Κεφ 3.2 – Η αναγκαιότητα κατάρτισης μιας νέας Εθνικής Στρατηγικής

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής, είναι και θα συνεχίσουν να γίνονται όλο και πιο ποικιλόμορφες. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαβιούν περίπου 20 εκατομμύρια πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι ισοδυναμούν με το 4% του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης .
Η ανθρώπινη κινητικότητα, σε ποικίλους βαθμούς και για διάφορους λόγους, θα αποτελέσει εγγενές χαρακτηριστικό του 21ου αιώνα τόσο για την Ευρώπη όσο και παγκοσμίως, γεγονός που σημαίνει ότι η χώρα, ως χώρα υποδοχής λόγω της γεωγραφικής θέσης της, χρειάζεται όχι μόνο να εντείνει τις προσπάθειές της όσον αφορά τη διαχείριση των συνεχιζόμενων εισερχόμενων μεταναστευτικών ροών, αλλά και αναφορικά με τις πολιτικές υποδοχής και ένταξης για πολίτες τρίτων χωρών.
Αυτή η προσπάθεια ακολουθεί και τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση. Συγκεκριμένα, η Ε.Ε. έχει υποστηρίξει και συνεχίζει να υποστηρίζει τα κράτη-μέλη στις ενταξιακές τους προσπάθειες εδώ και αρκετά χρόνια. Το 2014, το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων επιβεβαίωσε εκ νέου τις Κοινές Βασικές Αρχές για την Πολιτική Ένταξης των Μεταναστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Κοινές Βασικές Αρχές καθορίζουν μια κοινή προσέγγιση για την ένταξη των πολιτών τρίτων χωρών στην Ε.E .
Επιπλέον, το 2011 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθόρισε μια ευρωπαϊκή ατζέντα για την ένταξη των πολιτών τρίτων χωρών ζητώντας μια ενισχυμένη και συνεκτική προσέγγιση της ολοκλήρωσης σε διάφορους τομείς πολιτικής και σε επίπεδο κυβέρνησης. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, πολλά κράτη-μέλη ανέπτυξαν τις δικές τους πολιτικές ένταξης ανάλογα με το εθνικό πλαίσιό τους. Σημειώνεται ότι τον Ιούνιο του 2016, υπό το φως των νέων εξελίξεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικαιροποίησε το Σχέδιο Δράσης της για την ένταξη των πολιτών τρίτων χωρών τονίζοντας εκ νέου την αναγκαιότητα μιας ολιστικής προσέγγισης στη διαχείριση του μεταναστευτικού φαινομένου σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η διασφάλιση ότι όλοι όσοι εισέρχονται δικαιωματικά και νόμιμα στην ελληνική επικράτεια, ανεξαρτήτως της διάρκειας της παραμονής τους, μπορούν να συμμετέχουν και να συνεισφέρουν, είναι καθοριστικής σημασίας για τη μελλοντική ευημερία και για τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας. Με δεδομένο ότι η συγκεκριμένη συγκυρία έρχεται τόσο σε περίοδο αφενός οικονομικής ύφεσης και, αφετέρου, της ανόδου των ξενοφοβικών και ρατσιστικών κρουσμάτων, η επιτυχής ένταξη των υπηκόων τρίτων χωρών αποτελεί ζήτημα ύψιστης σημασίας με στόχο την προάσπιση των ηθικών επιταγών και του δημοκρατικού πνεύματος που χαρακτηρίζει και διατρέχει την ελληνική Πολιτεία.
Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται, οι πολίτες τρίτων χωρών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα στην κοινωνική ένταξή τους. Ταυτόχρονα, τα πρόσφατα μέτρα που ελήφθησαν για τη βελτίωση της διαχείρισης του μεγάλου αριθμού των ατόμων που εισέρχονται στη χώρα διαμέσου της Τουρκίας, και τα οποία χρήζουν προστασίας, καθιστούν ολοένα και πιο αναγκαία την ανάπτυξη μιας αποτελεσματικής Εθνικής Στρατηγικής για την Ένταξη.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με έρευνες, οι πολίτες τρίτων χωρών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στο εκπαιδευτικό σύστημα, στην αγορά εργασίας και στην πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγαση – κάτι που ισχύει για όλη την Ευρώπη. Συνεπώς, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού σε σύγκριση με τους πολίτες των χωρών υποδοχής, ακόμη και όταν εργάζονται.
Παράλληλα, με την πρόσφατη αυξημένη, μαζική και συνεχιζόμενη ροή μεταναστών και μεταναστριών καθώς και αιτούντων και αιτουσών διεθνούς προστασίας, η ελληνική Πολιτεία καλείται να καλύψει τις άμεσες ανάγκες καθώς και την πρόσβασή τους στην υγεία, την ασφάλιση, την αγορά εργασίας και την εκπαίδευση.
Το γεγονός αυτό αποτελεί πρόκληση για την Πολιτεία και, ταυτόχρονα, μια ευκαιρία στο οικονομικό μέτωπο καθώς, σύμφωνα με στοιχεία, η φοροδοτική συνεισφορά των πολιτών τρίτων χωρών και η στήριξη των εθνικών ασφαλιστικών φορέων είναι θετική για τις χώρες υποδοχής τους, ειδικά εφόσον ενταχθούν σε αυτήν εγκαίρως, με πρώτα βήματα την είσοδό τους στο εκπαιδευτικό σύστημα και την αγορά εργασίας .
Προς επίρρωση των παραπάνω, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, σήμερα στην Ευρώπη υπάρχουν περίπου 32 συνταξιούχοι για κάθε 100 εργαζόμενους/-ες 20 έως 64 ετών. Αυτό σημαίνει ότι περίπου τρεις εργαζόμενοι/-ες αντιστοιχούν σε έναν/μία συνταξιούχο . Αυτή η αναλογία προβλέπεται να μειωθεί όμως σε δύο εργαζόμενους/-ες ανά συνταξιούχο έως τα μέσα του 21ού αιώνα.
Επιπλέον, οι ίδιες μελέτες δείχνουν ότι ο Ευρωπαϊκός Νότος συνδυάζει την πληθυσμιακή συρρίκνωση και την πληθυσμιακή γήρανση. Συγκεκριμένα στην Ελλάδα/Ευρωπαϊκό Νότο, ολοένα περισσότεροι εγκαταλείπουν την αγορά εργασίας για να βγουν στη σύνταξη, από ό,τι νέοι άνθρωποι εισέρχονται στην αγορά εργασίας ως εργαζόμενοι/-ες. Παράλληλα, εξαιτίας του χαμηλού δείκτη γονιμότητας της χώρας, αυτή η διαδικασία και το άνοιγμα της «ψαλίδας» εργαζομένων-συνταξιούχων συμβαίνει πιο γρήγορα από ό,τι σε βορειότερες χώρες. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η χώρα στο μέλλον θα έχει μεγαλύτερες δυσκολίες να χρηματοδοτήσει τα συνταξιοδοτικά συστήματα και να διατηρήσει το τωρινό επίπεδο των κοινωνικών παροχών τους. Οι μελέτες εκτιμούν ότι οι συντάξεις θα υποστούν μείωση στο μέλλον σε σχέση με τους μισθούς. Αυτό θα έχει συνέπεια να αυξηθεί ο κίνδυνος φτώχειας για τους ηλικιωμένους.
Τέλος, με βάση τις αναλύσεις της Eurostat, εκτιμάται ότι τουλάχιστον τα 2/3 των χωρών της Ευρώπης θα χρειαστούν τη συνεισφορά των μεταναστών και των μεταναστριών από μη ευρωπαϊκές χώρες για να υπάρξει δημογραφική σταθερότητα στην Ευρώπη έως το 2050.
Με άλλα λόγια, η επένδυση πόρων – εθνικών και ευρωπαϊκών – σε μια ολοκληρωμένη πολιτική ένταξης μπορεί να έχει και άμεσο θετικό αντίκτυπο στην ελληνική κοινωνία, όχι μόνο με όρους οικονομικούς αλλά και κοινωνικούς. Ταυτόχρονα, μπορεί να συμβάλλει στην μακροπρόθεσμη βελτίωση της ελληνικής κοινωνίας με ορίζοντα μια πιο ευημερούσα, συνεκτική και χωρίς αποκλεισμούς κοινωνία.
Σημειώνεται ότι οι δράσεις για την υποστήριξη της ένταξης υπηκόων τρίτων χωρών δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να αποβούν εις βάρος των μέτρων προς όφελος των πολιτών της χώρας που ανήκουν σε άλλες ευάλωτες ομάδες ή μειονότητες. Στην πραγματικότητα, η ένταξη μεταναστών/μεταναστριών, αιτούντων/αιτουσών και δικαιούχων διεθνούς προστασίας πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των προσπαθειών για τον εκσυγχρονισμό και την οικοδόμηση σύγχρονων, προοδευτικών και αποτελεσματικών πολιτικών για την κοινωνική πολιτική, την εκπαίδευση, την αγορά εργασίας, την υγεία και την ισότητα. Παράλληλα, μια ολιστική πολιτική ένταξης οφείλει να διασφαλίζει τη διατήρηση της συνοχής μιας διαπολιτισμικής και ανοιχτής κοινωνίας προκειμένου να προσφερθούν ουσιαστικές και ίσες ευκαιρίες συμμετοχής όλων σε αυτήν.
Οι παραπάνω αναγκαιότητες, συνοψίζονται σε διεθνές επίπεδο στην πρόσφατη χαρτογράφηση των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης του Ο.Η.Ε., στην οποία συμμετείχε και το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής με τα συναρμόδια Υπουργεία.
Συγκεκριμένα, από τους 17 Στόχους επιλέχθηκαν 10 Υπο-στόχοι ως συναφείς με τις αρμοδιότητες, το νομοθετικό έργο και τις δράσεις του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής. Μεταξύ αυτών, ιδίως ο Υπο-στόχος 10.2 («Έως το 2030, ενδυνάμωση και προαγωγή της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ένταξης όλων, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, αναπηρίας, φυλής, εθνικότητας, καταγωγής, θρησκείας ή οικονομικής ή άλλης κατάστασης») και ο Υπο-στόχος 10.7 («Διευκόλυνση της μεθοδικής, ασφαλούς, ομαλής και υπεύθυνης μετανάστευσης και της κινητικότητας των ανθρώπων, μέσω της εφαρμογής σχεδιασμένων και καλά διαχειριζόμενων μεταναστευτικών πολιτικών»), αποτελούν στόχους στρατηγικής σημασίας για το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής.
Ολοκληρώνοντας, υπό το πρίσμα των παραπάνω προκλήσεων και ευκαιριών, καθίσταται απαραίτητο να ενισχυθεί μια κοινή εθνική προσέγγιση σε όλους τους τομείς πολιτικής στην οποία θα εμπλέκονται όλοι οι σχετικοί φορείς, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειακών και τοπικών αρχών, των κοινωνικών εταίρων, των Διεθνών Οργανισμών καθώς και της κοινωνίας των πολιτών.

  • 14 Φεβρουαρίου 2019, 12:58 | Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Υπάρχουν αρκετά θετικά στοιχεία στην νέα Εθνική Στρατηγική για την Ένταξη όμως αν δεν βρεθεί τρόπος αυτό το σχέδιο να δεσμεύει τις επόμενες κυβερνήσεις έστω στο ελάχιστο τότε φοβόμαστε πως θα μείνει στα χαρτιά όπως τα προηγούμενα σχέδια Ένταξης.