Άρθρο 97
Απασχόληση εκπαιδευτικών της δημόσιας και της ιδιωτικής εκπαίδευσης στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής – Τροποποίηση παρ. 2 και αντικατάσταση παρ. 8 άρθρου 11 ν. 3966/2011
- Στην παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 3966/2011 (Α΄ 118), περί του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, προστίθενται νέα εδάφια, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο, και η παρ. 2, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής:
«2. Οι θέσεις Συμβούλων Α΄ και Συμβούλων Β΄ του Ι.Ε.Π. καλύπτονται με αποσπάσεις εκπαιδευτικών της δημόσιας εκπαίδευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 63 του ν. 4547/2018 (Α΄ 102). Καθήκοντα Ειδικών Συμβούλων για τετραετή θητεία δύνανται να αναλαμβάνουν εκπαιδευτικοί της ιδιωτικής εκπαίδευσης με απόφαση του Δ.Σ. του Ι.Ε.Π., μετά από σύμφωνη γνώμη του ιδιωτικού φορέα που υπηρετούν. Για την άρση της απόσπασης του προσωπικού του πρώτου εδαφίου, κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου εκπαιδευτικού, απαιτείται γνώμη του Δ.Σ. του Ι.Ε.Π., σχετικά με την κάλυψη των αναγκών της υπηρεσίας. Σε κάθε περίπτωση, το Δ.Σ. του Ι.Ε.Π. δύναται να εισηγηθεί, οποτεδήποτε και για κάθε λόγο που ανάγεται στις ανάγκες της υπηρεσίας, την άρση της απόσπασης του προσωπικού του πρώτου εδαφίου, αζημίως για το Ι.Ε.Π.. Στα καθήκοντα των Συμβούλων και του λοιπού προσωπικού που υπηρετεί στο Ι.Ε.Π. συμπεριλαμβάνονται η παροχή επιστημονικής και διοικητικής υποστήριξης για την υλοποίηση χρηματοδοτούμενων ή συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση έργων και δράσεων του Ι.Ε.Π., καθώς και η συμμετοχή σε συλλογικά γνωμοδοτικά όργανα διαγωνιστικών διαδικασιών του Ι.Ε.Π.. Στα καθήκοντα του προηγούμενου εδαφίου δεν συμπεριλαμβάνεται η απασχόληση ως διδακτικό προσωπικό του Μητρώου Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών του άρθρου 13Α. Κατ’ εξαίρεση, το προσωπικό Ι.Δ.Α.Χ., σύμφωνα με την υπό στοιχεία 33404/Η/27.3.2012 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και του Υφυπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 947), μπορεί να τοποθετηθεί στην Επιστημονική Υπηρεσία για να συνεπικουρήσει το έργο της, με απόφαση του Δ.Σ. για επιστημονικό έργο αντίστοιχο των προσόντων του, χωρίς την ιδιότητα του Συμβούλου.».
- Η παρ. 8 του άρθρου 11 του ν. 3966/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«8. Για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στο Ι.Ε.Π., ο εκπαιδευτικός της ιδιωτικής εκπαίδευσης λογίζεται ότι τελεί σε εκπαιδευτική άδεια, η οποία χορηγείται, χωρίς χρονικό περιορισμό από εκπαιδευτικές άδειες που έχουν ήδη χορηγηθεί στον εκπαιδευτικό στο παρελθόν. Κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στο Ι.Ε.Π., ο εκπαιδευτικός της ιδιωτικής εκπαίδευσης λαμβάνει μόνο τις αποδοχές της άδειας, οι οποίες καλύπτονται από την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων του στο Ι.Ε.Π του Αναλυτικού Λογαριασμού Εξόδων με αριθμό 2310989012 του Ειδικού Φορέα με αριθμό 1020-206, και εκκαθαρίζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού. Η άσκηση καθηκόντων Ειδικού Συμβούλου στο Ι.Ε.Π. μοριοδοτείται για την επιλογή σε θέση στελέχους της εκπαίδευσης, με μηδέν κόμμα πενήντα (0,50) μονάδες ανά έτος και έως τρεις (3) μονάδες κατ΄ ανώτατο όριο.».
Άρθρο 98
Επίδομα αποσπασμένων σε θέσεις Συμβούλων Α’ και Β’ του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής – Τροποποίηση περ. ε’ παρ. 1 άρθρου 38 ν. 5045/2023
Στην περ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 38 του ν. 5045/2023 (Α 136), περί επιδομάτων, προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η περ. ε’ διαμορφώνεται ως εξής:
«ε. Μέλη Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.), καθώς και το προσωπικό της παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 3966/2011 (Α’ 118):
εα. Σύμβουλος Α’: διακόσια τριάντα (230) ευρώ.
εβ. Σύμβουλος Β’: διακόσια είκοσι πέντε (225) ευρώ.
εγ. Σύμβουλος Γ’: διακόσια δέκα (210) ευρώ.
εδ. Εισηγητής: εκατόν ενενήντα πέντε (195) ευρώ.
Το επίδομα των υποπερ. εα’ και εβ’ χορηγείται και σε όσους υπηρετούν με απόσπαση σε θέσεις Συμβούλων Α’ και Β’.».
Άρθρο 99
Εκπαιδευτές των Κέντρων Διά Βίου Μάθησης – Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 54 ν. 4763/2020
Στην παρ. 2 του άρθρου 54 του ν. 4763/2020 (Α΄254), περί εκπαιδευτών των Κέντρων Διά Βίου Μάθησης (Κ.Δ.Β.Μ.), προστίθενται νέα εδάφια, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο, και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:
«2. Στα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ενωσιακούς πόρους και παρέχονται στα Κ.Δ.Β.Μ., απασχολούνται αποκλειστικά εκπαιδευτές ενηλίκων εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκπαιδευτών Ενηλίκων του Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π., της περ. β` της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 4115/2013 (Α` 24), με πιστοποίηση εκπαιδευτικής επάρκειας σε θεματικό αντικείμενο συναφές με αυτό που καλούνται να διδάξουν. Παροχή υπηρεσιών κατάρτισης σε Κ.Δ.Β.Μ., από εκπαιδευτές που δεν διαθέτουν την πιστοποίηση εκπαιδευτικής επάρκειας, επιτρέπεται στις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατή η εξεύρεση πιστοποιημένων εκπαιδευτών, ύστερα από έγκριση του Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.. Για την εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου, υποβάλλεται αίτηση του ενδιαφερόμενου Κ.Δ.Β.Μ., συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και παράβολο ύψους εκατό (100) ευρώ για κάθε υποψήφιο εκπαιδευτή που δηλώνεται σε κάθε αίτηση. Το παράβολο καταβάλλεται από τους ενδιαφερόμενους φορείς στον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. καθορίζεται ο τρόπος καταβολής του παράβολου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να αναπροσαρμόζεται το ύψος του παράβολου.».
Άρθρο 100
Αποζημίωση μελών Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία
Για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία καταβάλλεται στα μέλη και τους γραμματείς αποζημίωση πενήντα (50) ευρώ ανά συνεδρίαση, κατά παρέκκλιση του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α’ 176) περί των αμοιβών συλλογικών οργάνων. Ο μέγιστος αριθμός συνεδριάσεων για τις οποίες καταβάλλεται αποζημίωση στα μέλη και τους γραμματείς δεν δύναται να υπερβαίνει τις είκοσι (20). Η αποζημίωση του πρώτου εδαφίου βαρύνει το Τομεακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, εντός του εγκεκριμένου ορίου προϋπολογισμού του.
Άρθρο 101
Προαγωγές λόγω αθλητικών διακρίσεων – Τροποποίηση παρ. 9 άρθρου 48 ν. 1481/1984
Στην παρ. 9 του άρθρου 48 του ν. 1481/1984 (Α’ 152), περί ειδικών περιπτώσεων προαγωγών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο προστίθεται η λέξη «Υπαρχιφύλακες», β) στο τέταρτο εδάφιο η λέξη «τρίτη» αντικαθίσταται από τη λέξη «πέμπτη» και η παρ. 9, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής:
«9. Αστυφύλακες, Υπαρχιφύλακες, Αρχιφύλακες, Ανθυπαστυνόμοι και υπάλληλοι του Πυροσβεστικού Σώματος αντίστοιχων βαθμών, που κατέλαβαν ή θα καταλάβουν μία από τις θέσεις μεταξύ της πρώτης μέχρι και της ογδόης σε ατομικό άθλημα κατά τη διεξαγωγή Ολυμπιακών Αγώνων και υπηρετούν στην Ελληνική Αστυνομία ή στο Πυροσβεστικό Σώμα με τους προαναφερόμενους βαθμούς, προάγονται, μετά από κρίση του αρμόδιου Συμβουλίου, στο βαθμό του Υπαστυνόμου B’ ή του Ανθυποπυραγού, αντίστοιχα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων. Οι προαγόμενοι εντάσσονται στην επετηρίδα των αξιωματικών που προβλέπεται από το ν.δ. 649/1970 (Α’ 156) και εξελίσσονται έκτοτε σύμφωνα με τις διατάξεις που ρυθμίζουν κάθε φορά την ιεραρχία και τις προαγωγές τους. Από τους αξιωματικούς αυτούς ασκούν ανακριτικά καθήκοντα μόνο όσοι είχαν την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου πριν την προαγωγή τους.
Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται αναλόγως και για τους αστυνομικούς και πυροσβεστικούς υπαλλήλους των προαναφερόμενων βαθμών που κατέλαβαν ή θα καταλάβουν μια από τις θέσεις μεταξύ της πρώτης μέχρι και της έκτης σε ομαδικό άθλημα κατά τη διεξαγωγή Ολυμπιακών Αγώνων ή πρώτη θέση έως και πέμπτη σε ατομικό ή ομαδικό άθλημα σε παγκόσμιο πρωτάθλημα και υπηρετούν στην Ελληνική Αστυνομία ή στο Πυροσβεστικό Σώμα με τους προαναφερόμενους βαθμούς.
Μόνιμοι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Πυροσβεστικού Σώματος, μέχρι του βαθμού του Υπαστυνόμου A’ ή Υποπυραγού, αντιστοίχως, που αναδείχθηκαν ή θα αναδειχθούν Ολυμπιονίκες σε μία από τις πρώτες τρεις θέσεις σε ατομικό ή ομαδικό άθλημα κατά τη διεξαγωγή Ολυμπιακών Αγώνων, προάγονται στον αμέσως ανώτερο βαθμό, μετά από κρίση του αρμόδιου Συμβουλίου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών θέσεων και τη συνδρομή τυπικών προσόντων.
Οι προαγωγές όσων επιτυγχάνουν κάποια από τις προαναφερόμενες διακρίσεις ανατρέχουν στην ημερομηνία επίτευξης της διάκρισης.
Οι διατάξεις των τριών πρώτων και του έκτου εδαφίου εφαρμόζονται και για τους αστυνομικούς και πυροσβεστικούς υπαλλήλους των προβλεπόμενων βαθμών, που ως μέλη της Εθνικής Ομάδας ποδοσφαίρου κατέλαβαν το έτος 2004 ή εφεξής καταλαμβάνουν την πρώτη θέση στο Πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου.».
Άρθρο 102
Αθλητική ρομποτική και τεχνολογία (RoboticSports) – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 56Α ν. 2725/1999
- Η αθλητική ρομποτική και τεχνολογία αποτελεί αθλητική δραστηριότητα, η οποία διέπεται από τον ν. 2725/1999 (Α΄121) και περιλαμβάνει οργανωμένες αγωνιστικές δραστηριότητες ατομικής ή ομαδικής συμμετοχής που βασίζονται στον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη ρύθμιση, τον προγραμματισμό και την επιχειρησιακή επίδοση ρομποτικών/τεχνολογικών συστημάτων σε τυποποιημένο αγωνιστικό περιβάλλον, με κανόνες, κριτές/διαιτητές και βαθμολόγηση.
- Στο πρώτο εδάφιο της υποπερ. στστ) της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 56Α του ν. 2725/1999, περί ένταξης των αθλητικών εγκαταστάσεων σε κατηγορίες, μετά από τις λέξεις «ζατρίκιο – σκάκι», προστίθενται οι λέξεις «αθλητική ρομποτική και τεχνολογία», και η υποπερ. στστ) της περ. β) διαμορφώνεται ως εξής:
«στστ) Ομάδα IA: Για τα αθλητικά σωματεία, που καλλιεργούν πνευματικά αθλήματα (αγωνιστικό μπριτζ, ζατρίκιο – σκάκι, αθλητική ρομποτική και τεχνολογία κ.λπ.) αθλητική εγκατάσταση θεωρείται ο ειδικά διαμορφωμένος, μόνιμα ή προσωρινά, χώρος άθλησης και προπόνησης εντός του εντευκτηρίου του σωματείου ή εντός αθλητικής ή μη εγκατάστασης (ξενοδοχείο, σχολείο, εκθεσιακό κέντρο κ.λπ.), για την καταλληλότητα του οποίου δεν απαιτείται η έκδοση της ειδικής άδειας λειτουργίας του άρθρου 56Β. Ως τέτοια άδεια λογίζεται η απόφαση ανάθεσης ή έγκρισης της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας.».
Άρθρο 103
Κοινές αθλητικές εγκαταστάσεις – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου
56Α ν. 2725/1999
Στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 56Α του ν. 2725/1999 (Α΄121) περί ένταξης των αθλητικών εγκαταστάσεων σε κατηγορίες, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις: α) στην υποπερ. αα) οι λέξεις εντός αγκυλών «σε οικισμούς με πληθυσμό έως 200 κατοίκους,» διαγράφονται, β) στην υποπερ. ββ) οι λέξεις εντός αγκυλών «σε οικισμούς με πληθυσμό πάνω από 200 κατοίκους,» διαγράφονται και η περ. α) διαμορφώνεται ως εξής:
«α) Κοινές αθλητικές εγκαταστάσεις: αα) Ομάδα Α1: Υπαίθριες εγκαταστάσεις χωρίς θεατές ή έως 500 θεατές, στις οποίες διεξάγονται μόνο προπονήσεις. αβ) Ομάδα Α2: Υπαίθριες εγκαταστάσεις χωρίς θεατές ή έως 500 θεατές, στις οποίες διεξάγονται και αγώνες. γγ) Ομάδα Β1: Υπαίθριες εγκαταστάσεις από 500 έως 5.000 θεατές, όπου διεξάγονται τοπικοί ή ερασιτεχνικοί αγώνες. δδ) Ομάδα Β2: Υπαίθριες εγκαταστάσεις από 500 έως 5.000 θεατές, όπου διεξάγονται αγώνες εθνικών κατηγοριών. εε) Ομάδα Γ1: Υπαίθριες εγκαταστάσεις από 500 έως 5.000 θεατές, όπου διεξάγονται διεθνείς αγώνες ή αγώνες επαγγελματικών κατηγοριών. στστ) Ομάδα Γ2: Υπαίθριες εγκαταστάσεις με 5.000 θεατές και πάνω, ανεξάρτητα από την κατηγορία των αγώνων. ζζ) Ομάδα Δ: Κλειστές εγκαταστάσεις χωρίς θεατές ή έως 1.000 θεατές. ηη) Ομάδα Ε1: Κλειστές εγκαταστάσεις με πάνω από 1.000 θεατές, όπου διεξάγονται τοπικοί ή ερασιτεχνικοί αγώνες. θθ) Ομάδα Ε2: Κλειστές εγκαταστάσεις με πάνω από 1.000 θεατές, όπου διεξάγονται αγώνες εθνικών κατηγοριών. ιι) Ομάδα ΣΤ: Κλειστές εγκαταστάσεις με πάνω από 1.000 θεατές, όπου διεξάγονται διεθνείς αγώνες ή αγώνες επαγγελματικών κατηγοριών. ιαια) Ομάδα Κ: Επιχειρήσεις εκμίσθωσης γηπέδων, υπαίθριες ή κλειστές εγκαταστάσεις χωρίς θεατές, που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για μίσθωση από ελεύθερα αθλούμενους πολίτες και δεν τελούνται σε αυτές αγώνες, προπονήσεις ή εκμάθηση αθλήματος.» Άρθρο 104Καθορισμός των αποζημιώσεων των μελών των δικαιοδοτικών οργάνων και επιτροπών αθλητικών ομοσπονδιών και επαγγελματικών συνδέσμων – Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 127 ν. 2725/1999
Στην παρ. 2 του άρθρου 127 του ν. 2725/1999 (Α΄ 121), περί στέγασης, γραμματειακής υποστήριξης και λειτουργίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) το πρώτο εδάφιο τίθεται ως περ. α), β) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται με τις περ. β) και γ), και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:
«2. α) Με απόφαση του αρμόδιου για θέματα αθλητισμού Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα κοινής στέγασης, γραμματειακής και επιστημονικής υποστήριξης των δικαιοδοτικών οργάνων και των επιτροπών των άρθρων 95, 119, 122, 123 και 127Α.
β) Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του αρμόδιου για θέματα αθλητισμού Υπουργού καθορίζεται, για το σύνολο της θητείας τους, κατά παρέκκλιση του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α` 176), η αποζημίωση των μελών των δικαιοδοτικών οργάνων των άρθρων 123 και 127Α και των γραμματέων τους, η οποία βαρύνει τα έξοδα του τακτικού προϋπολογισμού της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού.
γ) Με απόφαση των αρμοδίων οργάνων των οικείων αθλητικών ομοσπονδιών και επαγγελματικών συνδέσμων, κατά περίπτωση, καθορίζεται, για το σύνολο της θητείας τους, η αποζημίωση των μελών των δικαιοδοτικών οργάνων και επιτροπών των άρθρων 95, 119 και 122 και των γραμματέων τους, η οποία βαρύνει τα έξοδα του προϋπολογισμού τους.».
Άρθρο 105
Μετάταξη και απόσπαση μουσικών Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού σε Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού
- Επιτρέπεται η μετάταξη, με την ίδια σχέση εργασίας, υπαλλήλων κλάδου/ειδικότητας μουσικών, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, από έναν Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α΄ βαθμού σε άλλον Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου, σε κενή οργανική θέση της ίδιας κατηγορίας και κλάδου/ειδικότητας πλήρους ή μερικής απασχόλησης αντίστοιχα, με κοινή απόφαση των αρμόδιων προς διορισμό οργάνων των φορέων προέλευσης και υποδοχής, ύστερα από γνώμη τριμελούς επιτροπής αξιολόγησης. Η επιτροπή αξιολόγησης συγκροτείται στον φορέα υποδοχής, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου διοίκησης και αποτελείται από υπαλλήλους της ίδιας μουσικής ειδίκευσης με τον αιτούντα, ελλείψει αυτών από υπαλλήλους λοιπών μουσικών ειδικοτήτων και ελλείψει αυτών από λοιπούς υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ/ΤΕ οποιουδήποτε κλάδου/ειδικότητας. Ο υπάλληλος μετατάσσεται με τον βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει, διατηρούμενης της τυχόν προσωπικής διαφοράς στις αποδοχές του.
Για την αξιολόγηση του υπαλλήλου λαμβάνονται υπόψη η συνάφεια, η εμπειρία στην άσκηση αντίστοιχων καθηκόντων και κάθε στοιχείο από το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου που καταδεικνύει την καταλληλότητά του για τη συγκεκριμένη θέση.
Περίληψη της απόφασης μετάταξης δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι ανωτέρω μετατάξεις διενεργούνται αποκλειστικά με τις διατάξεις του παρόντος και οι υπάλληλοι εξαιρούνται από τη διαδικασία διενέργειας προγράμματος κινητικότητας του άρθρου 6 του ν. 4440/2016 (Α΄ 224), καθώς και των μετατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 7 και του άρθρου 11Α του ν. 4440/2016. Οι αμοιβαίες μετατάξεις του άρθρου 10 του ν. 4440/2016 εξακολουθούν να ισχύουν για τη μετάταξη από Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού σε Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού.
Αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στο πλαίσιο του Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ολοκληρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης.
- Επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων κλάδου/ειδικότητας μουσικών, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, από έναν Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού σε άλλον Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου, με κοινή απόφαση των αρμόδιων προς διορισμό οργάνων των φορέων προέλευσης και υποδοχής, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, με δυνατότητα ανανέωσης για ένα (1) ακόμη έτος, με την ίδια διαδικασία, ύστερα από γνώμη τριμελούς επιτροπής αξιολόγησης. Η επιτροπή αξιολόγησης συγκροτείται στον φορέα υποδοχής, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου διοίκησης και αποτελείται από υπαλλήλους της ίδιας μουσικής ειδίκευσης με τον αιτούντα, ελλείψει αυτών από υπαλλήλους λοιπών μουσικών ειδικοτήτων και ελλείψει αυτών από λοιπούς υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ/ΤΕ οποιουδήποτε κλάδου/ειδικότητας.
Για την αξιολόγηση του υπαλλήλου λαμβάνονται υπόψη η συνάφεια, η εμπειρία στην άσκηση αντίστοιχων καθηκόντων και κάθε στοιχείο από το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου που καταδεικνύει την καταλληλότητά του.
Οι πάσης φύσεως αποδοχές των υπαλλήλων καταβάλλονται από τον φορέα υποδοχής.
Ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για όλες τις συνέπειες ως πραγματική υπηρεσία στον φορέα, στον οποίο ανήκουν οργανικά.
Οι ανωτέρω αποσπάσεις διενεργούνται αποκλειστικά σύμφωνα με το παρόν και οι υπάλληλοι εξαιρούνται από τη διαδικασία διενέργειας προγράμματος κινητικότητας του άρθρου 6 του ν. 4440/2016. Οι αποσπάσεις της παρ. 5 του άρθρου 7 και του άρθρου 11 του ν. 4440/2016 εξακολουθούν να ισχύουν αποκλειστικά για την απόσπαση σε Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού.
Αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στο πλαίσιο του Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ολοκληρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης.




Σχετικά με τα άρθρα 97 και 98
Το επίδομα που προτείνεται είναι μια θετική εξέλιξη για τους συμβούλους αλλά σε καμία περίπτωση από μόνο του δεν μπορεί να βοηθήσει το φορέα να περιορίσει τη διαρροή ικανών στελεχών και την προσέλκυση νέων.
Προτείνουμε από σεβασμό στην εκπαιδευτική κοινότητα αλλά και σε θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα το σημείο «Σε κάθε περίπτωση, το Δ.Σ. του Ι.Ε.Π. δύναται να εισηγηθεί, οποτεδήποτε και για κάθε λόγο που ανάγεται στις ανάγκες της υπηρεσίας, την άρση της απόσπασης του προσωπικού του πρώτου εδαφίου, αζημίως για το Ι.Ε.Π.» να αφαιρεθεί.
Οι οργανισμοί που ανθούν, σέβονται τα στελέχη τους και το επικοινωνούν με κάθε τρόπο.
Στο άρθρο 97 δύο σημεία χρήζουν διευκρίνισης:
1. «Σε κάθε περίπτωση, το Δ.Σ. του Ι.Ε.Π. δύναται να εισηγηθεί, οποτεδήποτε και για κάθε λόγο που ανάγεται στις ανάγκες της υπηρεσίας, την άρση της απόσπασης του προσωπικού του πρώτου εδαφίου, αζημίως για το Ι.Ε.Π.»
2. «Στα καθήκοντα των Συμβούλων και του λοιπού προσωπικού που υπηρετεί στο Ι.Ε.Π. συμπεριλαμβάνονται η παροχή επιστημονικής και διοικητικής υποστήριξης για την υλοποίηση χρηματοδοτούμενων ή συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση έργων και δράσεων του Ι.Ε.Π., καθώς και η συμμετοχή σε συλλογικά γνωμοδοτικά όργανα διαγωνιστικών διαδικασιών του Ι.Ε.Π..»
Ως προς το 1ο:
Τίθενται τα ερωτήματα: Πώς ορίζονται οι ανάγκες της υπηρεσίας; Τι μπορεί να τις μεταβάλει τόσο άμεσα εντός μιας τετραετίας για την οποία δίνονται οι αποσπάσεις βάση των προκηρύξεων στους συμβούλους και διοικητικούς; Αυτό το μέτρο θα βοηθήσει στην προσέλκυση και παραμονή στο φορέα ικανών στελεχών; Γιατί συμπεριλαμβάνεται μια τέτοια απαξιωτική για τους εκπαιδευτικούς που αποσπώνται διατύπωση που καταπατά στοιχειώδη εργασιακά τους δικαιώματα;
Ως προς το 2ο:
Τίθενται τα ερωτήματα: Είναι τόσο αυξημένες οι ανάγκες διοικητικής υποστήριξης σε έναν επιστημονικό και ερευνητικό φορέα όπως το Ι.Ε.Π.; Μήπως να γίνει προσπάθεια να απλουστευθούν οι διαδικασίες και οι σύμβουλοι να επικεντρωθούν στο επιστημονικό αντικείμενο που είναι εξειδικευμένοι;
Σχετικά με το Άρθρο 97 θα ήταν χρήσιμο να διευκρινιστεί το:
«Σε κάθε περίπτωση, το Δ.Σ. του Ι.Ε.Π. δύναται να εισηγηθεί, οποτεδήποτε και για κάθε λόγο που ανάγεται στις ανάγκες της υπηρεσίας, την άρση της απόσπασης του προσωπικού του πρώτου εδαφίου, αζημίως για το Ι.Ε.Π..».
Πώς ορίζονται οι υπηρεσιακές ανάγκες;
Η HEDRA (Hellenic Educational Robotics Association), ως φορέας που εκπρο-σωπεί κέντρα/εκπαιδευτές και χιλιάδες μαθητές που συμμετέχουν σε δραστηριό-τητες ρομποτικής, STEM και ψηφιακών δεξιοτήτων σε όλη την Ελλάδα, χαιρετίζει κάθε προσπάθεια αναγνώρισης οργανωμένων αγωνιστικών μορφών ρομποτικής.
Ωστόσο, η διατύπωση του άρθρου 102 χρήζει οριοθέτησης, διότι ο ορισμός της «αθλητικής ρομποτικής και τεχνολογίας» περιλαμβάνει ρητά στοιχεία όπως σχε-διασμό, κατασκευή, ρύθμιση και προγραμματισμό ρομποτικών/τεχνολογικών συστημάτων. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν κατεξοχήν εκπαιδευτική/εργαστηριακή δραστηριότητα (STEM) και δεν ταυτίζονται, κατ’ ανάγκη, με την αγωνιστική εκτέλεση/χειρισμό/στρατηγική σε τυποποιημένο περιβάλλον. Με την παρούσα διατύπωση δημιουργείται κίνδυνος θεσμικής σύγχυσης ως προς το πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης: πού σταματά η αγωνιστική/αθλητική διάσταση και πού αρχίζει η εκπαιδευτική ρομποτική, η οποία στην πράξη προηγείται και αποτελεί τη βάση ανάπτυξης των δεξιοτήτων των συμμετεχόντων.
Για τον λόγο αυτό προτείνουμε να προστεθεί ρητή διευκρίνιση στο άρθρο 102 ότι:
– η «αθλητική ρομποτική και τεχνολογία» αφορά αποκλειστικά τις οργανωμένες αγωνιστικές δραστηριότητες και την αγωνιστική προετοιμασία (προπόνηση/χειρισμός/στρατηγική) σε τυποποιημένο αγωνιστικό περιβάλλον,
– και δεν καταλαμβάνει το ευρύτερο πεδίο της εκπαιδευτικής ρομποτικής, STEM και ψηφιακών δεξιοτήτων, ούτε τα κέντρα/δομές όπου παρέχονται αντίστοιχα προγράμματα μη τυπικής εκπαίδευσης.
Τέλος, ακριβώς επειδή με το άρθρο 102 εισάγεται για πρώτη φορά σε νόμο όρος που ρυθμίζει μία “έκφανση” της ρομποτικής (την αγωνιστική), κρίνεται θεσμικά συνεπές —στο ίδιο νομοσχέδιο— να προβλεφθεί ρύθμιση για τη λειτουργία των Κέντρων Εκπαιδευτικής Ρομποτικής, STEM και Ψηφιακών Δεξιοτήτων, με υπαγωγή τους στο ήδη υφιστάμενο πλαίσιο αδειοδότησης των ομοειδών εκπαιδευτικών δομών (Φροντιστήρια/Κέντρα Ξένων Γλωσσών), όπως έχει κριθεί νομοτεχνικά ευχερές από το ΥΠΑΝΕ/ΓΓ Βιομηχανίας λόγω συνάφειας και ταύτισης ενδεικτικού ΚΑΔ (85.59) – σχετική αλληλογραφία μπορεί να υποβληθεί εφόσον ζητηθεί.
Προτάσεις: Προσθήκη τελευταίου εδαφίου στον ορισμό της παρ. 1 του άρθρου 102: «Η παρούσα διάταξη αφορά αποκλειστικά τις οργανωμένες αγωνιστικές δραστηριότητες σε τυποποιημένο αγωνιστικό περιβάλλον και δεν καταλαμβάνει δραστηριότητες εκπαιδευτικής ρομποτικής, STEM και ψηφιακών δεξιοτήτων, οι οποίες έχουν διακριτό εκπαιδευτικό χαρακτήρα.»
2. Νέο άρθρο για την υπαγωγή των Κέντρων Εκπαιδευτικής Ρομποτικής στο ίδιο πλαίσιο με ΚΞΓ/ΦΜΕ:
«Άρθρο …
Κέντρα Εκπαιδευτικής Ρομποτικής, STEM και Ψηφιακών Δεξιοτήτων – υπαγωγή στο πλαίσιο του Κεφαλαίου ΛΗ’ του ν. 4442/2016
1. Για τους σκοπούς εφαρμογής του Κεφαλαίου ΛΗ’ του ν. 4442/2016 (Α’ 230), περί πλαισίου ίδρυσης και λειτουργίας Φροντιστηρίων και Κέντρων Ξένων Γλωσσών, ως «ομοειδείς εκπαιδευτικές δομές» νοούνται και τα «Κέντρα Εκπαιδευτικής Ρομποτικής, STEM και Ψηφιακών Δεξιοτήτων», κατά το μέρος που αφορά στην υπαγωγή σε καθεστώς γνωστοποίησης ή άλλη προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία ίδρυσης και λειτουργίας.
2. Ως «Κέντρο Εκπαιδευτικής Ρομποτικής, STEM και Ψηφιακών Δεξιοτήτων» νοείται εκπαιδευτική δομή μη τυπικής εκπαίδευσης που παρέχει οργανωμένα προγράμματα μάθησης ιδίως στους τομείς της εκπαιδευτικής ρομποτικής, του προγραμματισμού, των αυτοματισμών, της ηλεκτρονικής, των ψηφιακών δεξιοτήτων και συναφών αντικειμένων STEM.
3. Τα Κέντρα της παρ. 2 υπάγονται στο ίδιο καθεστώς ίδρυσης και λειτουργίας που ισχύει για τις δομές του Κεφαλαίου ΛΗ’ του ν. 4442/2016.
4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και Ανάπτυξης δύνανται να εξειδικεύονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας, καθώς και να προσαρμόζονται οι κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 4442/2016.
5. Τα ήδη λειτουργούντα Κέντρα Εκπαιδευτικής Ρομποτικής, STEM και Ψηφιακών Δεξιοτήτων δύνανται να συνεχίσουν τη λειτουργία τους και ολοκληρώνουν τις τυχόν απαιτούμενες ενέργειες υπαγωγής/γνωστοποίησης εντός προθεσμίας που καθορίζεται με την κανονιστική πράξη της παρ. 4.»
Με τιμή τα μέλη ΔΣ του συλλόγου HEDRA (info@hedra.gr):
Τάσος Κασμίρης – Πρόεδρος (εκπρόσωπος ROBOTONIO – Αττική)
Δημήτρης Μπλουγουράς – Αντιπρόεδρος (εκπρόσωπος CityLab – Αττική)
Κωνσταντίνος Νέλλας – Γραμματέας (εκπρόσωπος Robotakia – Αττική)
Ανδρέας Τσιμπούρης – Ταμίας (εκπρόσωπος Robotica.gr – Αχαïα)
Αντώνης Κάνουρας – Μέλος (εκπρόσωπος ROBOTIXLAB – Θεσσαλονίκη)
Μαρία Σαρπότα – Μέλος (εκπρόσωπος @robot’s – Δράμα)
Λεωνίδας Φίλος – Μέλος (εκπρόσωπος bitLab – Μεσσηνία)
Η ρύθμιση του άρθρου 98 συνιστά μια θετική και αναγκαία παρέμβαση, καθώς θεραπεύει μια μακροχρόνια μισθολογική ανισορροπία που είχε διαμορφωθεί σε βάρος των Συμβούλων του ΙΕΠ. Παρά ταύτα, για την πλήρη και απρόσκοπτη εφαρμογή του μισθολογικού πλαισίου, απαιτείται πρόσθετη αποσαφήνιση ως προς τη σχέση του άρθρου 98 με το άρθρο 37.
Ειδικότερα, στην παρ. 4α του άρθρου 37 προβλέπεται ότι ο βασικός μισθός του Μ.Κ. 1 της βαθμίδας του Συμβούλου Α’ του ΙΕΠ καθορίζεται στο ποσό των 1.810 ευρώ, με προσαύξηση 50 ευρώ ανά επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο. Στην παρ. 4β ορίζεται ότι οι αποδοχές των λοιπών βαθμίδων υπολογίζονται ως ποσοστό επί του αντίστοιχου Μ.Κ. του Συμβούλου Α’, με τον Σύμβουλο Β’ να λαμβάνει το 89% αυτού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το άρθρο 37 αναφέρεται στη βαθμίδα («Σύμβουλος Α’ του ΙΕΠ») και όχι στη μορφή της υπηρεσιακής σχέσης. Σε αντίθεση με το άρθρο 38, όπου γίνεται ρητή μνεία σε «μέλη» και προβλέπεται διάκριση, το άρθρο 37 δεν εισάγει καμία διαφοροποίηση μεταξύ μόνιμων και αποσπασμένων. Η επιλογή του νομοθέτη είναι σαφώς λειτουργική: κριτήριο αποτελεί η θέση και η βαθμίδα, όχι το είδος της υπηρεσιακής σύνδεσης.
Με βάση τη γραμματική και συστηματική ερμηνεία, δεν είναι επιτρεπτό να εισαχθούν διακρίσεις εκεί όπου ο νόμος δεν προβλέπει. Τυχόν διαφοροποίηση αποδοχών με κριτήριο την απόσπαση δεν στηρίζεται στο γράμμα της διάταξης και θα συνιστούσε προσθήκη μη προβλεπόμενου όρου.
Παράλληλα, η συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 και 5 Συντ.) επιβάλλει όμοια μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες πραγματικές και νομικές συνθήκες. Οι Σύμβουλοι Α’ και Β’ του ΙΕΠ ασκούν ταυτόσημα καθήκοντα και φέρουν την ίδια ευθύνη ανεξαρτήτως του αν κατέχουν οργανική θέση ή υπηρετούν με απόσπαση. Δεν διαφαίνεται αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί μισθολογική απόκλιση.
Η ίδια κατεύθυνση ενισχύεται και από το ενωσιακό δίκαιο, ιδίως από την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθρο 157 ΣΛΕΕ και άρθρο 23 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ), η οποία συνδέει τις αποδοχές με το περιεχόμενο και την ευθύνη της εργασίας, όχι με τον τυπικό τύπο της υπηρεσιακής σχέσης.
Για λόγους ασφάλειας δικαίου και ομοιόμορφης διοικητικής εφαρμογής, θα ήταν σκόπιμο να προστεθεί ρητή διατύπωση ότι:
«Ο βασικός μισθός των παραγράφων 4α, 4β και 4βα χορηγείται και σε όσους υπηρετούν με απόσπαση σε θέσεις Συμβούλων Α’ και Β’.»
Η διευκρίνιση αυτή δεν συνεπάγεται νέα οικονομική επιβάρυνση ούτε μεταβολή της βούλησης του νομοθέτη. Αντιθέτως, εξασφαλίζει τη συνεπή εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου, προλαμβάνει ερμηνευτικές αποκλίσεις και ενισχύει τη θεσμική σταθερότητα και την ισονομία εντός του ΙΕΠ.
Για το ΙΕΠ
Η πρόσφατη ρύθμιση του άρθρου 98 κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αποκαθιστά μια διαχρονική μισθολογική ασυμμετρία που αφορούσε τους Συμβούλους του ΙΕΠ. Ωστόσο, η ανάγκη κανονιστικής σαφήνειας και πλήρους εφαρμογής του μισθολογικού πλαισίου καθιστά αναγκαία μια επιπλέον αποσαφήνιση σε σχέση με το άρθρο 37.
Συγκεκριμένα, η παράγραφος 4α του άρθρου 37 ορίζει ότι:
«Ο μηνιαίος βασικός μισθός του Μ.Κ. 1 της βαθμίδας του Σύμβουλου Α’ του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) της παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 3966/2011 (Α’ 118) ορίζεται στο ποσό των 1.810 ευρώ», ενώ προβλέπεται προσαύξηση 50 ευρώ ανά επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο.
Η παράγραφος 4β καθορίζει ότι ο μισθός των λοιπών μελών του ΙΕΠ διαμορφώνεται ως ποσοστό επί του αντίστοιχου Μ.Κ. του Συμβούλου Α’, και ειδικότερα ο Σύμβουλος Β’ λαμβάνει το 89% του Συμβούλου Α’.
Είναι κρίσιμο ότι η διάταξη αναφέρεται σε «Σύμβουλο Α’ του ΙΕΠ» ενώ η διάταξη του άρθρου 38 σε «μέλη του ΙΕΠ» και ως εκ τούτου σωστά για το άρθρο 38 έγινε η διάκριση σε αποσπασμένους. Όμως το άρθρο 37 δεν μιλά για μόνιμους ή μέλη του ΙΕΠ και δεν γίνεται καμία διάκριση ή αναφορά σε «μόνιμο» Σύμβουλο. Ο νομοθέτης χρησιμοποιεί λειτουργικό και όχι υπηρεσιακό κριτήριο, δηλαδή τη βαθμίδα και τη θέση, όχι το είδος της υπηρεσιακής σχέσης.
Κατά συνέπεια, η ερμηνεία του άρθρου 37 πρέπει να στηρίζεται στη γραμματική και συστηματική του διατύπωση. Όπου ο νόμος δεν διακρίνει, δεν επιτρέπεται να διακρίνει ο ερμηνευτής. Η τυχόν διαφοροποίηση μισθολογικής μεταχείρισης βάσει της μορφής υπηρεσίας (απόσπαση έναντι οργανικής θέσης) δεν στηρίζεται στο γράμμα της διάταξης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος (αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου) και το άρθρο 4 παρ. 5 (ισότητα στα δημόσια βάρη), πρόσωπα που τελούν υπό τις ίδιες πραγματικές και νομικές συνθήκες πρέπει να αντιμετωπίζονται όμοια. Οι Σύμβουλοι Α’ και Β’ (έχουν καταργηθεί οι Σύμβουλοι Γ’) του ΙΕΠ ασκούν τα ίδια καθήκοντα και φέρουν την ίδια ευθύνη ανεξαρτήτως του αν υπηρετούν με απόσπαση. Δεν προκύπτει αντικειμενικό κριτήριο που να δικαιολογεί μισθολογική διαφοροποίηση.
Επιπλέον, η αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 157 της ΣΛΕΕ και στο άρθρο 23 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενισχύει τη θεμελιώδη απαίτηση αντιστοίχισης καθηκόντων και αποδοχών. Η μισθολογική ρύθμιση ακολουθεί τη θέση και την ευθύνη, όχι την τυπική υπηρεσιακή σχέση.
Για λόγους ασφάλειας δικαίου και αποφυγής ερμηνευτικών αποκλίσεων κατά την εφαρμογή, κρίνεται σκόπιμο να προστεθεί ρητή διατύπωση που να καθιστά σαφές ότι:
«Ο βασικός μισθός των παραγράφων 4α, 4β και 4βα χορηγείται και σε όσους υπηρετούν με απόσπαση σε θέσεις Συμβούλων Α’ και Β’.»
Η προσθήκη αυτή δεν μεταβάλλει το οικονομικό περιεχόμενο της διάταξης ούτε εισάγει νέα παροχή. Αντιθέτως, διασφαλίζει τη συνεπή εφαρμογή του ήδη θεσπισμένου μισθολογικού πλαισίου, αποτρέπει ερμηνευτικά κενά και κατοχυρώνει την αρχή της ισονομίας.
Η σαφής νομοθετική διατύπωση ενισχύει τη θεσμική σταθερότητα, προλαμβάνει διοικητικές ασάφειες και διασφαλίζει ότι η βούληση του νομοθέτη —όπως αποτυπώνεται στο γράμμα του νόμου— εφαρμόζεται πλήρως και χωρίς διακρίσεις.
Άρθρο 105 – Μετάταξη και απόσπαση μουσικών Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού σε Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού
Στο συγκεκριμένο άρθρο προβλέπεται ότι η επιτροπή αξιολόγησης των μουσικών, σε περίπτωση που ο Δήμος υποδοχής δεν διαθέτει υπαλλήλους ειδικοτήτων μουσικών, θα αξιολογείται από υπαλλήλους άλλων ειδικοτήτων.
Πως θα αξιολογήσουν ένα μουσικό, πρόσωπα που δεν γνωρίζουν μουσική; Αυτό, ουσιαστικά δεν μπορεί να γίνει.
Στην περίπτωση λοιπόν που Δήμος υποδοχής δεν διαθέτει υπαλλήλους μουσικούς, προτείνεται η συγκρότηση ή και η συμπλήρωση της επιτροπής από υπαλλήλους μουσικούς άλλων Φορέων ή και μη υπαλλήλων που κατέχουν τα τυπικά προσόντα της υπό μετάταξης θέσης.
Προτείνεται η ένταξη των παρακάτω τριών (3) άρθρων με στόχο:
α) να οριστεί η δράση «Εκπαίδευση Εκπαιδευτών Κινητικότητας, Προσανατολισμού & Δεξιοτήτων Καθημερινής Διαβίωσης για τα Άτομα με Οπτική Αναπηρία-‘Mobility Rights for All’» ως πιλοτικό πρόγραμμα και να καθοριστούν οι απαραίτητοι όροι και προϋποθέσεις υλοποίησής του,
β) να θεσπιστεί η συμμετοχή της Ε.Σ.Α.μεΑ. και του Ινστιτούτου της στις διαδικασίες του ΕΟΠΠΕΠ ώστε να διασφαλιστεί η ένταξη της διάστασης της αναπηρίας στη δράση του, όπως επιβάλλει η παρ. 3 του άρθρου 4 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (ν.4074/2012) και τα άρθρα 61 και 62 του ν.4488/2017.
γ) να απαλλαγούν από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο [ν.4763/21.12.2020 (ΦΕΚ Α΄254), αριθ. Πρωτ. 82759/29-08-2022 (ΑΔΑ: 6ΝΩ946ΜΤΛΡ-ΒΘΙ)], τα Προγράμματα Διά Βίου Εκπαίδευσης που σχεδιάσει να υλοποιήσει το ΙΝ-ΕΣΑμεΑ.
Α. «Άρθρο……: Πιλοτικό Πρόγραμμα με τίτλο «Εκπαίδευση Εκπαιδευτών Κινητικότητας, Προσανατολισμού και Δεξιοτήτων Καθημερινής Διαβίωσης για Άτομα με Οπτική Αναπηρία-‘Mobility Rights for All’
1. Σκοπός του Πιλοτικού Προγράμματος με τίτλο ‘Εκπαίδευση Εκπαιδευτών Κινητικότητας, Προσανατολισμού & Δεξιοτήτων Καθημερινής Διαβίωσης για τα Άτομα με Οπτική Αναπηρία’ “Mobility Rights for All” είναι η καταπολέμηση του αποκλεισμού των ατόμων με οπτική αναπηρία μέσω της προώθησης της κοινωνικής τους συμπερίληψης και της διασφάλισης του δικαιώματός τους για αυτόνομη και ανεξάρτητη διαβίωση και στην ατομική τους κινητικότητα στη βάση των επιταγών του Συντάγματος της Χώρας (παρ.6, άρ.21), της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (άρθρα 19 και 20) κατ’ εφαρμογή του ν.4074/2012, και της Εθνικής Στρατηγικής για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία 2024–2030.
2. Ωφελούμενοι του Προγράμματος είναι άνεργοι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανεργίας της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.), με στόχο την εκπαίδευσή τους και απασχόληση ως εκπαιδευτές Κινητικότητας, Προσανατολισμού και Δεξιοτήτων Καθημερινής Διαβίωσης για Άτομα με Οπτική Αναπηρία.
3. Αντικείμενο του Προγράμματος αποτελεί η εκπαίδευση (Θεωρία και Πρακτική) σαράντα (40) ωφελούμενων στο γνωστικό αντικείμενο της Κινητικότητας, Προσανατολισμού και των Δεξιοτήτων Καθημερινής Διαβίωσης για άτομα με οπτική αναπηρία. Η συνολική διάρκεια του Προγράμματος ανέρχεται σε 1.000 ώρες, εκ των οποίων 500 ώρες αφορούν θεωρητική εκπαίδευση και 500 ώρες πρακτική άσκηση. Το Πρόγραμμα καταλήγει σε πιστοποίηση επαγγελματικών προσόντων και περιλαμβάνει υποστηρικτικές δράσεις για την εύρυθμη και αποτελεσματική υλοποίησή του.
4. Ειδικότερα:
α) Η πρακτική άσκηση πραγματοποιείται σε χώρους ζωτικής σημασίας για την καθημερινή κίνηση ατόμων με οπτική αναπηρία, όπως υπαίθριοι χώροι (ενδεικτικά: σταθμοί μετρό, ειδικά σχεδιασμένες διαδρομές) και εσωτερικοί χώροι (π.χ. οικίες), με σκοπό την αποτελεσματική εκπαίδευση των συμμετεχόντων με τη χρήση βιωματικών μεθόδων εκπαίδευσης.
β) Επιτρέπεται η συμμετοχή εμπειροτεχνών εκπαιδευτών, με εξειδίκευση ή αποδεδειγμένη εμπειρία σε συναφή γνωστικά αντικείμενα, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη έγκρισή τους από τον Εθνικό Οργανισμό Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΕΟΠΠΕΠ).
γ) Ο συνολικός προϋπολογισμός του Προγράμματος ανέρχεται σε οκτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€800.000,00) και χρηματοδοτείται από πόρους του Προγράμματος «Ανθρώπινο Δυναμικό και Κοινωνική Συνοχή – ΠΑΔΚΣ» 2021-2027, στον Άξονα Προτεραιότητας 1, Ειδικός Στόχος 4.η (4.8): «Προώθηση της ενεργού ένταξης, με σκοπό την προώθηση της ισότητας των ευκαιριών, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της ενεργού συμμετοχής και βελτίωση της απασχολησιμότητας, ειδικότερα για τις μειονεκτούσες ομάδες».
δ) Για την κάλυψη των ιδιαίτερων απαιτήσεων με σκοπό την αποτελεσματική υλοποίηση του Προγράμματος λαμβάνονται εξειδικευμένα υποστηρικτικά μέτρα, όπως η καταβολή εκπαιδευτικού επιδόματος στους εκπαιδευόμενους, η υλοποίηση πρακτικής άσκησης όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4α) του παρόντος, η επιμόρφωση των εκπαιδευτών εκπαίδευσης των εκπαιδευόμενων, η συνεργασία με εξειδικευμένους εισηγητές από το εξωτερικό, η διερμηνεία ξένης γλώσσας, η εκπόνηση και προσβασιμοποίηση εξειδικευμένου εκπαιδευτικού υλικού, η παροχή ειδικού/υποστηρικτικού υλικού πρακτικής άσκησης, η πιστοποίηση επαγγελματικών προσόντων, η διάρκεια και το κόστος θεωρίας, η διάρκεια και το κόστος της πρακτικής άσκησης. Τα παραπάνω καθορίζονται με λεπτομέρεια στην απόφαση ένταξης του Προγράμματος και του συνοδευτικού Τεχνικού Δελτίου Έργου στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα.
5. Δικαιούχος και Φορέας Υλοποίησης του Προγράμματος ορίζεται η Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία με την επωνυμία «Ινστιτούτο Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία και Χρόνιες Παθήσεις (ΙΝ.Ε.Σ.Α.μεΑ.)».
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης & Διά Βίου Μάθησης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού εγκρίνονται κατόπιν τεκμηριωμένου αιτήματος του δικαιούχου: το αναλυτικό περιεχόμενο του Προγράμματος, ο τρόπος υλοποίησής του, οι όροι και προϋποθέσεις συμμετοχής των ωφελούμενων, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο τεχνικό ή οργανωτικό μέτρο για την εφαρμογή του».
Β. « Άρθρο……: Συμμετοχή της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία και του Ινστιτούτου αυτής σε διαδικασίες του ΕΟΠΠΕΠ
1. Η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.Α.μεΑ.) συμμετέχει με έναν (1) εκπρόσωπό της, με δικαίωμα ψήφου, στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΕΟΠΠΕΠ).
2. Η Ε.Σ.Α.μεΑ. συμμετέχει με έναν (1) εκπρόσωπό της, με δικαίωμα ψήφου, στην Επιτροπή Πιστοποίησης Επαγγελματικών Περιγραμμάτων του ΕΟΠΠΕΠ, όταν εξετάζονται ή αξιολογούνται επαγγελματικά περιγράμματα που αφορούν άμεσα ή έμμεσα επαγγέλματα σχετιζόμενα με άτομα με αναπηρία ή/και χρόνιες παθήσεις.
3. Η Ε.Σ.Α.μεΑ. και το «Ινστιτούτο Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία και Χρόνιες Παθήσεις (ΙΝ.Ε.Σ.Α.μεΑ.)» συμμετέχουν υποχρεωτικά στη διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης και συνδιαμόρφωσης, σε όλα τα στάδια ανάπτυξης, σχεδιασμού και πιστοποίησης επαγγελματικών περιγραμμάτων που σχετίζονται με επαγγέλματα τα οποία αφορούν άτομα με αναπηρία ή/και χρόνιες παθήσεις».
Γ «Άρθρο……: Ειδικές ρυθμίσεις για την υλοποίηση Προγραμμάτων Διά Βίου Εκπαίδευσης του ΙΝ-ΕΣΑμεΑ
1. Αντικείμενο – Πεδίο εφαρμογής
Τα Προγράμματα Διά Βίου Εκπαίδευσης που σχεδιάζονται και υλοποιούνται από το ΙΝ-ΕΣΑμεΑ κατά την Προγραμματική Περίοδο 2021 – 2027, λόγω του εξαιρετικά εξειδικευμένου χαρακτήρα τους και των ιδιαίτερων αναγκών των ωφελούμενων με αναπηρία, δεν υπάγονται στις τυπικές κατηγορίες Γενικής Εκπαίδευσης Ενηλίκων και δύνανται να υλοποιούνται κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων που διέπουν τη γενική εκπαίδευση ενηλίκων.
2. Εξειδικευμένα προγράμματα
Τα ανωτέρω προγράμματα περιλαμβάνουν ιδίως τις ακόλουθες δράσεις, συνοδευόμενες από υποστηρικτικές παρεμβάσεις προσαρμοσμένες στις ανάγκες των ωφελούμενων:
α) Συνδικαλιστική εκπαίδευση στελεχών του αναπηρικού κινήματος.
β) Ενδυνάμωση ατόμων με βαριές ή πολλαπλές αναπηρίες που διαβιούν σε ιδρύματα, μέσω ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων και συμμετοχής σε μουσικοκινητικές, θεατρικές και λοιπές δημιουργικές δραστηριότητες.
γ) Ενδυνάμωση ατόμων με νοητικές και αναπτυξιακές αναπηρίες για την άσκηση αυτό-συνηγορίας.
δ) Επιμορφωτικά σεμινάρια για την ανεξάρτητη διαβίωση και την υπηρεσία προσωπικής βοήθειας.
ε) Εκπαίδευση προσωπικού μονάδων κλειστής και ανοικτής περίθαλψης για τη διαχείριση ατόμων με αναπηρία σε έκτακτες καταστάσεις ή καταστάσεις κρίσης.
στ) Επιμόρφωση Κωφών Εκπαιδευτών Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας.
3. Υλοποίηση σε μη πιστοποιημένες δομές
3.1. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων που προβλέπουν την υλοποίηση προγραμμάτων αποκλειστικά σε πιστοποιημένες δομές, τα προγράμματα του παρόντος άρθρου δύνανται να υλοποιούνται σε χώρους οικείους, λειτουργικά προσβάσιμους και ασφαλείς για τα άτομα με αναπηρία.
3.2. Η επιλογή των χώρων τεκμηριώνεται από το ΙΝ-ΕΣΑμεΑ με βάση τις ανάγκες προσβασιμότητας, το επίπεδο λειτουργικότητας και τις συνθήκες διαβίωσης των ωφελούμενων, ιδίως στις περιπτώσεις ατόμων που διαβιούν ή δραστηριοποιούνται σε ιδρυματικές ή συναφείς δομές.
4. Εκπαιδευτές – Προϋποθέσεις απασχόλησης
4.1. Κατά παρέκκλιση των γενικών διατάξεων:
α) Δεν απαιτείται πιστοποιημένη εκπαιδευτική επάρκεια.
β) Δεν απαιτείται η ένταξη των εκπαιδευτών στο Μητρώο του ΕΟΠΠΕΠ.
γ) Δεν απαιτείται προηγούμενη έγκριση μη πιστοποιημένων εκπαιδευτών από τον ανωτέρω φορέα.
4.2. Επιτρέπεται η απασχόληση εμπειροτεχνών ή ειδικών με αποδεδειγμένη και τεκμηριωμένη πολυετή εμπειρία στο αντικείμενο διδασκαλίας, ιδίως σε πεδία όπως η αυτό-συνηγορία, η υποστήριξη ατόμων με βαριές ή πολλαπλές αναπηρίες και οι θεραπευτικά προσανατολισμένες δημιουργικές δραστηριότητες, ακόμη και ελλείψει τυπικής πιστοποίησης.
5. Ειδική πρόβλεψη ωριαίας αποζημίωσης
5.1. Το κόστος ανά εκπαιδευτική ώρα δύναται να προσαυξάνεται, κατόπιν ειδικής τεκμηρίωσης του ΙΝ-ΕΣΑμεΑ, λόγω των αυξημένων απαιτήσεων που απορρέουν από:
α) την αυξημένη αναλογία εκπαιδευτών προς εκπαιδευόμενους με αναπηρία,
β) την ανάγκη παροχής εξατομικευμένης υποστήριξης,
γ) την υλοποίηση εύλογων προσαρμογών και μέτρων καθολικής προσβασιμότητας.
5.2. Η ανωτέρω προσαύξηση αιτιολογείται ειδικώς με βάση τις αρχές της ισότητας, της μη διάκρισης και της ουσιαστικής προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρία.
Διάβασα όλα τα σχόλια για το επίδομα των συμβούλων Α και Β του ΙΕΠ και οι επισημάνσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές.
Όμως διαφωνώ κάθετα με την περαιτέρω αύξηση του επιδόματος.
Αντίθετα θεωρώ αναγκαίο να ρυθμιστεί ο βασικός μισθός των αποσπασμένων συμβούλων Α και Β ώστε να υπάρχει ισονομία και πλήρη εφαρμογή του νόμου.
Είναι απολύτως αναγκαίο να προστεθεί ρητά στο άρθρο 37 του νόμου 5045/2023 – ΦΕΚ 136/Α/29-7-2023 στις παραγράφους 4α, 4β και 4βα, η εξής διατύπωση:
«Ο βασικός μισθός των 4α, 4β και 4βα χορηγείται και σε όσους υπηρετούν με απόσπαση σε θέσεις Συμβούλων Α’ και Β’.»
Όλα τα άλλα είναι μπαλώματα και δεν επιλύουν το πρόβλημα της υποστελέχωσης του ΙΕΠ
Σχετικά με το άρθρο 98 και το επίδομα των συμβούλων του ΙΕΠ όπου γίνεται για πρώτη φορά μια διόρθωση ενός λάθους 14 ετών απαιτεί και άλλη μια παρέμβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αποσπασμένοι Σύμβουλοι Α’ και Β’ ασκούν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα, φέρουν την ίδια θεσμική ευθύνη και υπόκεινται στο ίδιο κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας με τους προβλεπόμενους «μόνιμους» Συμβούλους. Η διαφοροποίηση αποκλειστικά βάσει της υπηρεσιακής σχέσης (απόσπαση έναντι μόνιμης θέσης), ιδίως όταν μόνιμες θέσεις δεν υφίστανται νομοθετικά, δεν συνιστά αντικειμενικό και πρόσφορο κριτήριο ικανό να δικαιολογήσει μισθολογική απόκλιση.
Η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και η ειδικότερη αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 Συντ.), επιβάλλουν την όμοια μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες πραγματικές και νομικές συνθήκες. Κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η διαφορετική μεταχείριση είναι συνταγματικά ανεκτή μόνο εφόσον στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια και τελεί σε εύλογη σχέση αναλογικότητας προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Περαιτέρω, η αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, η οποία αναγνωρίζεται τόσο στο ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 157 ΣΛΕΕ και άρθρο 23 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ) όσο και στη γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης στη δημόσια διοίκηση, ενισχύει τη συνταγματική επιταγή για αντιστοίχιση καθηκόντων και αποδοχών.
Κατά συνέπεια, η ρητή επέκταση της μισθολογικής ρύθμισης στους υπηρετούντες με απόσπαση δεν αποτελεί ζήτημα νομοτεχνικής πληρότητας, αλλά αναγκαία προσαρμογή προς τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, ώστε να αποτραπεί αδικαιολόγητη διαφοροποίηση σε βάρος προσώπων που τελούν υπό ταυτόσημες συνθήκες άσκησης καθηκόντων.
Ως εκ τούτου είναι απολύτως αναγκαίο να προστεθεί στο άρθρο 37, στις παραγράφους 4α, β, βα, η εξής διατύπωση:
«Ο βασικός μισθός των 4α, 4β και 4βα χορηγείται και σε όσους υπηρετούν με απόσπαση σε θέσεις Συμβούλων Α’ και Β’.»
Η ρύθμιση του άρθρου 98 συνιστά μια ουσιαστική θεσμική αποκατάσταση, καθώς διορθώνει μια 14ετή μισθολογική ανισότητα εις βάρος των αποσπασμένων Συμβούλων του ΙΕΠ, σε σχέση με το επίδομα που προβλεπόταν στο άρθρο 38 του ν. 5045/2023 για μόνιμους Συμβούλους — οι οποίοι όμως δεν υπάρχουν στο ΙΕΠ ούτε προβλέπεται νομοθετικά να υπάρξουν.
Το ίδιο ακριβώς ζήτημα ανακύπτει και με το άρθρο 37, το οποίο καθορίζει τον βασικό μισθό του Μ.Κ.1 της βαθμίδας μόνιμου Συμβούλου Α’ στα 1.810 ευρώ, με προσαύξηση 50 ευρώ ανά επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο. Εφόσον όμως δεν υφίστανται μόνιμοι Σύμβουλοι στο ΙΕΠ, η διάταξη, εάν δεν αποσαφηνιστεί, δημιουργεί εκ νέου ένα κενό εφαρμογής.
Για τον λόγο αυτό, είναι απολύτως αναγκαίο να προστεθεί ρητά στο άρθρο 37, στις παραγράφους 4α, 4β και 4βα, η εξής διατύπωση:
«Ο βασικός μισθός των 4α, 4β και 4βα χορηγείται και σε όσους υπηρετούν με απόσπαση σε θέσεις Συμβούλων Α’ και Β’.»
Η προσθήκη αυτή δεν συνιστά νέα παροχή ούτε επέκταση ευνοϊκής ρύθμισης. Αποτελεί πράξη ισονομίας και θεσμικής συνέπειας. Όποιος ασκεί τα ίδια καθήκοντα και φέρει την ίδια ευθύνη, δικαιούται την αμοιβή που προβλέπει ο νόμος. Η σαφής διατύπωση διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου, αποτρέπει ερμηνευτικές ασάφειες και ενισχύει την αξιοπιστία της πολιτείας.
Άρθρο 105 – Μετάταξη και απόσπαση μουσικών Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού σε Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού
Παρατήρηση 1
Στο αρ. 1 του ΠΔ 476/81 αναφέρονται για τους ΟΤΑ 5 ειδικότητες μουσικών (1.Διευθυντής Φιλαρμονικής, 2. Διευθυντής Χορωδίας, 3.Αρχιμουσικός,4. Κορυφαίος Μουσικός και 5. Μουσικός).
Ζητάμε να αναγραφεί στο νόμο ότι ο κλάδος/ειδικότητας μουσικών, περιλαμβάνει τις επιμέρους ειδικότητες του αρ. 1 του ΠΔ 476/81, για τις οποίες ο υπάλληλος πρέπει να έχει τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία τυπικά προσόντα.
Παρατήρηση 2
Η επάρκεια του υπαλλήλου, που αιτείται μετάταξη, πρέπει να διαπιστώνεται από την τριμελή επιτροπή. Τα κριτήρια που αναφέρονται της συνάφεια, της εμπειρίας σε αντίστοιχα καθήκοντα και τα στοιχεία από το προσωπικό μητρώο, δεν εξασφαλίζουν την μουσική του επάρκεια στο παρόν. Πρέπει λοιπόν να προβλεφθεί ότι για την αξιολόγηση του υπαλλήλου, διενεργείται ακρόαση – συνέντευξη από την τριμελή επιτροπή αξιολόγησης, για τη μουσική του επάρκεια με δικαίωμα αποκλεισμού, από την επιτροπή, όσων κρίνονται ανεπαρκείς.
Παρατήρηση 3
Θεωρούμε κοινωνικά δίκαιο και ζητάμε να εξακολουθήσουν να ισχύουν οι μετατάξεις μέσω του Ε.Σ.Κ. για λόγους υγείας (αρ.5, παρ.7) και συνυπηρέτησης (αρ. 11Α) του ν.4440/2016
Άρθρο 105 – Μετάταξη και απόσπαση μουσικών Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού σε Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού
Παρατήρηση 1
Στο αρ. 1 του ΠΔ 476/81 αναφέρονται για τους ΟΤΑ 5 ειδικότητες μουσικών (1.Διευθυντής Φιλαρμονικής, 2. Διευθυντής Χορωδίας, 3.Αρχιμουσικός,4. Κορυφαίος Μουσικός και 5. Μουσικός).Ζητάμε να αναγραφεί στο νόμο ότι ο κλάδος/ειδικότητας μουσικών, περιλαμβάνει τις επιμέρους ειδικότητες του αρ. 1 του ΠΔ 476/81, για τις οποίες ο υπάλληλος πρέπει να έχει τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία τυπικά προσόντα.
Παρατήρηση 2
Η επάρκεια του υπαλλήλου, που αιτείται μετάταξη, πρέπει να διαπιστώνεται από την τριμελή επιτροπή. Τα κριτήρια που αναφέρονται της συνάφεια, της εμπειρίας σε αντίστοιχα καθήκοντα και τα στοιχεία από το προσωπικό μητρώο, δεν εξασφαλίζουν την μουσική του επάρκεια στο παρόν. Πρέπει λοιπόν να προβλεφθεί ότι για την αξιολόγηση του υπαλλήλου, διενεργείται ακρόαση – συνέντευξη από την τριμελή επιτροπή αξιολόγησης, για τη μουσική του επάρκεια με δικαίωμα αποκλεισμού, από την επιτροπή, όσων κρίνονται ανεπαρκείς.
Παρατήρηση 3
Θεωρούμε κοινωνικά δίκαιο και ζητάμε να εξακολουθήσουν να ισχύουν οι μετατάξεις μέσω του Ε.Σ.Κ. για λόγους υγείας (αρ.5, παρ.7) και συνυπηρέτησης (αρ. 11Α) του ν.4440/2016
Ο ρόλος του ΙΕΠ είναι πολύ σημαντικός και το έργο που προσφέρει καταλυτικό. Η προσφορά του στην επιτυχή διεκπεραίωση των έργων του ΥΠΑΙΘΑ είναι αποδεδειγμένη και επαναλαμβανόμενη όλα τα χρόνια. Η απόδοση επιδόματος με το άρθρο 98 είναι η ελάχιστη αναγνώρισή του από του Υπουργείο Παιδείας. Αυτό θα ολοκληρωθεί με την ανάλογη απόδοση του σωστού ποσού για το επίδομα, που δεν μπορεί να είναι λιγότερο από το ποσό των 650 ευρώ.
Αγαπητή κα Υπουργέ,
Συγχαρητήρια για την απόφασή σας να συμπεριλάβετε στο Άρθρο 98 επίδομα για τους συμβούλους του ΙΕΠ. Η απόφαση αυτή έρχεται να αποκαταστήσει μία αδικία που υπήρχε χρόνια τώρα. Για να ολοκληρωθεί αυτό το έργο, το επίδομα θα πρέπει να είναι ανάλογο της προσφοράς και του έργου του ΙΕΠ που βασίζεται στους Συμβούλους του. Το ελάχιστο ποσό θα πρέπει να ανέρχεται στα 600 ευρώ.
Συγχαρητήρια κα Υπουργέ για την πρωτοβουλία σας να δοθεί επίδομα στους συμβούλους του ΙΕΠ. Έρχεστε να τακτοποιήσετε εκκρεμότητες και ασάφειες από παλαιότερα κι αυτό ΣΑΣ ΤΙΜΑ ιδιαίτερα. Για να αποκατασταθούν όμως όλα όπως πρέπει,το επίδομα θα πρέπει να είναι ανάλογο των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων τους. Επομένως 650 ευρώ για τους συμβούλους Α και 455 ευρώ γιασ τους συμβούλους Β.
Η επί 14 χρόνια έλλειψη ενίσχυσης των Συμβούλων του ΙΕΠ με επιδομα έρχεται να αποκατασταθεί τώρα με το άρθρο 98. Η πλήρης αποκατάσταη θα γίνει με το ανάλογο της θέσης επίδομα των 600 ευρώ.Έτσι θα δοθεί και κίνητρο για κάλυψη όλων των θέσεων και παραμονή στελεχών με υψηλά προσόντα.
Στο άρθρο 28 σωστά τίθεται το θέμα επιδόματος στους Συμβούλους του ΙΕΠ, αλλά πρέπει να αναβαθμιστεί το ποσό σε αναλογία και με τις ανάλογες θέσεις συμβούλων οπότε να ανέρχεται στο ποσό των 700 ευρώ. Ο αριθμός των συμβούλων είναι μικρός και επομένως δεν επιβαρύνεται ο προυπολογισμός.
Ένα διαχρονικό και δίκαιο αίτημα των εργαζομένων στο ΙΕΠ ικανοποιείται. Ελπίζω ότι η πολιτεία θα φανεί λίγο πιο γεναιόδωρη ως προς την αποζημίωση στους Συμβούλους του ΙΕΠ, δεδομένης της πολύ σημαντικής επιστημονικής συμβολής τους. Ίσως θα ήταν σκόπιμο το ΙΕΠ να μετατραπεί σε ανεξάρτητη αρχή, ανεπηρέαστη από τα κόμματα, για να μπορεί να επιτελεί με μεγαλύτερη ανεξαρτησία το έργο του, που είναι πραγματικά μεγάλο και σπουδαίο. Οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται εκεί είναι πολύ υψηλών προσόντων και είναι κρίμα να το εγκαταλείπουν γρήγορα επειδή δεν βλέπουν κανένα μέλλον σ’ αυτό.
Κυρία Υπουργέ, το προτεινόμενο άρθρο 98 αποκαθιστά κατά 25% την επιδοματική πολιτική και δεν καλύπτει ουσιαστικά τη θέση.
Το πρόβλημα παραμένει: η θέση Συμβούλου Α’ έχει (σύμφωνα με τον νόμο που τροποποιεί το άρθρο) καθορισμένη αμοιβή 2.040 €, όμως ο υπηρετών Σύμβουλος θα αμείβεται με 1.380 €. Αυτό δεν είναι αποκατάσταση. Είναι ημιτελής διόρθωση.
Είναι κρίσιμο να προβείτε σε ενέργειες που θα λύσουν κατά 100% ένα πρόβλημα που ταλανίζει το υπουργείο παιδείας 14 συναπτά έτη και δίνει τροφή σε αρκετούς να λένε ότι το ΙΕΠ δεν είναι καλός φορέας.
Μπράβο στην Υπουργό Παιδείας που με το άρθρο 98 επιτέλους ξεκίνησε να λύνει ένα πρόβλημα 14 ετών.
Ως ένας από τους πιο παλιούς συμβούλους του ΙΕΠ θερμά συγχαρητήρια.
Είναι ευκαιρία όμως η διάταξη να λύσει πλήρως το πρόβλημα.
Πρέπει το θέμα να επανεξεταστεί από τα συναρμόδια υπουργεία.
Δεν είναι λογικό να παραμένει ενεργή μια διαφορά 660 € ανάμεσα στη νομοθετική αποτίμηση της θέσης και στις πραγματικές αποδοχές όσων την υπηρετούν. Αν θέλουμε σοβαρό και λειτουργικό Ι.Ε.Π., πρέπει η ρύθμιση να είναι πλήρης.
Εξαιρετικά σημαντική κίνηση το άρθρο 98.
Ωστόσο, συνεχίζεται το θέμα της κανονιστικής συνέπειας που ξεκίνησε πριν από 14 χρόνια. Ο νόμος περιγράφει μία θέση με συγκεκριμένο μισθολογικό αποτέλεσμα, αλλά η εφαρμογή της διάταξης οδηγεί σε άλλο, σημαντικά χαμηλότερο ποσό. Αυτό απαιτεί τώρα να λυθεί μιας και άνοιξε. Η διόρθωση είναι απλή: επίδομα 890 €.
Χρειάζεται οι υπουργοί οικονομικών και παιδείας να λύσουν το πρόβλημα.
Το άρθρο 98 είναι ένα βήμα, αλλά όχι λύση. Η πραγματική υπηρεσιακή κατάσταση στο Ι.Ε.Π. έχει αλλάξει, και η νομοθεσία οφείλει να ακολουθήσει τη λειτουργική πραγματικότητα. Οι αποσπασμένοι Σύμβουλοι δεν πρέπει να αμείβονται με 660 € λιγότερα από όσα η ίδια η θέση προβλέπει σύμφωνα με το νόμο που επικαλείται το ίδιο το άρθρο 98.
Οι υπουργοί οικονομίας και παιδείας πρέπει να κάνουν το μεγάλο βήμα και να ενισχύσουν τον φορέα με στελέχη που αμείβονται με υψηλές αποδοχές λόγω του κρισιμότατου και πολύπλοκου έργου που κάνουν.
Αυτή τη στιγμή και διαχρονικά ο φορέας δεν έχει 60 συμβούλους λόγω συνεχών παραιτήσεων, μιας και το έργο είναι επίπονο και πολύ χαμηλά αμειβόμενο, ενώ όσοι εργάζονται σε άλλες θέσεις αμείβονται μέσω των έργων που τρέχει το ΙΕΠ.
Με άλλα λόγια, τα στελέχη αμείβονται με τον βασικό μισθό τους (και τώρα θα λαμβάνουν και το νόμιμο επίδομα των 230 ευρώ που θα έπρεπε να υπάρχει εδώ και 14 χρόνια) και ταυτόχρονα εργάζονται για να πληρώνονται εξωτερικοί συνεργάτες που ελέγχονται από αυτούς που πληρώνονται ελάχιστα.
Είναι κρίσιμο να αναγνωριστεί αυτό από τους δύο υπουργούς και από τις δομές του ΕΣΠΑ και του ΕΠΑ διότι αλλιώς κανένα έργο δεν θα υλοποιηθεί επαρκώς…
Συγχαρητήρια στην υπουργό που επιχειρεί με το άρθρο 98 να ενισχύσει την αμοιβή των συμβούλων του ΙΕΠ. Του πιο νευραλγικού φορέα του ΥΠΑΙΘΑ.
Ωστόσο, αφού ο νομοθέτης αναγνωρίζει ότι η θέση Συμβούλου Α’ του Ι.Ε.Π. αντιστοιχεί σε αποδοχές 2.040 €, τότε οφείλουν οι υπουργοί οικονομικών και παιδείας να εξασφαλίσουν ότι αυτό το ποσό καταβάλλεται και στην πράξη. Με το άρθρο 98 όπως είναι, αυτό δεν συμβαίνει. Χρειάζεται σαφής αναμόρφωση του επιδόματος από 230 € σε 890 €.
Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος να μπορεί να έχει το ΙΕΠ στελέχη που να επιθυμούν να εργαστούν για 4 συναπτά έτη απερίσπαστοι και καλά αμειβόμενοι.
Σχετικά με το άρθρο 98 και διαβάζοντας τα σχόλια, φαίνεται ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν είναι συνεπής με την ίδια τη μισθολογική λογική του νόμου. Δεν μπορεί η θέση να προβλέπεται με συνολικές αποδοχές 2.040 € και εκείνος που την ασκεί να λαμβάνει 1.380 €. Αυτή η αναντιστοιχία πρέπει να θεραπευτεί στο παρόντα νόμο και το επίδομα να ανέλθει στα 890 €.
Το άρθρο 98 δεν είναι ολοκληρωμένο. Δεν αρκεί να δοθεί απλώς το ίδιο επίδομα που προβλέφθηκε κάποτε για μόνιμους Συμβούλους, όταν η σημερινή στελέχωση του Ι.Ε.Π. γίνεται αποκλειστικά με αποσπασμένους εκπαιδευτικούς. Το ζήτημα δεν είναι τυπικό αλλά ουσιαστικό: για να υπάρξει πραγματική ισοδυναμία, το επίδομα πρέπει να είναι 890 €.
Αν η σημερινή κυβέρνηση δεν το αντιμετωπίσει, θα συνεισφέρει στη διαιώνιση ενός μείζονος ζητήματος.
Η διάταξη του άρθρου 98, όπως κατατίθεται, δημιουργεί ψευδή εντύπωση αντιμετώπισης ενός ζητήματος που ταλανίζει τον πιο σημαντικό φορέα του Υπουργείου Παιδείας εδώ και 14 χρόνια.
Μια κακή διατύπωση στον ιδρυτικό νόμο του 2011 και μια αλλαγή του στη συνέχεια (την περίοδο της οικονομικής κρίσης) με την οποία ακυρώθηκαν όλες οι θέσεις μόνιμων συμβούλων και προσδιορίστηκε ότι όλοι οι σύμβουλοι θα είναι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί, οδήγησε σε έναν φορέα που δεν μπορεί να έχει μνήμη και συνέχεια.
Με τη νομοθετική ρύθμιση, στην πραγματικότητα, απλώς χορηγείται το πρόσθετο επίδομα που προβλέπει ο νόμος χωρίς όμως να δίνει και το βασικό μισθό συμβούλου που προβλέπει ο ίδιος νόμος. Στην ουσία δεν εξαλείφει την πραγματική μισθολογική απόκλιση. Αν η θέση Συμβούλου Α’ αποτιμάται από τον νομοθέτη στα 2.040 €, αυτό πρέπει να αποτυπώνεται και στην πράξη.
Σε κάθε άλλη περίπτωση μην περιμένετε να στελεχωθεί το ΙΕΠ με ικανά στελέχη που θα είναι και σταθερά στο ΙΕΠ σε βάθος τετραετίας.
Νομίζω ότι οι υπουργοί οικονομικών και παιδείας θα πρέπει να το λύσουν έστω και μετά από 14 χρόνια.
Το άρθρο 98 χρειάζεται ουσιαστική διόρθωση. Σήμερα δεν υπάρχουν μόνιμοι Σύμβουλοι στο Ι.Ε.Π., αλλά μόνο αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί που ασκούν τα ίδια καθήκοντα. Εφόσον η θέση έχει νομοθετικά προσδιορισμένες αποδοχές 2.040 €, είναι παράλογο όσοι την υπηρετούν να λαμβάνουν μόνο 1.380 €. Η ορθή αναπροσαρμογή του επιδόματος είναι στα 890 € και όχι 230 €.
Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 98 δεν λύνει το πρόβλημα, το περιορίζει κατά λίγο. Αν ο σκοπός είναι να αποδοθεί στη θέση του Συμβούλου Α’ του Ι.Ε.Π. η αμοιβή που ο νόμος ήδη προβλέπει, τότε το ποσό του επιδόματος δεν μπορεί να παραμείνει στα 230 €. Πρέπει να αυξηθεί στα 890 €, ώστε οι συνολικές αποδοχές να φτάνουν τις 2.040 €, όπως ορίζει ο νόμος που επικαλείται το άρθρο 98.
Σχετικά με το άρθρο 98, η ρύθμιση είναι ελλιπής. Αναγνωρίζει μόνο το επίδομα των 230 €, αλλά δεν αποκαθιστά τη συνολική μισθολογική αντιστοίχιση της θέσης Συμβούλου Α’ του Ι.Ε.Π. Με δεδομένο ότι η θέση αυτή αντιστοιχίζεται νομοθετικά σε συνολικές αποδοχές 2.040 €, ενώ ο αποσπασμένος Σύμβουλος θα λαμβάνει μόλις 1.380 €, παραμένει κενό 660 €. Το επίδομα πρέπει να καθοριστεί στα 890 €.
Για το άρθρο 98
Η ισχύουσα νομοθεσία έχει ήδη προσδιορίσει με σαφήνεια ποιες αποδοχές αντιστοιχούν στη θέση Συμβούλου Α’ του Ι.Ε.Π. Το άρθρο 38 του ν. 5045/2023 ορίζει βασικό μισθό 1.810 € και σταθερό επίδομα 230 €, δηλαδή συνολικές αποδοχές 2.040 €.
Ωστόσο, η οργανωτική πραγματικότητα του Ι.Ε.Π. έχει αλλάξει πλήρως. Μετά τις τροποποιήσεις του ν. 3966/2011, δεν υπάρχουν πλέον μόνιμοι Σύμβουλοι. Οι θέσεις Συμβούλων καλύπτονται αποκλειστικά από αποσπασμένους εκπαιδευτικούς. Άρα, το πρόσωπο που ασκεί σήμερα τα καθήκοντα του Συμβούλου Α’ δεν αμείβεται με τις αποδοχές που ο νόμος συνδέει με τη θέση, αλλά με τις αποδοχές της οργανικής του θέσης.
Συγκεκριμένα, ο αποσπασμένος εκπαιδευτικός λαμβάνει βασικό μισθό 1.150 € στο ΜΚ1 και, με τη ρύθμιση του άρθρου 98, προστίθεται επίδομα μόλις 230 €. Οι συνολικές αποδοχές του διαμορφώνονται έτσι σε 1.380 €.
Αυτό σημαίνει ότι για μια θέση την οποία το ίδιο το κράτος αποτιμά νομοθετικά στα 2.040 €, καταβάλλονται στην πράξη μόλις 1.380 €. Η διαφορά των 660 € είναι υπαρκτή, μετρήσιμη και θεσμικά αδικαιολόγητη.
Δεν μπορεί η Πολιτεία να επικαλείται ότι στηρίζει κρίσιμες θέσεις ευθύνης στην εκπαιδευτική πολιτική και ταυτόχρονα να αφήνει ενεργή μια τόσο εμφανή αναντιστοιχία ανάμεσα:
στη θέση που προβλέπει ο νόμος,
στο έργο που πράγματι παρέχεται,
και στην αμοιβή που τελικά καταβάλλεται.
Αν η πρόθεση του νομοθέτη είναι ειλικρινής, τότε η διάταξη πρέπει να διορθωθεί τώρα. Όχι μερικά, όχι συμβολικά, αλλά ουσιαστικά.
Η μόνη συνεπής λύση είναι να οριστεί το επίδομα στα 890 € αντί 230 €, ώστε μαζί με τον βασικό μισθό των 1.150 € οι συνολικές αποδοχές να ανέρχονται στα 2.040 €, δηλαδή στο ακριβές ποσό που ήδη προβλέπεται για τη θέση Συμβούλου Α’, έστω και στο ΜΚ1.
Οποιαδήποτε άλλη επιλογή δεν συνιστά πραγματική αποκατάσταση. Συνιστά διατήρηση μιας θεσμικής αντίφασης που η ίδια η Διοίκηση γνωρίζει ότι υπάρχει.
Για τον λόγο αυτό, το άρθρο 98 πρέπει να τροποποιηθεί πριν την ψήφισή του, ώστε να προβλέπει επίδομα 890 €. Μόνο έτσι η ρύθμιση θα είναι συνεπής και πραγματικά εφαρμόσιμη.
Θεωρώ κρίσιμο τον Υπουργό Οικονομικών που γνωρίζει το ΙΕΠ να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για το καλό της εκπαίδευσης.
Σχετικά με το άρθρο 98
Η διάταξη χρειάζεται άμεση αναδιατύπωση, γιατί στην παρούσα μορφή της δεν θεραπεύει την ουσία του προβλήματος.
Σήμερα, η ίδια η νομοθεσία αναγνωρίζει ότι η θέση Συμβούλου Α’ του Ι.Ε.Π. αντιστοιχεί σε συνολικές αποδοχές 2.040 €: 1.810 € βασικός μισθός για το ΜΚ1 και 230 € σταθερό επίδομα, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν. 5045/2023. Την ίδια στιγμή, όμως, το ισχύον οργανωτικό καθεστώς του Ι.Ε.Π. δεν προβλέπει πλέον μόνιμους Συμβούλους. Τις θέσεις αυτές αναλαμβάνουν αποκλειστικά αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί, κατ’ εφαρμογή του ν. 3966/2011 όπως ισχύει.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα που δεν λύνει το άρθρο 98: ο αποσπασμένος Σύμβουλος δεν λαμβάνει τις αποδοχές που αντιστοιχούν στη θέση που υπηρετεί, αλλά μόνο τον μισθό της οργανικής του θέσης. Δηλαδή 1.150 € στο ΜΚ1 και, με τη νέα ρύθμιση, επίδομα 230 €, άρα συνολικά 1.380 €.
Με άλλα λόγια, το κράτος:
νομοθετεί ότι η θέση αμείβεται με 2.040 € στο ΜΚ1,
αλλά καταβάλλει 1.380 € σε εκείνον που την υπηρετεί.
Η διαφορά των 660 € δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογη ούτε να παραμείνει ως έχει. Αν το άρθρο 98 στοχεύει πράγματι να στηρίξει τους Συμβούλους του Ι.Ε.Π., τότε η παρέμβαση πρέπει να είναι πλήρης και όχι μερική.
Η ορθή λύση είναι σαφής: το επίδομα να διαμορφωθεί στα 890 €, ώστε μαζί με τον βασικό μισθό των 1.150 € να προκύπτουν συνολικές αποδοχές 2.040 €, που τουλάχιστον ταυτίζονται με το ΜΚ1 τού μόνιμου συμβούλου. Μόνο έτσι θα υπάρχει ταύτιση ανάμεσα στη θέση, στην ευθύνη και στην αμοιβή.
Ζητείται, επομένως, η τροποποίηση της διάταξης ώστε να προβλέπεται επίδομα 890 € αντί 230 €, προκειμένου το άρθρο 98 να είναι ουσιαστικό, συνεπές και εφαρμόσιμο.
Επί του άρθρου 98
Το άρθρο 98 αποτελεί μια θετική αλλά ελλιπή παρέμβαση. Αν παραμείνει ως έχει, θα διατηρήσει μια άνιση και μη πειστική μισθολογική μεταχείριση για όσους υπηρετούν σήμερα ως Σύμβουλοι στο Ι.Ε.Π. ή σε όσους θα ήθελαν να έρθουν.
Η νομοθεσία έχει ήδη προσδιορίσει με σαφήνεια το ύψος των αποδοχών που αντιστοιχούν στη θέση Συμβούλου Α’: σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν. 5045/2023, οι αποδοχές αυτές ανέρχονται σε 2.040 € συνολικά (1.810 € βασικός μισθός για το ΜΚ1 και 230 € επίδομα). Όμως, το οργανωτικό καθεστώς έχει πλέον αλλάξει: με βάση τον ν. 3966/2011 όπως ισχύει, δεν υπάρχουν μόνιμοι Σύμβουλοι στο Ι.Ε.Π. και οι θέσεις καλύπτονται μόνο από αποσπασμένους εκπαιδευτικούς.
Στην πράξη, λοιπόν, οι άνθρωποι που σηκώνουν το ίδιο βάρος ευθύνης και ασκούν τα ίδια καθήκοντα δεν φτάνουν καν κοντά στις αποδοχές που ο νόμος συνδέει με τη θέση τους. Ο αποσπασμένος εκπαιδευτικός λαμβάνει βασικό μισθό 1.150 € και, με την προτεινόμενη ρύθμιση, επίδομα 230 €, δηλαδή σύνολο 1.380 € για το ΜΚ1.
Η απόσταση από τα 2.040 € είναι 660 €. Πρόκειται για διαφορά ουσιώδη, η οποία:
αποδυναμώνει την αξιοπιστία του ίδιου του μισθολογικού πλαισίου,
δημιουργεί αίσθημα άνισης μεταχείρισης,
και δεν βοηθά στην προσέλκυση και διατήρηση στελεχών υψηλής ευθύνης σε έναν κρίσιμο θεσμό εκπαιδευτικής πολιτικής.
Για να καταστεί η ρύθμιση δίκαιη και λειτουργική, το επίδομα δεν πρέπει να περιοριστεί στα 230 €, αλλά να οριστεί στα 890 €. Μόνο έτσι οι συνολικές αποδοχές θα ανέλθουν στα 2.040 €, δηλαδή στο ποσό που η Πολιτεία έχει ήδη αναγνωρίσει ως αντίστοιχο της θέσης Συμβούλου Α’.
Η διόρθωση αυτή είναι απαραίτητη όχι μόνο για λόγους μισθολογικής τάξης, αλλά και για λόγους θεσμικής σοβαρότητας.
Για το άρθρο 98
Η ρύθμιση του άρθρου 98 χρειάζεται ουσιαστική βελτίωση ώστε να ανταποκρίνεται στη σημερινή δομή και λειτουργία του Ι.Ε.Π.
Στο υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο υπάρχει μια εμφανής αναντιστοιχία: ο νόμος εξακολουθεί να περιγράφει μισθολογικά τη θέση του Συμβούλου Α’ με συνολικές αποδοχές 2.040 € (1.810 € βασικός μισθός + 230 € επίδομα), αλλά το Ι.Ε.Π. δεν στελεχώνεται πλέον με μόνιμους Συμβούλους. Μετά τις οργανωτικές αλλαγές του ν. 3966/2011, τις θέσεις αυτές αναλαμβάνουν αποκλειστικά αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί.
Αυτό σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός που επιτελεί το έργο του Συμβούλου Α’ (κατέχει διδακτορικό και συναφείς με το αντικείμενο της θέσης πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, καθώς και εξαετή τουλάχιστον διδακτική υπηρεσία ή οκταετή εκπαιδευτική εμπειρία) δεν λαμβάνει τις αποδοχές της θέσης, αλλά τις αποδοχές της οργανικής του θέσης. Συγκεκριμένα, ο βασικός μισθός του είναι 1.150 € στο ΜΚ1 και, με την προτεινόμενη διάταξη, προστίθεται επίδομα 230 €, δηλαδή συνολικά 1.380 €.
Επομένως, η θέση έχει ένα νομοθετικά καθορισμένο μισθό, αλλά η άσκησή της αποζημιώνεται με διαφορετικό και σημαντικά χαμηλότερο ποσό. Η απόκλιση των 660 € είναι ένδειξη ότι το μισθολογικό καθεστώς δεν έχει προσαρμοστεί στην οργανωτική πραγματικότητα του ΙΕΠ.
Αν το Υπουργείο επιδιώκει ένα σχήμα συνεκτικό, λειτουργικό και διοικητικά ορθό, τότε το επίδομα πρέπει να ανακαθοριστεί στα 890 €, ώστε μαζί με τον βασικό μισθό των 1.150 € να προκύπτουν συνολικές αποδοχές 2.040 €, δηλαδή το ακριβές ποσό που ο νόμος συνδέει με τη θέση του Συμβούλου Α’.
Η αναπροσαρμογή αυτή είναι αναγκαία για να υπάρχει ταύτιση μεταξύ:
της θέσης που ασκείται,
της ευθύνης που αναλαμβάνεται,
και της αμοιβής που η ίδια η Πολιτεία έχει ήδη προβλέψει για αυτήν.
Μόνον έτσι το άρθρο 98 θα επιτελέσει πραγματικά τον σκοπό του.
Σχετικά με το άρθρο 98
Το άρθρο 98, όπως εισάγεται, διορθώνει ένα μικρό μέρος του προβλήματος. Δεν λύνει το βασικό ζήτημα: ότι σήμερα η Πολιτεία αναγνωρίζει νομοθετικά μία θέση με συγκεκριμένες αποδοχές (Σύμβουλος Α στο ΙΕΠ), αλλά στην πράξη πληρώνει πολύ λιγότερα σε αυτούς που αναλαμβάνουν αυτή τη θέση.
Ο ν. 5045/2023 έχει ήδη ορίσει ότι η θέση Συμβούλου Α’ στο Ι.Ε.Π. αντιστοιχεί σε συνολικές αποδοχές 2.040 € (βασικός μισθός 1.810 € και επίδομα 230 €). Από την άλλη πλευρά, μετά τις αλλαγές στο οργανωτικό πλαίσιο του Ι.Ε.Π., μόνιμοι Σύμβουλοι δεν υπάρχουν πλέον. Οι θέσεις καλύπτονται αποκλειστικά από αποσπασμένους εκπαιδευτικούς.
Άρα, το πρόσωπο που ασκεί σήμερα τα καθήκοντα του Συμβούλου Α’ δεν αμείβεται με το ποσό που ο νόμος συνδέει με τη θέση. Αντιθέτως, λαμβάνει τον μισθό της οργανικής του θέσης, δηλαδή 1.150 € στο ΜΚ1, και με το άρθρο 98 που έχει εισαχθεί στο νομοσχέδιο θα προστεθεί το επίδομα των 230 €. Έτσι, οι συνολικές αποδοχές διαμορφώνονται σε 1.380 €.
Με απλά λόγια: για θέση την οποία το ίδιο το κράτος αποτιμά στα 2.040 €, ο υπηρετών Σύμβουλος θα αμείβεται με 1.380 €. Η διαφορά είναι 660 € και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε διοικητικά ούτε μισθολογικά.
Αν η πρόθεση του νομοθέτη είναι πράγματι να αποδοθεί στη θέση του Συμβούλου Α’ η αμοιβή που της αντιστοιχεί, τότε η μόνη συνεπής λύση είναι το επίδομα να διαμορφωθεί στα 890 € και όχι στα 230 €. Μόνο έτσι οι τελικές αποδοχές θα ανέλθουν στα 2.040 €, όπως ήδη προβλέπεται νομοθετικά για τη θέση.
Η αλλαγή αυτή δεν δημιουργεί νέα δαπάνη υπέρ μίας νέας κατηγορίας προσωπικού. Απλώς προσαρμόζει τη μισθολογική εφαρμογή στη σημερινή πραγματικότητα του Ι.Ε.Π. και αποτρέπει μια προφανή θεσμική αντίφαση.
Σχετικά με το άρθρο 98
Η προτεινόμενη ρύθμιση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αποκαθιστά εν μέρει ένα κενό που υφίσταται ως προς την επιδοματική μεταχείριση των Συμβούλων του Ι.Ε.Π. Ωστόσο, όπως διατυπώνεται σήμερα, δεν επιτυγχάνει την αναγκαία κανονιστική συνέπεια μεταξύ της μισθολογικής πρόβλεψης της θέσης και της πραγματικής υπηρεσιακής κατάστασης όσων την ασκούν.
Ειδικότερα, το άρθρο 38 του ν. 5045/2023 προβλέπει για τη θέση μόνιμου Συμβούλου Α’ του Ι.Ε.Π. βασικό μισθό ΜΚ1 ύψους 1.810 € και σταθερό επίδομα 230 €, δηλαδή συνολικές αποδοχές 2.040 €. Όμως, μετά τις μεταβολές στο οργανωτικό πλαίσιο του Ινστιτούτου, σύμφωνα με τον ν. 3966/2011 όπως ισχύει, η κατηγορία των μόνιμων Συμβούλων δεν υφίσταται πλέον και στην πράξη, οι θέσεις Συμβούλων καλύπτονται αποκλειστικά από 60 αποσπασμένους εκπαιδευτικούς.
Οι 60 Σύμβουλοι λαμβάνουν τον βασικό μισθό της οργανικής τους θέσης, ο οποίος στο ΜΚ1 ανέρχεται σε 1.150 €. Με το άρθρο 98 προβλέπεται ότι θα λαμβάνουν και το επίδομα των 230 €, με αποτέλεσμα οι συνολικές αποδοχές τους να διαμορφώνονται σε 1.380 €.
Έτσι, ενώ η ίδια η έννομη τάξη αντιστοιχίζει στη θέση Συμβούλου Α’ αποδοχές 2.040 €, η πραγματική εφαρμογή του ισχύοντος οργανωτικού σχήματος οδηγεί σε αποδοχές 1.380 €, δηλαδή σε απόκλιση 660 € για την ίδια ακριβώς θέση ευθύνης.
Για λόγους νομοτεχνικής συνοχής, ίσης μεταχείρισης και ευθυγράμμισης της μισθολογικής πρόβλεψης με τη λειτουργική πραγματικότητα του Ι.Ε.Π., είναι αναγκαίο το επίδομα να προσαρμοστεί όχι στα 230 €, αλλά στα 890 €, ώστε οι συνολικές αποδοχές να ανέρχονται πράγματι στο ποσό που ήδη προβλέπεται για τη θέση Συμβούλου Α’, δηλαδή στα 2.040 €.
Η ζητούμενη μεταβολή δεν συνιστά νέα προνομιακή παροχή, αλλά συνιστά αποκατάσταση της αντιστοίχισης μεταξύ της θέσης, της ευθύνης και της αμοιβής που ο νομοθέτης έχει ήδη ορίσει.
Σχετικά με το άρθρο 98 αναλυτικά
Το άρθρο 38 του Νόμος 5045/2023 ορίζει ότι για τη θέση μόνιμου Συμβούλου Α’ του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής ο βασικός μισθός είναι 1.810 € (ΜΚ1) και επίδομα 230 €, ήτοι συνολικές αποδοχές 2.040 €.
Κατόπιν των τροποποιήσεων του οργανωτικού πλαισίου του Ι.Ε.Π. με τον Νόμο 3966/2011, όπως ισχύει, δεν προβλέπεται πλέον κατηγορία μόνιμων Συμβούλων. Οι θέσεις Συμβούλων καλύπτονται αποκλειστικά από αποσπασμένους εκπαιδευτικούς.
Οι αποσπασμένοι Σύμβουλοι λαμβάνουν τον βασικό μισθό της οργανικής τους θέσης (1.150 € στο ΜΚ1) και θα λαμβάνουν αυτό το επίδομα των 230 € που προβλέπεται στο τρέχον νομοσχέδιο, με αποτέλεσμα οι συνολικές αποδοχές για την θέση του Συμβούλου Α’ να ανέρχονται σε 1.380 €.
Διαμορφώνεται, συνεπώς, απόκλιση ύψους 660 € μεταξύ του ποσού που αντιστοιχίζεται νομοθετικά στη θέση Συμβούλου Α’ και του ποσού που καταβάλλεται κατά την εφαρμογή του ισχύοντος οργανωτικού σχήματος.
Για λόγους κανονιστικής σαφήνειας και εναρμόνισης της μισθολογικής πρόβλεψης με τη λειτουργική πραγματικότητα της θέσης, απαιτείται προσαρμογή του επιδόματος ώστε οι συνολικές αποδοχές να ταυτίζονται με το ποσό που προβλέπεται για τη θέση Σύμβουλου Α’.
Σχετικά με το άρθρο 98.
Με το άρθρο 38 του Νόμου 5045/2023 προβλέπεται για τον μόνιμο Σύμβουλο Α’ του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής βασικός μισθός 1.810 € (ΜΚ1) και επίδομα 230 €, ήτοι συνολικές αποδοχές 2.040 €.
Ωστόσο, κατόπιν των μεταβολών που επήλθαν στο οργανωτικό πλαίσιο του Ι.Ε.Π. με τον Νόμος 3966/2011, όπως ισχύει, η κατηγορία μόνιμων Συμβούλων δεν υφίσταται πλέον και οι σχετικές θέσεις καλύπτονται αποκλειστικά από αποσπασμένους εκπαιδευτικούς.
Οι τελευταίοι αμείβονται με τον βασικό μισθό της οργανικής τους θέσης (1150 για ΜΚ1) και χάρη στο άρθρο 98 θα λαμβάνουν και επίδομα 230 ευρώ.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η συνολική αμοιβή για την ίδια θέση και ταυτόσημες αρμοδιότητες να υπολείπεται κατά 660 € του ποσού που ο ίδιος ο νόμος αντιστοιχίζει στη θέση Σύμβουλου Α’.
Προκύπτει, συνεπώς, ανάγκη εναρμόνισης της μισθολογικής πρόβλεψης με το ισχύον οργανωτικό πλαίσιο, προς αποκατάσταση της κανονιστικής συνοχής, αποφυγή δημιουργίας de facto διαφοροποιημένης οπτικής των Συμβούλων και διασφάλιση της αρχής της ίσης μεταχείρισης για την ίδια θέση και το ίδιο εύρος αρμοδιοτήτων.
Οι αρμοδιότητες που έχουν οι σύμβουλοι του Ιεπ περιλαμβάνουν τεκμηρίωση πολιτικών αποφάσεων, συντονισμό ομάδων έργου, παρακολούθηση εθνικών και συγχρηματοδοτούμενων δράσεων και παραγωγή κανονιστικών εισηγήσεων. Η πρόβλεψη για επίδομα 230 ευρώ είναι ενδιαφέρουσα μιας και δεν είχε ποτέ υπάρξει.
Με τον τρόπο αυτό εφαρμόστηκε ο νόμος που ίσχυε για τους μόνιμους συμβούλους του ΙΕΠ αλλά όχι και για τους συμβούλους του ΙΕΠ που ήταν αποσπασμένοι.
Ωστόσο αυτός ο νόμος ορίζει ότι οι μόνιμοι σύμβουλοι του ΙΕΠ έχουν βασικό μισθό που ξεκινά από 1800 ευρω και όχι 1100 που είναι για τους εκπαιδευτικούς.
Συνεπώς επειδή δεν υπάρχουν μόνιμοι σύμβουλοι στο ΙΕΠ αλλά μόνο αποσπασμένοι, οι αποσπασμένοι πρέπει να λάβουν τη διαφορά αυτή ως επίδομα για όσο χρόνο είναι στο ΙΕΠ.
Με τον τρόπο αυτό το επίδομα πρέπει να γίνει 930 αντί 230 με σκοπό την πλήρη εφαρμογή του νόμου.
Αυτή η αποφαση αποκαθιστά την αναλογικότητα μεταξύ ευθύνης και οικονομικής αναγνώρισης, χωρίς να δημιουργεί δομική μισθολογική στρέβλωση, καθώς αφορά αυστηρά προσδιορισμένο αριθμό 60 στελεχών με συγκεκριμένο ρόλο και αυξημένη λογοδοσία.
Η υλοποίηση κρίσιμων εκπαιδευτικών έργων στηρίζεται σε 60 στελέχη που διαχειρίζονται παράλληλα πολλαπλά χαρτοφυλάκια. Η μη ενίσχυση της αποζημίωσης αυξάνει την πιθανότητα αποχωρήσεων προς θέσεις με σημαντικά υψηλότερες απολαβές. Το κόστος αντικατάστασης, προσαρμογής και επανεκκίνησης έργων υπερβαίνει πολλαπλάσια μια αύξηση στα 600 αντί στα 230 ευρώ. Ετσι διασφαλίζεται συνέχεια και μειώνεται το έμμεσο δημοσιονομικό βάρος που προκαλεί η διοικητική αστάθεια.
Η πρόβλεψη αποζημίωσης ύψους 600 ευρώ αντί 230 ευρώ συνιστούν παρέμβαση με εξαιρετικά περιορισμένο δημοσιονομικό αποτύπωμα. Ο μικρός αριθμός δικαιούχων επιτρέπει απόλυτη προβλεψιμότητα κόστους, χωρίς δημιουργία μακροχρόνιας ανεξέλεγκτης δαπάνης. Παράλληλα, η σταθεροποίηση του ανθρώπινου δυναμικού περιορίζει το διοικητικό κόστος που προκύπτει από διαδοχικές αντικαταστάσεις, καθυστερήσεις έργων και επαναλαμβανόμενη καμπύλη κόστους δαπάνης. Η παρέμβαση λειτουργεί ως μέτρο πρόληψης με σαφή δημοσιονομική λογική.
Θα συμφωνήσω πλήρως με αυτό που λέει ο Μάρκος
ΣύνδεσμοςΗ πολυπλοκότητα των αρμοδιοτήτων που ασκούνται από μια περιορισμένη ομάδα 60 στελεχών καθιστά κρίσιμη τη διατήρηση συσσωρευμένης γνώσης και εμπειρίας. Η πρόβλεψη ειδικού μισθολογίου και αποζημίωσης 600 ευρώ αντί 230 ενισχύει τη θεσμική ανθεκτικότητα, μειώνοντας τον κίνδυνο διακοπής ή επιβράδυνσης έργων εθνικής εμβέλειας. Η παρέμβαση αυτή λειτουργεί προληπτικά, διασφαλίζοντας σταθερότητα σε ένα περιβάλλον υψηλών απαιτήσεων και πολλαπλών ταυτόχρονων ευθυνών.
Υπουργέ χρειάζεται να το προχωρήσετε με το υπουργείο οικονομικών
Έως τώρα οι Σύμβουλοι του ΙΕΠ έχουν αποδείξει εμπράκτως και με αποτελέσματα εκ του έργου που παρέχουν την συμβολή τους στην πρόοδο και αναβάθμιση των σπουδών του ελληνικού σχολείου. Το επίδομα των 600 ευρώ είναι το ελάχιστο που μπορεί να δοθεί ως αναγνώριση της συνεισφοράς τους και των ποιοτικών τους υπηρεσιών.