Άρθρο 22

1. Το άρθρο 224 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.»

2. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 226 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Ελλείψεις ή σφάλματα του πινακίου, ως προς τα στοιχεία των διαδίκων, των εκδικαζόμενων υποθέσεων και τη σήμανσή του, συμπληρώνονται κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ύστερα από προφορική αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου.»

3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 233 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Εάν αντικείμενο της δίκης είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, για την οποία επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός, και οι διάδικοι δικάζονται αντιμωλία, το δικαστήριο επιχειρεί συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Η απόπειρα συμβιβασμού μπορεί να γίνει μετά την έναρξη της συζήτησης και καθ΄ όλη τη διάρκειά της, σε κάθε στάση της δίκης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Για το σκοπό αυτό το δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη συζήτηση της υπόθεσης που εκφωνήθηκε, αφού εκδικάσει τις υπόλοιπες υποθέσεις του πινακίου, ή να διακόψει τη συζήτησή της για άλλη ημέρα και ώρα. Η συνεχιζόμενη συζήτηση μπορεί να λάβει χώρα σε οποιαδήποτε αίθουσα ή και γραφείο του οικείου δικαστικού καταστήματος, που ορίζεται με προφορική ανακοίνωση του δικαστηρίου καταχωριζόμενη στα πρακτικά. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να αναβάλει μία φορά τη συζήτηση για την αμέσως επόμενη δικάσιμο του ίδιου δικαστή ή της ίδιας πολυμελούς συνθέσεως, διατάσσοντας και την αυτοπρόσωπη εμφάνιση διαδίκου ή την προσκομιδή ειδικού πληρεξουσίου κατ΄ άρθρο 98 περίπτωση β. Οι ανακοινώσεις του δικαστηρίου για τη διακοπή ή αναβολή της συζήτησης επέχουν θέση κλήτευσης όλων των παρισταμένων διαδίκων.»

4. Στο άρθρο 233 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθενται παράγραφοι 3 και 4 ως εξής:

«3. Εάν η απόπειρα αποτύχει, η συζήτηση της υπόθεσης συνεχίζεται κανονικά. Οι επισημάνσεις ή οι προτάσεις του δικαστηρίου, οι θέσεις που έλαβαν οι διάδικοι και οι τυχόν υποχωρήσεις τους κατά την προσπάθεια επίτευξης του συμβιβασμού δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης και δεν επηρεάζουν την έκβαση της δίκης. Στα πρακτικά αναφέρεται ότι επιδιώχθηκε συμβιβασμός και ότι η απόπειρα απέβη ανεπιτυχής.

4. Αν επέλθει συμβιβασμός, καταχωρίζεται στα πρακτικά, και εφαρμόζεται το άρθρο 293 παράγραφος 1.»

5. Το άρθρο 236 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει με την υποβολή ερωτήσεων ή με άλλο τρόπο να εκφράζονται σαφώς για όλα τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση, να υποβάλλουν τις αναγκαίες προτάσεις και αιτήσεις, να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών.»

  • 22 Μαρτίου 2011, 00:43 | ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΪΩΑΝΝΙΔΗΣ – ΠΡΩΤΟΔΙΚΗΣ

    [ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ]
    Η συγκεκριμένη διάταξη της § 5 του άρθρου 22 του νομοσχεδίου αποτελεί μια «εκλεπτυσμένη» και πιο «χαλαρή» παραλλαγή της πριν από δύο έτη περίπου προταθείσας αντικαταστάσεως-προσθήκης στο άρθρο 227 ΚΠολΔ, κατά την (8η ή 9η) επαναδιατύπωση του σχεδίου για την αναθεώρηση του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία προβλεπόταν ότι με την ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΚΑΘΕ αγωγής κλπ. ατή χρεωνόταν αμελλητί (sic) σε Δικαστή, ο οποίος έπρεπε το ταχύτερο δυνατό να την μελετήσει και, αν διαπίστωνε αοριστία ή αοριστίες (νομίζω θεραπεύσιμη, δηλαδή ποσοτική ή ποιοτική, όχι νομική), με πράξη του την (ή τις) επισήμανε και καλούσε τον ενάγοντα ή τον δικηγόρο του να τις θεραπεύσει υποδεικνύοντάς του το πώς.
    Η εν λόγω (σήμερα προτεινόμενη) διάταξη, έτσι όπως είναι διατυπωμένη, είναι προφανές ότι δεν γίνεται και δεν πρέπει να εφαρμοσθεί στις υποθέσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Ειρηνοδικείου, για τους λόγους που έχουν ήδη επισημανθεί, είτε γίνεται άτυπη προεκφώνηση-ξεσκαρτάρισμα των υποθέσεων είτε αυτές προχρεώνονται στους Δικαστές λίγες ημέρες πριν την δικάσιμο (αδυναμία αξιολόγησης των ενστάσεων και των αντενστάσεων, ανισότητα κλπ.). Στις δε υποθέσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που προχρεώνονται σε Εισηγητή Πρωτοδίκη, μόνο ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί. Και αυτό διότι ο φάκελλος με τις προσθήκες κλπ. κλείνει 15 ημέρες πριν την δικάσιμο, ο δε Πρόεδρος Πρωτοδικών τις χρεώνει αφού τις μελετήσει και τις αξιολογήσει, οπότε στον Εισηγητή περιέρχονται στην καλύτερη περίπτωση περίπου 10 ημέρες πριν την δικάσιμο. Γίνεται αντιληπτό, νομίζω, ότι ο κάθε Εισηγητής, για να επισημάνει κλπ. τυχόν αοριστίες σε κάθε υπόθεση που έχει χρεωθεί (σε αγωγή, ενστάσεις κλπ.) πρέπει να τις μελετήσει σε βάθος, προστρέχοντας πιθανότατα στην θεωρία και την νομολογία, οπότε σε αυτές τις 10 ημέρες θα πρέπει να μην ασχοληθεί με τίποτε άλλο (γράψιμο εκκρεμότητας κλπ.), δεδομένου ότι όλο και κάποιες υπηρεσίες θα έχει εκείνο το διάστημα.

    Σε κάθε περίπτωση, επειδή το ζήτημα της αοριστίας είναι αμφιλεγόμενο και δημιουργεί εντάσεις και μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση για όλους (διαδίκους, δικηγόρους, δικαστές), ας νομοθετηθεί κάτι πολύ πιο τολμηρό: Η ΑΟΡΙΣΤΙΑ (αγωγής, ενστάσεως, λόγου εφέσεως, λόγου ανακοπής κλπ.) ΝΑ ΕΡΕΥΝΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΟΝΟ ΚΑΤΟΠΙΝ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ. Επιπλέον, να ερευνάται αν από την προβαλλόμενη αοριστία υφίσταται πραγματική δικονομική βλάβη αυτού που την προβάλλει, ήτοι πράγματι δεν μπορεί να αμυνθεί, καθώς και αν το στοιχείο που ελλείπει στον ισχυρισμό προκύπτει εύκολα από τα προσκομιζόμενα έγγραφα. ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ, να ερευνάται αυτεπαγγέλτως η αοριστία σε κραυγαλέες περιπτώσεις. Για ναγίνω πιο κατανοητός, παραθέτω τα παρακάτω παραδείγματα:

    – ΑΓΩΓΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ή ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥΗ: Με παράγωγο τρόπο κτήση κυριότητας, περιγράφεται λεπτομερέστατα το ακίνητο και αναφέρεται η τοποθεσία του και το σχετικό συμβόλαιο, ΔΕΝ αναφέρεται όμως ότι αυτό έχει μεταγραφεί,
    – ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΑΠΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ: Αναφέρεται ότι αυτή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως και δεν πληρώθηκε, δεν αναφέρεται ότι η μη πληρωμή βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής.

    Στις παραπάνω περιπτώσεις η νομολογία έχει κρίνει ότι υφίσταται αοριστία. Με αυτό που προτείνω, η όποια αοριστία θα μπορούσε να καλυφθεί με την προσκόμιση του πιστοποιητικού μεταγραφής στην μία περίπτωση και του σώματος ή αντιγράφου της επιταγής στην άλλη, καμιά πραγματική δικονομική βλάβη δεν υφίσταται, ο εναγόμενος ή ο καθ’ ου μπορεί να αμυνθεί κανονικά.

  • 22 Μαρτίου 2011, 00:06 | ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΪΩΑΝΝΙΔΗΣ – ΠΡΩΤΟΔΙΚΗΣ

    Η συγκεκριμένη διάταξη της § 5 του άρθρου 22 του νομοσχεδίου αποτελεί μια «εκλεπτυσμένη» και πιο «χαλαρή» παραλλαγή της πριν από δύο έτη περίπου προταθείσας αντικαταστάσεως-προσθήκης στο άρθρο 227 ΚΠολΔ, κατά την (8η ή 9η) επαναδιατύπωση του σχεδίου για την αναθεώρηση του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία προβλεπόταν ότι με την ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΚΑΘΕ αγωγής κλπ. ατή χρεωνόταν αμελλητί (sic) σε Δικαστή, ο οποίος έπρεπε το ταχύτερο δυνατό να την μελετήσει και, αν διαπίστωνε αοριστία ή αοριστίες (νομίζω θεραπεύσιμη, δηλαδή ποσοτική ή ποιοτική, όχι νομική), με πράξη του την (ή τις) επισήμανε και καλούσε τον ενάγοντα ή τον δικηγόρο του να τις θεραπεύσει υποδεικνύοντάς του το πώς.
    Η εν λόγω (σήμερα προτεινόμενη) διάταξη, έτσι όπως είναι διατυπωμένη, είναι προφανές ότι δεν γίνεται και δεν πρέπει να εφαρμοσθεί στις υποθέσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Ειρηνοδικείου, για τους λόγους που έχουν ήδη επισημανθεί, είτε γίνεται άτυπη προεκφώνηση-ξεσκαρτάρισμα των υποθέσεων είτε αυτές προχρεώνονται στους Δικαστές λίγες ημέρες πριν την δικάσιμο (αδυναμία αξιολόγησης των ενστάσεων και των αντενστάσεων, ανισότητα κλπ.). Στις δε υποθέσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που προχρεώνονται σε Εισηγητή Πρωτοδίκη, μόνο ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί. Και αυτό διότι ο φάκελλος με τις προσθήκες κλπ. κλείνει 15 ημέρες πριν την δικάσιμο, ο δε Πρόεδρος Πρωτοδικών τις χρεώνει αφού τις μελετήσει και τις αξιολογήσει, οπότε στον Εισηγητή περιέρχονται στην καλύτερη περίπτωση περίπου 10 ημέρες πριν την δικάσιμο. Γίνεται αντιληπτό, νομίζω, ότι ο κάθε Εισηγητής, για να επισημάνει κλπ. τυχόν αοριστίες σε κάθε υπόθεση που έχει χρεωθεί (σε αγωγή, ενστάσεις κλπ.) πρέπει να τις μελετήσει σε βάθος, προστρέχοντας πιθανότατα στην θεωρία και την νομολογία, οπότε σε αυτές τις 10 ημέρες θα πρέπει να μην ασχοληθεί με τίποτε άλλο (γράψιμο εκκρεμότητας κλπ.), δεδομένου ότι όλο και κάποιες υπηρεσίες θα έχει εκείνο το διάστημα.

    Σε κάθε περίπτωση, επειδή το ζήτημα της αοριστίας είναι αμφιλεγόμενο και δημιουργεί εντάσεις και μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση για όλους (διαδίκους, δικηγόρους, δικαστές), ας νομοθετηθεί κάτι πολύ πιο τολμηρό: Η ΑΟΡΙΣΤΙΑ (αγωγής, ενστάσεως, λόγου εφέσεως, λόγου ανακοπής κλπ.) ΝΑ ΕΡΕΥΝΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΟΝΟ ΚΑΤΟΠΙΝ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ. Επιπλέον, να ερευνάται αν από την προβαλλόμενη αοριστία υφίσταται πραγματική δικονομική βλάβη αυτού που την προβάλλει, ήτοι πράγματι δεν μπορεί να αμυνθεί, καθώς και αν το στοιχείο που ελλείπει στον ισχυρισμό προκύπτει εύκολα από τα προσκομιζόμενα έγγραφα. ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ, να ερευνάται αυτεπαγγέλτως η αοριστία σε κραυγαλέες περιπτώσεις. Για ναγίνω πιο κατανοητός, παραθέτω τα παρακάτω παραδείγματα:

    – ΑΓΩΓΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ή ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥΗ: Με παράγωγο τρόπο κτήση κυριότητας, περιγράφεται λεπτομερέστατα το ακίνητο και αναφέρεται η τοποθεσία του και το σχετικό συμβόλαιο, ΔΕΝ αναφέρεται όμως ότι αυτό έχει μεταγραφεί,
    – ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΑΠΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ: Αναφέρεται ότι αυτή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως και δεν πληρώθηκε, δεν αναφέρεται ότι η μη πληρωμή βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής.

    Στις παραπάνω περιπτώσεις η νομολογία έχει κρίνει ότι υφίσταται αοριστία. Με αυτό που προτείνω, η όποια αοριστία θα μπορούσε να καλυφθεί με την προσκόμιση του πιστοποιητικού μεταγραφής στην μία περίπτωση και του σώματος ή αντιγράφου της επιταγής στην άλλη, καμιά πραγματική δικονομική βλάβη δεν υφίσταται, ο εναγόμενος ή ο καθ’ ου μπορεί να αμυνθεί κανονικά.

    καλυπτόταν από
    Θεωρώ όμως ότι όριστα τα σχετικά δικόγραφα

  • 21 Μαρτίου 2011, 23:31 | Δ. Βασιλείου

    1. Σε σχέση με την πρόταση του νομοσχεδίου για την δικονομική αντιμετώπιση της αόριστης αγωγής θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής:
    Η συμπλήρωση της αόριστης αγωγής με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που προτείνεται στο νομοσχέδιο, θα έχει πολύ περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, όπως αποδέχεται και η εισηγητική έκθεση. Όμως η συμπλήρωση της αόριστης αγωγής δεν αφορά μόνο τους διαδίκους, αλλά και το δημόσιο συμφέρον: Στην εποχή μας που ο φόρτος εργασίας των δικαστηρίων είναι τεράστιος, δεν είναι δυνατόν να απασχολείται η δικαιοσύνη επανειλημμένα με την ίδια υπόθεση. Η άσκηση της αγωγής έχει απασχολήσει την γραμματεία του δικαστηρίου, η δε εξέτασή της έχει απασχολήσει κάποιον δικαστή (ακόμη και περισσότερους), ο οποίος έχει καταναλώνει πολύτιμο χρόνο και τους πόρους μιας υπερφορτωμένης ήδη δημόσιας λειτουργίας για την εκδίκασή της και την μελέτη του σχετικού φακέλου. Στοιχειώδης οικονομία επιβάλει λοιπόν να αντί να σπαταληθεί η προσπάθεια αυτή με την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης και ως εκ τούτου, με την εκ νέου άσκηση της αγωγής, να ερευνηθεί, με απλό τρόπο, η αιτία της αοριστίας με σκοπό να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης.
    Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει να αποκλεισθεί ρητά η απόρριψη της αόριστης αγωγής ως απαράδεκτης, όπως εδώ και πολύ καιρό είχε προταθεί de lege lata από τον καθ. Μητσόπουλο, χωρίς όμως να επικρατήσει. Αν υπάρχουν ελλείψεις της αγωγής, οποιασδήποτε φύσης, ή αν για οποιοδήποτε άλλο λόγο απαιτείται η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων κλπ., ο δικαστής του μονομελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής του πολυμελούς, χωρίς να εκδίδεται απόφαση σχετικά, να καλεί υποχρεωτικά τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων να υποβάλουν εντός ορισμένης προθεσμίας σχετικές συμπληρωματικές προτάσεις, επί των οποίων θα μπορούν να γίνουν και οι αμοιβαίες αντικρούσεις, και όλα τα σχετικά στοιχεία. Αν διάδικος παραλείψει να πράξει τούτο ή αν οι συμπληρώσεις δεν κριθούν ικανοποιητικές, αυτό θα πρέπει να εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο εν συνεχεία θα εκδίδει απόφαση επί της ουσίας της διαφοράς, δηλ. επί του νόμω και ουσία βασίμου της αγωγής.
    2. Επιπλέον θα ήθελα να υποβάλω και τις ακόλουθες προτάσεις που νομίζω ότι συμβάλουν στην επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, για ζητήματα που δεν θίγονται, αν δεν κάνω λάθος, από το παρόν νομοσχέδιο:
    α) Η προθεσμία της έφεσης και η άσκησή της να μην αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης (όπως ισχύει άλλωστε και στην διοικητική δικονομία). Δεν είναι δυνατό να απαιτούνται τέσσερα έτη περίπου για την έκδοση απόφασης με κάποιο αντίκρισμα (δηλ. απόφασης εκτελεστής). Ούτε είναι συνεπές να είναι εκτελεστές (και μάλιστα εντός τριημέρου) οι διαταγές πληρωμής ή τα συμβολαιογραφικά έγγραφα και όχι οι πλήρως αιτιολογημένες οριστικές δικαστικές αποφάσεις, για την έκδοση των οποίων προηγήθηκε διαγνωστική διαδικασία με όλες τις εγγυήσεις. Αίτηση αναστολής να επιτρέπεται, όλως εξαιρετικά, μόνο για πρόδηλα σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης βλάβης και όχι επειδή ο δικαστής που την δικάζει (του ιδίου βαθμού δικαιοδοσίας) έχει άλλη άποψη.
    β) Να προβλεφθεί σε όλες τις διαδικασίες η δυνατότητα έκδοσης προσωρινής διαταγής τόσο από τον πρόεδρο υπηρεσίας, όσο και από το δικαστήριο της κύριας δίκης (όπως ισχύει και στην εκουσία δικαιοδοσία). Έτσι θα αποφευχθούν αρκετές υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων.
    γ) Παρεμπίπτουσες αγωγής, προσεπικλήσεις, ανακοινώσεις δίκης, αντίθετες αγωγές και συναφείς αγωγές να προσδιορίζονται υποχρεωτικά από το δικαστήριο στην δικάσιμο της κύριας δίκης, εφόσον τα δικόγραφα αυτά κατατεθούν ενόσω δεν έχει παρέλθει η προθεσμία κλήτευσης των αντιδίκων. Στην πρακτική του Πρωτοδικείου Αθηνών είναι αδύνατον να επιτύχει κανείς τον προσδιορισμό της υπόθεσης κατά την διάσιμο αυτή, με συνέπεια την σίγουρη αναβολή της υπόθεσης, πρακτική που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης στρεψοδίκων διαδίκων.
    Διάδικοι που προκαλούν αναβολή της κύριας υπόθεσης λόγω υπαίτιας μη έγκαιρης κατάθεσης παρομοίου δικογράφου να καταδικάζονται ταυτόχρονα με την αναβολή και στην δικαστική δαπάνη των αντιδίκων τους.
    δ) Για τις αναβολές να προβλεφθεί ανώτατη χρονική προθεσμία εντός της οποίας η υπόθεση θα πρέπει να εκδικάζεται υποχρεωτικά από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου στα μονομελή δικαστήρια, στα δε πολυμελή να διατηρείται τουλάχιστον ο ίδιος εισηγητής.

  • 21 Μαρτίου 2011, 22:07 | Αθανάσιος Παπαθανασίου

    Μέχρι σήμερα γίναμε μάρτυρες, απορρίψεως αγωγών ως αορίστων, με μεγάλη ευχέρεια εξ ενιων των δικαζόντων. (άσκοπη ταλαιπωρία, επανεκκίνηση ολόκληρου και πολυδάπανου μηχανισμού, αδικαιολόγητη βραδύτητα στην επίλυση της διαφοράς) η διάταξη είναι στην ορθή κατεύθυνση. Θα πρέπει όμως να συμπληρωθεί με γενικότερους τομείς διακρίσεων της λειτουργίας του συμπληρωματικού – διευκρινιστικου πεδίου και με χρονική ευχέρεια άμυνας του αιφνιδιαζόμενου εναγομένου. Ίσως αναβολή συζήτησης για την μετά τριάντα ημέρες πρώτη δικάσιμη, και ενώπιον του αυτού δικαστού.

  • 21 Μαρτίου 2011, 21:41 | ΑΛΑΠΑΝΤΑΣ ΑΝΤΩΝΗΣ

    Δεν γίνεται πρακτικά, αλλά και από άποψης ισότητας των διαδίκων να συμπληρώνονται οι αοριστίες της αγωγής με επισήμανση του Δικαστή και με προφορική δηλωση του δικηγ. του ενάγοντος (πως θα αμυνθεί ο εναγόμενος και τι θα γίνει με τις αόριστες ενστάσεις και αντενστάσεις; Ο δικαστής θα λειτουργεί ως συνήγορος του συνηγόρου του ενάγοντος;). Σε κάθε περίπτωση η αόριστη αγωγή μπορεί να ασκηθεί ξανά, ενώ υπάρχει και η έφεση. Πρέπει πάντως η αοριστία να απαγγέλεται με εξαιρετική φειδώ, για να μην ταλαιπωρουνται οι διάδικοι, με βάση τη σκέψη ότι , όπως είναι διατυπωμένη η αγωγή (ή αντίστοιχα η ένσταση), μπορεί να αμυνθεί επαρκώς ο εναγόμενος; Αν ναι, η απαγγελία αοριστιας , συνιστά αδικαιολογητη τυπολατρία.

  • Η πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία σε όλες τις δικαστικές αρχές αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας, η οποία θα πρέπει να λαμβάνει επαρκή και συγκεκριμένα μέτρα σε αυτή την κατεύθυνση. Υπό αυτό το πρίσμα, η Πολιτεία πρέπει να δίνει τη δυνατότητα στα κωφά άτομα να μετέχουν ισότιμα σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες συμπεριλαμβανομένων και των υπηρεσιών της Δικαιοσύνης.

    Επομένως, θα θέλαμε να εξετάσετε τη δυνατότητα προσθήκης εδαφίου στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 22, με την οποία αντικαθίσταται το άρθρο 236 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ως εξής: Εάν στη συζήτηση μετέχει κωφός ή βαρήκοος, ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση υποχρεούται να έχει μεριμνήσει για την παρουσία διερμηνέα νοηματικής γλώσσας. Σε περίπτωση αδυναμίας του δικαστηρίου να καλέσει διερμηνέα τότε ο δικαστής οφείλει κατά τη συζήτηση να καλέσει διερμηνέα από την σχετική κατάσταση του Μητρώου Διερμηνέα Ε.Ν.Γ. την οποία αποστέλλει η Ομοσπονδία Κωφών Ελλάδας. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται εφόσον ο δικαστής έχει ενημερωθεί εγγράφως για την ανάγκη αυτής της υπηρεσίας σε εύλογο χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα ημερών πριν την συζήτηση.

  • 20 Μαρτίου 2011, 19:01 | ZNT

    Με συγχωρείτε για τη θεωρητικολογία, αλλά θα ήθελα να συνεισφέρω ορισμένες σκέψεις, ορμώμενος όχι μόνο από τη διάταξη της τελευταίας παραγράφου, αλλά και από τη συζήτηση που ακολουθεί.
    Κάθε δικονομικό σύστημα είναι ένα τυπικό σύστημα, διαρθρώνει δηλαδή συγκεκριμένη διαδικασία με ορισμένους «τύπους» (προθεσμίες, συγκεκριμένη μορφή των διαδικαστικών πράξεων, ορισμένο απαιτούμενο περιεχόμενο κτλ). Εάν αυτό καταλυθεί, μπορεί να οδηγηθούμε πλησιέστερα στην «ουσιαστική αλήθεια» (όποια και αν είναι αυτή) αλλά με δυσανάλογη θυσία σε χρόνο και βεβαιότητα δικαίου. Ο «τύπος» υπάρχει όχι ως αυτοσκοπός, αλλά διότι απονομή δικαιοσύνης μπορεί να νοηθεί μόνο στο πλαίσιο συγκεκριμένης οργάνωσης και διαδικασίας.
    Εάν θεωρήσουμε «περιττό τύπο» την ανάγκη ορισμένης αγωγής και την πρόβλεψη ενός αυστηρού συστήματος, με περιορισμό του χρόνου υποβολής και του τύπου αυτής της ορισμένης αγωγής, και επιτρέψουμε τη διευκρίνιση αοριστιών και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αυτό ακούγεται ευχάριστο σε πρώτο επίπεδο («μα γιατί να απορρίπτεται μία αγωγή ως αόριστη ενώ μπορεί να συμπληρωθεί; δεν είναι τυπολατρικό;»), αλλά τίποτε δεν εμποδίζει, σε αυτή τη λογική, να συνεχίζεται η εκδίκαση και τυπικώς απαράδεκτων αγωγών (αφού θα ξαναασκηθούν δυνάμει της ΑΚ 263) ή να προσάγονται αποδεικτικά μέσα εκπρόθεσμα (αφού ούτως ή άλλως θα προσαχθούν στο εφετείο), να προτείνει ο δικαστής επικουρικές βάσεις για να διευθετείται συνολικά η διαφορά (αφού θα μπορεί να ασκηθεί ούτως ή άλλως νέα αγωγή) κ.ο.κ.
    Επιπροσθέτως, ειδικά ως προς τη συμπλήρωση αόριστων διαδικαστικών πράξεων, ορθώς σημειώνει ο κ. Αλικάκος ότι τίθεται και ζήτημα αναφορικά με την ισχύ της αρχής της διάθεσης και της ισότητας των διαδίκων. Για ποιό λόγο πρέπει να ευνοείται ο ενάγων, με τη συμπλήρωση δια δικαστικής αρωγής, αντί για την απόρριψη, μιας αόριστης αγωγής; Πώς θα αμυνθεί ο εναγόμενος μετά τη συμπλήρωση επ’ ακροατηρίω, μόνο στο πλαίσιο της προσθήκης; Όσο δεν πρέπει να μεταφέρεται υπέρμετρο βάρος στον ενάγοντα, με την αξίωση να επικαλεσθεί και να αποδείξει πραγματικά περιστατικά τα οποία βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του εναγομένου, άλλο τόσο δεν πρέπει να μεταφέρεται στον εναγόμενο το βάρος να αμυνθεί κατά μίας εντελώς γενικής αγωγής και «όσων προστεθούν στο ακροατήριο» (και μάλιστα όχι από την altera pars αλλά από το δικαστή!)

  • 19 Μαρτίου 2011, 21:59 | Βασίλης

    Παρότι με το σχέδιο νόμου προτείνεται η κατάργηση της υποχρεωτικής (προκαταρκτικής) διαδικασίας συμβιβασμού στην τακτική διαδικασία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εισάγεται νέα διαδικασία συμβιβασμού στην Τακτική Διαδικασία όλων των Πρωτοβαθμίων Δικαστηρίων (παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 22 του σχεδίου).
    Η διαδικασία αυτή, έτσι όπως προτείνεται, όχι μόνον δεν θα συμβάλει στην επιτάχυνση της απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης, αλλά: α) είτε θα περιπέσει σε αχρησία (όπως οι διατάξεις των άρθρων 208 επ. ΚΠολΔ για την συμβιβαστική διαδικασία ενώπιον του Ειρηνοδικείου)β) είτε θα αποτελέσει άριστη πρόφαση για την αναβολή της συζήτησης υποθέσεως από τους δικάζοντες δικαστές με συνέπεια την περαιτέρω καθυστέρηση της απονομής δικαιοσύνης.
    Αλήθεια, είναι τόσο δύσκολο στους νομοθετούντες να καταλάβουν πως για να έχει φθάσει μία υπόθεση στα δικαστήρια, ουδεμία πιθανότητα συνομολόγησης συμβιβασμού υφίσταται πλέον;
    Εάν πραγματικά επιθυμούν την αποφόρτιση των Δικαστηρίων (και την ευόδωση του συμβιβασμού ως θεσμού) ας φροντίσουν να δώσουν πραγματικά κίνητρα (και αντικίνητρα) στους διαδίκους και στους δικηγόρους τους ώστε να οδηγηθούν σε συμβιβασμό πριν από την άσκηση της αγωγής.
    Περαιτέρω, ας φροντίσουν -μέσω της λειτουργίας της επιθεώρησης των Δικαστηρίων – για την εφαρμογή των προβλέψεων του ΚΠολΔ αναφορικά με την κατανομή της δικαστικής δαπάνης, και την επιβολή της σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, είτε αυτός είναι ενάγων, είτε εναγόμενος (176 ΚΠολΔ). Τις περισσότερες φορές τα δικαστήριά μας εφαρμόζουν καταχρηστικώς το άρθρο 179 ΚΠολΔ και συμψηφίζουν την δικαστική δαπάνη, ενώ οι επιδικαζόμενες δικαστικές δαπάνες είναι όλως συμβολικές.
    Εάν οι επιδικαζόμενες δικαστικές δαπάνες προσεγγίζουν τις πραγματικές δαπάνες στις οποίες υπόκειται ο νικήσας διάδικος, τότε άπαντες θα σκεφθόμαστε πολύ πιο προσεκτικά πριν προσφύγουμε στην δικαιοσύνη ή πριν αμυνθούμε σε ασκηθείσα αγωγή.

  • 19 Μαρτίου 2011, 21:03 | Κολιντζίκης Δημήτριος

    Για το άρθρο 226 ΚΠολΔ:
    Θα σας είναι ευγνώμονες οι δικηγόροι και φυσικά οι εντολείς τους, αν, επιτέλους, λυθεί ένα χρόνιο και απαράδεκτο, για σύγχρονο κράτος και ευνομούμενη Πολιτεία, πρόβλημα, που ταλανίζει γενεές δικηγόρων και πολιτών και το οποίο αφορά το γνωστό θέμα της αναβολής εκδίκασης υποθέσεων ειδικής διαδικασίας, με πινάκιο και χωρίς πινάκιο. Ειδικότερα, για μεν τις εγγραφόμενες στο πινάκιο υποθέσεις, δεν απαιτείται κλήτευση των διαδίκων που απουσιάζουν, κατά την εκφώνηση και αναβολή τους, μια και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της νέας, μετ’ αναβολής, δικασίμου, υπέχει θέση κλήτευσης παρόντων και απόντων, κατά το άρθρο 226 παρ.4 εδ. α-γ ΚΠολΔ, για δε τις μη εγγραφόμενες στο πινάκιο υποθέσεις( ειδικές διαδικασίες άνευ πινακίου, όπως είναι οι διαφορές απόδοσης μισθίου, ασφαλιστικών μέτρων απαλλοτριώσεων κλπ), στην αντίστοιχη περίπτωση, λόγω του ότι δεν εγγράφονται σε πινάκιο και άρα δεν ισχύει η ρύθμιση του άρθρου 226 παρ.4 εδ.α-γ ΚΠολΔ, απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων που απουσιάζουν και μάλιστα, κατά την κρατούσα γνώμη, ακόμη και αν παραστάθηκαν «δια» (φερομένου ως) πληρεξουσίου δικηγόρου, με συνέπεια να αναγκάζεται ο επισπεύδων, συνήθως ενάγων, να προβαίνει σε νέα κλήτευση, υποβαλλόμενος πολλές φορές σε μεγάλα έξοδα, όταν ιδίως οι κλητευτέοι είναι πολλοί, προκαλώντας την οργή των πολιτών- επισπευδόντων, οι οποίοι, ευλόγως, αδυνατούν να κατανοήσουν αυτή την νομική ανοησία.
    Για την λύση του προβλήματος προτείνεται η προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην παρ.2 του άρθρου 226 ΚΠολΔ, που θα έχει ως εξής:
    «Στο πινάκιο εγγράφονται όλες οι υποθέσεις, ανεξαρτήτως της διαδικασίας που εκδικάζονται».
    Επιπλέον, με τον τρόπο αυτό θα ενισχυθούν και τα οικονομικά του Ταμείου Νομικών, αφού το πινάκιο περιλαμβάνει ένσημο και αυτού!

  • 19 Μαρτίου 2011, 13:14 | ελενη

    Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι ο δικαστής είχε τον απαιτούμενο χρόνο για να εντοπίσει τυχόν αοριστίες των εισαγωγικών της δίκης δικογράφων (πράγμα που στην ελληνική πραγματικότητα είναι ανέφικτο, καθόσον στα περισσότερα πρωτοδικεία της χώρας οι προς εκδίκαση δικογραφίες του μονομελούς χρεώνονται στον δικαστή μόλις 1 ώρα πριν ξεκινήσει η εκδίκασή τους)τίθεται το εξής σοβαρό ζήτημα: τι θα γίνει με τίς προβαλόμενες από τον εναγόμενο ενστάσεις; Ως γνωστόν ο εναγόμενος στη διαδικασία επί του μονομελούς πρωτοδικείου καταθέτει επί της έδρας κατά τη συζήτηση τις γραπτές ενστάσεις του και τις αναπτύσει συνοπτικά στο ακροατήριο. Εκεί προφανώς ο δικαστής δεν έχει τη δυνατότητα να μελετήσει τις προτάσεις του εναγομένου για να εντοπίσει αοριστίες στις ενστάσεις του. Και να το προχωρήσουμε. Τι θα γίνει με τις αντενστάσεις του ενάγοντος; Είναι προφανές ότι η διάταξη αυτή σε κάθε περίπωση είναι ανέφικτο να υλοποιηθεί και θα παραμείνει άλλο ένα κενό γραμμα νόμου ή ακόμα χειρότερα ένα τροχοπέδη στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Διότι ας μη ξεχνούμε ότι σημασία δεν έχει μόνο η ταχεία αλλά και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, η οποία πανω από όλα προυποθέτει την ισότητα των οπλων. Εξάλλου, ειναι κοινος τόπος ότι η πολυποθητη ταχεια απονομή δικαιοσύνης προυποθέτει την καλυψη των κενων οργανικών θέσεων δικαστών και δικαστικών γραμματέων, όλες οι άλλες αποπειρες χωρίς αυτή τη βασική προυποθεση είναι ημιμετρα

  • 19 Μαρτίου 2011, 13:22 | Άμεσα ενδιαφερόμενος

    Επί του προτεινόμενου νέου άρθρου 236:

    Ένας Δικαστής αποφαίνεται («μιλά») με την απόφασή του, όταν αυτή δημοσιεύεται, αφού προηγηθεί μελέτη της δικογραφίας, και πάντως όχι πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας συζήτησης της υπόθεσης με την παράθεση των εκατέρωθεν επιχειρημάτων επί όλων των ζητημάτων (δικονομικών-ουσιαστικών) της υπόθεσης και την υποβολή του σχετικού αποδεικτικού υλικού των διαδίκων. Μπορεί η αοριστία της αγωγής να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, αλλά μπορεί να αποτελεί και ένσταση. Θα συνιστούσε δε ενδεχομένως προσβολή της αρχής της ισότητας των όπλων η προκαταβολική ενασχόληση του Δικαστή με τους ισχυρισμούς του ενός διαδίκου (του ενάγοντας) και τον τρόπο της παραδεκτής προβολής τους σε βάρος των δικαιωμάτων και υπερασπιστικών επιχειρημάτων του άλλου (του εναγομένου) (πβλ άρθρο 6 παρ. 3 περ. δ’ της Ε.Σ.Δ.Α. επί ποινικών υποθέσεων), ο οποίος έχει δικαίωμα μεταξύ άλλων να ζητήσει και να πετύχει την απόρριψη μίας αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας. Εξάλλου, τί θα γίνει εάν ένας Δικαστής δεν εντοπίσει όλες τις αοριστίες ή δεν επικεντρωθεί σε σημεία που κατά την δική του επιστημονική άποψη δεν πάσχουν αοριστίας; Εάν το Εφετείο κρίνει ότι δεν θεραπεύθηκε επαρκώς η αοριστία του δικογράφου της αγωγής ή εάν η νομολογία ως προς το ορισμένο ενός ισχυρισμού μεταβληθεί μέχρι την τελεσίδικη εκδίκαση της υπόθεσης, ο ενάγων θα μπορεί να στραφεί προσωπικά κατά του πρωτοβάθμιου Δικαστή, αναζητώντας του ευθύνες για μη ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του; Έχω την αίσθηση ότι ο Δικαστής δικάζει πάντοτε με βάση τους εισφερόμενους ισχυρισμούς. Ο τρόπος κατάστρωσής τους, δικονομικής εισφοράς τους και απόδειξής τους στη δίκη (ιδίως στην αμφισβητούμενη διαδικασία) αποτελούν στοιχεία (υποχρεώσεις-δικαιώματα) αποκλειστικά των διαδίκων. Μία τέτοια ρύθμιση θεωρώ ότι θα διαταράξει υπέρμετρα τη δικονομική τάξη και θα εμπλέξει το Δικαστή σε ένα πρώιμο στάδιο της δίκης επ’ ωφελεία (;) πάντοτε ενός από τους διαδίκους (του ενάγοντος).

  • 18 Μαρτίου 2011, 00:33 | nomikarios

    Εσείς της Θεσσαλονίκης είστε λίγο υπερβολικοί. Δηλαδή, εγώ ως εναγόμενος πρέπει να αμυνθώ ξαφνικά και κατά του δικαστή; Με όλον τον σεβασμό καλύτερα να πηγαίνουμε στα γραφεία τους, να τους λέμε τι υπόθεση έχουμε και να την γράφουν την αγωγή οι ίδιοι από την αρχή. Πιο εύκολα για αυτούς θα είναι. Έχω κερδίσει αγωγές γιατί διάβασα καλύτερα από τον ενάγοντα (έχω χάσει βέβαια και άλλες με τον ίδιο τρόπο). Αν δεν πείθει κάποιον η απόρριψη της αγωγής ως αόριστης να πάει στο εφετείο. Γιατί να καταθέτει νέα διορθωμένη αγωγή και να επιβαρύνεται ο πελάτης με έξοδα; (προφανώς γιατί η αιτιολογία πείθει). Στην Αθήνα τα πινάκια είναι βαρυφορτωμένα (ενημερωτικά το λέω). Αν δείτε τους δικαστές πως δουλεύουν (εγώ γνωρίζω κάποιους) πείτε μου πως θα τα βγάλουν πέρα με τον φόρτο. Θα διορίσει το ΠΑΣΟΚ και άλλους; Μάλλον καλύτερα, θα καλύψει τις κενές οργανικές θέσεις; Πάντως, για τους αναιρετικούς λόγους έχετε δίκιο. Το λέει και το ΕΔΑΔ.

  • 15 Μαρτίου 2011, 12:09 | Σταύρος Καζατζίδης

    Εξαιρετική η άποψη του Δ.Σ.Θ. Πρέπει επιτέλους να τελειώσει αυτή η ιστορία που έχει καταντήσει τροχοπέδη.

  • 15 Μαρτίου 2011, 01:54 | Αντώνης Μπιλίσης

    Curius πρέπει να απαντήσετε γιατί η απόφαση που απαγγέλλει την αοριστία θα πρέπει να εκδίδεται 6 και 8 μήνες μετά τη συζήτηση. Στο Πολυμελές ο εισηγητής που έχει δεί προηγουμένως το φάκελο δεν ξέρει αν είναι αόριστη ή όχι η αγωγή και οι ενστάσεις όταν ανεβαίνει στην έδρα για να δικάσει ; Γιατί θα πρέπει να περιμένουμε τόσο πολύ για να το μάθουμε κι εμείς. Η έγκαιρη διαπίστωση της αοριστίας και η το συντομότερο συμπλήρωση και διασάφιση της αγωγής και των ενστάσεων, είναι αναγκαιότητα και δεν είναι «επαναφορά της προδικαστικής από την πίσω πόρτα» όπως ισχυρίζεστε.
    Όσον αφορά τώρα το αν οι δικαστές με την πρότασή μας θα καλούνται να γράφουν την αγωγή και τις προτάσεις και να βγάζουν και απόφαση, αντιπαρέρχομαι το ευφυολόγημα διότι είναι άστοχο. Όπως υπάρχουν δικηγόροι που δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους έτσι υπάρχουν και δικαστές. Απόδειξη είναι το ότι συχνά βλέπουμε ν’ απορρίπτονται ογκώδεις και δυσεπίλητες αγωγές με νομικισμούς ως άοριστες.
    Δεν ασχολείσαι πάντως με την πρότασή μας για την επίλυση του ζητήματος της αοριστίας των λόγων αναίρεσης. Θά ήθελα την άποψή σου επ’ αυτού.

  • 14 Μαρτίου 2011, 22:55 | Κώστας Γεωργίου

    Ενώ οι περισσότερες προτάσεις του νομοσχεδίου κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, η συγκεκριμένη πρόκειται να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από εκείνα που φιλοδοξεί να επιλύσει. Στα περισσότερα πρωτοδικεία της χώρας η χρέωση των υποθέσεων στους δικάζοντες πρωτοδίκες γίνεται μετά την προεκφώνηση (νωρίτερα αυτό δεν είναι δυνατό, διότι εν όψει του ότι είναι άγνωστο πόσες υποθέσεις θα αναβληθούν ή ματαιωθούν, δε γίνεται ισότιμη χρέωση υποθέσεων), με αποτέλεσμα ο χρόνος που μεσολάβει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης να μην υπερβαίνει τη μία ώρα. Δεν είναι εφικτό ο δικαστής να εντοπίσει τις αοριστίες όλως των υποθέσεων, που πρόκειται να δικάσει, ειδικά σε σύνθετα δικόγραφα, όπως εργατικών διαφορών. Ζήτημα δημιουργείται επίσης, εάν την αοριστία του δικογράφου εντοπίσει ο δικαστής κατά τη μελέτη της υπόθεσης, μετά τη συζήτηση. Θα είναι σε θέση να κηρύξει απαράδεκτο λόγω αοριστίας ή θα του αποδοθεί μομφή, διότι δεν φρόντισε για την έγκαιρη απάλειψή της; Τέλος, το ορισμένο της αγωγής αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού, η οποία ελέγχεται αυτεπαγγέλτως, ενδιαφέρει όμως και τον εναγόμενο, στο μέτρο που το περιεχόμενο της αγωγής πρέπει να είναι σαφές, ώστε να δύναται να αμυνθεί. Πώς θα επιτευχθεί αυτό, όταν η αγωγή, που του επιδίδεται και για την οποία πρέπει να αμυνθεί, συλλέγοντας αποδεικτικά μέσα, είναι αόριστη, αλλά καθίσταται ορισμένη μετά τη διόρθωση, που γίνεται στο ακροατήριο; Το χρονικό περιθώριο άμυνας περιορίζεται ασφυκτικά στην τριήμερη προθεσμία τη αντίκρουσης.

  • 14 Μαρτίου 2011, 20:52 | curious

    Δυστυχώς απογοητεύομαι από την Επιτροπή Δικαιοσύνης του ΔΣΘ. Τούτο διότι τα αναφερόμενα φέρουν από την πίσω πόρτα την ήδη αποτυχημένη προδικαστική. Είναι αδιανόητο στο κάτω κάτω της γραφής να απεμπολεί ο συνήγορος την ευθύνη του για την σύνταξη παραδεκτού δικόγραφου. Διαφορετικά ίσως να έπρεπε να οριστεί τέλος υπέρ του Δήμοσίου 1000 ή 2000 ή και παραπάνω ευρώ, αν είναι ο δικαστής να γράφει το δικόγραφο, τις προτάσεις και των δύο διαδίκων και να δικάζει και τη διαφορά. Καλό θα ήταν να αποσυρθεί η διάταξη όπως έχει και αν δεν έχουμε κάτι θετικό δεν χρειάζεται να χαλάμε και αυτό που έχουμε. Εν τέλει να επισημάνω οτι οι κώδικες επειδή είναι βασικά νομοθετήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και όχι να αλλάζουν σαν τις αγορανομικές διατάξεις κάθε μήνα.

  • 13 Μαρτίου 2011, 23:35 | nomikarios

    Αν είναι οι πρωτοδίκες να ερευνούν ενδελεχώς την νομολογία για τις υποθέσεις όλου του πινακίου (στην Αθήνα στο εμπορικό και ενοχικό τμήμα υπερβαίνει τις 20 κάθε δικάσιμο), που ενδέχεται εν τέλει και να μην εκδικασθούν, ας μας πουν οι συντάκτες του νομοσχεδίου πόσο χρόνο πιστεύουν ότι θα αφιερώνουν οι δικαστές (που να τον βρουν άλλωστε) για να γράψουν αυτές που έχουν ήδη χρεωθεί. Μία υποχρέωση των δικηγόρων δεν γίνεται να μετατίθεται ως βαρύ φορτίο σε βάρος των ήδη υπερφορτωμένων δικαστών του πρώτου βαθμού, οι οποίοι σημειωτέον με την επιτάχυνση για την ποινική δίκη επιβαρύνθηκαν έτι περαιτέρω.

  • 13 Μαρτίου 2011, 13:05 | curious

    Φίλτατε Ιωάννη εγώ λυπάμαι για τον τρόπο που θα εκφραστώ αλλά πρόκειται για ασόβαρη διατύπωση. Είναι προφανές οτί διατυπώθηκε από άνθρωπο που δεν έχει διαβεί ούτε από κυλικείο δικαστηρίου.
    Το δικαστήριο ήδη λειτουργεί προς την κατεύθυνση της συμπληρώσεως των δικογράφων και θεωρώ οτι κανείς δεν σκέφτηκε τις ορθότατες σκέψεις που διατυπώνονται από τον κ. Αλικάκο

  • 13 Μαρτίου 2011, 10:54 | Αντώνης Μπιλίσης

    ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

    Η οριστική επίλυση του προβλήματος αοριστίας των λόγων αναίρεσης:

    Η κήρυξη των λόγων αναίρεσης ως απαράδεκτων λόγω αοριστίας τους, αποτελεί συνηθέστατη δικαιολογία απόρριψης στις αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Το Δικαστήριο της ΕΣΔΑ έχει επανειλημμένα καταδικάσει την χώρα μας τα τελευταία χρόνια για την τακτική αυτή του ακυρωτικού και στις σχετικές αποφάσεις του διατυπώνει το αυτονόητο, ότι οι δικονομικοί κανόνες πρέπει να υπηρετούν την ουσία και όχι να παρεμποδίζουν την παροχή έννομης προστασίας. Το θέμα αυτό επιλύεται εύκολα ως εξής: Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης στην εισήγησή που καταθέτει λίγες ημέρες πριν την δίκη αναφέρει πάντοτε αν υπάρχουν αόριστοι λόγοι αναίρεσης, καθώς και σε τι συνίσταται η αοριστία εκάστου εξ’ αυτών. Έτσι στην περίπτωση διαπιστώσεώς τους πρέπει να αναβάλλεται οίκοθεν η εκδίκαση της υπόθεσης ώστε να δίνεται η δυνατότητα στον αναιρεσείοντα να φέρειστον Α.Π. συμπληρωματικό δικόγραφο εντός 30 ημερών, το οποίο θα επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο και η υπόθεση θα δικάζεται κανονικά στην μετ’ αναβολή δικάσιμο, μετά κασι την έκδοση υμπληρωματικής εισήγησης. Έτσι η δίκη γίνεται σωστά χωρίς να υπάρχει καμμία χρονοτριβή.

  • 13 Μαρτίου 2011, 02:00 | Αντώνης Μπιλίσης

    ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

    Καλή η διάταξη αλλά θα πρέπει να προστεθούν και τα εξής για να λυθεί οριστικά το πρόβλημα που κυριολεκτικά μας ταλανίζει :
    α) Στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ο εισηγητής πριν τη δίκη έχει δεί την αγωγή και τις προτάσεις των διαδίκων και άρα έχει μορφώσει γνώμη για το αν υπάρχει αοριστία στην αγωγή ή στις ενστάσεις του εναγόμενου. Αν λοιπόν υφίσταται αοριστία, είτε πραγματική είτε νομική, το Δικαστήριο τη διαπιστώνει κατά την 1η συζήτηση της υπόθεσης, με απλή δήλωση οποιουδήποτε μέλους του που καταχωρείται στα πρακτικά και αναβάλλει οίκοθεν τη συζήτηση της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή ο διάδικος που βαρύνεται με την πλημμέλεια, φέρνει στο Δικαστήριο συμπληρωματικό δικόγραφο με τις απαραίτητες συμπληρώσεις και διασφήσεις, το οποίο επιδίδει στον αντίδικό του εντός 30 ημερών και η υπόθεση εκδικάζεται κανονικά στην μετ’ αναβολή δικάσιμο χωρίς καμμία απολύτως χρονοτρίβηση.

    β) Το ίδιο πρέπει να ισχύσει και στο Μονομελές Πρ/κείο και στο Ειρηνοδικείο με τη διαφορά, ότι εκεί, επειδή ο δικαστής δεν είναι σε θέση να δεί τις προτάσεις των διαδίκων πριν τη δίκη, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διαπιστώσει την αοριστία το αργότερο εντός 30 ημερών από τη συζήτηση. με απλό σημείωμά του που η γραμματεία θα παραδίδει επί αποδείξει στους Δικηγόρους των διαδίκων.

  • 11 Μαρτίου 2011, 17:19 | Μιλτιάδης Σφουντούρης

    Η απόπειρα συμβιβασμού στο Ειρηνοδικείο υπήρχε πάντοτε. Στο Πολυμελές θεσπίστηκε τα τελευταία χρόνια και ισχύει. Εχετε δεί κανένα αποτέλεσμα και θέλετε να την εισάγετε ως γενικό κανόνα και στο Μονομελές? Διότι η μέχρι τώρα εμπειρία λέει ότι είναι ένα γράμμα κενό περιεχομένου. Ειδικά στο Πολυμελές έχει αποτύχει παταγωδώς. Πιστεύετε ότι όποιοι θέλουν να συμβιβαστούν, ειδικά με τις απίστευτα μακρινές δικασίμους στις οποίες προσδιορίζονται οι αγωγές, δεν θα το είχαν κάνει? Ο Δικαστής για να έχει ουσιαστική συμμετοχή και πρωτοβουλία στην απόπειρα συμβιβασμού θα πρέπει να έχει μελετήσει διεξοδικά τη σχηματισθείσα δικογραφία και ουσιαστικά να έχει βγάλει απόφαση (έστω σε σχέδιο στο μυαλό του). Ούτε αυτό γίνεται στην πράξη. Οι αγωγές -τουλάχιστο στις ειδικές διαδικασίες -διαβάζονται ακροθιγώς το πρωί λίγο πριν την έναρξη της διαδικασίας. Εξάλλου η πρόνοια του να μη λαμβάνονται υπόψη οι προτάσεις και υποχωρήσεις των διαδίκων ενόψει συμβιβασμού, αν αυτός δεν πραγματοποιηθεί τελικά, είναι επίσης κενή περιεχομένου. Ο,τι λέγεται αφήνει κάτι πίσω του. Και επειδή δικάζουν άνθρωποι και όχι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, είναι απίθανο να μη ληφθούν υπόψη, έστω και αν δεν μνημονευθούν στην απόφαση. Στην πράξη δηλαδή θα εκτεθεί άσκοπα και επί ζημία του όποιος διάδικος κάνει συμβιβαστικές προτάσεις υποχωρώντας από τις αρχικές του θέσεις. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ο θεσμός θα αποτύχει και απλά θα προσθέσετε μιά ακόμη διαδικασία που θα βαρύνει αντί να ελαφρύνει τη διαδικασία απονομής της αστικής δικαιοσύνης

  • 11 Μαρτίου 2011, 12:47 | Πέτρος Αλικάκος

    Είναι αλήθεια ότι το καθήκον του Δικαστηρίου προς καθοδήγηση των διαδίκων αναφορικά με τη συμπλήρωση της μη πλήρους αγωγής κατά την ατελή εκφορά των πραγματικών γεγονότων που αποτελούν την ιστορική βάση της ή την άρση της αντιφατικότητάς της έχει νομολογηθεί (βλ. ΕφΑθ 5700/1999 και Μακρίδου, Αρμ. 2000.584). Με την προκείμενη τροποποίηση του άρθρου 236 ΚΠολΔ και την υποχρέωση του δικαστή με υποβολή ερωτήσεων ή με άλλον τρόπο «να συμπληρώνουν (οι διάδικοι) τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά» ναι μεν «σώζονται» οι αόριστες αγωγές και αιτήσεις, πράγμα που αποβαίνει προς όφελος της οικονομίας της δίκης, παραγνωρίζεται, όμως, η αρχή της διάθεσης του άρθρου 106 ΚΠολΔ, αλλά ενδεχομένως και η ισότητα των διαδίκων που καθιερώνει το άρθρο 110 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ως προς το πρώτο υπογραμμίζεται: «το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και άποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που π ρ ο τ ε ί ν ο υ ν και αποδεικνύουν οι διάδικοι». Στο σημείο αυτό κρίσιμη είναι η ΟλΑΠ 11/2003 κατά την οποία με την εγκατάλειψη της εξέλιξης της δίκης και των νομίμων κωλυμάτων αυτής στην ελεύθερη διάθεση των διαδίκων, επιδιώκεται η κατοχύρωση της ο υ δ ε τ ε ρ ό τ η τ α ς του δικαστή και η αποτροπή δημιουργίας υποψίας ότι μεροληπτεί. Παρεμπιπτόντως τίθεται και το ερώτημα αν με τη διάταξη εισάγεται πλέον το ανακριτικό σύστημα και στην τακτική διαδικασία.

  • 11 Μαρτίου 2011, 11:43 | Ιωάννης

    Η κρίση περί αοριστίας αποτελεί κρίση επί της υπόθεσης.

    ΕΠομένως, πριν καν συζητηθεί η υπόθεση ο δικαστής θα κρίνει για το ορισμένο της (το οποίο πολλές φορές δεν είναι εμφανές).

    Και επειδή ισχύει ο κανόνας της ισότητας των όπλων, ο δικαστής θα πρέπει να βοηθήσει και στη συμπλήρωση των ισχυρισμών του εναγομένου, τους οποίους όμως στο μονομελές τους μαθαίνει για πρώτης φορά κατά τη συζήτηση και οι οποίοι μόνο επιγραμματικά εκτίθενται από τους συνηγόρους και αναλύονται στις προτάσεις τους. Επομένως (αφού στο μονομελές δεν ισχύει η προκατάθεση προτάσεων) ο δικαστής οφείλει να διακόψει τη συζήτηση, να μελετήσει τις προτάσεις και τους ισχυρισμούς και να συνεχίσει μετά την εκδίκαση της υπόθεσης.

    Λυπάμαι για τον τρόπο που θα εκφραστώ, αλλά δεν πρόκειται το πινάκιο να τελειώσει ούτε σε χίλια χρόνια