Άρθρο 86
Προϋποθέσεις κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής/μετακίνησης φοιτητών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών – Αντικατάσταση παρ. 1 και 2 άρθρου 79 ν. 4692/2020 – Εξουσιοδοτικές διατάξεις
Στο άρθρο 79 του ν. 4692/2020 (Α΄ 111), περί της κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής/μετακίνησης φοιτητών, οι παρ. 1 και 2 αντικαθίστανται και το άρθρο 79 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 79
Κατ` εξαίρεση μετεγγραφή/μετακίνηση
- Αιτήσεις για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής στον τόπο μόνιμης κατοικίας ή στον τόπο θεραπείας των ιδίων ή των γονέων ή των αδελφών τους δύνανται να υποβάλλονται κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους αποκλειστικά για σοβαρές και τεκμηριωμένα εξαιρετικές περιπτώσεις ή επιγενόμενες περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης φοιτητών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής. Προϋποθέσεις της αίτησης κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής αποτελούν:
α) η φοίτηση σε πρόγραμμα σπουδών πρώτου κύκλου για τη λήψη πρώτου πτυχίου και
β) ο φοιτητής να έχει συγκεντρώσει, κατά τις πανελλαδικές εξετάσεις αριθμό μορίων που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή περισσότερο από το διπλάσιο της βάσης μετεγγραφής της περ. δ) του άρθρου 72, και ο φοιτητής που έχει εισαχθεί με την κατηγορία των πασχόντων από ειδικές παθήσεις των Γενικών Λυκείων (ΓΕ.Λ.) και των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.) της ημεδαπής να έχει βαθμό απολυτηρίου που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή, πλέον των πέντε (5) μονάδων.
Ως περιπτώσεις του πρώτου εδαφίου χαρακτηρίζονται ιδίως οι εξής:
α) σοβαρές παθήσεις φοιτητών ή μελών της οικογένειας του φοιτητή, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα της υπό στοιχεία Φ.151/17897/Β6/7.2.2014 (Β΄ 358) κοινής απόφασης των Υπουργών Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και Υγείας και οι οποίες διαπιστώνονται από τα όργανα και με τη διαδικασία που καθορίζονται στην ίδια απόφαση,
β) θάνατος συγγενούς α΄ βαθμού εξ αίματος σε ευθεία γραμμή ή β΄ βαθμού εξ αίματος σε πλάγια γραμμή, ο οποίος επήλθε εντός ενός (1) έτους πριν από την υποβολή της αίτησης για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής και εφόσον ο φοιτητής είναι άγαμος ή δεν έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης,
γ) κυοφορούσες φοιτήτριες μετά από βεβαίωση θεράποντος ιατρού και διευθυντή γυναικολογικής ή μαιευτικής κλινικής ή τμήματος δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος και
δ) φοιτητές οι οποίοι έχουν υποστεί σωματική ή ψυχική βλάβη, προκληθείσα από εγκλήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας ή της προσωπικής ελευθερίας, η οποία τεκμηριώνεται με βάση τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης.
- Αν δεν υπάρχει αντίστοιχο Τμήμα Α.Ε.Ι. στην Περιφερειακή Ενότητα της μόνιμης κατοικίας του φοιτητή, με εκείνο του Τμήματος εισαγωγής ή φοίτησής τους, τότε οι φοιτητές αυτοί, δύνανται να υποβάλλουν αίτηση κατ’ εξαίρεση μετακίνησης σε Τμήμα του ίδιου επιστημονικού πεδίου. Προϋποθέσεις της αίτησης κατ’ εξαίρεση μετακίνησης αποτελούν:
α) η φοίτηση σε πρόγραμμα σπουδών πρώτου κύκλου για τη λήψη πρώτου πτυχίου και
β) ο φοιτητής να έχει συγκεντρώσει, κατά τις πανελλαδικές εξετάσεις, αριθμό μορίων που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετακίνηση, μεγαλύτερο από το διπλάσιο της βάσης μετεγγραφής της περ. δ) του άρθρου 72, και ο φοιτητής που έχει εισαχθεί με την κατηγορία των πασχόντων από ειδικές παθήσεις των ΓΕ.Λ. και ΕΠΑ.Λ. της ημεδαπής να έχει βαθμό απολυτηρίου που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή, πλέον των πέντε (5) μονάδων.
- Αν ο αιτών την κατ` εξαίρεση μετεγγραφή ή μετακίνηση εμπίπτει σε λόγους αποκλεισμού, όπως αυτοί της παρ. 1 του άρθρου 74,τότε η Επιτροπή της παρ. 5 δύναται να εισηγηθεί ομόφωνα στον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ο οποίος και κρίνει για την έκδοση απόφασης κατ` εξαίρεση μετεγγραφής ή μετακίνησης.
- Η αίτηση για κατ` εξαίρεση μετεγγραφή ή μετακίνηση δεν μπορεί να αφορά σε πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτέλεσαν τη βάση για την απόρριψη της αίτησης μετεγγραφής ή μετακίνησης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παρόντος.
- Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ορίζονται οι ημερομηνίες και η διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής της παρ. 1.
- Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού συγκροτείται για κάθε ακαδημαϊκό έτος πενταμελής Επιτροπή με αντικείμενο την εξέταση των κατ` εξαίρεση αιτήσεων μετεγγραφής ή μετακίνησης. Η Επιτροπή αποτελείται από ένα (1) μέλος, το οποίο υποδεικνύεται από τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και εκτελεί χρέη Προέδρου, δύο (2) μέλη, τα οποία υποδεικνύονται από τη Σύνοδο των Πρυτάνεων των Α.Ε.Ι., έναν (1) εκπρόσωπο της Διεύθυνσης Οργανωτικής και Ακαδημαϊκής Ανάπτυξης της Γενικής Διεύθυνσης Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ο οποίος ορίζεται από τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και έναν (1) εκπρόσωπο κλάδου ή ειδικότητας ΠΕ Ιατρών, ο οποίος υποδεικνύεται από τον Υπουργό Υγείας. Η Επιτροπή είναι άμισθη και τα μέλη της δεν λαμβάνουν κανενός είδους αμοιβή ή αποζημίωση για τη συμμετοχή τους σε αυτή.
Η απόφαση ορισμού της Επιτροπής δεν δημοσιοποιείται πριν από την ολοκλήρωση του έργου της για το οικείο ακαδημαϊκό έτος.».
Άρθρο 87
Αποδοχές των Εκτελεστικών Διευθυντών των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Τροποποίηση παρ. 7 και προσθήκη παρ. 9 στο άρθρο 17 του ν. 4957/2022
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 17 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των αποδοχών των Εκτελεστικών Διευθυντών των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, αντικαθίσταται και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής:
«7. Οι Εκτελεστικοί Διευθυντές των Α.Ε.Ι., καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας τους, κατατάσσονται στο καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.) της κατηγορίας τους, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β’ του ν. 4354/2015 (Α’ 176), πολλαπλασιαζόμενου του αντίστοιχου βασικού μισθού με τον συντελεστή ένα κόμμα δύο (1,2). Ο Εκτελεστικός Διευθυντής λαμβάνει το επίδομα Προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης του άρθρου 16 του ως άνω νόμου.».
Άρθρο 88
Ενιαίος και αδιάσπαστος τίτλος σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου στα Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών – Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 78 του ν. 4957/2022
Μετά από την παρ. 4 του άρθρου 78 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί ενιαίου και αδιάσπαστου τίτλου σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου, προστίθεται παρ. 5 ως εξής:
«5. Το παρόν εφαρμόζεται και για τα προγράμματα σπουδών πρώτου κύκλου σε ξένη γλώσσα (Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών – Ξ.Π.Σ.) του άρθρου 101.».
Άρθρο 89
Δυνατότητα συμμετοχής των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων σε τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 94 ν. 4957/2022
Στην περ. ε) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 94 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των τριμελών συμβουλευτικών επιτροπών επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών, μετά από τις λέξεις «ερευνητές κάθε βαθμίδας», προστίθενται οι λέξεις «και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος,» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) ορίζεται η τριμελής συμβουλευτική επιτροπή, μεταξύ των οποίων ορίζεται και ο επιβλέπων. Στη συμβουλευτική επιτροπή δύνανται να συμμετέχουν ως μέλη: α) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) κάθε βαθμίδας του Τμήματος του Α.Ε.Ι., β) μέλη Δ.Ε.Π. άλλων Τμημάτων του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι., γ) ομότιμοι καθηγητές και αφυπηρετήσαντα μέλη Δ.Ε.Π., δ) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού σε Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, ε) ερευνητές κάθε βαθμίδας και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που υπηρετούν σε ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α` 258), συμπεριλαμβανομένων της Ακαδημίας Αθηνών και του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, καθώς και το επιστημονικό προσωπικό της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ε.Α.Γ.Μ.Ε.) του άρθρου 25 του ν. 4602/2019 (Α` 45), εφόσον διαθέτει διδακτορικό δίπλωμα και ερευνητική δραστηριότητα συναφή με το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής, καθώς και ομότιμοι και αφυπηρετήσαντες ερευνητές, με τις ίδιες ανωτέρω προϋποθέσεις, στ) καθηγητές ιδρυμάτων της αλλοδαπής και ερευνητές ερευνητικών οργανισμών της αλλοδαπής.».
Άρθρο 90
Απασχόληση των υπαλλήλων με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου φορέων του δημόσιου τομέα ως εντεταλμένων διδασκόντων Τμημάτων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Τροποποίηση παρ. 9 και προσθήκη παρ. 10 στο άρθρο 173 του ν. 4957/2022
- Η περ. ε) της παρ. 9 του άρθρου 173 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των εντεταλμένων διδασκόντων Τμημάτων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, καταργείται και η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής:
«9. Δεν επιτρέπεται η απασχόληση ως εντεταλμένων διδασκόντων φυσικών προσώπων που έχουν μία (1) από τις ακόλουθες ιδιότητες:
α) Ομότιμοι Καθηγητές και αφυπηρετήσαντα μέλη Δ.Ε.Π. του οικείου ή άλλου Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή αλλοδαπής,
β) μέλη Δ.Ε.Π., Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Α.Ε.Ι.,
γ) ερευνητές και λειτουργικοί επιστήμονες ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α’ 258) και λοιπών ερευνητικών οργανισμών,
δ) συνταξιούχοι του ιδιωτικού ή ευρύτερου δημόσιου τομέα,
ε) [Καταργείται],
στ) φυσικά πρόσωπα που έχουν υπερβεί το εξηκοστό έβδομο (67ο) έτος της ηλικίας.».
- Μετά από την παρ. 9 του άρθρου 173 του ν. 4957/2022, προστίθεται παρ. 10 ως εξής:
«10. Υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), και στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας δύναται να απασχολούνται ως εντεταλμένοι διδάσκοντες αποκλειστικά με καθεστώς μερικής απασχόλησης.».
Άρθρο 91
Ανασύσταση και καθορισμός αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Αντικατάσταση παρ. 6 άρθρου 70 στον ν. 1566/1985
Η παρ. 6 του άρθρου 70 του ν. 1566/1985 (Α’ 167), περί της σύστασης της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. α) Στο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού συστήνεται Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και αποτελείται από επτά (7) τακτικά και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι άμισθα.
β) Στην Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων μετέχουν:
βα) Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του έναν (1) υπάλληλο που υπηρετεί στην ίδια Διεύθυνση, ως Πρόεδρος.
ββ) Ο Προϊστάμενος του Τμήματος Α΄ Προγραμμάτων, Δράσεων Φυσικής Αγωγής και Σχολικών Αθλητικών Εγκαταστάσεων και Γυμναστηρίων της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του έναν (1) υπάλληλο που υπηρετεί στην ίδια Διεύθυνση.
βγ) Ένα (1) μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) με γνωστικό αντικείμενο τη Φυσική Αγωγή, ως εκπρόσωπο των Σχολών Επιστημών Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Σ.Ε.Φ.Α.Α.) και των Τμημάτων Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Τ.Ε.Φ.Α.Α.), με αντίστοιχο αναπληρωτή του.
βδ) Τέσσερα (4) μέλη που είναι κάτοχοι πτυχίου ή ισότιμου τίτλου Φυσικής Αγωγής που απασχολούνται στα Πανεπιστημιακά Γυμναστήρια των Α.Ε.Ι. (πλην Σ.Ε.Φ.Α.Α.-Τ.Ε.Φ.Α.Α.), με αντίστοιχους αναπληρωτές τους.
γ) Αρμόδια για τη γραμματειακή και διοικητική υποστήριξη της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων είναι η Διεύθυνση Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
δ) Στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ανήκουν:
δα) Η υποβολή ετήσιας εισήγησης προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, μέσω της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, για τον προγραμματισμό των πανελλήνιων και περιφερειακών αθλητικών δραστηριοτήτων και αγώνων που διεξάγονται μεταξύ Τμημάτων και Σχολών των Α.Ε.Ι., καθώς και για τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ή άλλες διοργανώσεις.
δβ) Η υποβολή ετήσιας εισήγησης προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, μέσω της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, για τη διεξαγωγή διαπανεπιστημιακών αθλητικών εκδηλώσεων και δράσεων σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και εποπτευόμενους από αυτή αθλητικούς φορείς, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και εποπτευόμενους από αυτούς φορείς, καθώς και άλλους φορείς, δημόσιους και ιδιωτικούς, της ημεδαπής και της αλλοδαπής.
δγ) Η υποβολή ετήσιας απολογιστικής Έκθεσης Πεπραγμένων προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και τη Διεύθυνση Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
ε) Το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ορίζεται ως το επίσημο μέλος εκπροσώπησης της Ελλάδος στη Διεθνή Ομοσπονδία Πανεπιστημιακού Αθλητισμού και στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Πανεπιστημιακού Αθλητισμού.
στ) Σε κάθε Α.Ε.Ι., με απόφαση του Πρύτανη, ορίζεται Συντονιστής Φυσικής Αγωγής με έργο τη διατύπωση εισηγήσεων προς την Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων για κάθε ζήτημα που αφορά διαπανεπιστημιακές αθλητικές δραστηριότητες και αγώνες.
ζ) Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού εγκρίνονται το ετήσιο πρόγραμμα συμμετοχής σε πανελλήνιες και περιφερειακές αθλητικές δραστηριότητες και αγώνες που διεξάγονται μεταξύ Τμημάτων και Σχολών των Α.Ε.Ι., η συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ή άλλες διοργανώσεις, καθώς και το πρόγραμμα διεξαγωγής διαπανεπιστημιακών αθλητικών εκδηλώσεων και δράσεων.
η) Η δαπάνη για την ετήσια εγγραφή συμμετοχής στις ομοσπονδίες της περ. ε), καθώς και για την ανάληψη διοργανώσεων βαρύνει τις πιστώσεις του Ε.Φ 1020-206-0000000 του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για κάθε οικονομικό έτος. Τα έξοδα συμμετοχής φοιτητών ή φοιτητικών αθλητικών ομάδων στις ως άνω δράσεις καλύπτονται:
ηα) από ιδίους πόρους του προϋπολογισμού των Α.Ε.Ι., στα οποία φοιτούν οι φοιτητές,
ηβ) μετά από επιχορήγηση των Α.Ε.Ι. από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για τον συγκεκριμένο σκοπό.
θ) Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού δύναται να ρυθμίζονται:
θα) Η σύσταση επιμέρους υποεπιτροπών για την υποβοήθηση της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στη διοργάνωση διαπανεπιστημιακών αθλητικών δράσεων και αγώνων, καθώς και κάθε θέμα σχετικά με τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των υποεπιτροπών της.
θβ) Η εγγραφή της χώρας στις ομοσπονδίες της περ. ε), η εκπροσώπηση της χώρας σε εργασίες και εκδηλώσεις των οργάνων και επιτροπών των ομοσπονδιών, καθώς και η ανάληψη διοργανώσεων σε αθλητικές φοιτητικές διοργανώσεις και αγώνες.».
Άρθρο 92
Ολοκλήρωση εκκρεμών προκηρύξεων μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού
Προκηρύξεις μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού. (Ε.Τ.Ε.Π.) που εκδίδονται σε εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 41 του ν. 4521/2018 (Α΄ 38) και δεν έχει ολοκληρωθεί η δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ως άνω άρθρου, δύνανται να δημοσιευθούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έως την 30ή.6.2026. Εάν δεν ολοκληρωθεί η δημοσίευση τους εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, η κατανεμηθείσα θέση ακυρώνεται και δεν μπορεί να προκηρυχθεί.




Με το παρόν ζητώ ρητά να συμπεριληφθεί στο νομοσχέδιο σαφής ρύθμιση που να προβλέπει τη δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού διπλώματος σε μόνιμες προσωποπαγείς θέσεις Επίκ. Καθηγητή, κατόπιν ακαδημαϊκής κρίσης. Η απουσία σχετικής πρόβλεψης διαιωνίζει μια χρόνια θεσμική ανωμαλία που αντιβαίνει στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας στη δημόσια διοίκηση και περιορίζει την ουσιαστική εφαρμογή της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Στα ελληνικά πανεπιστήμια υπηρετούν Δρ. ΕΔΙΠ με πολυετή αυτοδύναμη διδακτική εμπειρία, σημαντικό ερευνητικό έργο, διεθνείς δημοσιεύσεις και συμμετοχή σε ανταγωνιστικά προγράμματα. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ακαδημαϊκό και ερευνητικό τους αποτύπωμα υπερβαίνει εκείνο υπηρετούντων μελών ΔΕΠ αντίστοιχης βαθμίδας, όπως αποδεικνύεται από αντικειμενικούς δείκτες (δημοσιεύσεις σε έγκριτα περιοδικά, ετεροαναφορές, συντονισμό έργων και διεθνείς συνεργασίες). Η απουσία δυνατότητας θεσμικής εξέλιξης για επιστήμονες με τέτοια προσόντα δεν συνάδει με την αρχή της αξιοκρατίας και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς τη συνοχή και τη δικαιοσύνη του συστήματος. Παρά ταύτα, στερούνται βασικών ακαδημαϊκών δικαιωμάτων, όπως η θεσμική δυνατότητα συμμετοχής σε επιτροπές επίβλεψης διδακτορικών διατριβών, ακόμη και όταν το γνωστικό τους αντικείμενο δεν θεραπεύεται από μέλος ΔΕΠ του οικείου Τμήματος. Έτσι παγιώνεται μια προβληματική κατάσταση άτυπης συνεπίβλεψης χωρίς θεσμική κατοχύρωση, που θίγει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη νομική ασφάλεια των διαδικασιών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πρόβλεψη εμπλοκής Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (ΕΛΕ) σε επιτροπές διδακτορικών, ενώ δεν έχει ακόμη ρυθμιστεί το αυτονόητο δικαίωμα των Δρ. ΕΔΙΠ – οι οποίοι αποτελούν ενταγμένο διδακτικό προσωπικό των ΑΕΙ και επιτελούν έρευνα – να συμμετέχουν θεσμικά στην επίβλεψη και εξέταση διδακτορικών που ήδη στην πράξη υποστηρίζουν. Παράλληλα, σε επιτροπές διδακτορικών συμμετέχουν επιστήμονες από ιδρύματα του εξωτερικού χωρίς να τεκμηριώνεται πάντοτε με σαφήνεια η αντιστοίχιση της ακαδημαϊκής τους βαθμίδας με εκείνη μέλους ΔΕΠ. Αναγνωρίζεται δηλαδή θεσμικός ρόλος σε εξωτερικούς συνεργάτες, ενώ παραμένει ασαφής ή αποκλεισμένος ο ρόλος μόνιμου διδακτικού προσωπικού του ίδιου του Ιδρύματος.
Την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο προηγούμενων θεσμικών μεταβολών, διδάσκοντες των πρώην ΤΕΙ χωρίς διδακτορικό δίπλωμα εντάχθηκαν ή μετατράπηκαν σε θέσεις ΔΕΠ. Δεν είναι θεσμικά συνεπές να παραμένουν χωρίς προοπτική εξέλιξης επιστήμονες που διαθέτουν διδακτορικό τίτλο, αποδεδειγμένο ερευνητικό έργο και πολυετή πανεπιστημιακή εμπειρία, όταν σε άλλες περιπτώσεις η ένταξη σε βαθμίδες ΔΕΠ πραγματοποιήθηκε χωρίς την ίδια ακαδημαϊκή προϋπόθεση. Η άνιση αυτή μεταχείριση πλήττει την εμπιστοσύνη στο σύστημα και δημιουργεί αντικίνητρα αριστείας.
Η πρόβλεψη εξέλιξης μετά από κρίση δεν συνιστά χαριστική ρύθμιση. Αντιθέτως, αποτελεί μηχανισμό ποιοτικού ελέγχου που διασφαλίζει την τήρηση των ακαδημαϊκών προδιαγραφών, βελτιώνει τον ιδιαίτερα δυσμενή δείκτη διδασκόντων/φοιτητών, ενισχύει τη δυνατότητα προσέλκυσης διεθνών χρηματοδοτήσεων και αξιοποιεί επένδυση του ελληνικού δημοσίου σε υψηλού επιπέδου ανθρώπινο κεφάλαιο. Το δημοσιονομικό κόστος είναι περιορισμένο, ενώ το θεσμικό, εκπαιδευτικό και αναπτυξιακό όφελος πολλαπλάσιο. Η έλλειψη προοπτικής εξέλιξης λειτουργεί αποτρεπτικά για την παραμονή ικανών επιστημόνων στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο, ενισχύοντας τη διαρροή επιστημονικού δυναμικού που έχει ήδη εκπαιδευτεί με δημόσιους πόρους.
Η μη ρύθμιση του ζητήματος δεν αποτελεί ουδετερότητα – αποτελεί διατήρηση μιας θεσμικής ανακολουθίας που πλήττει το κύρος, τη λειτουργικότητα και τη διεθνή αξιοπιστία των ελληνικών πανεπιστημίων. Ζητείται σαφής, δίκαιη και άμεση νομοθετική πρόβλεψη που θα αποκαθιστά την ισονομία, τη θεσμική συνέπεια και την πλήρη αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού των ΑΕΙ.
Η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 173 του Νόμος 4957/2022 συνιστά θετική και αναγκαία παρέμβαση, καθώς αίρει έναν αδικαιολόγητο αποκλεισμό και αποκαθιστά το δικαίωμα δημοσίων υπαλλήλων με διδακτορικό τίτλο να διδάσκουν ως εντεταλμένοι στα ΑΕΙ. Η ρύθμιση αυτή ενισχύει την αξιοκρατία και επιτρέπει την αξιοποίηση επιστημονικού δυναμικού που μέχρι σήμερα παρέμενε ανενεργό λόγω της εργασιακής του ιδιότητας.
Ωστόσο, απαιτούνται συμπληρωματικές προβλέψεις ώστε η αποκατάσταση να είναι πλήρης και δίκαιη. Πρώτον, είναι αναγκαία η θέσπιση μεταβατικών διατάξεων για όσους απέκτησαν διδακτορικό μετά το 2013 και αποκλείστηκαν τα προηγούμενα ακαδημαϊκά έτη από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, με αποτέλεσμα να περιοριστούν ουσιωδώς οι δυνατότητες ακαδημαϊκής τους εξέλιξης. Δεύτερον, ο περιορισμός σε καθεστώς μερικής απασχόλησης δημιουργεί νέες ανισότητες και ερμηνευτικές ασάφειες. Εφόσον πληρούνται τα ίδια επιστημονικά κριτήρια, θα πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα πλήρους απασχόλησης, με ενιαία εφαρμογή για όλους.
Η έμφαση οφείλει να δοθεί στα προσόντα, την επάρκεια και την ποιότητα της διδασκαλίας κι όχι στην ιδιότητα του εργαζομένου. Έτσι, η θετική αυτή αλλαγή μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό βήμα ενίσχυσης της ισότητας, της διαφάνειας και της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση.
Χαιρετίζω την κατάργηση της προγενέστερης απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα άσκησης διδακτικού έργου στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση για κατόχους διδακτορικού τίτλου που υπηρετούν στο Δημόσιο.
Παρά ταύτα, κρίνεται αναγκαία η θέσπιση ειδικών μεταβατικών διατάξεων, προκειμένου να αρθούν πλήρως οι δυσμενείς συνέπειες που προκάλεσε η προηγούμενη ρύθμιση:
Α. Απαιτείται πρόνοια για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων οι οποίοι απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023–2026) από προκηρύξεις συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων (ΕΣΠΑ) για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας. Ο αποκλεισμός αυτός είχε ως συνέπεια είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική μείωση του διαθέσιμου χρονικού πλαισίου αξιοποίησης της ιδιότητας αυτής, με σαφείς επιπτώσεις στην ακαδημαϊκή τους εξέλιξη.
Β. Κρίνεται σκόπιμη η επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, δεδομένης της ασάφειας ως προς τη βάση υπολογισμού της, η οποία ενδέχεται να επιφέρει ερμηνευτικές διαφοροποιήσεις και ανομοιογενή εφαρμογή μεταξύ των φορέων. Αντιθέτως, η ρητή πρόβλεψη δυνατότητας πλήρους απασχόλησης, με οριζόντια εφαρμογή σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, θα συνιστούσε αναγκαία εναρμόνιση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλείται το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα ανωτέρω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική παρέμβαση να συνοδευθεί από ολοκληρωμένη και δίκαιη αποκατάσταση των επιπτώσεων της προηγούμενης κανονιστικής ρύθμισης.
Χαιρετίζω την κατάργηση της προγενέστερης απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα άσκησης διδακτικού έργου στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση για κατόχους διδακτορικού τίτλου που υπηρετούν στο Δημόσιο.
Παρά ταύτα, κρίνεται αναγκαία η θέσπιση ειδικών μεταβατικών διατάξεων, προκειμένου να αρθούν πλήρως οι δυσμενείς συνέπειες που προκάλεσε η προηγούμενη ρύθμιση:
Α. Απαιτείται πρόνοια για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων οι οποίοι απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023–2026) από προκηρύξεις συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων (ΕΣΠΑ) για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας. Ο αποκλεισμός αυτός είχε ως συνέπεια είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική μείωση του διαθέσιμου χρονικού πλαισίου αξιοποίησης της ιδιότητας αυτής, με σαφείς επιπτώσεις στην ακαδημαϊκή τους εξέλιξη.
Β. Κρίνεται σκόπιμη η επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, δεδομένης της ασάφειας ως προς τη βάση υπολογισμού της, η οποία ενδέχεται να επιφέρει ερμηνευτικές διαφοροποιήσεις και ανομοιογενή εφαρμογή μεταξύ των φορέων. Αντιθέτως, η ρητή πρόβλεψη δυνατότητας πλήρους απασχόλησης, με οριζόντια εφαρμογή σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, θα συνιστούσε αναγκαία εναρμόνιση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλείται το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα ανωτέρω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική παρέμβαση να συνοδευθεί από ολοκληρωμένη και δίκαιη αποκατάσταση των επιπτώσεων της προηγούμενης κανονιστικής ρύθμισης.
Χαιρετίζω την κατάργηση της προγενέστερης απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα άσκησης διδακτικού έργου στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση για κατόχους διδακτορικού τίτλου που υπηρετούν στο Δημόσιο.
Παρά ταύτα, κρίνεται αναγκαία η θέσπιση ειδικών μεταβατικών διατάξεων, προκειμένου να αρθούν πλήρως οι δυσμενείς συνέπειες που προκάλεσε η προηγούμενη ρύθμιση:
Α. Απαιτείται πρόνοια για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων οι οποίοι απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023–2026) από προκηρύξεις συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων (ΕΣΠΑ) για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας. Ο αποκλεισμός αυτός είχε ως συνέπεια είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική μείωση του διαθέσιμου χρονικού πλαισίου αξιοποίησης της ιδιότητας αυτής, με σαφείς επιπτώσεις στην ακαδημαϊκή τους εξέλιξη.
Β. Κρίνεται σκόπιμη η επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, δεδομένης της ασάφειας ως προς τη βάση υπολογισμού της, η οποία ενδέχεται να επιφέρει ερμηνευτικές διαφοροποιήσεις και ανομοιογενή εφαρμογή μεταξύ των φορέων. Αντιθέτως, η ρητή πρόβλεψη δυνατότητας πλήρους απασχόλησης, με οριζόντια εφαρμογή σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, θα συνιστούσε αναγκαία εναρμόνιση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλείται το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα ανωτέρω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική παρέμβαση να συνοδευθεί από ολοκληρωμένη και δίκαιη αποκατάσταση των επιπτώσεων της προηγούμενης κανονιστικής ρύθμισης.
Θα ήθελα να επισημάνω το χρόνιο θέμα που αφορά στην εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ σε θέση ΔΕΠ. Εδώ και χρόνια ακούμε από όλες τις κυβερνήσεις νομοθετικές ρυθμίσεις αλλά δεν έχει γίνει κάτι μέχρι σήμερα.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική θεσμική παρέμβαση, η οποία δύναται να συμβάλει ουσιαστικά στην αναβάθμιση και οργανωμένη ανάπτυξη του πανεπιστημιακού αθλητισμού στη χώρα μας.Ο πανεπιστημιακός αθλητισμός, βρίσκεται διαχρονικά σε οριακό επίπεδο λειτουργίας, με ελλείψεις σε θεσμικό σχεδιασμό, συντονισμό και στρατηγική κατεύθυνση. Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για συγκροτημένη πολιτική, διαφάνεια, ενιαίο σχεδιασμό δράσεων και αξιοποίηση των υφιστάμενων δομών.
Παράλληλα, θεωρώ σημαντικό να επισημανθεί ο καθοριστικός ρόλος των εργαζόμενων Καθηγητών Φυσικής Αγωγής στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Οι Καθηγητές Φυσικής Αγωγής που στελεχώνουν τα πανεπιστημιακά γυμναστήρια είναι επιστήμονες με υψηλά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, πτυχία ΤΕΦΑΑ, μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, επιστημονική εξειδίκευση και πολυετή εμπειρία.και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν προσωπικό κατώτερης κατηγορίας ή μειωμένης επιστημονικής αξίας σε σχέση με άλλες κατηγορίες διδακτικού προσωπικού, όπως τα μέλη ΕΕΠ ή ΕΔΙΠ. Αντιθέτως, ασκούν ουσιαστικό εκπαιδευτικό, επιμορφωτικό και κοινωνικό έργο, συμβάλλοντας ενεργά στη φοιτητική μέριμνα, στην προαγωγή της υγείας και στη συνολική ποιότητα ζωής της πανεπιστημιακής κοινότητας.Η θεσμική αναγνώριση και ενίσχυση του ρόλου τους αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχία οποιασδήποτε μεταρρύθμισης στον τομέα του πανεπιστημιακού αθλητισμού.
Είναι ιδιαίτερα θετικό ότι το Υπουργείο αναλαμβάνει την ευθύνη για έναν τομέα που επί σειρά ετών παρέμενε χωρίς σαφή στρατηγικό προσανατολισμό. Ευελπιστούμε ότι η παρούσα ρύθμιση θα αποτελέσει την απαρχή μιας συνολικής αναβάθμισης του πανεπιστημιακού αθλητισμού στη χώρα.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική θεσμική παρέμβαση, η οποία δύναται να συμβάλει ουσιαστικά στην αναβάθμιση και οργανωμένη ανάπτυξη του πανεπιστημιακού αθλητισμού στη χώρα μας.Ο πανεπιστημιακός αθλητισμός, βρίσκεται διαχρονικά σε οριακό επίπεδο λειτουργίας, με ελλείψεις σε θεσμικό σχεδιασμό, συντονισμό και στρατηγική κατεύθυνση. Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για συγκροτημένη πολιτική, διαφάνεια, ενιαίο σχεδιασμό δράσεων και αξιοποίηση των υφιστάμενων δομών.
Παράλληλα, θεωρώ σημαντικό να επισημανθεί ο καθοριστικός ρόλος των εργαζόμενων Καθηγητών Φυσικής Αγωγής στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Οι Καθηγητές Φυσικής Αγωγής που στελεχώνουν τα πανεπιστημιακά γυμναστήρια είναι επιστήμονες με υψηλά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, πτυχία ΤΕΦΑΑ, μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, επιστημονική εξειδίκευση και πολυετή εμπειρία.και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν προσωπικό κατώτερης κατηγορίας ή μειωμένης επιστημονικής αξίας σε σχέση με άλλες κατηγορίες διδακτικού προσωπικού, όπως τα μέλη ΕΕΠ ή ΕΔΙΠ. Αντιθέτως, ασκούν ουσιαστικό εκπαιδευτικό, επιμορφωτικό και κοινωνικό έργο, συμβάλλοντας ενεργά στη φοιτητική μέριμνα, στην προαγωγή της υγείας και στη συνολική ποιότητα ζωής της πανεπιστημιακής κοινότητας.Η θεσμική αναγνώριση και ενίσχυση του ρόλου τους αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχία οποιασδήποτε μεταρρύθμισης στον τομέα του πανεπιστημιακού αθλητισμού.
Είναι ιδιαίτερα θετικό ότι το Υπουργείο αναλαμβάνει την ευθύνη για έναν τομέα που επί σειρά ετών παρέμενε χωρίς σαφή στρατηγικό προσανατολισμό. Ευελπιστούμε ότι η παρούσα ρύθμιση θα αποτελέσει την απαρχή μιας συνολικής αναβάθμισης του πανεπιστημιακού αθλητισμού στη χώρα.
Με την παρούσα παρέμβαση, επιθυμώ να εκφράσω τα θερμά μου συγχαρητήρια προς το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για τη συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία. Η ανασύσταση της Επιτροπής Αθλητισμού των Α.Ε.Ι. αποτελεί ένα καθοριστικό βήμα για την αναζωογόνηση του πανεπιστημιακού αθλητισμού στη χώρα μας, ο οποίος δυστυχώς για δεκαετίες παρέμενε σε τέλμα.
Η θεσμοθέτηση ενός κεντρικού οργάνου με σαφείς αρμοδιότητες (ετήσιες εισηγήσεις, συμμετοχή σε διεθνείς διοργανώσεις FISU/EUSA) είναι απαραίτητη για να βγει ο φοιτητικός αθλητισμός από το «μηδέν».
Η διασφάλιση χρηματοδότησης για τις εγγραφές σε διεθνείς ομοσπονδίες και η κάλυψη εξόδων συμμετοχής των φοιτητών είναι κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση.
Στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου, και ειδικότερα της παραγράφου (βδ) που αφορά την εκπροσώπηση μελών που απασχολούνται στα Πανεπιστημιακά Γυμναστήρια, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί η αξία του έμψυχου δυναμικού.
Οι υπηρετούντες καθηγητές Φυσικής Αγωγής στα Α.Ε.Ι. είναι επιστήμονες υψηλών προσόντων (κάτοχοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων, με πλούσιο προπονητικό και οργανωτικό έργο). Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η προσφορά τους είναι εφάμιλλη και εξίσου κρίσιμη με τις υπόλοιπες κατηγορίες προσωπικού. Δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση «υπαλλήλους χαμηλότερης κατηγορίας», αλλά τον βασικό πυλώνα πάνω στον οποίο θα οικοδομηθεί η νέα εποχή του πανεπιστημιακού αθλητισμού.
Η πρόβλεψη για ορισμό Συντονιστή Φυσικής Αγωγής σε κάθε Α.Ε.Ι. θα διευκολύνει την επικοινωνία και θα διασφαλίσει ότι καμία δράση δεν θα μένει στα χαρτιά, δίνοντας επιτέλους στους φοιτητές μας τις αθλητικές ευκαιρίες που απολαμβάνουν οι συνάδελφοί τους στα πανεπιστήμια του εξωτερικού.
Θα ήθελα να σας επισημάνω ένα θέμα το οποίο είναι χρόνιο και αφορά την εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ (Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό) των ΑΕΙ σε μόνιμη προσωποπαγή θέση λέκτορα στα ΑΕΙ. Σα
Θα ήθελα να σας επισημάνω ένα θέμα το οποίο είναι χρόνιο και αφορά την εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ (Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό) των ΑΕΙ σε μόνιμη προσωποπαγή θέση λέκτορα στα ΑΕΙ. Σας ενημερώνουμε ότι δεν επιτελούμε μόνο εφαρμοσμένο/εργαστηριακό έργο αλλά και επιστημονικό έργο στα πανεπιστημιακά ιδρύματα που είμαστε ενταγμένοι.
Η συγκεκριμένη αλλαγή θα επιφέρει πολλαπλά οφέλη για τα πανεπιστήμια και την εκπαιδευτική κοινότητα:
1. Οριστική επίλυση χρόνιων ζητημάτων: Η αναβάθμιση θα βάλει τέλος στην αέναη συζήτηση για την εξέλιξη του κλάδου, δίνοντας σαφή επαγγελματική και επιστημονική ταυτότητα στα μέλη ΕΔΙΠ. Ειδικότερα, ο κλάδος ΕΔΙΠ στα ΑΕΙ δημιουργήθηκε επειδή υπήρχε ο κλάδος «βοηθός, επιστημονικός συνεργάτης» στα ΑΕΙ. Σήμερα, όμως καμία/κανείς δεν είναι βοηθός καθηγητή/τριας είμαστε επιστήμονες/ισσες με ανεξάρτητο γνωστικό αντικείμενο εξειδίκευσης.
2. Προοπτική εισαγωγής της βαθμίδας Λέκτορα στα ΑΕΙ
Η εισαγωγή της βαθμίδας Λέκτορα θα δημιουργήσει μια ξεκάθαρη και αναγνωρίσιμη επαγγελματική διαδρομή για τα μέλη ΕΔΙΠ. Τα κριτήρια θα είναι τα ίδια όπως υπήρχαν παλιά για την βαθμίδα του λέκτορα. Θα αναγνωρίζεται επισήμως η διδακτική, εργαστηριακή και εφαρμοσμένη συνεισφορά τους, ενώ θα παρέχεται ταυτόχρονα η δυνατότητα για μελλοντική εξέλιξη σε Επίκουρο Καθηγητή, με κριτήρια αξιοκρατικά και διαφανή που εφαρμόζονται έως σήμερα. Με αυτόν τον τρόπο, η νέα βαθμίδα ενισχύει τόσο τη σταθερότητα και την αναγνώριση του προσωπικού όσο και την ποιότητα της διδασκαλίας και της ερευνητικής δραστηριότητας στα πανεπιστήμια και ενισχύεται η επιστημονική μας ταυτότητα που ήδη υπάρχει.
3. Διεθνής αναγνώριση: Στο εξωτερικό δεν υπάρχει ο όρος Laboratory Teaching Staff όπως μεταφράζεται ο όρος Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό (ΕΔΙΠ) αλλά υπάρχει ο όρος Lecturer ή Docent που περιγράφει σαφώς το έργο που επιτελούμε. Σε Σκανδιναβικές χώρες, ο τίτλος Docent χρησιμοποιείται πιο αναβαθμισμένα για καθηγητές που μπορούν να διδάξουν και να καθοδηγούν φοιτητές/τριες ανεξάρτητα, αλλά δεν είναι στην βαθμίδα του καθηγητή, δηλαδή είναι πιο υψηλό επίπεδο από τον τυπικό Lecturer που συνήθως εστιάζει μόνο στη διδασκαλία σε αγγλοσαξωνικές χώρες. Η μετατροπή θα διευκολύνει την κατανόηση του ρόλου μας διεθνώς όπως επίσης και του έργου που επιτελούμε.
Είναι σημαντικό να συμπεριλάβετε στο πολυνομοσχέδιο το χρόνιο ζήτημα της εξέλιξης των μελών του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού – Ε.ΔΙ.Π σε θέση λέκτορα ή επίκουρου καθηγητή με τη δυνατότητα ακόμη μεταφοράς θέσης σε περιφερειακά πανεπιστήμια. Η ρύθμιση αυτή θα συμβάλει στην ουσιαστική αναβάθμιση και την παροχή κινήτρων για έρευνα και καινοτομία σε αρκετούς επιστήμονες και συγχρόνως θα ενισχύσει τη στελέχωση των πανεπιστημιακών τμημάτων με ελλείψεις σε διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό.
Η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 173 του Νόμος 4957/2022 είναι μια θετική εξέλιξη για τα ΑΕΙ, καθώς δίνει τη δυνατότητα σε δημόσιους υπαλλήλους με κατάλληλα προσόντα να συμβάλλουν ως εντεταλμένοι διδάσκοντες. Πρόκειται για μια κίνηση που ενισχύει τη διαφάνεια και την αξιοκρατία, αποφεύγοντας τον άδικο αποκλεισμό ικανών επιστημόνων λόγω εργασιακής ιδιότητας.
Ωστόσο, το όριο της μερικής απασχόλησης δημιουργεί ανισότητες σε σχέση με τους άλλους διδάσκοντες και περιορίζει την αξιοποίηση των ικανοτήτων τους. Εφόσον πληρούν τα απαιτούμενα επιστημονικά κριτήρια, θα ήταν πιο δίκαιο και παραγωγικό να μπορούν να απασχολούνται με πλήρη ωράρια, όπως όλοι οι υπόλοιποι. Η έμφαση πρέπει να δίνεται στα προσόντα και την ποιότητα της διδασκαλίας, όχι στον τίτλο της θέσης ή την ιδιότητα του εργαζομένου.
Η άρση του αποκλεισμού των δημοσίων υπαλλήλων από τις θέσεις εντεταλμένων διδασκόντων, όπως προτείνεται στην τροποποίηση του άρθρου 173 του Νόμος 4957/2022, είναι μια αναγκαία και θετική αλλαγή. Η προηγούμενη διάταξη περιόριζε αδικαιολόγητα τη δυνατότητα αξιοποίησης ικανού προσωπικού και έθετε εμπόδια σε άτομα που διαθέτουν τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά και επιστημονικά προσόντα.
Δεν είναι όμως δίκαιο να τους επιτρέπεται μόνο μερική απασχόληση. Όποιος διαθέτει τα ίδια προσόντα με άλλους διδάσκοντες θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα πλήρους απασχόλησης, ανεξάρτητα από την εργασιακή του ιδιότητα. Το ουσιαστικό κριτήριο για τα ΑΕΙ πρέπει να είναι η ικανότητα, η γνώση και η επάρκεια των διδασκόντων, όχι η ιδιότητα ως δημόσιος υπάλληλος. Η αλλαγή αυτή είναι ευκαιρία να ενισχυθεί η ποιότητα της διδασκαλίας και η αξιοκρατία στο πανεπιστημιακό σύστημα.
Η τροποποίηση του άρθρου 173 κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αποκαθιστά έναν αδικαιολόγητο περιορισμό: οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει να έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν ως εντεταλμένοι διδάσκοντες στα ΑΕΙ, εφόσον διαθέτουν τα απαιτούμενα επιστημονικά και ακαδημαϊκά προσόντα. Ο αποκλεισμός τους δεν εξυπηρετούσε την ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης ούτε την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Ωστόσο, προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι η δυνατότητα αυτή φαίνεται να συνδέεται με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί άνιση μεταχείριση σε σχέση με άλλους εντεταλμένους διδάσκοντες και υποβαθμίζει τον ρόλο όσων προέρχονται από τον δημόσιο τομέα. Εφόσον πληρούν τα ίδια ακαδημαϊκά κριτήρια, δεν υπάρχει λόγος να μην μπορούν να απασχολούνται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, όπως και οι λοιποί.
Το ουσιαστικό ζητούμενο για τα πανεπιστήμια είναι να στελεχώνονται από πρόσωπα με υψηλά προσόντα, επιστημονική επάρκεια και διδακτική ικανότητα — όχι να αποκλείονται ή να περιορίζονται λόγω της ιδιότητάς τους ως δημοσίων υπαλλήλων. Η ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης διασφαλίζεται από τα προσόντα και την αξιολόγηση, όχι από τον εργασιακό χαρακτηρισμό.
Χαιρετίζουμε την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού και μεταδιδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο.
Επανεξέταση της ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς πρέπει να αποσαφηνιστεί ο ρόλος των Δημοσίων Υπαλλήλων και των ήδη υπάρχοντών μελών ΔΕΠ παραμένει ασαφής, καθώς μια επερχόμενη συνεργασία ενδέχεται να οδηγήσει σε άνιση εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού των Πανεπιστημίων.
Αναβάθμιση του Δημόσιου Πανεπιστημίου συνεπάγεται αναγνώριση και αξιοποίηση των επιστημόνων που υπηρετούν σε αυτό. Δεν είναι λογικό τα μέλη ΕΔΙΠ με διδακτορικό και αξιόλογο ερευνητικό έργο να αντιμετωπίζονται ως προσωπικό β΄κατηγορίας, τη στιγμή που αφενός στα πρώην ΤΕΙ υπάρχουν μέλη ΔΕΠ χωρίς διδακτορικά και αφετέρου οι συμβασιούχοι διδάσκοντες/ουσες αναλαμβάνουν αυτόνομη διδασκαλία, προκειμένου να προωθηθούν και να ‘χτίσουν’ βιογραφικά.
Χαιρετίζουμε την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Χαιρετίζουμε την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Παρακαλείσθε να λάβετε υπόψη τα πάγια και διαχρονικά αιτήματα των Δρ. ΕΔΙΠ και ΕΕΠ. Είναι εκ των ουκ άνευ να συμπεριλαμβάνονται ΕΛΕ στην επίβλεψη διδακτορικών διατριβών όταν μέλη ΕΔΙΠ/ΕΕΠ που αποτελούν διδακτικό προσωπικό των ΑΕΙ και δραστηριοποιούνται και ερευνητικά δεν έχουν το δικαίωμα αυτό. Λάβετε επίσης υπόψη ότι υπάρχουν Τμήματα ΑΕΙ όπου το γνωστικό αντικείμενο μελών ΕΔΙΠ/ΕΕΠ δεν υπάρχει σε μέλος ΔΕΠ. Συνεπώς, υποψήφιοι διδάκτορες που θέλουν να εκπονήσουν διατριβή στο αντικείμενο αυτό, δυστυχώς δεν έχουν στην συμβουλευτική τους επιτροπή τα πλέον συγγενέστερου γνωστικού αντικειμένου μέλη του μόνιμου διδακτικού προσωπικού των ΑΕΙ (και ούτε και στην εξεταστική επιτροπή). Παρόλα αυτά, Δρ. ΕΔΙΠ/ΕΕΠ πολλές φορές ασκούν ρόλο άτυπου (συν)επιβλέποντα στα διδακτορικά αυτά – κακώς, αλλά πως αλλιώς; Παρακαλείσθε να αποκαταστήσετε τουλάχιστον αυτό το ζήτημα, διότι για τα υπόλοιπα δεν φαίνεται να γίνεται προσπάθεια αποκατάστασής τους.
Χαιρετίζουμε την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο τομέα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Γ. Ειδικά στα περιφερειακά ΑΕΙ όπου δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι διδάκτορες θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα πλήρους απασχόλησης για λειτουργικούς λόγους και λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Δ. Επιπλέον, η αναφορά σε «μερική απασχόληση» χωρίς σαφή προσδιορισμό της βάσης υπολογισμού δημιουργεί ερμηνευτική ασάφεια και ενδεχόμενες αποκλίσεις στην εφαρμογή. Απαιτείται σαφής και ενιαία ρύθμιση, με δυνατότητα πλήρους απασχόλησης υπό τις αυτονόητες προϋποθέσεις της υπηρεσιακής συνέπειας και της μη διατάραξης της κύριας θέσης εργασίας. Άρα θα πρέπει να γίνει επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ των ΑΕΙ και ειδικά στα περιφερειακά ΑΕΙ που υπάρχουν μεγάλες ανάγκες για εξειδικευμένους διδάκτορες.
Ε. Τέλος, ο περιορισμός των τριών ακαδημαϊκών ετών ή έξι εξαμήνων λειτουργεί ως τεχνητό χρονικό όριο εξέλιξης και προσφοράς διότι δεν τεκμηριώνεται επαρκώς, το οποίο είναι εμπόδιο στην υψηλή εμπειρία των διδακτόρων του δημοσίου τομέα και θα πρέπει να αρθεί, με έμφαση και εστίαση εφαρμογής στα περιφερειακά ΑΕΙ όπου δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι διδάκτορες.
Θα πρέπει να εξεταστούν τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης του 2022.
Χαιρετίζω την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Θα πρέπει να εξεταστούν τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Άρθρο 90
Χαιρετίζουμε την άρση του αποκλεισμού της διδασκαλίας στα Τριτοβάθμια Ιδρύματα.
Ωστόσο προκειμένου να αποκατασταθεί και η αδικία της τριετούς απομάκρυνσης από την διδασκαλία θα πρέπει:
Α. Να μεριμνήσει το Υπουργείο για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β.Να επανεξετάσει την προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΡΥΘΜΙΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΕΔΙΠ; ΠΟΙΟΙ ΕΛΕ, ΟΤΑΝ ΕΜΕΙΣ ΩΣ ΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ ΕΜΠΛΕΚΟΜΑΣΤΕ ΑΤΥΠΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΒΛΕΨΗ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΩΝ ΔΙΑΤΡΙΒΩΝ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑ; ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΦΑΙΡΕΣΤΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ (ΚΡΙΣΕΙΣ, ΕΠΙΒΛΕΨΕΙΣ ΔΙΑΤΡΙΒΩΝ) ΑΤΟΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ. ΔΕΝ ΤΟ ΣΥΖΗΤΩ ΓΙΑ ΑΛΛΕΣ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΣΑΧΘΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΑΥΤΟ.
Χαιρετίζω την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Η προτεινόμενη ρύθμιση για την απασχόληση υπαλλήλων του δημόσιου τομέα ως εντεταλμένων διδασκόντων κρίνεται ως απολύτως αναγκαία, καθώς τερματίζει μια ιδιότυπη και αδικαιολόγητη επαγγελματική «ομηρία» ενός μεγάλου μέρους του επιστημονικού δυναμικού της χώρας. Είναι οξύμωρο το κράτος, αφού επενδύει στην υψηλή κατάρτιση των στελεχών του, στη συνέχεια να τους θέτει φραγμούς στη μετάδοση αυτής της γνώσης εντός του ακαδημαϊκού χώρου. Παράλληλα, η άρση αυτής της διάκρισης ενισχύει την αξιοκρατία, επιτρέποντας στους δημόσιους λειτουργούς να εξελίσσονται ακαδημαϊκά με βάση τα πραγματικά τους προσόντα και όχι την εργασιακή τους σχέση. Η συμμετοχή τους, υπό το πλαίσιο της μερικής απασχόλησης, όχι μόνο δεν παρακωλύει το υπηρεσιακό τους έργο, αλλά αντίθετα προάγει τη γόνιμη αλληλεπίδραση μεταξύ δημόσιας διοίκησης και ανώτατης εκπαίδευσης, προς όφελος των φοιτητών και της επιστημονικής κοινότητας.
Στο άρθρο 89 θα πρέπει να προστεθούν και τα μέλη εκπαιδευτικού προσωπικού με διδακτορικό σε σχετικό γνωστικό αντικείμενο και να διαμορφωθεί ώς εξής δ) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού σε Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες,καθώς και μέλη Εκπαιδευτικού προσωπικού των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού.
Επιτέλους αποκαθίσταται μια μεγάλη αδικία σε βάρος των διδακτόρων του δημοσίου. Επομένως η άρση αυτού του ασυμβιβάστου είναι απολύτως σωστή. Τι θα γίνει όμως με τα τρία χρόνια που χάθηκαν για τους διδάκτορες δημοσίους υπαλλήλους; Κανονικά πρέπει να μετατεθεί τρία χρόνια μπροστά η ημερομηνία λήψης του διδακτορικού τους, ώστε να μηδενιστεί η αποδεδειγμένη ζημία που έπαθαν από την προηγούμενη ρύθμιση.
Στο άρθρο 89, το οποίο ορθώς προβλέπει τη διεύρυνση της σύνθεσης των επιτροπών επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών, παρέχοντας τη δυνατότητα συμμετοχής και σε μέλη Ε.Λ.Ε. κατόχους διδακτορικού τίτλου, δεν γίνεται ρητή αναφορά στα μέλη του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) των πανεπιστημίων.
Η παράλειψη αυτή χρήζει επανεξέτασης. Τα μέλη Ε.Ε.Π., πέραν των μελών Δ.Ε.Π., αποτελούν τη μόνη κατηγορία οργανικών διδασκόντων στα πανεπιστήμια για την οποία προβλέπεται ως τυπικό προσόν η κατοχή διδακτορικού διπλώματος (ν. 4957/2022, άρθρο 163, παρ./εδ. 5). Επιπλέον, το ισχύον θεσμικό πλαίσιο αναγνωρίζει στα μέλη Ε.Ε.Π. δυνατότητα ανάληψης επιστημονικής ευθύνης έργων/προγραμμάτων (άρθρο 163, εδ. 3), αυτοδύναμου διδακτικού έργου, καθώς και επίβλεψης προπτυχιακών και μεταπτυχιακών εργασιών (άρθρο 163, εδ. 1).
Κατά συνέπεια, η συμπερίληψη των μελών Ε.Ε.Π. στη διεύρυνση που εισάγει το άρθρο 89 θα ήταν απολύτως συμβατή με τη λογική και τον σκοπό της διάταξης. Μάλιστα, θα συνέβαλε ουσιαστικά στην αντιμετώπιση πρακτικών δυσχερειών που ανακύπτουν συχνά κατά τη συγκρότηση των σχετικών επιτροπών, ιδίως όταν απαιτείται εξειδικευμένη επιστημονική γνώση σε συγκεκριμένα γνωστικά πεδία.
Στην πράξη, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες τα συλλογικά όργανα των πανεπιστημίων αδυνατούν, για καθαρά τυπικούς λόγους, να συμπεριλάβουν μέλη Ε.Ε.Π. σε τέτοιες επιτροπές, παρότι τα πρόσωπα αυτά διαθέτουν αποδεδειγμένη επιστημονική επάρκεια και δημοσιευμένο έργο άμεσα συναφές με το αντικείμενο της εκάστοτε διδακτορικής διατριβής. Δίνω και ένα παράδειγμα: είμαι Ε.Ε.Π. και έχω γνωστικό αντικείμενο «Ζωγραφική με έμφαση στον Ντε Κίρικο» και έρχεται υποψήφιος διδάκτωρ με αντικείμενο τον «Ντε Κίρικο». Καθώς το ΕΕΠ δεν μπορεί να μπει στη συνεπίβλεψη, μπαίνει ένα ΔΕΠ ή Ε.Λ.Ε. με αντικείμενο «Ζωγραφική με έμφαση στην Αναγέννηση», καθώς το ΕΕΠ δεν έχει αυτή τη δυνατότητα: αυτό δε μειώνει ταυτόχρονα την αξία του διδακτορικού αλλά και της τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής γενικότερα; Τα Ε.Ε.Π. θα μπορούσαν να μπουν στη συνεπίβλεψη, αν όχι στην επίβλεψη.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η ρητή πρόβλεψη δυνατότητας συμμετοχής μελών Ε.Ε.Π. κατόχων διδακτορικού τίτλου στις επιτροπές επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που τίθενται για τις λοιπές προβλεπόμενες κατηγορίες προσωπικού. Βέβαια η επικουροποίηση των ΕΔΙΠ και ΕΕΠ θα έλυνε πολλά από αυτά τα προβλήματα/τις στρεβλώσεις. Ελπίζουμε κάποια στιγμή να εισακουστούν όλα!
Στο άρθρο 89, το οποίο ορθώς προβλέπει τη διεύρυνση της σύνθεσης των επιτροπών επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών, παρέχοντας τη δυνατότητα συμμετοχής και σε μέλη Ε.Λ.Ε. κατόχους διδακτορικού τίτλου, δεν γίνεται ρητή αναφορά στα μέλη του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) των πανεπιστημίων.
Η παράλειψη αυτή χρήζει επανεξέτασης. Τα μέλη Ε.Ε.Π., πέραν των μελών Δ.Ε.Π., αποτελούν τη μόνη κατηγορία οργανικών διδασκόντων στα πανεπιστήμια για την οποία προβλέπεται ως τυπικό προσόν η κατοχή διδακτορικού διπλώματος (ν. 4957/2022, άρθρο 163, παρ./εδ. 5). Επιπλέον, το ισχύον θεσμικό πλαίσιο αναγνωρίζει στα μέλη Ε.Ε.Π. δυνατότητα ανάληψης επιστημονικής ευθύνης έργων/προγραμμάτων (άρθρο 163, εδ. 3), αυτοδύναμου διδακτικού έργου, καθώς και επίβλεψης προπτυχιακών και μεταπτυχιακών εργασιών (άρθρο 163, εδ. 1).
Κατά συνέπεια, η συμπερίληψη των μελών Ε.Ε.Π. στη διεύρυνση που εισάγει το άρθρο 89 θα ήταν απολύτως συμβατή με τη λογική και τον σκοπό της διάταξης. Μάλιστα, θα συνέβαλλε ουσιαστικά στην αντιμετώπιση πρακτικών δυσχερειών που ανακύπτουν συχνά κατά τη συγκρότηση των σχετικών επιτροπών, ιδίως όταν απαιτείται εξειδικευμένη επιστημονική γνώση σε συγκεκριμένα γνωστικά πεδία.
Στην πράξη, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες τα συλλογικά όργανα των πανεπιστημίων αδυνατούν, για καθαρά τυπικούς λόγους, να συμπεριλάβουν μέλη Ε.Ε.Π. σε τέτοιες επιτροπές, παρότι τα πρόσωπα αυτά διαθέτουν αποδεδειγμένη επιστημονική επάρκεια και δημοσιευμένο έργο άμεσα συναφές με το αντικείμενο της εκάστοτε διδακτορικής διατριβής. Δίνω και ένα παράδειγμα: είμαι Ε.Ε.Π. και έχω γνωστικό αντικείμενο «Ζωγραφική με έμφαση στον Ντε Κίρικο» και έρχεται υποψήφιος διδάκτωρ με αντικείμενο τον «Ντε Κίρικο». Καθώς το ΕΕΠ δεν μπορεί να μπει στη συνεπίβλεψη, μπαίνει ένα ΔΕΠ ή Ε.Λ.Ε. με αντικείμενο «Ζωγραφική με έμφαση στην Αναγέννηση», καθώς το ΕΕΠ δεν έχει αυτή τη δυνατότητα: αυτό δε μειώνει ταυτόχρονα την αξία του διδακτορικού αλλά και της τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής γενικότερα; Τα Ε.Ε.Π. θα μπορούσαν να μπουν στη συνεπίβλεψη, αν όχι στην επίβλεψη.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η ρητή πρόβλεψη δυνατότητας συμμετοχής μελών Ε.Ε.Π. κατόχων διδακτορικού τίτλου στις επιτροπές επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που τίθενται για τις λοιπές προβλεπόμενες κατηγορίες προσωπικού. Βέβαια η επικουροποίηση των ΕΔΙΠ και ΕΕΠ θα έλυνε πολλά από αυτά τα προβλήματα/τις στρεβλώσεις. Ελπίζουμε κάποια στιγμή να εισακουστούν όλα!
ΓΙΑ ΑΡΘΡΟ 83
Προτείνεται η κατάργηση της προϋπόθεσης συμπλήρωσης πέντε (5) ετών προϋπηρεσίας για τη μετάταξη των ήδη αποσπασμένων εκπαιδευτικών σε φορείς υποδοχής. Η δυνατότητα μετάταξης θα πρέπει να παρέχεται οριζόντια, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της αιτιολογημένης θετικής εισήγησης του φορέα υποδοχής.
Τεκμηρίωση:
Αρχή της Ισονομίας: Πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις επέτρεψαν σε αποσπασμένους υπαλλήλους άλλων κλάδων του Δημοσίου να μεταταχθούν χωρίς αντίστοιχους χρονικούς περιορισμούς. Η εξαίρεση των εκπαιδευτικών από αυτή τη λογική δημιουργεί υπαλλήλους «δύο ταχυτήτων» και παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Αποτελεσματικότητα Διοίκησης: Η 5ετία λειτουργεί ως ένας αδικαιολόγητος «δοκιμαστικός χρόνος» για μόνιμους υπαλλήλους που έχουν ήδη αξιολογηθεί στα καθήκοντά τους.
Δικλείδα Ασφαλείας (Αξιολόγηση): Αντί για οριζόντια χρονικά εμπόδια, η καταλληλότητα του εκπαιδευτικού μπορεί να διασφαλιστεί μέσω της σύμφωνης γνώμης του φορέα υποδοχής. Εάν ένας εκπαιδευτικός κριθεί ανεπαρκής για τη συγκεκριμένη θέση, ο φορέας έχει το δικαίωμα να μην προχωρήσει τη μετάταξη.
Με αυτόν τον τρόπο, η διοίκηση προστατεύεται, ενώ παράλληλα αποκαθίσταται η επαγγελματική αξιοπρέπεια των λειτουργών της εκπαίδευσης.
Προτείνεται η κατάργηση της προϋπόθεσης συμπλήρωσης πέντε (5) ετών προϋπηρεσίας για τη μετάταξη των ήδη αποσπασμένων εκπαιδευτικών σε φορείς υποδοχής. Η δυνατότητα μετάταξης θα πρέπει να παρέχεται οριζόντια, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της αιτιολογημένης θετικής εισήγησης του φορέα υποδοχής.
Τεκμηρίωση:
Αρχή της Ισονομίας: Πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις επέτρεψαν σε αποσπασμένους υπαλλήλους άλλων κλάδων του Δημοσίου να μεταταχθούν χωρίς αντίστοιχους χρονικούς περιορισμούς. Η εξαίρεση των εκπαιδευτικών από αυτή τη λογική δημιουργεί υπαλλήλους «δύο ταχυτήτων» και παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Αποτελεσματικότητα Διοίκησης: Η 5ετία λειτουργεί ως ένας αδικαιολόγητος «δοκιμαστικός χρόνος» για μόνιμους υπαλλήλους που έχουν ήδη αξιολογηθεί στα καθήκοντά τους.
Δικλείδα Ασφαλείας (Αξιολόγηση): Αντί για οριζόντια χρονικά εμπόδια, η καταλληλότητα του εκπαιδευτικού μπορεί να διασφαλιστεί μέσω της σύμφωνης γνώμης του φορέα υποδοχής. Εάν ένας εκπαιδευτικός κριθεί ανεπαρκής για τη συγκεκριμένη θέση, ο φορέας έχει το δικαίωμα να μην προχωρήσει τη μετάταξη.
Με αυτόν τον τρόπο, η διοίκηση προστατεύεται, ενώ παράλληλα αποκαθίσταται η επαγγελματική αξιοπρέπεια των λειτουργών της εκπαίδευσης.
Άρθρο 90
Η προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση κινείται αναμφίβολα προς θετική κατεύθυνση, καθώς αίρει έναν περιορισμό που για χρόνια απέκλειε αδικαιολόγητα κατόχους διδακτορικού τίτλου, εργαζόμενους στο Δημόσιο, από τη δυνατότητα διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Η αποκατάσταση αυτού του δικαιώματος αποτελεί ζήτημα θεσμικής συνέπειας και σεβασμού της επιστημονικής εξέλιξης.
Ωστόσο, η άρση της απαγόρευσης δεν αρκεί από μόνη της, εάν δεν συνοδευτεί από πρόνοιες που θα διασφαλίζουν πραγματικά ίσους και δίκαιους όρους συμμετοχής.
Πρώτον, ένας εκπαιδευτικός της Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που έχει επενδύσει σε υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκά προσόντα δεν μπορεί να παραμένει επαγγελματικά «εγκλωβισμένος» αποκλειστικά στη σχολική τάξη, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα ακαδημαϊκής εξέλιξης. Η κατοχή διδακτορικού τίτλου δεν αποτελεί τυπικό προσόν, αλλά τεκμήριο ερευνητικής επάρκειας και επιστημονικής ωρίμανσης. Η Πολιτεία οφείλει να διαμορφώνει διαδρομές κινητικότητας, ώστε να είναι εφικτή η μετάβαση –έστω παράλληλη– προς τη διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο, χωρίς τιμωρητικούς ή αποτρεπτικούς περιορισμούς.
Δεύτερον, απαιτείται ειδική μέριμνα για όσους απέκτησαν διδακτορικό τίτλο κατά το διάστημα που ίσχυε η απαγόρευση συμμετοχής σε προκηρύξεις (π.χ. αυτοδύναμης διδασκαλίας μέσω συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων). Η χρονική αυτή «απώλεια ευκαιριών» δεν μπορεί να αγνοηθεί. Προσωπικά, έχοντας αποκτήσει το διδακτορικό μου πριν από δύο έτη, θεωρώ άδικο να εξομοιώνομαι πλήρως –χωρίς καμία μεταβατική πρόβλεψη ή μοριοδοτική αναλογία– με όσους αποκτούν τον τίτλο τώρα το 2026 και θα εισέλθουν ταυτόχρονα στη διαδικασία επιλογής για πανεπιστημιακή διδασκαλία. Θα πρέπει να προβλεφθεί μια εύλογη αναλογικότητα, που να λαμβάνει υπόψη τον χρόνο κατοχής του τίτλου και τη συναφή ακαδημαϊκή δραστηριότητα.
Τρίτον, η πρόβλεψη αποκλειστικά για μερική απασχόληση δημιουργεί ερωτήματα τόσο ως προς τη βάση υπολογισμού της όσο και ως προς τη συμβατότητά της με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Γιατί να τίθεται ως προεπιλογή η μερική απασχόληση; Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις και εξασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα πλήρους απασχόλησης ή, τουλάχιστον, ένα σαφές και ενιαίο πλαίσιο εφαρμογής που να μην αφήνει περιθώρια άνισης ερμηνείας μεταξύ φορέων.
Τέλος, για τους εν ενεργεία εκπαιδευτικούς είναι κρίσιμο να προβλεφθεί ρεαλιστική δυνατότητα διδασκαλίας σε Πανεπιστημιακά Ιδρύματα γεωγραφικά εγγύτερα στον τόπο υπηρεσίας τους. Διαφορετικά, η άσκηση του δικαιώματος θα καθίσταται πρακτικά ανέφικτη, ιδίως ως προς τη λήψη αδειών και τη συνδυαστική άσκηση των καθηκόντων. Η ρύθμιση πρέπει να είναι λειτουργική και εφαρμόσιμη στην πράξη, όχι απλώς θεωρητικά επιτρεπτή.
Παράλληλα, θα πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι η αρμόδια Διεύθυνση Εκπαίδευσης οφείλει να διευκολύνει και όχι να παρεμποδίζει την ακαδημαϊκή δραστηριότητα των κατόχων διδακτορικού τίτλου. Η χορήγηση άδειας άσκησης διδακτικού έργου σε Πανεπιστήμιο δεν μπορεί να επαφίεται σε ασαφείς ή αποσπασματικές ερμηνείες, αλλά πρέπει να αποτελεί θεσμικά κατοχυρωμένη διαδικασία, με σαφές πλαίσιο και εύλογες προθεσμίες. Η Διοίκηση οφείλει να στηρίζει ενεργά την επιστημονική εξέλιξη των εκπαιδευτικών της, αναγνωρίζοντας ότι η ακαδημαϊκή τους δραστηριότητα επιστρέφει προστιθέμενη αξία και στη σχολική εκπαίδευση.
Μόνον εάν διασφαλιστεί η ουσιαστική συνεργασία των υπηρεσιών και η έμπρακτη υποστήριξη των κατόχων διδακτορικού, η νέα ρύθμιση θα μπορέσει να λειτουργήσει ως πραγματικό εργαλείο ακαδημαϊκής κινητικότητας και όχι ως μια τυπική, αλλά δυσχερώς εφαρμόσιμη πρόβλεψη.
Καλείται, επομένως, το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να ενισχύσει τη θετική αυτή πρωτοβουλία με σαφείς μεταβατικές διατάξεις, πρόβλεψη εύλογης αναλογικότητας για τους ήδη κατόχους διδακτορικού τίτλου, ουσιαστική δυνατότητα πλήρους απασχόλησης και συγκεκριμένη μέριμνα για τη γεωγραφική διευκόλυνση και διοικητική υποστήριξη των εν ενεργεία εκπαιδευτικών.
Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις η ρύθμιση θα συνιστά πραγματική άρση ενός διαχρονικού περιορισμού και όχι μια τυπική αποκατάσταση χωρίς πρακτικό αντίκρισμα, διασφαλίζοντας στην πράξη την ακαδημαϊκή εξέλιξη, την επαγγελματική ισότητα και την αξιοκρατία.
Θέμα: Ανάγκη επανεξέτασης των διευκρινίσεων για τις κατατακτήριες εξετάσεις και αποκατάσταση των αδικηθέντων υποψηφίων
Η πρόσφατη ανακοίνωση αποτελεσμάτων κατατακτηρίων εξετάσεων από το Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου επαναφέρει με έντονο τρόπο ένα ζήτημα που απασχολεί χιλιάδες υποψηφίους: την ερμηνεία και εφαρμογή των διευκρινίσεων που εξέδωσε το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων τον Φεβρουάριο του 2026.
Οι πρόσφατες οδηγίες του Υπουργείου σχετικά με την απαίτηση ελάχιστης βάσης σε κάθε εξεταζόμενο μάθημα φαίνεται ότι έχουν δημιουργήσει στην πράξη σοβαρές ανισότητες μεταξύ υποψηφίων. Από την εξέταση των δημοσιευμένων αποτελεσμάτων προκύπτουν ενδεικτικές περιπτώσεις που αναδεικνύουν το πρόβλημα:
– Υποψήφιος εισήχθη παρότι έλαβε βαθμό 0/20 σε εξεταζόμενο μάθημα (μη προσέλευση), συγκεντρώνοντας όμως συνολικά 30 μονάδες.
– Άλλος υποψήφιος εισήχθη με βαθμό μόλις 2/20 σε ένα μάθημα, έχοντας επίσης συνολική βαθμολογία 30 μονάδων.
Την ίδια στιγμή, υποψήφιοι από άλλες σχολές που συγκέντρωσαν συνολικά άνω των 30 μονάδων δεν εισήχθησαν, επειδή δεν πέτυχαν τη βάση σε επιμέρους μάθημα. Η εικόνα αυτή ενισχύει το αίσθημα άνισης μεταχείρισης και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την επάρκεια και σαφήνεια των πρόσφατων διευκρινίσεων.
Το ζήτημα δεν αφορά την καλή πίστη των επιμέρους τμημάτων, τα οποία εφαρμόζουν τις οδηγίες που λαμβάνουν. Αντιθέτως, αναδεικνύεται ένα συστημικό πρόβλημα στο ισχύον πλαίσιο, το οποίο οδηγεί σε δυσανάλογες συνέπειες για υποψηφίους με αποδεδειγμένα υψηλή συνολική επίδοση.
Οι κατατακτήριες εξετάσεις αποτελούν θεσμό δεύτερης ευκαιρίας και οφείλουν να λειτουργούν με σαφήνεια, αναλογικότητα και ουσιαστική αξιοκρατία. Όταν υποψήφιοι με συνολική βαθμολογία άνω των 30 μονάδων μένουν εκτός, ενώ άλλοι με εξαιρετικά χαμηλή επίδοση σε επιμέρους μάθημα εισάγονται λόγω συνολικού αθροίσματος, δημιουργείται αντικειμενικά αίσθημα αδικίας που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Για τους λόγους αυτούς ζητείται από το Υπουργείο:
– η άμεση επανεξέταση των διευκρινίσεων του Φεβρουαρίου,
– η αποσαφήνιση του τρόπου εφαρμογής της βάσης ανά μάθημα,
– και κυρίως η αμφίδρομη εγγραφή (συμπληρωματική εισαγωγή) των υποψηφίων που συγκέντρωσαν συνολικά βαθμολογία άνω των 30 μονάδων αλλά δεν εισήχθησαν.
Η αποκατάσταση αυτή δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση, αλλά αναγκαίο μέτρο ισονομίας, ώστε να αρθεί η άνιση μεταχείριση που προέκυψε από την εφαρμογή των πρόσφατων οδηγιών.
Η εκπαιδευτική κοινότητα αναμένει άμεσες και σαφείς ενέργειες. Η αξιοπιστία των κατατακτηρίων εξετάσεων — και η εμπιστοσύνη των υποψηφίων — εξαρτάται από την ικανότητα της πολιτείας να διορθώνει έγκαιρα ρυθμίσεις που στην πράξη παράγουν αδικίες.
θα θέλαμε εκ μέρους υποψηφίων των Κατατακτήριων εξετάσεων 25-26, να δείτε το μεγάλο θέμα που έχει δημιουργηθεί .
Έντονη αναστάτωση επικρατεί μεταξύ εκατοντάδων υποψηφίων των κατατακτήριων εξετάσεων, εξαιτίας της εφαρμογής του νέου νομοθετικού πλαισίου για την εισαγωγή πτυχιούχων στα πανεπιστήμια. Αν και ο νόμος 5224/2025 παρουσιάστηκε ως μια μεταρρύθμιση που θα διεύρυνε τις δυνατότητες πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η πρακτική του εφαρμογή φαίνεται να έχει οδηγήσει σε σοβαρές δυσλειτουργίες. Η βασική επιδίωξη της ρύθμισης ήταν η αύξηση των διαθέσιμων θέσεων για κατατάξεις, ιδιαίτερα στα περιφερειακά ιδρύματα, προκειμένου να διευκολυνθούν οι απόφοιτοι που επιθυμούν να αποκτήσουν δεύτερο πτυχίο. Ωστόσο, η μη έκδοση της απαραίτητης εφαρμοστικής υπουργικής απόφασης δημιούργησε σημαντικό κενό στην υλοποίηση του νόμου. Έτσι, αρκετά πανεπιστημιακά τμήματα δεν αξιοποίησαν τις επιπλέον θέσεις που προβλέπονταν, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ο αριθμός των εισακτέων αποδείχθηκε μικρότερος από τον αναμενόμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Φαρμακευτική Σχολή του ΑΠΘ, η οποία δεν δέχθηκε κανέναν υποψήφιο μέσω κατατακτηρίων. Την ίδια στιγμή, παρατηρούνται διαφοροποιήσεις μεταξύ σχολών που εντείνουν τα ερωτήματα για την ενιαία εφαρμογή των κριτηρίων. Σύμφωνα με τα ανακοινωθέντα στοιχεία, για παράδειγμα, η Ιατρική Σχολή Αλεξανδρούπολης κάλυψε 41 θέσεις, ακόμη και με επιτυχόντες που συγκέντρωσαν συνολική βαθμολογία κάτω από τη βάση, ενώ η Ιατρική Σχολή Κρήτης κάλυψε 13 θέσεις. Οι αποκλίσεις αυτές δημιουργούν εύλογο προβληματισμό ως προς την ίση και ομοιόμορφη εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου. Παράλληλα, σε ορισμένες σχολές διατυπώνονται σοβαρές καταγγελίες από υποψηφίους σχετικά με τη φύση των θεμάτων των εξετάσεων. Όπως αναφέρεται, τέθηκαν ερωτήματα που δεν αντιστοιχούσαν πλήρως στη δημοσιευμένη ύλη ή χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερα αυξημένο βαθμό δυσκολίας, γεγονός που —κατά τους ίδιους— επηρέασε καθοριστικά τα αποτελέσματα. Εφόσον οι ισχυρισμοί αυτοί ευσταθούν, ανακύπτουν ζητήματα διαφάνειας και ίσων όρων αξιολόγησης, τα οποία οφείλουν να διερευνηθούν από τα αρμόδια όργανα. Αξίζει να σημειωθεί ότι με βάση το καθεστώς που ίσχυε από το 2017 και για σειρά ετών, οι υποψήφιοι εισάγονταν εφόσον βρίσκονταν εντός του προβλεπόμενου ποσοστού θέσεων (12% τότε) και είχαν συγκεντρώσει συνολική βαθμολογία άνω του 30 στα 60 — δηλαδή μέσο όρο άνω του 10 στα τρία εξεταζόμενα μαθήματα, ακόμη και αν σε επιμέρους μάθημα η βαθμολογία ήταν κάτω από 10. Το πλαίσιο αυτό παρείχε σαφή, αντικειμενικά και ενιαία κριτήρια εισαγωγής, τα οποία εφαρμόζονταν με σταθερότητα. Η σημερινή κατάσταση εγείρει ζητήματα που άπτονται βασικών συνταγματικών αρχών, όπως αυτή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος), της ίσης μεταχείρισης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων προς τη Διοίκηση.
Ζητάμε την αναδρομική μας εγγραφή στις σχολές επιλογής μας όλοι όσοι συμπληρώνουν άθροισμα πάνω από 30 στα εξεταζόμενα μαθήματα , όπως ισχύει από το 2017.
Αρχική διάταξη:
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.8 του άρθρου 48 του ν.4957/2022 και του άρθρου 51 του ν. 5094/2024 (Τροποποίηση παρ. 8 άρθρου 48), όπως ισχύει: «Αν στο πανεπιστημιακό εργαστήριο δεν υπηρετούν μέλη Δ.Ε.Π.στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή, η Σύγκλητος δύναται να ορίσει κατ’ εξαίρεση Επίκουρο Καθηγητή που υπηρετεί στο πανεπιστημιακό εργαστήριο, έως την ημερομηνία διορισμού μέλους Δ.Ε.Π. στηβαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή. Στην περίπτωση αυτή εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από τον κατ’ εξαίρεση ορισμό μέλους Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή ως Διευθυντή στο πανεπιστημιακό εργαστήριο, προκηρύσσονται εκλογές σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 5, στις οποίες δύνανται να είναι υποψήφιοι μέλη Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή του ίδιου ή συναφούς αντικειμένου με αυτό του εργαστηρίου που προέρχονται από τη Σχολή. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρι την πλήρωση της θέσης του Διευθυντή από μέλος Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή».
Προτεινόμενη τροποποίηση:
«Αν στο πανεπιστημιακό εργαστήριο δεν υπηρετούν μέλη Δ.Ε.Π.στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή, η Σύγκλητος δύναται να ορίσει κατ’ εξαίρεση Επίκουρο Καθηγητή που υπηρετεί στο πανεπιστημιακό εργαστήριο, έως την ημερομηνία διορισμού μέλους Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή. Στην περίπτωση αυτή εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από τον διορισμό, προκηρύσσονται εκλογές σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 5, στις οποίες δύνανται να είναι υποψήφιοι μέλη Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή του ίδιου ή συναφούς αντικειμένου με αυτό του εργαστηρίου.
Σκοπιμότητα:
Η υφιστάμενη διατύπωση προβλέπει επαναλαμβανόμενες εκλογικές διαδικασίες ακόμη και όταν δεν υπηρετούν μέλη Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή που να μπορούν να θέσουν υποψηφιότητα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διοικητική επιβάρυνση χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα και σε δυσχέρειες στη σταθερή λειτουργία των εργαστηρίων.
Η προτεινόμενη ρύθμιση συνδέει την εκλογική διαδικασία με τον πραγματικό διορισμό μέλους ανώτερης βαθμίδας, εξασφαλίζοντας ότι οι διαδικασίες ενεργοποιούνται όταν υπάρχει πραγματική δυνατότητα πλήρωσης της θέσης. Σε αρκετά πανεπιστημιακά εργαστήρια, ιδίως σε αναπτυσσόμενα ή περιφερειακά ιδρύματα, ενδέχεται να μην υπηρετούν άμεσα μέλη Δ.Ε.Π. ανώτερης βαθμίδας. Η προτεινόμενη τροποποίηση επιτρέπει τη συνέχιση της εύρυθμης λειτουργίας των εργαστηρίων έως την πλήρωση αντίστοιχων θέσεων, χωρίς επαναλαμβανόμενες τυπικές διαδικασίες. Η δυνατότητα ορισμού Επίκουρου Καθηγητή ως Διευθυντή, έως τον διορισμό μέλους ανώτερης βαθμίδας, διασφαλίζει τη συνέχεια της διοίκησης, της ερευνητικής δραστηριότητας και των συνεργασιών των εργαστηρίων, χωρίς να αλλοιώνεται ο στόχος της τελικής ανάληψης της θέσης από μέλος ανώτερης βαθμίδας. Η υφιστάμενη πρόβλεψη περί δυνατότητας υποψηφιότητας μελών Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή «του ίδιου ή συναφούς αντικειμένου που προέρχονται από τη Σχολή» ενδέχεται να δημιουργεί, στην πράξη, συνθήκες άτυπης μετακίνησης μελών Δ.Ε.Π. μεταξύ διαφορετικών Τμημάτων της ίδιας Σχολής. Αυτό μπορεί να προκαλέσει:
λειτουργικές δυσχέρειες στα Τμήματα προέλευσης λόγω απώλειας διδακτικού ή ερευνητικού δυναμικού,
ασάφεια ως προς τη διοικητική και ακαδημαϊκή ένταξη των μελών Δ.Ε.Π., πιθανό θεσμικό κενό, όταν τέτοιες μετακινήσεις δεν συνοδεύονται από τυπική έγκριση των αρμόδιων οργάνων των εμπλεκόμενων Τμημάτων ή της Σχολής. Η προτεινόμενη τροποποίηση αποσκοπεί στη βελτίωση της πρακτικής εφαρμογής της διάταξης, στη διασφάλιση διοικητικής σταθερότητας, στην αποφυγή ερμηνευτικών ασάφειων σχετικά με τη συμμετοχή μελών Δ.Ε.Π. από διαφορετικά Τμήματα και στη σαφέστερη λειτουργία των πανεπιστημιακών εργαστηρίων, χωρίς να μεταβάλλεται ο βασικός στόχος της πλήρωσης της θέσης Διευθυντή από μέλος Δ.Ε.Π. ανώτερης βαθμίδας όταν αυτό καταστεί εφικτό.
Σχόλιο επί της τροποποίησης του άρθρου 94 παρ. 1 του Νόμος 4957/2022
Η προτεινόμενη ρύθμιση επεκτείνει τη δυνατότητα συμμετοχής στις τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές διδακτορικών διατριβών και σε Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.), κατόχους διδακτορικού διπλώματος, οι οποίοι υπηρετούν σε ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς. Η κατεύθυνση ενίσχυσης της διασύνδεσης των Α.Ε.Ι. με ερευνητικούς φορείς είναι κατ’ αρχήν θετική. Ωστόσο, η ρύθμιση δημιουργεί ζήτημα ίσης μεταχείρισης και εσωτερικής συνοχής του θεσμικού πλαισίου, καθώς δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρητή δυνατότητα συμμετοχής στις τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές για μέλη Ε.ΔΙ.Π. των Α.Ε.Ι. που είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος και διαθέτουν αποδεδειγμένη ερευνητική δραστηριότητα συναφή με το αντικείμενο της διατριβής.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργείται άνιση μεταχείριση μεταξύ επιστημόνων που υπηρετούν εντός των Α.Ε.Ι. και επιστημόνων που υπηρετούν σε εξωτερικούς ερευνητικούς φορείς, παρά το γεγονός ότι οι πρώτοι υποστηρίζουν διαχρονικά το εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο των Τμημάτων.
Τίθεται, συνεπώς, το εύλογο και σαφές ερώτημα: Για ποιο λόγο παρέχεται ρητώς η δυνατότητα συμμετοχής σε Ε.Λ.Ε. εξωτερικών φορέων, ενώ δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση για διδακτορούχους επιστήμονες που υπηρετούν ήδη στα Α.Ε.Ι.; Ποια είναι η αντικειμενική αιτιολόγηση της διαφοροποίησης αυτής;
Να προβλεφθεί ρητώς η δυνατότητα συμμετοχής στις τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές και για μέλη Ε.ΔΙ.Π. κατόχους διδακτορικού διπλώματος με αποδεδειγμένη ερευνητική δραστηριότητα, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που τίθενται για τους Ε.Λ.Ε., ώστε να διασφαλιστεί η θεσμική ισορροπία και η αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Σχόλιο επί του Άρθρου 92
Το προτεινόμενο Άρθρο 92 επιχειρεί να θεραπεύσει εκκρεμότητες προκηρύξεων μελών Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 παρ. 1 του Νόμος 4521/2018 και δεν δημοσιεύθηκαν εμπροθέσμως στο ΦΕΚ.
Ωστόσο, η ρύθμιση παρουσιάζει ουσιώδες κενό ως προς τις περιπτώσεις στις οποίες η διαδικασία επιλογής έχει ολοκληρωθεί ή βρίσκεται σε τελικό στάδιο, αλλά η καθυστέρηση δημοσίευσης δεν οφείλεται στους υποψηφίους ούτε σε υπαιτιότητα του Ιδρύματος.
Ειδικότερα, στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών υφίστανται τρεις (3) εκκρεμείς διορισμοί μελών Ε.ΔΙ.Π., οι οποίοι παραμένουν σε εκκρεμότητα από το 2021 λόγω εκπρόθεσμης δημοσίευσης της προκήρυξης, χωρίς υπαιτιότητα των επιλεγέντων. Πρόκειται για διαδικασίες που έχουν κινηθεί νομίμως και παραμένουν ανενεργές εξαιτίας διοικητικών καθυστερήσεων.
Η πρόβλεψη ότι, μετά την 30ή.6.2026, «η κατανεμηθείσα θέση ακυρώνεται και δεν μπορεί να προκηρυχθεί» εγείρει σοβαρά ζητήματα:
1)Παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 Συντ.).
2)Προσβολής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων.
3)Διακινδύνευσης της εύρυθμης λειτουργίας των Α.Ε.Ι., δεδομένου ότι τα μέλη Ε.ΔΙ.Π. επιτελούν κρίσιμο εκπαιδευτικό και εργαστηριακό έργο.
Τίθεται, συνεπώς, το σαφές ερώτημα: Τι προβλέπεται να συμβεί με τους ήδη ολοκληρωμένους ή ώριμους προς ολοκλήρωση διορισμούς που εκκρεμούν αποκλειστικά λόγω διοικητικών καθυστερήσεων; Θα ακυρωθούν οριστικά θέσεις και θα ματαιωθούν διορισμοί που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα των υποψηφίων;
Η διάταξη, ως έχει, δεν παρέχει ρητή απάντηση και δημιουργεί σοβαρή ανασφάλεια δικαίου.
Να προβλεφθεί ρητώς ότι, σε περιπτώσεις όπου η διαδικασία επιλογής έχει ολοκληρωθεί ή η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα των υποψηφίων, επιτρέπεται είτε η ολοκλήρωση του διορισμού είτε η επαναπροκήρυξη της θέσης.
Χαιρετίζω την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της δι δασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέ χη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόν τα. Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέ κτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτι κής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επι στήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Γ. Γιά την εξασφάλιση ίσων όρων με τους συνάδελφους διδάκτορες που δεν εί ναι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ., να επιτραπεί ή η συμμετοχή στις προκηρύξεις γιά εντεταλμένους καθηγητές στα ΑΕΙ και κατόχων μεταδιδακ τορικών που είναι αυτοχρηματοδοτούμενα με μία απλή βεβαίωση του τμήματος και του επιβλέποντα ή η συμμετοχή και των διδακτόρων δημόσιων υπαλλήλων στα επιδοτούμενα προγράμματα γιά απόκτηση μεταδιδακτορικών ως «μορφή μερικής απασχόλησης».
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Η άρση του ασυμβιβάστου της ιδιότητας του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου και εκείνης του εντεταλμένου διδάσκοντος αποτελεί αποκατάσταση μιας αδόκητης και μεγάλης αδικίας σε βάρος των πρώτων και είναι φυσικά προς τη σωστή κατεύθυνση. Πρέπει όμως να παραγραφούν τα τρία χρόνια που χάθηκαν για τους διδάκτορες δημοσίους υπαλλήλους, διότι πολλοί από αυτπύς έχασαν την ιδιότητα του νέου επιστήμονα, αφού δεν μπορούσαν να διδάξουν στα πανεπιστημια επί τρία πια ακαδημαϊκά έτη εξαιτίας ακριβώς του ασυμβιβάστου αυτού.
Η άρση της παράνομης και αντισυνταγματικής απαγόρευσης είναι ένα αναντίλεκτα θετικό στοιχείο, όμως φοβάμαι ότι εάν δεν υπάρξει διευκρίνηση αναφορικά με τον όρο «Μερική απασχόληση» θα εισέλθουμε σε terra incognita. Είναι προφανές ότι ο όρος «μερική απασχόληση» δημιουργεί ασάφεια και καταλήγει σε lex imperfecta. Πώς θα προσλάβουν αυτή τη διάταξη τα πανεπιστήμια; Θα συνοδευτεί με ρητή διάταξη κάθε πανεπιστήμιο να προκηρύσσει αναγκαστικά και μερικής απασχόλησης; Οι μερικής απασχόλησης θέσεις θα είναι ποσοστικά ανάλογες με αυτές της «πλήρους»; Είναι ένα ακανθώδες ζήτημα που αν δεν λυθεί, το καθεστώς θα παραμείνει άδικο με έναν μανδύα νομιμότητας αυτή τη φορά. Επίσης, το καθεστώς μερικής απασχόλησης ενδέχεται να αντιμετωπιστεί άνισα σε δευτερογενείς καταστάσεις, όπως ένα μελλοντικό εκλεκτορικό σώμα που θα κληθεί να εκλέξει ανάμεσα σε δύο υποψηφίους από τους οποίους ο ένας ενδέχεται να έχει εργαστεί σε καθεστώς μερικής. Ποιος εγγυάται ότι τα εκλεκτορικά σώματα δεν θα αντιμετωπίσουν τη μερική απασχόληση ως υποδεέστερη της πλήρους; Χρειάζεται προσοχή και μάλλον χρειάζεται πλήρης άρση (δίχως επιθετικούς προσδιορισμούς, δίχως χρονικούς ορίζοντες) του όρου «μερική». Είναι εμφανές ότι θα δημιουργήσει πολλά περισσότερα προβλήματα από αυτά που καλείται να λύσει.
Η άρση της απαγόρευσης διδασκαλίας στα ΑΕΙ από κατόχους διδακτορικού που υπηρετούν στο Δημόσιο αποτελεί θετική και αναγκαία θεσμική αποκατάσταση, καθώς επαναφέρει την αρχή ότι η επιστημονική επάρκεια και η ακαδημαϊκή συνεισφορά δεν μπορούν να αποκλείονται λόγω της κύριας επαγγελματικής ιδιότητας.
Ωστόσο, η ρύθμιση οφείλει να συνοδευτεί από σαφείς και δίκαιες μεταβατικές προβλέψεις. Οι επιστήμονες που αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023–2026) από τη δυνατότητα απόκτησης αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας υπέστησαν ουσιαστική άνιση μεταχείριση, με συνέπεια τη συρρίκνωση ή απώλεια κρίσιμων χρονικών προϋποθέσεων για την ακαδημαϊκή τους εξέλιξη. Το διάστημα αυτό δεν θα πρέπει να προσμετρηθεί σε χρονικά όρια, όπως η δεκαετία από τη λήψη του διδακτορικού ή άλλα συναφή κριτήρια.
Επιπλέον, η αναφορά σε «μερική απασχόληση» χωρίς σαφή προσδιορισμό της βάσης υπολογισμού δημιουργεί ερμηνευτική ασάφεια και ενδεχόμενες αποκλίσεις στην εφαρμογή. Απαιτείται σαφής και ενιαία ρύθμιση, με δυνατότητα πλήρους απασχόλησης υπό τις αυτονόητες προϋποθέσεις της υπηρεσιακής συνέπειας και της μη διατάραξης της κύριας θέσης.
Τέλος, ο περιορισμός των τριών ακαδημαϊκών ετών ή έξι εξαμήνων λειτουργεί ως τεχνητό χρονικό όριο, το οποίο δεν τεκμηριώνεται επαρκώς. Η παροχή διδακτικού έργου δεν θα πρέπει να συνδέεται υποχρεωτικά με μελλοντική υποψηφιότητα για θέση μέλους ΔΕΠ, καθώς πολλοί Δημόσιοι Υπάλληλοι επιθυμούν να συνεισφέρουν στα Πανεπιστήμια παράλληλα με την κύρια υπηρεσία τους, χωρίς να επιδιώκουν ακαδημαϊκή ένταξη.
Η αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού του Δημοσίου απαιτεί σαφές, σταθερό και ισότιμο πλαίσιο, χωρίς αδικαιολόγητους χρονικούς ή λειτουργικούς περιορισμούς. Μόνον έτσι η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία θα αποτελέσει ουσιαστική και όχι τυπική αποκατάσταση.
Η προτεινόμενη διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 173 του ν. 4957/2022 περιορίζει τη ρύθμιση του καθεστώτος απασχόλησης των εντεταλμένων διδασκόντων σε υπαλλήλους με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου χωρίς να περιλαμβάνει το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (ΙΔΟΧ).
Η παράλειψη αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς το ποιο καθεστώς μπορούν οι ΙΔΟΧ να απασχολούνται ως εντεταλμένοι διδάσκοντες. Για λόγους σαφήνειας και ίσης μεταχείρισης, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί ρητά τι ισχύει και για το προσωπικό ΙΔΟΧ.
Χαιρετίζω την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Η άρση της απαγόρευσης, αποκαθιστά εν μέρει το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού πρέπει να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Άρθρο 90
Η άρση της απαγόρευσης αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης, όπως η μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Επιπλέον, απαιτείται σαφής διατύπωση στο άρθρο της δυνατότητας συμμετοχής των δημοσίων υπαλλήλων που κατέχουν διδακτορικό τίτλο σπουδών στις προκηρύξεις ΕΣΠΑ για νέους επιστήμονες για απόκτηση ακαδημαϊκής (διδακτικής) εμπειρίας.
Χαιρετίζω την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Χαιρετίζω την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Χαιρετίζω την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Χαιρετίζω την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.