Άρθρο 12 – Επικύρωση από το δικαστήριο

1. Ο οφειλέτης ή συμμετέχων πιστωτής δύναται να υποβάλλει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει έδρα ο οφειλέτης, αίτηση επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Η υπόθεση εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι παρεμβάσεις, πρόσθετες ή κύριες, ασκούνται αποκλειστικά με κατάθεση προτάσεων κατά τη συζήτηση της αίτησης στο ακροατήριο χωρίς τήρηση προδικασίας.
2. Με την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης συνυποβάλλονται στην Γραμματεία του Δικαστηρίου υποχρεωτικά τα ακόλουθα έγγραφα:
(α) αντίγραφο της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών,
(β) πρακτικό περαίωσης της διαδικασίας,
(γ) αποδεικτικά της κλήτευσης των πιστωτών, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2,
(δ) αντίγραφο της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών μαζί με όλα τα συνοδευτικά έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 4, καθώς και τυχόν πρόσθετα έγγραφα και στοιχεία που χορηγήθηκαν από τον οφειλέτη στους συμμετέχοντες πιστωτές,
(ε) την έκθεση αξιολόγησης βιωσιμότητας του οφειλέτη, εάν έχει εκπονηθεί,
(στ) τις ενστάσεις των συμμετεχόντων πιστωτών που έχουν τυχόν υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 10.
Οποιοσδήποτε θεμελιώνει έννομο συμφέρον δύναται να λάβει αντίγραφα της αίτησης επικύρωσης και των συνοδευτικών εγγράφων από την Γραμματεία του Δικαστηρίου.
3. Από την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και μέχρι την έκδοση απόφασης από το αρμόδιο δικαστήριο για την επικύρωση ή μη της συμφωνίας αναδιάρθρωσης, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν την υποβολή αίτησης υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών. Κατά την ως άνω διάρκεια απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένης της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, εκτός αν τέτοιο μέτρο προβλέπεται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών ή αν με το μέτρο αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού που δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη. Σε περίπτωση που κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης επικύρωσης εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής ή διοικητικής εκτέλεσης, αυτή αναστέλλεται με την κοινοποίηση εκ μέρους του οφειλέτη στα όργανα εκτέλεσης της αίτησης επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.
4. Η συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται εντός δύο (2) μηνών από την κατάθεση. Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της συζήτησης.
5. Εφόσον ο οφειλέτης είναι πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3419/2005 (Α’ 297), η αίτηση επικύρωσης υποβάλλεται προς καταχώριση και δημοσιεύεται στον διαδικτυακό τόπο του ΓΕ.Μ.Η. με επιμέλεια και δαπάνες του αιτούντος, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση στο δικαστήριο, επί ποινή απαραδέκτου. Για τους λοιπούς οφειλέτες η ανωτέρω δημοσίευση γίνεται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης. Εφόσον υπάρχουν χρέη του οφειλέτη προς το δημόσιο ή προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, διατάσσεται υποχρεωτικά η κλήτευση τούτων.
6. Το αρμόδιο δικαστήριο εξετάζει όλες τις ενστάσεις που υποβλήθηκαν εγγράφως κατά της διαδικασίας διαπραγμάτευσης, καθώς και κάθε άλλη ένσταση που προβάλλεται κατά τα ανωτέρω και απορρίπτει την αίτηση επικύρωσης μόνο εφόσον συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Εφόσον παραβιάσθηκαν οι υποχρεωτικοί κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 9 και 15.
(β) Εφόσον παραβιάσθηκαν άλλοι κανόνες της διαδικασίας και η παράβαση προκάλεσε βλάβη σε συμμετέχοντα ή μη πιστωτή.
(γ) Εφόσον δεν κλητεύθηκαν στην διαδικασία διαπραγμάτευσης πιστωτές που είναι δικαιούχοι ποσοστού επί του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, ικανού να ανατρέψει τη σύναψη της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.
7. Σε κάθε άλλη περίπτωση το δικαστήριο επικυρώνει την σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσης επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως κατά τις κοινές διατάξεις.
8. Η απόφαση επικύρωσης καταλαμβάνει το σύνολο των απαιτήσεων του οφειλέτη που ρυθμίζονται στην σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών και δεσμεύει τον οφειλέτη και το σύνολο των πιστωτών, ανεξαρτήτως συμμετοχής τους στην διαπραγμάτευση ή την σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Η απόφαση επικύρωσης αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Εφόσον ο οφειλέτης είναι πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3419/2005 (Α’ 297), η απόφαση επικύρωσης υποβάλλεται προς καταχώριση και δημοσιεύεται στον διαδικτυακό τόπο του ΓΕ.Μ.Η. με επιμέλεια και δαπάνες του αιτούντος. Για τους λοιπούς οφειλέτες η ανωτέρω δημοσίευση γίνεται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ..
9. Από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 4 και έως την ολοσχερή εξόφληση των οφειλών που ρυθμίζονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης ή την ακύρωσή της κατά το άρθρο 14, αναστέλλεται η παραγραφή των ρυθμιζόμενων οφειλών.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 21:41 | Δώρα Θεοχάρη (Δικηγόρος)

    Διαβάζοντας τις νέες αυτές ρυθμίσεις, μια απορία μου δημιουργείται: εκδόθηκε ένας νόμος, αυτός του 3869/2010 για να αντιμετωπίσει μια εκτεταμένη κατηγορία υποθέσεων, αυτή των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Και τον τροποποιήσαμε και τον ξανατροποποιήσαμε , επί τω βέλτιστω υποτίθεται, και επιμορφώσαμε Ειρηνοδίκες και φτιάξαμε τμήματα ειδικά στα Ειρηνοδικεία και δημιουργήθηκε και μια πλουσιότατη νομολογία, η οποία στην πλειοψηφία της εξυπηρετεί άρτια το πνεύμα του συγκεκριμένου νόμου. Για ποιο λόγο να πρέπει να περάσουμε την ίδια διαδικασία προσαρμογής, για άλλα πόσα χρόνια πάλι, αναθέτοντας την αντιμετώπιση της ίδια κατηγορίας υποθέσεων σε άλλη δικαιοδοσία; Το μόνο που αλλάζει στην εδώ ρυθμιζόμενη περίπτωση είναι το υποκείμενο της υπερχρέωσης. Έχουν επισημάνει όλοι οι προηγούμενοι συνάδελφοι τα μειονεκτήματα της ανάθεσης των υποθέσεων αυτών στα Πολυμελή Πρωτοδικεία, δεν επεκταθώ παραπάνω και συμφωνώ με την πλειοψηφία αυτών. Ποιος ο λόγος να κατακερματιστεί το ίδιο αντικείμενο σε διάφορες καθ’ύλην δικαιοδοσίες;

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 21:29 | giannis

    ΦΥΣΙΚΑ ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ, ΠΟΛΥ ΣΩΣΤΑ.
    ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ, ΠΟΙΑ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΚΟΣΤΟΣ?
    »ΑΣ ΤΑ ΠΕΤΑΞΟΥΜΕ ΚΙ ΑΥΤΑ ΣΤΑ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΑ ΚΑΙ ΔΕ ΒΑΡΙΕΣΑΙ΄΄ ΒΛΕΠΩ ΕΔΩ ΜΕΣΑ.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 21:20 | Ματίνα Κλάγκου (Δικηγόρος)

    Θεωρώ οτι η ιδανική λύση ως προς τα κοκκινα επιχειρηματικα δανεια, είναι να υπαχθεί η δικαστική εξετασή τους στην καθ υλην αρμοδιοτητα των Ειρηνοδικείων, έτσι ώστε όλες οι περιπτώσεις υπερχρέωσης, φυσικών προσώπων αλλά και επιχειρήσεων, να υπάγονται στο ίδιο αρμόδιο Δικαστήριο, πράγμα που , κατά την προσωπική μου άποψη, συμφωνεί με την αρχή της ενότητας της Δικαιοσύνης.
    Επιπροσθέτως δυσκολεύομαι να κατανοήσω, με ποιο κριτήριο γίνεται αυτός ο διαχωρισμός και γιατί η υπερχρέωση φυσικών προσώπων , διευθετείται από τα Ειρηνοδικεία , ενώ η υπερχρέωση επιχειρήσεων πρεπει να διευθετηθεί από ανώτερο δικαστήριο.
    Οι Ειρηνοδίκες, παρά το γεγονός ότι έχουν να κάνουν με πολύ μεγάλο όγκο υποθέσεων, την ώρα που οι οργανικές θέσεις θα έπρεπε να ειναι τουλαχιστον διπλάσιες των ηδη υπαρχόντων, έχουν αντιμετωπίσει άκρως επαγγελματικά τις υποθέσεις υπερχρέωσης με πλήρως αιτιολογημένες κ άρτιες νομικα αποφάσεις.
    Συνεπώς η δικαστικη διευθέτηση των κόκκινων επιχειρηματικών δανείων, θεωρώ ότι θα πρέπει να ανατεθεί στα Ειρηνοδικεία, ιδιαιτερως σε συνδυασμό με αυξηση οργανικών θεσεων, γεγονός που θα εξυπηρετήσει την ευρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης κ την αξίωση του πολίτη για μια , κατά το δυνατόν, γρήγορη Δικη.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 20:18 | Δέσποινα Τσαμόγλου

    Θεωρώ ότι αρμόδια για την εκδίκαση των αιτήσεων θα έπρεπε να είναι τα Ειρηνοδικεία και όχι τα Πολυμελή Πρωτοδικεία. Εφόσον σκοπός του νόμου είναι η ελάφρυνση των υπερχρεωμένων επιχειρηματιών και η ανάπτυξη της αγοράς θα πρέπει να δοθεί η άμεση δυνατότητα οικονομικής εκτόνωσης που δε θα επιτευχθεί με αρμόδιότητα των Πολυμελών Πρωτοδικείων, δεδομένων συγκριτικά με τα Ειρηνοδικεία των υψηλότερων δικαστικών εξόδων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό και της χρονοβόρας διαδικασίας σε πρώτο και δεύτερο βαθμό(κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων η έφεση εκδικάζεται από τα μονομελή Πρωτοδικεία ενώ κατά αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων από τα εφετεία). Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να εκτεθούν οι υπερχρεωμένοι επιχειρηματίες σε υψηλά δικαστικά έξοδα και χρονοβόρες διαδικασίες, διότι δε θα επιτευχθεί γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης και αποτελεσματική δικαστική προστασία(άρθρα 6 και 13ΕΣΔΑ και 47ΧΘΔΕΕ)και σαφώς κατά αποτέλεσμα ούτε γρήγορο άνοιγμα της αγοράς και επανεκκίνηση της οικονομίας. Άλλωστε τα Ειρηνοδικεία δεν παρέχουν λιγότερα εχέγγυα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και ευθυκρισίας, διότι έχουν ήδη επιφορτιστεί με την εκδίκαση των υποθέσεων υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και έχουν από την έκδοση του ν. 3869/2010 αναπτύξει νομολογιακό προηγούμενο σε αυτού του είδους τις υποθέσεις με τα πλείστα όσα ειδικά νομικά και οικονομικά ζητήματα που αγγίζουν. Η υπερφόρτωση των Ειρηνοδικείων με τις υποθέσεις του ν.3869/2010 είναι θετικός παράγοντας, διότι υπάρχει ήδη η απαιτούμενη εμπειρία και των δικαστικών γραμματέων και αυξημένη κατάρτιση και εξειδίκευση των Ειρηνοδικών επί αυτού του είδους των υποθέσεων, οι οποίοι Ειρηνοδίκες εξάλλου στις μέρες μας ασχολούνται με κοινά θέματα με τους Πρωτοδίκες και έχουν εξίσου πολύ καλή επιστημονική κατάρτιση. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα Ειρηνοδικεία συνεχώς επανδρώνονται και με δικαστικούς υπαλλήλους και με Ειρηνοδίκες από τον πίνακα επιτυχόντων Ειρηνοδικών προκήρυξης 2014, ο οποίος μπορεί να καλύψει όλες τις απαιτούμενες ανάγκες.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 20:07 | Αλεξάνδρα Ταπόγλου (Δικηγόρος)

    Η σκοπούμενη ανάθεση της επικύρωσης ή ακύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης των οφειλών στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (και εν γένει στο Πρωτοδικείο) είναι ατυχής για τους ακόλουθους προεχόντως λόγους:
    1. Δεν ευνοεί το πάγιο ζητούμενο στο χώρο της δικαιοσύνης, δηλαδή την επιτάχυνση στην απονομή της. Σε όλες ανεξαιρέτως τις σχετικές νομοθετικές προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή, παρατηρείται διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των Ειρηνοδικείων και αντίστοιχη συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων των Πρωτοδικείων. Σε πολλές περιπτώσεις (όπως στην Εκουσία Δικαιοδοσία, στα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα κλπ) οι σχετικές προσπάθειες έχουν στεφθεί με μεγάλη επιτυχία. Ο νομοθέτης αντιφάσκει με τον εαυτό του όταν επιζητά ταχύτητα στην διεκπεραίωση της διευθέτησης των οφειλών από επιχειρηματικά δάνεια αλλά αναθετεί την σχετική αρμοδιότητα στο εξ ορισμού πιο «βραδυκίνητα» Πολυμελή Πρωτοδικεία. Είναι γνωστό ότι οι δικάσιμοι στα Πολυμελή Πρωτοδικεία είναι πιο μακρινές, η συγκρότησή τους δυςχερέστερη (λόγω του πολυμελούς χαρακτήρα τους), ενώ είναι ήδη πολύ επιβαρυμένα με τις πτωχεύσεις των εμποτικών εταιρειών και των εμπόρων.
    2. Παραβλέπει ότι το Ειρηνοδικεία είναι αποκεντρωμένα, και συνεπώς παρέχουν μεγαλύτερη προσβασιμότητα στους ενδιαφερόμενους πολίτες αλλά χαρακτηρίζονται και από μεγαλύτερη εγγύτητα στις τοπικές αγορές στος οποίες αφορούν οι σχετικές αιτήσεις.
    3. Δεν λαμβάνει υπόψη του το αυξημένο κόστος για την πρόσβαση των ενδιαφερομένων πολιτών στα Πολυμελή Πρωτοδικεία σε σχέση με το αντίστοιχο κόστος πρόσβασης στα Ειρηνοδικεία. Δεδομένου ότι ο νόμος αφορά σε υπερχρεωμένους οφειλέτες επαγγελματίες, ο παράγοντας αυτός δεν πρέπει να υποβαθμίζεται.
    4. Παραγνωρίζει την πολυετή πλέον εμπειρία των Ειρηνοδικείων στον συναφή τομέα των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, στα χνάρια του οποίου επιεχειρείται να δομηθεί και ο νόμος αυτός.
    Αν σε όλα τα ανωτέρω προστεθεί και ο παράγοντας του κόστους για το δημόσιο (τόσο για τη διενέργεια εξετάσεων της ΕΣΔΙ, όσο και για την πρόσληψη και μισθοδοσία επιπλέον Πρωτοδικών, έναντι των ειρηνοδικών) είναι προφανής και η οικονομική ωφέλεια του δημοσίου αν προκριθεί η λύση των Ειρηνοδικείων. Δεν απαιτούνται νέες εξετάσεις καθώς υφίσταται ενεργός πίνακας επιτυχόντων ειρηνοδικών από τον οποίο μπορούν να αντληθούν άμεσα ειρηνοδίκες, με μικρότερο μισθολογικό κόστος. Ενόψει των ανωτέρω, η σχετική νομοθετική επιλογή θα πρέπει να τροποποιηθεί.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 20:51 | Ντρέου Ντ.

    Κοινό αίτημα επιχειρήσεων, πιστωτών αλλά και Θεσμών είναι η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Με την ανάθεση των κόκκινων επιχειρηματικών δανείων στα Πολυμελή Πρωτοδικεία θα επιτευχθούν στόχοι εκ διαμέτρου αντίθετοι απο τη ratio του παρόντος νομοθετήματος, εξαιτίας του κόστους πρόσβασης, της έλλειψης εμπειρίας των Δικαστών και της χρονοβόρας εκδίκασης των υποθέσεων στα παραπάνω δικαστήρια. Είναι κοινός τόπος οτι τα πλεόν κατάλληλα είναι τα Ειρηνοδικεία, λόγω της ταχύτητας εκδίκασης των υποθέσεων, όπως επιβάλλει εξάλλου και η ίδια η φύση των επιχειρηματικών δανείων που θα πρέπει να ακολουθούν ως προς την εκδίκαση, τους ταχύτατους ρυθμούς που κινείται και η ίδια η αγορά, εξαιτίας επίσης της ύπαρξης εξειδικευμένων και έμπειρων πλέον Ειρηνοδικών ως προς συναφείς υποθέσεις (Ν.3869/2010), εξαιτίας τέλος, του χαμηλού κόστους τόσο για τους ενδιαφερόμενους όσο και για τον κρατικό προϋπολογισμό( χαμηλότεροι μισθοί Ειρηνοδικών και η ύπαρξη ενός πίνακα επιτυχόντων Ειρηνοδικών προς απορρόφηση και αποφυγή διενέργειας νέου πολυδάπανου και χρονοβόρου διαγωνισμού)

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 19:33 | Αναστασια Γιαννοπουλου

    Κατ’αρχήν. δεν μπορούμε να μιλάμε για επιτάχυνση απονομής της δικαιοσύνης και να ορίζουμε ως καθ’ύλην αρμόδιο δικαστἠριο το Πολυμελές, έστω και με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.Όποιος ασκεί την στοιχειώδη μάχιμη δικηγορία στη χώρα μας γνωρίζει ότι απόφαση στα Πολυμελή βγαίνει το νωρίτερο μετά από 10 μήνες. Έχει τύχει να περιμένω ενάμιση χρόνο για απόφαση. Οι Πρωτοδίκες ειδικά αυτοί της επαρχίας έχουν επωμιστεί με το βάρος της εκδίκασης υποθέσεων Μονομελούς, Πολυμελούς, ασφαλιστικών, έχουν ποινικές έδρες τόσο Μονομελούς όσο Τριμελούς, έχουν ανακριτικά καθήκοντα, πρέπει να γράψουν βουλέυματα, κλπ, κλπ. Το να επωμιστούν το βάρος και αυτής της διαδικασίας είναι αν μη τι άλλο παράλογο.
    Επιπλέον, πάλι όσοι έχουν ασκήσει μάχιμη δικηγορία γνωρίζουν ότι τα παράβολα του Πολυμελούς είναι κατά πολύ υψηλότερα σε σχέση με αυτά του Μονομελούς και πολύ περισσότερο του Ειρηνοδικείου. Δεν μπορούμε να μιλάμε για υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και προσπάθεια διευκόλυνσης του πολίτη -επιχειρηματία και να του ζητάμε να καταβάλλει αυτά τα ποσά.
    Τέλος, θεωρώ ότι η ενασχόληση των Ειρηνοδικών επί περίπου μια επταετία με το Ν. 3869/2010 περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών, καθιστά αυτούς (τους Ειρηνοδίκες) τους καταλληλότερους δικαστικούς λειτουργούς για να ασχοληθούν με τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 19:58 | Χρυσούλα Πολυζώη

    Bάσει επίσημων στοιχείων Υπ. Δικαιοσύνης:
    Πρωτοδικεία: 59.921 (περαιωθείσες) σύνολο στα 3 τρίμηνα 2016
    Ειρηνοδικεία: 97.010 (περαιωθείσες) σύνολο στα 3 τρίμηνα 2016
    Από τις υποθέσεις αυτές, τα Πολυμελή συζήτησαν 4.147 υποθέσεις τακτικής-εκουσίας-ασφαλιστικών.
    Με τέτοιους ρυθμούς δεν μπορεί να περιμένει κανείς να υπαχθούν οι υποθέσεις για τον «Εξωδικαστικό Μηχανισμό Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων», που αναμένεται να ξεπεράσουν τις 100.000, στα Πολυμελή Πρωτοδικεία, ενώπιον των οποίων η διαδικασία είναι σε όλους γνωστό ότι είναι η πιο αργή του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.
    Μετά δε τις μνημονιακές δεσμεύσεις (αναθεωρημένο Μνημόνιο Κατανόησης) και τις απαιτήσεις των θεσμών για γρήγορη απονομή της Δικαιοσύνης, οι υποθέσεις του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου, θεωρώ πως πρέπει να δικάζονται από δικαστήρια με μονομελή σύνθεση. Εξάλλου, η εμπειρία των Ειρηνοδικών σε αντίστοιχες υποθέσεις (3869/2010 – Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά, Εμπορικές υποθέσεις μέχρι 20.000€, μισθωτικές διαφορές κλπ), είναι ένδειξη εφάμιλλης των Πρωτοδικείων ποιότητας ορθοκρισίας, άρα είναι τα καταλληλότερα, τα ταχύτερα και τα πιο ενδεδειγμένα να αντιμετωπίσουν αυτές τις υποθέσεις.Δυνάμει των ανωτέρω και συνυπολογιζομένης της, κατά κοινή ομολογία, ευκολότερης και οικονομικότερης πρόσβασης του πολίτη στην δικαιοσύνη, μέσω των Ειρηνοδικείων, καθίσταται μονόδρομος η επιλογή του Ειρηνοδικείου ως αρμοδίου Δικαστηρίου για την επικύρωση του εξωδικαστικού μηχανισμού.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 19:46 | ΣΟΦΙΑ ΙΩΣΗΦΙΔΟΥ (δικηγόρος)

    Καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών επιχειρήσεων θα πρέπει να οριστεί το Ειρηνοδικείο για τους κάτωθι λόγους:
    α) Η αξιοποίηση της εμπειρίας και της κατάρτισης των Δικαστικών Λειτουργών των Ειρηνοδικείων, όπως συνάγεται από την 7ετή περίπου ενασχόληση αυτών με υποθέσεις υπερχρέωσης του ν. 3869/2010 ως ταυτόσημων αυτών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νομοσχεδίου, θα συμβάλλει μέσω της επιτάχυνσης της διαδικασίας στην ταχύτερη και ποιοτικότερη εκδίκαση αυτών των υποθέσεων, στη βιωσιμότητα της επιχειρήσεως του οφειλέτη και εν γένει στη στήριξη της εθνικής οικονομίας.
    β) Το κόστος πρόσβασης στο Ειρηνοδικείο έναντι του αντίστοιχου στο Μον/Πολ Πρωτοδικείο, όπως αυτό διαμορφώνεται από τις προβλεπόμενες εκ νόμου ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων, είναι χαμηλότερο και ως εκ τούτου προσιτό στον πολίτη και δη σε φυσικό/νομικό πρόσωπο που αντιμετωπίζει προβλήματα υπερχρέωσης.
    γ) Η πρόσβαση στα Ειρηνοδικεία είναι πιο εφικτή για τον πολίτη καθώς αυτά έχουν έδρες ανά την Επικράτεια, ενώ τα Πολυμελή Πρωτοδικεία εδρεύουν στις πρωτεύουσες των νομών.
    δ) Δεδομένου του όγκου των υποθέσεων που εκκρεμούν στα δικαστήρια, για την επίτευξη του σκοπού, ήτοι της ταχύτερης περαίωσης των προβλεπόμενων υποθέσεων, του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου στο προσεχές μέλλον θα κριθεί αναγκαία και επιτακτική η αύξηση των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών. Η επαρκής στελέχωση των Ειρηνοδικείων επιτυγχάνεται μέσω άμεσων και διοικητικών διαδικασιών και δη με απορρόφηση των επιτυχόντων του ισχύοντος από το 2016 πίνακα, αντιθέτως η στελέχωση των Πρωτοδικείων είναι χρονοβόρα καθώς προϋποθέτει τη διενέργεια διαγωνισμού ΕΣΔΙ σε ετήσια βάση και την μετέπειτα διετή εκπαίδευση των επιτυχόντων.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 18:51 | Αλεξία Χατζηδάκη ( δικηγόρος)

    Σκοπός είναι να διευκολυνθούν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις, όχι να εμπλακούν σε μια μακρά και πολυδάπανη διαδικασία. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια οι ειρηνοδικες έχουν εκπαιδευτεί και εξειδικευτεί στις υποθέσεις υπερχρεωσης. Προκρίνονται τα ειρηνοδικεία ως τα πλέον εξειδικευμένα.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 18:13 | ΥΠΑΤΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

    Θεωρώ ορθότερο να επιλεγεί το Ειρηνοδικείο ως αρμόδιο Δικαστήριο δεδομένου ότι έτσι θα επιτευχθεί αφενός επιτάχυνση της διαδικασίας και αφετέρου μείωση του κόστους για τον πολίτη. Εξάλλου οι Ειρηνοδίκες έχουν αποδείξει μέσω του Ν. 3869/2010 ότι είναι απολύτως ικανοί και επιστημονικά καταρτισμένοι και έχουν επιδείξει υψηλό αίσθημα ευθύνης.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 18:46 | ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΠΑΝΟΣ (Δικηγόρος)

    Συντάσσομαι και εγώ με την ανάθεση της αρμοδιότητας στα Ειρηνοδικεία. Οι συνάδελφοι έχουν αναλύστει τους λόγους εξαιρετικά με πλούσια επιχειρηματολογία και είναι τουλάχιστον ατυχής προηγούμενη αναφορά μεμονωμένης συναδέλφου, η οποία υπαινίχθηκε ιδιοτελή συμφέροντα όσων σχολιάζουν υπέρ της ανάθεσης στα Ειρηνοδικεία. Η εν λόγω αναφορά νομίζω ότι αδικεί ένα αντικειμενικά εξαιρετικά υψηλό επίπεδο διαβούλευσης, ειδικά σε ό,τι αφορά αυτό το άρθρο.

    Σε κάθε περίπτωση, επί του θέματος έχει ήδη τοποθετηθεί ο πλέον αρμόδιος θεσμικά φορέας στο να εκφράζει τα συμφέροντα τόσο των Πρωτοδικών όσο και των Ειρηνοδικών και να γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τα προβλήματά τους (μεταξύ αυτών και το πρόβλημα της υπερφόρτωσης των πινακίων), που δεν είναι άλλος από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων Ελλάδος, η οποία με την υπ’ αριθμ. 99/24.2.2017 Αίτησή της προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συντάσσεται πλήρως με την ανάθεση της εν λόγω διαδικασίας στα Ειρηνοδικεία και ενσωματώνει την ήδη αναπτυχθείσα εδώ επιχειρηματολογία.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 17:48 | Μαριαντίνα Λιάνου

    Μέσω της μαχόμενης δικηγορίας και της καθημερινής μου επαφής με τα δικαστήρια, τις διαδικασίες και τις δικασίμους τους, θεωρώ ότι η διαδικασία ενώπιον των Πολυμελών Δικαστηρίων είναι ιδιαίτερα αργή και κοστοβόρα, τόσο για τον ίδιο τον προσφεύγοντα πολίτη (υψηλά παράβολα, γραμμάτια προείσπραξης κλπ) όσο και για το Δημόσιο (πολυμελείς συνθέσεις με υψηλές αποδοχές), σε σχέση με κατώτερα Δικαστήρια, πχ Ειρηνοδικεία.
    Επιπλέον, η περιγραφόμενη διαδικασία ομοιάζει σε πολλά σημεία με αυτή του ν. 3869/2010, στον οποίο έχουν εντρυφήσει οι εν ενεργεία Ειρηνοδίκες τα τελευταία έτη.
    Σε κάθε περίπτωση η περιγραφόμενη διαδικασία θα πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργήσει πραγματικά προς όφελος των δανειοληπτών (όπως η διαδικασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών)και όχι μόνο κατ’ ευφημισμόν (όπως πχ η διαδικασία εξυγίανσης, συνδιαλλαγής ή απόπειρα εξωδικαστικού συμβιβασμού ενώπιον των Πολυμελών).

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 17:13 | ΔΉΜΗΤΡΑ ΓΚΙΤΣΙΔΟΥ Δικηγορος

    Η αρμοδιοτητα των Ειρηνοδικειων επιβαλλεται κυριως λογω συναφειας με το ν.3869/2010.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 17:33 | Λίνα Θεοδοσιάδου (Δικηγόρος)

    Δεν υπάρχει κανένας λόγος να απασχολείται ένα Πολυμελές Δικαστήριο με αυτές τις υποθέσεις. Το μόνο που δημιουργεί μια τέτοια επιλογή είναι βραδύτητα, υψηλό κόστος και υπερφόρτωση του έργου πολλών δικαστών αντί λιγότερων. Είναι βέβαιο, εξάλλου, ότι κυρίως γνώση της υπόθεσης θα έχει ο Εισηγητής Δικαστής. Ποιός λοιπόν ο λόγος να απασχολούνται τόσοι δικαστές με την ίδια υπόθεση; Ένας μόνο δικαστής αρκεί για να κρίνει την ύπαρξη των από το νόμο προβλεπόμενων προυποθέσεων και να επικυρώσει τη σύμβαση και αυτός κατά τη γνώμη μου πρέπει να είναι ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ. Ουδείς καταλληλότερος, διότι η διαδικασία μοιάζει σε πολλά σημεία με το Ν.3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, τον οποίο οι Ειρηνοδίκες χειρίζονται καθημερινά εδώ και περίπου επτά χρόνια. Η επιλογή της αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων προσφέρει ταχύτητα και χαμηλό κόστος. Επιπλέον φανταστείτε τι θα συμβεί όταν θα αρχίσουν να κατατίθενται εφέσεις κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων ενώπιον των Τριμελών Εφετείων. Θα απασχολούνται τρεις Εφέτες Δικαστές!!! Ενώ αν στον πρώτο βαθμό αρμόδιο είναι το Ειρηνοδικείο τότε οι εφέσεις θα κατατίθενται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως εφετείου.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 17:00 | Μαρία Μπούνια

    Όσοι γνωρίζουμε έστω και λίγο από δικαστήρια, είμαστε βέβαιοι ότι η ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός λίγων μηνών από τα Πολυμελή Πρωτοδικεία όπως προτείνεται είναι πρακτικά αδύνατη. Περιττό δε να αναφερθώ στο κόστος. Αντιθέτως, τα Ειρηνοδικεια είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν ταχύτερα και με σαφώς μικρότερο κόστος (τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για το ίδιο το Δημόσιο).

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 16:29 | Γεωργια Παναγοπουλου Δικηγορος

    Δεδομένου οτι διατηρούμε καθημερινή επαφή με τα δικαστήρια λογω του επαγγέλματος μας, αντιλαμβανόμαστε άμεσα τα κάτωθι:
    1) την εκδίκαση τελείως διαφορετικών υποθέσεων (ύλη) απο τα Μονομελή και τα Πολυμελή Πρωτοδικεία της χώρας, συγκριτικά με Τα Ειρηνοδικεία, το οποία ήδη επι επταετία, αναλαμβάνουν κατα κύριο λόγο με πλήρη κατάρτιση και σχεδόν αποκλειστική εμπειρία αντίστοιχες υποθέσεις ρύθμισης οφειλών, λογω της ύπαρξης του Ν. 3869/2010.
    2) τη μεγάλη διαφορα κόστους παράστασης ενώπιον Πολυμελούς η Μονομελούς ΠΡωτοδικειου, σε σύγκριση με τη λιγότερο δαπανηρή πρόσβαση ενώπιον του ΕΙρηνοδικειου, στα οποία το κοστος ανέρχεται στο ήμισυ και πλέον.
    3) Το ανέφικτο προσδιορισμού δικασιμου, σε χρονικό διάστημα δυο μηνών απο το ΠΟλυμελες η το Μονομελές ΠΡωτοδικειο αντίστοιχα, συγκριτικά με τη δυναμική και τη δυνατότητα των Ειρηνοδικείων, τα οποία έχουν διαμορφώσει υποδομές για την απορρόφηση των αντίστοιχων υποθέσεων του Ν. 3869/2010, καθώς και διενεργήθηκε προς τούτο πρόσφατα διαγωνισμός Ειρηνοδικων, συνεπώς θα δύναται να εκδικάσει τις συγκεκριμένες υποθέσεις στον απαιτούμενο χρονο.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 16:22 | ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΡΟΛΟΣ

    Εξ όσων γνωρίζω, η διαδικασία ενώπιον των πολυμελων πρωτοδικείων είναι ιδιαιτερως αργή και δαπανηρή, σε αντίθεση με τα όσα ισχύουν για τα Ειρηνοδικεία. Σκοπός είναι να διευκολυνθούν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις, όχι να εμπλακούν σε μια μακρά και πολυδάπανη διαδικασία. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια οι ειρηνοδικες έχουν εκπαιδευτεί και εξειδικευτεί στις υποθέσεις υπερχρεωσης. Αδυνατώ να καταλάβω γιατί δεν αξιοποιείται αυτή η εμπειρία.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 16:25 | Χριστίνα Χατζηδάκη

    Η επιλογή του Ειρηνοδικείου αντί του Πρωτοδικείου ως αρμοδίου Δικαστηρίου είναι επιβεβλημένη τόσο λόγω της ανάγκης επιτάχυνσης των σχετικών διαδικασιών (μονομελής σύνθεση), όσο και λόγω της κεκτημένης εμπειρίας των Ειρηνοδικών στις υποθέσεις του Ν. 3869/2010.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 16:49 | Μαργαριτα Μπρουμα (δικηγορος)

    Σκοπός του παρόντα νόμου είναι η ταχύτητα της διαδικασίας ρύθμισης των οφειλών,οι οποιές προέρχονται από επιχειρηματική δραστηριότητα (γι’αυτό και επελέγη άλλωστε η διαδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού) και κυρίως η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του οφειλέτη.Η ανάθεση της επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών στα Πολυμελή Πρωτοδικεία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους σκοπούς αυτούς του νόμου καθότι η διαδικασία ενώπιον των Πολυμελών Πρωτοδικείων είναι αφενός η πιο χρονοβόρα και αφετέρου η πλέον δαπανηρή γιαψτον οφειλέτη.Η επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης θα έπρεπε ιδανικά να ανατεθεί στα Ειρηνοδικεία,τόσο για να εξυπηρετηθεί η ταχυτητα της διαδικασίας και η λιγότερη κατά το δυνατόν οικονομική επιβάρυνση του οφειλέτη,όσο και γιατί οι Ειρηνοδίκες,ήδη από το 2010 δικάζουν τις αντίστοιχες υποθέσεις,που αφορούν τα φυσικά πρόσωπα και έτσι έχουν την απαραίτητη εμπειρία,σε αντίθεση με τους δικαστές των Πολυμελών Πρωτοδικείων, να εκδικάσουν τις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντα νόμου.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 15:49 | ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΠΙΝΑΚΙΔΟΥ

    Η διαδικασία επικύρωσης από τα Ειρηνοδικεία θα πρέπει να προτιμηθεί έναντι αυτής των Πολυμελών Πρωτοδικείων καταρχήν για λόγους ταχύτητας,αμεσότητας και ευελιξίας.Επιπλέον,οι Ειρηνοδίκες λόγω της καθημερινής ενασχόλησής τους με την εκδίκαση των υπερχρεωμένων νοικοκυριών διαθέτουν πολύτιμη εμπειρία προς αυτή την κατεύθυνση,η οποία δέον θα ήταν να αξιοποιηθεί εν προκειμένω.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 15:00 | Αθανασία-Ιωάννα Βαντσιούρη (Δικηγόρος)

    H ανάθεση της εκδίκασης των υποθέσεων του παρόντος νόμου στα Πολυμελή Πρωτοδικεία οδηγεί στη διάσπαση ταυτόσημων υποθέσεων σε δύο ξεχωριστά καθ’ ύλιν δικαστήρια (Πολυμελή Πρωτοδικεία και Ειρηνοδικεία για υπερχρεωμένα νοικοκυριά) και κατ’ επέκταση στη διάσπαση ενός ενιαίου πλαισίου αντιμετώπισης του ζητήματος των κόκκινων δανείων.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 14:38 | Ευα Χατζηχαρίση( δικηγόρος)

    Για την επίτευξη του βασικότερου στόχου του εν λόγω νομοθετήματος που είναι η ταχύτερη διεκπεραίωση εξωδικαστικά των κόκκινων δανείων των νομικών προσώπων με επικύρωση από τον αρμόδιο δικαστή,η πλέον κατάλληλη λύση ειναι η επικύρωση του εξωδικαστικού συμβιβασμού των επιχειρήσεων να ανατεθεί στα Ειρηνοδικεία,τα πλέον ευέλικτα δικαστήρια,τα οποία χωρις την πολυμελή σύνθεση των Πολυμελών Πρωτοδικείων, στα οποία η διαδικασία που ακολουθείται είναι χρονοβόρα, θα εκδικάζουν ταχύτερα την εν λόγω επικύρωση,παρέχοντας παράλληλα και την πιο οικονομική προσφυγή των νομικών προσώπων που υπάγονται στο υπό διαβούλευση νομοθέτημα στα Ειρηνοδικεία,στα οποία το κόστος προσφυγής είναι πολύ μικρότερο από αυτό των Πολυμελών Πρωτοδικείων.Επιπρόσθετα,υπάρχει ήδη έτοιμο κ πλέον κατηρτισμένο προσωπικό για την αμεση εκδίκαση της επικύρωσης του εξωδικαστικού συμβιβασμού των επιχειρήσεων,το οποίο μπορεί να αναλάβει άμεσα τα δικαστικά αυτά καθήκοντα και προέρχεται από τον πίνακα των επιτυχόντων ειρηνοδικών που καταρτίστηκε έπειτα από τον πρόσφατο διαγωνισμο που διενεργήθηκε για την πρόσληψη ειρηνοδικών δ’ τάξης το 2015, χωρίς να ειναι αναγκαία γι’αυτό το λογο η προκήρυξη διαγωνισμού Ε.Σ.Δ.Ι,που θα οδηγήσει στην ενίσχυση του δικαστικού προσωπικού των Πρωτοδικείων μετά από ενάμιση χρόνο που θα αναλάβουν καθήκοντα οι νέοι πρωτοδίκες.Τέλος,οι ειρηνοδίκες έχουν ήδη την εμπειρία να προβαίνουν στην εν λόγω επικύρωση λόγω του Ν.3869/2010,που ομοιαζει πλήρως με το εν λόγω νομοθέτημα.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 14:16 | Κωνσταντίνος Μήνου – δικηγόρος

    Κυρίως προς όφελος των προσφευγόντων ενδιαφερομένων, θεωρώ συμφωνώντας με την πλειοψηφία των γραφόντων, ότι η αρμοδιότητα περί του εν θέματι Νομοσχεδίου θα πρέπει να ανατεθεί στα Ειρηνοδικεία, έναντι των Πολυμελών και Μονομελών Πρωτοδικείων και τούτο διότι:

    1) Είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο φόρτος των Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων είναι τεράστιος.
    2) Τα Ειρηνοδικεία είναι ήδη εδώ και έτη επιφορτισμένα με τα περί του ν. 3869/2010, συνεπώς λόγω αδιαμφισβήτητης συναφείας θα πρέπει να επιφορτισθούν και με τα του παρόντος Νομοσχεδίου.
    3) Η ανάθεση των υποθέσεων αυτών στα Ειρηνοδικεία θα εξυπηρετήσει το σκοπό της ταχύτερης απονομής της Δικαιοσύνης, καθώς ο αριθμός τους είναι πολύ μεγαλύτερος ανά την Επικράτεια. Ούτως ή άλλως, ο σκοπός του Νομοσχεδίου είναι η εξυγίανση ορισμένων επιχειρήσεων και η εισροή κεφαλαίων στο τραπεζικό σύστημα συνεπώς απαιτείται ταχύτητα και ευελιξία.
    4) Ήδη υφίσταται πίνακας επιτυχόντων του Εισαγωγικού Διαγωνισμού Ειρηνοδικών που προκηρύχθηκε το έτος 2014, απαρτιζόμενος από ικανούς και καταρτισμένους νομικούς, έτοιμους να πράξουν όσα απαιτούνται στα πλαίσια του λειτουργήματός τους. Αυτό συνεπάγεται ότι δεν υφίσταται ανάγκη προκήρυξης και διενέργειας νέου διαγωνισμού (είτε ΕΣΔΙ είτε Ειρηνοδικών)για το σκοπό αυτό, με ότι αυτό συνεπάγεται από πλευράς κρατικών δαπανών, προκειμένου να στελεχωθούν τα Δικαστήρια που τελικά θα επιφορτισθούν με το εν λόγω ζήτημα.
    5) Θα συμφωνήσω με όσους έχουν ήδη αναφέρει ότι εφόσον ανατεθούν τα του παρόντος νομοσχεδίου στα Ειρηνοδικεία, θα τελεσιδικούν οι υποθέσεις πιο σύντομα, ενόψει του γεγονότος ότι σε δεύτερο βαθμό επί των αποφάσεών τους, αρμόδια είναι τα Μονομελή Πρωτοδικεία και όχι τα Εφετεία.
    6) Οικονομικότερη πρόσβαση από πλευράς των προσφεύγοντων στη Δικαιοσύνη λόγω των χαμηλότερων (σε σχέση με τα Μονομελή καιΠολυμελή Πρωτοδικεία) ελαχίστων δικηγορικών αμοιβών όπως αυτές προβλέπονται από το Νόμο.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 13:29 | Έλενα Παπαδοπούλου

    Ατυχείς οι διατάξεις των άρθρων 12 και 14. Η επιλογή του Ειρηνοδικείου αντί του Πρωτοδικείου ως αρμοδίου Δικαστηρίου είναι επιβεβλημένη τόσο λόγω της ανάγκης επιτάχυνσης των σχετικών διαδικασιών (μονομελής σύνθεση), όσο και λόγω της κεκτημένης εμπειρίας των Ειρηνοδικών στις υποθέσεις του Ν. 3869/2010. Εξάλλου, η αύξηση των οργανικών θέσεων Δικαστών που απαιτείται για την ταχεία διαχείριση των νέων αυτών αρμοδιοτήτων μπορεί ευχερέστερα να γίνει στα Ειρηνοδικεία με την απορρόφηση του πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού του 2014. Αντίθετα, η όποια αύξηση των οργανικών θέσεων στα Πρωτοδικεία δεν αναμένεται να έχει απτά αποτελέσματα πριν την πάροδο σχεδόν 2 (!) ετών, καθώς, σε αντίθεση με τους Ειρηνοδίκες που διορίζονται άμεσα, οι Πρωτοδίκες πριν διοριστούν φοιτούν και εκπαιδεύονται στη Σχολή Δικαστών. Προφανώς τα ανωτέρω προβλημάτισαν και την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία εισηγήθηκε αρμοδιότητα Ειρηνοδικείου και αύξηση των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών.

  • 28 Φεβρουαρίου 2017, 13:59 | ΚΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΛΗΔΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

    Η προσωπική μου άποψη ταυτίζεται εν προκειμένω με αυτήν της πλειοψηφίας των λοιπών γραφοντων. Εφόσον σκοπός του παρόντος άρθρου και του νομοσχεδίου εν γένει είναι η κατά το δυνατόν ταχύτερη, αποτελεσματικότερη και οικονομικότερη διευθέτηση των επιχειρηματικών δανείων, η ανάθεση των εν λόγω υποθέσεων στα Πολυμελή Πρωτοδικεία είναι εκ των πραγμάτων αντιφατική αναφορικά με τους ανωτέρω σκοπούς.

  • 27 Φεβρουαρίου 2017, 18:47 | ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

    Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 του υπό Διαβούλευση Νομοσχεδίου «Κάθε φυσικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα και κάθε νομικό πρόσωπο το οποίο αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4172/2013 (Α’ 167) και έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, δύναται να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών…». Επίσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 12 του υπό Διαβούλευση Νομοσχεδίου «Ο οφειλέτης ή συμμετέχων πιστωτής δύναται να υποβάλλει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει έδρα ο οφειλέτης, αίτηση επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Η υπόθεση εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας.». Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του υπό Διαβούλευση Νομοσχεδίου «…η μη καταβολή από τον οφειλέτη προς οποιονδήποτε πιστωτή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει σε αυτόν τον πιστωτή το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της συμφωνίας ως προς όλους, καταθέτοντας αίτηση στο δικαστήριο που επικύρωσε τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών ή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο… Η αίτηση εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας.».
    Εκ των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται η βούληση του Νομοθέτη, όπως η αρμοδιότητα για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών υπαχθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας του οφειλέτη.
    Φρονώ ότι, πρόκειται για μία λανθασμένη επιλογή για πολλούς λόγους και κυρίως για τους εξής : α) η υπερπληθώρα υποθέσεων στα Πρωτοδικεία, γεγονός, το οποίο συχνά – πυκνά επισημαίνεται από την πολιτική, αλλά και την δικαστική εξουσία θα αποτελέσει τροχοπέδη στην γρήγορη και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης, το οποίο αποτελεί επιθυμία και των Ευρωπαίων εταίρων μας, αλλά και των Ελλήνων πολιτών και β) η διαδικασία, όπως περιγράφεται, στο υπό διαβούλευση Νομοσχέδιο ομοιάζει σημαντικά με τις υποθέσεις του Ν. 3869/2010, οι οποίες στο σύνολό τους υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων. Όπως δε γίνεται αποδεκτό από όλους, οι Ειρηνοδίκες, με το υψηλό αίσθημα ευθύνης, που τους διακατέχει, αλλά και με την επιστημονική τους επάρκεια, έχουν συμβάλλει στην διευθέτηση μεγάλου όγκου τέτοιου είδους υποθέσεων. Εξάλλου εφόσον οι υποθέσεις του υπό διαβούλευση Νομοσχεδίου υπαχθούν τελικά στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων, το οποίο σημαίνει την αύξηση των χρεώσεων ανά Δικαστή, υπάρχει η δυνατότητα απορρόφησης των επιτυχόντων του πρόσφατου διαγωνισμού. Κατ’ αυτό τον τρόπο η προσφυγή στην Δικαιοσύνη δεν θα συνεπάγεται υπέρμετρο κόστος για τον αιτούντα οφειλέτη, ο οποίος ούτως ή άλλως βρίσκεται σε δυσμενή οικονομική θέση και βέβαια η ύπαρξη επιτυχόντων προερχομένων εκ του πρόσφατου διαγωνισμού, ο οποίος ήταν υψηλού επιστημονικού επιπέδου, θα συμβάλλει στην αποφυγή καθυστερήσεων ως προς την απονομή της δικαιοσύνης.

  • 27 Φεβρουαρίου 2017, 14:39 | Ελευθέριος Μπαρμπάτσαλος

    Ένα από τα πιο βασικά ζητούμενα της όλης διαδικασίας είναι η ταχύτητα και το κόστος της διαδικασίας καθώς η βιωσιμότητα των προτεινόμενων σχεδίων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την άμεση υλοποίηση της. Η διαδικασία επικύρωσης από το δικαστήριο θα πρέπει να γίνει άμεσα και για το λόγο αυτό ενδεχομένως η επιλογή των Ειρηνοδικείων είναι καταλληλότερη τόσο κυρίως για λόγους ταχύτητας όσο και δευτερεύοντος για λόγους κόστους.

  • 26 Φεβρουαρίου 2017, 22:11 | ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΟΥΛΙΑΝΟΥΔΗ

    Ο νέος θεσμός εξωδικαστικού μηχανισμού που πρόκειται να εισαχθεί ομοιάζει με τον Ν. 3869/2010, με την διαφορά ότι αφορά τα χρέη επιχειρήσεων και όχι φυσικών προσώπων.
    Κατά την γνώμη μου θα πρέπει να εισαχθεί στα Ειρηνοδικεία για τους κάτωθι λόγους:
    1)Οι Ειρηνοδίκες που υπηρετούν είναι αρμόδιοι και καταρτισμένοι, λόγω της εξοικείωσης τους με την φύση όμοιων υποθέσεων (υποθέσεις ρύθμισης οφειλών φυσικών προσώπων) από το 2010, σε αντίθεση με τους Πρωτοδίκες που ασχολούνται με διαφορετικά νομικά αντικείμενα.
    2)Τα Ειρηνοδικεία είναι προσβάσιμα στον Υπερχρεωμένο επιχειρηματία που θέλει να διασώσει την επιχείρησή του, τόσο από οικονομικής άποψης όσο και τοπικής εγγύτητας σε αντίθεση με τα Πολυμελή Πρωτοδικεία, καθότι τα τελευταία εδράζονται κατά βάση στις πρωτεύουσες Νομών σε αντίθεση με τα Ειρηνοδικεία που έχουν έδρες ανά την Επικράτεια.
    3)Σκοπός του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου είναι η επίλυση της υπερχρέωσης του επιχειρηματία με ταχείες διαδικασίες ,το οποίο επιτυγχάνεται μέσω των Ειρηνοδικείων λόγω της εκδίκασης σε Μονομελή σύνθεση και της έκδοσης απόφασης σε συντομότερο χρόνο όπως απαιτεί και το άρθρο 12 παρ. 4 του υπό κρίση νομοσχεδίου, σε αντίθεση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο που συνεδριάζει σε πολυμελή σύνθεση και οι αποφάσεις εκδίδονται σε μεταγενέστερο χρόνο.
    4)Η ταχύτητα επίλυσης του προβλήματος θα ενισχύσει και την εθνική οικονομία μέσω της έκδοσης των γραμματίων για την εκδίκαση της εκάστοτε υπόθεσης.
    5)Υπάρχει στη διάθεση του Υπουργείου, έτοιμο και ικανό επιστημονικό προσωπικό από τον πίνακα επιτυχόντων Ειρηνοδικών του τελευταίου διαγωνισμού που δύναται να αναλάβει άμεσα καθήκοντα, σε αντίθεση με τους Δικαστές των Πολυμελών Πρωτοδικείων που για την ανάληψη των καθηκόντων τους απαιτείται αρχικά η 1,5ετής φοίτηση στην Εσδι.
    Συνεπώς, συστήνω την ανάθεση της εξωδικαστικής επίλυσης των οφειλών επιχειρήσεων στα αρμόδια Ειρηνοδικεία.

  • 26 Φεβρουαρίου 2017, 20:38 | Στένια Γομάτου

    1- Το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του Νόμου και μάλιστα άμεσα, ελλείψει του απαιτούμενου αριθμού δικαστών 2.- Τα ειρηνοδικεία διαθέτουν άτομα απο τον πίνακα επιτυχόντων έτοιμα να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του Νόμου άμεσα , μονο με μια νομοθετική ρύθμιση αύξησης οργανικών θέσεων.Η εμπειρία στο Ν3869/10 αποτελεί βασικό πλεονέκτημα για τη ορθή και αποτελεσματική αντιμετώπιση των υποθέσεων των κόκκινων δανείων από τα Ειρηνοδικεία!Χρήζει άμεσης επαναξέτασης το ζήτημα αρμοδιότητας!

  • 26 Φεβρουαρίου 2017, 20:07 | Μηνάς Δεμερτζής

    1. Η απαιτούμενη ταχύτητα στην διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών ώστε να ομαλοποιηθεί η λειτουργία των τραπεζών και κατ’ επέκταση η οικονομία της χώρας εν συνόλω , καθιστά τα Ειρηνοδικεία ως την καταλληλότερη επιλογή για την δικαστική επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Το ήδη υπάρχον προσωπικό στα Ειρηνοδικεία ασχολείται ήδη με παρόμοια διαδικασία [υπερχρεωμένα], η δε αναπλήρωση όσων θα ασχοληθούν με την διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει σε μόλις 3 μήνες από τον υφιστάμενο πίνακα επιτυχόντων Ειρηνοδικών 2014 [σε αντίθεση με την όποια αύξηση σε θέσεις Πρωτοδικών όπου με την φοίτηση στην Εθνική Σχολή Δικαστών και την παρεδρία, κάθε νέος Πρωτοδίκης θέλει περίπου δύο χρόνια μέχρι να καταστεί ικανός να δικάσει].
    2. Το κόστος προσφυγής στην δικαιοσύνη για τον πολίτη θα είναι σαφώς μικρότερο εάν αρμόδια είναι τα Ειρηνοδικεία [μικρότερο γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών τόσο στον 1ο όσο και στον 2ο βαθμό στο Μονομελές Πρωτοδικείο].
    3. Επίσης το κόστος πρόσληψης και μισθοδοσίας περισσότερων Ειρηνοδικών για την δικαστική επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, θα είναι μικρότερο για το κράτος συγκριτικά με την ανάθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο και την συνακόλουθη αύξηση θέσεων για Πρωτοδίκες. Μετά δε το πέρας της εφαρμογής του παρόντος νόμου, μπορεί να γίνει επέκταση της καθ’ύλην αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων, ώστε να μειωθεί ο ήδη υπάρχον φόρτος υποθέσεων από τα Πρωτοδικεία.

  • 26 Φεβρουαρίου 2017, 19:58 | Μαρία Παππά (δικηγορος)

    Θεωρώ ότι η ανάθεση της υλικής αρμοδιότητας των υπαγομένων υποθέσεων του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου στα Πολυμελή Πρωτοδικεία της χώρας αποτελεί λόγω της σοβαρότητας των υποθέσεων αυτών άριστη επιλογή.Όσοι προτείνουν την ανάθεση των υποθέσεων αυτών και πάλι στα Ειρηνοδικεία είτε δεν έχουν καμία συνείδηση του υπέρογκου φόρτου εργασίας που έχουν επωμισθεί τα Δικαστήρια αυτά τα τελευταία χρόνια με τα αλλεπάλληλα νομοθετήματα που τα έχουν καταστήσει εν τοις πράγμασι μικρά πρωτοδικεία,είτε έχουν ιδιοτελή κίνητρα αφού θεωρούν όντας στους πίνακες επιτυχόντων και μη διορισθέντων έτι ειρηνοδικών ότι με αυτόν τον τρόπο θα επιταχυνθούν οι διαδικασίες του διορισμού τους.

  • 25 Φεβρουαρίου 2017, 01:59 | Παναγιώτης Βασταρούχας (Δικηγόρος)

    Σε μια χρονική συγκυρία που βρίσκονται εν εξελιξει τρια βασικά «στοιχήματα», ήτοι η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, η εύκολη πρόσβαση του πολίτη σε αυτή και η αντιμετώπιση του ζητήματος των κόκκινων δανείων, η ανάθεση των υποθέσεων του παρόντος νόμου στα Πολυμελή Πρωτοδικεία, όχι μόνο δεν βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά κινείταο ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση. Η πρόσβαση του πολίτη είναι δυσκολότερη, λόγω κόστους. Ο ρυθμός εκδίκασης και περαίωσης υποθέσεων από τα Δικαστήρια αυτά είναι ιδιαιτέρως βραδύς, γεγονός που αποδεικνύεται και απο τα στοοχεία εκκρεμών υποθέσεων του περασμένου έτους, όπως αυτά έχουν δημοσιευθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.Η δε αποτελεσματικότητα της ανάθεσης αυτής στα Πολυμελή Πρωτοδικεία, υπό το πρίσμα της κατάλληλης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης του ακανθώδους ζητήματος των κόκκινων δανείων, δεν είναι εξασφαλισμένη για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί τα Πολυμελή Πρωτοδικεία και οι δικαστές που θα απαρτίζουν τις εκάστοτε συνθέσεις, κατά την εκδίκαση αυτών των υποθέσεων, δεν έχουν την κατάλληλη εμπειρία και εξειδίκευση, όπως οι Ειρηνοδίκες, που ήδη τα τελευταία 7 έτη μελετούν και εφαρμόζουν το νόμο ρύθμισης οφειλών φυσικών προσώπων και έχουν εκδώσει μια πληθώρα εμπεριστατωμένων και άρτιων δικαστικών αποφάσεων. Δεύτερον, μια τέτοια ανάθεση οδηγεί στη διάσπαση ταυτόσημων υποθέσεων σε δύο ξεχωριστά καθ’ ύλιν δικαστήρια, ήτοι στη διάσπαση ενός ενιαίου πλαισίου αντιμετώπισης του ζητήματος των κόκκινων δανείων.

  • 25 Φεβρουαρίου 2017, 00:41 | Γεώργιος Αγραπίδης

    Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πως για πολλοστή φορά ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία ακόμη νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία εξ όσων διαφαίνονται δείχνει καταδικασμένη να αποτελέσει ένα ακόμη κενό γράμμα. Έχει διατυπωθεί παρακάτω με ιδιαίτερο στόμφο και τεκμηριωμένο λόγο ότι ο σκοπός του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, ο οποίος αφορά την αποτελεσματική αντιμετώπιση των κόκκινων επιχειρηματικών δανείων, είναι εξαιρετικά δυσχερές αν όχι απίθανο να επιτευχθεί με την ανάθεση της καθ΄ύλην αρμοδιότητας των υπαγόμενων υποθέσεων του ως άνω νομοσχεδίου στα Πολυμελή Πρωτοδικεία της Χώρας. Απορίας άξιο, κατά την γνώμη του γράφοντος αποτελεί και το πώς είναι δυνατόν να επιδιώκει ο νομοθέτης την εξυπηρέτηση του σκοπού των διατάξεων του άρθρου 12 του προκειμένου νομοσχεδίου από δικαστές ήδη υπηρετούντες στα υπάρχοντα κατά τόπους Πρωτοδικεία και οι οποίοι είναι προορισμένοι έως σήμερα να καλύπτουν τις αυξημένες ανάγκες των δικαστηρίων αυτών, ενώ στο ήδη από 16.6.2016 εγκεκριμένο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης αναθεωρημένο Μνημόνιο Κατανόησης προβλέπεται η δημιουργία ειδικού σώματος δικαστών με σκοπό να υπηρετήσουν σε ειδικά συγκροτημένα δικαστήρια και δη στην Αθήνα, στον Πειραιά και στην Θεσσαλονίκη. Εφόσον, τέλος ως προς τη διαχείριση των επιχειρηματικών δανείων επιλέχθηκε μία προπτωχευτική διαδικασία η οποία προσομοιάζει σε αυτήν του Ν. 3869/2010, ορθότερη επιλογή κρίνεται αφενός η ανάθεση της καθ΄ύλην αρμοδιότητας των υπαγόμενων υποθέσεων του ως άνω νομοσχεδίου στα Ειρηνοδικεία, τα οποία διαθέτουν ανθρώπινο δυναμικό με ανάλογη εμπειρία αφετέρου η ενίσχυσή τους με νέους Ειρηνοδίκες με την αξιοποίηση του πίνακα των επιτυχόντων Ειρηνοδικών του διαγωνισμού του 2014.

  • 24 Φεβρουαρίου 2017, 20:40 | Ουρανία Σπυρίδωνος (Δικηγόρος-Διαμεσολαβήτρια)

    Η πρόβλεψη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ως καθ’ ύλην αρμοδίου για την επικύρωση της εξωδικαστικής ρύθμισης των χρεών μίας βιώσιμης επιχείρησης καθιστά εκ προοιμίου αποτυχημένο τον υπό διαβούλευση νόμο, καθώς η διαδικασία θα είναι ΧΡΟΝΟΒΟΡΑ και ΠΟΛΥΔΑΠΑΝΗ, τόσο για τις επιχειρήσεις και για τις τράπεζες, όσο και για το ίδιο το κράτος, ενώ σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να εξυπηρετήσει η πρόβλεψη αυτή την επιπρόσθετη ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης.
    Επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί η προσπάθεια επιβίωσης των ελληνικών επιχειρήσεων με ταχύ, οικονομικό και όσο το δυνατόν πιο απλουστευμένο τρόπο. Υπό το πρίσμα του υπάρχοντος δικαστικού συστήματος, μόνο τα Ειρηνοδικεία μπορούν να ανταπεξέλθουν με επιτυχία στο έργο αυτό, αφού διαθέτουν πολυετή εμπειρία και εξειδίκευση με τον κατά πολύ όμοιο νόμο 3869/2010 (ρύθμιση χρεών φυσικών προσώπων), είναι πιο προσιτά οικονομικώς στους πολίτες-επιχειρήσεις, λιγότερο δαπανηρά για το κράτος (χαμηλότεροι οι μισθοί των Ειρηνοδικών), η επικύρωση της συμφωνίας θα γίνεται με ταχεία διαδικασία (και όχι με δαιδαλώδεις και χρονοβόρες Πολυμελείς συνθέσεις) και σε κάθε περίπτωση οποιαδήποτε ανάγκη αύξησης οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών προς αντιμετώπιση των απαιτήσεων του υπό διαβούλευση νόμου μπορεί να επιλυθεί γρήγορα και οικονομικότερα με την αξιοποίηση του υπάρχοντος πίνακα επιτυχόντων ειρηνοδικών του τελευταίου διαγωνισμού.

  • 24 Φεβρουαρίου 2017, 14:24 | Κωνσταντίνα Σαμαρά (Δικηγόρος)

    Μια σύντομη αναδρομή στην τελολογική φύση του παρόντος νομοθετήματος είναι ικανή να αναδείξει το εσφαλμένο της ανάθεσης της υλικής αρμοδιότητας των υπαγομένων υποθέσεων του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου στα Πολυμελή Πρωτοδικεία της χώρας. Η ratio του νομοθέτη αναφορικά με την αντιμετώπιση των κόκκινων επιχειρηματικών δανείων, ως ζητήματος υψίστης σημασίας για τη δημοσιονομική αλλά και χρηματοπιστωτική πορεία της χώρας δεν είναι άλλη από την ταχύτατη διευθέτησή τους προς το σκοπό της περαιτέρω ταχύτατης αιμοδότησης της εθνικής μας οικονομίας αλλά και της παραγωγικής διάσωσης των επιχειρήσεων, η εξυγιασμένη λειτουργία των οποίων ασφαλώς θα συμβάλει τα μέγιστα προς την ευόδωση του σκοπού του νομοθέτη. Η ευελιξία, η άμεση προσβασιμότητα των πολιτών, η δυνατότητα επαρκούς και ανανεώσιμης στελέχωσης είναι χαρακτηριστικά ενός δικαστηρίου που, υπό τις επικρατούσες συνθήκες στο υπερφορτωμένο δικαστικό μας σύστημα, μόνο στα Ειρηνοδικεία μπορούν να εντοπιστούν. Προς τούτο δε και κατά τη γνώμη της γράφουσας είναι επιτακτική ανάγκη η υλική αρμοδιότητα του εν λόγω νόμου να ανατεθεί στα Ειρηνοδικεία της χώρας, καθότι είναι ευέλικτα δικαστηριακά σχήματα η δε στελέχωσή τους έχει υλοποιηθεί με αξιολογότατους νομικούς, που έχουν δοκιμαστεί για να υπηρετούν τη Δικαιοσύνη, όπως και οι λοιποί συνάδελφοί τους Πρωτοδίκες. Περαιτέρω, υπάρχει ήδη ένας έτοιμος πίνακας επιτυχόντων Ειρηνοδικών από τον οποίο είναι δυνατή η άμεση απορρόφηση Ειρηνοδικών για την κάλυψη των αναγκών της Δικαιοσύνης κατά την εκδίκαση των υποθέσεων των κόκκινων επιχειρηματικών δανείων.

  • Το νομοσχέδιο είναι κατ΄ευφημισμό εξωδικαστικός συμβιβασμός αφού καταλήγει στα δικαστήρια με την διαδικασία της εκούσιας διαδικασίας.
    Τελικά ….είναι ένα άλλο (106β, άμεση επικύρωση) άρθρο 99!!!

  • 23 Φεβρουαρίου 2017, 23:18 | Βασίλειος Καραβέντζας

    Οι κάτωθι εμπεριστατωμένες τοποθετήσεις των συναδέλφων, καταδεικνύουν στο σύνολό τους ότι η επιλογή του Ειρηνοδικείου έναντι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ως Δικαστηρίου αρμοδίου για τις υποθέσεις που αφορούν τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, προκρίνεται ως η πλέον ορθή.
    Η επταετής εμπειρία των Ειρηνοδικών, στην όμοια (σε αρκετά σημεία) διαδικασία του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με την παράλληλη ύπαρξη πίνακα επιτυχόντων υψηλής κατάρτισης στον πρόσφατο διαγωνισμό Ειρηνοδικών, μπορεί να εγγυηθεί την ΑΜΕΣΗ έναρξη λειτουργίας του συγκεκριμένου εξωδικαστικού μηχανισμού, καθώς και την ομαλή διεκπεραίωση των υποθέσεων σε εύλογο χρονικό διάστημα.

  • 23 Φεβρουαρίου 2017, 13:20 | Παρασκευή Φράγγου

    Η καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης από τα Πρωτοδικεία της Χώρας, τόσο τα Μονομελή όσο και από τα Πολυμελή, ιδίως στο επίπεδο έκδοσης αποφάσεων,ενίοτε αγγίζει το επίπεδο της αρνησιδικίας και είναι γεγονός γνωστό, όχι μόνο σε νομικούς, αλλά σε όλους τους πολίτες της Χώρας.
    Η ανάθεση της επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης στα Πολυμελή Πρωτοδικεία κρίνεται τελείως άστοχη, για δύο βασικούς λόγους:
    1) Η δυσκίνητη σύνθεσή τους επιδρά στην ταχύτητα έκδοσης απόφασης, συνεπώς η πρόβλεψη στην παράγραφο 4 του άρθρου 12, κατά την οποία «η απόφαση του Δικαστηρίου θα δημοσιεύεται εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της συζήτησης», θα αποτελέσει ακόμη μια διάταξη που θα παραμείνει ΓΡΑΜΜΑ ΚΕΝΟ!
    2) Η πρόσβαση στα Πολυμελή Πρωτοδικεία είναι περισσότερο δαπανηρή, σε σχέση με τα Ειρηνοδικεία, γεγονός που πιθανότατα αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα της ένταξης στη διαδικασία ρύθμισης οφειλών για τις ήδη υπερχρεωμένες, ιδίως μικρομεσαίες, επιχειρήσεις, που συνιστούν τη συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρηματικών μορφωμάτων στη Χώρα μας.
    Το επιχείρημα ότι η διαδικασία είναι κατά βάση εξωδικαστική, αντικρούεται καθώς είναι απίθανο τόσο για τους πιστωτές όσο και για την υπό διάσωση επιχείρηση, να μην αναζητήσουν την ασφαλιστική δικλείδα του θεσμού της Δικαιοσύνης, με όλα τα εχέγγυα που παρέχει, αφού μάλιστα η απόφαση επικύρωσης αποτελεί ΤΙΤΛΟ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟ (παράγραφος 8 άρθρου 12).
    Επομένως, για να επιτευχθούν οι στόχοι του νομοσχεδίου θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 12, να καταστούν αρμόδια τα Ειρηνοδικεία της Χώρας, τα οποία διαθέτουν εμπειρία, λόγω της ήδη επταετούς ενασχόλησης με την-εφάμιλλου αντικειμένου- ρύθμιση των υπερχρεωμένων νοικοκυριών (ν. 3869/2010), ενώ παράλληλα η ενίσχυσή τους με νέους Ειρηνοδίκες καθίσταται διαδικασία συντομότερη και οικονομικότερη για το Κράτος, με την αξιοποίηση του πίνακα των επιτυχόντων Ειρηνοδικών του διαγωνισμού του 2014.

  • 23 Φεβρουαρίου 2017, 12:51 | Μαρία Καβούλη (Δικηγόρος)

    Όπως διαφαίνεται σκοπός του νόμου περί Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων αποτελεί η εξυγίανση βιώσιμων επιχειρήσεων και ταυτόχρονα η εισροή κεφαλαίων στο τραπεζικό σύστημα με στόχο την στήριξη της εθνικής οικονομίας.
    Ο στόχος αυτός απαιτεί ΤΑΧΥΤΗΤΑ και ΕΥΕΛΙΞΙΑ στο θεσμικό πλαίσιο που θα διαμορφωθεί ώστε όσο το δυνατόν γρηγορότερα να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών των επιχειρήσεων και κατ’ επέκταση η ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος και να ανταποκριθεί η πολιτεία στις εκ του μνημονίου απορρέουσες υποχρεώσεις της.
    Ωστόσο η προτεινόμενη με το αρ.12 αρμοδιότητα των Πολυμελών Πρωτοδικείων, ως αρμοδίου δικαστηρίου επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης ουδόλως εξυπηρετεί τον σκοπό του νόμου ως προς την ανάγκη της άμεσης και ταχείας διευθέτησης αφενός λόγω της υπερφόρτωσης των Πρωτοδικείων και της έλλειψης αντίστοιχου ανθρώπινου δυναμικού και αφετέρου λόγω της κατά β’ βαθμό δικαιοδοσίας αρμοδιότητας Εφετείου, η οποία θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο την τελεσιδικία.
    Ως μάχιμη δικηγόρος από την δικαστηριακή μου εμπειρία θεωρώ ότι η αρμοδιότητα για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης θα είναι σύμφωνα με το σκοπό και το πνεύμα του Νόμου καταλληλότερο να ανατεθεί στα Ειρηνοδικεία τα οποία α) είναι πολλά περισσότερα από τα Πρωτοδικεία β) είναι αποτελεσματικά, όπως έχει αποδειχθεί και με την ενασχόληση τους με τις υποθέσεις του Ν.3869/2010 γ) είναι ευχερέστερη και συντομότερη η επάνδρωση και ενίσχυσή τους σε ανθρώπινο δυναμικό, καθόσον δεν απαιτείται το διάστημα περίπου 2ετίας μέσω της ΕΣΔΙ και δ) σε επίπεδο β’ βαθμού δικαιοδοσίας υπάγονται στα Μονομελή Πρωτοδικεία, γεγονός που συνεπάγεται την γρηγορότερη τελεσιδικία της υπόθεσης συγκριτικά με τα Εφετεία.

  • 23 Φεβρουαρίου 2017, 10:00 | ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΟΥΡΤΖΟΥΚΛΗ

    Σκοπός της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως εξάλλου και της ιδιωτικής πτώχευσης [ν. 3869/2010], είναι η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη με τρόπο γρήγορο, σύμφωνο με τις οικονομικές του δυνάμεις κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης και κατά το δυνατόν πιο συμφέρον για τους πιστωτές, ώστε η επιχείρηση να διασωθεί και να συνεχίσει την παραγωγική της διαδικασία.
    Η διαδικασία εξ ορισμού απαιτεί ταχύτητα, καθότι το «κέρδος» των πιστωτών δε θα έρθει από την εξόφληση των οφειλομένων, το οποίο σχεδόν ποτέ δεν είναι δυνατόν σε μια διαδικασία «συμβιβασμού», αλλά από τη διάσωση της επιχείρησης, η οποία θα συνεχίσει να υφίσταται ως παραγωγική λειτουργία, ως θέσεις εργασίας, ως πηγή δημοσίων εσόδων (μέσω καταβολής φόρων, ΦΠΑ, ασφαλιστικών εισφορών κτλ).
    Το Πολυμελές δικαστήριο, εξ ορισμού δεν μπορεί να κινηθεί με ταχύτητα, αφενός λόγω έλλειψης εμψύχου δυναμικού αφετέρου λόγω υποδομών. Ενδεικτικό είναι ότι σε όλα τα περιφερειακά δικαστήρια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο συνεδριάζει ίσως και μια φορά ανά 15 ημέρες και τελικώς κατά την ημέρα της συνεδρίασης, οι δικαστές προκειμένου να μην καθυστερήσει η εκδίκαση των υποθέσεων, κατανέμουν τις υποθέσεις, με αποτέλεσμα οι υποθέσεις του Πολυμελούς να συζητούνται μόνο από τον Εισηγητή, από έναν δηλαδή Δικαστή. Αυτή είναι η πραγματικότητα…
    Στην παρούσα χρονική στιγμή που τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων είναι υπερφορτωμένα, δεν είναι δυνατόν να πιστεύει κανείς ότι η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης, θα επιτευχθεί χωρίς αύξηση οργανικών θέσεων δικαστών. Αν κάποιος το πιστεύει είναι ουτοπία…
    Με δεδομένο λοιπόν ότι σε όλες τις βαθμίδες είναι απαραίτητη η αύξηση των οργανικών θέσεων των δικαστών, τα πρωτοδικεία και πάλι υστερούν ως επιλογή, καθότι στελεχώνονται με νέο δυναμικό μέσω των εξετάσεων της ΕΣΔΙ. Εκεί, απαιτείται φοίτηση ενός έτους και 6μηνη πρακτική άσκηση στα δικαστήρια, άρα, για να ενισχυθούν οι ήδη υπάρχοντες δικαστές θα πρέπει να αναμένουμε τουλάχιστον 1,5 χρόνο από την ημέρα της εισαγωγής των νέων Πρωτοδικών!
    Αντιθέτως, η στελέχωση των Ειρηνοδικείων, γίνεται ΑΜΕΣΩΣ μόνο ΜΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ (οι οποίες μπορούν να συμπτυχθούν χρονικά έτι περαιτέρω) μέσω απορρόφησης των επιτυχόντων του εν ισχύ πίνακα.
    Η ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης είναι σημαντικός δείκτης αξιολόγησης των κρατών σύμφωνα με τα κριτήρια του ΟΟΣΑ. Η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης στην προκειμένη περίπτωση είναι αυτή που θα μετρήσει θετικά στην αξιολόγησή μας ως κράτους και όχι η σύνθεση του δικαστηρίου.
    Τέλος, σημαντικό θα είναι η διαδικασία που θα ακολουθηθεί να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να διασωθούν και να συνεχίσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της χώρας και όχι να απωλέσουν κάθε τέτοια δυνατότητα «περιφερόμενες» για χρόνια μέσα σε δικαστικές αίθουσες.
    Συνεπώς, η επιλογή των Πρωτοδικείων όχι μόνο δε θα εξυπηρετήσει κανένα ειδικότερο σκοπό σύμφωνα και με όσα αναλύθηκαν ήδη από τους υπολοίπους σχολιαστές, αλλά αντιθέτως θα δυσχεράνει την επίτευξη των σκοπών του νόμου.

  • 23 Φεβρουαρίου 2017, 09:39 | Μαγδαληνή Χουντή

    Στόχο της διαδικασίας του υπό Διαβούλευση Νομοσχεδίου αποτελεί η διευκόλυνση των υπερχρεωμένων ατομικών επιχειρήσεων αλλά και νομικών προσώπων να αποπληρώσουν τα χρέη τους προς τους πιστωτές τους, ώστε να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητά τους, η οποία θα έχει ασφαλώς και ανάλογο δημοσιονομικό όφελος.
    Από τα παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι για την επίτευξη του στόχου αυτού αναδεικνύεται σε κρίσιμο ζήτημα η ταχεία διευθέτηση των υποθέσεων που θα αχθούν ενώπιον του δικαστηρίου.
    Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, κατά την άποψη της γράφουσας, η αρμοδιότητα του εν λόγω υποθέσεων δέον να υπαχθεί στο Ειρηνοδικείο, αντί του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.
    Ως γνωστόν, τα Ειρηνοδικεία της χώρας είναι τα αρμόδια δικαστήρια για την εκδίκαση των υποθέσεων του ν. 3869/2010. Στα δικαστήρια αυτά λειτουργούν ήδη ειδικά τμήματα επιφορτισμένα με τις υποθέσεις αυτές, τα οποία διαθέτουν επαρκή επιστημονική κατάρτιση και παρέχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα για την ορθή και ταχεία διευθέτησή τους. Συνεπώς, στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να προτιμηθούν τα Ειρηνοδικεία έναντι των Πολυμελών Πρωτοδικείων, δεδομένης μάλιστα της ομοιότητας που παρουσιάζει το υπό διαβούλευση Νομοσχέδιο με τη διαδικασία του ν. 3869/2010, της απλούστερης διαδικασίας ενώπιον του Ειρηνοδικείου λόγω της μονομελούς του σύνθεσης και της πολυπλοκότητας της διαδικασίας των πολυμελών δικαστηρίων, σε συνδυασμό με τις σύντομες προθεσμίες που τίθενται από το Νομοσχέδιο για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων, την παρεμβολή στη διαδικασία του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά και το μεγάλο όγκο υποθέσεων που ήδη εκκρεμούν ενώπιον των πολυμελών δικαστηρίων της χώρας.
    Εξάλλου, θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι υπάρχει ήδη, από τις αρχές του 2016, πίνακας επιτυχόντων Ειρηνοδικών του διαγωνισμού του 2014, που μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα για την απορρόφηση Ειρηνοδικών, χωρίς να απαιτείται προκήρυξη νέου διαγωνισμού ΕΣΔΙ.
    Περαιτέρω, καθοριστική είναι και η δυνατότητα προσφυγής του κοινού στη διαδικασία του Νομοσχεδίου, που σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από το συνολικό κόστος της. Η πρόσβαση στο Ειρηνοδικείο είναι πιό προσιτή για το ήδη υπερχρεωμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο λόγω, αφενός, των χαμηλότερων ελάχιστων αμοιβών που προβλέπονται για τις διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου σε σχέση με αυτές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και αφετέρου, της τοπικής εγγύτητας των Ειρηνοδικείων προς τον αιτούντα, σε αντίθεση με τα Πρωτοδικεία.
    Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παραμέτρων, οι οποίες αφορούν τόσο το Κράτος, όσο και τους πολίτες (ιδιώτες, δικηγόρους και δικαστές) προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ανάθεση της αρμοδιότητας της διαδικασίας στα Ειρηνοδικεία, θα υπηρετήσει τους στόχους του υπό διαβούλευση Νομοσχεδίου με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα και θα οδηγήσει στο επιδιωκόμενο οικονομικοκοινωνικό όφελος.

  • 23 Φεβρουαρίου 2017, 09:17 | Ολγα Τσιπτσέ

    Το αρμοδιο δικαστηριο για την επικυρωση της αποφασης δε δυναται να ειναι το κατα τοπον Πολυμελες πρωτοδικειο, εκτος αν θεωρηθει οτι προκειται για διαδικασια πτωχευσης. Το αρμοδιο δικαστηριο πρεπει να ειναι ειτε το Μονομελες πρωτοδικειο αν θεωρησουμε οτι ακολουθουμε τον νομο για το θεσμο της διαμεσολαβησης ή εν πασει περιπτωσει και το πιο ορθο φαινεται να ειναι το Ειρηνοδικειο ως δικαστηριο υπερχρεωμενων νοικοκυριων που ειναι πολυ κοντα στην παρουσα διαδικασια της υπερχρεωσης των επιχειρησεων. Μια παραπομπη στο πολυμελες θα συνδεσει την παρουσα διαδικασια με την πτωχευση

  • 22 Φεβρουαρίου 2017, 22:46 | Λουκία Μησελίδου

    Η επιλογή του Ειρηνοδικείου ως καθ’ ύλη αρμοδίου δικαστηρίου στο νόμο 3869/2010 εξέπληξε και συνάντησε κάποιες αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις αυτές οφείλονταν στο ότι ο νόμος 3869/2010 συνδεόταν με την πτωχευτική διαδικασία των εμπόρων οπότε αναμενόμενη και προκριτέα θεωρούνταν η υπαγωγή της διαδικασίας στο αρμόδιο για την εκδίκαση της πτωχευτικής διαδικασίας δικαστήριο, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο. Ωστόσο, η επιλογή των Ειρηνοδικείων φαίνεται να υπαγορεύτηκε από πρακτικούς κυρίως λόγους με γνώμονα την απλούστευση και επιτάχυνση της διαδικασίας σε σύγκριση με αυτή που ακολουθείται κατά το πτωχευτικό δίκαιο. Η ανάθεση των υποθέσεων στα Ειρηνοδικεία έγινε τότε σε μια εποχή που συζητούνταν έντονα η κατάργηση των Ειρηνοδικείων. Αντιδράσεις υπήρχαν ακόμη και εξαιτίας της υποστελέχωσης που επικρατούσε στα Ειρηνοδικεία αλλά και γιατί αμφισβητούνταν η αποτελεσματικότητα των Ειρηνοδικών αφενός έναντι του ποιοτικώς και ποσοτικώς τεράστιου φόρτου που θα αναλάμβαναν (150.000 αιτήσεις αναμένονταν να κατατεθούν) σε σύγκριση με το έως τότε περιορισμένο αντικείμενό τους και αφετέρου σε σύγκριση με το γνωστικό επίπεδο των Πρωτοδικών. Σήμερα, μετά από επτά χρόνια εφαρμογής του ο νόμος 3869/2010 θεωρείται μάλλον επιτυχημένος ακριβώς λόγω της απλής και σύντομης διαδικασίας που σε μεγάλο βαθμό εξασφαλίστηκε από τη δικαιοδοτική φύση του Ειρηνοδίκη. Με δέκα εννιά άρθρα ο νόμος για τα κόκκινα νοικοκυριά τότε, με τον ίδιο περίπου αριθμό άρθρων σήμερα ο νόμος για τα κόκκινα επιχειρηματικά, πιο πολύ προσιδιάζει στον νόμο 3869/2010 παρά στην πτωχευτική διαδικασία αφού στοχεύουν και οι δύο στη διάσωση των οφειλετών και την εύρυθμη λειτουργία τους. Για την επιτυχή εφαρμογή του νέου αυτού νόμου είναι κρίσιμο να αξιοποιηθούν οι έμπειροι με το αντικείμενο Ειρηνοδίκες, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια έχουν συνδεθεί στην αντίληψη των οφειλετών με την επιτυχή εφαρμογή του νόμου ως προς την ελάφρυνση των χρεών τους.

  • 22 Φεβρουαρίου 2017, 19:43 | Έφη Φατούρου (Δικηγόρος)

    Μετά την υποβολή του εν λόγω νομοσχεδίου προς διαβούλευση αναφορικά με την δυνατότητα επικύρωσης ή ακύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και συγκεκριμένα την υπαγωγή φυσικών πρόσωπων με πτωχευτική ικανότητα, αλλά και νομικών προσώπων με εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείο (α’ βαθμός-ά. 12) και του Μονομελούς Πρωτοδικείου (για θέματα αναστολών και εν γένει λήψη Ασφαλιστικών Μέτρων, ά. 13-14) , δέον εξετασθεί και συνακολούθως προκριθεί η ανάγκη υπαγωγής τους στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων για τους εξής λόγους:
    1. Η προσφυγή ενώπιον των Ειρηνοδικείων είναι λιγότερο κοστοβόρος και συνεπώς εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες των προσφεύγοντων, αλλά και το Δημόσιο συμφέρον, καθώς έτσι διευκολύνεται η πρόσβαση του ενδιαφερομένου στη Δικαιοσύνη.
    2. Ο ν. 3869/2010 – αρμοδιότητας Ειρηνοδικείων – μετά και τις τελευταίες τροποποιήσεις του ομοιάζει έντονα κατά το σκεπτικό και κατά τη διαδικασία με το φερόμενο νομοσχέδιο προς διαβούλευση. Συνεπώς, τί πιο φυσικό από την υπαγωγή της προς διαβούλευση ύλης στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων.
    3. Τα Πρωτοδικεία είναι ΥΠΕΡΦΟΡΤΩΜΕΝΑ ήδη από τον τεράστιο όγκο τόσο των εκκρεμών όσο και των νεοεισερχόμενων υποθέσεων, με αποτέλεσμα η υποβολή στην άνω αρμοδιότητα και της προς διαβούλευση ύλης να προκαλέσει έτι περαιτέρω έμφραγμα στη διεκπεραίωση των αυτών υποθέσεων και να χρονίσουν επί – απροσδιόριστα – μακρόν οι υποθέσεις αυτές, οι οποίες είναι κατεπείγουσες.
    4. Το Κράτος έχει ήδη στα χέρια του λίστα έτοιμων και άκρως καταρτισμένων επιτυχόντων Ειρηνοδικών από τον τελευταίο διενεργηθέντα διαγωνισμό, εργαλείο πολύτιμο, προκειμένου να επιταχυνθεί η Δικαιοσύνη και να δοθεί λύση στα θέματα που πραγματεύεται το παρόν νομοσχέδιο και τα οποία επείγουν για τους ενδιαφερομένους επί αυτών, αλλά και για την οικονομία εν γένει.

  • 22 Φεβρουαρίου 2017, 18:10 | Μαρία Φωτάκη

    Η ανάθεση της αρμοδιότητας της δικαστικής επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών στα Πολυμελή Πρωτοδικεία καθιστά, κατά τη γνώμη της γράφουσας, την όλη διαδικασία δυσλειτουργική, δυσεφάρμοστη και ως εκ τούτου αναποτελεσματική. Ειδικότερα, ο σκοπός του νόμου και δη η διασφάλιση της βιωσιμότητας μιας επιχείρησης και η ρύθμιση των οφειλών της δεν δύναται να επιτευχθεί ικανοποιητικά με την προσφυγή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε Πολυμελές Δικαστικό όργανο, αφενός μεν λόγω του αυξημένου κόστους αυτής, αφετέρου δε λόγω της μη επαρκούς εξυπηρέτησης της αρχής της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Καθίσταται βέβαιο ότι τα αυξημένα δικαστικά έξοδα παράστασης στα Πολυμελή Πρωτοδικεία θα αποτρέπουν τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις από το να απευθυνθούν στη Δικαιοσύνη για την επίλυση των οικονομικών τους προβλημάτων. Περαιτέρω, αναγκαία για την διασφάλιση της αρχής της δίκαιης δίκης κρίνεται η επίτευξη ταχείας επικύρωσης της ως άνω σύμβασης, η οποία δυσχεραίνεται στην περίπτωση ανάθεσης της σε ένα πολυμελές όργανο, διαδικασία η οποία,επιπροσθέτως,έχει προηγουμένως διέλθει ενός τυχόν χρονοβόρου εξωδικαστικού μηχανισμού. Άλλωστε, τα Ειρηνοδικεία που είναι επιφορτισμένα με την εκδίκαση των υποθέσεων του Ν. 3869/2010, ως τροποποιημένος ισχύει, είναι τα καταλληλότερα και τα πλέον αρμόδια λόγω της εξειδίκευσης τους σε ζητήματα ρύθμισης οφειλών, αλλά και λόγω της δυνατότητας ταχύτερης εκδίκασης των ως άνω υποθέσεων και της διασφάλισης χαμηλότερου κόστους των διαδικασιών. Βάσει των ανωτέρω, κρίνεται επιτακτική η ανάγκη επανεξέτασης της ανάθεσης της αρμοδιότητας στα Πολυμελή Πρωτοδικεία.

  • 22 Φεβρουαρίου 2017, 16:37 | Κωνσταντίνος Δασύλλας (δικηγόρος)

    Σε συνέχεια όσων αναλυτικά έχουν ήδη αναπτυχθεί, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί η από δογματικής πλευράς νοηματική εγγύτητα του πεδίου εφαρμογής του υπό ψήφιση νομοσχεδίου με το αντίστοιχο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 ως λόγος ανάθεσης των υποθέσεων του εξωδικαστικού μηχανισμού στα Ειρηνοδικεία υπό τον εξής ειδικότερο συλλογισμό:

    1. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου: «1. Κάθε φυσικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα και κάθε νομικό πρόσωπο το οποίο αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4172/2013 (Α’ 167) και έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, δύναται να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών, εφόσον:…»

    2. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 εδάφια α’ και β’ του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου: «3. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν δύναται να καταθέσει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών εφόσον: (α) έχει υποβάλει αίτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για υπαγωγή στις διατάξεις των άρθρων 62 επ. του ν. 4307/2014 (Α’ 246) ή, εφόσον έχει πτωχευτική ικανότητα, στις διατάξεις του ν. 3588/2007 (Α‘ 153), εκτός εάν έχει υπάρξει έγκυρη παραίτησή του από τις εν λόγω διαδικασίες μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών ή (β) έχει εκδοθεί οριστική απόφαση υπαγωγής του οφειλέτη σε μία από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη περίπτωση (α) διαδικασίες ή έχει συζητηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου η αίτηση υπαγωγής του στις παραπάνω διαδικασίες και εκκρεμεί η έκδοση δικαστικής απόφασης…»

    Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν αβίαστα τα εξής συμπεράσματα:

    3. Πρώτον, ότι από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νομοσχεδίου εξαιρούνται οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Νομοτεχνική ratio της εξαίρεσης αυτής αποτελεί το γεγονός ότι παρέχεται στους ελεύθερους επαγγελματίες η δυνατότητα να υπαχθούν στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, όπου μάλιστα μετά την τροποποίηση που επέφερε ο νόμος 4336/2015 δίδεται η δυνατότητα να ενταχθούν και οφειλές προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, ακριβώς όπως συμβαίνει και στο παρόν νομοσχέδιο.

    4. Δεύτερον, η σαφής αντιδιαστολή της υπό εξέταση διαδικασίας από οποιαδήποτε πτωχευτική ή καθαρά προπτωχευτική διαδικασία, όπως αυτή προβλέπεται στο νόμο 3588/2007. Προκύπτει δηλαδή ότι ο νομοθέτης επιθυμεί να αποσυνδέσει την εν λόγω διαδικασία από κάθε διαδικασία πτώχευσης σε οποιοδήποτε στάδιο, διαδικασία που ούτως ή άλλως ανήκει φύσει και θέσει στην Πρωτοδικειακή αρμοδιότητα. Είναι προφανές δηλαδή ότι ο σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι ποιοτικά διαφορετικός από αυτόν του νόμου 3588/2007. Δίδοντας ο νομοθέτης σε μια επιχείρηση τη δυνατότητα να ρυθμίσει τις οφειλές της κατά τρόπο συλλογικό (στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο που ο νομοθέτης του Ν. 3869/2010 επιχειρεί να κάνει το ίδιο με τους υπερχρεωμένους οφειλέτες), φαίνεται ότι επιθυμεί ακριβώς να διασώσει επί της ουσίας την επιχείρηση πριν αυτή να εισέλθει σε καθεστώς κρίσης τέτοιας ποιοτικής έντασης, ώστε η διάσωσή της να είναι πλέον ανέφικτη και μοναδικό δρόμο να αποτελεί η διαδικασία της πτώχευσης. Αν ο νομοθέτης διέβλεπε την υπό διαβούλευση ρύθμιση ως μία ακόμη προπτωχευτική διαδικασία, αφενός μεν θα την ενέτασσε στο Ν. 3588/2007 αφετέρου δε θα επέτρεπε την παράλληλη επιλογή και των δύο διαδικασιών.

    5. Από το συνδυασμό των δύο ως άνω διατάξεων προκύπτει επομένως ότι ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αντίστοιχη λύση στο πρόβλημα των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων στο πρότυπο και σύμφωνα με τη λογική που ο νομοθέτης του Ν. 3869/2010 θέλησε να δώσει λύση στο πρόβλημα των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Προκύπτει κατά συνέπεια ότι και οι δύο ρυθμίσεις (Ν. 3869/2010 και εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων) αποτελούν η μία λογικό σύστοιχο της άλλης με διαφοροποίηση μόνο ως προς το υποκείμενο της αίτησης υπαγωγής (υπερχρεωμένοι οφειλέτες/ελεύθεροι επαγγελματίες χωρίς πτωχευτική ικανότητα – υπερχρεωμένοι επιχειρηματίες/νομικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα), αποτελώντας όμως κατά τα άλλα και οι δύο ρυθμίσεις ενιαίο ουσιαστικά νομοθετικό πλέγμα διάσωσης φυσικών και νομικών προσώπων από το πραγματικό και όχι νομικό πρόβλημα της υπερχρέωσης, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει αυτοτελώς λάβει εκρηκτικές διαστάσεις που καθιστούν απαραίτηση τη νομοθετική επέμβαση.

    6. Ως εκ τούτου, για λόγους δογματικούς αλλά και ουσιαστικούς επιβάλλεται η ενιαία αντιμετώπιση και των δύο ρυθμίσεων και, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η αξιοποίηση της πολύτιμης επταετούς εμπειρίας των Ειρηνοδικών ως προς την εκδίκαση των συγγενών αιτήσεων υπαγωγής στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και προτείνεται η ανάθεση των εν λόγω υποθέσεων στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων.

  • 22 Φεβρουαρίου 2017, 14:31 | Απόστολος Δοξάκης (Δικηγόρος)

    Σύμφωνα με την προσωπική μου άποψη, δέον όπως λάβει χώρα η διεξοδική επανεξέταση του σοβαρότατου ζητήματος της υπαγωγής των υποθέσεων του παρόντος νομοσχεδίου στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων έναντι των Πολυμελών και εν μέρει των Μονομελών Πρωτοδικείων. Τούτη η απόφαση είναι δεδομένο πως μπορεί να οδηγήσει στα κάτωθι αποτελέσματα:

    1) Ταχύτερη απονομή Δικαιοσύνης: Η αποκλειστική ενασχόληση ενός μόνο δικαστηρίου με την κάθε υπόθεση ξεχωριστά είναι αυτονόητο πως εξασφαλίζει την τάχιστη διεκπεραίωσή της, διότι ο φάκελος της υπόθεσης δεν μεταφέρεται ασκόπως «από δικαστήριο σε δικαστήριο» με τη όλη τη χρονοτριβή που αυτό συνεπάγεται. Δέον λοιπόν όπως προκριθεί η ανάθεση των υποθέσεων αυτής της φύσης αποκλειστικά στα Ειρηνοδικεία καθώς είναι αρμόδια κατά νόμο να δικάσουν τόσο κατά την εκούσια δικαιοδοσία όσο και κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς οι φάκελοι των υποθέσεων να παλινδρομούν μεταξύ διαφορετικών δικαστηρίων, δηλαδή του Πολυμελούς και του Μονομελούς Πρωτοδικείου (άρθρα 12,13). Τούτο δε είναι επιτακτικό, διότι ορθώς το παρόν νομοσχέδιο προέβλεψε και τις ταχείες εκδικάσεις μέρους των υποθέσεων κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ώστε να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν ταχύτερη εξέλιξη της διαδικασίας για ρύθμιση των εν λόγω επιχειρηματικών οφειλών και κατά συνέπεια και η επανεκκίνηση της οικονομίας.

    2) Ποιοτικότερη απονομή της δικαιοσύνης: Η επταετής συστηματική ενασχόληση και καθημερινή τριβή των ειρηνοδικών με τις υποθέσεις του ν. 3869/2010 τους έχει προσφέρει πληθώρα εξειδικευμένων γνώσεων οικονομοτεχνικής φύσεως και απόλυτη εξοικείωση με ορολογίες που χρησιμοποιούνται κατά κόρον στις υποθέσεις των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και άπτονται λογιστικών, κτηματομεσιτικών, τραπεζικών κ.λ.π. θεμάτων. Συνυπολογιζόμενης της απόλυτης ομοιότητας της φύσεως των υποθέσεων του ν. 3869/2010 με εκείνες που αφορά το παρόν νομοσχέδιο καθίσταται ηλίου φαεινότερο πως αυτό τον πλούτο των γνώσεων και της υψηλής εξειδίκευσης των Ειρηνοδικών είναι αδύνατον να τον διαθέτουν οι Πρωτοδίκες, όταν μέχρι σήμερα δεν είχαν ουδεμία ανάμειξη με τέτοιου είδους υποθέσεις. Μάλιστα την υψηλή αυτή τεχνογνωσία, η οποία επαναλαμβάνεται πως αποκτήθηκε αποκλειστικά και μόνο δια της εμπειρίας δια ζώσης, μπορούν να τη μεταλαμπαδεύσουν ευχερέστερα σε νέους συναδέλφους που θα προσληφθούν και οι οποίοι θα συμπαρίστανται στα ακροατήρια καθημερινώς.

    3) Οικονομικότερη απονομή της δικαιοσύνης: Όπως είναι γνωστό το κόστος προσφυγής στη δικαιοσύνη έχει σήμερα διογκωθεί. Τούτο δε αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για πληθώρα πολιτών, οι οποίοι δεν δύνανται να διεκδικήσουν ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων τα νόμιμα δικαιώματά τους. Είναι λοιπόν επιτακτικό να ληφθεί υπόψη πως το παρόν νομοσχέδιο απευθύνεται σε επιχειρηματίες, μη εύρωστους οικονομικά και κατακλυζόμενους από οφειλές. Για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να επιβαρυνθούν επιπλέον και με ένα δυσβάσταχτο κόστος προσφυγής στη δικαιοσύνη, κάτι το οποίο διαφαίνεται πως θα συμβεί με την υπαγωγή των εν λόγω υποθέσεων στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όπου ακόμη και οι ελάχιστες αμοιβές οι οποίες αποτυπώνονται στα γραμμάτια Προκαταβολής Εισφορών είναι σε υψηλά επίπεδα και έτι περαιτέρω σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του «πολυδάπανου» Τριμελούς Εφετείου. Και σε αυτή την περίπτωση, η υπαγωγή των υποθέσεων στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου θα αποτελούσε την ιδανικότερη και πιο συμφέρουσα για τον επιχειρηματία λύση, ικανή να ενθαρρύνει την προσφυγή στη δικαιοσύνη όσων πραγματικά έχουν ανάγκη.

  • 22 Φεβρουαρίου 2017, 13:17 | Παναγιώτης Δάτσικας (Δικηγόρος)

    Σύμφωνα με το άρθρο 2 του υπό Διαβούλευση Νομοσχεδίου «Κάθε φυσικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα και κάθε νομικό πρόσωπο το οποίο αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4172/2013 (Α’ 167) και έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, δύναται να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών…».
    Σύμφωνα με το άρθρο 12 του υπό Διαβούλευση Νομοσχεδίου «Ο οφειλέτης ή συμμετέχων πιστωτής δύναται να υποβάλλει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει έδρα ο οφειλέτης, αίτηση επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Η υπόθεση εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας.».
    Σύμφωνα με το άρθρο 14 του υπό Διαβούλευση Νομοσχεδίου «…η μη καταβολή από τον οφειλέτη προς οποιονδήποτε πιστωτή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει σε αυτόν τον πιστωτή το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της συμφωνίας ως προς όλους, καταθέτοντας αίτηση στο δικαστήριο που επικύρωσε τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών ή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο… Η αίτηση εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας.».

    Η διαδικασία όπως περιγράφεται από των συνδυασμό των διατάξεων του υπό Διαβούλευση Νομοσχεδίου παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις διαδικασίες του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) όσο και με τις διαδικασίες του Ν. 3869/2010 (Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων).
    Αμφότερες οι διαδικασίες (Ν. 3588/2007 και Ν. 3869/2010) εκδικάζονται με την διαδικασία της Εκουσίας Δικαιοδοσίας, όπως προτείνεται και στο υπό Διαβούλευση Νομοσχέδιο.
    Οι διαφορές τους όμως και οι εντεύθεν συνέπειες εντοπίζονται στο ότι ο Ν. 3869/2010 δικάζεται από τα Ειρηνοδικεία, σε Μονομελή δηλαδή σύνθεση, ενώ ο Ν. 3588/2007 από τα Πολυμελή Πρωτοδικεία, άρα σε Τριμελή σύνθεση, ενώ προηγείται και της συζήτησης η σχετική εισήγηση από τον Εισηγητή Πρόεδρο.

    Κατά την άποψη του γράφοντος, οι υποθέσεις του υπό Διαβούλευση Νομοσχεδίου δέον όπως υπαχθούν στα Ειρηνοδικεία για τους κάτωθι λόγους:
    1. Ταχύτερη απονομή Δικαιοσύνης. Η Μονομελής σύνθεση επιτρέπει στον ίδιο χρόνο να συζητούνται περισσότερες υποθέσεις παράλληλα σε σύγκριση με την καθομολογουμένη και ευρέως γνωστή χρονοβόρο διαδικασία των Πολυμελών Δικαστηρίων.
    2. Οικονομικότερη πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, μέσω των χαμηλότερων ελάχιστων αμοιβών (Γραμμάτια Προκαταβολής Εισφορών) που προβλέπονται για τις διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου σε σχέση με αυτές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.
    3. Ευκολότερη πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, λόγω του μεγάλου αριθμού Ειρηνοδικείων και την άρα τοπική εγγύτητα προς τον αιτούντα, σε σχέση με τα Πρωτοδικεία που, κατά κύριο λόγο, βρίσκονται στην πρωτεύουσα κάθε Νομού.
    4. Ύπαρξη πίνακα επιτυχόντων Ειρηνοδικών διαγωνισμού 2014, οι οποίοι έχουν αποδεδειγμένα υψηλό επιστημονικό και γνωστικό επίπεδο, εφάμιλλο των Πρωτοδικών. Η ύπαρξη του πίνακα επιτρέπει την άμεση απορρόφηση Ειρηνοδικών, χωρίς να απαιτείται προκήρυξη νέου διαγωνισμού ΕΣΔΙ.
    5. Οικονομικότερη για το Κράτος λύση, λόγω του χαμηλότερου μισθολογικού κόστους των Ειρηνοδικών συγκριτικά με τους Πρωτοδίκες και τους Προέδρους Πρωτοδικών. Σε κάθε περίπτωση, τα έσοδα του Κράτους δεν επηρεάζονται ιδιαίτερα από τη διαφορά των Γραμματίων, καθώς τα κύρια έσοδά του προέρχονται από τυχόν Παράβολα υπέρ Δημοσίου (πρβλ. παρ. 9, αρ. 5 του υπό Διαβούλευση Νομοσχεδίου όπου «Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών μπορούν να καθορίζονται και νέα δικαιολογητικά ως υποχρεωτικώς συνυποβαλλόμενα με την αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία του παρόντος νόμου έγγραφα ή και να τροποποιούνται τα δικαιολογητικά της προηγούμενης παραγράφου»).

    Τέλος, αναφορικά με τα εχέγγυα ορθής απονομής Δικαιοσύνης, σημειώνεται πως δεν προβλέπεται διαφορά ποιότητας μεταξύ αποφάσεων Ειρηνοδικείων και αποφάσεων Πρωτοδικείων, καθώς το αντικείμενο του υπό Διαβούλευση Νομοσχεδίου ομοιάζει με αυτό που ήδη έχει ανατεθεί στα Ειρηνοδικεία (Ν. 3869/2010), άρα δεν τίθεται εν αμφιβόλω η δικαιοδοτική ικανότητα των Ειρηνοδικών, δεδομένου δε ότι τα Ειρηνοδικεία έχουν αντεπεξέλθει επιτυχώς στις απαιτήσεις αυτού του Νόμου.
    Σε κάθε περίπτωση, τυχόν ένδικα μέσα –αν ψηφιστούν στο παρόν Νομοσχέδιο– κατά αποφάσεων του Ειρηνοδικείου δικάζονται είτε από αυτό (ανακοπή ερημοδικίας, αναψηλάφηση), είτε από το Μονομελές Πρωτοδικείο (έφεση), άρα πάλι απαιτείται Μονομελής σύνθεση, άρα χαμηλότερο κόστος και ταχύτητα απονομής Δικαιοσύνης. Αντίθετα, οι αποφάσεις των Πολυμελών Πρωτοδικείων γενικά προσβάλλονται ενώπιον του ιδίου (ομοίως ως άνω) ή ενώπιον των Τριμελών Εφετείων.

  • 21 Φεβρουαρίου 2017, 22:31 | Ελένη Τζουνάκου

    Στις διατάξεις του νομοσχεδίου υπάγονται τα φυσικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα, τα οποία αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία, και τα νομικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 14 αρμόδιο δικαστήριο για την επικύρωση ή την ακύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ενώ το Μονομελές Πρωτοδικείο επιμελείται ζητημάτων παράτασης ή παύσης της αναστολής του άρθρου 13 και λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατά το άρθρο 14.
    Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο μεγάλος φόρτος εργασίας των Πρωτοδικείων θέτει σε κίνδυνο την ανάγκη ταχείας διευθέτησης των υποθέσεων (προσδιορισμός δικασίμου εντός δύο μηνών και έκδοση απόφασης εντός τριών μηνών στην περίπτωση επικύρωσης της συμφωνίας) και την αρχή της οικονομίας της δίκης. Ο καταμερισμός της αρμοδιότητας μεταξύ Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου στην ίδια υπόθεση δεν εξυπηρετεί την ταχεία και αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης και τίθενται εύλογες αμφιβολίες για την επίτευξη του στόχου επανεκκίνησης της οικονομίας. Παράλληλα, το κόστος πρόσβασης στη δικαιοσύνη καθίσταται ιδιαίτερα αυξημένο, ειδικά όταν πρόκειται για πρόσωπα που αντιμετωπίζουν προβλήματα υπερχρέωσης.
    Στην παρόμοια περίπτωση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, στα πλαίσια του ν. 3869/2010, αρμόδιο ορίστηκε το Ειρηνοδικείο. Η πρόσβαση στο Ειρηνοδικείο είναι ευκολότερη, ταχύτερη και λιγότερο δαπανηρή για την άσκηση του δικονομικού δικαιώματος παράστασης του διαδίκου (Βενιέρης-Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 3η, 2016, σελ. 213). Η πολυετής ήδη εμπειρία των Δικαστικών Λειτουργών των Ειρηνοδικείων σχετικά με το ζήτημα της ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων οφειλετών πρέπει να αξιοποιηθεί και να επανεξεταστεί απ’ τους συντάκτες του η επιλεγείσα στο νομοσχέδιο αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, λαμβάνοντας υπόψη το χαμηλότερο κόστος και την παρατήρηση ότι κατά κύριο λόγο στις διατάξεις του υπάγονται φυσικά πρόσωπα και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ οι απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες τίθενται με τη δυνατότητα άσκησης έφεσης κατά της απορριπτικής απόφασης.