Άρθρο 13: Πεδίο εφαρμογής

Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε κάθε σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον τούτο καταρτίζεται στην Ελλάδα ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής.

  • 19 Νοεμβρίου 2015, 23:39 | Augusto
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Θα θέλαμε όμως να τονίσουμε, ότι μας φέρνει κριτικά σκεπτόμενους η παράγραφος 2 του άρθρου 12, σύμφωνα με την οποία «οι προϋποθέσεις και η έκταση εφαρμογής των διατάξεων του εργατικού δικαίου και του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης που αφορούν συζύγους, στα μέρη του συμφώνου, ρυθμίζονται εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, μετά από πρόταση του υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης». Είναι αλήθεια ότι το εργατικό και το ασφαλιστικό δίκαιο είναι δαιδαλώδη και προφανώς η διάταξη αυτή αντικατοπτρίζει μια αίσθηση της κυβέρνησης ότι απαιτείται κάποιος χρόνος για να τσεκαριστούν οι λεπτομέρειες. Είναι επίσης θετικό ότι απαιτείται η έκδοση του προεδρικού διατάγματος εντός έξι μηνών. Παρόλα αυτά υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της αδράνειας και της αμηχανίας του κρατικού μηχανισμού απέναντι στο θεσμό του συμφώνου συμβίωσης να οδηγήσουν σε κωλυσιεργία. Μάλιστα, τα προβλήματα αυτής της καθυστέρησης δεν αφορούν μόνο τα ομόφυλα ζευγάρια (π.χ. μια έγκυος γυναίκα θα εξακολουθεί να μην μπορεί να καλύψει τη γέννα της με την ασφάλιση του συντρόφου της).
    Κατά τη γνώμη μας, εφόσον το εργατικό και το ασφαλιστικό δίκαιο εφαρμόζονται στη χώρα μας κανονικά (παρά την πολυνομία ή τις αντιφάσεις τους) δεν υπάρχει πρόβλημα άμεσης κατ’ αναλογία εφαρμογής του και στα άτομα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης: οι κρατικές υπηρεσίες γνωρίζουν ήδη τι πρέπει να κάνουν, γιατί το εφαρμόζουν καθημερινά στα άτομα που έχουν συνάψει γάμο. Σε κάθε περίπτωση, αν η κυβέρνηση επιμένει να διατηρήσει αυτή την εξάμηνη καθυστέρηση, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι αυτή δεν θα μεταβληθεί σε επ’ αόριστον αναστολή των δικαιωμάτων αυτών. Μια λύση θα ήταν να προβλέπεται πως σε περίπτωση μη έκδοσης του σχετικού προεδρικού διατάγματος εντός έξι μηνών τότε η διάταξη θα αρχίσει να ισχύει ως έχει.

  • 19 Νοεμβρίου 2015, 22:12 | Γιάννης Παπαδόπουλος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Καίριες οι παρατηρήσεις για την ανάγκη αναγνώρισης γάμων, συμφώνων συμβίωσης που έχουν συναφθεί σε άλλες χώρες και παραχώρησης άδειας παραμονής διαρκείας σε πολίτες χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης με Έλληνες. Θα μπορούσε να διατηρηθεί η διατύπωση του άρθρου 13 της πρότασης νόμου του ΣΥΡΙΖΑ του Νοεμβρίου 2013.

  • 19 Νοεμβρίου 2015, 20:11 | Χρυσαφώ Τσούκα
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Α. Ζητήματα δικαίου αλλοδαπών:
    1. Όσον αφορά τα προβλήματα της καταστάσεως αλλοδαπών που γεννώνται εν σχέσει προς το σύμφωνο συμβίωσης, θα πρέπει κατά πρώτο λόγο να παρατηρηθεί ότι τα θέματα αυτά ρυθμίζονται ήδη στο πλαίσιο του πρόσφατου Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης (ν. 4251/14) και δεν χρειάζεται κάποια ειδική ρύθμιση στο πλαίσιο του παρόντος νομοσχεδίου που άπτεται του ιδιωτικού δικαίου.
    2. Οι διατάξεις του προαναφερθέντος Κώδικα που μπορούν να τύχουν εφαρμογής είναι τα άρθρα 70, 80 και 82 και αφορούν τα θέματα της οικογενειακής επανένωσης. Αναλυτικότερα, σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 70 «Ο πολίτης τρίτης χώρας που κατοικεί νόμιμα στην Ελλάδα για διάστημα δύο ετών δικαιούται να ζητήσει, κατόπιν αίτησής του, την είσοδο και διαμονή στη χώρα των μελών της οικογένειάς του». Όπως δε διευκρινίζεται στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, «Για την άσκηση του δικαιώματος της προηγούμενης παραγράφου, ο συντηρών θα πρέπει να αποδεικνύει την οικογενειακή σχέση με τα μέλη της οικογένειάς του για τα οποία ζητεί την επανένωση στην Ελλάδα, καθώς και ότι πληροί ο ίδιος, σωρευτικά τις κάτωθι προϋποθέσεις:….». Διαπιστώνεται έτσι ότι για την εφαρμογή της ρυθμίσεως δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη η ύπαρξη γάμου. Η ρύθμιση αυτή έχει τεθεί προς εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με το ενωσιακό δίκαιο και ακριβέστερα με την οδηγία 2003/86 για το δικαίωμα της οικογενειακής επανένωσης. Στο άρθρο 4 §3 της οδηγίας αυτής. «Τα κράτη μέλη μπορούν, με νομοθετική ή κανονιστική πράξη, να επιτρέψουν την είσοδο και τη διαμονή, δυνάμει της παρούσας οδηγίας και υπό την επιφύλαξη της τήρησης των όρων που ορίζονται στο κεφάλαιο IV, του εκτός γάμου συντρόφου, υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος διατηρεί με τον συντηρούντα σταθερή σχέση μακράς διαρκείας δεόντως αποδεδειγμένη, ή του υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος συνδέεται με τον συντηρούντα με καταχωρισμένη σχέση συμβίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, καθώς και των ανήλικων άγαμων τέκνων, συμπεριλαμβανομένων των θετών τέκνων καθώς και των ενήλικων άγαμων τέκνων των προσώπων αυτών τα οποία δεν μπορούν αντικειμενικά να καλύψουν τις ανάγκες τους λόγω της κατάστασης της υγείας τους». Στην τέταρτη παράγραφο της διατάξεως αυτής προβλέπεται άλλωστε ότι «Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι οι καταχωρισμένοι σύντροφοι θα αντιμετωπίζονται σε ίση βάση με τους συζύγους, όσον αφορά την οικογενειακή επανένωση». Λόγω της γενικής αναφοράς του νόμου σε οικογενειακή σχέση, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο έλληνας νομοθέτης έκανε ακριβώς χρήση της δυνατότητας αυτής.
    3. Είναι αλήθεια ότι στο πλαίσιο του Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης δεν γίνεται ρητή αναφορά στο σύμφωνο συμβίωσης, ωστόσο η διατύπωση του προαναφερθέντος άρθρου 70 είναι τόσο γενική, ώστε να καλύπτει και τις σχέσεις αυτού του είδους. Η έκδοση σχετικής εγκυκλίου θα αρκούσε, προκειμένου να αρθεί κάθε αμφιβολία ως προς το σημείο αυτό, ειδικώς εν σχέσει προς σύμφωνα συμβίωσης που έχουν συναφθεί μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου.
    4. Οι παραπάνω σκέψεις αφορούν τις περιπτώσεις προσώπων αλλοδαπής ιθαγένειας που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης στην αλλοδαπή. Στην περίπτωση συμφώνου μεταξύ έλληνα και αλλοδαπού υπηκόου θα εφαρμόζεται το άρθρο 82 του ν. 4251/14, ενώ, όταν το σύμφωνο συνάπτεται μεταξύ αλλοδαπών στην Ελλάδα, θα εφαρμόζεται το άρθρο 80, ως προς το οποίο ανακύπτει πάντως ορισμένο πρόβλημα που χρήζει ρητής διευκρινίσεως. Πράγματι, ενώ στον υπότιτλο γίνεται λόγος για δημιουργία οικογενειακής σχέσεως στην Ελλάδα, στο κείμενο της διατάξεως αναφέρεται η σύναψη γάμου. Ως εκ τούτου κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση της συγκεκριμένης διατάξεως.
    Β. Το νομικό καθεστώς του συμφώνου συμβίωσης στο πεδίο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου:
    1. Ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύμφωνο συμβίωσης θα πρέπει πρωτίστως να επισημανθεί ότι είναι προβληματική η παράλειψη θεσπίσεως κανόνα που να ορίζει το νομικό καθεστώς συμφώνων που έχουν καταρτισθεί στην αλλοδαπή. Αν και η ρύθμιση του ν. 3719/2008 δεν είχε κριθεί ως ιδιαιτέρως επιτυχής, η απλή διαγραφή της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο πλέον κατάλληλος τρόπος για την αντιμετώπιση των σχετικών προβλημάτων. Αφήνοντας την ρύθμιση τμήματος των ζητημάτων που γεννώνται σε περίπτωση σχέσεων με στοιχεία αλλοδαπότητας στη διακριτική ευχέρεια των εφαρμοστών του δικαίου, υπάρχει ο κίνδυνος, σχέσεις αυτού του είδους δημιουργηθείσες στην αλλοδαπή να στερούνται εν τοις πράγμασι αποτελεσμάτων. Μία ανάλογη κατάσταση είναι ωστόσο εξίσου προβληματική από την άποψη της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την έλλειψη ρυθμίσεως (βλ. την απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Οκτωβρίου 2015 Oliari και λοιποί κ. Ιταλίας, αρ. προσφυγών 18766/11 and 36030/11) ή με την πρόβλεψη ότι η σύναψη συμφώνου συμβίωσης επιτρέπεται μόνον μεταξύ ετερόφυλων.
    2. Όσον αφορά το περιεχόμενο της ρυθμίσεως που θα πρέπει να έχει η διάταξη για το νομικό καθεστώς συμφώνων συμβίωσης που έχουν καταρτισθεί στην αλλοδαπή, υπάρχουν δύο δυνατές λύσεις. Η πρώτη λύση συνίσταται στην αναγνώριση των συμφώνων που καταρτίζονται σε άλλο Κράτος. Η λύση αυτή παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι δεν ελέγχεται το κύρος της σχέσεως με βάση τον κανόνα περί του εφαρμοστέου δικαίου που ισχύει στο forum – αρκεί το γεγονός ότι η σχέση αυτή έχει εγκύρως δημιουργηθεί στην αλλοδαπή. Η μέθοδος αυτή συζητείται έντονα κατά τα τελευταία χρόνια και μάλιστα στο πλαίσιο της Ε.Ε. (ως λύση που επιβάλλεται από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των ευρωπαίων πολιτών και την ευρωπαϊκή ιθαγένεια). Η εφαρμογή, ωστόσο, της μεθόδου της αναγνώρισης δεν είναι απλή, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να καθορισθούν οι προϋποθέσεις της αναγνώρισης του συμφώνου συμβίωσης καθώς και τα αποτελέσματα αυτής.
    3. Ως προς την εφαρμογή της μεθόδου της αναγνώρισης εν σχέσει προς το σύμφωνο συμβίωσης και τη νομική της βάση θα πρέπει θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι η εφαρμογή του άρθρου 780 ΚΠολΔ δεν είναι δυνατή. Πρώτον, διότι αναλόγως της νομοθεσίας του Κράτους καταρτίσεως του συμφώνου, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο, η παρέμβαση ενός διοικητικού ή άλλου δημοσίου οργάνου να μην έχει διαπλαστικό χαρακτήρα. Δεύτερον, διότι δεν θα τίθεται πάντοτε θέμα καταχωρήσεως του «αλλοδαπού» συμφώνου στα ελληνικά ληξιαρχικά βιβλία, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν ενδιαφέρει το καθεστώς της σχέσεως από την άποψη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Π.χ. στην περίπτωση συνάψεως συμφώνου συμβιώσεως στην αλλοδαπή μεταξύ δύο προσώπων αλλοδαπής ιθαγένειας η σχέση δεν χρειάζεται να καταχωρηθεί στα ελληνικά ληξιαρχεία. Δεν αποκλείεται όμως τα πρόσωπα για τα οποία πρόκειται να αναπτύξουν στην συνέχεια κάποια σχέση με την Ελλάδα και στο πλαίσιο αυτό να τεθεί το θέμα του κύρους του συμφώνου συμβιώσεως που έχουν συνάψει. Τρίτον, και σημαντικότερον, διότι δεν υπάρχουν οι όροι που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 780 ΚΠολΔ. Πράγματι, στο πλαίσιο της διατάξεως αυτής προβλέπεται ο έλεγχος του δικαίου που έχει εφαρμοσθεί από την αλλοδαπή Αρχή με βάση τον σχετικό κανόνα συγκρούσεως της Ελλάδος. Δηλαδή η αλλοδαπή Αρχή θα πρέπει να έχει εφαρμόσει το δίκαιο που είναι εφαρμοστέο με βάση το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Όμως, ακριβώς, το ελληνικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει τέτοια ρύθμιση. Αυτό εξάλλου έχει σημασία και ως προς τον έλεγχο της διεθνούς δικαιοδοσίας της αλλοδαπής Αρχής: αυτή θα πρέπει να είχε διεθνή δικαιοδοσία με βάση τους κανόνες δικονομικού διεθνούς δικαίου του Κράτους, το δίκαιο του οποίου είναι εφαρμοστέο με βάση το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Τέλος, όπως επισημαίνεται, η αναγνώριση αφορά την τυπική ισχύ της αλλοδαπής σχέσεως και όχι τα αποτελέσματα αυτής. Επομένως ως προς τα αποτελέσματα υπάρχει ανάγκη θεσπίσεως σχετικού κανόνα. Είναι δε αναγκαία η σχετική πρόβλεψη, καθώς σε θεωρητικό επίπεδο, υπάρχει η δυνατότητα, η αναγνώριση να αφορά όχι μόνον την ύπαρξη και το κύρος του συμφώνου συμβιώσεως αλλά και τα αποτελέσματα αυτού• δηλαδή τις σχέσεις μεταξύ των συντρόφων ή τις σχέσεις γονέων και τέκνων.
    4. Εάν η ελληνική έννομη τάξη θέλει, πράγματι, να υιοθετήσει την μέθοδο της αναγνωρίσεως ως προς το σύμφωνο συμβιώσεως, είναι σκοπιμότερο να υπογράψει και να κυρώσει την Σύμβαση αρ. 32 της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Καταστάσεως (Commission Internationale de l’Etat Civil) της 5ης Σεπτεμβρίου 2007 σχετικά με την αναγνώριση σχέσεων καταχωρημένης συμβιώσεως (http://www.ciec1.org/WD190AWP/WD190Awp.exe/CONNECT/SiteCIEC?_WWREFERER_=http%3A%2F%2Fwww.ciec1.org%2F&_WWNATION_=5). Στο πλαίσιο αυτό ορίζονται οι προϋποθέσεις αλλά και τα αποτελέσματα της αναγνωρίσεως, είναι δε πρακτικώς ενδιαφέρον το γεγονός ότι η Σύμβαση εφαρμόζεται προκειμένου για κάθε σύμφωνο που έχει καταρτισθεί στην αλλοδαπή, έστω κι αν το Κράτος όπου έχει συναφθεί το σύμφωνο δεν είναι συμβαλλόμενο Κράτος.
    5. Σε περίπτωση που δεν προτιμηθεί η μέθοδος της αναγνωρίσεως, θα πρέπει να υιοθετηθεί ένας κανόνας περί του εφαρμοστέου δικαίου στο σύμφωνο συμβιώσεως που έχει συναφθεί στην αλλοδαπή, και δη όσον αφορά τόσο την ύπαρξη και το κύρος της σχέσεως όσο και τα αποτελέσματα αυτής. Σε αρκετές νομοθεσίες προβλέπεται η εφαρμογή του δικαίου του Κράτους της Αρχής ενώπιον της οποίας συνήφθη το σύμφωνο [βλ. την λύση του γερμανικού ιδ.δ.δ. (άρθρο 17b EGBGB) και του γαλλικού δικαίου (άρθρο 515-7-1 Code civil]. Δικαιολογητική βάση της λύσεως αυτής είναι το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος θεσμός είναι σχετικώς «νέος», ρυθμίζεται δε κατά τρόπο διαφορετικό στο πλαίσιο των διαφόρων εννόμων τάξεων. Έτσι, η εφαρμογή ενός άλλου δικαίου (και όχι του Κράτους καταρτίσεως του συμφώνου) υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει σε άτοπα αποτελέσματα. Για τον ίδιο λόγο, το δίκαιο του τόπου καταρτίσεως εφαρμόζεται και όσον αφορά την λύση του συμφώνου συμβιώσεως.
    6. Όμως και η λύση αυτή χρήζει διευκρινίσεως, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να διευκρινισθεί το εύρος του πεδίου εφαρμογής της• το κατά πόσο δηλαδή το κατά τα ανωτέρω εφαρμοστέο δίκαιο καταλαμβάνει και τις σχέσεις που δημιουργούνται λόγω του συμφώνου συμβιώσεως. Η λύση που προκρίνεται από τη γερμανική νομοθεσία είναι, το σύμφωνο να παράγει τα αποτελέσματα που του αναγνωρίζονται από το αλλοδαπό δίκαιο (του τόπου καταρτίσεως), συγχρόνως όμως τίθεται μία ασφαλιστική δικλείδα: το «αλλοδαπό» σύμφωνο δεν μπορεί πάντως να παράγει περισσότερα αποτελέσματα από αυτά που προβλέπονται από το γερμανικό ουσιαστικό δίκαιο.
    7. Η λύση αυτή θα μπορούσε να εφαρμοσθεί και στην Ελλάδα. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, όσον αφορά τα αποτελέσματα του συμφώνου συμβιώσεως, η συζήτηση αυτή στερείται, σε μεγάλο βαθμό, σημασίας, καθώς υπάρχουν ενωσιακοί Κανονισμοί που εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της πηγής της ρυθμιζόμενης σχέσεως. Πρόκειται για τους Κανονισμούς 4/2009 για τις διατροφές και 650/2012 για την κληρονομική διαδοχή (στο άρθρο 23 του Κανονισμού αυτού ορίζεται ότι στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου που διέπει την κληρονομική διαδοχή εμπίπτει μεταξύ άλλων, και ο καθορισμός των δικαιούχων, της κληρονομικής μερίδας που τους αναλογεί και των υποχρεώσεων που πιθανώς τους έχει επιβάλει ο θανών, καθώς και τον καθορισμό των υπόλοιπων κληρονομικών δικαιωμάτων, περιλαμβανομένων των κληρονομικών δικαιωμάτων του επιζώντος συζύγου ή συντρόφου). Σύντομα, άλλωστε, αναμένεται η θέσπιση Κανονισμού για τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων. Εκτός του πεδίου της ενωσιακής νομοθεσίας βρίσκεται, ως εκ τούτου, το ζήτημα της γονικής μέριμνας. Ως προς το θέμα αυτό χρειάζεται επομένως η θέσπιση διατάξεως. Η προαναφερθείσα λύση (εφαρμογή του δικαίου του τόπου καταρτίσεως) είναι προτιμότερη. Και τούτο διότι ενώ στο πεδίο του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου τα τέκνα εξομοιώνονται με τέκνα γεννημένα σε γάμο, στο πεδίο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου υπάρχει χωριστή ρύθμιση για τα τέκνα που έχουν γεννηθεί εκτός γάμου. Έτσι η εφαρμογή επί του προκειμένου των άρθρων … θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαφορετική μεταχείριση των συγκεκριμένων τέκνων, παρά το γεγονός ότι ο νομοθέτης δεν θέλησε τη διάκριση αυτή. Έτσι η εφαρμογή του δικαίου του τόπου καταρτίσεως του συμφώνου φαίνεται περισσότερο σκόπιμη, εάν δε οδηγεί σε αποτελέσματα που δεν συμβιβάζονται με τις θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής εννόμου τάξεως, υπάρχει πάντοτε η επιφύλαξη της δημοσίας τάξεως (ΑΚ 33).
    Χρυσαφώ Τσούκα
    Αναπληρώτρια καθηγήτρια ιδιωτικού διεθνούς δικαίου
    της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

  • 19 Νοεμβρίου 2015, 20:22 | Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Στο «Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε κάθε σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον τούτο καταρτίζεται στην Ελλάδα ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής» να προστεθεί «ή έχει καταχωρηθεί στο Ειδικό Ληξιαρχείο του Υπουργείου Εσωτερικών».

  • 19 Νοεμβρίου 2015, 14:27 | Nektarios Δεληγιάννης
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ στο σύμφωνο συμβίωσης ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΟΥ!!!!! Δυστυχώς για εσάς ΔΕΝ είναι μόνο νομικό το θέμα άλλα και Πνευματικό,…!!!
    ΝΑΙ στο ΙΕΡΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ.

  • 15 Νοεμβρίου 2015, 16:32 | Θεοφόρος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΟΧΙ

  • 13 Νοεμβρίου 2015, 03:12 | Γεώργιος-Χαράλαμπος Κατρακίλης
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Αυτό υπάρχει στο σύνολο της Ελληνικής νομοθεσίας καί είναι τυπικόν. Ο λόγος υπάρξεώς του, είναι ότι καθώς η Ελλάδα περιοδικώς ενετάχθη σε ποικίλους διεθνείς οργανισμούς εκ των οποίων απεχώρησεν, προφανώς δεν υπάρχει λόγος να γραφεί «εντός του/της…διεθνούς οργανισμού εντός του οποίου η Ελλάδα μετέχει», καθώς ανά πάσαν στιγμήν αυτό μεταβάλλεται στις διακρατικές σχέσεις. Άρα, θα το δεχθείτε διότι δεν γίνεται αλλιώς.
    Σκεφθείτε λόγου χάριν, την περίοδον 1.974-1.980μ.α.χ.χ. όταν η Ελλάδα ως κράτος απεχώρησεν του στρατιωτικού σκέλους εκ του Οργανισμού Βορείου Ατλαντικού Συμφώνου ή άλλως πως «ΝΑΤΟ» μετέχουσα μόνον επί του πολιτικού σκέλους καί την Γαλλίαν αποχωρήσασαν το 1.967μ.α.χ.χ. εκ του πολιτικού σκέλους του ιδίου διεθνούς οργανισμού, μετέχουσαν μόνον επί του στρατιωτικού σκέλους, κατά την περίοδον 1.967-2.008μ.α.χ.χ. Επομένως, υπάρχουν καί τέτοια θέματα, προφανώς όλως ανεξάρτητα καί υπέρτερα των επιθυμιών διαφόρων ανθρώπων.-

  • 12 Νοεμβρίου 2015, 14:08 | Στελλα
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Συμφωνώ με τον Ευαγγέλου Μιχαήλ.

  • 12 Νοεμβρίου 2015, 03:30 | Κωνσταντίνος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Ελπίζω ότι οι όροι του άρθρου που αφορουν τον τόπο σύναψης του συμφωνου να είναι και οι μοναδικές προυποθέσεις για την νομιμότητα της πράξης.
    Σε άλλη περίπτωση που θα τίθεται ως συνπρουπόθεση η ελληνική ιθαγένεια, αυτό θα είναι εκτός απο ευρωπαική προτοτυπία και διάκριση σε βάρος εκείνων που βρίσκονται σε ελευθερη συμβίωση με αλλοδαπους πολίτες.

  • 11 Νοεμβρίου 2015, 23:39 | Travel Caterpillar
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Υποχρεωτικά 8α πρέπει να δίνετε αδεια παραμονης σε πολιτες τριτων χωρων που συναπτουν σκεχη και συμφωνο με ελλινες πολίτεσ στην ελλαδα.
    Αυτο γίνετε για τα ετεροφυλα ζευγαρια που παντευονται και το συμφωνο συμβιωσης δεν θα πρεπει να ειναι κατωτερο του γαμου στα υπολοιπα ανθρωπινα δικαιοματα οπωσ αυτο με τισ αδειεσ παραμονης. Θα μπορουσαν να μουν με ειδικη ητρα οταν λυνετε το συμφωνο να ανακαλουντε εκτοσ και αν το ατομο απο τριτη χωρα εχει εκπλιρωσει συγκεκριμενες προυποθεσεισ για να κανει αιτηση υποικοτητας.

  • 11 Νοεμβρίου 2015, 19:00 | Γρηγόριος Γιάκας μέλος Ν.Σ.Κ.
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Στη διάταξη του άρθρου αυτού θα πρέπει να προστεθεί και η φράση «Για σύμφωνα που δεν έχουν συναφθεί στην Ελλάδα εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 905 παρ. 4 ΚΠολΔ. Η σχετική απόφαση της εκουσίας δικαιοδοσίας με την οποία κηρύσσονται εκτελεστά και στην ελληνική επικράτεια σύμφωνα συμβίωσης που έχουν συναφθεί στο εξωτερικό καταχωρείται στο ειδικό βιβλίο του ληξιαρχείου του τόπου κατοικίας των συμφωνούντων – συζύγων ενηλίκων και η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου της απόφασης στο ειδικό βιβλίο».

    Οι λόγοι για την προσθήκη αυτή είναι οι εξής :
    Με τη διάταξη του άρθρου 780 ΚΠολΔ ορίζεται ότι απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας αλλοδαπού δικαστηρίου έχει στην ημεδαπή χωρίς άλλη διαδικασία την ισχύ που αναγνωρίζει σε αυτή το δίκαιο του Κράτους του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, εφόσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) να εφαρμόστηκε από το αλλοδαπό Δικαστήριο ως προς την ουσία της διαφοράς, το ουσιαστικό δίκαιο
    εκείνης της χώρας, που κατά το ελληνικό διεθνές ιδιωτικό δίκαιο έπρεπε να εφαρμοστεί, 2) να εκδόθηκε από δικαστήριο που είχε διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με τους κανόνες διεθνούς δικονομικού δικαίου της χώρας εκείνης, της οποίας ουσιαστικού δικαίου κανόνες έπρεπε να εφαρμοστούν κατά το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο σύμφωνα με την πρώτη προϋπόθεση. Ενόψει του ειδικότερου αυτού προσδιορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας στις αλλοδαπές αποφάσεις εκούσιας δικαιοδοσίας δεν εφαρμόζεται το άρθρο 323 αρ. 2 ΚΠολΔ και 3) να μην αντίκειται η αλλοδαπή-απόφαση στη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, όπως οι έννοιες αυτές χρησιμοποιούνται στις διατάξεις των άρθρων 323 αρ. 5, 903 αρ. 6 και 905 αρ. 2 και 3 ΚΠολΔ (βλ.Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα «Ερμηνεία ΚΠολΔ», άρθρο 780, παρ. 7 επ., σελ. 1139). Από την άνω
    διάταξη συνάγεται σαφώς ότι η αλλοδαπή απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας αναγνωρίζεται από τα Ελληνικά δικαστήρια ότι έχει ισχύ στην Ελλάδα εφόσον διαπιστωθεί, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άνω άρθρου και μόνο όταν πρόκειται με βάση αυτή να γίνει εκτέλεση στην Ελλάδα (αν είναι δεκτική εκτέλεσης) ή να ζητηθεί η συνδρομή της, Ελληνικής δημόσιας αρχής για συγκεκριμένη ενέργεια (π.χ, καταχώρηση αλλοδαπής απόφασης, στα ημεδαπά ληξιαρχικά βιβλία κ.λ.π). Με την αναγνώρισή της η αλλοδαπή απόφαση αναπτύσσει στην ημεδαπή την ισχύ που της προσδίδεται στο κράτος προελεύσεως. Με τον όρο «ισχύς» νοείται η τυπική ισχύς της αλλοδαπής αποφάσεως και όχι τα ουσιαστικά της αποτελέσματα, τα οποία καθορίζονται αυτοτελώς κατά το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο» (ΕφΠατρ 1036/1984 ΕλλΔνη 1985.284, Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα «Ερμηνεία ΚΠολΔ» υπό άρθρο 780, παρ. 2 σελ. 1538).
    Περαιτέρω, οι αποφάσεις που εκδίδονται, επί υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας στερούνται εκτελεστότητας και κατά κανόνα δεν παράγουν ουσιαστικό δεδικασμένο, ως ισχύς των αποφάσεων αυτών, η οποία (ισχύς) κατά την προαναφερόμενη ειδική διάταξη αναγνωρίζεται αυτοδίκαια στην ημεδαπή έννομη τάξη, νοείται κυρίως η διαπλαστική ή διαπιστωτική ενέργεια που οι αποφάσεις αυτές αναπτύσσουν, η οποία διαμέσου των ρυθμίσεων ταυ ουσιαστικού δικαίου διαμορφώνει ή κατοχυρώνει την υπόσταση ή το περιεχόμενο ορισμένης έννομης σχέσης ή κατάστασης. Ενόψει της ειδικότερης αυτής λειτουργίας των αποφάσεων που κρίνουν επί υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, η ισχύς των εννόμων συνεπειών τους στην ημεδαπή έννομη τάξη κατ` αρχάς εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 780 στοιχ. 1 ΚΠολΔ, από τη δυνατότητα επίκλησης στην Ελλάδα των εννόμων συνεπειών που προβλέπονται από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που υποδεικνύονται ως εφαρμοστέοι στη συγκεκριμένη έννομη σχέση από το Ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Συνακόλουθα, στις περιπτώσεις που, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου αυτού, η ύπαρξη υφιστάμενης έννομης σχέσης που αφορά στην προσωπική κατάσταση προϋποθέτει την έκδοση διαπλαστικής πράξης ύστερα από δήλωση του
    ενδιαφερομένου ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, η διαπλαστική ενέργεια της πράξεως αυτής αναγνωρίζεται αυτοδικαίως στην Ελλάδα, με την επιφύλαξη ότι η θεμελιούμενη στην αναγνώριση αυτή επίκληση των εννόμων συνεπειών της ανωτέρω πράξεως δεν θίγει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 905 παρ.4 ΚΠολΔ, οι διατάξεις περί κήρυξης της
    εκτελεστότητας αλλοδαπών τίτλων εφαρμόζονται και για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση. Αν και κατά τη γραμματική διατύπωση απαιτείται απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου, τελεολογικώς ερμηνευόμενη, η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή σε κάθε πράξη αρμοδία οργάνου αλλοδαπής Πολιτείας, που κατά το εκεί ισχύον δίκαιο ρυθμίζει θέματα αναφερόμενα στην προσωπική κατάσταση, τα οποία στην
    Ελλάδα ρυθμίζονται αποκλειστικώς με δικαστική απόφαση (ΜΠΣερ 92/2013,ΜΠρθεσ 10946/2001 Αρμ.2002,1357, ΜΠρΘεσ 6839/1994 Αρμ. 1995.508, ΜΠρΘεσ 11319/1994 Αρμ.1995.60, ΜΠρΑθ 1801/1983 ΕλλΔνη 24.1097, με τις εκεί παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία, Γνωμοδότηση Νομικού Συμβουλίου του Κράτους υπ` αριθ. 285/17-5-1993).
    Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η ύπαρξη έννομης σχέσης που αφορά στην προσωπική κατάσταση προϋποθέτει την έκδοση διαπλαστικής πράξης ύστερα από δήλωση του ενδιαφερομένου ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου και το σύμφωνο συμβίωσης που έχει συναφθεί στο εξωτερικό αποτελεί πράξη αρμοδία οργάνου αλλοδαπής Πολιτείας, που κατά το εκεί ισχύον δίκαιο ρυθμίζει θέματα αναφερόμενα στην προσωπική κατάσταση, η διαπλαστική ενέργεια της πράξεως αυτής αναγνωρίζεται αυτοδικαίως στην Ελλάδα, με την επιφύλαξη ότι η θεμελιούμενη στην αναγνώριση αυτή επίκληση των εννόμων συνεπειών της ανωτέρω πράξεως δεν θίγει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη.Η προσθήκη της ανωτέρω φράσης στην προτεινόμενη ρύθμιση θα διευκολύνει ζευγάρια (ομόφυλα ή ετερόφυλα) που έχουν ήδη συνάψει σύμφωνα στο εξωτερικό να προσφύγουν στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και να καταχωρήσουν τη σχετική απόφαση της εκουσίας δικαιοδοσίας στο ειδικό βιβλίο του ληξιαρχείου κατοχυρώνοντας με τον τρόπο αυτό την υπόσταση και το περιεχόμενο της συμφωνίας τους.

  • 10 Νοεμβρίου 2015, 17:38 | Ειρήνη Πετροπούλου
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Συμφωνούμε απολύτως με το σχόλιο του κ Ευαγγέλου Μιχαήλ και προσθέτουμε το εξής:

    Το άρθρο δείχνει ν’ αγνοεί επιτακτικά περιπτώσεις ζευγαριών του ίδιου φύλου που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ή έχουν τελέσει πολιτικό γάμο σε άλλη χώρα, εν αντιθέσει με τα παντρεμένα ετερόφυλα ζευγάρια ο γάμος των οποίων αναγνωρίζεται ΠΑΝΤΟΥ και χωρίς κανένα πρόβλημα.

    Εν ολίγοις, ζευγάρι που έχει τελέσει γάμο σε Αγγλία ή Καναδά θα είναι υποχρεωμένο να συνάψει το κατώτερο ελληνικό σύμφωνο συμβίωσης αν για κάποιο λόγο θελήσει να εγκατασταθεί στην Ελλάδα; Αν έχουν ήδη παιδιά, πώς αυτά προστατεύονται;

    Οι υπήκοοι τρίτων χωρών υπόκεινται στο καθεστώς που ισχύει σήμερα. Δηλαδή, ο πολίτης τρίτης χώρας που συνάπτει σύμφωνο συμβίωσης με έλληνα ή ελληνίδα παίρνει άδεια παραμονής για έναν χρόνο και δεν αναφέρεται πουθενά αν αυτή η άδεια θα; ανανεωθεί ή αν μπορεί να ισχύσει επ’ αόριστον.Ωστόσο, δεν λαμβάνεται υπόψη η ανασφάλεια που μπορεί να δημιουργηθεί στο ζευγάρι και σαφώς το Ελληνικό Κράτος δεν δείχνει την δέουσα ευαισθησία στην περίπτωση όπου το ζευγάρι αποκτήσει παιδί. Όλα άπτονται στις βουλές και τις αρμοδιότητες του Υφυπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής.

    Πετροπούλου Ειρήνη
    Αντιπρόεδρος
    Οικογένειες Ουράνιο Τόξο

  • 10 Νοεμβρίου 2015, 03:47 | Πάνος Δούρος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Ακριβώς.Μάλιστα ο σύντροφος μου είναι αλλοδαπός.Είναι ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟ αυτή η ρύθμιση να δίνει τα ίδια δικαιώματα με τα αντίστοιχα που έχουν τα ετερόφυλα bi-national ζευγάρια.ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΤΑΤΟ

  • 9 Νοεμβρίου 2015, 21:50 | ΗΛΙΑΣ Η.
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Συμφωνώ απόλυτα με τον Μ. Ευαγγέλου.

    Θα πρέπει να υπάρχει ρητή αναφορά στην παροχή άδειας παραμονής σε αλλοδαπούς που θα συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης με Έλληνες πολίτες γιατί διαφορετικά δεν υπάρχει δυνατότητα συμβίωσης στην Ελλάδα με πολίτες τρίτων χωρών.

  • 9 Νοεμβρίου 2015, 11:02 | Ευαγγέλου Μιχαήλ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Τον Νοέμβριο 2013, η πρόταση νόμου που είχε καταθέσει ο Σύριζα στη Βουλή περιελάμβανε τα εξής στο άρθρο 13:

    «Οι συμβληθέντες στο σύμφωνο συμβίωσης έχουν δικαίωμα στη χορήγηση άδειας διαμονής ως σύντροφοι συμβιούντες με Έλληνα πολίτη, πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή νομίμως διαμένοντα αλλοδαπό, με ανάλογη εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων για τους έγγαμους συντρόφους. Οι αρμόδιοι για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων φορείς, υποχρεούνται στην ίση και απολύτως ισότιμη μεταχείριση των προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης με τα πρόσωπα που έχουν τελέσει γάμο.»

    Στο σημερινό νομοσχέδιο το συγκεκριμένο άρθρο εξαλείφεται εντελώς και δεν υπάρχει απολύτως καμία πρόβλεψη για τη νόμιμη παραμονή στη χώρα αλλοδαπών που είναι σύντροφοι Ελλήνων πολιτών. Δε αντιλαμβάνομαι για ποιον λόγο το παρόν νομοσχέδιο δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη που να αναφέρεται ρητά στη χορήγηση άδειας διαμονής σε αλλοδαπούς συντρόφους Ελλήνων υπηκόων.