Διατυπώνεται πανηγυρικά το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, όπως ισχύει με το σημερινό άρθρο 103Α που προστέθηκε με το άρθρο 9 ν. 4596/2019.
    Άρθρο 107 :
    Αποκαθίσταται επιτέλους το δικαίωμα του «παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας» – νυν πολιτικώς ενάγοντος να έχει πρόσβαση στη δικογραφία και όταν ο ύποπτος κληθεί σε παροχή εγγράφων εξηγήσεων.
    Προβλέπεται δηλαδή να ασκείται το δικαίωμα αυτό και στην προκαταρκτική εξέταση, ενώ μέχρι τώρα ισχύει μόνο στην προανάκριση και στην κύρια ανάκριση.
    Αρθρα 109 – 126 Αρμοδιότητες:
    Εξακολουθούν τα Μονομελή Πλημμελειοδικεία να δέχονται στην αρμοδιότητά τους τη συντριπτική πλειοψηφία των πλημμελημάτων (άρθρο 115).
    Ευτυχώς συρρικνώνονται οι αρμοδιότητες των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων, αφού περιορίζονται στα κακουργήματα για τα οποία έχει συνταχθεί πρακτικό συνδιαλλαγής ή διαπραγμάτευσης, δηλαδή σε τελειωμένες αποφάσεις. Επαναμεταβιβάζεται στα Τριμελή η λοιπή ύλη που είχε υπαχθεί στα Μονομελή από την θέσπισή τους.
    Άρθρο 143 (ισχύον 142Α):
    Επιτέλους καθιερώνεται υποχρεωτικά η τήρηση πρακτικών με φωνοληψία σε δίκες κακουργημάτων.
    Απαιτείται όμως να προβλεφθεί, ιδίως σε συνεχιζόμενες δίκες μεγάλης διάρκειας, η άμεση απομαγνητοφώνηση του κειμένου της φωνοληψίας και η χορήγησή του στους διαδίκους.
    Διατυπώνεται ρητά το δικαίωμα του Δικαστηρίου, του Εισαγγελέα, του Γραμματέα και των διαδίκων να προβαίνουν με δικά τους μέσα σε φωνοληψία της διεξαγόμενης στο ακροατήριο δίκης, εφόσον αυτό έχει γνωστοποιηθεί στο Δικαστήριο με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
    Το δικαίωμα αυτό πρέπει να προβλεφθεί και υπέρ των δημοσιογράφων που παρακολουθούν τη δίκη.
    Άρθρο 155 – Επίδοση στον τόπο κατοικίας:
    Η τελευταία του φράση αναδιατυπώνει την παράγραφο 2 του άρθρου 155, που ισχύει σήμερα και θεσπίστηκε πρόσφατα με το άρθρο 10 ν. 4596/2019. Σύμφωνα με αυτό, η πραγματική αναζήτηση της κατοικίας ή της διαμονής του κατηγορουμένου, εφόσον δεν έχει δηλωθεί, κατά το άρθρο 273, γίνεται με κάθε πρόσφορο μέτρο, τουλάχιστον με βάση τη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην τελευταία φορολογική του δήλωση και τα σχετικά στοιχεία που είναι καταχωρημένα στα πληροφοριακά συστήματα του Υπουργείου Οικονομικών.
    Η ρύθμιση αυτή βάζει ένα τέλος στις αυθαίρετες επιδόσεις ως γνωστής ή αγνώστου διαμονής με βάση διευθύνσεις τις οποίες ουδέποτε δήλωσε ο κατηγορούμενος και για υποθέσεις που ουδέποτε έλαβε γνώση τους.
    Απαιτείται όμως να προβλεφθεί ρητή ακυρότητα της επίδοσης, εφόσον η αναζήτηση της κατοικίας ή της διαμονής του δεν έγινε με τα παραπάνω κριτήρια.
    Προβλέπεται και επίδοση σε ψηφιακή μορφή βουλευμάτων και αποφάσεων.
    Άρθρο 162 :
    Προβλέπεται ρητά (και σωστά) η ακυρότητα επίδοσης εάν στο επιδιδόμενο έγγραφο δεν σημειώνεται (προς αποδεικτικό όφελος υπέρ του παραλήπτη) ο τόπος και η χρονολογία της επίδοσης.
    Άρθρο 163
    Πέραν της ρητής ακυρότητας που πρέπει να διατυπωθεί πανηγυρικά στην περίπτωση μη τήρησης των προϋποθέσεων που θεσπίζονται με τις διατάξεις περί επιδόσεων, είναι ανάγκη να προβλεφθεί και το δικαίωμα χορήγησης αντιγράφων των αποδεικτικών επιδόσεων στους διαδίκους προκειμένου για την άσκηση δικαιωμάτων τους. Αν και η απαγόρευση αυτή δεν προκύπτει από διάταξη Κ.Ποιν.Δ,. αποτελεί γενικευμένη πρακτική ακόμα και σε περιπτώσεις κατηγορουμένων που θέλουν να ασκήσουν δικονομικά δικαιώματα που εξαρτώνται από το κύρος της επίδοσης.
    164 παρ.2:
    Θεσπίζεται αδικαιολόγητα η απειλή ποινικής κύρωσης για όποιον αρνείται να υπογράψει την παραλαβή επιδιδομένου εγγράφου.
    Η διάταξη αυτή πρέπει να απαλειφθεί.
    Κεφάλαιο 4ο: Αρθρα 166 – 169 προθεσμίες κλήτευσης:
    Προβλέπονται οι ίδιες : 15 μέρες κατά κανόνα ή 30 η 60 και μετά από σύντμηση 8.
    Η προθεσμία εμφάνισης διαδίκων, μαρτύρων και πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο πρέπει να αυξηθεί από 15 ημέρες σε 30 και η σύντμηση να μην οδηγεί σε προθεσμίες μικρότερες των 15.
    Αρθρο 177 παρ. 2 :
    Πρέπει να συμπληρωθεί και αναδιατυπωθεί ως εξής:
    «Αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών ή κατά παράβαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων, καθώς και διοικητικές πράξεις που έχουν ακυρωθεί με αμετάκλητες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασίỨ
    Αρθρο 178 :
    Αναδιατυπώνεται η ισχύουσα για το βάρος απόδειξης ρύθμιση του αρ.177 που ισχύει σήμερα όπως καθιερώθηκε πρόσφατα με το αρ. 8 του ν. 4596/2019, ενώ διατυπώνεται πανηγυρικά και η επόμενη παράγραφος της ίδιας διάταξης για το τεκμήριο αθωότητας («οποιαδήποτε αμφιβολία περί της ενοχής είναι προς όφελος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου»)
    194 Ορκος πραγματογνωμόνων:
    Καταργείται ο θρησκευτικός όρκος των πραγματογνωμόνων.
    Όμοια ρύθμιση προβλέπεται και για τον όρκο των μαρτύρων (αρ. 219, 220).
    Προβλέπεται μόνον ενός τύπου όρκος, ο πολιτικός, όπως διατυπώνεται στις παραπάνω διατάξεις.
    Καιρός επιτέλους να αποκαθηλωθούν και οι αντίστοιχες εικόνες πίσω από τις έδρες των δικαστών με αντίστοιχη διατύπωση απαγόρευσης στο άρθρο 18 ν. 1756/1988 (Οργανισμός Δικαστηρίων)
    201 – Ανάλυση DNA
    Παραμένει όπως το ισχύον 200Α και κουβαλάει μαζί του όλες τις αυθαιρεσίες που έχουν αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια και συγκεκριμένα :
    Α) Το δικαίωμα των διωκτικών αρχών να λαμβάνουν υποχρεωτικά DNA χωρίς εισαγγελική ή ανακριτική διάταξη από πρόσωπα που δεν είναι ακόμα κατηγορούμενοι ή ύποπτοι.
    Β) Την έλλειψη καθιέρωσης του δικαιώματος αντιρρήσεων του κατηγορουμένου επί της διάταξης για λήψη και ανάλυση DNA.
    Γ) Την έλλειψη πρόβλεψης για τα εργαστήρια που αναλαμβάνουν τη διαδικασία λήψης, ανάλυσης και επεξεργασίας D.N.A. και του δικαιώματος των εμπλεκομένων να έχουν λόγο για την επιλογή τους και τη δυνατότητα ανάθεσης σε ανεξάρτητα εργαστήρια. με αποτέλεσμα να μονοπωλείται από τη Δ.Ε.Ε. της ΕΛ.ΑΣ.
    Δ) Την απουσία οποιασδήποτε κύρωσης σε περίπτωση παρέκκλισης από την θεσπιζόμενη αποδεικτική ειδικότητα της διατασσόμενης ανάλυσης και πρόβλεψης ακυρότητας της χρήσης για διαφορετικό σκοπό από αυτόν που λήφθηκε.
    Ε) Την μη κατοχύρωση εύλογης προθεσμίας στον κατηγορούμενο να διορίσει τεχνικούς συμβούλους.
    Είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί στις παραπάνω κατευθύνσεις η διάταξη και να καθιερωθούν οι απαιτούμενες δικαστικές και υπερασπιστικές εγγυήσεις και να απαγορευθεί η λήψη D.N.A. στις διωκτικές αρχές ακόμα και στα αυτόφωρα αδικήματα, λαμβανομένης υπόψη της υπ’ αριθμ. 418/2018 γνωμοδότησης του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, η οποία ανατρέπει στην πράξη την απόφαση της Ολομέλειας Αρείου Πάγου 1/2017.
    Επίσης είναι ανάγκη να διατυπωθεί αποδεικτική οριοθέτηση της ταυτοποίησης D.N.A. αφού η ανίχνευσή του στο πειστήριο αντικείμενο δεν αποδεικνύει τίποτε άλλο, παρά τη σχέση του με το φορέα του D.N.A., αλλά όχι το χρόνο και τις συνθήκες/ περιστάσεις εναπόθεσής του (δευτερογενής μεταφορά μέσω προσώπου ή άλλου πράγματος) ώστε να απαγορευθεί με ρητή διάταξη η ενοχοποίηση και καταδίκη κατηγορουμένου, με μόνο αποδεικτικό στοιχείο την ταυτοποίηση D.N.A. του σε πειστήριο αντικείμενο και μάλιστα επί ποινή ακυρότητας της σχετικής καταδίκης.
    Μόνη λοιπόν η ταυτοποίηση του γενετικού υλικού κατηγορουμένου σε πειστήριο αντικείμενο ή πρόσωπο, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του.
    Αρθρο 210 – Μη εξεταζόμενοι μάρτυρες στο ακροατήριο :
    Η πρόβλεψη για την απαγόρευση εξέτασης των μαρτύρων επί ποινή ακυρότητας πρέπει να επεκταθεί και στην προδικασία και όχι μόνο στο ακροατήριο.
    211 (τωρινό ισχύον 211Α) – Μαρτυρία συγκατηγορουμένου:
    Πρέπει να αναδιατυπωθεί σε πληθυντικό αριθμό για να εκλείψει κάθε σύγχυση ως εξής :
    «Μόνη η κατάθεση ή η απολογία προσώπων συγκατηγορουμένων για την ίδια υπόθεση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη κατηγορουμένου».
    213 παρ. 2 – κλήτευση των μαρτύρων :
    Η κατάχρηση των προφορικών κλητεύσεων ιδίως από την Αστυνομία δημιουργεί την ανάγκη αν όχι για πλήρη κατάργηση της προφορικής κλήτευσης, τουλάχιστον για την οριοθέτηση των «κατεπειγουσών περιπτώσεων» και περιορισμό τους μόνο στις διαδικασίες των άρθρων 417 επ. και όταν επίκειται παραγραφή της υπόθεσης τους προσεχείς 6 μήνες.
    218 – Προστασία μαρτύρων :
    Όπως αναφέρθηκε και πριν η διάταξη αυτή πρέπει να καταργηθεί, καθώς και η έννοια των προστατευομένων μαρτύρων και των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος.
    224 (κατονομασία πηγής έμμεσης μαρτυρίας)
    – 225 (περιγραφή, αναγνώριση) :
    Μένουν ως έχουν και επαναλαμβάνεται ορθά τόσο η υποχρέωση του μάρτυρα να κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του (224 παρ.2), όσο και να προσκαλείται να περιγράψει πριν αναγνωρίσει (225 παρ.2).
    Απουσιάζει όμως και απαιτείται η ρητή πρόβλεψη ακυρότητας στην περίπτωση παράβασης των παραπάνω.
    Επίσης οι αστυνομικοί εξαιρούνται δυνάμει ειδικών διατάξεων από την υποχρέωση κατονομασίας της πηγής των πληροφοριών τους, εξαιρέσεις οι οποίες πρέπει να καταργηθούν.
    227 (σημερινό 226Α):
    Αποκαθίστανται μερικά τα υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων για προσβολή προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας ανηλίκων με την δυνατότητα έμμεσης συμβολής συνηγόρων και τεχνικών τους συμβούλων στην εξέταση του ανηλίκου. Ανάλογοι περιορισμοί επαναδιατυπώνονται και στο επόμενο άρθρο «μάρτυρες θύματα εμπορίας και σωματεμπορίας».
    Γενική πεποίθηση του γράφοντος είναι ότι δεν είναι δυνατό τα υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων, κορυφαία των οποίων είναι η πρόσληψη τεχνικών συμβούλων και συνηγόρων, η έκταση των δικαιωμάτων τους καθώς και η αμεσότητα της διαδικασίας να εξαρτώνται από το είδος του αδικήματος διότι καταρρίπτουν εξαρχής την αποδεικτική διαδρομή του τεκμηρίου αθωότητας και επιβάλλουν τη δικαστική προκατάληψη εν τω γεννάσθαι υπέρ του φερομένου ως θύματος αντί της επιβαλλόμενης αμεροληψίας.
    232 – Ανάκληση καταδίκης για λιπομαρτυρία :
    Στο τέλος πρέπει να προστεθεί «το ίδιο δικαίωμα έχει και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τυχόν καταδικαστική απόφαση λιπομαρτυρίας που εξέδωσε το πρωτοβάθμιο».
    233 – Διερμηνείς, κλπ
    Διατηρείται η ασάφεια ως προς την γλώσσα που πρέπει να ομιλεί ο επιλεγόμενος διερμηνέας και ιδίως απουσιάζει η διατύπωση ότι πρέπει να επιλέγεται διερμηνέας που να ομιλεί την μητρική γλώσσα του κατηγορουμένου.
    Στην πράξη πολλοί αλλοδαποί, ιδίως Αφρικανοί και Ασιάτες κατηγορούμενοι φέρονται να δηλώνουν ότι μιλούν π.χ. Αγγλικά, ενώ δεν γνωρίζουν τίποτα περισσότερο από ορισμένες εκφράσεις βασικής συνεννόησης και όχι σε βάθος ώστε να μπορούν να κατανοούν νομικές έννοιες και να συνειδητοποιούν τη νομική τους κατάσταση, με αποτέλεσμα να επιλέγονται αντίστοιχοι διερμηνείς και οι δίκες να γίνονται χωρίς την δυνατότητα συμμετοχής και παρακολούθησης εκ μέρους του κατηγορουμένου και με περιορισμένη άσκηση των δικαιωμάτων του.
    Επίσης στο άρθρο 237 αντί όλης της διαδικασίας που προβλέπεται για τον χαρακτηρισμό εγγράφων ως ουσιωδών ή μη, να προβλεφθεί η υποχρέωση μετάφρασης του συνόλου των εγγράφων της δικογραφίας.
    Διαφορετικά οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι δεν έχουν ίση μεταχείριση με τους Έλληνες.
    242 – Εννοια αυτοφώρου αδικήματος:
    Απαλείφεται η διατύπωση της παρ.3 σύμφωνα με την οποία τα εγκλήματα που τελούνται δια του τύπου θεωρούνται πάντοτε αυτόφωρα.
    Πρόσφατη άλλωστε είναι και η τροποποίηση του άρθρου 417 Κ.Ποιν.Δ. με το άρθρο 32 Ν. 4596/2019 σύμφωνα με το οποίο στα εγκλήματα των άρθρων 361-363 Π.Κ. ακόμα και αν τελούνται δια του τύπου δεν τηρείται η διαδικασία του αυτοφώρου εκτός αν συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι.

    Αρθρα 254, 255- αντίστοιχα των τωρινών 253Α και 253Β
    Διατηρείται σε ισχύ το καθεστώς των ειδικών ανακριτικών πράξεων επί ορισμένων εγκλημάτων, ανάμεσα στις οποίες και η ανακριτική διείσδυση (254) και η συγκαλυμμένη έρευνα (255).
    Και τα δύο επιτρέπουν στους «ανακριτικούς υπαλλήλους» το ρόλο του προβοκάτορα ηθικού αυτουργού και ουσιαστικά την πρόκληση της αξιόποινης πράξης, την οποία στη συνέχεια έρχονται για να καταστείλουν. Συμβάλλουν ακόμα στη διαπλοκή αστυνομικών και παραβατικών αλλά και στην αδιαφάνεια της αποδεικτικής διαδικασίας αφού δίνουν δικαίωμα στους αστυνομικούς μάρτυρες να αρνούνται να κατονομάσουν τις πηγές τους.
    Είναι απαράδεκτα και πρέπει να καταργηθούν.
    Πλην αυτών είναι εντυπωσιακή η εμμονή του Νομοθέτη στην περιοριστική απαρίθμηση συγκεκριμένων αδικημάτων, για την κατ εξαίρεση πρόβλεψη των ειδικών ανακριτικών πράξεων σε έρευνες επ αυτών, προεξεχόντως των Π.Κ. 187, 187Α και εγκλήματα κατά της γενετήσιας αξιοπρέπειας, και όχι και για βαρύτερα αδικήματα όπως π.χ. ανθρωποκτονία εκ προθέσεως.
    256 – Έρευνα σε κατοικία-Νυχτερινή έρευνα
    Απαλείφεται ευτυχώς η διατύπωση που επιτρέπει στους αξιωματικούς της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας πόλεων όταν κωλύονται ή δεν υπάρχουν Εισαγγελέας, Ανακριτής, Ειρηνοδίκες, Πταισματοδίκες να διεξάγουν χωρίς την παρουσία τους την έρευνα.
    261 – Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων
    Εντάσσεται, χωρίς περιορισμό είδους αδικημάτων, και στον Κ.Ποιν.Δ. η δυνατότητα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, τραπεζικών λογαριασμών, κλπ από τον ανακριτή με σύμφωνη γνώμη και του εισαγγελέα.
    όταν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την διερευνώμενη αξιόποινη πράξη.
    Προβλέπεται η δυνατότητα εξαίρεσης των ποσών που κρίνονται αναγκαία για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης του κατηγορουμένων, ή του τρίτου και των οικογενειών τους.
    Ωστόσο η διάταξη επιτρέπει ρητά την δυνατότητα κατάσχεσης ή δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων ακόμα και προσώπου που δεν είναι κατηγορούμενος («τρίτου»). Είναι πολύ επικίνδυνη διάταξη που δεν αιτιολογείται επαρκώς και επεκτείνει τις υπερεξουσίες εισαγγελέων και ανακριτών σε βάρος προσώπων που δεν περιλαμβάνονται στο πεδίο της δικαιοδοσίας τους και δεν είναι σε θέση να υπερασπισθούν τον εαυτό τους.
    Προβλέπεται μάλιστα η δυνατότητα στην παρ.1 να επιβάλλεται η δέσμευση χωρίς καν την προηγούμενη κλήση του κατηγορημένου ή του τρίτου.
    Πρόκειται για αυθαίρετη διάταξη ανακριτικής παντοδυναμίας, η οποία δημιουργεί τετελεσμένα χωρίς το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης εκείνων των οποίων αφορά και παντελώς απαράδεκτη όταν γίνεται εναντίον τρίτου, έστω και με τις προϋποθέσεις των ενδείξεων καταδολιευτικής αποδοχής περιουσιακού στοιχείου, χωρίς αυτός να έχει κληθεί ούτε καν σε παροχή εγγράφων εξηγήσεων.
    Αντιφάσκει και αυτή στην πανηγυρική διατύπωση του τεκμηρίου αθωότητας και πρέπει να καταργηθεί.
    Αρθρο 262 προσφυγή κατά της δέσμευσης
    Προβλέπεται διαδικασία προσφυγής εντός 20 ημερών εκ μέρους του καθ’ ου στο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ή Εφετών, ενώ προβλέπεται επίσης ότι η δέσμευση αυτή αίρεται αυτοδικαίως αν δεν εκδοθεί οριστική απόφαση από Ποινικό Δικαστήριο σε α΄ βαθμό εντός 5 ετών από την έκδοση της σχετικής διάταξης.
    Εν ολίγοις; Η περιουσία του «τρίτου» μπορεί να παραμείνει δεσμευμένη για πέντε χρόνια τουλάχιστον.
    Για αποζημίωση σε περίπτωση έλλειψης υπαιτιότητας του καθ ού η δέσμευση (κατηγορούμενου η τρίτου), ούτε λόγος !
    271 – Κλήση κατηγορουμένου
    Προβλέπεται προθεσμία επίδοσης 24 ωρών τουλάχιστον πριν την ημέρα που ορίζεται για την εμφάνισή του.
    Και η προθεσμία αυτή δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες, είναι αιφνιδιαστική και ανεφάρμοστη, πρέπει να αντικατασταθεί με προθεσμία τουλάχιστον 5 ημερών.
    274 – Ερευνα των μέσων της υπεράσπισης
    Παραμένει διατυπωμένο όπως ήταν πριν χωρίς να περιλαμβάνει τη γνωστοποίηση του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, τη γνωστοποίηση των υπολοίπων δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και το βάρος απόδειξης της κατηγορούσας αρχής.
    Θετικό το γεγονός ότι καθιερώνεται υποχρέωση του ανακρίνοντος να αιτιολογεί την τυχόν απόρριψη των αιτημάτων του άρθρου 101 του κατηγορουμένου με αιτιολογημένη διάταξη.
    276 – Σύλληψη με ένταλμα
    Πρέπει να προστεθεί η διατύπωση :
    «Δεν επιτρέπεται η έκδοση εντάλματος σύλληψης, παρά μόνο στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος προηγουμένως κληθεί στη δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του προς απολογία και δεν εμφανιστεί, ούτε ειδοποιήσει στην ταχθείσα προθεσμία».
    284, 285 Περιοριστικοί όροι, κατ’ οίκον περιορισμός, Προσωρινή κράτηση.
    – Θεσπίζεται η κατά προτεραιότητα επιβολή του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση στις περιπτώσεις που η αποδιδόμενη πράξη απειλείται με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα 15 έτη, ή αν το έγκλημα τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό εφόσον υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής και με την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, στον οποίο επιβάλλονται και τα έξοδα ηλεκτρονικών μέσων επιτήρησης, τα οποία πρέπει να προκαταβάλλονται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες.
    – Προβλέπεται προσωρινή κράτηση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του κατηγορουμένου με τις υποχρεώσεις που επιβλήθηκαν σχετικά με τον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση και στην περίπτωση από μέρους του πρόκλησης φθοράς και βλάβης στο σχετικό σύστημα ΠΚ 173Α ενώ το μέτρο εφαρμόζεται και για ανηλίκους άνω των 15 ετών.
    – Διατηρείται η δυνατότητα προσωρινής κράτησης αντί για κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση όταν κρίνεται ότι το μέτρο αυτό δεν επαρκεί, καθώς και όταν κρίνεται ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι, ενώ ουσιαστικά υπαγορεύεται η επιβολή προσωρινής κράτησης, όπως και τώρα στις περιπτώσεις τέλεσης των εγκλημάτων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης.
    – Απαλείφεται η εξαίρεση από την εφαρμογή του μέτρου των αναπήρων με ποσοστά κατά περίπτωση από 50-80%, πιστοποιημένης από το ΚΕΠΑ, ενώ εξακολουθεί να υφίσταται ως είχε η διάταξη του άρθρου 287 για την προσωρινή κράτηση ανηλίκων.
    – Επαναλαμβάνονται οι υφιστάμενες διατάξεις για εξακολούθηση και παράταση και κατά συρροή επιβολή προσωρινής κράτησης,
    – Ενώ με το άρθρο 294 (σημερινό 291) παρέχεται ρητά επιτέλους η δυνατότητα στο Δικαστήριο και κατά την διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης καθώς και – όπως ισχύει – σε περίπτωση που θα αναβληθεί για οποιονδήποτε λόγο η εκδίκαση, να άρει την προσωρινή κράτηση ή να την αντικαταστήσει με περιοριστικούς όρους, ή να άρει ή να αντικαταστήσει τους περιοριστικούς όρους που έχουν τεθεί με άλλους.
    Η ρύθμιση έχει μεγάλη σημασία ιδίως σε δίκες μεγάλης διάρκειας διότι αποκαθιστά την αρμοδιότητα του δικαστηρίου να κρίνει αυτό που έχει μπροστά του τους κατηγορούμενους και όχι ένα τυπικό συμβούλιο, την άρση και αντικατάσταση.

    Άρθρα 301 – 304 : Ποινική συνδιαλλαγή και Ποινική διαπραγμάτευση
    Καθιερώνονται οι θεσμοί της ποινικής συνδιαλλαγής και της ποινικής διαπραγμάτευσης.
    Η ποινική συνδιαλλαγή (301 – 302) αφορά τα κακουργήματα που προβλέπονται : α) από τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, τα οποία χωρίς βία ή απειλή στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, β) του νόμου 2803/2000, γ) του νόμου 2960/2001 (λαθρεμπορία), του 2803/2000 (εγκλήματα κατά της ΕΕ), δ) του ν. 3691/2008 (ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και ε) του ν. 4174/2013 (φοροδιαφυγή) ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή μη επιβαρυντικών περιστάσεων.
    Μετά από αίτηση του κατηγορουμένου ο Εισαγγελέας καλεί εκείνον και τον παθόντα ή τους συνηγόρους τους για συνδιαλλαγή εντός προθεσμίας 15 ήμερών. Εάν η συνδιαλλαγή αποδώσει και η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της ανάκρισης, η ανάκριση θεωρείται περατωμένη. Αν επιτευχθεί μετά την ανάκριση και την απολογία του κατηγορουμένου, αίρονται τα τυχόν επιβληθέντα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, ορίζεται ανώτατο όριο 30.000 ως χρηματική ικανοποίηση που αποτελεί αντικείμενο συνδιαλλαγής, όταν το αδίκημα έμεινε στο στάδιο της απόπειρας. Η διαδικασία δεν επεκτείνεται στα συρρέοντα εγκλήματα.
    Οι υποθέσεις για τις οποίες έχει προηγηθεί συνδιαλλαγή εισάγονται κατ’ εξαίρεση στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Εφετείου, το οποίο επιβάλλει ιδιαίτερα μειωμένη ποινή όχι μεγαλύτερη από 1 έτος ή, όταν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, από 2 (άρθρο 301).
    Όταν η συνδιαλλαγή ζητηθεί μετά την περάτωση της ανάκρισης και μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ισχύουν τα ίδια με τη διαφορά ότι οι επιβαλλόμενες ποινές έχουν ανώτατο όριο τα 2 και 3 αντίστοιχα στην περίπτωση αυτή (άρθρο 302).
    Με το άρθρο 303 προβλέπεται η ποινική διαπραγμάτευση στις περιπτώσεις των αυτεπαγγέλτως διωκομένων πλημμελημάτων και των κακουργημάτων που τιμωρούνται με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης. Η διαπραγμάτευση γίνεται μεταξύ Εισαγγελέα και κατηγορουμένου, με αντικείμενο την αποκατάσταση της ζημιάς που προκάλεσε ο δράστης, ύστερα από αίτημα του τελευταίου. Αν η διαπραγμάτευση αποδώσει ο κατηγορούμενος ομολογεί την πράξη του και υπογράφει τη συμφωνημένη ποινή, η οποία προβλέπεται αισθητά μειωμένη ( 5 έτη αντί για 10, 7 αντί για 10-15, 2 στα πλημμελήματα και τουλάχιστον 2 στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη). Το πρακτικό διαπραγμάτευσης επικυρώνεται από το Μονομελές Εφετείο και επιβάλει ποινές που δεν μπορεί να υπερβαίνουν τις συμφωνηθείσες.
    Πρόκειται για μια εμφανή εμφύτευση δανείου από το Αμερικάνικο Δίκαιο, το οποίο καταργεί το τεκμήριο αθωότητας, υποβιβάζει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και μετατρέπει την «ποινική αξίωση της πολιτείας» σε πεδίο διαπραγμάτευσης μεταξύ Εισαγγελέα και δράστη.
    Ο εισαγγελέας αναλαμβάνει ρόλο θεσμικού παραστάτη και ταυτόχρονα φορέα μηχανισμού ποινικής απειλής εκ μέρους του παθόντος προς τον κατηγορούμενο σε μία διαδικασία που αφορά ορισμένα συγκεκριμένα συνήθως ψηλού αντικειμένου οικονομικά αδικήματα. Αυτός δεν είναι όμως ρόλος ανεξάρτητου δικαστικού λειτουργού και αλλοιώνει την ίδια την θεσμική του υπόσταση και την υποχρέωση αδιάκριτης δράσης του (άρθρο 24 ν. 1756/1988).
    Με το άρθρο 304 προβλέπεται η υλοποίηση της ικανοποίησης του παθόντος με τα περιουσιακά στοιχεία που τυχόν έχουν δεσμευθεί σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις.
    Γενικό σχόλιο
    Το ποινικό μας σύστημα είναι κατά προοδευτική παράδοση υπερασπιστικό και δεν έχει ανάγκη από ποινικές διαπραγματεύσεις και συμφωνημένες ποινές.
    Επίσης δεν δικαιούται να χωρίζει τα αδικήματα σε άλλα που οι είναι εξόχως ευνοούμενοι οι «παθόντες» και προστατεύονται με προγραμματισμό όλης της προδικασίας και κύριας διαδικασίας για να πάρουν τα λεφτά τους και άλλα που οι παθόντες αφήνονται στην τύχη τους.
    Παράδειγμα : διανοήθηκε κανείς ποτέ να εφαρμόσει τους παραπάνω θεσμούς σε βάρος εργοδότη για την καθυστέρηση δεδουλευμένων ή σε βάρος υπόχρεου διατροφής που την παραλείπει κακόβουλα ;
    Τόση απροκάλυπτη ευαισθησία για τους white collar criminals ή τους white collar victims ;
    Αυτά ευτελίζουν και τα δικαστήρια και τους διαδίκους. Η διάταξη πρέπει να καταργηθεί.

    Άρθρα 305-319 Διαδικασία στα Συμβούλια:
    Εξακολουθεί η υποχρέωση ειδοποίησης των διαδίκων από τον Ανακριτή για την περάτωση της Ανάκρισης προς άσκηση των δικαιωμάτων τους.
    Καθιερώνεται – πολύ θετικό – αυτεπάγγελτη, ανεξαρτήτως αιτήματος, υποχρέωση του Εισαγγελέα (άρθρο 308 παρ. 2) να ενημερώσει, έστω και τηλεφωνικά τους διαδίκους προκειμένου να λάβουν αντίγραφα της πρότασής του και να ασκήσουν το δικαίωμα ακρόασης, υποβάλλοντας υπόμνημα με τις απόψεις τους.
    Ενώ διατηρείται και η υποχρέωση παραμονής της δικογραφίας επί 10 ημέρες στην Εισαγγελία.
    Και η προθεσμία αυτή όμως είναι ασφυκτική, ιδίως σε μεγάλες δικογραφίες, και πρέπει να αυξηθεί τουλάχιστον σε 20 ημέρες.
    Η ίδια ρύθμιση (αυτεπάγγελτη ειδοποίηση διαδίκων) προβλέπεται και στην κατ’ εξαίρεση περάτωση της κύριας ανάκρισης, περιπτώσεις δηλαδή που ο Εισαγγελέας Εφετών απευθύνει τη σχετική πρόταση για εισαγωγή με απευθείας κλήση προς τον Πρόεδρο Εφετών.
    Παραμένει στην αυτεπάγγελτη κρίση του Συμβουλίου εάν θα διατάξει την εμφάνιση ενώπιόν του όλων των διαδίκων, οπότε καλείται και ο Εισαγγελέας, ενώ θεωρητικά παραμένει η διατύπωση ότι το Συμβούλιο συνεδριάζει χωρίς την παρουσία του Εισαγγελέα και των διαδίκων, τη στιγμή που είναι γνωστό ότι οι Εισαγγελείς είναι πάντοτε παρόντες στις σχετικές συνεδριάσεις.

    Άρθρα 320-328 Διαδικασία στο Ακροατήριο – Προπαρασκευαστική Διαδικασία:
    Επαναλαμβάνεται η διατύπωση των περισσοτέρων άρθρων, Αποτελεί ώριμη ανάγκη όμως να προστεθεί και ρητά στο περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσης η υποχρέωση αναγραφής των ονοματεπωνύμων των μαρτύρων κατηγορίας, των αναγνωστέων εγγράφων και των πειστηρίων (οπτικοακουστικών και αντικειμένων) της υπόθεσης που εισηγείται ο Εισαγγελέας να ληφθούν υπόψη.
    Στο άρθρο 322 διατηρείται η υποχρέωση παραβόλου 50 ευρώ για προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης για την οποία προβλέπεται πλέον ότι μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο με έκθεση κατάθεσης αλλά και με αυτοτελές δικόγραφο για το οποίο συντάσσεται έκθεση εγχειρίσεως (παραπομπή στο ΚΠοινΔ 474 παρ. 2).
    Ολως περιέργως η υποχρέωση παραβόλου 50 ευρώ δεν επαναλαμβάνεται στην επόμενη διάταξη (άρθρο 323), η οποία αναφέρεται στην προσφυγή προσώπων ιδιάζουσας δωσιδικίας.
    Άρθρα 326, 327 – Γνωστοποίηση μαρτύρων κατηγορίας:
    Γενικεύεται η υποχρέωση Εισαγγελέα και «παρισταμένου για την υποστήριξη της κατηγορίας» να γνωστοποιούν προ 5 ημερών τους μάρτυρες που κλητεύουν, αφού καταργείται η υφιστάμενη εξαίρεση των υποθέσεων που εισάγονται στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο.
    Καταργούνται επιτέλους οι «μάρτυρες απόδειξης της αλήθειας» που επέβαλαν στον κατηγορούμενο υποχρέωση γνωστοποίησης 3 μέρες πριν.
    Παραμένει στο ΚΠοινΔ 327 η ασφυκτική προθεσμία των 5 ημερών από την επίδοση της κλήσης για να προβληθεί παραδεκτά στον Εισαγγελέα εκ μέρους του κατηγορουμένου αίτημα εξέτασης έως ενός ή δύο επιπλέον μαρτύρων κατά περίπτωση, παρά το γεγονός ότι η κλήτευσή τους επιτρέπεται να γίνει ακόμη και δύο ημέρες πριν τη δικάσιμο.
    Άρθρα 329-332 Αρχή της Δημοσιότητας:
    Αυξάνεται – άγνωστο γιατί – στο 18ο έτος το ανώτατο όριο ηλικίας των προσώπων, των οποίων η παρουσία μπορεί να απαγορευθεί κατά την κρίση του διευθύνοντος στο ακροατήριο, ενώ η ισχύουσα διάταξη προβλέπει το 17ο έτος.
    Στη διάταξη αυτή είναι αναγκαίο, προκειμένου να υλοποιηθεί η ανεμπόδιστη δυνατότητα παρακολούθησης των συνεδριάσεων από όλους, να απαγορευθεί κάθε είδους καταγραφή στοιχείων των εισερχομένων από την αστυνομική φρουρά, ακόμη και όταν οι δίκες διεξάγονται σε ειδικές αίθουσες.
    Άρθρο 333 :
    Καθιερώνεται ο θεσμός του συνέδρου Εισηγητή στα Πολυμελή Δικαστήρια που αφορούν εκδίκαση κακουργημάτων.
    Άρθρο 341 – Αίτηση Ακύρωσης Διαδικασίας Πλημμελημάτων :
    Είναι αναγκαίο να προστεθεί η πρόβλεψη ότι ανυπέρβλητο αίτιο θεωρείται πάντα η μη λήψη γνώσης της διαδικασίας, λόγω επίδοσης σε άλλη διεύθυνση από εκείνη που κατοικούσε κατά το χρόνο επίδοσης ο κατηγορούμενος
    Άρθρο 343 – Θέση επί της κατηγορίας- Ενημέρωση του κατηγορουμένου :
    «Ο διευθύνων τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να διατυπώσει συνοπτικά τη θέση του επί της κατηγορίας, παράλληλα δε τον πληροφορεί ότι έχει το δικαίωμα να αντιτάξει στην κατηγορία πλήρη έκθεση των ισχυρισμών του, καθώς και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την έρευνα οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου».

    Στην ενημέρωση του κατηγορουμένου πρέπει να προστεθεί και η υποχρέωση του διευθύνοντος να τον ενημερώνει ότι έχει δικαίωμα να προτείνει μάρτυρες υπεράσπισης και να καταθέτει και έγγραφα προς υπεράσπισή του, προσδιορίζοντάς του και τον χρόνο που πρέπει να το κάνει.

    Άρθρο 349 :

    Απαλείφονται ευτυχώς διάφοροι περιορισμοί που είχαν τεθεί στα αιτήματα αναβολής.

    Είναι ανάγκη όμως να προστεθεί ρητά για σοβαρούς λόγους ή για λόγους ανώτερης βίας ή για σημαντικό κώλυμα του συνηγόρου.

    Άρθρο 351 παρ. 2 :

    Ορίζεται και στα Τριμελή Δικαστήρια Πλημμελημάτων ο θεσμός του Εισηγητή.

    Άρθρο 353 – Προσαγωγή των μαρτύρων :

    Παρέχεται (παρ. 1) το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να ζητά τη διακοπή της δίκης έως 15 μέρες προκειμένου να προετοιμαστεί, όταν το δικαστήριο αποφασίζει την κλήτευση μάρτυρα, του οποίου το όνομα δεν είχε γνωστοποιηθεί πριν τη δίκη.

    Η διάταξη, αν και περιορίζει την άσκηση του δικαιώματος αυτού πριν την εμφάνιση και εξέταση του μάρτυρα και όχι και μετρά από αυτήν, είναι σημαντική διότι αποτρέπει τους αιφνιδιασμούς και ανταποκρίνεται στην αρχή της δίκαιης δίκης και το δικαίωμα προετοιμασίας και λεπτομερειακής γνώσης του κατηγορουμένου για τα αποδεικτικά μέσα εναντίον του.

    Το ίδιο δικαίωμα παρέχεται στο άρθρο 362 παρ. 3 και προκειμένου για έγγραφα τα οποία προσκομίζονται στη διάρκεια της δίκης, ενώ δεν είχαν προσκομισθεί προηγουμένως και ήταν άγνωστα, υπάρχει όμως σοβαρή ανάγκη να οριοθετηθεί χρονικά το στάδιο μέχρι το οποίο είναι δυνατό να προσκομίζονται έγγραφα στη διάρκεια της δίκης.

    Άρθρο 358 Παρατηρήσεις στις αποδείξεις που ενεργήθηκαν και ερωτήσεις :

    Το άρθρο αυτό κανονικά έπρεπε να έπεται των διατάξεων για την ανάγνωση εγγράφων., αφού το δικαίωμα σχολιασμού προβλέπεται και για αυτά.

    Επαναλαμβάνεται η διατύπωση του ισχύοντος.

    Ωστόσο η διατύπωση, «δηλώσεις και εξηγήσεις» σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν είναι και παραμένει αναντίσοιχη του τίτλου του άρθρου, άστοχη και πρέπει να αντικατασταθεί με κάποιες από τις λέξεις «παρατηρήσεις, επισημάνσεις, σχόλια και αξιολογήσεις».

    Άρθρο 362 – Ανάγνωση των Εγγράφων :

    Στη φράση «στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχθηκαν με τους νόμιμους τύπους καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους» πρέπει να προστεθεί η διατύπωση

    «ως έγγραφα θεωρούνται και τα οπτικοακουστικά πειστήρια τα οποία προβάλλονται κατά το στάδιο αυτό, ενώ προσκομίζονται και τα λοιπά υλικά πειστήρια στο δικαστήριο, εφόσον ζητηθεί από οποιονδήποτε διάδικο».

    Επίσης πρέπει να εξαιρεθούν από την ανάγνωση και την αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου διοικητικές πράξεις και παρεπόμενα αυτών έγγραφα που έχουν ακυρωθεί μεταγενέστερα από αποφάσεις δικαστηρίων,

    Προβλέπεται διακοπή μετά από αίτημα διαδίκου, έως 15 ημέρες, προκειμένου να τοποθετηθεί σχετικά με το περιεχόμενο εγγράφου που προσκομίσθηκε όψιμα.

    Άρθρο 364 – Ανάγνωση ενόρκων καταθέσεων:

    Προστίθεται ως λόγος ανέφικτου, κατ’ άρθρο 363 (ισχύον 365), η μη ανεύρεση του μάρτυρα λόγω αδυναμίας εντοπισμού της διεύθυνσης κατοικίας του, που ήδη εφαρμόζεται στην πράξη παρ’ ότι δεν προβλέπεται και που όμως μπορεί να δημιουργήσει σοβαρή ροπή για την ανάγνωση των ενόρκων καταθέσεων αντί αναζήτησης των μαρτύρων για προσέλευση και τον περιορισμό της αμεσότητας της διαδικασίας.

    Αποσαφηνίζεται πάντως (σαφέστερα από την ισχύουσα διάταξη) ότι η ανάγνωση της ένορκης κατάθεσης της προδικασίας χωρίς τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας.

    Είναι ανάγκη επίσης να προβλεφθεί ότι δεν αναγιγνώσκονται άλλα έγγραφα μαρτυρικού περιεχομένου, πλην των καταθέσεων της προδικασίας και των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης, όπως π.χ. επιστολές, υπεύθυνες δηλώσεις προσώπων που δεν έχουν κληθεί και δεν συντρέχει στο πρόσωπό τους η προϋπόθεση του άρθρου 363 κ.λ.π.

    Άρθρο 365 – Απολογία Κατηγορουμένου:

    Δίνεται η δυνατότητα για πρώτη φορά στον συγκατηγορούμενο να υποβάλει απευθείας (όχι μέσω του προέδρου όπως ισχύει για τους λοιπούς παράγοντες της δίκης) ερωτήσεις στον έτερο κατηγορούμενο που τυχόν τον ενοχοποιεί.

    Το δικαίωμα αυτό, αν και αφορά προφανώς το συνήγορό του, πρέπει να διατυπωθεί ρητά στη σχετική πρόβλεψη.

    Άρθρο 367 –Αγορεύσεις:

    Η διατήρηση του περιορισμού της μισής ώρας για τις δευτερολογίες είναι άστοχη και δεν έχει λόγο ύπαρξης.

    Άρθρο 368 –Πως τελειώνει η ποινική δίκη:

    Ως αθώωση του κατηγορουμένου προβλέπεται ότι λογίζεται και η δικαστική άφεση της ποινής και η απαλλαγή λόγω έμπρακτης μετάνοιας.

    Άρθρο 374 – Αριθμός, Σειρά και Κατανομή των Υποθέσεων στο Πλημμελειοδικείο:

    Προβλέπεται, όπως και τώρα, ότι σε κάθε δικάσιμο προσδιορίζονται για εκδίκαση μέχρι 30 υποθέσεις αν πρόκειται για Τριμελές Πλημμελειοδικείο και μέχρι 60 αν πρόκειται για Μονομελές.

    Οι αριθμοί αυτοί είναι εξωπραγματικοί, με δεδομένη την εκρηκτική αύξηση της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά και τη σοβαρότητα των υποθέσεων που υπάγονται στο Τριμελές και πρέπει να μειωθούν στο ήμισυ.

    Επίσης, πρέπει να καθιερωθεί η διάσπαση του ημερήσιου ωραρίου τουλάχιστον σε 2 τμήματα, για να αποφεύγεται η άσκοπη απώλεια χρόνου διαδίκων και δικηγόρων.

    Τέλος, θα πρέπει να προβλεφθεί ανάρτηση του εκθέματος, όχι μόνο στο χώρο της Εισαγγελίας αλλά και έξω από τη σχετική δικαστική αίθουσα, όχι την τελευταία στιγμή, αλλά τουλάχιστον μία ώρα πριν την έναρξη της δίκης.

    Άρθρο 375 παρ.5 :

    Προβλέπεται ότι εάν το ανυπέρβλητο κώλυμα παρουσιαστεί στο πρόσωπο κάποιου δικαστή το Εφετείο στη συζήτηση για τη διακοπή της δίκης μπορεί να συγκροτηθεί και από άλλους δικαστές που αναπληρώνουν τους κωλυομένους.

    Η διάταξη χρειάζεται να αποσαφηνιστεί προκειμένου να μην ερμηνευθεί ότι επιτρέπεται η αντικατάσταση δικαστή, μεσούσης της δίκης, εφόσον ο αναπληρωτής δεν μετέχει εξ αρχής στη σύνθεση.

    Άρθρα 377 – 408 Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια:

    Άρθρο 382 :

    Εξακολουθούν να αποκλείονται τυφλοί, κωφοί και άλαλοι, θεωρούμενοι ως μη ικανοί να εκπληρώσουν τα καθήκοντα του ενόρκου.

    Άρθρο 383 παρ. 2 :

    Παρέχεται εν λευκώ στον Εισαγγελέα η αρμοδιότητα να κρίνει ποιοι, από τους περιλαμβανομένους στον κατάλογο ενόρκων, παρέχουν τις εγγυήσεις χρηστότητας, αμεροληψίας, ανεξαρτησίας, γνώμης και κοινωνικής πείρας καθώς και όσων έχουν μόρφωση ανώτερη από εκείνη που απαιτεί ο νόμος για κάθε κατάλογο ενόρκων.

    Στην εισαγγελική αυτή κρίση παρέχεται δικαίωμα χρησιμοποίησης στοιχείων, από τους ΟΤΑ και κάθε ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ, τα οποία πρέπει να προβλεφθεί να είναι προσιτά στους Δικηγορικούς Συλλόγους και στους διαδίκους.

    Άρθρο 395 – Ασυμβίβαστα με τους ενόρκους:

    Πρέπει να προστεθεί και το ασυμβίβαστο οποιουδήποτε συνδέεται με σχέση εργασίας, με οποιοδήποτε διάδικο ή συμμέτοχο στη δίκη.

    Άρθρο 405 :

    Εξακολουθούν να αποκλείονται από τη λήψη των αποφάσεων

    «στ) για την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης σύμφωνα με τα άρθρα 471 παρ. 2 και 497 παρ. 7 και 8, καθώς και για την αμφισβήτηση της ανασταλτικής δύναμης του ένδικου μέσου κατά το άρθρο 472 του Κώδικα, και ζ) για τη σύμφωνα με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα ανάκληση της αναστολής που χορηγήθηκε.»,

    ακόμη και για τα διαδικαστικά ζητήματα που αφορούν τη διεξαγωγή της διαδικασίας στο ακροατήριο.

    Πρόκειται για ζητήματα ουσίας στα οποία ο αποκλεισμός των ενόρκων αποκλίνει από την αρχή των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων και της λαϊκής δικαιοσύνης, δεδομένου ότι δεν απαιτούνται ιδιαίτερες τεχνικές, νομικές γνώσεις.

    Άρθρα 409-416 Ποινική Διαταγή:
    Θεσπίζεται ο θεσμός της ποινικής διαταγής με εκτεταμένο πεδίο ισχύος, καθώς περιλαμβάνει όλα τα πλημμελήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου.
    Παρέχεται το δικαίωμα στον Εισαγγελέα να υποβάλει αίτηση για την έκδοση ποινικής διαταγής όταν κρίνει ότι το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό δεν καθιστά αναγκαία τη διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας για την περαιτέρω διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ενοχή του κατηγορουμένου.
    Στη συνέχεια ο δικαστής στον οποίο υποβάλλεται η αίτηση για την έκδοση ποινικής διαταγής, εάν θεωρεί ότι τα στοιχεία που προσκομίζονται δεν είναι επαρκή για την ενοχή του κατηγορουμένου, παραπέμπει την υπόθεση σε δίκη, εάν όμως τα θεωρεί επαρκή, εκδίδει, χωρίς προηγούμενη ακρόαση του κατηγορουμένου, σε δημόσια συνεδρίαση, ποινική διαταγή με την οποία επιβάλλει σε αυτόν χρηματική ποινή μειωμένη τουλάχιστον κατά το ήμισυ σε σχέση με το, οριζόμενο στο νόμο, πλαίσιο ποινής ή ποινής φυλάκισης μέχρι 6 μηνών με υφ’ όρον αναστολή αυτής.
    Η ποινική διαταγή επιδίδεται στον καταδικασθέντα και εκείνος έχει δικαίωμα υποβολής αντιρρήσεων εντός 15 ημερών με έκθεση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου του τόπου διαμονής του. Εάν οι αντιρρήσεις υποβληθούν εμπρόθεσμα, η διαταγή (στο αρ. 413 εσφαλμένα αναφέρεται η λέξη «απόφαση» αντί «διαταγής») που εκδόθηκε ανατρέπεται και η υπόθεση εισάγεται να συζητηθεί με την κοινή διαδικασία. Προβλέπεται μάλιστα ότι αναβολή της δίκης δεν επιτρέπεται για κανένα λόγο.
    Επίσης ότι στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την απαγόρευση χειροτέρευσης (415), άρα μπορεί να επιβάλει ποινή ψηλότερη από αυτήν της διαταγής.
    Ενώ στην περίπτωση που δεν υποβληθούν εμπρόθεσμα αντιρρήσεις η διαταγή εκτελείται. Εφεση και αναίρεση εναντίον της δεν επιτρέπονται.
    Πρόκειται για μια απαράδεκτη ρύθμιση, η οποία σε κάθε διατύπωσή της παρέχει μια αυθαιρεσία, ανατροπή του τεκμηρίου αθωότητας, πανηγυρική πρόβλεψη της παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και εν τέλει κατάργηση του συνταγματικού θεσμού της δικαστικής προθεσμίας.
    Φτωχοδιάβολοι και μετανάστες θα είναι οι κύριοι δέκτες του θεσμού αυτού όταν για τους καταχραστές και τους απατεώνες στρατεύεται όλος ο εισαγγελικός μηχανισμός για τους οδηγήσει στην ευνοϊκότερη δυνατή ποινική μεταχείριση μέσα από αποχές και αλλεπάλληλες συνδιαλλαγές και διαπραγματεύσεις.
    Πρέπει να καταργηθεί η ρύθμιση ως έχει ολόκληρη.

    Άρθρα 417-427 Αυτόφωρη Διαδικασία:
    Επαναλαμβάνονται οι ισχύουσες ρυθμίσεις, μεταξύ αυτών η προφορική γνωστοποίηση της κατηγορίας, χωρίς να απαιτείται η κοινοποίηση κλητηρίου θεσπίσματος, πρόβλεψη η οποία είναι καταφανώς αντίθετη στην αρχή της δίκαιης δίκης.
    Δεν έχει ενσωματωθεί η τροποποίηση του άρθρου 32 ν. 4591/2019 που εξαιρεί κατά κανόνα από την αυτόφωρη διαδικασία τα αδικήματα των Π.Κ. 361 – 363, ακόμη και δια του τύπου τελεσθέντα.
    Διαδικασίες κατά απόντων και φυγοδίκων, έκδοση:
    Διατηρείται, κατ’ άρθρο 446, η δέσμια αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Εφετών να διατάσσει την κράτηση του συλλαμβανομένου ύστερα από αίτημα έκδοσης και τη φυλάκισή του, κατάσταση η οποία μπορεί να μεταβληθεί μόνο από το Συμβούλιο Εφετών σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.
    Πρόκειται και εδώ για παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης και στέρηση της σχετικής δικαιοδοτικής αρμοδιότητας από τον Εισαγγελέα, που πρέπει να καταργηθεί.
    Ας σημειωθεί ότι ακόμη και στη διαδικασία του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (ν. 3251/2004) που ισχύει όταν τα αιτήματα έκδοσης προέρχονται από χώρες μέλη της Ε.Ε., δεν υφίσταται δέσμια αρμοδιότητα του Εισαγγελέα να φυλακίζει, αλλά αντίθετα μπορεί να αφήνει ελεύθερους τους εκζητούμενους.

    Άρθρα 462 – 534 Ένδικα Μέσα:
    Παραμένουν παντού οι προθεσμίες 10 ημερών για την άσκηση ενδίκων μέσων, όπου προβλέπονται υπέρ των κατηγορουμένων, με εξαίρεση την αναίρεση για την οποία η προθεσμία τροποποιείται και γίνεται 20 ημέρες με όποιον τρόπο και αν ασκηθεί (άρθρο 473 παρ. 2).
    Εξακολουθεί να τίθεται περιορισμός στην άσκηση των ενδίκων μέσων από τους διαδίκους, καθώς στον μεν «παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας» δεν επιτρέπεται η άσκηση κανενός ενδίκου μέσου εναντίον αθωωτικής ή δυσμενούς γι’ αυτόν απόφασης ή έστω βουλεύματος, ενώ ο κατηγορούμενος περιορίζεται στους σημερινούς ισχύοντες λόγους έφεσης κατά βουλεύματος.
    Ουσιαστικά έφεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο επιτρέπεται μόνο για αναιρετικούς λόγους και μόνο δύο εξ’ αυτών (απόλυτη ακυρότητα και της ευθέως, όχι και εκ πλαγίου, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης), ενώ εξακολουθεί να είναι αφετήριο γεγονός για την προθεσμία της αναίρεσης να είναι η καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο και όχι η επίδοσή της στον κατηγορούμενο ή τον παραστάντα συνήγορό του
    Άρθρο 465 :
    Παρέχεται δικαίωμα στους Εισαγγελείς να ασκούς ένδικα μέσα, ασχέτως αν είχαν διατυπώσει αντίθετη γνώμη ή πρόταση κατά τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε το βούλευμα ή η απόφαση.
    Άρθρο 466 :
    Παρέχεται το δικαίωμα αυτοπρόσωπης άσκησης ενδίκου μέσου από διάδικο, πλην όμως είναι αναγκαία η καθιέρωση υποχρεωτικής υπογραφής από δικηγόρο, όταν πρόκειται για άσκηση αναιρέσεων ή ενδίκων μέσων που ασκούνται δια δικογράφων, των οποίων ιδίως το παραδεκτό είναι πιθανό να κριθεί εκ του περιεχομένου τους ή εξ ελλείψεων του περιεχομένου τους γιατί ουσιαστικά ο διάδικος τότε αγιδεύεται και αυταπατάται ότι έχει προβάλει παραδεκτό ένδικο μέσο.
    Για την έφεση και κατά βουλευμάτων πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι έχει καθολικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα (διατύπωση ορθή διαλαμβανόμενη στο άρθρο 502 παρ.2, χωρίς την υποχρέωση αναγραφής λόγων), εκτός αν ο εκκαλών την περιορίσει σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή προβάλει συγκεκριμένους λόγους.
    Το ίδιο λοιπόν πρέπει να ισχύσει και στην έφεση κατά βουλευμάτων, που πρέπει να παρασχεθεί σε όλους τους διαδίκους και όχι μόνο στον κατηγορούμενο, αντικείμενο δε της οποίας, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι υποχρεωτικά η επανεξέταση όλων των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και η επανεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων.
    Αυτό επιβάλλεται ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι περιορισμοί των διαδίκων στην προδικασία και η απαγόρευση εμφάνισης αυτών ή των συνηγόρων τους ενώπιον του συμβουλίου, ακόμη και η υποβολή σχετικού αιτήματος.
    Άρθρο 470 – Απαγόρευση Χειροτέρευσης Θέσης του Κατηγορουμένου :
    Προβλέπεται, όπως και τώρα, ότι σε περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, αυτό όμως πρέπει να γενικευθεί και στα βουλεύματα, ιδίως όταν αυτά είναι ανεπίδεκτα ένδικων μέσων και αυτοπρόσωπης εμφάνισης, όπως σήμερα.
    Άρθρο 471:
    Πρέπει να καταργηθεί η τελευταία παράγραφος του δεύτερου εδαφίου, σύμφωνα με την οποία, δεύτερη αίτηση αναστολής εκτέλεσης από τον κατηγορούμενο είναι απαράδεκτη αν δεν παρέλθουν δύο μήνες από την απόρριψη της προηγούμενης. Και τούτο διότι υπάρχουν περιπτώσεις οψιγενών επιχειρημάτων, τα οποία προκύπτουν πριν από την πάροδο διμήνου από την απόρριψη της αίτησης αναστολής.
    Το ίδιο και στην όμοια ρύθμιση του άρθρου 497 παρ. 7.
    Άρθρο 473 :
    Γενική πρόβλεψη προθεσμίας 10 ημερών για την άσκηση ενδίκων μέσων εκ μέρος του δικαιουμένου.
    Η προθεσμία πρέπει να γίνει 30 ημερών, όπως είναι και για τον Εισαγγελέα, για τα βουλεύματα.
    Ενώ η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης (παρ. 2) από τον κατηγορούμενο, η οποία ορθά γίνεται 20 ημερών, πρέπει και αυτή να γίνει 30 ημερών και να ξενικά από την επίδοση του πλήρους κειμένου της απόφασης και των πρακτικών, η οποία πρέπει να προβλέπεται υποχρεωτικά για αποφάσεις δευτεροβαθμίων δικαστηρίων.
    Η πρόταση αυτή υπαγορεύεται από το αστάθμητο του χρόνου καθαρογραφής και καταχώρησης των αποφάσεων, τις σημερινές συνθήκες άσκησης της δικηγορίας και τις αυξημένες απαιτήσεις νομικής πληρότητας στις αναιρέσεις.
    Άρθρο 474 παρ. 4 :
    «Στην έκθεση ή το δικόγραφο πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο»
    πρέπει να προστεθεί «με εξαίρεση την έφεση», για την οποία να προβλέπεται ότι ούτως η άλλως έχει καθολικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, εκτός αν ο εκκαλών την περιορίσει σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή προβάλει συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους λόγους.
    Άρθρο 476:
    Το παραδεκτό του ενδίκου μέσου δεν χρειάζεται να κρίνεται από Δικαστικό Συμβούλιο, μπορεί να κρίνεται από το ίδιο το Δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση με όλες τις προϋποθέσεις κλήτευσης και εμφάνισης του εκκαλούντος και των λοιπών διαδίκων.
    Άρθρο 478 – Έφεση κατά Βουλεύματος- Πότε επιτρέπεται στον κατηγορούμενο:
    Εξακολουθεί να περιορίζεται το δικαίωμα έφεσης μόνο για βουλεύματα παραπεμπτικά για κακουργήματα
    Επιτρέπεται μόνο για τους λόγους: α) της απόλυτης ακυρότητας και β) της ευθέως εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
    Η προσθήκη της λέξης «ευθέως» που δεν υπάρχει στη σημερινή ρύθμιση ουσιαστικά εκτοπίζει από τους λόγους έφεσης και την έλλειψη αιτιολογίας, που συνιστά εκ πλαγίου παράβαση της εφαρμοζόμενης ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
    Αρα συρρικνώνει ακόμα περισσότερο το πεδίο έννομης προστασίας του κατηγορουμένου στην προδικασία.
    Πρέπει η έφεση να παρέχεται σε όλους τους διαδίκους και για πλημμελήματα και για κακουργήματα και να μην περιορίζεται σε συγκεκριμένους λόγους, αλλά να επιφέρει «καθολικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα». Και όταν ασκείται μόνο από τον κατηγορούμενο να μην μπορεί να χειροτερέψει η θέση του, ούτε να επιβληθούν δυσμενέστερα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού.
    Επίσης πρέπει (άρθρα 483 επ.) η αναίρεση κατά βουλεύματος πρέπει να επιτραπεί σε όλους τους διαδίκους άμεσα και όχι μέσω του Εισαγγελέα και για όλους τους προβλεπόμενους στο 484 λόγους.

    Άρθρο 485 :
    Προστίθεται παράγραφος 2 με την οποία προβλέπεται ότι οι διάδικοι δικαιούνται, αφού λάβουν γνώση του περιεχομένου της αίτησης αναίρεσης και της σχετικής πρότασης του Εισαγγελέα να υποβάλλουν υπόμνημα με τις απόψεις τους μέχρι τη συζήτηση, πράγμα που είναι σαφώς θετικό.
    Πρέπει όμως να προβλεφθεί και εδώ η αυτεπάγγελτη υποχρέωση ενημέρωσης των διαδίκων από την Εισαγγελία Α.Π. όταν υποβάλλεται η πρόταση καθώς και κάποια ελάχιστη προθεσμία (τουλάχιστον 15 ημέρες) αναστολής της συζήτησης και υπέρ των διαδίκων για την υποβολή του υπομνήματος.
    Τα ίδια πρέπει να προβλεφθούν και για την εισαγγελική πρόταση επί εφέσεων κατά βουλευμάτων, όπου δεν υπάρχει καμία σχετική ρύθμιση στα άρθρα 477 – 482, προφανώς επειδή θεωρείται ότι καλύπτονται από τα άρθρα 308 και 316 – 319.
    Εχω τη γνώμη ότι ανεξαρτήτως αυτού πρέπει να προβλεφθούν ρητά και για τη διαδικασία της έφεσης.
    Άρθρο 489 :
    Παραμένουν τα όρια των εφεσίμων ποινών, τα οποία στερούν αναιτιολόγητα την πρόσβαση των κατηγορουμένων σε δύο βαθμούς κατ’ ουσίαν δικαιοδοσίας.
    Παραμένει αναιτιολόγητα υψηλό και ανόμοιο το όριο ενός έτους για πλημμέλημα, εφόσον η καταδίκη απαγγέλθηκε από ΜΟΔ ή Τριμελές Εφετείο, αντί των 2 ή 4 μηνών που προβλέπεται αν απαγγελθεί από το καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο.
    Άρθρα 490-491 :
    Εξακολουθεί να υφίσταται το δικαίωμα των Εισαγγελέων να ασκούν έφεση εναντίον κάθε είδους απόφασης, ενώ τα δικαιώματα αυτά δεν προβλέπονται στον πολιτικώς ενάγοντα, ενώ στον κατηγορούμενο παρέχονται υπό όρους.
    Άρθρο 497- Ανασταλτική δύναμη της έφεσης:
    Προβλέπεται :
    αυτοδικαίως όταν πρόκειται για φυλάκιση μέχρι 3 ετών,
    δυνητικά κατά κανόνα για ποινές φυλάκισης 3-5 ετών,
    στην κρίση του δικαστηρίου όταν επιβάλλεται πρόσκαιρη κάθειρξη.
    Παραλείπεται η αναφορά δυνατότητας ανασταλτικού αποτελέσματος σε περίπτωση ποινής ισόβιας κάθειρξης, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι σιωπηρώς απαγορεύεται,
    Ενώ στις παραγράφους 7 και 8 προβλέπονται τα κριτήρια με τα οποία το δικαστήριο δικαιούται να απορρίψει αίτημα χορήγησης ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση ή την αίτηση αναστολής στη συνέχεια, του κατηγορουμένου, υπονοώντας προφανώς ότι όταν δεν συντρέχουν λόγοι απόρριψης, η παροχή του ανασταλτικού αποτελέσματος ή της αναστολής πρέπει να γίνεται δεκτή.
    Άρθρο 502 παρ. 2
    : Προβλέπεται, όπως προαναφέρθηκε ότι η έφεση κατά καταδικαστικής απόφασης έχει σε περίπτωση αμφιβολίας καθολικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα :
    «Η έφεση έχει καθολικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, εκτός αν ο εκκαλών την περιορίσει σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή προβάλλει συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους λόγους».
    Η διάταξη έχει ήδη σχολιασθεί είναι θετική και πρέπει να επεκταθεί και στα βουλεύματα.
    Άρθρο 538 επ- Αίτηση Αποζημίωσης:
    Δυσχεραίνεται αντί να απλοποιείται η υποβολή του σχετικού αιτήματος διότι αντικαθίσταται η πρόβλεψη με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφασή του το δικαστήριο που εξέδωσε την αθωωτική απόφαση και τίθεται ως προϋπόθεση αυτή να έχει γίνει αμετάκλητη.
    Η ορθή πρόβλεψη θα ήταν να υποβάλλεται η αίτηση στο ίδιο δικαστήριο αμέσως μετά την εκφώνηση της αθωωτικής του απόφασης και έχοντας στην άμεση γνώση του το δικαστήριο όλα τα σχετικά στοιχεία, να εκδίδει παρεπόμενη απόφαση για την αποζημίωση της άδικης προφυλάκισης, η οποία όταν επακολουθεί εξαφάνιση ή αναίρεσή της απόφασης μετά από άσκηση ενδίκων μέσων, να ακολουθεί την τύχη της και να επανυποβάλλεται ξανά όταν υπάρξει εκ νέου αθώωση.
    Σε περίπτωση όμως που η αθωωτική απόφαση καθίσταται αμετάκλητη, να καθίσταται ταυτόχρονα αμετάκλητη και η απόφαση η οποία επιδικάζει την αποζημίωση, ώστε να εκτελείται άμεσα.
    Και μόνο εάν ο κατηγορούμενος δεν επιθυμεί να ασκήσει την αίτηση κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε να ισχύουν οι προβλέψεις των τριάντα ημερών από το αμετάκλητο της απόφασης κ.λ.π.

    4. ΠΡΩΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

    Από την παρουσίαση των διατάξεων δεν μένει αμφιβολία ότι ο προσανατολισμός της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής αναλώθηκε συνδυαστικά με εκείνον του Ποινικού Κώδικα κατά κύριο λόγο στην αντιμετώπιση των μεγάλης αξίας οικονομικών αδικημάτων και την εξάντληση των δυνατοτήτων αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας που προκλήθηκε με αντάλλαγμα την ευνοϊκή ποινική μεταχείριση των αντίστοιχων κατηγορουμένων.
    Πρόκειται για μια επιλογή σαφώς ταξική, για να μην πάνε οι πλούσιοι φυλακή, η οποία καταδεικνύει το ενδιαφέρον για την χρήση της ποινικής δικαιοσύνης ως εισπρακτικού μηχανισμού, ενώ απομυθοποιεί κάθε έννοια ηθικής απαξίας των περιουσιακών αυτών αδικημάτων, αφού τα σχετικοποιεί και συχνά τα φτάνει μέχρι το σημείο της μηδενικής ποινικής κύρωσης, είτε με την εξάλειψη του αξιοποίνου, είτε ακόμα και με την οριστική αποχή από ποινική δίωξη κακουργημάτων.
    Γεννάται φυσικά το ερώτημα για ποιο λόγο επιλέγονται ορισμένα από τα οικονομικά αδικήματα για να τύχουν όλης αυτής της εξαντλητικής προσπάθειας για τακτοποίηση και γιατί η προσπάθεια αυτή δεν επεκτείνεται σε όλα.
    Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το ποινικό μας σύστημα είναι κατά προοδευτική παράδοση υπερασπιστικό και δεν έχει ανάγκη από ποινικές διαπραγματεύσεις και συμφωνημένες ποινές. Επίσης δεν δικαιούται να χωρίζει τα αδικήματα σε άλλα που οι είναι εξόχως ευνοούμενοι οι «παθόντες» και προστατεύονται με προγραμματισμό όλης της προδικασίας και κύριας διαδικασίας για να πάρουν τα λεφτά τους και άλλα που οι παθόντες αφήνονται στην τύχη τους. Η εγκατάσταση του Αμερικανικού δικαίου αλλοτριώνει το θεσμικό ρόλο του εισαγγελέα, ευτελίζει τα υπερασπιστικά δικαιώματα, προσβάλλει την αρχή του φυσικού δικαστή, περιγελάει το τεκμήριο αθωότητας, καθιστά την ποινική λειτουργία μπράβο των οικονομικών συμφερόντων και μετατρέπει τον κατηγορούμενο σε συμμέτοχο της τιμωρίας του.
    Επιπλέον αναδεικνύονται οι απλουστευτικές αυταπάτες ότι οι κακοί καταχραστές, φοροφυγάδες, λαθρέμποροι, κλπ μέσα από την πίεση των διαδικασιών συνδιαλλαγής διαπραγμάτευσης, αποχής, κλπ θα βρουν χρήματα και θα πληρώσουν ώστε να αποφύγουν την φυλάκιση. Αυτό όμως αποτελεί απλά άσκηση επί χάρτου γιατί δυστυχώς η πολλαπλότητα της καθημερινής ζωής όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης και της εξάπλωσης των οικονομικών δραστηριοτήτων μάλλον αρνείται να επαληθεύσει τα σχέδια αυτά.
    Η πεποίθηση ότι υπάρχουν δράστες οι οποίοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να επιστρέψουν τα «κλεμμένα» αλλά δεν το κάνουν είναι εξίσου αφελής με την τρέχουσα φιλολογία περί «στρατηγικών κακοπληρωτών» οι οποίοι προτιμούν να χάσουν τα υποθηκευμένα σπίτια τους παρά να πληρώσουν τα υπέρογκα δάνεια με τα οποία τα αγόρασαν προς όφελος των τραπεζών και των εργολάβων.
    Ο προσανατολισμός αυτός της αντιμετώπισης των μεγάλων οικονομικών αδικημάτων διαμορφώνει παιδία υπερεξουσιών σε Εισαγγελείς αλλά και σε Ανακριτές και παρέχει εξαντλητική προστατευτική δυνατότητα στους VIP των εδωλίων.
    Σε κάθε περίπτωση όμως το πρόβλημα δεν είναι τι γίνεται με όσους έχουν να πληρώσουν.
    Το πρόβλημα ήταν και είναι πάντα τι γίνεται με αυτούς που δεν έχουν. Αλλά εκεί είναι που η αυλαία της μεταρρύθμισης κλείνει.
    Στον αντίποδα λοιπόν, για τους απόκληρους των εδωλίων προβλέπονται συνοπτικές διαδικασίες ποινικής διαταγής αντιγραφή του μοντέλου της διαταγής πληρωμής, που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη νομική παιδεία για να καταλάβει κανείς ότι είναι σε πρόδηλη αντίθεση με το δικαίωμα ακρόασης, την αρχή της δίκαιης δίκης και την ενάσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων τα οποία διάσπαρτα στο νέο σχέδιο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας διατυμπανίζονται γενικόλογα.
    Επιπλέον, ο αποκλειστικός σχεδόν προσανατολισμός του σχεδίου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στην αντιμετώπιση των παραπάνω οικονομικών αδικημάτων αποκλείει κάθε συστηματική και γενικευμένη προσέγγιση στο πεδίο αποκατάστασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων με αποτέλεσμα να αφήνει πάρα πολλά σχετικά πεδία ατροποποίητα.
    Η προσδοκία αποκατάστασης των δικονομικών δικαιωμάτων, που σταδιακά πριν και μετά τα μνημόνια θυσιάστηκαν παραμένει ανικανοποίητη.
    Η κατάργηση της έννομης προστασίας όλων των διαδίκων στην προδικασία διατηρείται και επαυξάνεται.
    Η αποψίλωση των μικτών ορκωτών δικαστηρίων από τα κακουργήματα μένει αδιατάρακτη.
    Η αποκαταστατική δυνατότητα μέσα από την διαδικασία της ποινικής δίκης σε περίπτωση ατυχίας ακόμα και των επιχειρούμενων ενδιάμεσων θεσμών, αποχής, συνδιαλλαγής, κλπ, εγκαταλείπεται, ενώ καταργείται ακόμα και συνολικά η δυνατότητα του πολιτικώς ενάγοντος να διεκδικήσει μέσα από αυτό οποιοδήποτε ποσό αφού και η ίδια η ιδιότητά του καταργείται.
    Οι καθημερινές προθεσμίες των διαδίκων παραμένουν όλες μικρές, ασφυκτικές, ενώ οι απαιτήσεις για το απαράδεκτο των ενδίκων μέσω παραμένουν αμετάβλητες.
    Αμετάβλητο παραμένει και το καθεστώς της προσωρινής κράτησης και μάλιστα χειροτερεύει αφού απαλείφεται η εξαίρεσή της για τους ανάπηρους.
    Χάνεται έτσι η ευκαιρία για μία προοδευτική συνολική μεταρρύθμιση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με υπερασπιστικό προσανατολισμό και έμπρακτη υλοποίηση του τεκμηρίου αθωότητας υπερασπιστικών δικαιωμάτων τα οποία εγκαθίστανται χρηματικά στο νέο σχέδιο, αλλά δεν υπηρετούνται συστηματικά στην έκταση των διατάξεών του, ενώ αντιφάσκουν προδήλως με άλλες ταυτόχρονα επιχειρούμενες ρυθμίσεις (π.χ. διαταγή ποινής)..
    Παραμένουν τουλάχιστον οι αρκετές θετικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, αλλά δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση συνολική μεταρρύθμιση και μετριάζονται αισθητά από τις εγκαθιστάμενες στο σχέδιο αυθαιρεσίες και παραβιάσεις συνταγματικών δικαιωμάτων.
    Και βέβαια μένουν οι υπερεξουσίες εισαγγελέων και δικαστών, που μεγαλώνουν ακόμα περισσότερο την απόσταση της εξουσίας τους από τους υπεξούσιούς της, ιδίως όταν οι τελευταίοι στερούνται της οικονομικής δυνατότητας να την διανύσουν.
    Αθήνα, 15/3/2019
    Κώστας Παπαδάκης

Σχολιάστε

Πριν υποβάλλετε το σχόλιο σας παρακαλούμε να συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Όροι Συμμετοχής

  1. Φροντίστε να διατυπώνετε προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις που σχετίζονται άμεσα με το υπό διαβούλευση ζήτημα. Προφανώς κάθε ζήτημα εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο αλλά ο δημόσιος διάλογος διευκολύνεται με στοχευμένες και συγκεκριμένες προτάσεις και παρεμβάσεις.
  2. Φροντίστε να διατυπώνετε τις προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις με τρόπο σύντομο και περιεκτικό.
  3. Προσπαθήστε να τεκμηριώνετε αυτά που γράφετε με αναφορές, παραπομπές σε άλλα κείμενα, υλικό ή συνδέσμους με αντίστοιχο περιεχόμενο, εκτός αν η χρήση τους είναι καταχρηστική και στην περίπτωση αυτή θα αφαιρούνται.
  4. Βεβαιωθείτε ότι το περιεχόμενο που υποβάλετε δεν προσβάλλει δικαιώματα άλλων προσώπων.
  5. Είναι γόνιμο να υπάρχει ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των συμμετεχόντων αλλά είναι σημαντικό για την ποιότητα και αποτελεσματικότητα του διαλόγου να αποφεύγονται οι προσωπικές αντιπαραθέσεις με άλλους συμμετέχοντες.
  6. Προτάσεις, σχόλια, υπερσύνδεσμοι ή οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο, τα οποία διατυπώνονται σε γλώσσα και με τρόπο υβριστικό, χυδαίο ή περιέχουν ή υποκινούν μισαλλοδοξία και διακρίσεις που βασίζονται σε φύλο, ηλικία, σεξουαλικό προσανατολισμό, φυλετική ή εθνική καταγωγή ή θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν θα δημοσιεύονται στο OpenGov.gr. Επίσης δε θα δημοσιεύονται σχόλια τα οποία παραπέμπουν σε άλλους δικτυακούς τόπους για λόγους διαφήμισης, δημοσιότητας ή οποιονδήποτε άλλο σκοπό που κρίνεται από το OpenGov.gr ως καταχρηστικός.
  7. Οι προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις που υποβάλετε υπόκεινται σε έλεγχο ως προς την τήρηση των παρόντων όρων χρήσης και συμμετοχής.
  8. Με τη συμμετοχή σας αποδέχεστε τη χρήση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου για ενημερωτικούς λόγους σχετικούς με τους στόχους του OpenGov.gr.
  9. Με τη συμμετοχή σας αποδέχεστε τη διάθεση των προτάσεων, σχολίων ή ερωτήσεων που υποβάλετε με την άδεια «Creative Commons».