Άρθρο 37

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 368 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.»

2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 370 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Τους πραγματογνώμονες μπορεί να τους αντικαταστήσει για εύλογη αιτία το δικαστήριο που τους διόρισε με αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επόμενα.»

  • 13 Μαρτίου 2011, 13:01 | Αντώνης Μπιλίσης
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 20  0

    ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

    Για την επιτάχυνση της διαδικασίας επιβάλλεται:
    α) η έκδοση μόνον στο ακροατήριο της απόφασης που διατάσσει πραγματογνωμοσύνη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο και το αργότερο εντός 30 ημερών από τη συζήτηση στο Μονομελές και το Ειρηνοδικείο, β) η κατάργηση του θεσμού της μετ’ απόδειξη συζήτησης ώστε να εκδίδεται η οριστική απόφαση από το δικαστή ή την σύνθεση που διέταξε την πραγματογνωμοσύνη γ) η κατάργηση του αρ. 250 Κ.Πολ.Δ. που δίνει το δικαίωμα στο Δικαστήριο ν’ αναβάλλει την έκδοση απόφασης μέχρι τη αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας και δ) η εκκαθάριση του αιτήματος επίδειξης εγγράφων στο ακροατήριο. Ειδικότερα :

    — Ι—
    Το ισχύον καθεστώς που ρυθμίζει το αποδεικτικό μέσο της διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης ( αρ. 368 – 392 Κ.Πολ.Δ.) αποτελεί στην πράξη έναν από τους συνηθέστερους παράγοντες δημιουργίας αδικαιολόγητης καθηστέρησης στην έκδοση της απόφασης. Για τον λόγο αυτόν πρέπει να γίνουν οι εξής τροποποιήσεις στην κατεύθυνση της επιτάχυνσης αλλά και στα πλαίσια της γενικότερης βελτίωσης του θεσμού :
    (α) Στις δίκες ενώπιον του Πολυμελών Πρωτοδικείων ( όπου το δικαστήριο έχει λάβει γνώση των έγγραφων αποδεικτικών μέσων πριν τη συζήτηση), η απόφαση που διατάσσει πραγματογνωμοσύνη πρέπει ν’ απαγγέλλεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρείται στα πρακτικά. Στις δίκες ενώπιον των Μονομελών Πρωτοδικείων ο Δικαστής ( που δεν έχει εκ των προτέρων γνώση των προτάσεων και των αποδεικτικών μέσων των διαδίκων) μπορεί να διατάξει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και μετά τη συζήτηση,το αργότερο εντός 30 ημερών, με σημείωμά του το οποίο παραδίδεται στους διαδίκους ή στους δικαστικούς πληρεξουσίους τους επί αποδείξει με μέριμνα της γραμματείας.
    β) Η κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης γνωστοποιείται με ευθύνη της γραμματείας στους διαδίκους ή τους δικαστικούς πληρεξουσίους τους. Εντός 30 ημερών από την γνωστοποίηση αυτή οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν στη γραμματεία δικόγραφο σχολιασμού της καθώς και έγγραφα τα οποία ενισχύουν ή αποδυναμώνουν το πόρισμά της. Με το πέρας της προθεσμίας αυτής κλείνει ο φάκελος της υπόθεσης και η δικογραφία διαβιβάζεται στο δικαστή ή στον εισηγητή της σύνθεσης που δίκασε την υπόθεση και χωρίς να προσδιοριστεί μετ’ απόδειξη συζήτηση εκδίδεται απόφαση. Είναι παράλογο και ιδιαίτερα χρονοβόρο να επιλαμβάνεται άλλη σύνθεση.

    — ΙΙ —
    Το αρ. 250 Κ.Πολ.Δ. θα είχε λόγο ύπαρξης αν οι ποινικές υποθέσεις εκκαθαρίζονταν σχετικά σύντομα κάτι που δεν ισχύει. Έτσι σήμερα έχει καταλήξει να είναι τροχοπέδη στην έκδοση των πολιτικών αποφάσεων στις περισσότερες από τις υποθέσεις που αφορούν αγωγές αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας κατά της περιουσίας ή της προσωπικότητας, οι οποίες καλύπτουν πολύ μεγάλο μέρος των πολιτικών δικών. Και τούτο διότι οι αγωγές αυτές συνοδεύονται συνήθως από μηνύσεις οι οποίες κάνουν πολλά χρόνια για να εκκαθαριστούν και τα Δικαστήρια κάνουν υπερβολική χρήση της διατάξεως διότι απαλλάσσονται από την έκδοση απόφασης. Άλλωστε οι διατάξεις για την αναψηλάφιση επιλύουν το πρόβλημα της αστοχίας της απόφασης του πολιτικού Δικαστηρίου.

    — ΙΙΙ —
    Επιβάλλεται η εκκαθάριση του αιτήματος επίδειξης εγγράφων στο ακροατήριο με την έκδοση σχετικής διάταξης του δικαστή αν το δέχεται ή το απορρίπτει μετά από διαβούλευση με τις διάδικες πλευρές για το ζήτημα αυτό. Έτσι και η διαδικασία θα επιταχυνθεί και ο θεσμός θα καταστεί πράγματι χρήσιμος για την απόδειξη. Ειδικότερα, ο δικαστής με ερωτήσεις του διευκρινίζει αν έχει ο αντίδικος του αιτούντα το έγγραφο στη διάθεσή του καθώς και τα στοιχεία που το προσδιορίζουν κι επιτρέπει προς τούτο και ερωτήσεις στο Δικηγόρο του αιτούντα.