Άρθρο 86
Προϋποθέσεις κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής/μετακίνησης φοιτητών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών – Αντικατάσταση παρ. 1 και 2 άρθρου 79 ν. 4692/2020 – Εξουσιοδοτικές διατάξεις
Στο άρθρο 79 του ν. 4692/2020 (Α΄ 111), περί της κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής/μετακίνησης φοιτητών, οι παρ. 1 και 2 αντικαθίστανται και το άρθρο 79 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 79
Κατ` εξαίρεση μετεγγραφή/μετακίνηση
- Αιτήσεις για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής στον τόπο μόνιμης κατοικίας ή στον τόπο θεραπείας των ιδίων ή των γονέων ή των αδελφών τους δύνανται να υποβάλλονται κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους αποκλειστικά για σοβαρές και τεκμηριωμένα εξαιρετικές περιπτώσεις ή επιγενόμενες περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης φοιτητών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής. Προϋποθέσεις της αίτησης κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής αποτελούν:
α) η φοίτηση σε πρόγραμμα σπουδών πρώτου κύκλου για τη λήψη πρώτου πτυχίου και
β) ο φοιτητής να έχει συγκεντρώσει, κατά τις πανελλαδικές εξετάσεις αριθμό μορίων που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή περισσότερο από το διπλάσιο της βάσης μετεγγραφής της περ. δ) του άρθρου 72, και ο φοιτητής που έχει εισαχθεί με την κατηγορία των πασχόντων από ειδικές παθήσεις των Γενικών Λυκείων (ΓΕ.Λ.) και των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.) της ημεδαπής να έχει βαθμό απολυτηρίου που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή, πλέον των πέντε (5) μονάδων.
Ως περιπτώσεις του πρώτου εδαφίου χαρακτηρίζονται ιδίως οι εξής:
α) σοβαρές παθήσεις φοιτητών ή μελών της οικογένειας του φοιτητή, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα της υπό στοιχεία Φ.151/17897/Β6/7.2.2014 (Β΄ 358) κοινής απόφασης των Υπουργών Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και Υγείας και οι οποίες διαπιστώνονται από τα όργανα και με τη διαδικασία που καθορίζονται στην ίδια απόφαση,
β) θάνατος συγγενούς α΄ βαθμού εξ αίματος σε ευθεία γραμμή ή β΄ βαθμού εξ αίματος σε πλάγια γραμμή, ο οποίος επήλθε εντός ενός (1) έτους πριν από την υποβολή της αίτησης για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής και εφόσον ο φοιτητής είναι άγαμος ή δεν έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης,
γ) κυοφορούσες φοιτήτριες μετά από βεβαίωση θεράποντος ιατρού και διευθυντή γυναικολογικής ή μαιευτικής κλινικής ή τμήματος δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος και
δ) φοιτητές οι οποίοι έχουν υποστεί σωματική ή ψυχική βλάβη, προκληθείσα από εγκλήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας ή της προσωπικής ελευθερίας, η οποία τεκμηριώνεται με βάση τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης.
- Αν δεν υπάρχει αντίστοιχο Τμήμα Α.Ε.Ι. στην Περιφερειακή Ενότητα της μόνιμης κατοικίας του φοιτητή, με εκείνο του Τμήματος εισαγωγής ή φοίτησής τους, τότε οι φοιτητές αυτοί, δύνανται να υποβάλλουν αίτηση κατ’ εξαίρεση μετακίνησης σε Τμήμα του ίδιου επιστημονικού πεδίου. Προϋποθέσεις της αίτησης κατ’ εξαίρεση μετακίνησης αποτελούν:
α) η φοίτηση σε πρόγραμμα σπουδών πρώτου κύκλου για τη λήψη πρώτου πτυχίου και
β) ο φοιτητής να έχει συγκεντρώσει, κατά τις πανελλαδικές εξετάσεις, αριθμό μορίων που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετακίνηση, μεγαλύτερο από το διπλάσιο της βάσης μετεγγραφής της περ. δ) του άρθρου 72, και ο φοιτητής που έχει εισαχθεί με την κατηγορία των πασχόντων από ειδικές παθήσεις των ΓΕ.Λ. και ΕΠΑ.Λ. της ημεδαπής να έχει βαθμό απολυτηρίου που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή, πλέον των πέντε (5) μονάδων.
- Αν ο αιτών την κατ` εξαίρεση μετεγγραφή ή μετακίνηση εμπίπτει σε λόγους αποκλεισμού, όπως αυτοί της παρ. 1 του άρθρου 74,τότε η Επιτροπή της παρ. 5 δύναται να εισηγηθεί ομόφωνα στον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ο οποίος και κρίνει για την έκδοση απόφασης κατ` εξαίρεση μετεγγραφής ή μετακίνησης.
- Η αίτηση για κατ` εξαίρεση μετεγγραφή ή μετακίνηση δεν μπορεί να αφορά σε πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτέλεσαν τη βάση για την απόρριψη της αίτησης μετεγγραφής ή μετακίνησης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παρόντος.
- Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ορίζονται οι ημερομηνίες και η διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής της παρ. 1.
- Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού συγκροτείται για κάθε ακαδημαϊκό έτος πενταμελής Επιτροπή με αντικείμενο την εξέταση των κατ` εξαίρεση αιτήσεων μετεγγραφής ή μετακίνησης. Η Επιτροπή αποτελείται από ένα (1) μέλος, το οποίο υποδεικνύεται από τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και εκτελεί χρέη Προέδρου, δύο (2) μέλη, τα οποία υποδεικνύονται από τη Σύνοδο των Πρυτάνεων των Α.Ε.Ι., έναν (1) εκπρόσωπο της Διεύθυνσης Οργανωτικής και Ακαδημαϊκής Ανάπτυξης της Γενικής Διεύθυνσης Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ο οποίος ορίζεται από τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και έναν (1) εκπρόσωπο κλάδου ή ειδικότητας ΠΕ Ιατρών, ο οποίος υποδεικνύεται από τον Υπουργό Υγείας. Η Επιτροπή είναι άμισθη και τα μέλη της δεν λαμβάνουν κανενός είδους αμοιβή ή αποζημίωση για τη συμμετοχή τους σε αυτή.
Η απόφαση ορισμού της Επιτροπής δεν δημοσιοποιείται πριν από την ολοκλήρωση του έργου της για το οικείο ακαδημαϊκό έτος.».
Άρθρο 87
Αποδοχές των Εκτελεστικών Διευθυντών των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Τροποποίηση παρ. 7 και προσθήκη παρ. 9 στο άρθρο 17 του ν. 4957/2022
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 17 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των αποδοχών των Εκτελεστικών Διευθυντών των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, αντικαθίσταται και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής:
«7. Οι Εκτελεστικοί Διευθυντές των Α.Ε.Ι., καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας τους, κατατάσσονται στο καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.) της κατηγορίας τους, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β’ του ν. 4354/2015 (Α’ 176), πολλαπλασιαζόμενου του αντίστοιχου βασικού μισθού με τον συντελεστή ένα κόμμα δύο (1,2). Ο Εκτελεστικός Διευθυντής λαμβάνει το επίδομα Προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης του άρθρου 16 του ως άνω νόμου.».
Άρθρο 88
Ενιαίος και αδιάσπαστος τίτλος σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου στα Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών – Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 78 του ν. 4957/2022
Μετά από την παρ. 4 του άρθρου 78 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί ενιαίου και αδιάσπαστου τίτλου σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου, προστίθεται παρ. 5 ως εξής:
«5. Το παρόν εφαρμόζεται και για τα προγράμματα σπουδών πρώτου κύκλου σε ξένη γλώσσα (Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών – Ξ.Π.Σ.) του άρθρου 101.».
Άρθρο 89
Δυνατότητα συμμετοχής των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων σε τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 94 ν. 4957/2022
Στην περ. ε) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 94 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των τριμελών συμβουλευτικών επιτροπών επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών, μετά από τις λέξεις «ερευνητές κάθε βαθμίδας», προστίθενται οι λέξεις «και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος,» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) ορίζεται η τριμελής συμβουλευτική επιτροπή, μεταξύ των οποίων ορίζεται και ο επιβλέπων. Στη συμβουλευτική επιτροπή δύνανται να συμμετέχουν ως μέλη: α) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) κάθε βαθμίδας του Τμήματος του Α.Ε.Ι., β) μέλη Δ.Ε.Π. άλλων Τμημάτων του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι., γ) ομότιμοι καθηγητές και αφυπηρετήσαντα μέλη Δ.Ε.Π., δ) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού σε Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, ε) ερευνητές κάθε βαθμίδας και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που υπηρετούν σε ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α` 258), συμπεριλαμβανομένων της Ακαδημίας Αθηνών και του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, καθώς και το επιστημονικό προσωπικό της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ε.Α.Γ.Μ.Ε.) του άρθρου 25 του ν. 4602/2019 (Α` 45), εφόσον διαθέτει διδακτορικό δίπλωμα και ερευνητική δραστηριότητα συναφή με το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής, καθώς και ομότιμοι και αφυπηρετήσαντες ερευνητές, με τις ίδιες ανωτέρω προϋποθέσεις, στ) καθηγητές ιδρυμάτων της αλλοδαπής και ερευνητές ερευνητικών οργανισμών της αλλοδαπής.».
Άρθρο 90
Απασχόληση των υπαλλήλων με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου φορέων του δημόσιου τομέα ως εντεταλμένων διδασκόντων Τμημάτων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Τροποποίηση παρ. 9 και προσθήκη παρ. 10 στο άρθρο 173 του ν. 4957/2022
- Η περ. ε) της παρ. 9 του άρθρου 173 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των εντεταλμένων διδασκόντων Τμημάτων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, καταργείται και η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής:
«9. Δεν επιτρέπεται η απασχόληση ως εντεταλμένων διδασκόντων φυσικών προσώπων που έχουν μία (1) από τις ακόλουθες ιδιότητες:
α) Ομότιμοι Καθηγητές και αφυπηρετήσαντα μέλη Δ.Ε.Π. του οικείου ή άλλου Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή αλλοδαπής,
β) μέλη Δ.Ε.Π., Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Α.Ε.Ι.,
γ) ερευνητές και λειτουργικοί επιστήμονες ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α’ 258) και λοιπών ερευνητικών οργανισμών,
δ) συνταξιούχοι του ιδιωτικού ή ευρύτερου δημόσιου τομέα,
ε) [Καταργείται],
στ) φυσικά πρόσωπα που έχουν υπερβεί το εξηκοστό έβδομο (67ο) έτος της ηλικίας.».
- Μετά από την παρ. 9 του άρθρου 173 του ν. 4957/2022, προστίθεται παρ. 10 ως εξής:
«10. Υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), και στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας δύναται να απασχολούνται ως εντεταλμένοι διδάσκοντες αποκλειστικά με καθεστώς μερικής απασχόλησης.».
Άρθρο 91
Ανασύσταση και καθορισμός αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Αντικατάσταση παρ. 6 άρθρου 70 στον ν. 1566/1985
Η παρ. 6 του άρθρου 70 του ν. 1566/1985 (Α’ 167), περί της σύστασης της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. α) Στο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού συστήνεται Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και αποτελείται από επτά (7) τακτικά και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι άμισθα.
β) Στην Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων μετέχουν:
βα) Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του έναν (1) υπάλληλο που υπηρετεί στην ίδια Διεύθυνση, ως Πρόεδρος.
ββ) Ο Προϊστάμενος του Τμήματος Α΄ Προγραμμάτων, Δράσεων Φυσικής Αγωγής και Σχολικών Αθλητικών Εγκαταστάσεων και Γυμναστηρίων της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του έναν (1) υπάλληλο που υπηρετεί στην ίδια Διεύθυνση.
βγ) Ένα (1) μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) με γνωστικό αντικείμενο τη Φυσική Αγωγή, ως εκπρόσωπο των Σχολών Επιστημών Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Σ.Ε.Φ.Α.Α.) και των Τμημάτων Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Τ.Ε.Φ.Α.Α.), με αντίστοιχο αναπληρωτή του.
βδ) Τέσσερα (4) μέλη που είναι κάτοχοι πτυχίου ή ισότιμου τίτλου Φυσικής Αγωγής που απασχολούνται στα Πανεπιστημιακά Γυμναστήρια των Α.Ε.Ι. (πλην Σ.Ε.Φ.Α.Α.-Τ.Ε.Φ.Α.Α.), με αντίστοιχους αναπληρωτές τους.
γ) Αρμόδια για τη γραμματειακή και διοικητική υποστήριξη της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων είναι η Διεύθυνση Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
δ) Στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ανήκουν:
δα) Η υποβολή ετήσιας εισήγησης προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, μέσω της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, για τον προγραμματισμό των πανελλήνιων και περιφερειακών αθλητικών δραστηριοτήτων και αγώνων που διεξάγονται μεταξύ Τμημάτων και Σχολών των Α.Ε.Ι., καθώς και για τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ή άλλες διοργανώσεις.
δβ) Η υποβολή ετήσιας εισήγησης προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, μέσω της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, για τη διεξαγωγή διαπανεπιστημιακών αθλητικών εκδηλώσεων και δράσεων σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και εποπτευόμενους από αυτή αθλητικούς φορείς, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και εποπτευόμενους από αυτούς φορείς, καθώς και άλλους φορείς, δημόσιους και ιδιωτικούς, της ημεδαπής και της αλλοδαπής.
δγ) Η υποβολή ετήσιας απολογιστικής Έκθεσης Πεπραγμένων προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και τη Διεύθυνση Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
ε) Το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ορίζεται ως το επίσημο μέλος εκπροσώπησης της Ελλάδος στη Διεθνή Ομοσπονδία Πανεπιστημιακού Αθλητισμού και στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Πανεπιστημιακού Αθλητισμού.
στ) Σε κάθε Α.Ε.Ι., με απόφαση του Πρύτανη, ορίζεται Συντονιστής Φυσικής Αγωγής με έργο τη διατύπωση εισηγήσεων προς την Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων για κάθε ζήτημα που αφορά διαπανεπιστημιακές αθλητικές δραστηριότητες και αγώνες.
ζ) Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού εγκρίνονται το ετήσιο πρόγραμμα συμμετοχής σε πανελλήνιες και περιφερειακές αθλητικές δραστηριότητες και αγώνες που διεξάγονται μεταξύ Τμημάτων και Σχολών των Α.Ε.Ι., η συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ή άλλες διοργανώσεις, καθώς και το πρόγραμμα διεξαγωγής διαπανεπιστημιακών αθλητικών εκδηλώσεων και δράσεων.
η) Η δαπάνη για την ετήσια εγγραφή συμμετοχής στις ομοσπονδίες της περ. ε), καθώς και για την ανάληψη διοργανώσεων βαρύνει τις πιστώσεις του Ε.Φ 1020-206-0000000 του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για κάθε οικονομικό έτος. Τα έξοδα συμμετοχής φοιτητών ή φοιτητικών αθλητικών ομάδων στις ως άνω δράσεις καλύπτονται:
ηα) από ιδίους πόρους του προϋπολογισμού των Α.Ε.Ι., στα οποία φοιτούν οι φοιτητές,
ηβ) μετά από επιχορήγηση των Α.Ε.Ι. από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για τον συγκεκριμένο σκοπό.
θ) Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού δύναται να ρυθμίζονται:
θα) Η σύσταση επιμέρους υποεπιτροπών για την υποβοήθηση της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στη διοργάνωση διαπανεπιστημιακών αθλητικών δράσεων και αγώνων, καθώς και κάθε θέμα σχετικά με τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των υποεπιτροπών της.
θβ) Η εγγραφή της χώρας στις ομοσπονδίες της περ. ε), η εκπροσώπηση της χώρας σε εργασίες και εκδηλώσεις των οργάνων και επιτροπών των ομοσπονδιών, καθώς και η ανάληψη διοργανώσεων σε αθλητικές φοιτητικές διοργανώσεις και αγώνες.».
Άρθρο 92
Ολοκλήρωση εκκρεμών προκηρύξεων μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού
Προκηρύξεις μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού. (Ε.Τ.Ε.Π.) που εκδίδονται σε εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 41 του ν. 4521/2018 (Α΄ 38) και δεν έχει ολοκληρωθεί η δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ως άνω άρθρου, δύνανται να δημοσιευθούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έως την 30ή.6.2026. Εάν δεν ολοκληρωθεί η δημοσίευση τους εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, η κατανεμηθείσα θέση ακυρώνεται και δεν μπορεί να προκηρυχθεί.




Η ρύθμιση που αφορά τη δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ Δρ. σε θέση Επίκουρου Καθηγητή μετά από κρίση αποτελεί ένα δίκαιο και αποτελεσματικό εργαλείο που θα αποφέρει πολλαπλά θετικά οφέλη:
1. Θα δώσει πραγματικό κίνητρο στους ΕΔΙΠ Δρ. να συνεχίζουν να προσφέρουν στο Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο και να παραμείνουν σε αυτό (Έως τώρα το μόνο κίνητρο ήταν το φιλότιμο και το πραγματικό ενδιαφέρον για το πανεπιστήμιο, τους φοιτητές και την επιστήμη) και θα άρει τον χαρακτήρα του «διδακτικού προσωπικού 2ης κατηγορίας».
2. Η εξέλιξη των ΕΔΙΠ Δρ. σε θέση ΔΕΠ, θα ωφελήσει το πανεπιστήμιο με το να βελτιώσει την αναλογία ΔΕΠ/φοιτητών, με το να οδηγήσει στην αύξηση χρηματοδοτήσεων, στην ανάπτυξη επιπλέον συνεργασιών και την εξωστρέφεια καθώς και στην αύξηση της δυνατότητας εκπόνησης περισσοτέρων διδακτορικών.
Είναι πολύ σημαντικό να ειπωθεί ότι το δημοσιονομικό κόστος είναι απειροελάχιστο αλλά η απόδοση του θα είναι πολλαπλή (γιατί όλα τα παραπάνω και όλα όσα ειπώθηκαν από τα σχετικά σχόλια στη διαβούλευση μεταφράζονται σε οικονομικά οφέλη και οφέλη προς την κοινωνία).3. Η εξέλιξη των υποψηφίων μετά από την κρίση, αποτελεί εγγύηση για τα Πανεπιστήμια ότι δεν θα εξελιχθούν σε θέση Επίκουρου Καθηγητή μέλη ΕΔΙΠ Δρ. που δεν καλύπτουν τα κριτήρια του νομού.
Λαμβάνοντας κανείς υπόψη ότι οι περισσότεροι ΕΔΙΠ Δρ. υπηρετούν ήδη πολλά χρόνια στο Πανεπιστήμιο (μπορεί και 10-15 χρόνια), όσον αφορά το εκπαιδευτικό μέρος, είναι απίθανο να μην έχουν πολυετή διδακτική εμπειρία και εμπειρία αυτόνομης διδασκαλίας (σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο) και εμπειρία επίβλεψης/συνεπίβλεψης προπτυχιακών και μεταπτυχιακών διατριβών. Όσον αφορά το ερευνητικό μέρος (που αποδεικνύεται με ερευνητικές εργασίες), οι περισσότεροι είναι τουλάχιστον στο επίπεδο του μέσου Επίκουρου ή ακόμη και Αναπληρωτή Καθηγητή. Θα πρέπει να αναφερθεί τέλος ότι υπάρχει ένας αριθμός ΕΔΙΠ Δρ. που έχουν ιδιαίτερα αξιόλογες βραβεύσεις και διακρίσεις και είναι γνωστοί στο εξωτερικό, αλλά δυστυχώς παραμένουν στην Ελλάδα στην αφάνεια. Το Ελληνικό δημόσιο θα αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αξιόλογη ομάδα των μελών ΕΔΙΠ Δρ. με τον να τους δώσει τη δυνατότητα εξέλιξης, πρακτική που συμβαίνει σε όλους τους επιφανείς ακαδημαϊκούς χώρους.
Τα μέλη ΕΔΙΠ προσφέρουν πολυετείς, πολύτιμες υπηρεσίες στο ελληνικά πανεπιστήμια, υψηλό επιστημονικό έργο, καλύπτουν πάγιες ανάγκες και στερούνται δικαιωμάτων. Σε καμία άλλη χώρα του εξωτερικού δεν υπάρχει αυτή η διάκριση μεταξύ μελών του διδακτικού προσωπικού.Η μετεξέλιξή μας ως μέλη ΔΕΠ δικαιώνει το αυτονόητο δικαίωμα εργασιακής εξέλιξης κάθε εργαζόμενου που πληροί τις προϋποθέσεις. Τι νόημα έχει για κάποιον να προσπαθεί αν δεν υπάρχει προοπτική εξέλιξης;
Όταν παρεμποδίζεται να λαμβάνει ευνόητη συμμετοχή σε πόρους που παρέχει το δημόσιο πανεπιστήμιο σε μέλη ΔΕΠ και δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει;
Ενώ θα μπορούσε να συμβάλει περισσότερο στην έρευνα και την καινοτομία;
Η ακαδημαϊκή εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού μέσω ένταξης σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή μετά από κρίση, είναι μείζονος σημασίας για πολλαπλούς λόγους, όπως:
1. Αξιοποιείται στο μέγιστο το υφιστάμενο προσωπικό των ΑΕΙ. Πρόκειται για επιστήμονες που διαθέτουν διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό-ερευνητικό έργο, εργάζονται αδιάκοπα στα Ελληνικά Πανεπιστήμια κατά την τελευταία 20ετία και επιτελούν αυτοδύναμο διδακτικό έργο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς διδακτικές ανάγκες διαφόρων γνωστικών αντικειμένων.2. Ενισχύεται ο αριθμός των διδασκόντων των ΑΕΙ, χωρίς δημοσιονομική δαπάνη και χωρίς να μεταβάλλεται ο προγραμματισμός των νέων θέσεων των ΑΕΙ. Η υποστελέχωση των Ελληνικών Πανεπιστήμιων δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα, καθώς λειτουργούν περίπου με το 60% του αριθμού των μελών ΔΕΠ προ κρίσης (σε κάποια Τμήματα/Σχολές τα κενά είναι σημαντικά μεγαλύτερα). Με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο τα κενά είναι πρακτικά αδύνατον να καλυφθούν.3. Αίρεται μία πολυετής προβληματική συνθήκη των Ελληνικών Πανεπιστημίων, όπου υπάρχουν διδάσκοντες δύο ταχυτήτων (μέλη ΔΕΠ και μέλη ΕΔΙΠ).
4. Ενισχύεται ο εθνικός δείκτης μελών ΔΕΠ/φοιτητών των ΑΕΙ που σήμερα είναι ο κατώτατος της Ευρώπης (1/47). Επισημαίνεται ότι ο αντίστοιχος μέσος όρος των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 1/13, ενώ στην προτελευταία θέση βρίσκεται η Κύπρος με δείκτη 1/26 (Ετήσια Έκθεση ΕΘΑΑΕ, 2022).5. Αυξάνεται η ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών Πανεπιστημίων, καθώς δίνεται η δυνατότητα άμεσης αξιοποίησης και ενίσχυσης του ερευνητικού και επιστημονικού έργου των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού, στη διεκδίκηση Ευρωπαϊκών και άλλων πόρων από ερευνητικά προγράμματα.6. Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αποτελεί κάποια ad hoc ανακάλυψη. Σχετικές ρυθμίσεις έχουν υλοποιηθεί και στο παρελθόν (ένταξη στην εισαγωγική βαθμίδα μελών ΔΕΠ), προκειμένου να καλυφθούν τρέχουσες διδακτικές ανάγκες των Πανεπιστημίων. Υπενθυμίζονται οι Νόμοι 1268/15-7-1982 (άρθρο 31), 2517/11-8-1997 (άρθρο 3), 3027/28-6-2002 (παρ. 23, άρθρο 3), των οποίων έκανε χρήση ένας μεγάλος αριθμός Καθηγητών (σήμερα τακτικών, Ομότιμων, συνταξιοδοτηθέντων), που προσέφεραν και προσφέρουν τα μέγιστα στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο.
Αξιότιμε κ. Παπαϊωάννου. Έφτασε η στιγμή να δώσετε λύση ώστε να μπορούν μέλη ΕΔΙΠ με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα, αυτόνομη διδασκαλία και μακρόχρονη προσφορά σε πανεπιστημιακους χώρους να εχουν τη δυνατότητα εξέλιξης σε μέλη ΔΕΠ. Η θετική σας στάση σε αυτό το ζήτημα μας έδωσε χαρά και αισιοδοξία στο πρόβλημα της χρόνιας στασιμότητας που μας έχει πραγματικά απογοητεύσει. Αναμένουμε άμεσα την παρέμβασή σας!
Να εξεταστεί η πιθανότητα προσθήκης ενος ακόμη 6μηνου στους πτυχιούχους ΤΕΙ που ειχαν 3.5 ετη φοίτησης ετσι ώστε να συμπληρωθεί η 4ετης φοίτηση και επομένως να υπάρξει πλήρης αντιστοιχία με απόφοιτους ΑΕΙ.
Η φοίτηση να ειναι εξ αποστάσεως.
ΜΙΑ ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΩΝ Δρ ΕΔΙΠ
ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Επί προτεινόμενης νομοθετικής διάταξης για την ακαδημαϊκή εξέλιξη του προσωπικού Ε.ΔΙ.Π.
Α. Προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση :
«1. Τα μόνιμα μέλη Ε.ΔΙ.Π. των Α.Ε.Ι. τα οποία πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις εκλογής στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή δύνανται να ζητήσουν την ένταξή τους σε μόνιμη θέση Επίκουρου Καθηγητή κατόπιν κρίσης τους από το αρμόδιο Εκλεκτορικό Σώμα, το οποίο επιλαμβάνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 2 έως 6 του άρθρου 19 του ν. 4009/2011 κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη. Για την κρίση τους λαμβάνονται υπόψη οι προϋποθέσεις που τίθενται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου.
2. Η αίτηση δύναται να υποβληθεί είτε στο Τμήμα ή τη Σχολή που υπηρετούν είτε σε άλλο Τμήμα ή Σχολή του ίδιου Α.Ε.Ι. Μετά την ένταξή τους στη βαθμίδα του μονίμου Επικούρου Καθηγητή, η περαιτέρω εξέλιξή τους γίνεται με βάση την κείμενη νομοθεσία.
3. Σε περίπτωση θετικής κρίσης τους, η ένταξή τους στη βαθμίδα του μονίμου Επικούρου Καθηγητή γίνεται είτε σε κενές οργανικές θέσεις, είτε με μεταφορά των οργανικών τους θέσεων».
Προτεινόμενη Εισηγητική Έκθεση :
«Με την προτεινόμενη διάταξη νόμου παρέχεται το δικαίωμα στα υπηρετούντα μόνιμα μέλη Ε.ΔΙ.Π. των Α.Ε.Ι. που συγκεντρώνουν αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά ακαδημαϊκά προσόντα, να κριθούν για την ένταξή τους σε θέσεις μονίμων Επικούρων Καθηγητών στο Τμήμα ή Σχολή που υπηρετούν είτε σε άλλο Τμήμα ή Σχολή του ίδιου Α.Ε.Ι. Με τον τρόπο αυτόν δίνεται η προοπτική ακαδημαϊκής εξέλιξης σε μόνιμο προσωπικό του πανεπιστημίου, εγνωσμένου κύρους και εμβέλειας σε διεθνές επίπεδο, με αναγνωρισμένες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά και αυτοδύναμο διδακτικό έργο παρασχεθέν σε πανεπιστημιακά Ιδρύματα, το οποίο στήριξε όλα αυτά τα χρόνια και στηρίζει το ελληνικό Πανεπιστήμιο. Ταυτόχρονα, δίνεται η δυνατότητα στα Α.Ε.Ι. να προσθέσουν στο ήδη υφιστάμενο διδακτικό τους προσωπικό μόνιμα μέλη Δ.Ε.Π. μέσα από σύντομη διαδικασία, δίχως να απαιτείται η προκήρυξη σχετικής θέσης ενώ με την κρίση από το αρμόδιο Εκλεκτορικό Σώμα επί τη βάση των αυστηρών κριτηρίων που έχουν ήδη τεθεί από την παράγραφο 1 του άρθρου 19 του νόμου 4009/2011, όπως ισχύει, διασφαλίζεται το υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο των εξελισσομένων στη θέση του Επικούρου.»
Κατόπιν των ανωτέρω, τίθεται το ζήτημα της συμβατότητας της εν λόγω ρύθμισης με το Σύνταγμα και συγκεκριμένα με το άρθρο 16 αυτού.
Β.Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο:
Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Συντάγματος : «1. H τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες· η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. H ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα. 2. H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. 3. Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα. 4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. 5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. Ειδικός νόμος ορίζει όσα αφορούν τους φοιτητικούς συλλόγους και τη συμμετοχή των σπουδαστών σ` αυτούς. 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει το όριο της ηλικίας των καθηγητών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων· εωσότου εκδοθεί ο νόμος αυτός οι καθηγητές που υπηρετούν αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους. 7. H επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση παρέχεται από το Κράτος και με σχολές ανώτερης βαθμίδας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρία χρόνια, όπως προβλέπεται ειδικότερα από το νόμο, που ορίζει και τα επαγγελματικά δικαιώματα όσων αποφοιτούν από τις σχολές αυτές. 8. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης άδειας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ` αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους. H σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται. […]».
Ακόμη, με το άρθρο 4, παρ. 2 και 3 του ν. 4485/2017 ορίστηκε πως: «2. Στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής αποστολής τους, τα Α.Ε.Ι. παρέχουν ποιοτική και ολοκληρωμένη εκπαίδευση, σύμφωνα με τις τάσεις της σύγχρονης επιστήμης, της τεχνολογίας και των τεχνών, καθώς και της διεθνούς επιστημονικής πρακτικής. Στο πλαίσιο αυτό, τα Τ.Ε.Ι. εστιάζουν στις εφαρμογές των σύγχρονων επιστημών, της τεχνολογίας και των τεχνών συνδυάζοντας την ανάπτυξη του κατάλληλου θεωρητικού υποβάθρου σπουδών με την υψηλού επιπέδου εργαστηριακή και πρακτική άσκηση. 3. Για την εκπλήρωση της αποστολής τους, τα Ιδρύματα οργανώνονται και λειτουργούν με κανόνες και πρακτικές που διασφαλίζουν την τήρηση και προάσπιση ιδίως των αρχών: α) της ελευθερίας στην έρευνα και τη διδασκαλία, β) της ερευνητικής και επιστημονικής δεοντολογίας, γ) της ποιότητας της εκπαίδευσης, δ) της ποιότητας των υπηρεσιών τους, της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας στη διαχείριση του προσωπικού, των πόρων και των υποδομών τους, ε) της διαφάνειας στο σύνολο των δραστηριοτήτων τους, στ) της αμεροληψίας των οργάνων τους κατά την άσκηση του έργου τους και κατά τη λήψη ατομικών και συλλογικών αποφάσεων, ζ) της αξιοκρατίας στην επιλογή και εξέλιξη του προσωπικού τους, η) της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των φύλων και του σεβασμού κάθε διαφορετικότητας.».
Όπως ορίζεται στο άρθρο 2, περίπτ. ια του ν. 4485/2017: «Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, νοούνται ως: ια) «μέλη Δ.Ε.Π.»: το Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό των Α.Ε.Ι. το οποίο αποτελείται από καθηγητές πρώτης βαθμίδας, αναπληρωτές καθηγητές, επίκουρους καθηγητές και υπηρετούντες λέκτορες. Ως υπηρετούντες λέκτορες νοούνται οι υπηρετούντες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου λέκτορες Πανεπιστημίων και καθηγητές εφαρμογών Τ.Ε.Ι.. Η αρχαιότητα μέλους Δ.Ε.Π. ανά βαθμίδα προσδιορίζεται με βάση την ημερομηνία δημοσίευσης της πράξης διορισμού στην οικεία βαθμίδα μέλους Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι.».
Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 29, παρ. 1 έως και 6 του ν. 4009/2011: «1. α) Τα μέλη της κατηγορίας του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) επιτελούν εργαστηριακό -εφαρμοσμένο Διδακτικό έργο στα Α.Ε.Ι., το οποίο συνίσταται κατά κύριο λόγο στη διεξαγωγή εργαστηριακών και κλινικών ασκήσεων, καθώς επίσης και στη διεξαγωγή πρακτικών ασκήσεων στα πεδία εφαρμογής των οικείων επιστημών. Στους κατόχους διδακτορικού διπλώματος, είτε στα μέλη της καταληκτικής Βαθμίδας μπορεί να ανατίθεται διδακτικό έργο, διδασκαλία μαθημάτων εμβάθυνσης σε μικρές ομάδες φοιτητών υπό την εποπτεία των Καθηγητών της σχολής και δύνανται να συμμετέχουν στην επίβλεψη πτυχιακών ή άλλων εργασιών. β) Οι θέσεις του προσωπικού αυτού ανήκουν στο Ίδρυμα και κατανέμονται με απόφαση της Συγκλήτου στα Τμήματα, στις Σχολές ή στο Ίδρυμα, ύστερα από εισήγηση του Πρύτανη ή των Κοσμητόρων ή των Προέδρων Τμημάτων. Με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος, οι θέσεις των μελών Ε.ΔΙ.Π. μπορούν να κατανέμονται στους Τομείς σύμφωνα με το γνωστικό τους αντικείμενο. γ) Τυπικά προσόντα για το διορισμό σε θέσεις αυτής της κατηγορίας προσωπικού Α.Ε.Ι. είναι πτυχίο Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι., σχετικό με το γνωστικό αντικείμενο της θέσης και συναφής μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών. δ) Τα μέλη του Ε.ΔΙ.Π. μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια, ή μονάδες εγκατεστημένες σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. ή των Α.Ε.Ι., και να αμείβονται από την εκτέλεση του κλινικού αυτού έργου το οποίο δεν παρεμποδίζει τα διδακτικά τους καθήκοντα. […] 3Α. Με απόφαση της Συνέλευσης του οικείου Τμήματος μπορεί να ανατίθεται στα μέλη της κατηγορίας Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. αυτοδύναμο διδακτικό έργο. Αν οι θέσεις του προσωπικού αυτού ανήκουν στη Σχολή ή στο Ίδρυμα, η αρμοδιότητα αυτή ασκείται από τη Γενική Συνέλευση της Σχολής ή τη Σύγκλητο, αντίστοιχα. 4. Ο διορισμός σε θέσεις των κατηγοριών των προηγουμένων παραγράφων γίνεται με προκήρυξη των θέσεων και επιλογή των υποψηφίων από τη Συνέλευση του Τμήματος ή της Σχολής ή τη Σύγκλητο, ανάλογα με την ακαδημαϊκή μονάδα στην οποία ανήκει η θέση. Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την προκήρυξη των θέσεων αυτών, καθώς και η διαδικασία επιλογής και περιοδικής αξιολόγησης του ανωτέρω προσωπικού ρυθμίζονται από τον Οργανισμό του ιδρύματος και μέχρι τη δημοσίευσή του με κανονιστική απόφαση της Συγκλήτου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Για την έκδοση της απόφασης και τη διαδικασία επιλογής λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του π.δ. 147/2009 (Α` 189). […]. 5. Ο Διορισμός σε θέσεις προσωπικού των ανωτέρω κατηγοριών γίνεται με πράξη του πρύτανη, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον Οργανισμό του ιδρύματος. 6. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, καθορίζονται η βαθμολογική και μισθολογική κατάσταση και εξέλιξη των μελών των ανωτέρω κατηγοριών προσωπικού και ρυθμίζονται τα σχετικά με την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση αυτών, όπως μονιμοποίηση, μετατάξεις, αποσπάσεις, η χορήγηση εκπαιδευτικών και λοιπών αδειών, και κάθε άλλο θέμα που αφορά τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα αυτών.»
Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 76, παρ. 2 του ν.4485/2017 : «Με απόφαση της Συνέλευσης του οικείου Τμήματος μπορεί να ανατίθεται στα μέλη της κατηγορίας Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. αυτοδύναμο διδακτικό έργο. Αν οι θέσεις του προσωπικού αυτού ανήκουν στη Σχολή ή στο Ίδρυμα, η αρμοδιότητα αυτή ασκείται από τη Γενική Συνέλευση της Σχολής ή τη Σύγκλητο, αντίστοιχα.».
Επίσης, με το άρθρο 31 του ν. 4009/2011 ορίστηκε πως : «Το Διδακτικό έργο κατανέμεται σε εξαμηνιαία μαθήματα. Ως Διδακτικό έργο θεωρείται: α) η αυτοτελής διδασκαλία ενός μαθήματος, β) η αυτοτελής διδασκαλία μαθημάτων εμβάθυνσης σε μικρές ομάδες φοιτητών, γ) οι εργαστηριακές και κλινικές ασκήσεις και η εν γένει πρακτική εξάσκηση των φοιτητών, δ) η επίβλεψη εργασιών ή διπλωματικών εργασιών και ε) η οργάνωση σεμιναρίων ή άλλων ανάλογων δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στην εμπέδωση των γνώσεων των φοιτητών.»
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν. 4009/2011 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 4521/2018 και ισχύει: «1.α) Προϋπόθεση για εκλογή σε θέση καθηγητή όλων των βαθμίδων είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος, καθώς και η συνάφεια αυτού του εν γένει ερευνητικού, επιστημονικού, διδακτικού, κλινικού ή καλλιτεχνικού έργου των υποψηφίων με το γνωστικό αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης. Η προϋπόθεση κατοχής διδακτορικού διπλώματος για κατάληψη θέσης καθηγητή δεν ισχύει προκειμένου περί γνωστικού αντικειμένου εξαιρετικής και αδιαμφισβήτητης ιδιαιτερότητας, για τα οποία δεν είναι δυνατή ή συνήθης η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής κατά τους κανόνες της οικείας τέχνης ή επιστήμης (de lege artis). […] β) Για τα προσόντα εκλογής των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. ισχύουν, επιπλέον της περίπτωσης α τα εξής: αα) Για την εκλογή σε θέση Επίκουρου Καθηγητή απαιτούνται: i) Τρία (3) έτη τουλάχιστον: ή αυτοδύναμης διδασκαλίας μετά την απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος στο γνωστικό αντικείμενο του Τομέα σε Α.Ε.Ι. ή ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού ή αναγνωρισμένου επαγγελματικού έργου ανάλογου επιπέδου σε σχετικό επιστημονικό πεδίο ή εργασίας σε αναγνωρισμένα ερευνητικά κέντρα της χώρας ή της αλλοδαπής ή συμμετοχής με αμοιβή σε οργανωμένα ερευνητικά προγράμματα. Το χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών μπορεί να κατανέμεται συνδυαστικά στις ανωτέρω δραστηριότητες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είναι αντίστοιχες με το επιστημονικό επίπεδο και συναφείς με το γνωστικό πεδίο της θέσης που προκηρύσσεται. ii) Πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά αναγνωρισμένου κύρους, αυτοδύναμες ή σε συνεργασία με άλλους ερευνητές ή πρωτότυπη επιστημονική μονογραφία, εξαιρουμένων των αυτοεκδόσεων ή συνδυασμός των παραπάνω. Για την εκλογή θα συνεκτιμάται κατά πόσο το συνολικό έργο του υποψηφίου θεμελιώνει προοπτικές ακαδημαϊκής εξέλιξής του. […] δδ) Όπου προβλέπονται αυτοδύναμες δημοσιεύσεις, νοούνται και οι δημοσιεύσεις στις οποίες ο υποψήφιος είναι ο κύριος ερευνητής ή ερευνητής σε δημοσίευση όπου δεν συμμετέχει ο επιβλέπων της διδακτορικής του διατριβής. γ) Οι Καθηγητές και οι υπηρετούντες Λέκτορες δύνανται να υποβάλλουν αίτηση εξέλιξης στην επόμενη βαθμίδα με τη συμπλήρωση τριετούς υπηρεσίας από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της πράξης του Πρύτανη για το διορισμό τους στη βαθμίδα που υπηρετούν κατά το χρόνο της αίτησής τους. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τη μονιμοποίηση των επί θητεία υπηρετούντων Λεκτόρων και Επίκουρων Καθηγητών. Οι μόνιμοι Λέκτορες και οι μόνιμοι Επίκουροι Καθηγητές μπορούν να υποβάλουν αίτηση εξέλιξης στην επόμενη βαθμίδα οποτεδήποτε μετά τη δημοσίευση της πράξης μονιμοποίησής τους, διατηρώντας τη μονιμότητά τους και υπό την προϋπόθεση της συμπλήρωσης τριετούς υπηρεσίας στη βαθμίδα στην οποία υπηρετούν κατά το χρόνο της αίτησης. Το γνωστικό αντικείμενο της θέσης καθορίζεται στην προκήρυξη, σύμφωνα με την αίτηση του υποψηφίου που ζητά την εξέλιξη, σε συνδυασμό με το γνωστικό του αντικείμενο και το συνολικό επιστημονικό και ερευνητικό του έργο και τις ανάγκες του Τμήματος. δ) Η κρίση για εξέλιξη ή εκλογή μελών Δ.Ε.Π. βασίζεται στο συνολικό διδακτικό έργο των κρινομένων, στη συνολική τους επιστημονική και ερευνητική δραστηριότητα, με έμφαση στη διεθνή τους παρουσία, ικανό μέρος των οποίων πρέπει να έχει συντελεστεί τα τελευταία πέντε (5) έτη από την υποβολή της αίτησης για εξέλιξη ή εκλογή. Επίσης, συνεκτιμώνται ιδιαίτερα κατά την κρίση για κατάληψη θέσης Δ.Ε.Π. το ήθος, η προσωπικότητα του υποψηφίου και η κοινωνική του προσφορά.[…]». Στις παραγράφους 2 – 7 του ίδιου άρθρου περιγράφεται αναλυτικά η ακολουθητέα διαδικασία, το όργανο και η συγκρότηση αυτού για την εκλογή, εξέλιξη και μονιμοποίηση μέλους Δ.Ε.Π.
Γ. Όπως γίνεται δεκτό, ο πυρήνας του οργανωτικού σχήματος των Α.Ε.Ι. κωδικοποιείται στο ελληνικό Σύνταγμα ως «νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση», έννοια διάφορη αυτής της αυτονομίας. Ως εκ τούτου, οι οργανισμοί λειτουργίας των Α.Ε.Ι. δεν θεσπίζονται από τα ίδια, αλλά εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της νομοθετικής λειτουργίας ενόψει και των εκάστοτε ισχυουσών στα πανεπιστήμια συνθηκών, ώστε να μπορούν αυτά να ανταποκριθούν στις εξελισσόμενες επιστημονικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, με σκοπό την ικανοποίηση των σύγχρονων και πολυεπίπεδων στόχων του Πανεπιστημίου (βλ. ΣτΕ 519-24/2015). Έτσι, τα Πανεπιστήμια μπορούν να διαχειρίζονται αυτοτελώς τις υποθέσεις τους, στα πλαίσια, όμως, των νομοθετικών κανόνων δικαίου.
Περαιτέρω, πλήρης αυτοδιοίκηση σημαίνει ότι τα Α.Ε.Ι. έχουν δικαίωμα να διαχειρίζονται αυτοτελώς τις υποθέσεις τους, όπως είναι η εκλογή των νέων μελών Δ.Ε.Π. και η προαγωγή των παλαιότερων, καθώς και τις οικονομικές, επιστημονικές, πειθαρχικές υποθέσεις των μελών Δ.Ε.Π. και του λοιπού προσωπικού τους. Άλλωστε έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 1747/2019, 1812/1983), ότι στην έννοια της πλήρους αυτοδιοίκησης περιλαμβάνεται και το δικαίωμα διορισμού και πρόσληψης του ιδίου προσωπικού.
Τέλος, η έννοια της πλήρους αυτοδιοίκησης έχει ως περιεχόμενό τον αποκλεισμό κάθε μορφής κρατική παρέμβαση σε θέματα εκλογής νέων μελών.
Ακόμη, όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία (βλ. ενδ.137/2020 και ΣτΕ 96/2013) η κατά το άρθρο 16 παράγραφο 5 του Συντάγματος θέσπιση της πλήρους αυτοδιοίκησης των Α.Ε.Ι. εξυπηρετεί το επιτελούμενο σ’ αυτά και κατοχυρωμένο στο άρθρο 16 του Συντάγματος έργο της προαγωγής και μετάδοσης της επιστήμης και της έρευνας. Για το λόγο αυτό στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου περιέχονται ειδικές διατάξεις για τους καθηγητές των Α.Ε.Ι. οι οποίοι είναι δημόσιοι λειτουργοί, απολαμβάνουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας και δεν μπορούν να παυθούν παρά μόνον ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς, ενώ προβλέπεται ρητώς ότι κατά το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό ασκεί δημόσιο λειτούργημα. Εξάλλου, στα Α.Ε.Ι. υπηρετούν, πλην των μελών του διδακτικού προσωπικού που είναι δημόσιοι λειτουργοί και διοικητικοί υπάλληλοι, των οποίων το υπηρεσιακό καθεστώς δεν ρυθμίζεται από το άρθρο 16 του Συντάγματος αλλά από τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως και των υπολοίπων δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν στο Δημόσιο και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Από τα ανωτέρω παρέπεται πως τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του διδακτικού προσωπικού πρέπει να είναι πρόσφορα και κατάλληλα για να διασφαλίσουν το υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο που τα ίδια τα Πανεπιστήμια οφείλουν να διαθέτουν κατ’ άρθρο 16 του Συντάγματος.
Από τη συνδυαστική εξέταση των κανόνων δικαίου που αναπτύχθηκαν, όπως αυτοί έχουν τύχει ερμηνείας από τη θεωρία και τη νομολογία, προκύπτει ότι βασικές παράμετροι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της συμφωνίας της προτεινόμενης ρύθμισης με το Σύνταγμα είναι αφενός η πλήρης αυτοδιοίκηση των Α.Ε.Ι. και η διασφάλιση υψηλού ακαδημαϊκού επιπέδου του διδακτικού τους προσωπικού.
Ι. Ως προς την αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των Πανεπιστημίων.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση εισάγεται ουσιαστικά μία εσωτερική – κλειστή διαδικασία εξέλιξης ήδη μονίμου προσωπικού των Πανεπιστημίων (των μελών Ε.ΔΙ.Π.), οι οποίοι κατά την είσοδό τους είχαν ελεγχθεί για τα ουσιαστικά τους προσόντα μέσα από ανοικτές, διαφανείς και αξιοκρατικές διαδικασίες, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 103 του Συντάγματος. Κρίσιμο είναι το γεγονός ότι η επίμαχη ρύθμιση δεν καθιερώνει οριζόντια την εξέλιξη όλων των μελών Ε.ΔΙ.Π., αλλά προβλέπεται ειδική διαδικασία αξιολόγησής τους από το αρμόδιο όργανο του εκάστοτε Πανεπιστημίου, επί τη βάση αυστηρών κριτηρίων, ίδιων με τις προϋποθέσεις που ήδη έχει θέσει ο κοινός Νομοθέτης για την εκλογή νέου μέλους Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή. Συνεπώς, δεν επιβάλλεται με τη διαδικασία αυτή στο Πανεπιστήμιο να προσλάβει νέο μέλος Δ.Ε.Π., απλά δίνεται η δυνατότητα σε ήδη υπηρετούντα μέλη Ε.ΔΙ.Π. να εκκινήσουν κατόπιν αιτήσεώς τους τη διαδικασία εξέλιξής τους, η οποία σε κάθε περίπτωση θα υλοποιηθεί εξολοκλήρου από το Πανεπιστήμιο εφόσον υφίσταται η σχετική ανάγκη και μόνο εάν ο υποψήφιος κριθεί θετικά από το αρμόδιο όργανο αυτού.
Άλλωστε, δεν πρόκειται για εκλογή νέου μέλους Δ.Ε.Π., ώστε να απαιτείται προκήρυξη θέσης και κάλυψής της με ανοικτή διαδικασία, αλλά για εξέλιξη ήδη υπηρετούντος προσωπικού του Πανεπιστημίου, στο οποίο είχε ήδη ανατεθεί αυτοδύναμο διδακτικό έργο και το οποίο ήδη καλύπτει μία υφιστάμενη ανάγκη σε διδακτικό προσωπικό. Το γεγονός, δε, ότι προβλέπεται η δυνατότητα μεταφοράς της οργανικής θέσης και μετατροπής αυτής στην αντίστοιχη θέση Επίκουρου Καθηγητή συνεπάγεται και απαλλαγή από την υποχρέωση για τυχόν έγκριση της Επιτροπής της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Π.Υ.Σ. 33/2006.
ΙΙ. Ως προς την ανάγκη διασφάλισης υψηλού ακαδημαϊκού επιπέδου του διδακτικού προσωπικού των Α.Ε.Ι.
Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση η εξέλιξη των Ε.ΔΙ.Π. θα λάβει χώρα μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις (κατοχή διδακτορικού τίτλου σπουδών και συνάφεια αυτού του εν γένει ερευνητικού, επιστημονικού και διδακτικού έργου με το γνωστικό αντικείμενο της θέσης) και επί τη βάση των κριτηρίων που ήδη έχουν τεθεί για την εκλογή μέλους Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή με το άρθρο 19 παράγραφος 1 του νόμου 4009/2011, γεγονός που διασφαλίζει το υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο των εξελισσόμενων.
ΙΙΙ. Άλλωστε αντίστοιχες διαδικασίες εξέλιξης μονίμων μελών Ε.Ε.ΔΙ.Π. σε μέλη Δ.Ε.Π. (στη βαθμίδα του Λέκτορα) είχαν προβλεφθεί και με παλαιότερα νομοθετήματα.
Ειδικότερα, με το άρθρο 3, παρ. 1 του ν. 2517/1997 ορίστηκε πως : «1. Οι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου υπηρετούντες μόνιμοι Βοηθοί, Επιστημονικοί Συνεργάτες, Επιμελητές οι οποίοι έχουν ή θα αποκτήσουν διδακτορικό, υπηρετούν τουλάχιστον επί επταετία στο Α.Ε.Ι., καλύπτουν γνωστικά αντικείμενα που ανήκουν σε τομείς Τμημάτων και πληρούν τις προϋποθέσεις εκλογής στη βαθμίδα του Λέκτορα, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 1268/1982, όπως τροποποιήθηκε με το εδάφιο α` της παρ. 6 του άρθρου 79 του ν. 1566/1985, έχουν δικαίωμα εντός αποκλειστικής προθεσμίας δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, να ζητήσουν μία φορά την ένταξή τους μετά από κρίση στη βαθμίδα του Λέκτορα […]. Σε περίπτωση θετικής κρίσης ο ενδιαφερόμενος υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του παρόντος περί Λεκτόρων, διατηρώντας τη μονιμότητά του. Σε περίπτωση αρνητικής κρίσης ο ενδιαφερόμενος παραμένει στη θέση που κατέχει και δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει εκ νέου την ένταξή του στη βαθμίδα του Λέκτορα.»
Αντίστοιχη πρόβλεψη περιλαμβανόταν και στο άρθρο 3 παρ. 23 ν. 3027/2002, σύμφωνα με το οποίο : «23. Οι μόνιμοι Βοηθοί, Επιστημονικοί Συνεργάτες και Επιμελητές, καθώς και τα μόνιμα μέλη Ε.Ε.ΔΙ.Π. Πανεπιστημίων, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 2517/1997 και υπηρετούν, και στις δύο περιπτώσεις, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν μία φορά, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δώδεκα μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, την ένταξή τους, μετά από κρίση, στη βαθμίδα του Λέκτορα. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 2517/1997.».
Πρόσφατα μάλιστα, προβλέφθηκε με το άρθρο 78 παρ. 6 του ν. 4009/2011, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει, πως : «Οι μόνιμοι Καθηγητές Εφαρμογών που έχουν διδακτορικό δίπλωμα μπορούν να υποβάλουν αίτηση για την εξέλιξη τους στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή, με τις προϋποθέσεις και τις προθεσμίες που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, διατηρώντας τη μονιμότητα τους στη βαθμίδα αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3. Σε περίπτωση αρνητικής κρίσης για την εξέλιξη τους, οι θέσεις τους μετατρέπονται αυτοδικαίως σε προσωποπαγείς θέσεις μόνιμων καθηγητών εφαρμογών, τις οποίες και καταλαμβάνουν. β) Οι θέσεις των μόνιμων καθηγητών εφαρμογών χωρίς διδακτορικό δίπλωμα που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, μετατρέπονται αυτοδικαίως σε προσωποπαγείς θέσεις μόνιμων καθηγητών εφαρμογών τις οποίες και καταλαμβάνουν.Οι κάτοχοι τους μπορούν, εφόσον αποκτήσουν διδακτορικό δίπλωμα μέχρι «31.12.2022» , να ζητήσουν την εξέλιξη τους στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή μέχρι δύο φορές, διατηρώντας τη μονιμότητα τους στη βαθμίδα αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3. Για τη διευκόλυνση στην απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος μπορεί να τους χορηγείται, ύστερα από αίτηση τους, ειδική επιστημονική άδεια, διάρκειας έως δύο ετών.».
Δ.Ενόψει των όσων έγιναν δεκτά ανωτέρω, δεν προκύπτει πρόδηλη αντίθεση της προτεινόμενης διάταξης στο Σύνταγμα.
Αξιότιμε κ. Υφυπουργέ κ. Παπαϊωάννου,
Οι διδάκτορες Ε.ΔΙ.Π. προσφέρουν τα μέγιστα στα Πανεπιστήμια, χωρίς, όμως, να διαθέτουν έναν αντίστοιχο τίτλο που να τους παρέχει εσωτερική και διεθνή αναγνώριση, σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Eπιτελούν, μάλιστα, πλήρως τα καθήκοντα μελών Δ.Ε.Π. (σύμφωνα με τους υφιστάμενους νόμους), χωρίς να υπάρχει η ανάλογη θεσμική αναγνώριση.
Πρόκειται ουσιαστικά για μία κατηγορία ακαδημαϊκού προσωπικού, με διδακτορικά, μεταδιδακτορικές έρευνες, δημοσιεύσεις, αυτοδύναμο διδακτικό και ερευνητικό έργο, συμμετοχή σε διεθνή ερευνητικά προγράμματα, εποπτεία πτυχιακών και μεταπτυχιακών εργασιών κ.λπ., η οποία είναι εγκλωβισμένη στη στασιμότητα, χωρίς προοπτικές εξέλιξης.
Οι διδάκτορες Ε.ΔΙ.Π. δεν επιζητούν κάτι άλλο παρά τη θεσμική αναγνώριση στο έργο που ήδη επιτελούν και την δυνατότητα άμεσης εξέλιξής τους κατόπιν αξιολόγησης στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή.
Συγκεκριμένα οι διδάκτορες Ε.ΔΙ.Π των Α.Ε.Ι., με προϋπηρεσία, αυτοδύναμο διδακτικό έργο στην Τριτοβάθμια, διδακτορικό και δημοσιεύσεις (αρκετοί από αυτούς και με μεταδιδακτορικές έρευνες αιχμής) ζητούν, με βάση τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, να αξιολογηθούν για τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή κατ’ αναλογία των πρώην καθηγητών εφαρμογών των πρώην Τ.Ε.Ι., και όσοι επιθυμούν στο μέλλον να εξελιχθούν σε ανώτερη βαθμίδα ΔΕΠ και έχουν τα τυπικά προσόντα σύμφωνα με τον νόμο, να έχουν αυτήν την δυνατότητα, όπως προβλέπει το νομοθετικό πλαίσιο για όλα τα μέλη Δ.Ε.Π. των ελληνικών πανεπιστημίων). Θέτουμε υπόψη σας ότι σύμφωνα με τους νόμους που ενοποιήθηκαν Πανεπιστήμια και ΤΕΙ οι καθηγητές εφαρμογών των πρώην Τ.Ε.Ι. εντάχθηκαν ως λέκτορες στα νέα ιδρύματα χωρίς αξιολόγηση.
Η δυνατότητα εξέλιξης προσωπικού με ιδιαίτερα αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα και η περαιτέρω αξιοποίησή του θα λειτουργήσει προς όφελος όχι μόνο των Ε.ΔΙ.Π., αλλά και της ποιότητας των πανεπιστημίων εν γένει.
Αγαπητέ κ.Παπαϊωάννου,
Θυμάστε όταν ήσασταν πρύτανης του ΑΠΘ το ψήφισμα της Συγκλήτου στις 16/6/2020 που φέρατε για την εξέλιξη των ΕΔΙΠ; Επίσης ως πρόεδρος της 95ης Συνόδου των Πρυτάνεων που έλαβε χώρα από 17/12/20 έως 19/12/20 που καταγράψατε με παρέμβασή σας την ανάγκη για εξέλιξη των ΕΔΙΠ;
Θα σας τα θυμίσουμε εμείς τώρα όλα αυτά γιατί φαίνεται ότι τώρα που γίνατε υφυπουργός παιδείας μάλλον τα έχετε ξεχάσει.
Ο καιρός των εκλογών έρχεται και θα κριθείτε για το εάν μας λέγατε αλήθεια ή ήσασταν και εσείς μέσα στην σειρά όλων εκείνων που μας έταξαν την εξέλιξή μας και μετά μόλις πήραν κάποια πολιτική θέση μας ξέχασαν.
Εμείς πάντως στην Θεσσαλονίκη να είστε σίγουρος ότι δεν θα σας ξεχάσουμε στις επερχόμενες εκλογές….
—————————————–
Ψήφισμα της Συγκλήτου του ΑΠΘ (Συνεδρίαση με αριθμό 3026/11 στις 16-6-2020)
Η Σύγκλητος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στη συνεδρίασή της με αριθμό 3026/11 στις 16-6-2020, με αφορμή τις νέες διατάξεις για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση που περιλαμβάνονται στον νόμο 4692/2020 «Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις» και ενόψει του νομοσχεδίου για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, που ανακοίνωσε ότι θα καταθέσει το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων στη Βουλή το επόμενο χρονικό διάστημα, επισημαίνει την ανάγκη μιας ανοιχτής διαβούλευσης για τα ζητήματα των μελών των ειδικών κατηγοριών προσωπικού, η οποία θα οδηγήσει σε ένα ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο, που θα διέπει τη λειτουργία και το προσωπικό των ΑΕΙ.
Η αναγνώριση της προσφοράς των ειδικών κατηγοριών προσωπικού στην ακαδημαϊκή κοινότητα του ΑΠΘ δεν μπορεί να εξαντλείται σε δηλώσεις υποστήριξής του και, ταυτόχρονα, να παραγνωρίζει ανισότητες που δημιουργήθηκαν κατά την εφαρμογή αποσπασματικών ρυθμίσεων παρελθόντων ετών, επιτρέποντας να έχουμε ερευνητές και διδάσκοντες πολλών ταχυτήτων.
Για την καλύτερη κατανομή προς όφελος του Πανεπιστημίου του προσοντούχου προσωπικού ΕΔΙΠ, ΕΕΠ, ΕΤΕΠ, η Σύγκλητος του ΑΠΘ προτείνει την ανακατανομή, ομαδοποίηση και εξέλιξή του με αξιοκρατικά κριτήρια, ανάλογα με τα προσόντα και το έργο που επιτελούν, σε βαθμίδες, κατ΄ αντιστοιχία των διατάξεων που είναι σε ισχύ στα νεοϊδρυθέντα ΑΕΙ της χώρας και αφορούν τους πρώην λέκτορες εφαρμογών και λέκτορες των ΤΕΙ.
Η Σύγκλητος του ΑΠΘ δηλώνει πως οι αρχές της αξιοκρατίας και της ισονομίας είναι αδιαπραγμάτευτες και είναι οι μόνες που δύνανται να εγγυηθούν τη διευθέτηση των όποιων στρεβλώσεων, με όρους ακαδημαϊκότητας, δικαιοσύνης και, πάντοτε, προς όφελος του Πανεπιστημίου.
——————————–
Πρόεδρος της 95ης Συνόδου των Πρυτάνεων καθηγητής πρύτανης του ΑΠΘ Νικόλαος Παπαϊωάννου που έλαβε χώρα από 17/12/20 έως 19/12/20 με παρέμβασή του αναφέρθηκε στα πρακτικά της Συνόδου στη σελίδα 4: «Τα μέλη της Συνόδου είναι υπέρ της εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ και ΕΕΠ με διαδικασίες αξιοκρατίας και ισονομίας».
Eίναι αδιαμφισβήτητο ότι οι διδάκτορες Ε.ΔΙ.Π. επιτελούν έργο σημαντικό έργο με: αυτοδύναμη διδασκαλία, ερευνητική δραστηριότητα, δημοσιεύσεις και συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα.
Ωστόσο, δεν διαθέτουν τον θεσμικό τίτλο και τη δυνατότητα εξέλιξης που θα τους εξασφάλιζε την αναγκαία εσωτερική και διεθνή ακαδημαϊκή αναγνώριση.
Είναι η μόνη κατηγορία προσωπικού στο Ελληνικό Δημόσιο που αν και έχει διδακτορικό, μεταδιδακτορικές έρευνες, σημαντικό ερευνητικό αποτύπωμα και ουσιαστικό διδακτικό έργο παραμένει εγκλωβισμένη στη στασιμότητα, χωρίς προοπτική εξέλιξης και χωρίς το αυτονόητο ηθικό κίνητρο που συνεπάγεται η αναγνώριση της προσπάθειας και της προσφοράς.
Η θεσμοθέτηση δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ κατόπιν κρίσης, είναι αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία των ΑΕΙ. Αξιοποιεί επιστήμονες με αναγνωρισμένο ερευνητικό έργο και πολυετή αυτοδύναμη διδασκαλία που ήδη καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.Ενισχύει το διδακτικό δυναμικό και βελτιώνει την αναλογία ΔΕΠ/φοιτητών.
Αποκαθιστά κίνητρα έρευνας και εργασίας.
Με βάση την αρχή «ίσα προσόντα–ίσα δικαιώματα–προοπτική εξέλιξης», ζητείται η άμεση ολοκλήρωση της ρύθμισης ώστε να αρθεί μια 20χρονη (και πλέον) θεσμική αδικία.
Περιμένουμε να ανταποκριθεί η ηγεσία του Υπουργείου στο αίτημα που ομονοούν όλοι ακαδημαϊκοί φορείς.
Να έρθει προς ψήφιση επιτέλους νομοσχέδιο που να άρει την αδικία των αποφοίτων ΤΕΙ στη χώρα μας.Να εφαρμοστεί το Ευρωπαικό Πλαίσιο Προσόντων με αντιστοίχηση των πτυχίων στο επίπεδο 6 ως πτυχίο BACHELOR.Μεταπτυχιακός τίτλος επίπεδο 7.Διδακτορικός τίτλος επίπεδο 8.Το Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων να κατατάσει τον κάθε πτυχιούχο και να δίνεται η άσκηση και η έναρξη του επαγγέλματος.
Τα επιμελητήρια έχουν άλλον ρόλο και όχι αυτόν του αποκλεισμού και της συγκάληψης των οικονομικών συμφερόντων.400.000 χιλάδες πτυχιούχοι στην Ε.Ε αναγνωρίζονται και κατατάσσονται στο επίπεδο 6 και στην χώρα τους είναι πολίτες Β κατηγόρίας.Επίσης οι καθηγητές ιδιοι είναι τα ίδια διδάσκουν τα κτίρια ίδια οι μονάδες ECTS είχαν εφαρμοστεί οπότε χρείαζεται πολιτική βούληση και εθνική συμφωνία σε μια οδηγία και ψηφισμα που εχει ισχύ εδώ και παρα πολλά χρόνια.Να ξεκινήσουν άμεσα πρωτοβουλίες διότι η χώρα μας πληρώνει πρόστιμα , η αγορά διαστρεβλώνεται και δεν γίνεται ανταγωνιστική και η αδικία και η μη εξέλιξη των αποφοίτων σε θέσης ευθύνης είναι επιζήμια για όλους μας.Σε χώρα της Ε.Ε με ελεύθερη αγορά και δημοκρατία δεν αξίζουν κλειστά επαγγέλματα και συμφέροντα.
Για το άρθρο 89:
Η προτεινόμενη διάταξη του εν λόγω άρθρου που δίνει τη δυνατότητα σε ΕΛΕ, κατόχους διδακτορικού διπλώματος, που υπηρετούν σε ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014, να συμμετέχουν σε τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές υποψηφίων διδακτόρων, κρίνεται εύλογη, ορθή και δίκαιη.
Με την προτεινόμενη τροπολογία του άρθρου 94 του ν.4957/2022 αίρεται το σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν έως τώρα οι διδάκτορες ΕΛΕ, οι οποίοι ενώ συμμετέχουν ενεργά και ουσιαστικά στην επίβλεψη και υποστήριξη υποψηφίων διδακτόρων που εκπονούν τη διατριβή τους στις ομάδες τους, δεν μπορούν επίσημα μέχρι τώρα να ορίζονται μέλη των τριμελών συμβουλευτικών τους επιτροπών.
Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 83 του ν.4957/2022 οι διδάκτορες ΕΛΕ έχουν δικαίωμα επίβλεψης διπλωματικών εργασιών μεταπτυχιακών φοιτητών, αλλά λόγω του παρόντος νομοθετικού κενού δεν δύνανται να ορίζονται επιβλέποντες ή συνεπιβλέποντες των φοιτητών αυτών που συνεχίζουν στην εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στις ομάδες τους (καθώς και νέων φοιτητών-υποψηφίων διδακτόρων που επιθυμούν να ενταχθούν στις ομάδες αυτών των ΕΛΕ).
Αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα από τις αγκυλώσεις που αντιμετωπίζουν οι διδάκτορες ΕΛΕ λόγω διαφόρων παραλείψεων στην κείμενη νομοθεσία και είναι πολύ ευχάριστο και εποικοδομητικό που η προτεινόμενη αυτή διάταξη επιχειρεί να θεραπεύσει αυτό το σημαντικό και ουσιαστικό ζήτημά τους.
Δύο φοιτητές = Δύο νοικοκυριά: Η μεσαία τάξη σε οικονομικό αδιέξοδο
Το κριτήριο των 17.500€ στο κατά κεφαλήν εισόδημα δεν είναι πλούτος, είναι αδυναμία σπουδών για δύο παιδιά.
Υφίσταται ευθεία αδικία εις βάρος των οικογενειών που, ενώ πληρούν τα κοινωνικά κριτήρια (δύο φοιτητές), αποκλείονται από το δικαίωμα μετεγγραφής λόγω υπέρβασης του εισοδηματικού ορίου. Η πολιτεία οφείλει να προστατεύει την οικογένεια με δύο φοιτητές, αναγνωρίζοντας ότι το κόστος σπουδών είναι πολλαπλάσιο και όχι γραμμικό.
Πρόταση προσθήκης άρθρου — Αντιστοίχιση πτυχίων Τ.Ε.Ι.
Προτείνεται η προσθήκη διάταξης που θα προβλέπει τη διαδικασία αντιστοίχισης των πτυχίων των πρώην Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) με τα αντίστοιχα πανεπιστημιακά τμήματα που προέκυψαν από την αναδιάρθρωση των ιδρυμάτων την περίοδο 2018–2019, ανεξαρτήτως του έτους αποφοίτησης.
Για την αντιστοίχιση να λαμβάνονται υπόψη βασικά στοιχεία των σπουδών, όπως το πρόγραμμα μαθημάτων, ο συνολικός αριθμός πιστωτικών μονάδων (ECTS), καθώς και η ύπαρξη πτυχιακής εργασίας και πρακτικής άσκησης.
Σε περιπτώσεις προγραμμάτων σπουδών τετραετούς διάρκειας με τουλάχιστον 240 ECTS και αντίστοιχο γνωστικό αντικείμενο, να προβλέπεται άμεση αντιστοίχιση με τα νέα πανεπιστημιακά πτυχία. Όπου υπάρχουν διαφορές στο πρόγραμμα σπουδών, να δίνεται η δυνατότητα συμπλήρωσης συγκεκριμένων μαθημάτων.
Επειδή πολλοί απόφοιτοι εργάζονται σήμερα ή ζουν σε άλλη πόλη ή στο εξωτερικό, είναι σημαντικό να υπάρχει δυνατότητα παρακολούθησης των συμπληρωματικών μαθημάτων και συμμετοχής στις εξετάσεις εξ αποστάσεως.
Κατά την αξιολόγηση να λαμβάνονται επίσης υπόψη τυχόν μεταπτυχιακοί ή διδακτορικοί τίτλοι καθώς και η συναφής επαγγελματική εμπειρία.
Στόχος της ρύθμισης είναι να αντιμετωπιστεί μια χρόνια εκκρεμότητα και αδικία για μεγάλο αριθμό αποφοίτων, περίπου 400.000 άτομα, και να διασφαλιστεί η θεσμική ισότητα και η δίκαιη αντιμετώπισή τους σε ακαδημαϊκό, επαγγελματικό και μισθολογικό επίπεδο.
Η θεσμοθέτηση δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ κατόπιν κρίσης, είναι αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία των ΑΕΙ.
Αξιοποιεί επιστήμονες με αναγνωρισμένο ερευνητικό έργο και πολυετή αυτοδύναμη διδασκαλία που ήδη καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Ενισχύει το διδακτικό δυναμικό και βελτιώνει την αναλογία ΔΕΠ/φοιτητών.
Αποκαθιστά κίνητρα έρευνας και εργασίας.
Η μετατροπή θέσης πρέπει να γίνεται με τα ίδια ακαδημαϊκά κριτήρια που ισχύουν για τις προκηρύξεις Επίκουρου, διασφαλίζοντας πλήρη αξιοκρατία.
Η ρύθμιση δεν μειώνει τις νέες θέσεις ΔΕΠ (που συνδέονται με αποχωρήσεις, π.χ. 1/5), αλλά αντίθετα αποσυμφορεί τον ανταγωνισμό στις προκηρύξεις.
Με βάση την αρχή «ίσα προσόντα–ίσα δικαιώματα–προοπτική εξέλιξης», ζητείται η άμεση ολοκλήρωση της ρύθμισης ώστε να αρθεί μια 20χρονη (και πλέον) θεσμική αδικία.
Χαιρετίζουμε την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Στα Ελληνικά Πανεπιστήμια σήμερα υπηρετούν μέλη Ε.ΔΙ.Π., κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, με πολύ αυξημένα προσόντα, σε σχέση με τα τυπικά αυτής της κατηγορίας προσωπικού τα οποία, ήδη σε μεγάλο ποσοστό, ασκούν καθήκοντα που αντιστοιχούν στη βαθμίδα του επίκουρου Καθηγητή, χωρίς την αντίστοιχη θεσμική αναγνώριση. Δεδομένης της δεσμευτικής από το Σύνταγμα υποχρέωσης της πολιτείας για μέριμνα και προστασία της εργασίας και της ανθρώπινης αξίας, υλοποιείται εμπράκτως τόσο η αρχή του κράτους δικαίου, όσο και η αρχή της ισονομίας, που συνιστούν θεμελιακή βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Προτείνεται η ακόλουθη νομοθετική ρύθμιση, όπως ψηφίστηκε και στο συνέδριο της Π.Ο.Σ.Ε.Ε.ΔΙ.Π. Α.Ε.Ι.:
«Τα υπηρετούντα μέλη Ε.ΔΙ.Π. που διαθέτουν τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά προσόντα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, δύνανται να ενταχθούν, με βάση το γνωστικό τους αντικείμενο, σε μόνιμη προσωποπαγή θέση εισαγωγικής βαθμίδας Δ.Ε.Π. (Λέκτορα ή Επίκουρου), μετά από κρίση. Σε περίπτωση θετικής κρίσης το υπηρεσιακό καθεστώς και οι δυνατότητες περαιτέρω εξέλιξης των ενταχθέντων καθορίζονται από τα ισχύοντα για τα υπηρετούντα μόνιμα με προσωποπαγή θέση μέλη Δ.Ε.Π εισαγωγικής βαθμίδας (Λέκτορες ή Επίκουροι). Σε περίπτωση αρνητικής κρίσης, η/ο υποψήφια/ος διατηρεί τη θέση την οποία κατείχε, δύναται δε να υποβάλλει εκ νέου αίτηση σε προσωποπαγή θέση ως άνω μετά την παρέλευση τουλάχιστον 2 ετών από την προηγούμενη αρνητική κρίση.»
Δεδομένης της δεσμευτικής από το Σύνταγμα υποχρέωσης της πολιτείας για μέριμνα και προστασία της εργασίας και της ανθρώπινης αξίας, υλοποιείται εμπράκτως τόσο η αρχή του κράτους δικαίου, όσο και η αρχή της ισονομίας, που συνιστούν θεμελιακή βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Πρόταση: Θεσμοθέτηση Διαδικασίας Εξέλιξης Μελών Ε.ΔΙ.Π. κατόχων Διδακτορικού σε Προσωποπαγείς Θέσεις Επίκουρων Καθηγητών
Η παρούσα πρόταση στοχεύει στην άρση μιας χρόνιας ακαδημαϊκής στρέβλωσης και στην ορθολογική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.
1. Υφιστάμενη Κατάσταση:
Μεγάλος αριθμός μελών Ε.ΔΙ.Π., κατόχων διδακτορικού διπλώματος, επιτελεί έργο που υπερβαίνει κατά πολύ το θεσμικό τους πλαίσιο. Συγκεκριμένα:
• Παρέχουν αυτοδύναμο και αυτοτελές διδακτικό έργο (σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο).
• Είναι επιστημονικά υπεύθυνοι ερευνητικών προγραμμάτων.
• Επιβλέπουν διπλωματικές και πτυχιακές εργασίες.
2. Αδιέξοδο Σήμερα:
Λόγω της πλήρους κάλυψης των αναγκών των Τμημάτων από τα μέλη Ε.ΔΙ.Π., παρατηρείται το φαινόμενο να μην προκηρύσσονται νέες θέσεις ΔΕΠ στα αντίστοιχα γνωστικά αντικείμενα. Επιπλέον, στις περιορισμένες περιπτώσεις νέων προκηρύξεων, η πολυετής ακαδημαϊκή προϋπηρεσία και η εξειδικευμένη γνώση των υπηρετούντων μελών συχνά υποτιμώνται έναντι προσδοκιών για «μακροβιότερη» εξέλιξη νεότερων υποψηφίων. Αυτό οδηγεί σε έναν άτυπο αποκλεισμό έμπειρων επιστημόνων, με αποτέλεσμα την απώλεια πολύτιμου ανθρώπινου κεφαλαίου που έχει ήδη αποδείξει την προσφορά του.
3. Πρόταση:
Προτείνεται η θεσμοθέτηση διάταξης που θα επιτρέπει στα μέλη Ε.ΔΙ.Π. με διδακτορικό να αιτούνται την εξέλιξή τους σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή, κατόπιν κρίσης, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες ακαδημαϊκές διαδικασίες.
Αξιότιμε κύριε Υφυπουργέ κ. Παπαϊωάννου,
Θα ήθελα να θέσω υπόψη σας την ανάγκη πρόβλεψης δυνατότητας μετακίνησης ή μετάταξης μελών ΕΔΙΠ της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών (ΑΕΑΑ) και λοιπών Ανώτατων Σχολών (π.χ. στρατιωτικών σχολών) προς τα Πανεπιστήμια (ΑΕΙ) και αντιστρόφως.
Σήμερα το ισχύον θεσμικό πλαίσιο δεν προβλέπει ρητά τη δυνατότητα μετάταξης μελών ΕΔΙΠ από τις σχολές αυτές προς τα ΑΕΙ. Αυτό δημιουργεί μια ουσιαστική διαφοροποίηση μεταξύ μελών ΕΔΙΠ που υπηρετούν σε Ανώτατες Εκκλησιαστικές ή άλλες Ανώτατες Σχολές και των μελών ΕΔΙΠ των Πανεπιστημίων, παρότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν ενταχθεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με τα ίδια κριτήρια και μέσω των ίδιων διαδικασιών μετατάξεων από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Ως αποτέλεσμα, τα μέλη ΕΔΙΠ των σχολών αυτών παραμένουν ουσιαστικά χωρίς δυνατότητα υπηρεσιακής κινητικότητας, παρά το γεγονός ότι αποτελούν δημόσιους υπαλλήλους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η απουσία αυτής της πρόβλεψης δημιουργεί συνθήκες άνισης μεταχείρισης σε σχέση με άλλους δημόσιους υπαλλήλους και προσωπικό των ΑΕΙ, οι οποίοι έχουν δυνατότητα μετακίνησης μέσω μετατάξεων ή άλλων διαδικασιών κινητικότητας.
Θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό να εξεταστεί η πρόβλεψη σχετικής διάταξης που θα επιτρέπει τη μετακίνηση ή μετάταξη μελών ΕΔΙΠ μεταξύ ΑΕΑΑ, λοιπών Ανώτατων Σχολών και Πανεπιστημίων, ώστε να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση και η θεσμική ισονομία στο πλαίσιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Με εκτίμηση
Από τη στιγμή που ο κλάδος ΕΔΙΠ επαναφέρει συνεχώς ένα ζήτημα δε θα έπρεπε να «ακουστεί» επιτέλους;
Γιατί «ακούγονται» μόνο τα μέλη ΔΕΠ;
Γιατί δόθηκε η ευκαιρία ΤΟ 2002 στα τότε μέλη ΕΔΤΠ να προκηρύξουν τη θέση τους σε θέση ΔΕΠ και τώρα δεν δίνεται;
Γιατί, πριν το 2020 δόθηκε η δυνατότητα στα μέλη ΕΔΙΠ που προέρχονταν από την καταργηθείσα Παιδαγωγική Ακαδημία για τους Μουσουλμάνους, και ΜΟΝΟ από αυτήν, να μεταταγούν, μετά από κρίση, σε θέση επίκουρου καθηγητή;
Γιατί ΔΥΟ μέτρα και ΔΥΟ σταθμά;
Τα επιχειρήματα για την εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ έχουν ειπωθεί στην παρούσα συζήτηση με διάφορους τρόπους. Τα μέλη ΕΔΙΠ κάτοχοι Διδακτορικού διπλώματος επιτελούν διδακτικό, επιστημονικό, ερευνητικό έργο, που αντιστοιχεί τουλάχιστον στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή. Καλύπτουν πάγιες και διαρκείς διδακτικές ανάγκες σε συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα και προσφέρουν στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο με όλες τους τις δυνάμεις. Ασκούν έρευνα ως κύριοι ερευνητές και Επιστημονικοί Υπεύθυνοι εθνικών και ευρωπαϊκών έργων. Συνεργάζονται με Πανεπιστήμια του εξωτερικού ενισχύοντας την εξωστρέφεια των ελληνικών ΑΕΙ. Συμμετέχουν σε εθνικά και διεθνή fora για την προώθηση της επιστήμης και της έρευνας.Αξιότιμε κ Υπουργέ, Η συζήτηση αυτή διαρκεί 20 χρόνια. Ήρθε η ώρα να επιλύστε ένα πρόβλημα που χρονίζει τώρα που όπως φάνηκε έχετε και την συναίνεση της αντιπολίτευσης.
Η ακαδημαϊκή εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού μέσω ένταξης σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή μετά από κρίση, είναι μείζονος σημασίας για πολλαπλούς λόγους, οι οποίοι έχουν πολλάκις αναφερθεί στην παρούσα διαβούλευση. Αναφέρω ενδεικτικά τους ακόλουθους:
– Αξιοποιoύνται συγκεκριμένα επιστήμονες που διαθέτουν αναγνωρισμένο επιστημονικό-ερευνητικό έργο οι οποίοι εργάζονται αδιάκοπα στα Ελληνικά Πανεπιστήμια κατά την τελευταία 20ετία, επιτελούν αυτοδύναμο διδακτικό έργο, επιβλέπουν διπλωματικές εργασίες και γενικά καλύπτουν πάγιες και διαρκείς διδακτικές ανάγκες διαφόρων γνωστικών αντικειμένων.
– Ενισχύεται ο αριθμός των διδασκόντων των ΑΕΙ, χωρίς δημοσιονομική δαπάνη (Οι υπάρχουσες πιστώσεις του τακτικού προϋπολογισμού των Ε.Ε.Π. και Ε.ΔΙ.Π., μεταφέρονται για την κάλυψη μισθολογικής δαπάνης των νέων θέσεων ΔΕΠ με ελάχιστες διαφορές, το υπουργείο οικονομικών μπορεί να δώσει τα σχετικά στοιχεία) και επιπλέον βελτιώνεται η προβληματική αναλογία ΔΕΠ/φοιτητή που σήμερα είναι ο κατώτατος της Ευρώπης (1/47) , κάτι που δεν πρόκειται να γίνει με τον ισχύοντα ρυθμό προκηρύξεων θέσεων ΔΕΠ διαφόρων γνωστικών αντικειμένων.Ανεξαρτήτως των παραπάνω όμως πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα για ένα υπάλληλο είτε δημόσιου, είτε ιδιωτικού τομέα και ειδικά εκπαιδευτικού, από την κατάργηση προοπτικών επαγγελματικής εξέλιξης ήδη από μια άκρως παραγωγική ηλικία 40+ κατά την οποία τα μέλη ΕΔΙΠ φτάνουν στις περισσότερες περιπτώσεις στην Α’ και καταληκτική βαθμίδα. Απουσία κινήτρων και επιβράβευσης, προωθούνται είτε στο να αναζητήσουν αλλού την επαγγελματική καταξίωση που δικαιούνται (π.χ. ιδιωτικά Πανεπιστήμια ή καταστάσεις brain drain, είτε να «βαλτώσουν» (γεγονός καταστροφικό για την τη χώρα και την γενιά αυτή όταν μιλάμε για εκπαίδευση και μάλιστα τριτοβάθμια) υιοθετώντας κατώτερα παραγωγικά στάνταρ και έχοντας σε πολλές περιπτώσεις 20 και πλέον έτη ακαδημαϊκής υπηρεσίας ακόμη μπροστά τους, μιας και η εργασία τους η οποία είναι πανομοιότυπη με ενός μέλους ΔΕΠ θεσμικά δεν ανταμείβεται.
Σχετικά με την «ανοικτή» διαδικασία που πολλές φορές ακούγεται για το συγκεκριμένο θέμα, είναι προφανές ότι αν σε μια τέτοια περίπτωση προκηρυχθεί η θέση ανοιχτά, τότε δε μιλάμε για εξέλιξη ενός μέλους ΕΔΙΠ αλλά για ανεξάρτητη προκήρυξη στο συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο με επιπρόσθετη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού σε περίπτωση που η θέση καλυφθεί τελικά από άλλον επιστήμονα μιας και πλέον θα αμείβονται από τον κρατικό προϋπολογισμό δύο υπάλληλοι και όχι μόνο ο ένας που ήδη θεραπεύει το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο.Είναι προφανές ότι θα θεσπιστεί μια σειρά κριτηρίων τα οποία θα πρέπει να πληρούνται ώστε ένα μέλος ΕΔΙΠ να μετατραπεί σε επίκουρο καθηγητή και τα οποία δεν είναι άλλα από αυτά που εξετάζονται κατά της προκηρύξεις στη βαθμίδα του επίκουρου. Είναι βέβαιο ότι σε πολλές περιπτώσεις τα μέλη ΕΔΙΠ θα βρεθούν να έχουν πλεονάζοντα προσόντα που μπορεί να αγγίζουν και τη βαθμίδα του αναπληρωτή, ειδικά αν αυτά ήδη υπηρετούν στα πανεπιστήμια για πάνω από μια δεκαετία. Τα τμήματα και εν γένει τα πανεπιστήμια προφανώς θα εξετάζουν κατά περίπτωση τα στοιχεία αυτά και τελικά θα αποφαίνονται για την αίτηση μετακίνησης του μέλους ΕΔΙΠ στην κατηγορία των ΔΕΠ. Δε θα πρέπει να παραληφθεί να αναφερθεί ότι η υφιστάμενη αδικία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν για συγκεκριμένη κατηγορία εκπαιδευτικών των ΤΕΙ βρέθηκε τρόπος να μετατραπούν σε μέλη ΔΕΠ τάχιστα ενώ ταυτόχρονα, για λόγους ακατανόητους δεν μπορεί να βρεθεί μια φόρμουλα που να αξιολογεί αξιοκρατικά τα μέλη ΕΔΙΠ καταδικάζοντας τα να παραμένουν επαγγελματικά και ακαδημαϊκά στάσιμα και εγκλωβισμένα. Είναι άλλωστε γνωστό ότι σχετικές ρυθμίσεις έχουν υλοποιηθεί και στο παρελθόν (ένταξη στην εισαγωγική βαθμίδα μελών ΔΕΠ) όπως π.χ. οι Νόμοι 1268/15-7-1982 (άρθρο 31), 2517/11-8-1997 (άρθρο 3), 3027/28-6-2002 (παρ. 23, άρθρο 3), των οποίων έκανε χρήση ένας μεγάλος αριθμός Καθηγητών (σήμερα τακτικών, Ομότιμων, συνταξιοδοτηθέντων), που προσέφεραν και προσφέρουν τα μέγιστα στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο.
Ειναι ύψιστη η σοβαρότητα του θέματος και για το λόγο αυτό ο κ. Υφυπουργός παιδείας πρέπει να το εξετάσει και να το ολοκληρώσει με τον δέοντα τρόπο, με μεγάλη ελπίδα και προσδοκία, αναμένουμε την αποκατάσταση αυτής της αδικίας. Ένα απλό αλλά συνάμα σοβαρό εκπαιδευτικό αλλά και εργασιακό θέμα είναι η ώρα να επιλυθεί αξιοκρατικά και ορθολογικά.
Αφού ορθά θα επιτραπεί σε μόνιμο προσωπικό να διδάξει προκειμένου να αποκτήσει ακαδημαϊκή εμπειρία, να τους επιτραπεί και να ερευνά επί πληρωμή σε ευρωπαϊκά ή συγχρηματοδοτούμενα έργα και όχι να αποκλείονται λόγω 8ωρης απασχόλησης.
Εφόσον έχει τα προσόντα, την εμεπιρία και θέλει και μπορεί κάποιος να εργαστεί πέρα του ωραρίου του σε ερευνητικό έργο, θα έπρεπε να πληρώνεται ..
Με το άρθρο 89, δίδεται η δυνατότητα συμμετοχής διδακτόρων Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (ΕΛΕ) στη σύνθεση των τριμελών συμβουλευτικών επιτροπών επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών. Κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστούν ουσιώδη χαρακτηριστικά της ταυτότητας των ΕΛΕ που ενδεχομένως δεν είναι γνωστά ή παραβλέπονται, και τα οποία καθιστούν δίκαιο/εύλογο το αίτημα για τη συμπερίληψη διδακτόρων ΕΛΕ στη σύνθεση των τριμελών επιτροπών επίβλεψης ΥΔ:
1) Οι ΕΛΕ μαζί με τους ερευνητές, συναποτελούν το ερευνητικό προσωπικό των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α` 258)
2) Η διαδικασία εκλογής και εξέλιξης των ερευνητών και ΕΛΕ μέσω του συστήματος ΑΠΕΛΛΑ, δεν είναι μια τυπική διεκπεραιωτική διαδικασία, αλλά ουσιαστική αξιολόγηση από πενταμελή επιτροπή κρίσης του ερευνητικού, τεχνολογικού και διδακτικού τους έργου. Το διδακτικό/εκπαιδευτικό έργο των ερευνητών και ΕΛΕ δεν αποτελεί «υποχρεωτικό» καθήκον για τους ερευνητές και ΕΛΕ, αλλά η συντριπτική τους πλειοψηφία εκτελεί διδακτικό έργο σε μεταπτυχιακά ή/και προπτυχιακά προγράμματα σπουδών (συνήθως αμισθί), πέρα από την επίβλεψη και εκπαίδευση φοιτητών στα εργαστήρια τους.
3) Η εργασιακή σχέση στη Γ΄ βαθμίδα ερευνητή και ΕΛΕ είναι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και η διαδικασία κρίσης για εξέλιξη από τη Γ’ βαθμίδα στη Β’, γίνεται με «ανοικτή» ανταγωνιστική διαδικασία. Εάν δυο φορές (μετά από 3+2 χρόνια) ο ερευνητής ή ΕΛΕ αποτύχει να εξελιχθεί στη Β’ βαθμίδα, τότε αποπέμπεται από το Ερευνητικό Κέντο ή Ινστιτούτο. Αυτό δεν αποτελεί θεωρητικό σενάριο, αλλά ρεαλιστική πιθανότητα, που έχει ήδη συμβεί, όπως έχει υπάρξει και απόλυση «μόνιμου» ΕΛΕ Β΄ βαθμίδας. Η εκλογή και εξέλιξη, λοιπόν των ΕΛΕ, δεν επέρχεται μέσω χρονικής ωρίμανσης από μια θέση μόνιμου δημοσίου υπαλλήλου, αλλά μέσω μιας αυστηρά αξιολογικής διαδικασίας.
Ειναι σημαντικο να:
Δίνεται η δυνατότητα ακαδημαϊκής εξέλιξης στα μέλη του προσωπικού των Δρ ΕΔΙΠ τα οποία έχουν σημαντικά ακαδημαϊκά προσόντα, γεγονός που θα δημιουργήσει ένα κλίμα ανανέωσης και θα τους δώσει νέα ώθηση δημιουργικότητας και περαιτέρω ανάπτυξης.
Δίνεται ετσι η δυνατότητα αξιοποίησης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ενός ιδιαίτερα δυναμικού και δημιουργικού στοιχείου των πανεπιστημίων με αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα, το οποίο ήδη χρησιμοποιείται ευρέως για να καλύπτει τις ελλείψεις σε θέσεις ΔΕΠ, ενώ παράλληλα αισθάνεται αδικημένο με τις ρυθμίσεις ένταξης διδακτικού προσωπικού των ΤΕΙ στα πανεπιστήμια.
Τα γνωστικά αντικείμενα των Δρ ΕΔΙΠ θα επανακαθοριστούν από τις Γενικές Συνελεύσεις των Τομέων και των Τμημάτων. Όσοι μπορέσουν να εξελιχθούν θα συμβάλλουν στο σύνολο του έργου του κάθε τμήματος (δηλαδή και στο διοικητικό και στο ερευνητικό έργο) ενώ με το παρόν καθεστώς επιτελούν κυρίως επικουρικό διδακτικό έργο. Με την παρούσα πρόταση διασφαλίζεται η τήρηση των ακαδημαϊκών κριτηρίων, καθώς η εκλογή τους στη βαθμίδα του ΔΕΠ θα γίνεται με κρίση με τα ίδια κριτήρια και τις διαδικασίες των μελών ΔΕΠ.
Με τη μετατροπή των υπαρχουσών θέσεων Δρ ΕΔΙΠ σε θέσεις ΔΕΠ για όσους έχουν τα προσόντα και καταφέρουν να εκλεγούν, θα αυξηθεί ο αριθμός των μελών ΔΕΠ καλύπτοντας έτσι κάποια από τα κενά που υπάρχουν, επιπλέον των νέων θέσεων ΔΕΠ που οφείλει να δώσει η κυβέρνηση στα Πανεπιστήμια.
Για τη συγκεκριμένη διαδικασία των κρίσεων μελών Δρ ΕΔΙΠ που έχουν ήδη θέση (και άρα και το κονδύλι της θέσης) είναι σαφώς προτιμότερο για τα Πανεπιστήμια να γίνουν αυτές με κλειστή διαδικασία εκλογής, καθώς η ανοιχτή διαδικασία λόγω της πιθανότητας εκλογής εξωτερικών υποψηφίων, προϋποθέτει την εξασφάλιση νέων κονδυλίων, τα οποία θα αφαιρούνταν από τις νέες θέσεις που τόσο πολύ έχουν ανάγκη τα Πανεπιστήμια. Θα πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη ότι κατόπιν της εκλογής τους σε ΔΕΠ, η μετέπειτα εξέλιξη τους στην επόμενη βαθμίδα θα γίνεται με ανοιχτή διαδικασία. Τι πιο ξεκάθαρο!
Δεν μπορώ να καταλάβω για ποιο λόγο δεν έγινε κάτι από το συλλογικό όργανο των ΕΔΙΠ. Υπάρχει τελικά ή δεν υπάρχει κάποιο συλλογικό όργανο; Θέλουν οι διοικούντες τον σύλλογο ΠΟΣΕΔΙΠ να γίνει αυτό ή όχι; Για ποιό λόγο να γίνεται κινητοποίηση μέσα από τις αυθόρμητες προσπάθειες καποιων ΕΔΙΠ μεμονωμένα και όχι μέσα από την συλλογική οντότητα της ΠΟΣΕΔΙΠ; Γιατί δεν βγήκε ΚΑΝΕΙΣ απο το θεσμικό όργανο να μιλήσει εκ μέρους των ΕΔΙΠ για το δίκαιο και μακροχρόνιο αίτημα τους; Γιατι;
Όσοι «φοβούνται» με την λεκτοροποίηση των μελών Δρ ΕΔΙΠ κάνουν λάθος. Ουσιαστικά με αυτό το μέτρο και σύμφωνα και με την απόφαση της ΠΟΣΔΕΠ «Δίνεται η δυνατότητα ακαδημαϊκής εξέλιξης στα μέλη του προσωπικού των κατηγοριών αυτών τα οποία έχουν σημαντικά ακαδημαϊκά προσόντα, γεγονός που θα δημιουργήσει ένα κλίμα ανανέωσης και θα τους δώσει νέα ώθηση δημιουργικότητας και περαιτέρω ανάπτυξης». Δεν επηρεάζει στο ελάχιστο την εισροή νέων επιστημόνων στα Πανεπιστήμια, καθώς τα μέλη Δρ ΕΔΙΠ ήδη εργάζονται εκεί και μάλιστα ως μόνιμοι. Είναι ένα μέτρο δικαιοσύνης αλλά ταυτόχρονα θα κερδίσει και το Πανεπιστήμιο. Γιατί με την τροπολογία αυτή, ένας βολεμένος ΕΔΙΠ θα πρέπει να εργαστεί πολύ ερευνητικά αν θέλει να προχωρήσει, γιατί η εξέλιξη στην επόμενη βαθμίδα. Ενώ τώρα που δεν έχει από 45 χρονών καμία εργασιακή πρόκληση, γιατί να κάνει έρευνα και να μην κάνει τα απολύτως απαραίτητα; Απλώς, σε ένα ποσοστό μίας κατηγορίας προσωπικού τους δίνεις την ευκαιρία να εξελιχθούν μέσα από την δυνατότητα εξέλιξης σε μία βαθμίδα ΔΕΠ. Τα άλλα περί δήθεν ότι θα μειωθούν οι θέσεις νέων επιστημόνων στα Πανεπιστήμια δεν προκύπτει από πουθενά. Είναι απλώς στην λογική να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα. Απεναντίας, όλα αυτά τα μελη Δρ ΕΔΙΠ όταν θα ζητήσουν εξέλιξη στην θέση του Επίκουρου καθηγητή θα μπορούν σε μία τριετία από την τροπολογία, να προκύψουν 500 νέες θέσεις Επίκουρου Καθηγητή στα πανεπιστήμια.
Θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα σε ΟΛΟΥΣ τους Δρ ΕΔΙΠ που ενδιαφέρονται και έχουν τα υψηλα ακαδημαϊκά προσόντα, να εξελιχθούν στο τμημα τους ή σε αλλο τμημα.
Που ειναι εδω στην διαβούλευση η καταθεση της προτασης της ΠΟΣΕΕΔΙΠ για να βοηθήσει σε αυτό; Που εξαφανίστηκαν ολοι τους;
Κάποιοι φαίνεται να πιστεύουν ότι ο αριθμός των νέων θέσεων συναρτάται με το αν θα γίνουν κάποια μέλη ΕΔΙΠ με διδακτορικό και δημοσιεύσεις μέλη ΔΕΠ και για αυτό διαμαρτύρονται (και δικαίως αν ίσχυε αυτό). Ειναι ομως ξεκάθαρα τα πράγματα: οι νέες θέσεις βγαίνουν με αναλογία 1/5 (5 αποχωρούντες μια νέα θέση). Από εκεί προκύπτει η υποστελέχωση και σε αυτό οφείλεται ότι πολλά από τα μέλη ΕΔΙΠ για τα οποία μιλάμε δεν είναι ήδη μέλη ΔΕΠ. Άρα ο αριθμός των νέων θέσεων συναρτάται από τον αριθμό των αποχωρούντων μελών ΔΕΠ και όχι από το συνολικό αριθμό μελών ΔΕΠ και άρα και από το αν κάποια μέλη ΕΔΙΠ γίνουν μέλη ΔΕΠ. Μονο καλό θα υπάρξει από μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση καθώς απλά δεν θα έχετε πλέον να ανταγωνιστείτε και τα μέλη ΕΔΙΠ όποτε βγαίνουν νέες θέσεις. Απλά κάποιοι δεν σας τα έχουν εξηγήσει καλά και δεν καταλαβαίνετε τι ισχύει.
Για το άρθρο 89:
Η δυνατότητα συνεπίβλεψης Διδακτορικών Διατριβών από Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες (ΕΛΕ) είναι απόλυτα δικαιολογημένη και αυτονόητη.
Σύμφωνα με τον ν. 4386/2016, μαζί τους Ερευνητές, οι ΕΛΕ συναποτελούν το ερευνητικό προσωπικό των ερευνητικών κέντρων ενώ εκλέγονται και εξελλίσονται με ακριβώς τις ίδιες διαδικασίες και ίδια κριτήρια όπως και οι Ερευνητές. Εγγράφονται στα μητρώα εκλεκτόρων του συστήματος ΑΠΕΛΛΑ (ΦΕΚ Β’ 695/2020) ενώ μπορούν να συμμετέχουν ακόμα και σε διοικούσες επιτροπές ΑΕΙ (αρθ. 16 ν. 4386/2016). Συνεπώς, θα ήταν παράδοξο να μην μπορούν να συνεπιβλέπουν Υποψήφιους Διδάκτορες.
Πολλοί ΕΛΕ είναι επικεφαλής ερευνητικών ομάδων, έχουν εξαιρετικό ερευνητικό έργο (δημοσιεύσεις, προσέλκυση χρηματοδότησης κλπ.), και ουσιαστικά (αλλά όχι και τυπικά) επιβλέπουν ήδη Υποψήφιους Διδάκτορες και Μεταδιδάκτορες. Πρακτικά, η συγκεκριμένη ρύθμιση δίνει τυπική μορφή σε κάτι που ήδη υλοποιείται κατα κόρον.
Χαιρετίζω την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Η προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 89, σχετικά με τη δυνατότητα συμμετοχής διδακτόρων ΕΛΕ στις τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών, κρίνεται εύλογη και πλήρως αιτιολογημένη. Η ρύθμιση αυτή αποκαθιστά θεσμικά την αναγνώριση του ουσιαστικού έργου που ήδη επιτελούν οι διδάκτορες ΕΛΕ στην επίβλεψη και επιστημονική υποστήριξη διδακτορικών διατριβών, ενισχύοντας τη θεσμική συνέπεια και τη διαφάνεια στο πλαίσιο των διδακτορικών σπουδών.
Άρθρο 88
Ενιαίος και αδιάσπαστος τίτλος σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου στα Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών – Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 78 του ν. 4957/2022.
Πότε επιτέλους θα προστεθεί νομοθετική ρύθμιση ώστε αναγνωριστεί ο Ενιαίος και αδιάσπαστος τίτλος σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου και για τα πτυχία των πανεπιστημίων του εξωτερικού με πενταετή προγράμματα σπουδών και EQF 7 που περιλαμβάνονται και στο μητρώο των αναγνωρισμένων τίτλων σπουδών του ΔΟΑΤΑΠ;
κ. Υπουργέ καταθέστε στο νομοσχέδιο που θα φέρετε στην Βουλή το άρθρο για την δυνατότητα εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ σε θέση ΔΕΠ. Είναι δίκαιο το αίτημα και έχει ωριμάσει το κλίμα στα ΑΕΙ
Μία ρύθμιση για την εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ θα αναγκάσει πολλούς ΕΔΙΠ να δουλέψουν ερευνητικά όπως έκαναν στο παρελθόν. Σήμερα δεν υπάρχει κανένα τέτοιο κίνητρο. Είτε δημοσιεύεις 10 επιστημονικά άρθρα το χρόνο ή κανένα, η ίδια εργασιακή εξέλιξη και ανταμοιβή. Δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι το πανεπιστήμιο. Η τροπολογία θα βάλει τα πράγματα σε μία σειρά. Θα δώσει την δυνατότητα σε ικανούς και εργατικούς ΕΔΙΠ που εχουν αυτοδύναμο διδακτικό έργο να εξελιχθούν προς όφελος δικό τους αλλά και των φοιτητών τους.
@ 4 Μαρτίου 2026, 08:03 | Ιωάννης Ράμπιας
@ 3 Μαρτίου 2026, 21:27 | ΕΝΩΣΗ ΕΙΔΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ (ΕΕΛΕ)
Είναι δυνατόν το βασικό επιχείρημα υπέρ συμμετοχής των ΕΛΕ σε επίβλεψη διατριβών να είναι η εκλογή και εξέλιξή τους μέσω μιας πλατφόρμας και όχι τι έργο επιτελούν; Ας μην ξεχνάμε ότι η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής αποτελεί κύκλο σπουδών και από όσους έχουν τίτλο ερευνητή, ΕΛΕ κ.λπ. απουσιάζει το διδακτικό έργο ως καθήκον.
Η υφιστάμενη θεσμική αντιμετώπιση των μελών ΕΔΙΠ που είναι κάτοχοι διδακτορικού τίτλου δεν ανταποκρίνεται στα ουσιαστικά ακαδημαϊκά τους προσόντα ούτε στην πραγματική συμβολή τους στη λειτουργία των ΑΕΙ. Πρόκειται για επιστήμονες με πλήρη ερευνητική επάρκεια, δημοσιευμένο έργο, αποδεδειγμένη διδακτική εμπειρία και ενεργό συμμετοχή στην καθημερινή ακαδημαϊκή δραστηριότητα των Τμημάτων. Πολλές φορές τα προσόντα τους είναι υψηλότερα μελών ΔΕΠ. Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα καθεστώς περιορισμένων ακαδημαϊκών δικαιωμάτων και ανύπαρκτης προοπτικής εξέλιξης.
Η Πολιτεία οφείλει να αποκαταστήσει τις ακόλουθες θεσμικές στρεβλώσεις:
Αυτοδύναμη διδασκαλία: να κατοχυρωθεί ρητά το δικαίωμα αυτοδύναμης διδασκαλίας μαθημάτων, θεωρητικών και εργαστηριακών, σύμφωνα με το γνωστικό αντικείμενο και τα προσόντα των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού. Η σημερινή πρακτική, όπου καλύπτουν πάγιες διδακτικές ανάγκες χωρίς πλήρη θεσμική αναγνώριση, δημιουργεί καθεστώς άνισης μεταχείρισης.
Συμμετοχή στις διδακτορικές σπουδές: Να προβλεφθεί ρητά η δυνατότητα συμμετοχής μελών ΕΔΙΠ σε τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές και σε εξεταστικές επιτροπές, όταν διαθέτουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα (διδακτορικό τίτλο και συναφές ερευνητικό έργο). Ο οριζόντιος αποκλεισμός τους δεν βασίζεται σε ακαδημαϊκά κριτήρια αλλά σε τυπική κατηγοριοποίηση προσωπικού.
Δυνατότητα εξέλιξης σε θέσεις ΔΕΠ: Η πλήρης απουσία θεσμοθετημένης δυνατότητας εξέλιξης προς θέσεις ΔΕΠ συνιστά δομική ανισότητα. Απαιτείται πρόβλεψη ειδικής διαδικασίας εξέλιξης σε μόνιμη προσωποπαγή θέση ή μετατροπής θέσης, κατόπιν ακαδημαϊκής κρίσης με κριτήρια αντίστοιχα των προκηρύξεων ΔΕΠ. Η διατήρηση ενός κλειστού συστήματος χωρίς προοπτική εξέλιξης αντιβαίνει στην αρχή της αξιοκρατίας και οδηγεί σε απαξίωση ανθρώπινου δυναμικού υψηλής εξειδίκευσης.
Πλήρης συμμετοχή στα όργανα διοίκησης: Τα μέλη ΕΔΙΠ κατόχοι διδακτορικού πρέπει να συμμετέχουν ισότιμα στα εκλεκτορικά σώματα για την εκλογή Προέδρων Τμημάτων και λοιπών οργάνων, στη Συνέλευση Τμήματος και στα συλλογικά όργανα με δικαίωμα ψήφου για ακαδημαϊκά θέματα, και στα κεντρικά όργανα διοίκησης με αναλογική εκπροσώπηση. Η συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ακαδημαϊκής ιδιότητας. Δεν είναι θεσμικά συνεπές να αναλαμβάνονται διδακτικές και ερευνητικές ευθύνες χωρίς αντίστοιχα διοικητικά δικαιώματα.
Η αρχή «ίσα προσόντα – δικαιώματα – προοπτική εξέλιξης» πρέπει να αποτελέσει τον πυρήνα της νομοθετικής ρύθμισης. Η μη πρόβλεψη των ανωτέρω δεν συνιστά ουδετερότητα, αλλά διατήρηση ενός καθεστώτος θεσμικής υποβάθμισης για επιστήμονες που υπηρετούν επί σειρά ετών τα ΑΕΙ με συνέπεια και υψηλό επίπεδο επάρκειας. Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία αποτελεί (για μια ακόμη φορά) μια ευκαιρία για ουσιαστική θεσμική εξισορρόπηση και για την πλήρη αξιοποίηση του ακαδημαϊκού κεφαλαίου που ήδη διαθέτουν τα ΑΕΙ.
Αφού οι ΕΛΕ εκλέγονται μέσω του ΑΠΕΛΛΑ, όπως οι Ερευνητές και τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ θεωρώ δίκαιη και πλεόν αυτονόητη την αλλάγή στο άρθρο 89 στην οποία θα δίδεται η δυνατότητα συμμετοχής τους σε τριμελής επιτροπές επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών.
Εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ τώρα. Τα πολλα σχόλια δείχνουν ότι το θέμα απασχολεί σοβαρά την ακαδημαϊκή κοινότητα. Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει μετα απο τόσα χρόνια. Στο ερχόμενο νομοσχέδιο το υπουργείο παιδείας πρέπει να έχει συμπεριλάβει το άρθρο για την δυνατότητα εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ. Να τελειώσει πια η αγωνία μας. Αγανακτήσαμε από την αναμονή τόσα χρόνια που δικιο εχουμε και δικιο δεν βρίσκουμε.
Η πορεία των ΕΔΙΠ είναι καταγεγραμμένη στους σχετικούς νόμους και στα ακαδημαικά ιδρύματα με έναν πολύ ξεκάθαρο τρόπο.Ωστόσο υπάρχει κάποια ισχυρή παθογένεια, η οποία αναντίρρητα, επιφέρει προβλήματα στην ακαδημαική λειτουργία αλλά επίσης αποτελεί και ένα μείζον ηθικό ζήτημα. Τούτο δεν είναι άλλο παρά η ΜΗ δυνατότητα εξέλιξης αυτού του συγκεκριμένου επιστημονικού, ερευνητικού και διδακτικού προσωπικού. Καλό είναι να επιλυθεί αμεσα με καταθεση σχετικής τροπολογίας με έναν τρόπο δίκαιο και ακαδημαϊκά έντιμο.Δεν ειναι ακαδημαϊκα και ηθικα σωστο να κραταει η πολιτεία στασιμο ενα επιστημονικα δυναμικο ανθρώπινο δυναμικό του δημοσίου πανεπιστημίου.
Η υποστελέχωση των πανεπκιστημίων έχει οδηγήσει στην υποβάθμιση των σπουδών πανελλαδικά. Υπάρχουν ΕΔΙΠ με προσόντα πολύ υψηλότερα των μελών ΔΕΠ σε πολλές περιπτώσεις. Οι δε περισσότεροι από αυτούς είναι άτομα ιδιαίτερα δραστήρια με πολύ σημαντικό ερευνητικό έργο και αυτόνομη διδασκαλία. Δεν βλέπω τον λόγο να μην τους δοθεί η ευκαιρία για εξέλιξη.
Επιτέλους ας δούμε την συνολική εικόνα και όχι το δέντρο. Οι ΕΔΙΠ είναι ήδη μέσα στα πανεπιστήμια. Πληρώνονται από αυτά. Τι πιο φυσικό, να δοθεί η ευκαιρία σε όσους το αξίζουν, να εξελιχθούν;
Με το άρθρο 89, δίδεται η δυνατότητα συμμετοχής διδακτόρων Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (ΕΛΕ) στη σύνθεση των τριμελών συμβουλευτικών επιτροπών επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών. Η Ένωση Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (ΕΕΛΕ) εκφράζει την ικανοποίησή της για τη συγκεκριμένη προτεινόμενη ρύθμιση, η οποία αποτελεί πάγιο αίτημά της, δεδομένου ότι:
1) Οι ΕΛΕ εκλέγονται και εξελίσσονται στις επόμενες βαθμίδες μέσω του συστήματος ΑΠΕΛΛΑ, όπως ακριβώς οι Ερευνητές που υπηρετούν σε ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α` 258) και τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ.
2) Οι διδάκτορες ΕΛΕ έχουν δικαίωμα επίβλεψης διπλωματικών εργασιών μεταπτυχιακών φοιτητών σύμφωνα με το άρθρο 83 του ν.4957/2022. Αντιθέτως, ενώ πολλοί ΕΛΕ, κάτοχοι διδακτορικού, συμμετέχουν ενεργά και ουσιαστικά στην επίβλεψη και υποστήριξη υποψηφίων διδακτόρων που εκπονούν τη διατριβή τους στις ομάδες τους (πολλοί εκ των οποίων ήταν μεταπτυχιακοί φοιτητές τους), μέχρι τώρα δεν μπορούν να είναι μέλη των τριμελών συμβουλευτικών τους επιτροπών.
3) Οι ΕΛΕ είναι υπεύθυνοι μονάδων Ερευνητικών και Τεχνολογικών (Ε&Τ) Υποδομών ή/και υπεύθυνοι Ε&Τ εργαστηρίων ή Ε&Τ ομάδων. Επίσης, πολλοί ΕΛΕ είναι Επιστημονικά Υπεύθυνοι σε ανταγωνιστικά χρηματοδοτούμενα εθνικά, ευρωπαϊκά και διεθνή ερευνητικά προγράμματα και στις ομάδες έργου αυτών των προγραμμάτων συμπεριλαμβάνουν ως έμμισθα μέλη μεταπτυχιακούς φοιτητές, μεταδιδάκτορες, αλλά και υποψήφιους διδάκτορες.
4) Πολλοί ΕΛΕ είναι μέλη ή/και εθνικοί εκπρόσωποι διεθνών επιτροπών εμπειρογνωμόνων, μέλη επιτροπών κρίσης σε διεθνή ανταγωνιστικά προγράμματα, κριτές σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, κ.α.
5) Οι ΕΛΕ κατά τη διαδικασία εξέλιξής τους μέσω του συστήματος ΑΠΕΛΛΑ αξιολογούνται για το συνολικό ερευνητικό/τεχνολογικό/εκπαιδευτικό/ακαδημαϊκό έργο τους και είναι σημαντικό για τους διδάκτορες ΕΛΕ να μπορούν να συμπεριλάβουν στο φάκελο αξιολόγησής τους και τον αριθμό των υποψηφίων διδακτόρων που επιβλέπουν ή συνεπιβλέπουν επίσημα, ως ακόμη ένα μετρήσιμο κριτήριο αξιολόγησής τους.
Για την ΕΕΛΕ
Ο Πρόεδρος, Μάριος Ζουριδάκης
Ο Γενικός Γραμματέας, Αριστείδης Προσπαθόπουλος
Eίναι αδιαμφισβήτητο ότι οι διδάκτορες Ε.ΔΙ.Π. επιτελούν έργο σημαντικό έργο με: αυτοδύναμη διδασκαλία, ερευνητική δραστηριότητα, δημοσιεύσεις, συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα. Ωστόσο, δεν διαθέτουν τον θεσμικό τίτλο και τη δυνατότητα εξέλιξης που θα τους εξασφάλιζε την αναγκαία εσωτερική και διεθνή ακαδημαϊκή αναγνώριση.
Είναι η μόνη κατηγορία προσωπικού στο Ελληνικό Δημόσιο που αν και έχει διδακτορικό, μεταδιδακτορικές έρευνες, σημαντικό ερευνητικό αποτύπωμα και ουσιαστικό διδακτικό έργο παραμένει εγκλωβισμένη στη στασιμότητα, χωρίς προοπτική εξέλιξης και χωρίς το αυτονόητο ηθικό κίνητρο που συνεπάγεται η αναγνώριση της προσπάθειας και της προσφοράς.
Οι προκηρύξεις νέων θέσεων Δ.Ε.Π. είναι ούτως ή άλλως αυστηρά περιορισμένες από τις δημοσιονομικές δυνατότητες, ενώ η εμπειρία των Τμημάτων δείχνει ότι, στις νέες προκηρύξεις, τα μέλη Ε.ΔΙ.Π. συχνά δεν προτιμώνται, ακόμη και όταν διαθέτουν ισχυρότερα βιογραφικά, διότι τα Τμήματα επιδιώκουν να ενισχύσουν το ανθρώπινο δυναμικό τους με «επιπλέον» μέλος.
Περιμένουμε να ανταποκριθεί η ηγεσία του Υπουργείου στο αίτημα που ομονοούν όλοι ακαδημαϊκοί φορείς.
Ένα χρόνιο αίτημα των διδακτόρων Ε.ΔΙ.Π. οφείλει άμεσα να ικανοποιηθεί, με αφορμή και τις γενικότερες αλλαγές στον χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
Όπως έχουμε εκθέσει κατ’ επανάληψη, υπάρχουν άφθονοι λόγοι που συνηγορούν στην ικανοποίηση αυτού του δίκαιου αιτήματος. Κανένας ενάντιος λόγος δεν υφίσταται, ειδικά μάλιστα στην τρέχουσα συγκυρία.
Όπως όλοι γνωρίζουν οι θέσεις που προκηρύσσονται στα Τμήματα δεν είναι στο αντικείμενο που θεραπεύουν οι Δρ. ΕΔΙΠ καθότι τους έχουμε και δεν υπάρχει ανάγκη για ΔΕΠ…
Πέρα απ’ όσα έχουν ειπωθεί, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η μη δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ σε ΔΕΠ μπορεί εν τέλει να επηρεάσει και τους νέους διορισμούς μελών ΔΕΠ. Υπάρχουν τεκμηριωμένες περιπτώσεις μελών ΕΔΙΠ με το α) γνωστικό αντικείμενο, που αναγκάστηκαν να υποβάλλουν αίτηση σε θέση ΔΕΠ με το β) γνωστικό αντικείμενο, που είναι συναφές αλλά επί της ουσίας διαφορετικό και έλαβαν στήριξη από το εκλεκτορικό. Δε θα ήταν προτιμότερο να εξελιχθούν στο γνωστικό αντικείμενο που ήδη υπηρετούν για χρόνια, από το να κάνουν προσπάθειες διορισμού σε νέα θέση με διαφορετικό αντικείμενο και ό,τι αυτό συνεπάγεται;
Αξιότιμε Κύριε Παπαιωαννου,
Επανερχόμενοι στο θέμα της δυνατότητας εξέλιξης των ΕΔΙΠ σε θέσεις μελών ΔΕΠ, επιθυμούμε να αποσαφηνίσουμε πτυχές του αιτήματός μας, οι οποίες είτε δεν έχουν γινει πλήρως κατανοητές με αποτέλεσμα να υπάρχουν καποιες απόψεις με απαξιωτικό περιεχόμενο για έναν κλάδο που προσφέρει πολλά κι ωφέλιμα στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο.
Επισημαίνουμε εισαγωγικώς πως τα μέλη ΕΔΙΠ σε καμία περίπτωση δεν προήλθαν ως αποτέλεσμα «τύχης». Επιπλέον, δεν αποτελούν κάποιου είδους «επικουρικό προσωπικό». Ασφαλώς μάλιστα, δεν επιδιώκουν «συλλήβδην τακτοποίηση», καθόσον δεν εκπροσωπούν τίποτε το άτακτο. Αποτελούν διδακτικό προσωπικό μιας άλλης βαθμίδας, το οποίο επιφορτίζεται, σε Τμήματα που έχουν εφαρμοστικό έργο, και με το απαραίτητο εργαστηριακό αντικείμενο. Για αυτούς τους λόγους, τόσο η Ελληνική πολιτεία, μέσω των νομοθετημάτων της, όσο και τα ίδια τα πανεπιστήμια, αναθέτουν εδώ και χρόνια στους ΕΔΙΠ, κατόχους διδακτορικού:
• την αυτόνομη διδασκαλία μαθημάτων,
• την επίβλεψη ή τη συμμετοχή τους σε επιτροπές πτυχιακών /διπλωματικών εργασιών,
• την κύρια ευθύνη σε ερευνητικά προγράμματα (Επιστημονικά Υπεύθυνοι),
• τη δυνατότητα διαρκούς έρευνας, πράγμα αναγκαιότατο για πανεπιστημιακούς διδασκάλους.
Κατά συνέπεια, στα πανεπιστήμια ορίζονται καθήκοντα που αντιστοιχούν, σε πρακτικό επίπεδο, σε εκείνα των μελών ΔΕΠ, σε όσους από τους ΕΔΙΠ δύνανται βάσει προσόντων να ανταποκριθούν σε αυτά. Οι ΕΔΙΠ αποτελούν συχνά επιστήμονες με διεθνές κύρος και εμβέλεια, με αναγνωρισμένες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, με συμμετοχές σε διεθνή συνέδρια, με βιβλία και επιστημονικές μονογραφίες, με μεταδιδακτορικές έρευνες, υποτροφίες, κ.ά. Ειδικά μετά τον νόμο 4386/16, στα πανεπιστήμια της χώρας εισήλθαν ως ΕΔΙΠ επιστήμονες με ακόμα περισσότερα προσόντα, κατά το ελάχιστον εκείνα του επίκουρου καθηγητή (βάσει του νέου εκείνου νόμου), οι οποίοι μάλιστα αξιολογήθηκαν, μέσω επιτροπών που συγκροτήθηκαν από τα Τμήματα, για το επιστημονικό τους έργο, με σχετικές εισηγήσεις, επομένως έγιναν δεκτοί κατόπιν κρίσεως σε μη κλειστή διαδικασία και όχι σε διαδικασία απλής μετάταξης.
Καθιστούμε σαφές ότι το αίτημα μας δεν αφορά την άκριτη «Λεκτοροποίηση», αλλά τη δυνατότητα εξέλιξης των ΕΔΙΠ σε θέσεις ΔΕΠ (λέκτορος ή επίκουρου καθηγητή), για όσους διαθέτουν τα ανάλογα προσόντα. Στην περίπτωση αυτή, θα δοθεί η δυνατότητα σε επιστήμονες που επιτελούν ερευνητικό και διδακτικό έργο, οι οποίοι υπηρετούν στα πανεπιστήμια, να εξελιχθούν σε θέσεις ανάλογες των καθηκόντων και των προσόντων τους, με μικρη οικονομική δαπάνη του δημοσίου, καθώς ήδη μισθοδοτούνται. Σε διαφορετική περίπτωση, όχι μόνο ένα μέρος του Ε.ΔΙ.Π προσωπικού καθημερινά θα εργάζεται με καθήκοντα μελών ΔΕΠ, χωρίς να έχει τη σύμμετρη δυνατότητα της θεσμικής αναγνώρισής του για το έργο που επιτελεί και της περαιτέρω δραστηριοποίησής του, αλλά και θα δημιουργείται ένα πραγματικό κενό δικαίου που τραυματίζει τη συνέχεια και τη συνοχή της πανεπιστημιακής παρουσίας στην Ελλάδα, προκαλώντας μια στρέβλωση η οποία αδυνατεί να συγκαλυφθεί.
Οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως αν ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και το νέο πανεπιστημιακό χάρτη της χώρας με την ανωτατοποίηση των ΤΕΙ, θα έπρεπε να έχει αποτελέσει μείζον ζήτημα η οριζόντια «Λεκτοροποίηση» των Καθηγητών Εφαρμογών των ΤΕΙ (χωρίς διδακτορικό) σύμφωνα με την παραγ. δ του άρθρου 9 του Ν. 4589/2019 . Έτσι καθίστανται εύλογα τα ακόλουθα ερωτήματα:
• γιατί τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, τα οποία απορρίπτουν διαρρήδην το αίτημά των ΕΔΙΠ για την παροχή δυνατότητας εξέλιξης μετά από κρίση, δεν εγείρουν αντιδράσεις και δεν εκδηλώνουν τον ίδιο αποτροπιασμό για την «Λεκτοροποίηση» των συναδέλφων από τα ΤΕΙ;
• Γιατί η καταστρατήγηση των συνταγματικών αρχών της ισονομίας της ισοτιμίας και της αναλογικότητας, των υπηρετούντων σε θέσεις με ίδια ή ανάλογα πραγματικά καθήκοντα, δεν αποτελεί πεδίο αμφισβήτησης και προβληματισμού από τους εν λόγω ακαδημαϊκούς εκπροσώπους;
Εν κατακλείδι, η πλειοψηφία των ΕΔΙΠ διαθέτει εξαιρετικά προσόντα, σε πολλές περιπτώσεις πολύ ανώτερα από την κατώτερη εισαγωγική βαθμίδα των ΔΕΠ, και δεν υφίσταται κανένας διακριτός και υπέρ του δημόσιου συμφέροντος λόγος για τη μη παροχή δυνατότητας εξέλιξής τους. Αυτή δε η πρακτική μη εξέλιξης δεν υφίσταται σε κανέναν άλλο κλάδο δημόσιων λειτουργών.
Ζητούμε να αναλογιστείτε την καταγεγραμμένη από καιρό πραγματικότητα των ιδρυμάτων μας. Και να ληφθεί άμεση νομοθετική μέριμνα, με γνώμονα το συμφέρον των πανεπιστημίων, προσφέροντας ανάπτυξη στα Τμήματα, βελτίωση της έρευνας, αξιοποίηση του προσωπικού με ορθολογικό τρόπο, προς όφελος της συνολικής ακαδημαϊκής πράξης- απορρίπτοντας τη συνέχιση του αποκλεισμού ενός επιστημονικού προσωπικού υψηλών προσόντων από το δίκαιο και νόμιμο δικαίωμα της εξέλιξής του.
Αξιότιμε Κύριε Παπαιωαννου,
Ένα χρόνιο αίτημα των διδακτόρων Ε.ΔΙ.Π. οφείλει άμεσα να ικανοποιηθεί, με αφορμή και τις γενικότερες αλλαγές στον χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Όπως έχουμε εκθέσει κατ’ επανάληψη, υπάρχουν άφθονοι λόγοι που συνηγορούν στην ικανοποίηση αυτού του δίκαιου αιτήματος. Κανένας ενάντιος λόγος δεν υφίσταται, ειδικά μάλιστα στην τρέχουσα συγκυρία. Στην παρούσα επιστολή διασαφηνίζουμε περαιτέρω συγκεκριμένες παραμέτρους.
Ανεξάρτητα από τις παραφωνίες που ακούγονται από ορισμένους, οι οποίοι ομολογούν την αδικαιολόγητη προσήλωσή τους στην ιδέα της μόνιμης καθήλωσης των διδακτόρων ΕΔΙΠ σε διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό β΄ κατηγορίας χωρίς τη δυνατότητα εξέλιξης, είναι αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα ότι εδώ και χρόνια, οι διδάκτορες Ε.ΔΙ.Π. προσφέρουν ό,τι οι παλαιοί μόνιμοι λέκτορες, χωρίς, όμως, να διαθέτουν έναν αντίστοιχο τίτλο που να τους παρέχει εσωτερική και διεθνή αναγνώριση, σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Όπως εκθέτουμε στη συνέχεια, η δυνατότητα εξέλιξης προσωπικού με ιδιαίτερα αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα και η περαιτέρω αξιοποίησή του θα λειτουργήσει προς όφελος όχι μόνο των Ε.ΔΙ.Π. αλλά και των πανεπιστημίων εν γένει.
Ουσιαστικά, μία κατηγορία ακαδημαϊκού προσωπικού, με διδακτορικά, μεταδιδακτορικές έρευνες, δημοσιεύσεις, αυτοδύναμο διδακτικό και ερευνητικό έργο, συμμετοχή σε διεθνή ερευνητικά προγράμματα, είναι εγκλωβισμένη στη στασιμότητα, χωρίς προοπτικές εξέλιξης. Ενώ, από τη μία, προσφέρει ακαδημαϊκό έργο αιχμής, από την άλλη δεν της παρέχεται το ηθικό κίνητρο προς τούτο. Με αφοσίωση και με παραμερισμό των προσωπικών στόχων έως τώρα, με τις καθημερινές και επίπονες θυσίες που η επίτευξη της ακαδημαϊκότητας προϋποθέτει, πολλοί διδάκτορες ΕΔΙΠ διαπρέπουν στη διεθνή έρευνα, παρέχοντας συγχρόνως σημαντικό σε ποιότητα και ποσότητα διδακτικό έργο στην ελληνική Τριτοβάθμια. Συνθήκη που αποβαίνει ανασταλτική σε κάθε περιθώριο προόδου των Πανεπιστημίων, εφόσον ένα εξαιρετικό σε ποιότητα επιστημονικό προσωπικό παραμένει εγκλωβισμένο σε θέσεις χωρίς εξέλιξη (δηλαδή χωρίς τη δυνατότητα να προσφέρει ακόμα παραπάνω), ενόσω η διδασκαλία και έρευνα στην τριτοβάθμια συνεχίζονται απαιτητικά και σε διαρκώς αυξανομένους και υψηλούς ρυθμούς. Όπως όλοι γνωρίζουν, σε κανένα τομέα του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα δεν συμβαίνει αυτό, επομένως πρόκειται περί μιας σημαντικής ασυμμετρίας, μιας επώδυνης στρέβλωσης, που πλήττει τόσο ηθικά όσο και λειτουργικά τα πανεπιστημιακά μας ιδρύματα, καθόσον παροτρύνει, διόλου εμμέσως, έναν από τους άριστα καταρτισμένους κλάδους της χώρας μας στην «ακινητοποίησή» του (με όλα τα δεινά που ως συγκείμενο τούτο υποδηλώνει, δηλαδή την αδιαφορία και την παρακμή ενόψει της απουσίας κάθε πραγματιστικού όπως και ηθικού κινήτρου).
Οι διδάκτορες ΕΔΙΠ άλλο δεν επιζητούν παρά τη θεσμική αναγνώριση στο έργο που ΗΔΗ ΕΠΙΤΕΛΟΥΝ. Οφείλουμε μάλιστα να παρατηρήσουμε πως θα ήταν αφελής και εκτός πραγματικότητας η άποψη ότι η δυνατότητα εξέλιξης των διδακτόρων ΕΔΙΠ σε θέσεις μελών ΔΕΠ, θα ανέκοπτε το δρόμο πρόσληψης άλλων επιστημόνων, οι οποίοι δεν εργάζονται στα πανεπιστήμια σε μόνιμες θέσεις εργασίας. Τούτο διότι καμία νέα προκήρυξη μελών Δ.Ε.Π. στα πανεπιστήμια δεν επηρεάζεται, αφού αυτές είναι αυστηρά περιορισμένες, λόγω της γενικότερης οικονομικής κατάστασης. Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να αγνοείται μία πραγματικότητα η οποία καταδεικνύεται, διόλου φειδωλά, από τα στατιστικά στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση τόσο των Πανεπιστημίων όσο και του Υπουργείου: στις προκηρύξεις νέων θέσεων, και ενόψει της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, τα μέλη ΕΔΙΠ δεν προτιμώνται, παρά τα (συχνότατα) κατά πολύ επικρατέστερα βιογραφικά τους, διότι τα Τμήματα επιθυμούν να προσθέσουν ένα επιπλέον μέλος στους αφημαγμένους από επιστημονικό προσωπικό χώρους τους. Σημαντικό είναι επίσης να γίνει αντιληπτό πως όταν ένα τμήμα διαθέτει κάποιον Ε.ΔΙ.Π. ο οποίος καλύπτει ένα γνωστικό αντικείμενο, αναθέτοντάς του (εάν πρόκειται για Ε.ΔΙ.Π.) αυτοδύναμη διδασκαλία, δεν υπάρχει λόγος να προκηρύξει εκ νέου τη θέση σ’ αυτό, αλλά σε άλλο γνωστικό αντικείμενο που θα έχει ανάγκη το εκάστοτε τμήμα τη δεδομένη στιγμή. Κατά συνέπεια, πέραν της πρακτικά κλειστής προς τα μέλη ΕΔΙΠ πρόσβασης σε θέσεις που περιλαμβάνουν τη δυνατότητα ακαδημαϊκής εξέλιξης (γεγονός που αποτελεί μια ούτε ηθική ούτε ακαδημαϊκά ορθή πρακτική) σε καμία περίπτωση η εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ δεν επιφέρει δυσχέρειες στην πρόσληψη άλλων, νέων μελών ΔΕΠ, τα οποία εισέρχονται στην Τριτοβάθμια με το άνοιγμα πιστώσεων. Έχουμε δώσει ιδιαίτερη έμφαση, και το πράττουμε ξανά, στο γεγονός πως η συγκεκριμένη πρακτική δεν συνιστά μόνο αήθη παγίδευση ενός άριστου επιστημονικού προσωπικού στη στασιμότητα αλλά και απόρριψη των ελπίδων, των προσδοκιών και των δυνατοτήτων του, με άλλα λόγια στην ηθική απαξίωση και στην επαγγελματική καταβαράθρωσή του.
Μία ρύθμιση που θα επιτρέπει στους διδάκτορες Ε.ΔΙ.Π. να εξελιχθούν στη βαθμίδα του Λέκτορα, θα καλύψει κενά των μελών Δ.Ε.Π., που ούτως ή άλλως, λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων του κράτους, δεν μπορούν να καλυφθούν με νέες προσλήψεις. Όπως τονίσαμε, είναι ανυπόστατος ο «φόβος» κάποιων ότι με αυτή τη ρύθμιση θα στερηθεί το πανεπιστήμιο νέους επιστήμονες. Το αντίθετο θα συμβεί, αφού εφόσον δοθεί η δυνατότητα στα μέλη Ε.ΔΙ.Π. να εξελιχθούν σε λέκτορες, θα αποδεσμευτούν θέσεις μελών Δ.Ε.Π. και σε έτερα γνωστικά αντικείμενα που έχουν ανάγκη τα τμήματα. Οι νέες θέσεις μελών Δ.Ε.Π., με νέες πιστώσεις, δεν θα μειωθούν, με την έλευση αυτής της απαραίτητης ρύθμισης. Αντιθέτως, θα καταπολεμηθεί η διαβρωτική και εντελώς ανορθολογική απίσχναση των πανεπιστημίων μας, ιδιαίτερα από μέλη ΔΕΠ κατώτερων βαθμίδων (λέκτορες –επίκουροι), γεγονός που καταλογίζει στην τρέχουσα πραγματικότητα κάθε ορθόφρων ακαδημαϊκός νους.
Όπως καθίσταται πρόδηλο, το αίτημα απέχει μακράν από το να είναι συντεχνιακό. Τουναντίον, αποτελεί αμιγώς ζήτημα ακαδημαϊκής τάξης και ορθής πανεπιστημιακής λειτουργίας, και μάλιστα με ιδιαίτερα σοβαρές νομικές παραμέτρους που άπτονται και των συνταγματικών επιταγών της ισότητας και της αναλογικότητας, ειδικότερα μάλιστα μετά τη «συλλήβδην τακτοποίηση» των διδασκόντων στα ΤΕΙ (για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση εκείνων, που δεν τοποθετούνται με την ίδια ευαισθησία στην απόφαση του Υπουργείου για την αυτόματη εξέλιξη -χωρίς κρίση- των πρώην καθηγητών εφαρμογών των Τ.Ε.Ι. σε λέκτορες εφαρμογών και, μόλις αποκτήσουν διδακτορικό, σε λέκτορες). Μία ρύθμιση, για τα μέλη Ε.ΔΙ.Π. που θα τους παρέχει τη δυνατότητα να κριθούν στα επόμενα στάδια, θα ενισχύσει τα υποστελεχωμένα ελληνικά πανεπιστήμια που θα έχουν αξιοποιήσει, στο μέτρο του δυνατού, το παρόν διδακτικό και επιστημονικό τους προσωπικό. Το ζήτημα αυτό αποτελεί τελικά άσκηση ρεαλισμού για όλους τους εμπλεκόμενους: τα Α.Ε.Ι. έχουν ανάγκη από νέα μέλη Δ.Ε.Π., των οποίων, όμως, οι θέσεις δεν είναι εύκολο να καλυφθούν, εξαιτίας της αναλογίας προσλήψεων/συνταξιοδοτήσεων. Η εξέλιξη των διδακτόρων Ε.ΔΙ.Π. στη βαθμίδα τουλάχιστον του λέκτορα (τα διδακτικά καθήκοντα του οποίου ήδη ασκούν, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία) και με ανοιχτή διαδικασία στις επόμενες βαθμίδες, θα λειτουργήσει προς όφελος όλων και προς ζημία ουδενός.
Παροτρύνουμε σθεναρά την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου να μας δώσει το δικαίωμα, να ενταχθούμε, στις περιπτώσεις εκείνες όπου πληρούνται τα τυπικά από το νόμο προσόντα, στη βαθμίδα του λέκτορα, με δεδομένο ότι έχει υπάρξει ήδη νομοθετική ρύθμιση για την εξέλιξη των καθηγητών εφαρμογών των Τ.Ε.Ι. σε λέκτορες (με πολύ ευνοϊκότερους όρους μάλιστα, συγκριτικά με τη δυνατότητα εξέλιξης).
Ελπίζουμε πως τα μέλη διδακτόρων ΕΔΙΠ δεν θα τύχουν καθυστέρησης ενός νομοθετήματος που θα πρέπει πλέον να έλθει με επείγουσα μορφή, αλλά ούτε θα καταστούν αντικείμενα πολιτικού εμπαιγμού. Κάτι τέτοιο δεν θα προσέθετε μόνο στον ανορθολογισμό της παρούσας κατάστασης αλλά θα αποτελούσε και μείζον ζήτημα ηθικής τάξης. Προσδοκούμε πως το Υπουργείο θα τείνει, τάχιστα, ευήκοα τα ώτα στις επί της ουσίας ομονοούσες πλέον διατυπώσεις και επισημάνσεις της ΠΟΣΔΕΠ και των ΕΔΙΠ οι οποίοι συναινούν αποφασιστικά στο ζήτημα της εξέλιξης. Είναι μια ιστορική στιγμή για τα Πανεπιστήμιά μας και η δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ αποτελεί αποκλειστικά θέμα πολιτικής βούλησης, χωρίς δημοσιονομική επιβάρυνση για το κράτος, χωρίς καταπάτηση δικαίου. Ο καιρός είναι παραπάνω από ώριμος. Και οι διδάκτορες ΕΔΙΠ είναι εδώ, για να δώσουν νέα ώθηση και πνοή στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, από τις θέσεις των λεκτόρων με δυνατότητα εξέλιξής τους.
ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΔΑΚΤΟΡΩΝ ΕΔΙΠ
Αξιότιμε Κε Υφυπουργέ κ.Παπαϊωάννου,
Με την παρούσα επιστολή επιθυμούμε να θέσουμε εκ νέου το δίκαιο αίτημα της δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ, κατόχων διδακτορικού, των Ελληνικών Πανεπιστημίων.
Στην τρέχουσα ακαδημαϊκή πραγματικότητα οι υπηρετούντες σε θέσεις μελών ΕΔΙΠ, κάτοχοι διδακτορικού τίτλου, καλύπτουν ακαδημαϊκά, πραγματικές πάγιες και διαρκείς επιστημονικές ανάγκες, αναλαμβάνοντας αυτοδύναμο διδακτικό έργο, παρουσιάζοντας έντονη ερευνητική δραστηριότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, πολλές φορές και ανεξάρτητη (αφού ο νόμος τους επιτρέπει να είναι Επιστημονικά Υπεύθυνοι ερευνητικών προγραμμάτων).
Σε αυτή την πραγματικότητα, έρχεται να προστεθεί το γεγονός της ενεργοποίησης ξανά της θέσης του «Λέκτορα» στους νόμους για τις πρόσφατες περιπτώσεις συνέργειας μεταξύ ΤΕΙ και ΑΕΙ, με αποτέλεσμα να δίνεται η δυνατότητα στους καθηγητές εφαρμογών των ΤΕΙ με διδακτορικό να ενταχθούν σε θέσεις Λέκτορα, ενώ στους μη διδάκτορες να ενταχθούν σε θέση «Λέκτορα Εφαρμογών», με προνόμια μέλους ΔΕΠ, κυρίως δε με το προνόμιο της δυνατότητας εξέλιξης. Είναι προφανής η αδικία και η στρέβλωση που δημιουργείται η οποία έχει και ισχυρές νομικές προεκτάσεις, δεδομένης της παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων Διδακτόρων μελών ΕΔΙΠ και ΕΕΠ.
Με μια σειρά διατάξεων (Ν. 1268/1982, άρθρο 31. • Ν. 2517/1997, άρθρο 3. • Ν. 3027/2002, άρθρο 3, §23. • Ν. 3377/2005, άρθρο 25. • Ν. 4301/2014, άρθρο 49, § 6. • Ν. 4310/2014, άρθρο 47, §5 & 6. • Ν. 4386/2016, άρθρο 25, § 4. • Ν. 4415/2016, άρθρο 61, § 2. • Ν. 4452/2017, άρθρο 22, § 2) που έχουν υλοποιηθεί από το 1982 έως και το 2014, δόθηκε επανειλημμένα η δυνατότητα εξέλιξης τόσο στους ΕΔΙΠ όσο και σε ανάλογες κατηγορίες διδακτικού προσωπικού, όπως βοηθούς, επιστημονικούς συνεργάτες, βοηθούς ερευνητές, ΕΕΔΙΠ κλπ.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινούμενη η ΕΓ της ΠΟΣΔΕΠ, ύστερα από απόφασή της (με συντριπτική πλειοψηφία), δικαίως προτείνει να δοθεί η δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ σε θέσεις μελών ΔΕΠ. Επιπλέον, αναδεικνύει το έκδηλο ακαδημαϊκό παράλογο να παρέχεται η δυνατότητα ‘λεκτοροποίησης’ σε καθηγητές των Τ.Ε.Ι. που στερούνται διδακτορικού τίτλου, κάτι που θέτει σε αμφισβήτηση την ύπαρξη της ακαδημαϊκής και εκπαιδευτικής δεοντολογίας.
Τέλος σημειώνεται ότι, με την κατάργηση της βαθμίδας του Λέκτορα, έχει εκ των πραγμάτων καταστεί ως πρόδρομη θέση ένταξης σε θέση μέλους ΔΕΠ, η βαθμίδα του ΕΔΙΠ. Έτσι, για παράδειγμα, με τον Ν. 4301/2014, άρθρο 49, § 6 με την κατάργηση της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης (Ε.Π.Α.Θ.), οι υπηρετούντες σε αυτή μόνιμοι καθηγητές, εντάχθηκαν αρχικά σε θέσεις Ε.ΔΙ.Π. και στη συνέχεια είχαν τη δυνατότητα να αιτηθούν και να ενταχθούν σε θέσεις ΔΕΠ.
Επιπλέον των όσων περιγράφονται παραπάνω, το γεγονός ότι τα μέλη ΕΔΙΠ δεν φέρουν την ιδιότητα του μέλους ΔΕΠ, δημιουργεί μια σειρά περιορισμών, εμποδίων και προβλημάτων στο λειτούργημά τους και στην περαιτέρω εξέλιξή τους ως ακαδημαϊκές οντότητες, επ’ ωφελεία και του ίδιου του Πανεπιστημίου τους. Δημιουργεί δε τις αναπόφευκτες προϋποθέσεις ενός δευτερογενούς αλλά εξίσου επώδυνου ακαδημαϊκά brain drain, και μάλιστα μέσα στην ίδια τη χώρα μας.
Στην κατεύθυνση αυτή, οι υπογράφοντες την παρούσα προτείνουμε τη νομοθέτηση εκ μέρους του Υπουργείου, διάταξης που θα προβλέπει ότι:
Τα υπηρετούντα μέλη ΕΔΙΠ, κάτοχοι διδακτορικού, να μπορούν να αιτηθούν την ένταξή τους σε θέση Λέκτορα ή σε βαθμίδα μέλους ΔΕΠ (όπως αυτές προβλέπονται από το άρθρο 16 του ν. 4009/2011), με το γνωστικό αντικείμενο που ήδη κατέχουν ή με τροποποίηση του, κατόπιν κρίσης ή διαπίστωσης συγκεκριμένων ακαδημαϊκών προϋποθέσεων, όπως αυτές θα οριστούν από το Υπουργείο.
Σε περίπτωση επιτυχούς κρίσης να τοποθετούνται στην αντίστοιχη θέση, διατηρώντας τη μονιμότητά τους. Η διαδικασία κρίσης να ολοκληρώνεται εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία της αίτησης.
Για την Πρωτοβουλία Διδακτόρων ΕΔΙΠ
Αξιότιμε Κε Υφυπουργέ κ.Παπαϊωάννου,
Με την παρούσα επιστολή επιθυμούμε να θέσουμε εκ νέου το δίκαιο αίτημα της δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ, κατόχων διδακτορικού, των Ελληνικών Πανεπιστημίων.
Στην τρέχουσα ακαδημαϊκή πραγματικότητα οι υπηρετούντες σε θέσεις μελών ΕΔΙΠ, κάτοχοι διδακτορικού τίτλου, καλύπτουν ακαδημαϊκά, πραγματικές πάγιες και διαρκείς επιστημονικές ανάγκες, αναλαμβάνοντας αυτοδύναμο διδακτικό έργο, παρουσιάζοντας έντονη ερευνητική δραστηριότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, πολλές φορές και ανεξάρτητη (αφού ο νόμος τους επιτρέπει να είναι Επιστημονικά Υπεύθυνοι ερευνητικών προγραμμάτων).
Σε αυτή την πραγματικότητα, έρχεται να προστεθεί το γεγονός της ενεργοποίησης ξανά της θέσης του «Λέκτορα» στους νόμους για τις πρόσφατες περιπτώσεις συνέργειας μεταξύ ΤΕΙ και ΑΕΙ, με αποτέλεσμα να δίνεται η δυνατότητα στους καθηγητές εφαρμογών των ΤΕΙ με διδακτορικό να ενταχθούν σε θέσεις Λέκτορα, ενώ στους μη διδάκτορες να ενταχθούν σε θέση «Λέκτορα Εφαρμογών», με προνόμια μέλους ΔΕΠ, κυρίως δε με το προνόμιο της δυνατότητας εξέλιξης. Είναι προφανής η αδικία και η στρέβλωση που δημιουργείται η οποία έχει και ισχυρές νομικές προεκτάσεις, δεδομένης της παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων Διδακτόρων μελών ΕΔΙΠ και ΕΕΠ.
Με μια σειρά διατάξεων (Ν. 1268/1982, άρθρο 31. • Ν. 2517/1997, άρθρο 3. • Ν. 3027/2002, άρθρο 3, §23. • Ν. 3377/2005, άρθρο 25. • Ν. 4301/2014, άρθρο 49, § 6. • Ν. 4310/2014, άρθρο 47, §5 & 6. • Ν. 4386/2016, άρθρο 25, § 4. • Ν. 4415/2016, άρθρο 61, § 2. • Ν. 4452/2017, άρθρο 22, § 2) που έχουν υλοποιηθεί από το 1982 έως και το 2014, δόθηκε επανειλημμένα η δυνατότητα εξέλιξης τόσο στους ΕΔΙΠ όσο και σε ανάλογες κατηγορίες διδακτικού προσωπικού, όπως βοηθούς, επιστημονικούς συνεργάτες, βοηθούς ερευνητές, ΕΕΔΙΠ κλπ.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινούμενη η ΕΓ της ΠΟΣΔΕΠ, ύστερα από απόφασή της (με συντριπτική πλειοψηφία), δικαίως προτείνει να δοθεί η δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ σε θέσεις μελών ΔΕΠ. Επιπλέον, αναδεικνύει το έκδηλο ακαδημαϊκό παράλογο να παρέχεται η δυνατότητα ‘λεκτοροποίησης’ σε καθηγητές των Τ.Ε.Ι. που στερούνται διδακτορικού τίτλου, κάτι που θέτει σε αμφισβήτηση την ύπαρξη της ακαδημαϊκής και εκπαιδευτικής δεοντολογίας.
Τέλος σημειώνεται ότι, με την κατάργηση της βαθμίδας του Λέκτορα, έχει εκ των πραγμάτων καταστεί ως πρόδρομη θέση ένταξης σε θέση μέλους ΔΕΠ, η βαθμίδα του ΕΔΙΠ. Έτσι, για παράδειγμα, με τον Ν. 4301/2014, άρθρο 49, § 6 με την κατάργηση της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης (Ε.Π.Α.Θ.), οι υπηρετούντες σε αυτή μόνιμοι καθηγητές, εντάχθηκαν αρχικά σε θέσεις Ε.ΔΙ.Π. και στη συνέχεια είχαν τη δυνατότητα να αιτηθούν και να ενταχθούν σε θέσεις ΔΕΠ.
Επιπλέον των όσων περιγράφονται παραπάνω, το γεγονός ότι τα μέλη ΕΔΙΠ δεν φέρουν την ιδιότητα του μέλους ΔΕΠ, δημιουργεί μια σειρά περιορισμών, εμποδίων και προβλημάτων στο λειτούργημά τους και στην περαιτέρω εξέλιξή τους ως ακαδημαϊκές οντότητες, επ’ ωφελεία και του ίδιου του Πανεπιστημίου τους. Δημιουργεί δε τις αναπόφευκτες προϋποθέσεις ενός δευτερογενούς αλλά εξίσου επώδυνου ακαδημαϊκά brain drain, και μάλιστα μέσα στην ίδια τη χώρα μας.
Στην κατεύθυνση αυτή, οι υπογράφοντες την παρούσα προτείνουμε τη νομοθέτηση εκ μέρους του Υπουργείου, διάταξης που θα προβλέπει ότι:
Τα υπηρετούντα μέλη ΕΔΙΠ, κάτοχοι διδακτορικού, να μπορούν να αιτηθούν την ένταξή τους σε θέση Λέκτορα ή σε βαθμίδα μέλους ΔΕΠ (όπως αυτές προβλέπονται από το άρθρο 16 του ν. 4009/2011), με το γνωστικό αντικείμενο που ήδη κατέχουν ή με τροποποίηση του, κατόπιν κρίσης ή διαπίστωσης συγκεκριμένων ακαδημαϊκών προϋποθέσεων, όπως αυτές θα οριστούν από το Υπουργείο.
Σε περίπτωση επιτυχούς κρίσης να τοποθετούνται στην αντίστοιχη θέση, διατηρώντας τη μονιμότητά τους. Η διαδικασία κρίσης να ολοκληρώνεται εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία της αίτησης.
Για την Πρωτοβουλία Διδακτόρων ΕΔΙΠ
Αξιότιμε Κε Υφυπουργέ κ.Παπαϊωάννου,
Με την παρούσα επιστολή επιθυμούμε να θέσουμε εκ νέου το δίκαιο αίτημα της δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ, κατόχων διδακτορικού, των Ελληνικών Πανεπιστημίων.
Στην τρέχουσα ακαδημαϊκή πραγματικότητα οι υπηρετούντες σε θέσεις μελών ΕΔΙΠ, κάτοχοι διδακτορικού τίτλου, καλύπτουν ακαδημαϊκά, πραγματικές πάγιες και διαρκείς επιστημονικές ανάγκες, αναλαμβάνοντας αυτοδύναμο διδακτικό έργο, παρουσιάζοντας έντονη ερευνητική δραστηριότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, πολλές φορές και ανεξάρτητη (αφού ο νόμος τους επιτρέπει να είναι Επιστημονικά Υπεύθυνοι ερευνητικών προγραμμάτων).
Σε αυτή την πραγματικότητα, έρχεται να προστεθεί το γεγονός της ενεργοποίησης ξανά της θέσης του «Λέκτορα» στους νόμους για τις πρόσφατες περιπτώσεις συνέργειας μεταξύ ΤΕΙ και ΑΕΙ, με αποτέλεσμα να δίνεται η δυνατότητα στους καθηγητές εφαρμογών των ΤΕΙ με διδακτορικό να ενταχθούν σε θέσεις Λέκτορα, ενώ στους μη διδάκτορες να ενταχθούν σε θέση «Λέκτορα Εφαρμογών», με προνόμια μέλους ΔΕΠ, κυρίως δε με το προνόμιο της δυνατότητας εξέλιξης. Είναι προφανής η αδικία και η στρέβλωση που δημιουργείται η οποία έχει και ισχυρές νομικές προεκτάσεις, δεδομένης της παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων Διδακτόρων μελών ΕΔΙΠ και ΕΕΠ.
Με μια σειρά διατάξεων (Ν. 1268/1982, άρθρο 31. • Ν. 2517/1997, άρθρο 3. • Ν. 3027/2002, άρθρο 3, §23. • Ν. 3377/2005, άρθρο 25. • Ν. 4301/2014, άρθρο 49, § 6. • Ν. 4310/2014, άρθρο 47, §5 & 6. • Ν. 4386/2016, άρθρο 25, § 4. • Ν. 4415/2016, άρθρο 61, § 2. • Ν. 4452/2017, άρθρο 22, § 2) που έχουν υλοποιηθεί από το 1982 έως και το 2014, δόθηκε επανειλημμένα η δυνατότητα εξέλιξης τόσο στους ΕΔΙΠ όσο και σε ανάλογες κατηγορίες διδακτικού προσωπικού, όπως βοηθούς, επιστημονικούς συνεργάτες, βοηθούς ερευνητές, ΕΕΔΙΠ κλπ.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινούμενη η ΕΓ της ΠΟΣΔΕΠ, ύστερα από απόφασή της (με συντριπτική πλειοψηφία), δικαίως προτείνει να δοθεί η δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ σε θέσεις μελών ΔΕΠ. Επιπλέον, αναδεικνύει το έκδηλο ακαδημαϊκό παράλογο να παρέχεται η δυνατότητα ‘λεκτοροποίησης’ σε καθηγητές των Τ.Ε.Ι. που στερούνται διδακτορικού τίτλου, κάτι που θέτει σε αμφισβήτηση την ύπαρξη της ακαδημαϊκής και εκπαιδευτικής δεοντολογίας.
Τέλος σημειώνεται ότι, με την κατάργηση της βαθμίδας του Λέκτορα, έχει εκ των πραγμάτων καταστεί ως πρόδρομη θέση ένταξης σε θέση μέλους ΔΕΠ, η βαθμίδα του ΕΔΙΠ. Έτσι, για παράδειγμα, με τον Ν. 4301/2014, άρθρο 49, § 6 με την κατάργηση της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης (Ε.Π.Α.Θ.), οι υπηρετούντες σε αυτή μόνιμοι καθηγητές, εντάχθηκαν αρχικά σε θέσεις Ε.ΔΙ.Π. και στη συνέχεια είχαν τη δυνατότητα να αιτηθούν και να ενταχθούν σε θέσεις ΔΕΠ.
Επιπλέον των όσων περιγράφονται παραπάνω, το γεγονός ότι τα μέλη ΕΔΙΠ δεν φέρουν την ιδιότητα του μέλους ΔΕΠ, δημιουργεί μια σειρά περιορισμών, εμποδίων και προβλημάτων στο λειτούργημά τους και στην περαιτέρω εξέλιξή τους ως ακαδημαϊκές οντότητες, επ’ ωφελεία και του ίδιου του Πανεπιστημίου τους. Δημιουργεί δε τις αναπόφευκτες προϋποθέσεις ενός δευτερογενούς αλλά εξίσου επώδυνου ακαδημαϊκά brain drain, και μάλιστα μέσα στην ίδια τη χώρα μας.
Στην κατεύθυνση αυτή, οι υπογράφοντες την παρούσα προτείνουμε τη νομοθέτηση εκ μέρους του Υπουργείου, διάταξης που θα προβλέπει ότι:
Τα υπηρετούντα μέλη ΕΔΙΠ, κάτοχοι διδακτορικού, να μπορούν να αιτηθούν την ένταξή τους σε θέση Λέκτορα ή σε βαθμίδα μέλους ΔΕΠ (όπως αυτές προβλέπονται από το άρθρο 16 του ν. 4009/2011), με το γνωστικό αντικείμενο που ήδη κατέχουν ή με τροποποίηση του, κατόπιν κρίσης ή διαπίστωσης συγκεκριμένων ακαδημαϊκών προϋποθέσεων, όπως αυτές θα οριστούν από το Υπουργείο.
Σε περίπτωση επιτυχούς κρίσης να τοποθετούνται στην αντίστοιχη θέση, διατηρώντας τη μονιμότητά τους. Η διαδικασία κρίσης να ολοκληρώνεται εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία της αίτησης.
Για την Πρωτοβουλία Διδακτόρων ΕΔΙΠ
Κυριε Παπαιωαννου,
Είναι αναγκαίο να υπάρξει μια θεσμική πρόβλεψη για την ακαδημαϊκή εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ.
Το ειπατε ως πρυτανης του ΑΠΘ και το υποσχεθήκατε ως ΓΓ και ως Υφυπουργός αλλα δεν το εχετε κανει. Θα κριθείτε ως υποψήφιος βουλευτής Θεσσαλονικης για την ασυνέπεια σας.