Άρθρο 17 Προστασία των εκδόσεων τύπου για επιγραμμικές χρήσεις – Προσθήκη άρθρου 51Β στον ν. 2121/1993, τροποποίηση άρθρου 52 ν. 2121/1993 (παρ. 4 άρθρου 2 και άρθρο 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/790)

 

1. Μετά από το άρθρο 51Α του ν. 2121/1993 (Α’ 25), περί της προστασίας προηγουμένως αδημοσίευτων έργων, προστίθεται άρθρο 51Β ως εξής:

«Άρθρο 51Β
Προστασία των εκδόσεων τύπου για επιγραμμικές χρήσεις
1. Για τους σκοπούς του παρόντος ως «έκδοση τύπου» νοείται μία συλλογή η οποία απαρτίζεται κυρίως από έργα λόγου δημοσιογραφικής φύσεως, μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα έργα ή αντικείμενα προστασίας και
α) αποτελεί ένα μεμονωμένο αντικείμενο στο πλαίσιο μιας περιοδικής έκδοσης ή έκδοσης που ενημερώνεται τακτικά υπό ενιαίο τίτλο, όπως εφημερίδα ή περιοδικό γενικού ή ειδικού ενδιαφέροντος,
β) έχει σκοπό την παροχή στο ευρύ κοινό πληροφοριών που σχετίζονται με τις ειδήσεις ή με άλλα θέματα, και
γ) δημοσιεύεται σε οποιοδήποτε μέσον υπό την πρωτοβουλία, την εκδοτική ευθύνη και τον έλεγχο ενός παρόχου υπηρεσιών.
Οι περιοδικές εκδόσεις που έχουν επιστημονικούς ή ακαδημαϊκούς σκοπούς, όπως τα επιστημονικά περιοδικά, δεν θεωρούνται εκδόσεις τύπου για τους σκοπούς του παρόντος νόμου.
2. Οι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδότες τύπου έχουν, όσον αφορά την επιγραμμική χρήση των εκδόσεών τους από παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, κατά την έννοια της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 81/2018 (Α’ 151):
α) το δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν, την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει και
β) το δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν ο ίδιος επιλέγει.
Τα ανωτέρω δικαιώματα δεν καταλαμβάνουν ιδιωτικές ή μη εμπορικές χρήσεις εκδόσεων τύπου από μεμονωμένους χρήστες, χρήσεις μεμονωμένων λέξεων ή πολύ σύντομων αποσπασμάτων εκδόσεων και πράξεις τοποθέτησης υπερσυνδέσμων. Πολύ σύντομα θεωρούνται τα αποσπάσματα, η χρήση των οποίων δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων των εκδοτών, η οποία επηρεάζεται ιδίως όταν η χρήση του αποσπάσματος αντικαθιστά το ίδιο το δημοσίευμα ή αποτρέπει τον ενδιαφερόμενο από την ανάγνωσή του.
3. Τα δικαιώματα της παρ. 2 δεν θίγουν τα δικαιώματα που παρέχονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και το δίκαιο της Ένωσης σε δημιουργούς και άλλους δικαιούχους, σε σχέση με έργα και άλλα αντικείμενα προστασίας που ενσωματώνονται σε μια έκδοση τύπου. Τα δικαιώματα της παρ. 2 δεν αντιτάσσονται στους δημιουργούς και τους άλλους δικαιούχους και, ειδικότερα, δεν τους στερούν το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται τα έργα τους και άλλα αντικείμενα προστασίας ανεξάρτητα από την έκδοση τύπου στην οποία περιέχονται. Όταν ένα έργο ή άλλο αντικείμενο προστασίας περιλαμβάνεται σε έκδοση τύπου βάσει μη αποκλειστικής άδειας, δεν γίνεται επίκληση των δικαιωμάτων της παρ. 2 προκειμένου να απαγορευθεί η χρήση από άλλους εξουσιοδοτημένους χρήστες. Ομοίως, δεν γίνεται επίκληση των δικαιωμάτων της παρ. 2, προκειμένου να απαγορευθεί η χρήση έργων ή άλλων αντικειμένων, των οποίων η προστασία έχει λήξει.
4. Οι δημιουργοί έργων που έχουν ενσωματωθεί σε έκδοση τύπου λαμβάνουν ποσοστό επί των ετήσιων εσόδων που αποκομίζουν οι εκδότες τύπου για τη χρήση των εκδόσεων τύπου από παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου ανέρχεται σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) επί των ετήσιων εσόδων των εκδοτών, οι επιχειρήσεις των οποίων απασχολούν λιγότερο από το εξήντα τοις εκατό (60%) των δημιουργών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σε δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί των εσόδων των εκδοτών, οι επιχειρήσεις των οποίων υπερβαίνουν το ανωτέρω ποσοστό απασχολούμενων με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Το δικαίωμα των δημιουργών είναι ανεκχώρητο, με εξαίρεση τη διαχείρισή του από οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης, και αντίθετοι συμβατικοί όροι είναι ανίσχυροι. Στους δικαιούχους δημιουργούς περιλαμβάνονται και εκείνοι οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη γήρατος ή σύνταξη αναπηρίας.
5. Με απόφαση της Ολομέλειας της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) εκδίδεται Κανονισμός, με τον οποίο προσδιορίζονται τα κριτήρια σχετικά με την αμοιβή των εκδοτών από τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τη διαδικτυακή επισκεψιμότητα των αντικειμένων προστασίας, τα έτη δραστηριοποίησης και το μερίδιο στην αγορά των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας και των εκδοτών, τον αριθμό των δημοσιογράφων που απασχολούνται σε κάθε εκδότη, καθώς και τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από τις δημοσιεύσεις και για τα δύο μέρη όσον αφορά την προβολή και τα διαφημιστικά έσοδα. Αν εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή αίτησης για έναρξη της διαπραγμάτευσης από ένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη, δεν επιτευχθεί συμφωνία για το ύψος της αμοιβής, κάθε μέρος μπορεί να υποβάλλει εντός των επόμενων τριάντα (30) ημερών αίτημα, στο οποίο προσδιορίζεται η οικονομική του πρόταση, για τη συγκρότηση Έκτακτης Επιτροπής από την ΕΕΤΤ, σύμφωνα με το άρθρο 5 της υπ’ αρ. 1004/40/2021 Απόφασης της ΕΕΤΤ περί έκδοσης Κανονισμού Λειτουργίας της ΕΕΤΤ (Β’ 4660/2021). Η Επιτροπή καλεί αμφότερα τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλλουν υπόμνημα επί του αιτήματος του δευτέρου εδαφίου της παρούσας εντός τριάντα (30) ημερών και, εφόσον αμφότερα τα μέρη υποβάλλουν υπόμνημα, τάσσει προθεσμία για αντίκρουση των εκατέρωθεν υπομνημάτων. Εν συνεχεία, η Επιτροπή εκδίδει, εντός εξήντα (60) ημερών από την ημέρα που η ίδια θα ορίσει ως χρόνο ολοκλήρωσης της υποβολής απόψεων και υποβολής στοιχείων, και υποβάλλει στα ενδιαφερόμενα μέρη, ακόμα και αν δεν έλαβαν αμφότερα μέρος στην ενώπιόν της διαδικασία, εμπιστευτική γνωμοδότηση σχετικά με το εύλογο ύψος της αμοιβής κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων του Κανονισμού του πρώτου εδαφίου της παρούσας. Η Επιτροπή, προς τον σκοπό της αποτελεσματικής άσκησης της γνωμοδοτικής αρμοδιότητάς της, δύναται με απόφασή της να ζητά από οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα μέρη να της παράσχει όλα τα αναγκαία οικονομικά στοιχεία για τον προσδιορισμό της ανωτέρω αμοιβής κατά τα κριτήρια που προβλέπονται στον Κανονισμό του πρώτου εδαφίου και να ρυθμίζει τη διατήρηση της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών στα αποτελέσματα αναζήτησης των παρόχων έως την έκδοση της γνωμοδότησής της. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις του προηγούμενου εδαφίου, η Επιτροπή επιβάλλει στο μέρος που δεν συμμορφώνεται διοικητικό πρόστιμο ύψους από πενήντα χιλιάδες (50.000,00) ευρώ έως δέκα εκατομμύρια (10.000.000,00) ευρώ. Εάν κανένα από τα μέρη δεν αιτηθεί εμπρόθεσμα την έκδοση γνωμοδότησης από την Επιτροπή, αν τα μέρη δεν αποδεχθούν τη γνωμοδότηση της Επιτροπής και, εν γένει, αν δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με το ύψος της αμοιβής, αυτή καθορίζεται προσωρινά με αίτηση οποιουδήποτε από τα μέρη από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και οριστικά από το ίδιο Δικαστήριο κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το αρμόδιο για τον προσωρινό και για τον οριστικό προσδιορισμό της αμοιβής Δικαστήριο δύναται, κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε διαδίκου που μπορεί να υποβάλλεται και πριν από την ορισθείσα δικάσιμο κατά τη διαδικασία του άρθρου 691 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας: (α) να διατάσσει την προσκόμιση των αναγκαίων για τον προσδιορισμό της αμοιβής αποδεικτικών στοιχείων από τα μέρη και (β) να ρυθμίζει προσωρινά τη διατήρηση της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών στα αποτελέσματα αναζήτησης των παρόχων και να επιβάλει για κάθε παράβαση των διαταγών του χρηματική κύρωση, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000,00) ευρώ έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000,00) ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ταμείο.
2. Στο άρθρο 52 του ν. 2121/1993 περί του τύπου άδειας, των περιορισμών και της διάρκειας των δικαιωμάτων, καθώς και της ρύθμισης άλλων θεμάτων επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις: α) στο εισαγωγικό εδάφιο διορθώνεται η νομοθετική παραπομπή, β) προστίθεται περ. ι) και το άρθρο 52 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 52
Τύπος άδειας, Περιορισμοί και διάρκεια δικαιωμάτων καθώς και ρύθμιση άλλων θεμάτων
Τα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 46 έως 51Β διέπονται από τους ακόλουθους κανόνες:
α) οι δικαιοπραξίες, που αφορούν τα δικαιώματα αυτά, ισχύουν μόνο εφόσον έγιναν γραπτώς
β) οι περιορισμοί, που προβλέπονται για το περιουσιακό Δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, ισχύουν αναλόγως και γι` αυτά
γ) η διάρκεια των δικαιωμάτων των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών που προβλέπονται στα άρθρα 46 και 49 του νόμου αυτού ορίζεται σε πενήντα (50) χρόνια μετά την ημερομηνία της ερμηνείας ή εκτέλεσης, αλλά δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τη διάρκεια της ζωής του καλλιτέχνη.
Ωστόσο,
-αν η ενσωμάτωση της ερμηνείας ή εκτέλεσης επί άλλου μέσου εκτός φωνογραφήματος, δημοσιευθεί ή παρουσιασθεί νομίμως στο κοινό εντός της περιόδου αυτής, τα δικαιώματα διαρκούν πενήντα (50) έτη από την ημερομηνία της πρώτης αυτής δημοσίευσης ή της πρώτης αυτής παρουσίασης στο κοινό, ανάλογα με το ποια έγινε πρώτη,
– αν η ενσωμάτωση της ερμηνείας ή εκτέλεσης επί φωνογραφήματος δημοσιευθεί ή παρουσιασθεί νομίμως στο κοινό εντός της περιόδου αυτής, τα δικαιώματα διαρκούν εβδομήντα (70) έτη από την ημερομηνία της πρώτης αυτής δημοσίευσης ή της πρώτης αυτής παρουσίασης στο κοινό, ανάλογα με το ποια έγινε πρώτη.
δ) Τα δικαιώματα των παραγωγών φωνογραφημάτων (παραγωγών υλικών φορέων ήχου) λήγουν πενήντα έτη μετά την πραγματοποίηση της υλικής ενσωμάτωσης. Ωστόσο, εάν το φωνογράφημα έχει δημοσιευθεί νομίμως κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, τα δικαιώματα λήγουν εβδομήντα έτη από την ημερομηνία της πρώτης νόμιμης δημοσίευσης.
Εάν δεν έχει πραγματοποιηθεί νόμιμη δημοσίευση κατά την περίοδο που μνημονεύεται στο πρώτο εδάφιο και εάν το φωνογράφημα έχει παρουσιαστεί νομίμως στο κοινό κατά την περίοδο αυτή, τα δικαιώματα λήγουν εβδομήντα έτη από την ημερομηνία της πρώτης νόμιμης παρουσίασης στο κοινό.
Ωστόσο, αν λόγω εκπνοής της διάρκειας προστασίας η οποία παρέχεται βάσει της παρούσας παραγράφου, στη διατύπωσή της πριν τροποποιηθεί από την Οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών της πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, τα δικαιώματα των παραγωγών φωνογραφημάτων δεν προστατεύονται πλέον από τις 22 Δεκεμβρίου 2002, η παρούσα παράγραφος δεν συνεπάγεται την εκ νέου έναρξη προστασίας τους. (άρθρο 11 παρ. 2 Οδηγίας 2001/29)
αα) Αν πενήντα έτη από τη νόμιμη δημοσίευση του φωνογραφήματος ή -ελλείψει τέτοιας δημοσίευσης- πενήντα (50) έτη από τη νόμιμη παρουσίαση του στο κοινό, ο παραγωγός φωνογραφήματος παύει να προσφέρει προς πώληση αντίγραφα του φωνογραφήματος σε επαρκή ποσότητα που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς ή να το καθιστά διαθέσιμο στο κοινό, με ενσύρματα ή ασύρματα μέσα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε το κοινό να μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτό σε τόπο και χρόνο που επιλέγει ο καθένας ατομικά, ο ερμηνευτής ή εκτελεστής καλλιτέχνης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση με την οποία παραχώρησε στον παραγωγό φωνογραφήματος την εκμετάλλευση τουλάχιστον των δικαιωμάτων του αναπαραγωγής, διανομής και διάθεσης στο κοινό στην υλική ενσωμάτωση των ερμηνειών ή εκτελέσεων του. Το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης αυτής μπορεί να ασκηθεί αν ο παραγωγός δεν εκτελέσει αμφότερες τις πράξεις εκμετάλλευσης που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο εντός ενός (1) έτους από την έγγραφη κοινοποίηση σε αυτόν από τον ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη της πρόθεσης του να καταγγείλει τη σύμβαση σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. Αν τα εν λόγω δικαιώματα έχουν μεταβιβαστεί σε τρίτο, σύμφωνα με την υποπερίπτωση ζζ, η έγγραφη καταγγελία ασκείται κατά του παραγωγού, όπως αυτός ορίζεται στην υποπερίπτωση ζζ. Παραίτηση του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη από το δικαίωμα καταγγελίας είναι άκυρη. Όταν ένα φωνογράφημα περιέχει την υλική ενσωμάτωση των ερμηνειών ή εκτελέσεων περισσότερων ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, αυτοί μπορούν να καταγγείλουν τις συμβάσεις του πρώτου εδαφίου, εφαρμοζόμενης της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 46. Αν δεν οριστεί αντιπρόσωπος, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την κοινωνία δικαιώματος. Η καταγγελία της σύμβασης του πρώτου εδαφίου σύμφωνα με την παρούσα υποπερίπτωση έχει ως έννομη συνέπεια τη λήξη των δικαιωμάτων του παραγωγού φωνογραφήματος και οποιουδήποτε τρίτου αντλεί δικαιώματα από αυτόν.
ββ) Όπου μια σύμβαση του πρώτου εδαφίου της υποπερίπτωσης αα) παρέχει στον ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη δικαίωμα να αξιώσει μη επαναλαμβανόμενη αμοιβή, ο ερμηνευτής ή εκτελεστής καλλιτέχνης δικαιούται να λαμβάνει ετήσια συμπληρωματική αμοιβή από τον παραγωγό φωνογραφήματος για κάθε πλήρες έτος που έπεται του πεντηκοστού έτους από τη νόμιμη δημοσίευση του φωνογραφήματος ή -ελλείψει τέτοιας δημοσίευσης- του πεντηκοστού έτους από τη νόμιμη παρουσίαση του φωνογραφήματος στο κοινό. Η καταβολή πρέπει να πραγματοποιείται εντός έξι (6) μηνών από τη λήξη της εκάστοτε οικονομικής χρήσης. Παραίτηση του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη από το δικαίωμα της ετήσιας συμπληρωματικής αμοιβής είναι άκυρη.
γγ) Το συνολικό ποσό που διατίθεται από έναν παραγωγό φωνογραφήματος για την πληρωμή της ετήσιας συμπληρωματικής αμοιβής που αναφέρεται στην υποπερίπτωση ββ) αντιστοιχεί στο 20% των ακαθάριστων εσόδων που έχει αποκομίσει ο παραγωγός φωνογραφήματος, κατά τη διάρκεια του έτους που προηγείται αυτού για το οποίο καταβάλλεται η εν λόγω αμοιβή, από την αναπαραγωγή, τη διανομή και τη διάθεση του συγκεκριμένου φωνογραφήματος, μετά το πεντηκοστό έτος από τη νόμιμη δημοσίευση του φωνογραφήματος ή -ελλείψει τέτοιας δημοσίευσης- μετά το πεντηκοστό έτος από τη νόμιμη παρουσίαση του φωνογραφήματος στο κοινό.
δδ) Το δικαίωμα της συμπληρωματικής αμοιβής της υποπερίπτωσης ββ) διαχειρίζονται οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης των ερμηνευτών-εκτελεστών καλλιτεχνών.
εε) Οι παραγωγοί φωνογραφημάτων υποχρεούνται κατόπιν αιτήσεως να παρέχουν ετησίως και συνολικά (για όλους τους ερμηνευτές-εκτελεστές καλλιτέχνες, οι οποίοι δικαιούνται την ετήσια συμπληρωματική αμοιβή και για όλα τα φωνογραφήματα) στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης, οι οποίοι διαχειρίζονται την ετήσια συμπληρωματική αμοιβή της υποπερίπτωσης ββ), οποιαδήποτε πληροφορία ενδέχεται να είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλισθεί η καταβολή της αμοιβής αυτής.
στστ) Σε περίπτωση που ένας ερμηνευτής ή εκτελεστής καλλιτέχνης δικαιούται επαναλαμβανόμενες πληρωμές, δεν αφαιρούνται από τις πληρωμές αυτές οι προκαταβολές ή οι οποιεσδήποτε συμβατικά καθορισμένες κρατήσεις σε σχέση με το συγκεκριμένο φωνογράφημα που έχουν καταβληθεί στον ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη μετά το πεντηκοστό έτος από τη νόμιμη δημοσίευση του φωνογραφήματος ή -ελλείψει τέτοιας δημοσίευσης- το πεντηκοστό έτος από τη νόμιμη παρουσίαση του φωνογραφήματος στο κοινό.
ζζ) Ως παραγωγός φωνογραφήματος για το σκοπό των παραπάνω υποπεριπτώσεων αα έως στστ νοείται ο πρωτογενής δικαιούχος ή ο καθολικός ή οιονεί καθολικός δικαιούχος αυτού ή οποιοσδήποτε τρίτος στον οποίο έχουν μεταβιβαστεί τα σχετικά δικαιώματα.
ε) Η διάρκεια των δικαιωμάτων των παραγωγών oπτικουστικών έργων (παραγωγών υλικών φορέων εικόνας ή ήχου και εικόνας) ορίζεται σε πενήντα (50) χρόνια μετά την υλική ενσώματωση. Ωστόσο, αν εντός της περιόδου αυτής γίνει νόμιμη δημοσίευση ή νόμιμη παρουσίαση του υλικού φορέα στο κοινό, τα δικαιώματα αυτά διαρκούν πενήντα (50) χρόνια από την ημερομηνία της πρώτης δημοσίευσης ή της πρώτης αυτής παρουσίασης στο κοινό ανάλογα με το ποια έγινε πρώτη.
στ) η διάρκεια των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που προβλέπονται στο άρθρο 48 του νόμου αυτού ορίζεται σε πενήντα (50) χρόνια μετά την πρώτη μετάδοση μιας εκπομπής, είτε αυτή μεταδίδεται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μετάδοσης ή οποιουδήποτε άλλου τρόπου μετάδοσης.
ζ) η διάρκεια του δικαιώματος των εκδοτών που προβλέπεται στο άρθρο 51 του νόμου αυτού ορίζεται σε πενήντα (50) χρόνια μετά την τελευταία έκδοση του έργου.
η) η διάρκεια που καθορίζεται στις περιπτώσεις γ` δ`, ε` και στ` του παρόντος άρθρου υπολογίζεται από την 1η Ιανουαρίου του έτους το οποίο έπεται του γενεσιουργού γεγονότος.
θ) Για τους σκοπούς της παρουσίασης στο κοινό μέσω δορυφόρου και της καλωδιακής αναμετάδοσης, τα δικαιώματα των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών υλικών φορέων ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, καθώς και των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών προστατεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του όγδοου κεφαλαίου του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 35 του παρόντος νόμου.
ι) Τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 51Β λήγουν δύο (2) έτη μετά τη δημοσίευση της έκδοσης τύπου. Η περίοδος αυτή υπολογίζεται από την πρώτη Ιανουαρίου του έτους που έπεται της ημερομηνίας δημοσίευσης της εν λόγω έκδοσης τύπου.».

  • 1 Νοεμβρίου 2022, 19:55 | ΕΙΗΕΑ

    ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 17

    Με το άρθρο 17 καθιερώνεται το δικαίωμα εκδότη Τύπου, το οποίο σύμφωνα με την οδηγία έχει ως σκοπό «…να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του εκδοτικού κλάδου και με τον τρόπο αυτόν να εξασφαλιστεί η διαθεσιμότητα αξιόπιστων πληροφοριών.»
    Διότι είναι παγκόσμιο και όχι μόνον ελληνικό φαινόμενο οι μεγάλες πλατφόρμες να καρπώνονται, σε βάρος των εκδοτών τύπου, το συντριπτικά μεγαλύτερο μερίδιο διαφημιστικών εσόδων σε σχέση με τη χρήση και εκμετάλλευση του ειδησεογραφικού περιεχομένου στο διαδίκτυο.
    Σε όσες χώρες ενσωματώθηκε το δικαίωμα του εκδότη Τύπου, οι μεγάλες πλατφόρμες και ιδίως η google και η meta (facebook), αρνήθηκαν να διαπραγματευθούν με τους εκδότες τύπου ή ακολούθησαν καταχρηστικές πρακτικές, εκμεταλλευόμενες την δεσπόζουσα θέση στην αγορά, αναγκάζοντας τους εκδότες σε κάποιες χώρες (ενδεικτικά Γερμανία) να παραχωρήσουν την άδειά τους άνευ ή έναντι ελάχιστης αμοιβής. Τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία επενέβη η αρχή ανταγωνισμού, ενώ στην Αυστραλία υιοθετήθηκε νομοθεσία στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Γι’ αυτό πληθαίνουν οι χώρες (Ιταλία, Βέλγιο, Τσεχία, Γαλλία) που πλέον δεν αρκούνται σε όσα προβλέπει η οδηγία αλλά υιοθετούν πρόσθετες υποχρεώσεις και διαδικασίες ενημέρωσης, διαπραγμάτευσης, διαιτησίας και αποτροπής καταχρηστικών πρακτικών.
    Είναι πολύ θετικό ότι το νομοσχέδιο κατ’ αρχήν κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση.
    Όμως ορισμένα κρίσιμα θέματα, ρυθμίζονται ατελώς, με αποτέλεσμα να καθίσταται αμφίβολη η επίτευξη του σκοπού του νομοθέτη, ήτοι η εξισορρόπηση της διαπραγματευτικής δύναμης των εκδοτών τύπου απέναντι στις μεγάλες πλατφόρμες και ο καθορισμός μέσω συμβάσεων ή δικαστικής απόφασης δίκαιης αμοιβής για την χρήση του ειδησεογραφικού περιεχομένου σε σύντομο χρονικό διάστημα.

    Ειδικότερα προτείνουμε τα ακόλουθα:
    1. Στην παράγραφο 4 του αρ.17 να διευκρινιστεί ότι οι δημιουργοί έργων θα λαμβάνουν ποσοστό επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων μετά, την αφαίρεση πάσης φύσεως συναφών εξόδων, που αποκομίζουν οι εκδότες τύπου για τη χρήση των εκδόσεων τύπου από παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.
    Επίσης, ως προς την αμοιβή των πνευματικών δημιουργών προτείνουμε η αμοιβή τους να ανέρχεται σε 20% επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων των εκδοτών, οι επιχειρήσεις των οποίων απασχολούν λιγότερο από το 60% των δημιουργών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σε 10% επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων των εκδοτών, οι επιχειρήσεις των οποίων υπερβαίνουν το ανωτέρω ποσοστό απασχολούμενων με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
    2. Στην παράγραφο 5 αρχικά είναι απαραίτητο να προβλεφθεί πως εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα εντός 30 ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, θα πρέπει να συγκροτηθεί η αρμόδια επιτροπή, η οποία θα πρέπει να έχει μόνιμο και διαρκή χαρακτήρα.
    Στην τακτική αυτή επιτροπή προτείνεται να συμμετέχουν και εμπειρογνώμονες οι οποίοι θα συνεισφέρουν με την τεχνογνωσία τους σχετικά με την λειτουργία των πλατφορμών, τους τρόπους χρήσης ειδησεογραφικού περιεχομένου και τη λειτουργία της διαφημιστικής αγοράς στο διαδίκτυο.
    Η επιτροπή αυτή, αμέσως μετά την συγκρότησή της, ως πλέον αρμόδια, εισηγείται εντός 60 ημερών από την σύσταση της, προς την ολομέλεια της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) τα αναγκαία για την έκδοση του Κανονισμού με αντικείμενο:
    α. τον καθορισμό των κριτηρίων για τον προσδιορισμό της εύλογης αμοιβής των εκδοτών τύπου από τους παρόχους των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας
    β. όλων των στοιχείων που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό της αμοιβής
    γ. τη διαδικασία καθορισμού ύψους της αμοιβής των εκδοτών Τύπου σε περίπτωση που τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν έλθουν σε συμφωνία, καθώς επίσης θα επιλύει γενικά τις διαφορές των δύο μερών ως προς το ύψος της αμοιβής και της καταβολής αυτής.

    Ειδικότερα:
    -Ως προς τα κριτήρια για τον καθορισμό της αμοιβής, θα πρέπει σε αυτά που ενδεικτικά αναφέρει το νομοσχέδιο να συμπεριλαμβάνονται και οι επενδύσεις σε τεχνικό και οικονομικό επίπεδο που γίνονται από τους εκδότες Τύπου.
    Επίσης στα αναφερόμενα στον νομοσχέδιο ενδεικτικά κριτήρια συμπεριλαμβάνονται και «τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από τις δημοσιεύσεις και για τα δύο μέρη όσον αφορά την προβολή και τα διαφημιστικά έσοδα».
    Όμως, τα οικονομικά οφέλη που αποκομίζει ο εκδότης από την εκμετάλλευση του δικού του ειδησεογραφικού περιεχομένου δεν έχουν καμία σχέση με την αμοιβή που οφείλει ο πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου (πλατφόρμες) για τη χρήση του περιεχομένου των εκδοτών τύπου. Επιπλέον είναι πρακτικά αδύνατον για τον εκδότη Τύπου να συσχετίσει ποιο μέρος των δικών του εσόδων οφείλεται σε δραστηριότητα των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Συνεπώς το συγκεκριμένο κριτήριο θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά τα οικονομικά οφέλη των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Περαιτέρω θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι στα οικονομικά οφέλη περιλαμβάνονται και τα έμμεσα οφέλη, όπως, για παράδειγμα, η οικονομική αξία των μεταδεδομένων των επισκεπτών ειδησεογραφικού περιεχομένου.
    -Ως προς τα αναγκαία στοιχεία, θα πρέπει κατ’ αρχήν να προβλεφθεί στο νόμο η υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας να παρέχουν στους εκδότες Τύπου τα οικονομικά και άλλα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό της αμοιβής και παράλληλα να εξουσιοδοτείται ο Κανονισμός να εξειδικεύσει τα στοιχεία και τη διαδικασία παροχής των στοιχείων. Η διαδικασία παροχής των στοιχείων θα πρέπει να είναι μέρος της διαδικασίας διαπραγματεύσεων και να προηγείται της διαδικασίας υποβολής οικονομικών προτάσεων προς την Επιτροπή. Διαφορετικά οι εκδότες Τύπου δεν θα είναι σε θέση να υποβάλουν πρόταση είτε στις διαπραγματεύσεις είτε στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, εάν δεν έχουν προηγουμένως πρόσβαση στα οικονομικά και άλλα στοιχεία που προσδιορίζουν την αξία της χρήσης του περιεχομένου τους για τις πλατφόρμες.

    3. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας μεταξύ εκδοτών Τύπου και πλατφορμών η διαδικασία ενώπιον της ΕΕΤΤ ολοκληρώνεται με την έκδοση σύμφωνα με το νομοσχέδιο εμπιστευτικής γνωμοδότησης. Κατά πρώτον ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της γνωμοδότησης την καθιστά πρακτικά παντελώς ατελέσφορη, αφού δεν θα μπορούν τα μέρη να την επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων και ως εκ τούτου θα πρέπει να απαλειφθεί η σχετική πρόβλεψη περί εμπιστευτικότητας. Αφετέρου ζητούμενο είναι ο δεσμευτικός χαρακτήρας της απόφασης της Επιτροπής ώστε να διασφαλίζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα η καταβολή της δίκαιης αμοιβής των εκδοτών τύπου και προτείνουμε η απόφαση της επιτροπής να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και να είναι άμεσα εκτελεστή μέχρι να επιλυθεί οριστικά η διαφορά από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.

    4. Αναφορικά με τυχόν καταχρηστικές πρακτικές των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει υποχρεώσεις των παρόχων και σχετικές κυρώσεις μόνον αναφορικά με την αθέμιτη διατάραξη της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών τύπου. Όμως οι καταχρηστικές πρακτικές μπορούν να αφορούν οποιοδήποτε θέμα της συνεργασίας εκδοτών τύπου με τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου. Μία από τις συνηθέστερες πρακτικές της Google είναι η επιδίωξη κατακερματισμού της αγοράς με την επιλεκτική προσφορά σε ορισμένους μόνον εκδότες τύπου συνεργασίας για την παροχή και επιμέλεια περιεχομένου και αποκλείοντας άλλους εκδότες (υπηρεσία Google News Showcase). Οι συμφωνίες συνεργασίας προβλέπουν σημαντικά οικονομικά ανταλλάγματα για την συντακτική επιμέλεια και παροχή περιεχομένου και ελάχιστο ποσό για την αμοιβή του νέου συγγενικού δικαιώματος. Προτείνουμε να επεκταθεί το πεδίο της συγκεκριμένης διάταξης ώστε να καταλαμβάνει όλες τις αθέμιτες πρακτικές κατά το πρότυπο του πρόσφατου αντίστοιχου νόμου της Τσεχίας, ως κατωτέρω:
    Ο πάροχος μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας υποχρεούται να μην ενεργεί κατά τρόπο που να καταστρατηγεί το δικαίωμα του εκδότη στην έντυπη έκδοσή του, ιδίως με: α) να αρνείται να διαπραγματευτεί καλόπιστα για την παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης περιεχομένου εκδόσεων τύπου, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής εύλογης αμοιβής για τη χρήση αυτή, β) να περιορίζει ή ρυθμίζει αυθαίρετα μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας κατά τρόπο που να δημιουργεί διακρίσεις, ώστε να αποκλείεται η ανάγκη λήψης άδειας για την άσκηση του δικαιώματος χρήσης μιας δημοσίευσης στον τύπο από συγκεκριμένο εκδότη, χωρίς να υπάρχει εύλογος λόγος για τον εν λόγω περιορισμό ή ρύθμιση- η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται μόνο εάν ο πάροχος υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά της υπηρεσίας την οποία περιόρισε ή ρύθμισε σύμφωνα με την προηγούμενη πρόταση, γ) έκανε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του στην αγορά προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα άσκησης του δικαιώματος χρήσης μιας έντυπης έκδοσης με όρους αδικαιολόγητα δυσμενείς για τον εκδότη δ) δεν διατηρεί την ορατότητα του περιεχομένου των εκδοτών τύπου στα αποτελέσματα αναζήτησής του σε όλα τα στάδια διαπραγμάτευσης σχετικά με την καταβολή κατάλληλης αμοιβής για την υπό κρίση χρήση.

  • Με το άρθρο 17 καθιερώνεται το δικαίωμα εκδότη Τύπου, το οποίο σύμφωνα με την οδηγία έχει ως σκοπό «…να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του εκδοτικού κλάδου και με τον τρόπο αυτόν να εξασφαλιστεί η διαθεσιμότητα αξιόπιστων πληροφοριών.» Διότι είναι παγκόσμιο και όχι μόνον ελληνικό φαινόμενο οι μεγάλες πλατφόρμες να καρπώνονται, σε βάρος των εκδοτών, το συντριπτικά μεγαλύτερο μερίδιο διαφημιστικών εσόδων σε σχέση με τη χρήση και εκμετάλλευση του ειδησεογραφικού περιεχομένου στο διαδίκτυο.

    Σε όσες χώρες ενσωματώθηκε το δικαίωμα του εκδότη Τύπου, οι μεγάλες πλατφόρμες και ιδίως η google και η meta (facebook), αρνήθηκαν να διαπραγματευθούν με τους εκδότες τύπου ή προέβησαν σε καταχρηστικές πρακτικές, εκμεταλλευόμενες την δεσπόζουσα θέση στην αγορά, αναγκάζοντας τους εκδότες σε κάποιες χώρες (ενδεικτικά Γερμανία) να παραχωρήσουν την άδειά τους άνευ ή έναντι ελάχιστης αμοιβής. Τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία επενέβη η αρχή ανταγωνισμού, ενώ στην Αυστραλία υιοθετήθηκε νομοθεσία στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Γι’ αυτό πληθαίνουν οι χώρες (Ιταλία, Βέλγιο, Τσεχία, Γαλλία) που πλέον δεν αρκούνται σε όσα προβλέπει η οδηγία αλλά υιοθετούν πρόσθετες υποχρεώσεις και διαδικασίες ενημέρωσης, διαπραγμάτευσης, διαιτησίας και αποτροπής καταχρηστικών πρακτικών.

    Είναι πολύ θετικό ότι το νομοσχέδιο κατ’ αρχήν κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση. Όμως ορισμένα κρίσιμα θέματα ρυθμίζονται ατελώς με αποτέλεσμα να καθίσταται αμφίβολη η επίτευξη του σκοπού του νομοθέτη, ήτοι η εξισορρόπηση της διαπραγματευτικής δύναμης των εκδοτών τύπου απέναντι στις μεγάλες πλατφόρμες και ο καθορισμός μέσω συμβάσεων ή δικαστικής απόφασης δίκαιης αμοιβής για την χρήση του ειδησεογραφικού περιεχομένου σε σύντομο χρονικό διάστημα.

    Ειδικότερα προτείνουμε τα ακόλουθα:

    1. Στην παράγραφο 4 του αρ.17 να διευκρινιστεί ότι οι δημιουργοί έργων θα λαμβάνουν ποσοστό επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων (μετά από την αφαίρεση πάσης φύσεως συναφών εξόδων) που αποκομίζουν οι εκδότες τύπου για τη χρήση των εκδόσεων τύπου από παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.

    2. Στην παράγραφο 5 αρχικά είναι απαραίτητο να προβλεφθεί πως εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα εντός 30 ημερών από την ισχύ του παρόντος άρθρου, θα πρέπει να συγκροτηθεί 5μελής επιτροπή υπό την αιγίδα της Ε.Ε.Τ.Τ., η οποία θα πρέπει να έχει μόνιμο και διαρκή χαρακτήρα.
    Στην τακτική αυτή επιτροπή θα πρέπει να συμμετέχουν τρία μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ., ένα μέλος από τον ΟΠΙ και ένα μέλος από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η τεχνογνωσία της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι απαραίτητη αφού η στρέβλωση του ανταγωνισμού είναι δεδομένη λόγω της δεσπόζουσας, αν όχι μονοπωλιακής θέσης που έχουν πολλές από τις πλατφόρμες στην αγορά. Και η τεχνογνωσία του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας είναι απαραίτητη αφού αντικείμενο της διαφοράς είναι δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (συγγενικά δικαιώματα). Τέλος, προτείνεται η παρουσία εμπειρογνωμόνων στην επιτροπή, οι οποίοι θα συνεισφέρουν τεχνογνωσία σχετικά με την λειτουργία των πλατφορμών, τους τρόπους χρήσης ειδησεογραφικού περιεχομένου και τη λειτουργία της διαφημιστικής αγοράς στο διαδίκτυο.
    Η επιτροπή αυτή, αμέσως μετά την συγκρότησή της, ως πλέον αρμόδια, εισηγείται εντός 60 ημερών από την σύσταση της προς την ολομέλεια της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) τα αναγκαία για την έκδοση του Κανονισμού με αντικείμενο:
    α. τον καθορισμό των κριτηρίων για τον προσδιορισμό της εύλογης αμοιβής των εκδοτών τύπου από τους παρόχους των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας
    β. όλων των στοιχείων που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό της αμοιβής
    γ. τη διαδικασία καθορισμού ύψους της αμοιβής των εκδοτών Τύπου σε περίπτωση που τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν έλθουν σε συμφωνία, καθώς επίσης θα επιλύει γενικά τις διαφορές των δύο μερών ως προς το ύψος της αμοιβής και της καταβολής αυτής.
    Ειδικότερα:
    -Ως προς τα κριτήρια για τον καθορισμό της αμοιβής, θα πρέπει σε αυτά που ενδεικτικά αναφέρει το νομοσχέδιο να συμπεριλαμβάνονται οι επενδύσεις σε τεχνικό και οικονομικό επίπεδο που γίνονται από τους εκδότες Τύπου.
    Επίσης στα αναφερόμενα στον νομοσχέδιο ενδεικτικά κριτήρια συμπεριλαμβάνονται και «τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από τις δημοσιεύσεις και για τα δύο μέρη όσον αφορά την προβολή και τα διαφημιστικά έσοδα». Όμως τα οικονομικά οφέλη που αποκομίζει ο εκδότης από την εκμετάλλευση του δικού του ειδησεογραφικού περιεχομένου δεν έχουν καμία σχέση με την αμοιβή που οφείλει ο πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου (πλατφόρμες) για τη χρήση του περιεχομένου των εκδοτών τύπου. Επιπλέον είναι πρακτικά αδύνατον για τον εκδότη Τύπου να συσχετίσει ποιο μέρος των δικών του εσόδων οφείλεται σε δραστηριότητα των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Συνεπώς το συγκεκριμένο κριτήριο θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά τα οικονομικά οφέλη των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Περαιτέρω θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι στα οικονομικά οφέλη περιλαμβάνονται και τα έμμεσα οφέλη, όπως πχ η οικονομική αξία των μεταδεδομένων των επισκεπτών ειδησεογραφικού περιεχομένου.
    -Ως προς τα αναγκαία στοιχεία, θα πρέπει κατ’ αρχήν να προβλεφθεί στο νόμο η υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας να παρέχουν στους εκδότες Τύπου τα οικονομικά και άλλα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό της αμοιβής και παράλληλα να εξουσιοδοτείται ο Κανονισμός να εξειδικεύσει τα στοιχεία και τη διαδικασία παροχής των στοιχείων. Η διαδικασία παροχής των στοιχείων θα πρέπει να είναι μέρος της διαδικασίας διαπραγματεύσεων και να προηγείται της διαδικασίας υποβολής οικονομικών προτάσεων προς την Επιτροπή. Διαφορετικά οι εκδότες Τύπου δεν θα είναι σε θέση να υποβάλουν πρόταση είτε στις διαπραγματεύσεις είτε στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής εάν δεν έχουν προηγουμένως πρόσβαση στα οικονομικά και άλλα στοιχεία που προσδιορίζουν την αξία της χρήσης του περιεχομένου τους για τις πλατφόρμες.

    3. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας μεταξύ εκδοτών Τύπου και πλατφορμών η διαδικασία ενώπιον της ΕΕΤΤ ολοκληρώνεται με την έκδοση σύμφωνα με το νομοσχέδιο εμπιστευτικής γνωμοδότησης. Κατά πρώτον ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της γνωμοδότησης την καθιστά πρακτικά παντελώς ατελέσφορη, αφού δεν θα μπορούν τα μέρη να την επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων και ως εκ τούτου θα πρέπει να απαλειφθεί. Αφετέρου ζητούμενο είναι ο δεσμευτικός χαρακτήρας της απόφασης της Επιτροπής ώστε να διασφαλίζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα η καταβολή της δίκαιης αμοιβής των εκδοτών τύπου και προτείνουμε η απόφαση της επιτροπής να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, μέχρι να επιλυθεί οριστικά η διαφορά από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.

    4. Αναφορικά με τυχόν καταχρηστικές πρακτικές των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει υποχρεώσεις των παρόχων και σχετικές κυρώσεις μόνον αναφορικά με την αθέμιτη διατάραξη της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών τύπου. Όμως οι καταχρηστικές πρακτικές μπορούν να αφορούν οποιοδήποτε θέμα της συνεργασίας εκδοτών τύπου με τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου. Μία από τις συνηθέστερες πρακτικές της Google είναι η επιδίωξη κατακερματισμού της αγοράς με την επιλεκτική προσφορά σε ορισμένους μόνον εκδότες τύπου συνεργασίας για την παροχή και επιμέλεια περιεχομένου και αποκλείοντας άλλους εκδότες (υπηρεσία Google News Showcase). Οι συμφωνίες συνεργασίας προβλέπουν σημαντικά οικονομικά ανταλλάγματα για την συντακτική επιμέλεια και παροχή περιεχομένου και ελάχιστο ποσό για την αμοιβή του νέου συγγενικού δικαιώματος. Προτείνουμε να επεκταθεί το πεδίο της συγκεκριμένης διάταξης ώστε να καταλαμβάνει όλες τις αθέμιτες πρακτικές κατά το πρότυπο του πρόσφατου αντίστοιχου νόμου της Τσεχίας:
    Ο πάροχος μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας υποχρεούται να μην ενεργεί κατά τρόπο που να καταστρατηγεί το δικαίωμα του εκδότη στην έντυπη έκδοσή του, ιδίως με: α) να αρνείται να διαπραγματευτεί καλόπιστα για την παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης περιεχομένου εκδόσεων τύπου, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής εύλογης αμοιβής για τη χρήση αυτή, β) να περιορίζει ή ρυθμίζει αυθαίρετα μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας κατά τρόπο που να δημιουργεί διακρίσεις, ώστε να αποκλείεται η ανάγκη λήψης άδειας για την άσκηση του δικαιώματος χρήσης μιας δημοσίευσης στον τύπο από συγκεκριμένο εκδότη, χωρίς να υπάρχει εύλογος λόγος για τον εν λόγω περιορισμό ή ρύθμιση- η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται μόνο εάν ο πάροχος υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά της υπηρεσίας την οποία περιόρισε ή ρύθμισε σύμφωνα με την προηγούμενη πρόταση, γ) έκανε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του στην αγορά προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα άσκησης του δικαιώματος χρήσης μιας έντυπης έκδοσης με όρους αδικαιολόγητα δυσμενείς για τον εκδότη δ) δεν διατηρεί την ορατότητα του περιεχομένου των εκδοτών τύπου στα αποτελέσματα αναζήτησής του σε όλα τα στάδια διαπραγμάτευσης σχετικά με την καταβολή κατάλληλης αμοιβής για την υπό κρίση χρήση.

  • 1 Νοεμβρίου 2022, 18:55 | ΕΙΤΗΣΕΕ

    Με το άρθρο 17 καθιερώνεται το δικαίωμα εκδότη Τύπου, το οποίο σύμφωνα με την οδηγία έχει ως σκοπό «…να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του εκδοτικού κλάδου και με τον τρόπο αυτόν να εξασφαλιστεί η διαθεσιμότητα αξιόπιστων πληροφοριών.» Διότι είναι παγκόσμιο και όχι μόνον ελληνικό φαινόμενο οι μεγάλες πλατφόρμες να καρπώνονται, σε βάρος των εκδοτών, το συντριπτικά μεγαλύτερο μερίδιο διαφημιστικών εσόδων σε σχέση με τη χρήση και εκμετάλλευση του ειδησεογραφικού περιεχομένου στο διαδίκτυο
    Σε όσες χώρες ενσωματώθηκε το δικαίωμα του εκδότη Τύπου, οι μεγάλες πλατφόρμες και ιδίως η google και η meta (facebook), αρνήθηκαν να διαπραγματευθούν με τους εκδότες τύπου ή προέβησαν σε καταχρηστικές πρακτικές, εκμεταλλευόμενες την δεσπόζουσα θέση στην αγορά, αναγκάζοντας τους εκδότες σε κάποιες χώρες (ενδεικτικά Γερμανία) να παραχωρήσουν την άδειά τους άνευ ή έναντι ελάχιστης αμοιβής. Τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία επενέβη η αρχή ανταγωνισμού, ενώ στην Αυστραλία υιοθετήθηκε νομοθεσία στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Γι’ αυτό πληθαίνουν οι χώρες (Ιταλία, Βέλγιο, Τσεχία, Γαλλία) που πλέον δεν αρκούνται σε όσα προβλέπει η οδηγία αλλά υιοθετούν πρόσθετες υποχρεώσεις και διαδικασίες ενημέρωσης, διαπραγμάτευσης, διαιτησίας και αποτροπής καταχρηστικών πρακτικών.
    Είναι πολύ θετικό ότι το νομοσχέδιο κατ’ αρχήν κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση. Όμως ορισμένα κρίσιμα θέματα ρυθμίζονται ατελώς με αποτέλεσμα να καθίσταται αμφίβολη η επίτευξη του σκοπού του νομοθέτη, ήτοι η εξισορρόπηση της διαπραγματευτικής δύναμης των εκδοτών τύπου απέναντι στις μεγάλες πλατφόρμες και ο καθορισμός μέσω συμβάσεων ή δικαστικής απόφασης δίκαιης αμοιβής για την χρήση του ειδησεογραφικού περιεχομένου σε σύντομο χρονικό διάστημα.

    Ειδικότερα προτείνουμε τα ακόλουθα:
    1. Στην παράγραφο 4 του αρ.17 να διευκρινιστεί ότι οι δημιουργοί έργων θα λαμβάνουν ποσοστό επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων, μετά την αφαίρεση δηλαδή πάσης φύσεως συναφών εξόδων, που αποκομίζουν οι εκδότες τύπου για τη χρήση των εκδόσεων τύπου από παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.
    Επίσης, ως προς την αμοιβή των πνευματικών δημιουργών προτείνουμε η αμοιβή τους να ανέρχεται σε 20% επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων των εκδοτών, οι επιχειρήσεις των οποίων απασχολούν λιγότερο από το 60% των δημιουργών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σε 10% επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων των εκδοτών, οι επιχειρήσεις των οποίων υπερβαίνουν το ανωτέρω ποσοστό απασχολούμενων με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
    2. Στην παράγραφο 5 αρχικά είναι απαραίτητο να προβλεφθεί πως εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα εντός 30 ημερών από την ισχύ του παρόντος άρθρου, θα πρέπει να συγκροτηθεί η επιτροπή, η οποία θα πρέπει να έχει μόνιμο και διαρκή χαρακτήρα.
    Προτείνεται η τακτική επιτροπή να είναι 5μελής, υπό την αιγίδα της Ε.Ε.Τ.Τ. Στην τακτική αυτή επιτροπή, εκτός από τους εκπροσώπους της Ε.Ε.Τ.Τ., θα πρέπει να συμμετέχουν εκπρόσωποι της Επιτροπής Ανταγωνισμού, του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας και εμπειρογνώμονες. Η τεχνογνωσία της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι απαραίτητη αφού η στρέβλωση του ανταγωνισμού είναι δεδομένη λόγω της δεσπόζουσας, αν όχι μονοπωλιακής θέσης που έχουν πολλές από τις πλατφόρμες στην αγορά. Και η τεχνογνωσία του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας είναι απαραίτητη αφού αντικείμενο της διαφοράς είναι δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (συγγενικά δικαιώματα). Τέλος η παρουσία εμπειρογνωμόνων στην επιτροπή θα συνεισφέρει τεχνογνωσία σχετικά με την λειτουργία των πλατφορμών, τους τρόπους χρήσης ειδησεογραφικού περιεχομένου και τη λειτουργία της διαφημιστικής αγοράς στο διαδίκτυο.
    Η επιτροπή αυτή, αμέσως μετά την συγκρότησή της, ως πλέον αρμόδια, εισηγείται εντός 60 ημερών από την σύσταση της προς την ολομέλεια της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) τα αναγκαία για την έκδοση του Κανονισμού με αντικείμενο:
    α. τον καθορισμό των κριτηρίων για τον προσδιορισμό της εύλογης αμοιβής των εκδοτών τύπου από τους παρόχους των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας
    β. όλων των στοιχείων που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό της αμοιβής
    γ. τη διαδικασία καθορισμού ύψους της αμοιβής των εκδοτών Τύπου σε περίπτωση που τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν έλθουν σε συμφωνία, καθώς επίσης θα επιλύει γενικά τις διαφορές των δύο μερών ως προς το ύψος της αμοιβής και της καταβολής αυτής.
    Ειδικότερα:
    -Ως προς τα κριτήρια για τον καθορισμό της αμοιβής, θα πρέπει σε αυτά που ενδεικτικά αναφέρει το νομοσχέδιο να συμπεριλαμβάνονται οι επενδύσεις σε τεχνικό και οικονομικό επίπεδο που γίνονται από τους εκδότες Τύπου.
    Επίσης στα αναφερόμενα στον νομοσχέδιο ενδεικτικά κριτήρια συμπεριλαμβάνονται και «τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από τις δημοσιεύσεις και για τα δύο μέρη όσον αφορά την προβολή και τα διαφημιστικά έσοδα». Όμως τα οικονομικά οφέλη που αποκομίζει ο εκδότης από την εκμετάλλευση του δικού του ειδησεογραφικού περιεχομένου δεν έχουν καμία σχέση με την αμοιβή που οφείλει ο πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου (πλατφόρμες) για τη χρήση του περιεχομένου των εκδοτών τύπου. Επιπλέον είναι πρακτικά αδύνατον για τον εκδότη Τύπου να συσχετίσει ποιο μέρος των δικών του εσόδων οφείλεται σε δραστηριότητα των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Συνεπώς το συγκεκριμένο κριτήριο θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά τα οικονομικά οφέλη των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Περαιτέρω θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι στα οικονομικά οφέλη περιλαμβάνονται και τα έμμεσα οφέλη, όπως πχ η οικονομική αξία των μεταδεδομένων των επισκεπτών ειδησεογραφικού περιεχομένου.
    -Ως προς τα αναγκαία στοιχεία, θα πρέπει κατ’ αρχήν να προβλεφθεί στο νόμο η υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας να παρέχουν στους εκδότες Τύπου τα οικονομικά και άλλα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό της αμοιβής και παράλληλα να εξουσιοδοτείται ο Κανονισμός να εξειδικεύσει τα στοιχεία και τη διαδικασία παροχής των στοιχείων. Η διαδικασία παροχής των στοιχείων θα πρέπει να είναι μέρος της διαδικασίας διαπραγματεύσεων και να προηγείται της διαδικασίας υποβολής οικονομικών προτάσεων προς την Επιτροπή. Διαφορετικά οι εκδότες Τύπου δεν θα είναι σε θέση να υποβάλουν πρόταση είτε στις διαπραγματεύσεις είτε στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής εάν δεν έχουν προηγουμένως πρόσβαση στα οικονομικά και άλλα στοιχεία που προσδιορίζουν την αξία της χρήσης του περιεχομένου τους για τις πλατφόρμες.
    3. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας μεταξύ εκδοτών Τύπου και πλατφορμών η διαδικασία ενώπιον της ΕΕΤΤ ολοκληρώνεται με την έκδοση σύμφωνα με το νομοσχέδιο εμπιστευτικής γνωμοδότησης. Κατά πρώτον ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της γνωμοδότησης την καθιστά πρακτικά παντελώς ατελέσφορη, αφού δεν θα μπορούν τα μέρη να την επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων. Αφετέρου ζητούμενο είναι ο δεσμευτικός χαρακτήρας της απόφασης της Επιτροπής ώστε να διασφαλίζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα η καταβολή της δίκαιης αμοιβής των εκδοτών τύπου. Προτείνουμε η απόφαση της επιτροπής να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και να είναι άμεσα εκτελεστή μέχρι να επιλυθεί οριστικά η διαφορά από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.
    4. Αναφορικά με τυχόν καταχρηστικές πρακτικές των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει υποχρεώσεις των παρόχων και σχετικές κυρώσεις μόνον αναφορικά με την αθέμιτη διατάραξη της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών τύπου. Όμως οι καταχρηστικές πρακτικές μπορούν να αφορούν οποιοδήποτε θέμα της συνεργασίας εκδοτών τύπου με τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου. Μία από τις συνηθέστερες πρακτικές της Google είναι η επιδίωξη κατακερματισμού της αγοράς με την επιλεκτική προσφορά σε ορισμένους μόνον εκδότες τύπου συνεργασίας για την παροχή και επιμέλεια περιεχομένου και αποκλείοντας άλλους εκδότες (υπηρεσία Google News Showcase). Οι συμφωνίες συνεργασίας προβλέπουν σημαντικά οικονομικά ανταλλάγματα για την συντακτική επιμέλεια και παροχή περιεχομένου και ελάχιστο ποσό για την αμοιβή του νέου συγγενικού δικαιώματος. Προτείνουμε να επεκταθεί το πεδίο της συγκεκριμένης διάταξης ώστε να καταλαμβάνει όλες τις αθέμιτες πρακτικές κατά το πρότυπο του πρόσφατου αντίστοιχου νόμου της Τσεχίας:
    Ο πάροχος μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας υποχρεούται να μην ενεργεί κατά τρόπο που να καταστρατηγεί το δικαίωμα του εκδότη στην έντυπη έκδοσή του, ιδίως με: α) να αρνείται να διαπραγματευτεί καλόπιστα για την παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης περιεχομένου εκδόσεων τύπου, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής εύλογης αμοιβής για τη χρήση αυτή, β) να περιορίζει ή ρυθμίζει αυθαίρετα μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας κατά τρόπο που να δημιουργεί διακρίσεις, ώστε να αποκλείεται η ανάγκη λήψης άδειας για την άσκηση του δικαιώματος χρήσης μιας δημοσίευσης στον τύπο από συγκεκριμένο εκδότη, χωρίς να υπάρχει εύλογος λόγος για τον εν λόγω περιορισμό ή ρύθμιση- η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται μόνο εάν ο πάροχος υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά της υπηρεσίας την οποία περιόρισε ή ρύθμισε σύμφωνα με την προηγούμενη πρόταση, γ) έκανε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του στην αγορά προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα άσκησης του δικαιώματος χρήσης μιας έντυπης έκδοσης με όρους αδικαιολόγητα δυσμενείς για τον εκδότη δ) δεν διατηρεί την ορατότητα του περιεχομένου των εκδοτών τύπου στα αποτελέσματα αναζήτησής του σε όλα τα στάδια διαπραγμάτευσης σχετικά με την καταβολή κατάλληλης αμοιβής για την υπό κρίση χρήση.

  • 1 Νοεμβρίου 2022, 18:48 | ΜΟΣΧΑ ΙΩΑΚΕΙΜ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

    Με το άρθρο 17 καθιερώνεται το δικαίωμα εκδότη Τύπου, το οποίο σύμφωνα με την οδηγία έχει ως σκοπό «…να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του εκδοτικού κλάδου και με τον τρόπο αυτόν να εξασφαλιστεί η διαθεσιμότητα αξιόπιστων πληροφοριών.» Διότι είναι παγκόσμιο και όχι μόνον ελληνικό φαινόμενο οι μεγάλες πλατφόρμες να καρπώνονται, σε βάρος των εκδοτών, το συντριπτικά μεγαλύτερο μερίδιο διαφημιστικών εσόδων σε σχέση με τη χρήση και εκμετάλλευση του ειδησεογραφικού περιεχομένου στο διαδίκτυο
    Σε όσες χώρες ενσωματώθηκε το δικαίωμα του εκδότη Τύπου, οι μεγάλες πλατφόρμες και ιδίως η google και η meta (facebook), αρνήθηκαν να διαπραγματευθούν με τους εκδότες τύπου ή προέβησαν σε καταχρηστικές πρακτικές, εκμεταλλευόμενες την δεσπόζουσα θέση στην αγορά, αναγκάζοντας τους εκδότες σε κάποιες χώρες (ενδεικτικά Γερμανία) να παραχωρήσουν την άδειά τους άνευ ή έναντι ελάχιστης αμοιβής. Τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία επενέβη η αρχή ανταγωνισμού, ενώ στην Αυστραλία υιοθετήθηκε νομοθεσία στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Γι’ αυτό πληθαίνουν οι χώρες (Ιταλία, Βέλγιο, Τσεχία, Γαλλία) που πλέον δεν αρκούνται σε όσα προβλέπει η οδηγία αλλά υιοθετούν πρόσθετες υποχρεώσεις και διαδικασίες ενημέρωσης, διαπραγμάτευσης, διαιτησίας και αποτροπής καταχρηστικών πρακτικών.
    Είναι πολύ θετικό ότι το νομοσχέδιο κατ’ αρχήν κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση. Όμως ορισμένα κρίσιμα θέματα ρυθμίζονται ατελώς με αποτέλεσμα να καθίσταται αμφίβολη η επίτευξη του σκοπού του νομοθέτη, ήτοι η εξισορρόπηση της διαπραγματευτικής δύναμης των εκδοτών τύπου απέναντι στις μεγάλες πλατφόρμες και ο καθορισμός μέσω συμβάσεων ή δικαστικής απόφασης δίκαιης αμοιβής για την χρήση του ειδησεογραφικού περιεχομένου σε σύντομο χρονικό διάστημα.

    Ειδικότερα προτείνω στη διαβούλευση τα ακόλουθα:
    1. Στην παράγραφο 4 του αρ.17 να διευκρινιστεί ότι οι δημιουργοί έργων θα λαμβάνουν ποσοστό επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων, μετά την αφαίρεση δηλαδή πάσης φύσεως συναφών εξόδων, που αποκομίζουν οι εκδότες τύπου για τη χρήση των εκδόσεων τύπου από παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.
    Επίσης, ως προς την αμοιβή των πνευματικών δημιουργών προτείνουμε η αμοιβή τους να ανέρχεται σε 20% επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων των εκδοτών, οι επιχειρήσεις των οποίων απασχολούν λιγότερο από το 60% των δημιουργών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σε 10% επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων των εκδοτών, οι επιχειρήσεις των οποίων υπερβαίνουν το ανωτέρω ποσοστό απασχολούμενων με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
    2. Στην παράγραφο 5 αρχικά είναι απαραίτητο να προβλεφθεί πως εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα εντός 30 ημερών από την ισχύ του παρόντος άρθρου, θα πρέπει να συγκροτηθεί η επιτροπή, η οποία θα πρέπει να έχει μόνιμο και διαρκή χαρακτήρα.
    Προτείνεται η τακτική επιτροπή να είναι 5μελής, υπό την αιγίδα της Ε.Ε.Τ.Τ. Στην τακτική αυτή επιτροπή, εκτός από τους εκπροσώπους της Ε.Ε.Τ.Τ., θα πρέπει να συμμετέχουν εκπρόσωποι της Επιτροπής Ανταγωνισμού, του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας και εμπειρογνώμονες. Η τεχνογνωσία της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι απαραίτητη αφού η στρέβλωση του ανταγωνισμού είναι δεδομένη λόγω της δεσπόζουσας, αν όχι μονοπωλιακής θέσης που έχουν πολλές από τις πλατφόρμες στην αγορά. Και η τεχνογνωσία του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας είναι απαραίτητη αφού αντικείμενο της διαφοράς είναι δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (συγγενικά δικαιώματα). Τέλος η παρουσία εμπειρογνωμόνων στην επιτροπή θα συνεισφέρει τεχνογνωσία σχετικά με την λειτουργία των πλατφορμών, τους τρόπους χρήσης ειδησεογραφικού περιεχομένου και τη λειτουργία της διαφημιστικής αγοράς στο διαδίκτυο.
    Η επιτροπή αυτή, αμέσως μετά την συγκρότησή της, ως πλέον αρμόδια, εισηγείται εντός 60 ημερών από την σύσταση της προς την ολομέλεια της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) τα αναγκαία για την έκδοση του Κανονισμού με αντικείμενο:
    α. τον καθορισμό των κριτηρίων για τον προσδιορισμό της εύλογης αμοιβής των εκδοτών τύπου από τους παρόχους των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας
    β. όλων των στοιχείων που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό της αμοιβής
    γ. τη διαδικασία καθορισμού ύψους της αμοιβής των εκδοτών Τύπου σε περίπτωση που τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν έλθουν σε συμφωνία, καθώς επίσης θα επιλύει γενικά τις διαφορές των δύο μερών ως προς το ύψος της αμοιβής και της καταβολής αυτής.
    Ειδικότερα:
    -Ως προς τα κριτήρια για τον καθορισμό της αμοιβής, θα πρέπει σε αυτά που ενδεικτικά αναφέρει το νομοσχέδιο να συμπεριλαμβάνονται οι επενδύσεις σε τεχνικό και οικονομικό επίπεδο που γίνονται από τους εκδότες Τύπου.
    Επίσης στα αναφερόμενα στον νομοσχέδιο ενδεικτικά κριτήρια συμπεριλαμβάνονται και «τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από τις δημοσιεύσεις και για τα δύο μέρη όσον αφορά την προβολή και τα διαφημιστικά έσοδα». Όμως τα οικονομικά οφέλη που αποκομίζει ο εκδότης από την εκμετάλλευση του δικού του ειδησεογραφικού περιεχομένου δεν έχουν καμία σχέση με την αμοιβή που οφείλει ο πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου (πλατφόρμες) για τη χρήση του περιεχομένου των εκδοτών τύπου. Επιπλέον είναι πρακτικά αδύνατον για τον εκδότη Τύπου να συσχετίσει ποιο μέρος των δικών του εσόδων οφείλεται σε δραστηριότητα των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Συνεπώς το συγκεκριμένο κριτήριο θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά τα οικονομικά οφέλη των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Περαιτέρω θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι στα οικονομικά οφέλη περιλαμβάνονται και τα έμμεσα οφέλη, όπως πχ η οικονομική αξία των μεταδεδομένων των επισκεπτών ειδησεογραφικού περιεχομένου.
    -Ως προς τα αναγκαία στοιχεία, θα πρέπει κατ’ αρχήν να προβλεφθεί στο νόμο η υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας να παρέχουν στους εκδότες Τύπου τα οικονομικά και άλλα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό της αμοιβής και παράλληλα να εξουσιοδοτείται ο Κανονισμός να εξειδικεύσει τα στοιχεία και τη διαδικασία παροχής των στοιχείων. Η διαδικασία παροχής των στοιχείων θα πρέπει να είναι μέρος της διαδικασίας διαπραγματεύσεων και να προηγείται της διαδικασίας υποβολής οικονομικών προτάσεων προς την Επιτροπή. Διαφορετικά οι εκδότες Τύπου δεν θα είναι σε θέση να υποβάλουν πρόταση είτε στις διαπραγματεύσεις είτε στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής εάν δεν έχουν προηγουμένως πρόσβαση στα οικονομικά και άλλα στοιχεία που προσδιορίζουν την αξία της χρήσης του περιεχομένου τους για τις πλατφόρμες.
    3. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας μεταξύ εκδοτών Τύπου και πλατφορμών η διαδικασία ενώπιον της ΕΕΤΤ ολοκληρώνεται με την έκδοση σύμφωνα με το νομοσχέδιο εμπιστευτικής γνωμοδότησης. Κατά πρώτον ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της γνωμοδότησης την καθιστά πρακτικά παντελώς ατελέσφορη, αφού δεν θα μπορούν τα μέρη να την επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων. Αφετέρου ζητούμενο είναι ο δεσμευτικός χαρακτήρας της απόφασης της Επιτροπής ώστε να διασφαλίζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα η καταβολή της δίκαιης αμοιβής των εκδοτών τύπου. Προτείνουμε η απόφαση της επιτροπής να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και να είναι άμεσα εκτελεστή μέχρι να επιλυθεί οριστικά η διαφορά από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.
    4. Αναφορικά με τυχόν καταχρηστικές πρακτικές των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει υποχρεώσεις των παρόχων και σχετικές κυρώσεις μόνον αναφορικά με την αθέμιτη διατάραξη της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών τύπου. Όμως οι καταχρηστικές πρακτικές μπορούν να αφορούν οποιοδήποτε θέμα της συνεργασίας εκδοτών τύπου με τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου. Μία από τις συνηθέστερες πρακτικές της Google είναι η επιδίωξη κατακερματισμού της αγοράς με την επιλεκτική προσφορά σε ορισμένους μόνον εκδότες τύπου συνεργασίας για την παροχή και επιμέλεια περιεχομένου και αποκλείοντας άλλους εκδότες (υπηρεσία Google News Showcase). Οι συμφωνίες συνεργασίας προβλέπουν σημαντικά οικονομικά ανταλλάγματα για την συντακτική επιμέλεια και παροχή περιεχομένου και ελάχιστο ποσό για την αμοιβή του νέου συγγενικού δικαιώματος. Προτείνουμε να επεκταθεί το πεδίο της συγκεκριμένης διάταξης ώστε να καταλαμβάνει όλες τις αθέμιτες πρακτικές κατά το πρότυπο του πρόσφατου αντίστοιχου νόμου της Τσεχίας:
    Ο πάροχος μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας υποχρεούται να μην ενεργεί κατά τρόπο που να καταστρατηγεί το δικαίωμα του εκδότη στην έντυπη έκδοσή του, ιδίως με: α) να αρνείται να διαπραγματευτεί καλόπιστα για την παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης περιεχομένου εκδόσεων τύπου, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής εύλογης αμοιβής για τη χρήση αυτή, β) να περιορίζει ή ρυθμίζει αυθαίρετα μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας κατά τρόπο που να δημιουργεί διακρίσεις, ώστε να αποκλείεται η ανάγκη λήψης άδειας για την άσκηση του δικαιώματος χρήσης μιας δημοσίευσης στον τύπο από συγκεκριμένο εκδότη, χωρίς να υπάρχει εύλογος λόγος για τον εν λόγω περιορισμό ή ρύθμιση- η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται μόνο εάν ο πάροχος υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά της υπηρεσίας την οποία περιόρισε ή ρύθμισε σύμφωνα με την προηγούμενη πρόταση, γ) έκανε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του στην αγορά προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα άσκησης του δικαιώματος χρήσης μιας έντυπης έκδοσης με όρους αδικαιολόγητα δυσμενείς για τον εκδότη δ) δεν διατηρεί την ορατότητα του περιεχομένου των εκδοτών τύπου στα αποτελέσματα αναζήτησής του σε όλα τα στάδια διαπραγμάτευσης σχετικά με την καταβολή κατάλληλης αμοιβής για την υπό κρίση χρήση.

  • 1 Νοεμβρίου 2022, 18:22 | Όλγα Σκαλούμπακα, Δικηγόρος Αθηνών

    Σε σχέση με την προσθήκη του άρθρου 51 Β στο ν. 2121/1993, που γίνεται με το άρθρο 17 του νομοσχεδίου, προτείνω να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα ώστε να μην υπάρχουν ασάφειες στην ενσωμάτωση της οδηγίας.
    1. Σε σχέση με την παράγραφο 4 της προτεινόμενης διάταξης εφόσον το κριτήριο με το οποίο γίνεται ο προσδιορισμός του ποσοστού των δημιουργών είναι η ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, τότε το ποσοστό που ορίζεται στο νομοσχέδιο σε 25% ή 15% αντίστοιχα για την κατηγορία των δημιουργών είναι υψηλό και δεν λαμβάνει υπόψη α) την επένδυση που κάνουν οι εκδότες συμπεριλαμβανομένης και αυτής για την επιγραμμική χρήση και β) την καταβολή σταθερής μηνιαίας αμοιβής στους δημιουργούς για το παρεχόμενο από αυτούς έργο, που κατ’ ανάγκη δεν θα χρησιμοποιείται στο σύνολό του για την επιγραμμική χρήση.
    Το νομοσχέδιο ορίζει ως βάση υπολογισμού του ποσοστού των δημιουργών τα ετήσια έσοδα των εκδοτών, χωρίς όμως να αξιολογεί: τα έξοδα λειτουργίας των εκδοτικών επιχειρήσεων και για την επιγραμμική χρήση, όπως και το γεγονός ότι οι δημιουργοί θα λαμβάνουν ποσοστό και για υπηρεσίες που οι ίδιοι δεν παρέχουν, αφού είναι γνωστό ότι π.χ. στον τύπο αρθρογραφούν τεχνοκράτες και μέλη του κοινωνικού συνόλου που δεν έχουν καμία σχέση με τη δημοσιογραφία, υπάρχει ύλη από πρακτορεία ειδήσεων και φωτογραφιών και συνεπώς δεν υπάρχει άμεση συμβολή δημιουργών για την ανταπόδοση ποσοστού εκ του εσόδου των εκδοτών.
    Το ποσοστό των δημιουργών θα πρέπει να υπολογίζεται επί των καθαρών εσόδων των εκδοτών και όχι ασαφώς επί των ετήσιων εσόδων τους, αφού δηλαδή αφαιρεθούν τα λειτουργικά έξοδα και τα εν γένει έξοδα διαχείρισης μέχρι ποσοστού 65% επί αυτών, το δε εύλογο ποσοστό μπορεί να οριστεί 15% και 10% αντίστοιχα ανά κατηγορία εκδοτικής επιχείρησης.
    Σαφής προϋπόθεση που θα πρέπει να οριστεί, είναι ότι οι εκδότες υποχρεούνται να αποδώσουν στους δημιουργούς ποσοστό από το έσοδό τους, εφόσον το έχουν εισπράξει από τους παρόχους της κοινωνίας της πληροφορίας.
    Η διανομή ποσοστού σε συνταξιούχους δεν προβλέπεται διόλου στην οδηγία και δεν συνάδει με το πνεύμα της, που είναι η επιστροφή ενός ποσοστού στους δημιουργούς οι οποίοι συμβάλουν στην παροχή περιεχομένου για την εκδοτική έκδοση και όχι σε όσους δεν έχουν πλέον την ιδιότητα του δημιουργού.
    2. Εφόσον το νομοσχέδιο προβλέπει ποσοστό του εσόδου των εκδοτών για τους δημιουργούς, νομοτεχνικά θα μπορούσε να ορίσει και ένα ελάχιστο ποσοστό αμοιβής των εκδοτών τύπου από τους παρόχους της κοινωνίας της πληροφορίας, ώστε να αποφευχθεί η χρονοβόρα και αβέβαιη διαδικασία της παρ. 5.
    Σ αυτήν την περίπτωση μια εύλογη κατ’ ελάχιστη βάση αμοιβή θα μπορούσε να οριστεί σε ποσοστό 15% επί των ετήσιων εσόδων των παρόχων της κοινωνίας της πληροφορίας.
    3. Σε σχέση με την παράγραφο 5 το νομοσχέδιο αποφεύγει να ορίσει την οικονομική βάση επί της οποίας θα υπολογίζεται η αμοιβή των εκδοτών τύπου από τους παρόχους της κοινωνίας της πληροφορίας και αρκείται στη διαμόρφωση κριτηρίων από την επιτροπή της ΕΕΤΤ, χωρίς να αναφέρει αν οι εκδότες τύπου θα έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους στη διαμόρφωση των κριτηρίων.
    Είναι δε χαρακτηριστικό της αδυναμίας του νομοσχεδίου ότι μεταξύ των ενδεικτικών κριτηρίων που αναφέρει είναι και αυτό της οικονομικής ωφέλειας που προκύπτει από τις δημοσιεύσεις και για τα δύο μέρη όσον αφορά την προβολή και τα διαφημιστικά έσοδα. Καλούνται εν προκειμένω οι εκδότες να συνεισφέρουν στοιχεία για την οικονομική ωφέλεια που τυχόν έχουν από τη χρήση του δικού τους περιεχομένου, αντί το κριτήριο αυτό να αφορά αποκλειστικά τις πλατφόρμες και τους παρόχους. Αυτό θα πρέπει να αφορά μόνον στους παρόχους της κοινωνίας της πληροφορίας, με την επισήμανση ότι θα πρέπει να παρέχουν στοιχεία και για τα έμμεσα οφέλη που απολαμβάνουν από τη χρήση του εκδοτικού περιεχομένου όχι μόνον στην επικράτεια αλλά και στο εξωτερικό.
    Η παροχή στοιχείων και πληροφοριών από τους παρόχους κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ή της προσφυγής στην επιτροπή της ΕΕΤΤ θα πρέπει να προηγείται και να διασφαλίζεται ότι θα είναι πλήρης, ακριβής και αληθής. Για το λόγο αυτό μπορεί να προβλεφθεί ως μέρος της διαδικασίας ότι η παροχή στοιχείων και πληροφοριών θα συνοδεύεται με υπεύθυνες δηλώσεις των νομίμων εκπροσώπων τους.
    Στα ενδεικτικά κριτήρια θα μπορούσαν επίσης να αναφερθούν οι επενδύσεις που κάνουν οι εκδότες τύπου για τις ψηφιακές εκδόσεις τους, η φήμη επιρροής και γενικά κάθε δείκτης που δείχνει την αξία και το κύρος των εκδόσεων τύπου.
    Όσον αφορά την επιτροπή της ΕΕΤΤ θα μπορούσε να εξεταστεί η διεύρυνση της και με εκπροσώπους από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, το Υπουργείο Οικονομικών και τον ΟΠΙ, καθώς και ότι θα μπορεί να ζητά έλεγχο από ορκωτούς λογιστές – ελεγκτές των οικονομικών στοιχείων για την εφαρμογή των κριτηρίων που θα θεσπίσει.
    Η συγκρότηση της επιτροπής θα πρέπει να γίνει άμεσα για να καθοριστούν τα κριτήρια της αμοιβής των εκδοτών τύπου καθώς η μέχρι σήμερα χρήση γίνεται χωρίς την καταβολή οικονομικού αντιτίμου από τους παρόχους.
    Το πόρισμα της επιτροπής της ΕΕΤΤ, εφόσον κατατεθούν αληθή και ακριβή στοιχεία για τον υπολογισμό της αμοιβής των εκδοτών, μπορεί να παραμείνει γνωμοδοτικό, αλλά δεν θα πρέπει να έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα και θα μπορεί να προσκομιστεί στο αρμόδιο δικαστήριο ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο με έχει αυξημένη αποδεικτική ισχύ.
    Επιπλέον αν οι διαπραγματεύσεις ή η προσφυγή επιτροπή της ΕΕΤΤ δεν καταλήξουν σε συμφωνία για την αμοιβή των εκδοτών, οι πάροχοι δεν θα πρέπει να λαμβάνουν, λόγω της τεχνολογικά δεσπόζουσας θέσης τους, καταχρηστικά μέτρα και αθέμιτες πρακτικές κατά των εκδοτών.
    Η επιτροπή της ΕΕΤΤ θα πρέπει να έχει διαρκή αρμοδιότητα ελέγχου των πρακτικών αυτών μέχρι την προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο για την αμοιβή των εκδοτών και να επιβάλει τις ίδιες κυρώσεις, όπως στην περίπτωση διατάραξης της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών. Γι’ αυτό θα πρέπει να γίνει νομοθετική πρόβλεψη απαγόρευσης ενεργειών από τους παρόχους που καταστρατηγούν το δικαίωμα των εκδοτών, όπως σε άλλες χώρες (Τσεχία).

  • 1 Νοεμβρίου 2022, 18:28 | ΕΝΩΣΗ ΕΚΔΟΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ (ΕΝΕΔ)

    Με το άρθρο 17 καθιερώνεται το δικαίωμα εκδότη Τύπου, το οποίο σύμφωνα με την οδηγία έχει ως σκοπό «…να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του εκδοτικού κλάδου και με τον τρόπο αυτόν να εξασφαλιστεί η διαθεσιμότητα αξιόπιστων πληροφοριών.» Διότι είναι παγκόσμιο και όχι μόνον ελληνικό φαινόμενο οι μεγάλες πλατφόρμες να καρπώνονται, σε βάρος των εκδοτών, το συντριπτικά μεγαλύτερο μερίδιο διαφημιστικών εσόδων σε σχέση με τη χρήση και εκμετάλλευση του ειδησεογραφικού περιεχομένου στο διαδίκτυο.

    Σε όσες χώρες ενσωματώθηκε το δικαίωμα του εκδότη Τύπου, οι μεγάλες πλατφόρμες και ιδίως η google και η meta (facebook), αρνήθηκαν να διαπραγματευθούν με τους εκδότες τύπου ή προέβησαν σε καταχρηστικές πρακτικές, εκμεταλλευόμενες την δεσπόζουσα θέση στην αγορά, αναγκάζοντας τους εκδότες σε κάποιες χώρες (ενδεικτικά Γερμανία) να παραχωρήσουν την άδειά τους άνευ ή έναντι ελάχιστης αμοιβής. Τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία επενέβη η αρχή ανταγωνισμού, ενώ στην Αυστραλία υιοθετήθηκε νομοθεσία στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Γι’ αυτό πληθαίνουν οι χώρες (Ιταλία, Βέλγιο, Τσεχία, Γαλλία) που πλέον δεν αρκούνται σε όσα προβλέπει η οδηγία αλλά υιοθετούν πρόσθετες υποχρεώσεις και διαδικασίες ενημέρωσης, διαπραγμάτευσης, διαιτησίας και αποτροπής καταχρηστικών πρακτικών.

    Είναι πολύ θετικό ότι το νομοσχέδιο κατ’ αρχήν κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση. Όμως ορισμένα κρίσιμα θέματα ρυθμίζονται ατελώς με αποτέλεσμα να καθίσταται αμφίβολη η επίτευξη του σκοπού του νομοθέτη, ήτοι η εξισορρόπηση της διαπραγματευτικής δύναμης των εκδοτών τύπου απέναντι στις μεγάλες πλατφόρμες και ο καθορισμός μέσω συμβάσεων ή δικαστικής απόφασης δίκαιης αμοιβής για την χρήση του ειδησεογραφικού περιεχομένου σε σύντομο χρονικό διάστημα.

    Ειδικότερα προτείνουμε τα ακόλουθα:

    1. Στην παράγραφο 4 του αρ.17 να διευκρινιστεί ότι οι δημιουργοί έργων θα λαμβάνουν ποσοστό επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων, μετά την αφαίρεση δηλαδή πάσης φύσεως συναφών εξόδων, που αποκομίζουν οι εκδότες τύπου για τη χρήση των εκδόσεων τύπου από παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.

    Επίσης, ως προς την αμοιβή των πνευματικών δημιουργών προτείνουμε η αμοιβή τους να ανέρχεται σε 20% επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων των εκδοτών, οι επιχειρήσεις των οποίων απασχολούν λιγότερο από το 60% των δημιουργών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σε 10% επί των ετήσιων προς διανομή εσόδων των εκδοτών, οι επιχειρήσεις των οποίων υπερβαίνουν το ανωτέρω ποσοστό απασχολούμενων με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

    2. Στην παράγραφο 5 αρχικά είναι απαραίτητο να προβλεφθεί πως εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα εντός 30 ημερών από την ισχύ του παρόντος άρθρου, θα πρέπει να συγκροτηθεί η επιτροπή, η οποία θα πρέπει να έχει μόνιμο και διαρκή χαρακτήρα.

    Προτείνεται η τακτική επιτροπή να είναι 5μελής, υπό την αιγίδα της Ε.Ε.Τ.Τ. Στην τακτική αυτή επιτροπή, εκτός από τους εκπροσώπους της Ε.Ε.Τ.Τ., θα πρέπει να συμμετέχουν εκπρόσωποι της Επιτροπής Ανταγωνισμού, του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας και εμπειρογνώμονες. Η τεχνογνωσία της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι απαραίτητη αφού η στρέβλωση του ανταγωνισμού είναι δεδομένη λόγω της δεσπόζουσας, αν όχι μονοπωλιακής θέσης που έχουν πολλές από τις πλατφόρμες στην αγορά. Και η τεχνογνωσία του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας είναι απαραίτητη αφού αντικείμενο της διαφοράς είναι δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (συγγενικά δικαιώματα). Τέλος η παρουσία εμπειρογνωμόνων στην επιτροπή θα συνεισφέρει τεχνογνωσία σχετικά με την λειτουργία των πλατφορμών, τους τρόπους χρήσης ειδησεογραφικού περιεχομένου και τη λειτουργία της διαφημιστικής αγοράς στο διαδίκτυο.

    Η επιτροπή αυτή, αμέσως μετά την συγκρότησή της, ως πλέον αρμόδια, εισηγείται εντός 60 ημερών από την σύσταση της προς την ολομέλεια της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) τα αναγκαία για την έκδοση του Κανονισμού με αντικείμενο:

    α. τον καθορισμό των κριτηρίων για τον προσδιορισμό της εύλογης αμοιβής των εκδοτών τύπου από τους παρόχους των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας

    β. όλων των στοιχείων που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό της αμοιβής

    γ. τη διαδικασία καθορισμού ύψους της αμοιβής των εκδοτών Τύπου σε περίπτωση που τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν έλθουν σε συμφωνία, καθώς επίσης θα επιλύει γενικά τις διαφορές των δύο μερών ως προς το ύψος της αμοιβής και της καταβολής αυτής.

    Ειδικότερα:

    -Ως προς τα κριτήρια για τον καθορισμό της αμοιβής, θα πρέπει σε αυτά που ενδεικτικά αναφέρει το νομοσχέδιο να συμπεριλαμβάνονται οι επενδύσεις σε τεχνικό και οικονομικό επίπεδο που γίνονται από τους εκδότες Τύπου.

    Επίσης στα αναφερόμενα στον νομοσχέδιο ενδεικτικά κριτήρια συμπεριλαμβάνονται και «τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από τις δημοσιεύσεις και για τα δύο μέρη όσον αφορά την προβολή και τα διαφημιστικά έσοδα». Όμως τα οικονομικά οφέλη που αποκομίζει ο εκδότης από την εκμετάλλευση του δικού του ειδησεογραφικού περιεχομένου δεν έχουν καμία σχέση με την αμοιβή που οφείλει ο πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου (πλατφόρμες) για τη χρήση του περιεχομένου των εκδοτών τύπου. Επιπλέον είναι πρακτικά αδύνατον για τον εκδότη Τύπου να συσχετίσει ποιο μέρος των δικών του εσόδων οφείλεται σε δραστηριότητα των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Συνεπώς το συγκεκριμένο κριτήριο θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά τα οικονομικά οφέλη των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Περαιτέρω θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι στα οικονομικά οφέλη περιλαμβάνονται και τα έμμεσα οφέλη, όπως πχ η οικονομική αξία των μεταδεδομένων των επισκεπτών ειδησεογραφικού περιεχομένου.

    -Ως προς τα αναγκαία στοιχεία, θα πρέπει κατ’ αρχήν να προβλεφθεί στο νόμο η υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας να παρέχουν στους εκδότες Τύπου τα οικονομικά και άλλα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό της αμοιβής και παράλληλα να εξουσιοδοτείται ο Κανονισμός να εξειδικεύσει τα στοιχεία και τη διαδικασία παροχής των στοιχείων. Η διαδικασία παροχής των στοιχείων θα πρέπει να είναι μέρος της διαδικασίας διαπραγματεύσεων και να προηγείται της διαδικασίας υποβολής οικονομικών προτάσεων προς την Επιτροπή. Διαφορετικά οι εκδότες Τύπου δεν θα είναι σε θέση να υποβάλουν πρόταση είτε στις διαπραγματεύσεις είτε στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής εάν δεν έχουν προηγουμένως πρόσβαση στα οικονομικά και άλλα στοιχεία που προσδιορίζουν την αξία της χρήσης του περιεχομένου τους για τις πλατφόρμες.

    3. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας μεταξύ εκδοτών Τύπου και πλατφορμών η διαδικασία ενώπιον της ΕΕΤΤ ολοκληρώνεται με την έκδοση σύμφωνα με το νομοσχέδιο εμπιστευτικής γνωμοδότησης. Κατά πρώτον ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της γνωμοδότησης την καθιστά πρακτικά παντελώς ατελέσφορη, αφού δεν θα μπορούν τα μέρη να την επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων. Αφετέρου ζητούμενο είναι ο δεσμευτικός χαρακτήρας της απόφασης της Επιτροπής ώστε να διασφαλίζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα η καταβολή της δίκαιης αμοιβής των εκδοτών τύπου. Προτείνουμε η απόφαση της επιτροπής να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και να είναι άμεσα εκτελεστή μέχρι να επιλυθεί οριστικά η διαφορά από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.

    4. Αναφορικά με τυχόν καταχρηστικές πρακτικές των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει υποχρεώσεις των παρόχων και σχετικές κυρώσεις μόνον αναφορικά με την αθέμιτη διατάραξη της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών τύπου. Όμως οι καταχρηστικές πρακτικές μπορούν να αφορούν οποιοδήποτε θέμα της συνεργασίας εκδοτών τύπου με τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου. Μία από τις συνηθέστερες πρακτικές της Google είναι η επιδίωξη κατακερματισμού της αγοράς με την επιλεκτική προσφορά σε ορισμένους μόνον εκδότες τύπου συνεργασίας για την παροχή και επιμέλεια περιεχομένου και αποκλείοντας άλλους εκδότες (υπηρεσία Google News Showcase). Οι συμφωνίες συνεργασίας προβλέπουν σημαντικά οικονομικά ανταλλάγματα για την συντακτική επιμέλεια και παροχή περιεχομένου και ελάχιστο ποσό για την αμοιβή του νέου συγγενικού δικαιώματος. Προτείνουμε να επεκταθεί το πεδίο της συγκεκριμένης διάταξης ώστε να καταλαμβάνει όλες τις αθέμιτες πρακτικές κατά το πρότυπο του πρόσφατου αντίστοιχου νόμου της Τσεχίας:

    Ο πάροχος μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας υποχρεούται να μην ενεργεί κατά τρόπο που να καταστρατηγεί το δικαίωμα του εκδότη στην έντυπη έκδοσή του, ιδίως με: α) να αρνείται να διαπραγματευτεί καλόπιστα για την παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης περιεχομένου εκδόσεων τύπου, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής εύλογης αμοιβής για τη χρήση αυτή, β) να περιορίζει ή ρυθμίζει αυθαίρετα μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας κατά τρόπο που να δημιουργεί διακρίσεις, ώστε να αποκλείεται η ανάγκη λήψης άδειας για την άσκηση του δικαιώματος χρήσης μιας δημοσίευσης στον τύπο από συγκεκριμένο εκδότη, χωρίς να υπάρχει εύλογος λόγος για τον εν λόγω περιορισμό ή ρύθμιση- η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται μόνο εάν ο πάροχος υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά της υπηρεσίας την οποία περιόρισε ή ρύθμισε σύμφωνα με την προηγούμενη πρόταση, γ) έκανε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του στην αγορά προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα άσκησης του δικαιώματος χρήσης μιας έντυπης έκδοσης με όρους αδικαιολόγητα δυσμενείς για τον εκδότη δ) δεν διατηρεί την ορατότητα του περιεχομένου των εκδοτών τύπου στα αποτελέσματα αναζήτησής του σε όλα τα στάδια διαπραγμάτευσης σχετικά με την καταβολή κατάλληλης αμοιβής για την υπό κρίση χρήση.

  • 1 Νοεμβρίου 2022, 17:12 | Μπάλλας, Πελεκάνος & Συνεργάτες Α.Ε.Δ.Ε.

    1. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 57 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/790, τα δικαιώματα που χορηγούνται στους εκδότες τύπου δεν θα πρέπει επίσης να επεκτείνονται σε απλά γεγονότα που αναφέρονται στα δημοσιεύματα του τύπου. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν εντάσσεται στις προβλεπόμενες δια του παρόντος άρθρου εξαιρέσεις.

    Η προσθήκη σαφούς επεξήγησης σχετικά με την εξαίρεση των «πολύ σύντομων αποσπασμάτων» είναι χρήσιμη καθώς θέτει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή πράξεων διάθεσης στο κοινό εκδόσεων τύπου στις εξαιρέσεις του νέου άρθρου 51Β παρ. 2 του ν. 2121/1993. Θα ήταν χρήσιμη η προσθήκη αντίστοιχων ορισμών για τις εξαιρέσεις της «ιδιωτικής ή μη εμπορικής χρήσης εκδόσεων τύπου από μεμονωμένους χρήστες» ή/και της «πράξης τοποθέτησης υπερσυνδέσμων».

    2. Σύμφωνα με το νέο άρθρο 51Β παρ. 5 του ν. 2121/1993, τόσο η Επιτροπή της ΕΕΤΤ όσο και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν όλα τα αναγκαία οικονομικά στοιχεία για την έκδοση γνωμοδότησης σχετικά με το εύλογο ύψος της αμοιβής των εκδοτών τύπου από τους παρόχους, καθώς και για την έκδοση προσωρινής Δικαστικής Απόφασης για τον προσδιορισμό της αμοιβής. Προτείνεται η προσθήκη διάταξης με την οποία θα διασαφηνίζεται το είδος των απαιτούμενων οικονομικών στοιχείων, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.

  • 1 Νοεμβρίου 2022, 15:24 | ΟΣΔ ΑΘΗΝΑ

    Το καθοριζόμενο από το νομοσχέδιο ύψος της αμοιβής, η οποία απονέμεται με την εν λόγω διάταξη στους δημιουργούς, είναι εξαιρετικά χαμηλό, ιδίως αν αναλογισθεί κανείς το πλήθος των κατηγοριών των δημιουργών, τα έργα των οποίων ενσωματώνονται στις υπό ρύθμιση δημοσιογραφικές εκδόσεις. Συναφώς, είναι χαρακτηριστικό ότι το 15%, στο οποίο είναι βέβαιο ότι οι εκδότες θα επιχειρήσουν να καθηλώσουν την αμοιβή των δημιουργών, υπολείπεται κατά το ήμισυ και πλέον του αντίστοιχου ποσοστού που απονέμεται στους δημιουργούς και τους δικαιούχους των συγγενικών δικαιωμάτων δυνάμει της διάταξης του άρθρου 87k παρ. 1 του γερμανικού νόμου που καθορίζει το εύλογο ύψος της εν λόγω αμοιβής τουλάχιστον στο ένα τρίτο των απολαβών του εκδότη τύπου από το δικαίωμα του άρθρου 87g (87k Beteiligungsanspruch (1) Der Urheber sowie der Inhaber von Rechten an anderen nach diesem Gesetz geschützten Schutzgegenständen sind an den Einnahmen des Presseverlegers aus der Nutzung seiner Rechte nach § 87g Absatz 1 angemessen, mindestens zu einem Drittel, zu beteiligen).
    Κατά τα λοιπά, στην παράγραφο 4 δεν προβλέπεται μηχανισμός κατανομής της αμοιβής, η οποία απονέμεται με την εν λόγω διάταξη στους δημιουργούς, μεταξύ των ΟΣΔ που τους εκπροσωπούν νόμιμα. Νομοτεχνικώς, προτείνεται η υιοθέτηση και στην διάταξη αυτή του μηχανισμού κατανομής που ήδη προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 5Α (άρθρο 33 του νομοσχεδίου).

  • 1. Στην παρ. 4 του άρθρ. 51Β του Ν. 2121 (εισάγεται με το άρθρ. 17 νομοσχεδίου) εισάγεται το ανεκχώρητο του δικαιώματος για τους δημιουργούς- δημοσιογράφους. Θα πρέπει να προστεθεί όμως ότι η από μέρους των δημιουργών είσπραξη της αμοιβής γίνεται υποχρεωτικά από οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης. Περαιτέρω, δεν περιλαμβάνονται, και σωστά, οι εκδότες γιατί δεν παρίσταται ανάγκη ανάλογης προστασίας. Επειδή όμως ο νόμος εξαρτά το δικαίωμα των δημιουργών/δημοσιογράφων από το δικαίωμα των εκδοτών θα πρέπει να γίνει σαφές ότι δεν θα μπορούν οι εκδότες να αντιτάξουν στους δημοσιογράφους ότι έχουν εκχωρήσει το δικαίωμα τους σε άλλους τρίτους, εκτός Οργανισμών Συλλογικής Διαχείρισης, και να πρέπει κατά συνέπεια οι Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης των δημοσιογράφων να τα αναζητήσουν από τρίτους. Ως εκ τούτου θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η τυχόν εκχώρηση ή άλλη επιβάρυνση του δικαιώματος του εκδότη δεν απαλλάσσει αυτόν από την υποχρέωση προς τους δημιουργούς-δημοσιογράφους.
    2. Α. Όσον αφορά την παράγραφο 5 του άρθρου 51Β (εισάγεται με το άρθρο 17 νομοσχεδίου) θα ήταν ορθότερο και νομικά ασφαλέστερο τα κριτήρια της αμοιβής των εκδοτών να ορίζονται ευθέως εκ του νόμου προς αποφυγή αέναων δικαστικών διενέξεων που θα καθιστούσαν ανενεργή την εφαρμογή του. Κατά συνέπεια η παράγραφος 5 , όσον αφορά τα κριτήρια, αλλά και όσον αφορά την γνωμοδότηση (η οποία ορθότερο είναι να ανατεθεί στον Ο.Π.Ι.) και τον δικαστικό προσδιορισμό της αμοιβής θα πρέπει να διατυπωθεί ως εξής : «Τα κριτήρια σχετικά́ με την αμοιβή́ των εκδοτών από́ τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, είναι η διαδικτυακή́ επισκεψιμότητα των αντικειμένων προστασίας, τα έτη δραστηριοποίησης και το μερίδιο στην αγορά́ των παροχών υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας και των εκδοτών, ο αριθμός των δημοσιογράφων που απασχολούνται σε κάθε εκδότη, καθώς και τα οικονομικά́ οφέλη που προκύπτουν από́ τις δημοσιεύσεις και για τα δυο μέρη όσον αφορά́ την προβολή́ και τα διαφημιστικά́ έσοδα. Τα κριτήρια μπορεί να τροποποιούνται κατά καιρούς με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. Μέχρι την 31η Μαρτίου εκάστου έτους κάθε ενδιαφερόμενο μέρος υποβάλλει έγγραφη αίτηση προς το άλλο την οποία κοινοποιεί στον ΟΠΙ για την έναρξη της διαπραγμάτευσης για τον προσδιορισμό του ύψους της αμοιβής για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Αν εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από́ την υποβολή́ αίτησης για έναρξη της διαπραγμάτευσης από́ ένα από́ τα ενδιαφερόμενα μέρη, δεν επιτευχθεί́ συμφωνία για το ύψος της αμοιβής, κάθε μέρος μπορεί́ καταφύγει εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την άκαρπη πάροδο της προθεσμίας επίτευξης συμφωνίας κατά το παρόν άρθρο, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο δικάζον με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αποφασίζει για τον καθορισμό των αμοιβών με βάση τα ανωτέρω κριτήρια. Το αρμόδιο για τον προσωρινό́ και για τον οριστικό́ προσδιορισμό́ της αμοιβής Δικαστήριο δύναται, κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε διάδικου που μπορεί́ να υποβάλλεται και πριν από́ την ορισθείσα δικάσιμο κατά́ τη διαδικασία του άρθρου 691 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας: (α) να διατάσσει την προσκόμιση των αναγκαίων για τον προσδιορισμό́ της αμοιβής αποδεικτικών στοιχείων από́ τα μέρη και (β) να ρυθμίζει προσωρινά́ τη διατήρηση της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών στα αποτελέσματα αναζήτησης των παρόχων και να εφαρμόζει αναλογικά τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 3 του ν.3959/2011 περί ανταγωνισμού. Η απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου προσβάλλεται εντός εξήντα (60) ημερών από την δημοσίευση της και χωρίς να απαιτείται επίδοση στους αντιδίκους, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Σε περίπτωση που δεν υπάρξει συμφωνία ανάμεσα στα μέρη σύμφωνα με το παρόν άρθρο και από την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών διαπραγμάτευσης για την συμφωνία και μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, ισχύει και εφαρμόζεται η αμοιβή η οποία προσδιορίστηκε για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Σε περίπτωση που τα μέρη επιτύχουν δικαστικό συμβιβασμό και σύμφωνα με τις αντίστοιχες διαδικασίες περατώνεται τυχόν εκκρεμής δίκη ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται. Η καταβολή της αμοιβής στους εκδότες τύπου γίνεται από τους υπόχρεους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών, εντός τριάντα (30) ημερών από την άκαρπη πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την επίτευξη συμφωνία, οπότε και η απαίτηση των εκδοτών τύπου καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Σε περίπτωση παρόδου της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την υποβολή αίτησης για τον προσδιορισμό των αμοιβών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ισχύει οριστικά η συμφωνία του προηγούμενου έτους. Σε περίπτωση που περισσότεροι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης εκπροσωπούν δημιουργούς έργων που έχουν ενσωματωθεί σε έκδοση τύπου, η κατανομή της αμοιβής σε αυτούς γίνεται ανάλογα με τον αριθμό δημιουργών έργων που έχουν ενσωματωθεί σε έκδοση τύπου που εκπροσωπούν. Η καταβολή του ποσοστού που αντιστοιχεί στους δημιουργούς έργων που έχουν ενσωματωθεί σε έκδοση τύπου γίνεται από τους εκδότες των εκδόσεων τύπου, εντός τριάντα (30) ημερών από την καταβολή σε αυτούς εκ μέρους των παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών, οπότε και η απαίτηση των δικαιούχων έργων που έχουν ενσωματωθεί σε έκδοση τύπου καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.».
    Β. Εναλλακτικά αν δεν υιοθετηθούν τα ανωτέρω :
    (α) Θα πρέπει να προβλεφθούν μόνο αποκλειστικές προθεσμίες για έκδοση κανονισμού και λοιπών αποφάσεων της ΕΕΤΤ (ή του ΟΠΙ) και για την υποβολή τυχόν υπομνημάτων.
    (β) αλλαγή εδαφίων της παρ. 5 :
    «Η Επιτροπή́, προς τον σκοπό́ της αποτελεσματικής άσκησης της γνωμοδοτικής αρμοδιότητάς της, με απόφασή́ της ζητά́ από́ οποιοδήποτε από́ τα ενδιαφερόμενα μέρη να της παράσχει όλα τα αναγκαία οικονομικά́ στοιχεία για τον προσδιορισμό́ της ανωτέρω αμοιβής κατά́ τα κριτήρια που προβλέπονται στον Κανονισμό́ του πρώτου εδαφίου και να ρυθμίζει τη διατήρηση της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών στα αποτελέσματα αναζήτησης των παρόχων έως την έκδοση της γνωμοδότησής της. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις του προηγούμενου εδαφίου, η Επιτροπή́ εφαρμόζει αναλογικά τις διατάξεις του άρθρου 38, παρ. 3 του ν.3959/2011 περί ανταγωνισμού.

    Συμπερασματικά για όλη την διαδικασία της παραγράφου 5:
    (α) Να καθορίζει ο νόμος κριτήρια τα οποία μπορεί κατά καιρούς να τροποποιούνται με απόφαση ΥΠΠΟ μετά από γνωμοδότηση (ΕΕΤΤ ή ΟΠΙ).
    (β) τα μέρη μέσα σε αποκλειστική προθεσμία που ορίζει ο νόμος συζητούν και καταλήγουν.
    (γ) Αν δεν καταλήξουν μέσα στην προθεσμία ισχύει η συμφωνία του προηγούμενου έτους μεταβατικά μέχρι την έκδοση απόφασης.
    (δ) Όποιο μέρος ενδιαφέρεται, εντός αποκλειστικής προθεσμίας, καταφεύγει στο δικαστήριο το οποίο με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αποφασίζει. Προσοχή όμως: όχι με προσωρινή ρύθμιση κατάστασης και μετά με οριστική απόφαση αλλά απευθείας με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την διαδικασία όμως των ασφαλιστικών μέτρων και έφεση στο Τριμελές Εφετείο. Μέχρι όμως την τελεσιδικία ισχύει το (γ) και γίνεται διανομή με το (γ). Οπότε η τελεσίδικη απόφαση εν τέλει οδηγεί σε καταβολή διαφορών, κατά περίπτωση. Στην πράξη είναι ότι ισχύει τώρα στο άρθρο 18 του ν.2121/1993.

    3. Το άρθρο 15Β που εισάγεται από το άρθρο 23 του σχεδίου αντικαθίσταται ως εξής:

    «Άρθρο 15Β
    Δικαίωμα ανάκλησης
    
1. Όταν ο δημιουργός έχει συνάψει αποκλειστική́ σύμβαση εκμετάλλευσης ή αποκλειστική́ άδεια εκμετάλλευσης ή σύμβαση μεταβίβασης των περιουσιακών του δικαιωμάτων επί έργου ή άλλου αντικειμένου προστασίας προς τον σκοπό́ της εκμετάλλευσης, έχει δικαίωμα να ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει τη σύμβαση ή την άδεια ή τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων, ή να άρει τον αποκλειστικό́ χαρακτήρα της σύμβασης, όταν δεν λαμβάνει χώρα η εκμετάλλευση συνολικά του έργου αυτού́ ή μέρους των εξουσιών που απορρέουν από αυτό ή άλλου αντικειμένου προστασίας.
2. Το δικαίωμα ανάκλησης ή άρσης του αποκλειστικού́ χαρακτήρα της σύμβασης της παρ. 1 μπορεί́ να ασκηθεί́ μόνο μετά την πάροδο εύλογου χρονικού́ διαστήματος από́ τη σύναψη της συμφωνίας για τη χορήγηση αποκλειστικής άδειας ή τη σύναψη αποκλειστικής σύμβασης ή τη σύμβαση μεταβίβασης των δικαιωμάτων. Ο δημιουργός ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενό́ του και ορίζει εύλογη προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να πραγματοποιηθεί́ η εκμετάλλευση των δικαιωμάτων που αποτελούν αντικείμενο της αποκλειστικής άδειας ή της αποκλειστικής σύμβασης ή της σύμβασης μεταβίβασης.
    
3. Αν το έργο περιλαμβάνει τη συμβολή́ περισσότερων του ενός δημιουργών, η άσκηση του δικαιώματός της παρ. 1 από́ έναν μεμονωμένο δημιουργό́ αποκλείεται όταν η συμβολή́ του δεν είναι σημαντική́, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού́ έργου. Ο περιορισμός αυτός της εφαρμογής της παρ. 1 δεν καταλαμβάνει έργα τα οποία περιλαμβάνονται σε έργα συλλογικά ή συνεργασίας ή σύνθετα, όπως μπορεί να είναι οι εκδόσεις τύπου και τα οποία όμως προστατεύονται και μόνα τους εκτός των έργων αυτών έργων συνεργασίας, των συλλογικών ή σύνθετων έργων.
    4. Το δικαίωμα ανάκλησης δεν εφαρμόζεται στα κινηματογραφικά́ και εν γένει στα οπτικοακουστικά́ έργα, με την εξαίρεση των έργων που αποτελούν μέρος έκδοσης τύπου όπως ορίζεται στο άρθρο 51Β του παρόντος νόμου.
    5. Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται, αν η έλλειψη εκμετάλλευσης οφείλεται κυρίως σε συνθήκες, τις οποίες θα αναμενόταν ευλόγως να άρει ο δημιουργός.
    6. Οποιαδήποτε συμβατική́ διάταξη παρεκκλίνει από́ τον μηχανισμό́ ανάκλησης που προβλέπεται στην παρ. 1 είναι έγκυρη, μόνο εφόσον βασίζεται σε συμφωνία που προκύπτει από́ συλλογικές διαπραγματεύσεις.».

    4. Στο άρθρο 18 του ν.2121/1993, ως ισχύει, η παρ. 9 η οποία έχει καταστεί αποδεδειγμένα δυσλειτουργική αντικαθίσταται ως εξής:

     Όταν στην ίδια κατηγορία ή υποκατηγορία δικαιούχων υπάρχουν περισσότεροι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και η συμφωνία για τη μεταξύ τους κατανομή του ποσοστού της εύλογης αμοιβής δεν έχει επιτευχθεί μέχρι την 1η Απριλίου εκάστου έτους, η κατανομή των ποσοστών της εύλογης αυτής αμοιβής στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης της κάθε κατηγορίας ή υποκατηγορίας δικαιούχων, ο τρόπος είσπραξης και καταβολής, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια καθορίζεται με απόφαση του ΟΠΙ. Απόφαση επέρχεται αν συμφωνήσει το 67% των υπαρχόντων και νομίμως αδειοδοτημένων οργανισμών συλλογικής διαχείρισης, που εκπροσωπούν την ίδια κατηγορία ή υποκατηγορία δημιουργών. Αν δεν έχει κατατεθεί μέχρι την 1η Απριλίου η συμφωνία στον ΟΠΙ υπογεγραμμένη από το 67% των υπαρχόντων και νομίμως αδειοδοτημένων οργανισμών συλλογικής διαχείρισης, που εκπροσωπούν την ίδια κατηγορία ή υποκατηγορία δημιουργών, εκδίδεται μέχρι την 31η Μαΐου του ιδίου έτους, κατά αποκλειστική προθεσμία, απόφαση του ΟΠΙ που διαμορφώνεται σύμφωνα με τις απόψεις των ενδιαφερόμενων οργανισμών συλλογικής διαχείρισης, την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη, τα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από την έρευνα αγοράς και τις ακολουθούμενες πρακτικές σε διεθνές και κοινοτικό επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό, ο ΟΠΙ υποχρεούται κάθε τρία (3) έτη να προβαίνει σε προσήκουσα έρευνα της αγοράς για να συγκεντρώσει τα αναγκαία στοιχεία τα οποία να είναι διαθέσιμα για την επόμενη τριετία. Η χρηματοδότηση της έρευνας γίνεται κατά 70% από τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης και κατά 30% από τον ΟΠΙ. Η συμμετοχή των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης είναι ανάλογη του ποσοστού συμμετοχής στην εύλογη αμοιβή κατά το αμέσως προηγούμενο ημερολογιακό έτος από το έτος κατά το οποίο γίνεται η έρευνα αγοράς. Κάθε Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης υποχρεούται να προκαταβάλλει στον ΟΠΙ το ποσό το οποίο τους αντιστοιχεί κατά τα ανωτέρω. Σε περίπτωση που αυτό δεν γίνει δύναται αυτό να εισπραχθεί με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης που δεν συμφωνούν με την απόφαση του ΟΠΙ ή με την συμφωνία του 67% των υπαρχόντων και νομίμως αδειοδοτημένων οργανισμών συλλογικής διαχείρισης, που εκπροσωπούν την ίδια κατηγορία ή υποκατηγορία δημιουργών εφόσον ανήκουν στην εκπροσωπούν δημιουργούς της συγκεκριμένης κατηγορίας ή υποκατηγορίας που αφορά η απόφαση ή η συμφωνία, μπορούν να ζητήσουν από το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάζον, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να καθορίσει άλλη κατανομή. Οι οφειλέτες όμως υποχρεούνται να καταβάλουν στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης την εύλογη αμοιβή με βάση την απόφαση του ΟΠΙ ή την συμφωνία και ο ΟΠΙ να καταβάλλει στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης σύμφωνα με την απόφαση του ή με την συμφωνία. Η καταβολή από τους οφειλέτες συνεπάγεται την εξόφληση και ελευθέρωσή τους.

    5. Όσον αφορά την τροποποίηση του άρθρου 18 ν. 2121 σχετικά με τον υπολογισμό της αξίας των τεχνικών μέσων για τα οποία καταβάλλεται εύλογη αμοιβή προτείνουμε να απαλειφθεί.

  • 1. Στην παρ. 4 του άρθρ. 51Β του Ν. 2121 (εισάγεται με το άρθρ. 17 νομοσχεδίου) εισάγεται το ανεκχώρητο του δικαιώματος για τους δημιουργούς- δημοσιογράφους. Θα πρέπει να προστεθεί όμως ότι η από μέρους των δημιουργών είσπραξη της αμοιβής γίνεται υποχρεωτικά από οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης. Περαιτέρω, δεν περιλαμβάνονται, και σωστά, οι εκδότες γιατί δεν παρίσταται ανάγκη ανάλογης προστασίας. Επειδή όμως ο νόμος εξαρτά το δικαίωμα των δημιουργών/δημοσιογράφων από το δικαίωμα των εκδοτών θα πρέπει να γίνει σαφές ότι δεν θα μπορούν οι εκδότες να αντιτάξουν στους δημοσιογράφους ότι έχουν εκχωρήσει το δικαίωμα τους σε άλλους τρίτους, εκτός Οργανισμών Συλλογικής Διαχείρισης, και να πρέπει κατά συνέπεια οι Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης των δημοσιογράφων να τα αναζητήσουν από τρίτους. Ως εκ τούτου θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η τυχόν εκχώρηση ή άλλη επιβάρυνση του δικαιώματος του εκδότη δεν απαλλάσσει αυτόν από την υποχρέωση προς τους δημιουργούς-δημοσιογράφους.
    2. Α. Όσον αφορά την παράγραφο 5 του άρθρου 51Β (εισάγεται με το άρθρο 17 νομοσχεδίου) θα ήταν ορθότερο και νομικά ασφαλέστερο τα κριτήρια της αμοιβής των εκδοτών να ορίζονται ευθέως εκ του νόμου προς αποφυγή αέναων δικαστικών διενέξεων που θα καθιστούσαν ανε-νεργή την εφαρμογή του. Κατά συνέπεια η παράγραφος 5 , όσον αφορά τα κριτήρια, αλλά και όσον αφορά την γνωμοδότηση (η οποία ορθότερο είναι να ανατεθεί στον Ο.Π.Ι.) και τον δικαστικό προσδιορισμό της αμοιβής θα πρέπει να διατυπωθεί ως εξής : «Τα κριτήρια σχετικά́ με την αμοιβή́ των εκδοτών από́ τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, είναι η διαδικτυακή́ επισκεψιμότητα των αντικειμένων προστασίας, τα έτη δραστηριοποίησης και το μερίδιο στην αγορά́ των παροχών υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας και των εκδοτών, ο αριθμός των δημοσιογράφων που απασχολούνται σε κάθε εκδότη, καθώς και τα οικονομικά́ οφέλη που προκύπτουν από́ τις δημοσιεύσεις και για τα δυο μέρη όσον αφορά́ την προβολή́ και τα διαφημιστικά́ έσοδα. Τα κριτήρια μπορεί να τροποποιούνται κατά καιρούς με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. Μέχρι την 31η Μαρτίου εκάστου έτους κάθε ενδιαφερόμενο μέρος υποβάλλει έγγραφη αίτηση προς το άλλο την οποία κοινοποιεί στον ΟΠΙ για την έναρξη της διαπραγμάτευσης για τον προσδιορισμό του ύψους της αμοιβής για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Αν εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από́ την υποβολή́ αίτησης για έναρξη της διαπραγμάτευσης από́ ένα από́ τα ενδιαφερόμενα μέρη, δεν επιτευχθεί́ συμφωνία για το ύψος της αμοιβής, κάθε μέρος μπορεί́ καταφύγει εντός αποκλειστικής προθε-σμίας τριάντα (30) ημερών από την άκαρπη πάροδο της προθεσμίας επίτευξης συμφωνίας κατά το παρόν άρθρο, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο δικάζον με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αποφασίζει για τον καθορισμό των αμοιβών με βάση τα ανωτέρω κριτήρια. Το αρμόδιο για τον προσωρινό́ και για τον οριστικό́ προσδιορισμό́ της αμοιβής Δικαστήριο δύναται, κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε διάδικου που μπορεί́ να υποβάλλεται και πριν από́ την ορισθείσα δικάσιμο κατά́ τη διαδικασία του άρθρου 691 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας: (α) να διατάσσει την προσκόμιση των αναγκαίων για τον προσδιορισμό́ της αμοιβής αποδεικτικών στοιχείων από́ τα μέρη και (β) να ρυθμίζει προσωρινά́ τη διατήρηση της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών στα αποτελέσματα αναζήτησης των παρόχων και να εφαρμόζει αναλογικά τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 3 του ν.3959/2011 περί ανταγωνισμού. Η απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου προσβάλλεται εντός εξήντα (60) ημερών από την δημοσίευση της και χωρίς να απαιτείται επίδοση στους αντιδίκους, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Σε πε-ρίπτωση που δεν υπάρξει συμφωνία ανάμεσα στα μέρη σύμφωνα με το παρόν άρθρο και από την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών διαπραγμάτευσης για την συμφωνία και μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, ισχύει και εφαρμόζεται η αμοιβή η οποία προσδιορίστηκε για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Σε περίπτωση που τα μέρη επιτύχουν δικαστικό συμβιβασμό και σύμφωνα με τις αντίστοιχες διαδικασίες περατώνεται τυχόν εκκρεμής δίκη ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται. Η καταβολή της αμοιβής στους εκδότες τύπου γίνεται από τους υπόχρεους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών, εντός τριάντα (30) ημερών από την άκαρπη πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την επίτευξη συμφωνία, οπότε και η απαίτηση των εκδοτών τύπου καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Σε περίπτωση παρόδου της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την υποβολή αίτησης για τον προσδιορισμό των αμοιβών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ισχύει οριστικά η συμφωνία του προηγούμενου έτους. Σε περίπτωση που περισσότεροι οργανισμοί συλ-λογικής διαχείρισης εκπροσωπούν δημιουργούς έργων που έχουν ενσωματωθεί σε έκδοση τύπου, η κατανομή της αμοιβής σε αυτούς γίνεται ανάλογα με τον αριθμό δημιουργών έργων που έχουν ενσωματωθεί σε έκδοση τύπου που εκπροσωπούν. Η καταβολή του ποσοστού που αντιστοιχεί στους δημιουργούς έργων που έχουν ενσωματωθεί σε έκδοση τύπου γίνεται από τους εκδότες των εκδόσεων τύπου, εντός τριάντα (30) ημερών από την καταβολή σε αυτούς εκ μέρους των παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών, οπότε και η απαίτηση των δικαιούχων έργων που έχουν ενσωματωθεί σε έκδοση τύπου καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.».
    Β. Εναλλακτικά αν δεν υιοθετηθούν τα ανωτέρω :
    (α) Θα πρέπει να προβλεφθούν μόνο αποκλειστικές προθεσμίες για έκδοση κανονισμού και λοιπών αποφάσεων της ΕΕΤΤ (ή του ΟΠΙ) και για την υποβολή τυχόν υπομνημάτων.
    (β) αλλαγή εδαφίων της παρ. 5 :
    «Η Επιτροπή́, προς τον σκοπό́ της αποτελεσματικής άσκησης της γνωμοδοτικής αρμοδιότητάς της, με απόφασή́ της ζητά́ από́ οποιοδήποτε από́ τα ενδιαφερόμενα μέρη να της παράσχει όλα τα αναγκαία οικονομικά́ στοιχεία για τον προσδιορισμό́ της ανωτέρω αμοιβής κατά́ τα κριτήρια που προβλέπονται στον Κανονισμό́ του πρώτου εδαφίου και να ρυθμίζει τη διατήρηση της ορατότητας του περιεχομένου των εκδοτών στα αποτελέσματα αναζήτησης των παρόχων έως την έκδοση της γνωμοδότησής της. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις του προηγούμενου εδαφίου, η Επιτροπή́ εφαρμόζει αναλογικά τις διατάξεις του άρθρου 38, παρ. 3 του ν.3959/2011 περί ανταγωνισμού.

    Συμπερασματικά για όλη την διαδικασία της παραγράφου 5:
    (α) Να καθορίζει ο νόμος κριτήρια τα οποία μπορεί κατά καιρούς να τροποποιούνται με απόφαση ΥΠΠΟ μετά από γνωμοδότηση (ΕΕΤΤ ή ΟΠΙ).
    (β) τα μέρη μέσα σε αποκλειστική προθεσμία που ορίζει ο νόμος συζητούν και καταλήγουν.
    (γ) Αν δεν καταλήξουν μέσα στην προθεσμία ισχύει η συμφωνία του προηγούμενου έτους μεταβατικά μέχρι την έκδοση απόφασης.
    (δ) Όποιο μέρος ενδιαφέρεται, εντός αποκλειστικής προθεσμίας, καταφεύγει στο δικαστήριο το οποίο με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αποφασίζει. Προσοχή όμως: όχι με προσωρινή ρύθμιση κατάστασης και μετά με οριστική απόφαση αλλά απευθείας με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την διαδικασία όμως των ασφαλιστικών μέτρων και έφεση στο Τριμελές Εφετείο. Μέχρι όμως την τελεσιδικία ισχύει το (γ) και γίνεται διανομή με το (γ). Οπότε η τελεσίδικη απόφαση εν τέλει οδηγεί σε καταβολή διαφορών, κατά περίπτωση. Στην πράξη είναι ότι ισχύει τώρα στο άρθρο 18 του ν.2121/1993.

    3. Το άρθρο 15Β που εισάγεται από το άρθρο 23 του σχεδίου αντικαθίσταται ως εξής:

    «Άρθρο 15Β
    Δικαίωμα ανάκλησης

    1. Όταν ο δημιουργός έχει συνάψει αποκλειστική́ σύμβαση εκμετάλλευσης ή αποκλειστική́ άδεια εκμετάλλευσης ή σύμβαση μεταβίβασης των περιουσιακών του δικαιωμάτων επί έργου ή άλλου αντικειμένου προστασίας προς τον σκοπό́ της εκμετάλλευσης, έχει δικαίωμα να ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει τη σύμβαση ή την άδεια ή τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων, ή να άρει τον αποκλειστικό́ χαρακτήρα της σύμβασης, όταν δεν λαμβάνει χώρα η εκμετάλλευση συνολικά του έργου αυτού́ ή μέρους των εξουσιών που απορρέουν από αυτό ή άλλου αντικειμένου προστασίας.
    2. Το δικαίωμα ανάκλησης ή άρσης του αποκλειστικού́ χαρακτήρα της σύμβασης της παρ. 1 μπορεί́ να ασκηθεί́ μόνο μετά την πάροδο εύλογου χρονικού́ διαστήματος από́ τη σύναψη της συμφωνίας για τη χορήγηση αποκλειστικής άδειας ή τη σύναψη αποκλειστικής σύμβασης ή τη σύμβαση μεταβίβασης των δικαιωμάτων. Ο δημιουργός ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενό́ του και ορίζει εύλογη προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να πραγματοποιηθεί́ η εκμετάλλευση των δικαιωμάτων που αποτελούν αντικείμενο της αποκλειστικής άδειας ή της αποκλειστικής σύμβασης ή της σύμβασης μεταβίβασης.

    3. Αν το έργο περιλαμβάνει τη συμβολή́ περισσότερων του ενός δημι-ουργών, η άσκηση του δικαιώματός της παρ. 1 από́ έναν μεμονωμένο δημιουργό́ αποκλείεται όταν η συμβολή́ του δεν είναι σημαντική́, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού́ έργου. Ο περιορισμός αυτός της εφαρμογής της παρ. 1 δεν καταλαμβάνει έργα τα οποία περιλαμβάνονται σε έργα συλλογικά ή συνεργασίας ή σύνθετα, όπως μπορεί να είναι οι εκδόσεις τύπου και τα οποία όμως προστατεύονται και μόνα τους εκτός των έργων αυτών έργων συνεργασίας, των συλλογικών ή σύνθετων έργων.
    4. Το δικαίωμα ανάκλησης δεν εφαρμόζεται στα κινηματογραφικά́ και εν γένει στα οπτικοακουστικά́ έργα, με την εξαίρεση των έργων που αποτελούν μέρος έκδοσης τύπου όπως ορίζεται στο άρθρο 51Β του παρόντος νόμου.
    5. Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται, αν η έλλειψη εκμετάλλευσης οφείλεται κυρίως σε συνθήκες, τις οποίες θα αναμενόταν ευλόγως να άρει ο δημιουργός.
    6. Οποιαδήποτε συμβατική́ διάταξη παρεκκλίνει από́ τον μηχανισμό́ ανάκλησης που προβλέπεται στην παρ. 1 είναι έγκυρη, μόνο εφόσον βασίζεται σε συμφωνία που προκύπτει από́ συλλογικές διαπραγματεύσεις.».

    4. Στο άρθρο 18 του ν.2121/1993, ως ισχύει, η παρ. 9 η οποία έχει καταστεί αποδεδειγμένα δυσλειτουργική αντικαθίσταται ως εξής:

    Όταν στην ίδια κατηγορία ή υποκατηγορία δικαιούχων υπάρχουν περισσότεροι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και η συμφωνία για τη μεταξύ τους κατανομή του ποσοστού της εύλογης αμοιβής δεν έχει επιτευχθεί μέχρι την 1η Απριλίου εκάστου έτους, η κατανομή των ποσοστών της εύλογης αυτής αμοιβής στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης της κάθε κατηγορίας ή υποκατηγορίας δικαιούχων, ο τρόπος είσπραξης και καταβολής, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια καθορίζεται με απόφαση του ΟΠΙ. Απόφαση επέρχεται αν συμφωνήσει το 67% των υπαρχόντων και νομίμως αδειοδοτημένων οργανισμών συλλογικής διαχείρισης, που εκπροσωπούν την ίδια κατηγορία ή υποκατηγορία δημιουργών. Αν δεν έχει κατατεθεί μέχρι την 1η Απριλίου η συμφωνία στον ΟΠΙ υπογεγραμμένη από το 67% των υπαρχόντων και νομίμως αδειοδοτημένων οργανισμών συλλογικής διαχείρισης, που εκπροσωπούν την ίδια κατηγορία ή υποκατηγορία δημιουργών, εκδίδεται μέχρι την 31η Μαΐου του ιδίου έτους, κατά αποκλειστική προθεσμία, απόφαση του ΟΠΙ που διαμορφώνεται σύμφωνα με τις απόψεις των ενδιαφερόμενων οργανισμών συλλογικής διαχείρισης, την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη, τα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από την έρευνα αγοράς και τις ακολουθούμενες πρακτικές σε διεθνές και κοινοτικό επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό, ο ΟΠΙ υποχρεούται κάθε τρία (3) έτη να προβαίνει σε προσήκουσα έρευνα της αγοράς για να συγκεντρώσει τα αναγκαία στοιχεία τα οποία να είναι διαθέσιμα για την επόμενη τριετία. Η χρηματοδότηση της έρευνας γίνεται κατά 70% από τους οργα-νισμούς συλλογικής διαχείρισης και κατά 30% από τον ΟΠΙ. Η συμμετοχή των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης είναι ανάλογη του ποσοστού συμμετοχής στην εύλογη αμοιβή κατά το αμέσως προηγούμενο ημερολογιακό έτος από το έτος κατά το οποίο γίνεται η έρευνα αγοράς. Κάθε Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης υποχρεούται να προκαταβάλλει στον ΟΠΙ το ποσό το οποίο τους αντιστοιχεί κατά τα ανωτέρω. Σε περίπτωση που αυτό δεν γίνει δύναται αυτό να εισπραχθεί με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης που δεν συμφωνούν με την απόφαση του ΟΠΙ ή με την συμφωνία του 67% των υπαρχόντων και νομίμως αδειοδοτημένων οργανισμών συλλογικής διαχείρισης, που εκπροσωπούν την ίδια κατηγορία ή υποκατηγορία δημιουργών εφόσον ανήκουν στην εκπροσωπούν δημιουργούς της συγκεκριμένης κατηγορίας ή υποκατηγορίας που αφορά η απόφαση ή η συμφωνία, μπορούν να ζητήσουν από το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάζον, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να καθορίσει άλλη κατανομή. Οι οφειλέτες όμως υπο-χρεούνται να καταβάλουν στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης την εύλογη αμοιβή με βάση την απόφαση του ΟΠΙ ή την συμφωνία και ο ΟΠΙ να καταβάλλει στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης σύμφωνα με την απόφαση του ή με την συμφωνία. Η καταβολή από τους οφειλέτες συνεπάγεται την εξόφληση και ελευθέρωσή τους.

    5. Όσον αφορά την τροποποίηση του άρθρου 18 ν. 2121 σχετικά με τον υπολογισμό της αξίας των τεχνικών μέσων για τα οποία κατα-βάλλεται εύλογη αμοιβή προτείνουμε να απαλειφθεί.

  • 1 Νοεμβρίου 2022, 10:35 | Google

    Ρόλος της EETT:
    Να γίνει διαγραφή της παραγράφου 5 του άρθρου 17 του σχεδίου νόμου για τους κάτωθι λόγους:
    -Μια ρυθμιστική αρχή δεν πρέπει να παρεμβαίνει σε εμπορικές δραστηριότητες καθώς κάτι τέτοιο παραβιάζει την ελευθερία των συμβάσεων και τα θεμελιώδη δικαιώματα των μερών.
    – Η ρύθμιση του σχεδίου νόμου παραβλέπει την πολυπλοκότητα των σχέσεων παροχής αδείας (licensing relationships) όπου, π.χ., ένας εκδότης μπορεί να προτιμήσει υψηλότερο επίπεδο υπηρεσιών έναντι χαμηλότερης αμοιβής. Παραβλέπει, δηλαδή, το πλαίσιο των εμπορικών σχέσεων και τη διαπραγματευτική δύναμη των μερών.
    – Η ύπαρξη ενός επιπλέον επιπέδου διαδικασιών στις διαπραγματεύσεις για την παροχή αδείας (licensing) θα καθυστερήσει τις εν λόγω διαπραγματεύσεις και τις τυχόν πληρωμές.
    – Η ανεξάρτητη έκθεση “Angelopoulos Report” (σελ. 28) αναφέρει ότι στην Ιταλία «Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι ότι το δικαστήριο θα διατάσσει τη σύναψη σύμβασης. (…) Προκύπτει εδώ πιθανή ασυμβατότητα με το δίκαιο της ΕΕ, στο βαθμό που η ιταλική ενσωμάτωση μετατρέπει ουσιαστικά τα προβλεπόμενα αποκλειστικά δικαιώματα σε δικαιώματα αμοιβής.» Το ίδιο ισχύει και εδώ.
    – Η ρύθμιση του σχεδίου νόμου, είναι μη συνεπής με τον ρόλο της ΕΕΤΤ. Η ρυθμιστική αρχή δεν προορίζεται για να αποφασίζει σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα ή/και την αμοιβή αυτών των δικαιωμάτων.
    – Η παρέμβαση της ΕΕΤΤ πρακτικά μετατρέπει το αποκλειστικό δικαίωμα σε δικαίωμα αμοιβής: ο συνδυασμός της μη ενσωμάτωσης της αιτιολογικής σκέψης 82 (η οποία επιτρέπει άδειες άνευ ανταλλάγματος) με το δικαίωμα ενός μέρους να κινήσει μονομερώς τη διαδικασία ενώπιον της ΕΕΤΤ, εάν δεν συμφωνεί με το ποσό της αμοιβής, θα ισοδυναμεί στην πράξη με de facto υποχρέωση πληρωμής (παρόλο που η γνωμοδότηση της ΕΕΤΤ δεν είναι δεσμευτική, θα χρησιμεύσει ως βάση για περαιτέρω δικαστική δράση: και θα αντιμετωπίζεται ως «τεκμήριο»).
    – Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η επιχειρηματική ελευθερία ισοδυναμεί με το δικαίωμα καθορισμού των όρων παροχής υπηρεσιών (της πλατφόρμας), κάτι που θα ήταν αδύνατο σε περίπτωση που η εύλογη αμοιβή επρόκειτο να καθοριστεί από τρίτο μέρος (Sky Österreich GmbH v Österreichischer Rundfunk, C-283/11).

    Κριτήρια αμοιβής:
    Να διαγραφούν τα Κριτήρια αμοιβής.
    -Η υποχρέωση αμοιβής είναι ξένη προς την Οδηγία (η οποία επιτρέπει άδειες άνευ ανταλλάγματος) και επομένως δεν θα πρέπει καν να ισχύουν κριτήρια αμοιβής.

    Χρόνος διαπραγματεύσεων:
    Να διαγραφεί ο Χρόνος διαπραγματεύσεων.
    -Ο καθορισμός χρονικού πλαισίου για τις διαπραγματεύσεις παραβλέπει τις διαφορετικές αποχρώσεις σε διαφορετικούς τύπους διαπραγματεύσεων (μερικές μπορεί να διαρκούν πολύ περισσότερο από άλλες).

    Αίτημα της ΕΕΤΤ για οικονομικά στοιχεία:
    Να διαγραφεί.
    – Η υποχρέωση κοινοποίησης δεδομένων έρχεται σε αντίθεση με την Οδηγία (EUCD), ειδικά εάν δεν συνοδεύεται από εγγυήσεις εμπιστευτικότητας και προστασίας ιδιοκτησιακών και άλλων δικαιωμάτων σε δεδομένα.

    Διατήρηση ορατότητας μέχρι την έκδοση γνωμοδότησης:
    Να διαγραφεί.
    -Πρόκειται για οιονεί (επειδή είναι προσωρινή) υποχρέωση “must-carry”, η οποία είναι ξένη με την Οδηγία (EUCD) και με το πλαίσιο των πνευματικών δικαιωμάτων γενικότερα (τα δικαιώματα δεν παρέχουν την εξουσία επιβολής χρήσης).
    – Αυτό είναι πολύ ασαφές και δημιουργεί αβεβαιότητα, καθώς δεν διευκρινίζει ποιες είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση μιας απόφασης “must-carry” από την ΕΕΤΤ, η οποία θα εκδίδεται κατά «διακριτική ευχέρεια» και μπορεί να καταλήξει σε παραβιάσεις του ανταγωνισμού.
    – Ενημερώνουμε τα προϊόντα μας χιλιάδες φορές το χρόνο για να διασφαλίσουμε ότι λειτουργούν καλά και ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες συνήθειες και απαιτήσεις των χρηστών και των καταναλωτών. Η αποτροπή μας από το να το κάνουμε αυτό διατάσσοντας τη διατήρηση της ορατότητας αποτελεί σοβαρή παραβίαση της επιχειρηματικής μας ελευθερίας.