ΜΕΡΟΣ Β’ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΝ ΕΝΔΟΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ  ΜΕΡΟΣ Β’ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΝ ΕΝΔΟΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ  (άρθρα 686-726)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ Β΄

 

Άρθρο 686

Σκοπός

Σκοπός του Μέρους Β’ του Βιβλίου Πέμπτου του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου άσκησης εποπτείας των δήμων και των περιφερειών, καθώς και των νομικών προσώπων τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., στις πράξεις και στα όργανα διοίκησής τους. Το πλαίσιο αυτό έχει ταυτόχρονα πολλαπλούς αποδέκτες, καθώς παρέχει όχι μόνο ένα απαραίτητο εργαλείο στα αιρετά όργανα διοίκησης για την νόμιμη άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, καθώς περιγράφει διεξοδικά το περιεχόμενο του ελέγχου νομιμότητας και τις διαδικασίες άσκησης του ελέγχου, αλλά παράλληλα αποτελεί οδηγό στα ελεγκτικά όργανα για την ορθή άσκηση του ελέγχου νομιμότητας και μέσο ενημέρωσης του διοικουμένου για τις δυνατότητες που έχει προς προάσπιση των συμφερόντων του. Το παρόν Μέρος επιπλέον, εξειδικεύοντας την επιταγή του Συντάγματος για την αμερόληπτη επιβολή πειθαρχικών ποινών και διοικητικών μέτρων στα αιρετά όργανα διοίκησης, διαμορφώνει ένα πλήρες πειθαρχικό δίκαιο και θεσμοθετεί ένα πειθαρχικό συμβούλιο που εξασφαλίζουν ορθή, δίκαιη και αντικειμενική εφαρμογή του νόμου.

 

Άρθρο 687

Αντικείμενο

Αντικείμενο του Μέρους Β’ του Βιβλίου Πέμπτου του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι η οριοθέτηση:

α) του περιεχομένου του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί η Υπηρεσία Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και των κατηγοριών πράξεων που υπόκεινται σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας,

β) των προϋποθέσεων και της διαδικασίας άσκησης της ειδικής διοικητικής προσφυγής για τον έλεγχο νομιμότητας,

γ) των προϋποθέσεων της κατ’ εξαίρεση άσκησης αυτεπάγγελτου ελέγχου νομιμότητας για λόγους δημοσίου συμφέροντος,

δ) του θεσμικού πλαισίου αναζήτησης πειθαρχικής ευθύνης και επιβολής πειθαρχικών ποινών στα πρόσωπα της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης,

ε) των περιπτώσεων και της διαδικασίας επιβολής των διοικητικών μέτρων της αργίας και της έκπτωσης και

στ) των περιπτώσεων και της διαδικασίας επιβολής της ποινής της παύσης.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΣΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΝ ΕΝΔΟΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

 

Άρθρο 688

Περιεχόμενο ελέγχου νομιμότητας

  1. Ο έλεγχος νομιμότητας ασκείται σε εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας των δήμων, των περιφερειών και των νομικών προσώπων τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την επιφύλαξη των πράξεων του άρθρου 689, περί κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο, οι οποίες ελέγχονται υποχρεωτικά ανεξαρτήτως της εκτελεστότητας των πράξεων.
  2. Κατά την άσκηση του ελέγχου νομιμότητας των πράξεων εξετάζονται:

α) Οι όροι της εξωτερικής νομιμότητας της πράξης, ως προς την αρμοδιότητα του οργάνου και τη διαδικασία έκδοσης της πράξης,

β) η εσωτερική νομιμότητα της πράξης, ως προς:

βα) τη συμμόρφωση με το ισχύον νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, την ορθή νομική υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκε το όργανο για να εκδώσει την πράξη,

ββ) την πλήρη αιτιολογία, εφόσον απαιτείται,

βγ) την υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του οργάνου, και

γ) την κατάχρηση εξουσίας.

  1. Ο έλεγχος νομιμότητας δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση του οργάνου, ούτε να υπεισέρχεται σε κρίσεις για τη σκοπιμότητά της ή να θίγει τη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των δήμων, των περιφερειών και των νομικών προσώπων αυτών.

 

Άρθρο 689

Κατηγορίες πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας

  1. Στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας εμπίπτουν αποκλειστικά οι ακόλουθες κατηγορίες πράξεων των δήμων και των περιφερειών, καθώς και των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου του άρθρου 187, εφόσον αφορούν:

α) Στον προϋπολογισμό τους και τις αναμορφώσεις αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 370, περί ελέγχου του προϋπολογισμού, καθώς και την ισοσκέλιση των ανταποδοτικών υπηρεσιών των άρθρων 376, περί ισοσκέλισης των ανταποδοτικών υπηρεσιών και 377, περί ισοσκέλισης ανταποδοτικών υπηρεσιών μικρών δήμων,

β) σε κανονιστικές πράξεις για την επιβολή τελών και εισφορών, σύμφωνα με το άρθρο 385, περί επιβολής τελών και εισφορών,

γ) στις κανονιστικές πράξεις για:

γα) την προστασία του φυσικού, αρχιτεκτονικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος των θαλασσών από πηγές ξηράς και των υπόγειων και επίγειων υδάτινων αποθεμάτων από τη ρύπανση,

γβ) την αναβάθμιση της αισθητικής των πόλεων και των οικισμών, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαίτερα τη διατήρηση και την ανάδειξη των παραδοσιακών, ιστορικών και τουριστικών περιοχών,

γγ) την προστασία της υγείας των κατοίκων από οχλούσες δραστηριότητες,

γδ) τους όρους λειτουργίας επιχειρήσεων σχετικά με την προσωρινή αποθήκευση και τη διάθεση των απορριμμάτων τους, με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας αποκομιδής τους,

γε) τον τρόπο εφαρμογής των αναγκαίων, κατά περίπτωση, μέτρων για την πρόληψη και αντιμετώπιση πυρκαγιών σε κοινόχρηστους χώρους και ιδιαίτερα στους χώρους διάθεσης των απορριμμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές πυροσβεστικές και πολεοδομικές διατάξεις,

γστ) τον προσδιορισμό, στο πλαίσιο της Αστυνομικής Διάταξης υπ’ αρ. 3/8.1.1996 (Β΄ 15, διορθ. σφαλμ. Β’ 109/22.2.1996), περί μέτρων για την τήρηση της κοινής ησυχίας, των όρων και των ωρών λειτουργίας μουσικής σε καταστήματα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες και την προστασία των κατοίκων από την ηχορύπανση,

γζ) τον καθορισμό των όρων και των προϋποθέσεων για τη χρήση αλσών, κήπων, πλατειών, παιδικών χαρών και των λοιπών κοινόχρηστων χώρων,

γη) τον καθορισμό των όρων και των προϋποθέσεων για τη χρήση και λειτουργία των συστημάτων ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης,

γθ) τον καθορισμό των όρων και των προϋποθέσεων για τη λειτουργία των δημοτικών κατοικιών, θερέτρων, κατασκηνώσεων και τουριστικών εγκαταστάσεων,

γι) την ίδρυση, κατάργηση, μετακίνηση, επέκταση και χωροθέτηση των λαϊκών αγορών, καθώς και την έκδοση του κανονισμού λειτουργίας τους,

για) τον προσδιορισμό θέσεων άσκησης στάσιμου υπαίθριου εμπορίου,

γιβ) τον καθορισμό κοινόχρηστων χώρων, στους οποίους επιτρέπεται να τοποθετούνται ειδικά διαμορφωμένα πλαίσια για την προβολή των διαφημίσεων,

γιγ) την ίδρυση και λειτουργία των νεκροταφείων,

γιδ) τη λειτουργία δομών αστέγων,

γιε) τη λειτουργία – χρήση και διάθεση αθλητικών εγκαταστάσεων,

γιστ) την καθαριότητα, σύμφωνα με το άρθρο 65 του ν. 4819/2021 (Α΄129), περί του κανονισμού καθαριότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α’ βαθμού,

γιζ) το Τοπικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 56 του ν. 4819/2021,

γιη) τη διαχείριση ζώων συντροφιάς, σύμφωνα με τις παρ. 3, 5 και 14 του άρθρου 45 του ν. 4830/2021 (Α’ 169),

γκ) το Δημοτικό Σχέδιο Μείωσης Εκπομπών (ΔηΣΜΕ), σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 4936/2022 (Α’ 105), περί των Δημοτικών Σχεδίων Μείωσης Εκπομπών,

γκα) την ύδρευση και άρδευση, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3199/2003 (Α’ 280), περί της ανάκτησης του κόστους των υπηρεσιών ύδατος,

γκβ) το Γενικό Σχέδιο Υπηρεσιών Ύδατος (Γ.Σ.Υ.Υ.), σύμφωνα με το άρθρο 35 του ν. 5037/2023 (Α’ 78), περί των υποχρεώσεων παρόχων υπηρεσιών ύδατος,

γκγ) την ειδικότερη ρύθμιση συμπληρωματικών θεμάτων τοπικής σημασίας, σε περίπτωση μεταβίβασης νέας αρμοδιότητας στους δήμους ή τις περιφέρειες σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 316, περί αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους,

γκδ) την ανάληψη και τον ειδικότερο τρόπο άσκησής τους από τους δήμους αρμοδιοτήτων οι οποίες εντάσσονται λειτουργικά στο πλαίσιο της κατηγορίας «τεκμήριο καθημερινότητας των κατοίκων των Δήμων» του άρθρου 317, περί αρμοδιοτήτων που απορρέουν από το τεκμήριο καθημερινότητας,

δ) στην κήρυξη αναγκαστικών απαλλοτριώσεων,

ε) στην αγορά και εκποίηση, λόγω πώλησης ή δωρεάς κατά κυριότητα, ακινήτων,

στ) στη μίσθωση ακινήτων από τρίτους,

ζ) στη σύναψη δανείων, συμπεριλαμβανομένων των δανείων που συνομολογούνται με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων,

η) στη συμμετοχή ή αποχώρηση από σύνδεσμο,

θ) στη σύσταση ή συμμετοχή, ή λύση και θέση σε εκκαθάριση των νομικών προσώπων του άρθρου 186 και της παρ. 3 του άρθρου 189,

ι) στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, Α’ 143), των περιφερειών, σύμφωνα με το άρθρο 241 του ν. 3852/2010 (Α’ 87), περί οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας, και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου του άρθρου 187, ο οποίος στη συνέχεια εγκρίνεται από τον Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης,

ια) στα πρακτικά εκλογής του προεδρείου του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου και της δημοτικής ή περιφερειακής επιτροπής,

ιβ) στη διεξαγωγή συμβουλευτικού δημοψηφίσματος της παρ. 2 του άρθρου 173, περί αντικειμένου δημοτικού δημοψηφίσματος και πρωτοβουλίας για τη διεξαγωγή του, και

ιγ) στην επιχορήγηση συλλόγων και φορέων.

  1. Στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας εμπίπτουν, επίσης, οι πράξεις των οργάνων διοίκησης των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου τοπικής αυτοδιοίκησης του άρθρου 188, εφόσον αφορούν:

α) Στον προϋπολογισμό, καθώς και κάθε τροποποίησή του, συμπεριλαμβανομένων των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων.

β) στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου,

γ) στην εκποίηση παγίων περιουσιακών στοιχείων,

δ) στην αγορά και εκποίηση, λόγω πώλησης ή δωρεάς κατά κυριότητα, ακινήτων,

ε) στη σύναψη δανείων, συμπεριλαμβανομένων των δανείων που συνομολογούνται με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

  1. Ειδικά για τις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας υπόκεινται, επιπλέον των πράξεων της παρ. 2, πράξεις:

α) καθορισμού των όρων και των προϋποθέσεων για τη χρήση και λειτουργία συστημάτων ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης,

β) που αφορούν σύσταση, λύση, θέση σε εκκαθάριση ή διεύρυνση του σκοπού ή της εδαφικής αρμοδιότητάς τους, καθώς και τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας.

  1. Στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας εμπίπτουν, επίσης, οι ακόλουθες κατηγορίες εκτελεστών διοικητικών πράξεων των φορέων των παρ. 1 και 2, οι οποίοι αποτελούν αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς κατά την έννοια των περ. 1, 3 και 4 της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4412/2016 (Α’ 147), περί ορισμών, εφόσον αφορούν:

α) Στην ανάθεση συμβάσεων μελετών, παροχής τεχνικών και λοιπών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών, παροχής γενικών και κοινωνικών υπηρεσιών και προμήθειας αγαθών, η εκτιμώμενη αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, χωρίς Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και μέχρι το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α.,

β) στην ανάθεση συμβάσεων έργων, καθώς και παροχής κοινωνικών και άλλων ειδικών υπηρεσιών του άρθρου 107 του ν. 4412/2016, περί ανάθεσης συμβάσεων για κοινωνικές και άλλες υπηρεσίες, η εκτιμώμενη αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α., και μέχρι το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α.,

γ) στην ανάθεση πάσης φύσεως προγραμματικών συμβάσεων του άρθρου 645, περί συμβαλλόμενων φορέων προγραμματικών συμβάσεων, και του άρθρου 44 του ν. 4412/2016, περί τεχνικής επάρκειας αναθετουσών αρχών στις δημόσιες συμβάσεις έργων και μελετών, η προϋπολογιζόμενη δαπάνη, των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α., και

δ) στην ανάθεση συμβάσεων, ανεξαρτήτως είδους αυτών, συμπεριλαμβανομένων των προγραμματικών συμβάσεων του άρθρου 645 και του άρθρου 44 του ν. 4412/2016, εφόσον χρηματοδοτούνται ή συγχρηματοδοτούνται άμεσα ή έμμεσα από ενωσιακούς πόρους ή πόρους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, καθώς και αυτών που συνάπτονται στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η εκτιμώμενη αξία των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α.

Στις περ. α) έως δ), ο υποχρεωτικός έλεγχος νομιμότητας αφορά αποκλειστικά την ύπαρξη πιστώσεων, την τήρηση των προβλεπόμενων στις οικείες διατάξεις κανόνων δημοσιότητας, τη νόμιμη λήψη απόφασης της πράξης ανάθεσης, της κατακύρωσης και της τήρησης των όρων της προκήρυξης, διακήρυξης ή πρόσκλησης από το αρμόδιο όργανο, καθώς και κάθε πρόδηλη ουσιώδη παράβαση των βασικών αρχών ανάθεσης της διαγωνιστικής διαδικασίας, σύμφωνα με τον ν. 4412/2016 και τον ν. 4413/2016 (Α’ 148).

  1. Κατ’ εξαίρεση, σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας εμπίπτουν και οι μη εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες αφορούν στην άσκηση κρατικών αρμοδιοτήτων που έχουν μεταβιβαστεί στους δήμους και τις περιφέρειες και υπόκεινται σε έγκριση από το αρμόδιο κρατικό όργανο. Στην περίπτωση αυτή, ο έλεγχος νομιμότητας προηγείται της έγκρισης από το αρμόδιο κρατικό όργανο.
  2. Όπου σε διατάξεις νόμου προβλέπεται ο όρος «έγκριση» σχετικά με πράξεις δήμων και περιφερειών, οι οποίες δεν αφορούν στην άσκηση κρατικού χαρακτήρα μεταβιβαζόμενων αρμοδιοτήτων σε αυτούς, νοείται ο έλεγχος νομιμότητας του παρόντος Κεφαλαίου.

 

Άρθρο 690

Διαδικασία υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας

  1. Οι πράξεις του άρθρου 689, περί κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας αναρτώνται, εκτός από τον ιστότοπο του προγράμματος «Διαύγεια», και στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συνεδρίαση του κατά περίπτωση αρμόδιου συλλογικού οργάνου, με την επιφύλαξη ειδικότερης διάταξης που προβλέπει συντομότερη προθεσμία, προκειμένου να διενεργηθεί ο υποχρεωτικός έλεγχος νομιμότητας. H αναγραφή σε κάθε πράξη του μοναδικού αριθμού που χορηγεί το πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671 αποτελεί προϋπόθεση για την ισχύ της.
  2. Οι δήμοι, οι περιφέρειες και τα νομικά πρόσωπα της τοπικής αυτοδιοίκησης, του άρθρου 186 υποχρεούνται να εισάγουν στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, αμελλητί, κάθε συμπληρωματικό στοιχείο που ζητεί η Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.), στην οποία ανατέθηκε ο έλεγχος νομιμότητας κάθε πράξης, με τη χρήση του μοναδικού αριθμού ανάρτησης και ταυτόχρονης ανάθεσης ελέγχου νομιμότητας.
  3. Η επιλεγείσα Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α ελέγχει τη νομιμότητα της πράξης και ο Επόπτης εκδίδει απόφαση περί της νομιμότητάς της ή την ακυρώνει, αν αυτή είναι παράνομη, ή την αναπέμπει, εφόσον αφορά στον προϋπολογισμό, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ανάρτησή της και ταυτόχρονη ανάθεσή της στην Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, εάν ο Επόπτης δεν εκδώσει απόφαση, η ελεγχόμενη πράξη θεωρείται νόμιμη, λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας ελέγχου, με εξαίρεση τις πράξεις των περ. α) και β) της παρ. 1 του άρθρου 689, οι οποίες θεωρούνται σιωπηρά απορριφθείσες και επανυποβάλλονται για έλεγχο στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671.
  4. Εάν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών ασκηθεί κατά της ίδιας πράξης ειδική διοικητική προσφυγή του άρθρου 691, περί δικαιώματος άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής, η αποκλειστική προθεσμία του υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας παρατείνεται κατά δεκαπέντε (15) ημέρες. Στην περίπτωση αυτή η Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α., στην οποία έχει ανατεθεί η άσκηση του υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας, εξετάζει και την ειδική διοικητική προσφυγή, εκδίδοντας μία (1) απόφαση.

 

Άρθρο 691

Δικαίωμα άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής

  1. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον δύναται να προσβάλλει για λόγους νομιμότητας κανονιστική ή ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας των προσώπων και οργάνων της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α.
  2. Δικαίωμα για την άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής της παρ. 1 έχουν όλοι οι αιρετοί του οικείου δήμου ή περιφέρειας, ανεξάρτητα από το αν έλαβαν μέρος στη συνεδρίαση του οργάνου της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, κατά την οποία ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δεν την υπερψήφισαν. Δικαίωμα έχουν, ομοίως, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων στην τοπική αυτοδιοίκηση α’ ή β’ βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που επιδιώκουν σύμφωνα με το καταστατικό τους περιβαλλοντικούς, πολιτιστικούς και εν γένει κοινωνικούς σκοπούς.
  3. Για την υποβολή ειδικής διοικητικής προσφυγής είναι απαραίτητη από τον προσφεύγοντα η καταβολή ηλεκτρονικού παράβολου (e-paravolo) ύψους πενήντα (50) ευρώ, ανά προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, υπέρ της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), άλλως η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν γίνει δεκτή η ειδική διοικητική προσφυγή, το καθ’ ου νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδώσει στον προσφεύγοντα ποσό ίσο με το ύψος του παράβολου που καταβλήθηκε.
  4. Η άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της παρ. 1, με εξαίρεση την περ. α) της παρ. 5.
  5. α) Κατά πράξεων της παρ. 1 από τις οποίες δημιουργούνται διαφορές ουσίας, η άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής αφορά στην εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης μόνο για έλεγχο νομιμότητας.

β) Πράξεις της παρ. 1 από τις οποίες δημιουργούνται υπαλληλικές διαφορές δεν προσβάλλονται με την ειδική διοικητική προσφυγή του παρόντος, αλλά με την άσκηση ενδίκου βοηθήματος στο αρμόδιο δικαστήριο.

γ) Δεν ασκείται η ειδική διοικητική προσφυγή:

γα) κατά πράξεων επιβολής προστίμου, για τις οποίες προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις νόμων η άσκηση προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου,

γβ) κατά πράξεων για τις οποίες προβλέπεται ειδικότερο πλαίσιο κρατικής εποπτείας και εποπτικού οργάνου,

γγ) από τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς της παρ. 1 του άρθρου 360 του ν. 4412/2016 (Α΄147), περί του δικαιώματος άσκησης προσφυγής.

 

Άρθρο 692

Προθεσμία άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής

  1. Η ειδική διοικητική προσφυγή ασκείται αποκλειστικά εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της πράξης, σύμφωνα με τα άρθρα 133, περί δημοσίευσης αποφάσεων δημοτικού και περιφερειακού συμβουλίου και 134, περί δημοσίευσης αποφάσεων δήμων και περιφερειών σε εφημερίδα. Ατομικές πράξεις κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 133 και αναφέρουν υποχρεωτικά ότι κατ’ αυτών χωρεί ειδική διοικητική προσφυγή για λόγους νομιμότητας ενώπιον του Επόπτη μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και ότι η ειδική διοικητική προσφυγή αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού του ένδικου βοηθήματος, ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
  2. Σε περίπτωση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, η προθεσμία για την άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής είναι δεκαπέντε (15) ημέρες από την παρέλευση άπρακτης της ειδικής προθεσμίας που τυχόν τάσσει ο νόμος για την έκδοση της οικείας πράξης, διαφορετικά από την παρέλευση τριών (3) μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου.

 

Άρθρο 693

Διαδικασία άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής

  1. Η ειδική διοικητική προσφυγή υποβάλλεται αποκλειστικά μέσω του πληροφοριακού συστήματος του άρθρου 671, υπογεγραμμένη με εγκεκριμένη ψηφιακή υπογραφή ή με θεωρημένο γνήσιο υπογραφής μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής «Ψηφιακή Βεβαίωση εγγράφου» της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης του δημοσίου (gov.gr) ή από οποιαδήποτε διοικητική αρχή, εκτός από τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας.
  2. Ο προσφεύγων επιλέγει στο πληροφοριακό σύστημα το νομικό πρόσωπο και το όργανο του οποίου εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή προέβη στην προσβαλλόμενη παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, υποβάλλοντας την προσφυγή του. Με την υποβολή της ειδικής διοικητικής προσφυγής, ο προσφεύγων παραλαμβάνει έναν μοναδικό αριθμό υποβολής και ταυτόχρονης ανάθεσης της προσφυγής του στην τυχαία επιλεγείσα Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.), σύμφωνα με το άρθρο 671. Με τον μοναδικό αυτό κωδικό, ο προσφεύγων δύναται να παρακολουθεί την εξέλιξη της υπόθεσής του. Τον ίδιο μοναδικό αριθμό λαμβάνει και το νομικό πρόσωπο, η πράξη ή η παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας του οποίου προσβάλλεται.
  3. Αν παρουσιαστεί τεχνική αδυναμία ηλεκτρονικής υποβολής της προσφυγής στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, η οποία πιστοποιείται στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. και στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, η προσφυγή καθώς και τυχόν αίτημα αναστολής εκτέλεσης και έκδοσης προσωρινής διαταγής υποβάλλονται στην επίσημη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. και ο προσφεύγων ενημερώνεται, με κάθε πρόσφορο μέσο, για την εξέταση της προσωρινής διαταγής.

 

Άρθρο 694

Παραίτηση από την ειδική διοικητική προσφυγή

  1. Παραίτηση από υποβληθείσα ειδική διοικητική προσφυγή επιτρέπεται μέχρι την καταληκτική προθεσμία έκδοσης απόφασης από τον Επόπτη σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 698, περί διαδικασίας λήψης απόφασης Επόπτη επί της ειδικής διοικητικής προσφυγής.
  2. Η παραίτηση υποβάλλεται με δήλωση στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, με τη χρήση του μοναδικού αριθμού υποβολής και ταυτόχρονης ανάθεσης της προσφυγής στην επιλεγείσα Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.), υπογεγραμμένη με εγκεκριμένη ψηφιακή υπογραφή ή με θεωρημένο γνήσιο υπογραφής μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής «Ψηφιακή Βεβαίωση εγγράφου» της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr) ή από οποιαδήποτε διοικητική αρχή, εκτός από τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας.
  3. Ανάκληση της παραίτησης δεν επιτρέπεται.
  4. Η παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα τη θέση της προσφυγής στο αρχείο της επιλεγείσας Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.

 

Άρθρο 695

Αναστολή εκτέλεσης

  1. Ο Επόπτης δύναται, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα ταυτόχρονα με την υποβολή της ειδικής διοικητικής προσφυγής, να αναστείλει με απόφασή του την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής με την επιφύλαξη του άρθρου 374, περί της διάρκειας ισχύος του προϋπολογισμού. Το νομικό πρόσωπο καλείται από τον Επόπτη να υποβάλει απόψεις μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία ηλεκτρονικής υποβολής και ταυτόχρονης ανάθεσης της προσφυγής στην επιλεγείσα Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.). Η απόφαση επί της αίτησης αναστολής εκδίδεται εντός δέκα (10) ημερών από την παρέλευση της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας υποβολής απόψεων από το νομικό πρόσωπο.
  2. Το αίτημα αναστολής γίνεται δεκτό, αν ο Επόπτης κρίνει ότι η προσφυγή είναι προδήλως παραδεκτή και απειλείται, μέχρι την εξέτασή της, ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη για τον προσφεύγοντα. Το αίτημα, όμως, δύναται να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αναστολή της εκτέλεσης θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.
  3. Ανάκληση της απόφασης που χορηγεί την αναστολή επιτρέπεται μόνο αν γίνει επίκληση νεότερων κρίσιμων στοιχείων, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του Επόπτη κατά την έκδοση της απόφασής του ή αν έχουν μεταβληθεί τα δεδομένα, με βάση τα οποία χορηγήθηκε η αναστολή εκτέλεσης.

 

Άρθρο 696

Προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης

Με την υποβολή της αίτησης αναστολής και της ειδικής διοικητικής προσφυγής ο προσφεύγων δύναται να αιτηθεί την έκδοση προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης. Ο Επόπτης, μέχρι την εξέταση της αίτησης αναστολής, δύναται να εκδώσει προσωρινή διαταγή, σταθμίζοντας τη σοβαρότητα της βλάβης από την προσβαλλόμενη πράξη μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και του συμφέροντος του προσφεύγοντα.

 

Άρθρο 697

Διαδικασία εξέτασης της ειδικής διοικητικής προσφυγής

  1. Εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία ηλεκτρονικής υποβολής και ταυτόχρονης ανάθεσης της προσφυγής στην επιλεγείσα Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.), το νομικό πρόσωπο, κατά του οποίου έχει υποβληθεί η προσφυγή, οφείλει, να αναρτήσει στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, περί πληροφοριακού συστήματος ελέγχου νομιμότητας Ο.Τ.Α., το αποδεικτικό κοινοποίησης ή δημοσίευσης της προσβαλλόμενης πράξης, τον φάκελο της υπόθεσης και τυχόν απόψεις. Αντίστοιχα, εντός της ίδιας προθεσμίας, η επιλεγείσα Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. οφείλει να αναζητήσει τα αναγκαία στοιχεία για την εξέταση της προσφυγής από τυχόν άλλους αρμόδιους φορείς.
  2. Η προθεσμία εξέτασης της προσφυγής αρχίζει μετά από την πάροδο της προθεσμίας δέκα (10) ημερών της παρ. 1.
  3. Άρνηση ή αδικαιολόγητη παράλειψη των αρμοδίων οργάνων για συνεργασία και συνδρομή προς την Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. και τον Επόπτη, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σοβαρής παράβασης καθήκοντος. Ως αδικαιολόγητη θεωρείται η παράλειψη της ανάρτησης ή η εκπρόθεσμη ανάρτηση των στοιχείων στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, αν δεν παρέχονται επαρκείς εξηγήσεις.

 

Άρθρο 698

Διαδικασία λήψης απόφασης Επόπτη επί της ειδικής διοικητικής προσφυγής

  1. Ο Επόπτης, μετά από τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας, αποφασίζει αιτιολογημένα, με την έκδοση σχετικής απόφασης, για την αποδοχή, εν όλω ή εν μέρει, ή την απόρριψη της ειδικής διοικητικής προσφυγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα πέντε (35) ημερών από την ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας εξέτασης, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 671, περί πληροφοριακού συστήματος ελέγχου νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 690, περί διαδικασίας υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας.
  2. Σε περίπτωση μη έκδοσης απόφασης, εντός της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας, η προσφυγή θεωρείται σιωπηρώς απορριφθείσα.
  3. Σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής, η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται ολικώς ή μερικώς. Σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, ακυρώνεται η παράλειψη και η υπόθεση αναπέμπεται στον αρμόδιο φορέα για να προβεί στην οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια.
  4. Η απόφαση ή η σιωπηρή απόρριψη επί της ειδικής διοικητικής προσφυγής προσβάλλεται αποκλειστικά ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.

 

Άρθρο 699

Συνεργασία των Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης με άλλες δημόσιες αρχές

  1. Οι δημόσιες αρχές και υπηρεσίες οφείλουν να συνεργάζονται με τις Αυτοτελείς Υπηρεσίες Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.) και να παρέχουν σε αυτές κάθε αναγκαία σχετική πληροφορία και έγγραφα. Ο Επόπτης, όταν αυτό επιβάλλεται για λόγους επείγοντος, δύναται, με αίτημά του, να ζητεί κατά προτεραιότητα την παροχή πληροφοριών και τη χορήγηση εγγράφων που σχετίζονται με την εξέταση των ειδικών διοικητικών προσφυγών στις οποίες αφορούν, τάσσοντας σχετική προθεσμία. Άρνηση λειτουργού ή υπαλλήλου ή μέλους διοίκησης να συνεργασθεί και να συνδράμει την Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. ή τον Γενικό Επόπτη ή τον Επόπτη, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σοβαρής παράβασης καθήκοντος.
  2. Στις συμβάσεις που εμπίπτουν, λόγω αντικειμένου, στην αρμοδιότητα της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, ο Επόπτης την ενημερώνει για την άσκηση της προσφυγής κατά πράξεων αναθέτουσας αρχής των δήμων, των περιφερειών καθώς και των νομικών τους προσώπων, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 659, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α, και μετέπειτα για την έκδοση σχετικής απόφασης.

Άρθρο 700

Αρχειοθέτηση διοικητικής προσφυγής πριν από την έκδοση απόφασης Επόπτη

Η Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης θέτει την ειδική διοικητική προσφυγή κατά προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας στο αρχείο, εάν η εκδούσα αρχή ή όργανο, ανακαλέσει την προσβαλλόμενη πράξη ή προβεί στην εκτέλεση της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας πριν από την έκδοση απόφασης του Επόπτη ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η προσφυγή.

 

Άρθρο 701

Κατ’ εξαίρεση άσκηση αυτεπάγγελτου ελέγχου για λόγους δημοσίου συμφέροντος και πρόδηλης παράβασης νόμου

  1. Κατ’ εξαίρεση, για σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και πρόδηλης παράβασης νόμου, ο Γενικός Επόπτης δύναται αυτεπαγγέλτως να ακυρώσει για λόγους νομιμότητας παράνομη εκτελεστή διοικητική πράξη των οργάνων ή προσώπων της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών αφότου η πράξη έχει δημοσιευτεί ή εκδοθεί εφόσον:

α) Δεν εμπίπτει στις κατηγορίες πράξεων που ελέγχονται υποχρεωτικά σύμφωνα με το άρθρο 689, περί των κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας.

β) Δεν έχει ασκηθεί ειδική διοικητική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 691, περί δικαιώματος άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής και έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησής της.

γ) Δεν έχει ελεγχθεί ή δεν ελέγχεται κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αυτεπάγγελτα από άλλο αρμόδιο δημόσιο φορέα ή Ανεξάρτητη Αρχή, ο έλεγχος των οποίων δύναται να οδηγήσει σε ακύρωση της ελεγχόμενης πράξης.

  1. Η αρμοδιότητα του Γενικού Επόπτη της παρ. 1 δεν θίγει την αρμοδιότητα άλλων ελεγκτικών αρχών του κράτους.

 

Άρθρο 702

Δικαστική προστασία κατά αποφάσεων ελέγχου νομιμότητας Γενικού Επόπτη και Επόπτη

Οι αποφάσεις του Γενικού Επόπτη και του Επόπτη προσβάλλονται αποκλειστικά ενώπιον του καθ’ ύλη αρμόδιου δικαστηρίου, στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο δήμος ή η περιφέρεια ή το νομικό πρόσωπο αυτών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψε να προβεί στην οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, παρίσταται ως διάδικος, πλην του Υπουργού Εσωτερικών, και ο κατά περίπτωση καθ’ ύλη αρμόδιος Υπουργός.

 

Άρθρο 703

Υποχρέωση συμμόρφωσης στις αποφάσεις Γενικού Επόπτη και Επόπτη

  1. Τα όργανα και τα πρόσωπα της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, έχουν υποχρέωση συμμόρφωσης, χωρίς καθυστέρηση, στις αποφάσεις του Επόπτη που εκδίδονται κατά την άσκηση υποχρεωτικού ελέγχου και κατά την εξέταση της ειδικής διοικητικής προσφυγής, καθώς και στις αποφάσεις του Γενικού Επόπτη κατά την άσκηση του αυτεπάγγελτου ελέγχου για λόγους δημοσίου συμφέροντος και πρόδηλης παράβασης νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 701.
  2. Η μη τήρηση της υποχρέωσης της παρ. 1 συνιστά σοβαρή παράβαση καθήκοντος, το οποίο ελέγχεται πειθαρχικά κατ’ εφαρμογή της περ. α) της παρ. 3 του άρθρου 708, περί πειθαρχικής ευθύνης.

 

Άρθρο 704

Αρχείο της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης

  1. Στο πληροφοριακό σύστημα ελέγχου νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) του άρθρου 671, τηρείται αρχείο, στο οποίο περιλαμβάνεται το σύνολο των στοιχείων του φακέλου:

α) κάθε υποχρεωτικά ή αυτεπαγγέλτως ελεγχόμενης πράξης ή παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας και κάθε ειδικής διοικητικής προσφυγής του παρόντος Κεφαλαίου και

β) κάθε πειθαρχικής υπόθεσης του Κεφαλαίου Γ΄ του παρόντος Βιβλίου ή επιβολής των διοικητικών μέτρων της έκπτωσης και της αργίας, καθώς και της παύσης του Κεφαλαίου Δ’ του παρόντος Βιβλίου, οι οποίες εξετάζονται από την Υπηρεσία Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας των Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, L 119) και τον ν. 4624/2019 (Α’ 137). Τα δεδομένα του πρώτου εδαφίου δύναται να υπόκεινται σε ομαδοποιημένη και ανωνυμοποιημένη επεξεργασία για την εξαγωγή σχετικών αναφορών και συγκριτικών στοιχείων, καθώς και τη δημοσίευση πληροφοριών, υπό μορφή μηχανογραφικά επεξεργάσιμων δεδομένων.

  1. Στο αρχείο της παρ. 1 τηρούνται και οι εκθέσεις και τα πορίσματα ελέγχου που έχουν διενεργηθεί από άλλους δημόσιους φορείς, ανεξάρτητες ή ελεγκτικές αρχές στους δήμους ή τις περιφέρειες ή στα νομικά τους πρόσωπα, που διαβιβάζονται υποχρεωτικά στον Γενικό Επόπτη.

 

Άρθρο 705

Κοινοποίηση και δημοσίευση αποφάσεων Γενικού Επόπτη και Επόπτη

  1. Μέσω του πληροφοριακού συστήματος ελέγχου νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) του άρθρου 671, οι αποφάσεις του Γενικού Επόπτη, επί του κατ’ εξαίρεση αυτεπάγγελτου ελέγχου για λόγους δημοσίου συμφέροντος και πρόδηλης παράβασης νόμου του άρθρου 701, και του Επόπτη, επί του υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας του άρθρου 689, περί κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας, κοινοποιούνται στο οικείο νομικό πρόσωπο. Ομοίως, οι αποφάσεις του Επόπτη, επί της ειδικής διοικητικής προσφυγής του άρθρου 691, περί δικαιώματος άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής, κοινοποιούνται, μέσω του πληροφοριακού συστήματος του άρθρου 671, στον προσφεύγοντα και στο καθ’ ου νομικό πρόσωπο.
  2. Οι αποφάσεις της παρ. 1 αναρτώνται ανωνυμοποιημένες σε πλήρες κείμενο στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671 και σε περίληψη στην ιστοσελίδα της επιλεγείσας Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. που διενέργησε τον έλεγχο.

 

Άρθρο 706

Ετήσια έκθεση Γενικού Επόπτη

  1. Ο Γενικός Επόπτης συντάσσει στο τέλος κάθε έτους έκθεση, με στατιστικά στοιχεία που αντλούνται από το αρχείο της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) του άρθρου 704, στην οποία καταγράφεται:

α) το έργο της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Ο.Τ.Α., ανά Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.),

β) ο αριθμός των πράξεων που ελέγχθηκαν

γ) ο αριθμός των πράξεων που ακυρώθηκαν,

δ) ο αριθμός:

δα) των ειδικών διοικητικών προσφυγών που υποβλήθηκαν,

δβ) των αιτήσεων αναστολής,

δγ) των προσφυγών που εξετάστηκαν,

δδ) των προσφυγών που έγιναν αποδεκτές και

δε) των προσφυγών που απορρίφθηκαν,

ε) ο αριθμός των αυτεπάγγελτων ελέγχων που διενεργήθηκαν, κατ’ εξαίρεση, για λόγους δημοσίου συμφέροντος και πρόδηλης παράβασης νόμου και

στ) ο αριθμός των πειθαρχικών ποινών ή διοικητικών μέτρων ή παύσεων που επιβλήθηκαν, σύμφωνα με τα Κεφάλαια Γ΄ και Δ του παρόντος Βιβλίου.

Στην ίδια έκθεση δύναται να προτείνονται νομοθετικά και άλλα μέτρα, τα οποία αποσκοπούν στην αποτελεσματικότερη διενέργεια του ελέγχου νομιμότητας.

  1. Η έκθεση υποβάλλεται στον Υπουργό Εσωτερικών, τον Πρόεδρο της Βουλής και την Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, καθώς και στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, εντός ενός (1) μηνός από το τέλος του έτους στο οποίο αφορά.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

 

Άρθρο 707

Αστική ευθύνη

  1. Τα πρόσωπα της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οφείλουν να αποζημιώσουν τον δήμο, την περιφέρεια ή το νομικό πρόσωπο, για κάθε θετική ζημία που προξένησαν σε βάρος της περιουσίας τους από δόλο ή βαριά αμέλεια. Οι ανωτέρω δεν υπέχουν ευθύνη αποζημίωσης έναντι τρίτων.
  2. Η ζημία καταλογίζεται στα πρόσωπα αυτά ύστερα από αίτηση καταλογισμού, η οποία ασκείται από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με την περ. β) του άρθρου 118 του ν. 4700/2020 (Α’ 127), περί της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης.
  3. Εάν επιβληθεί καταλογισμός στο πλαίσιο δημοσιονομικού ελέγχου σε ένα από τα πρόσωπα της παρ. 1, αποκλείεται η αστική ευθύνη έναντι του οικείου δήμου ή περιφέρειας ή νομικού τους προσώπου για τυχόν προκληθείσα ζημία, εφόσον πρόκειται για την ίδια ιστορική αιτία. Σε περίπτωση επιγενόμενου καταλογισμού στο πλαίσιο δημοσιονομικού ελέγχου, μετά από ανόρθωση της ζημίας από τον υπαίτιο κατά τη διαδικασία του παρόντος, συμψηφίζεται το ήδη καταβληθέν ποσό με το καταλογιζόμενο, εφόσον πρόκειται για την ίδια ιστορική αιτία.

Άρθρο 708

Πειθαρχική ευθύνη

  1. Ο Επόπτης και το πειθαρχικό συμβούλιο του άρθρου 710, περί της σύνθεσης και συγκρότησης πειθαρχικού συμβουλίου, ασκούν πειθαρχικό έλεγχο στα πρόσωπα της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
  2. Στα πρόσωπα της παρ. 1 επιβάλλονται οι πειθαρχικές ποινές της αργίας έως έξι (6) μήνες και της έκπτωσης, καθώς και της έγγραφης επίπληξης ή της αργίας έως έναν (1) μήνα ειδικά στην περ. γ) της παρ. 3.
  3. Ο Επόπτης, με απόφασή του, υποχρεούται να επιβάλλει τις πειθαρχικές ποινές της παρ. 2, όταν διαπιστώνει, μετά από σύμφωνη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου, ότι τα πρόσωπα της παρ. 1:

α) έχουν διαπράξει σοβαρή παράβαση των καθηκόντων τους ή υπέρβαση της αρμοδιότητάς τους από δόλο ή βαριά αμέλεια,

β) έχουν διαπράξει παραβάσεις των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί σύμφωνα με ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις,

γ) έχουν αναξιοπρεπή ή ανάρμοστη ή ανάξια για το αξίωμα συμπεριφορά στον δημόσιο βίο τους. Ειδικά για την περίπτωση αυτή, η μέγιστη ποινή που δύναται να επιβληθεί είναι είτε η ποινή της έγγραφης επίπληξης, είτε η ποινή της αργίας έως έναν (1) μήνα. Σε περίπτωση που επιβληθεί στο πειθαρχικά ελεγχόμενο πρόσωπο μία (1) φορά η ποινή της έγγραφης επίπληξης, σε κάθε νέα παράβαση επιβάλλεται ποινή αργίας ενός (1) μήνα, αν τελείται εντός της ίδιας αυτοδιοικητικής περιόδου.

 

Άρθρο 709

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

  1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα της παρ. 3 του άρθρου 708, περί πειθαρχικής ευθύνης, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από την ημέρα που διαπράχθηκαν.
  2. Πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Για τα παραπτώματα αυτά οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος.
  3. Η παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο διακόπτει την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος.
  4. Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται και από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο αποσκοπεί στην απόκρυψη ή την παρεμπόδιση της πειθαρχικής δίωξης του πρώτου. Στην περίπτωση αυτή το πρώτο πειθαρχικό παράπτωμα παραγράφεται, όταν παραγραφεί το δεύτερο πειθαρχικό παράπτωμα, αν η παραγραφή του δεύτερου συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο της παραγραφής του πρώτου.

 

Άρθρο 710

Σύνθεση και συγκρότηση πειθαρχικού συμβουλίου

  1. Συγκροτείται πειθαρχικό συμβούλιο στο Υπουργείο Εσωτερικών, με απόφαση του Γενικού Επόπτη, το οποίο αποτελείται:

α) Από έναν (1) πρόεδρο εφετών του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ως πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του,

β) τρεις (3) εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων που υπηρετούν στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με τους αναπληρωτές τους,

γ) δύο (2) εφέτες Πολιτικών Δικαστηρίων που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, με τους αναπληρωτές τους,

δ) τρεις (3) νομικούς συμβούλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με τους αναπληρωτές τους, εκ των οποίων ο ένας (1) Νομικός Σύμβουλος υπηρετεί ως προϊστάμενος του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Εσωτερικών.

Στο πειθαρχικό συμβούλιο δύναται, ύστερα από αίτηση του πειθαρχικά ελεγχόμενου προσώπου, να παρίσταται, χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκπρόσωπος της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας ή της Ένωσης Περιφερειών, προκειμένου να τοποθετηθεί, είτε εγγράφως είτε προφορικά, ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Η μη παράσταση του ανωτέρω εκπροσώπου δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας.

  1. Τα μέλη του συμβουλίου των περ. α) έως γ) της παρ. 1, τακτικά και αναπληρωματικά, ορίζονται από το όργανο που διευθύνει το οικείο δικαστήριο. Οι Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους και τα αναπληρωματικά τους μέλη, ορίζονται από τον πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
  2. Καθήκοντα γραμματέα του πειθαρχικού συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος του Τμήματος Διοικητικής Υποστήριξης της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) του κλάδου ΠΕ Διοικητικού – Οικονομικού, οποιασδήποτε ειδικότητας, με βαθμό Α’, που ορίζεται από τον Γενικό Επόπτη μαζί με τον αναπληρωτή του.
  3. Το πειθαρχικό συμβούλιο συγκροτείται για θητεία τριών (3) ετών και το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη λήξη της θητείας του προηγούμενου. Τα αρμόδια όργανα για τον ορισμό μελών στο πειθαρχικό συμβούλιο, σύμφωνα με την παρ. 2, οφείλουν να ορίσουν αυτά εντός ενός (1) μήνα από την υποβολή του αιτήματος του Γενικού Επόπτη. Δεν επιτρέπεται ορισμός μέλους, το οποίο αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία του εντός τριών (3) ετών από την ημερομηνία ορισμού του.
  4. Με απόφαση του Προέδρου του πειθαρχικού συμβουλίου συγκροτούνται, εκ των μελών του, τρία (3) τριμελή Κλιμάκια, κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς, και κατανέμονται σε αυτούς οι πειθαρχικές υποθέσεις. Ένας (1) δικαστικός λειτουργός ορίζεται ως πρόεδρος ανά τριμελές Κλιμάκιο. Τα τριμελή Κλιμάκια εκδικάζουν υποθέσεις για τις οποίες ο Επόπτης έχει εισηγηθεί την ποινή της επίπληξης ή της αργίας. Στις περιπτώσεις που ο Επόπτης εισηγείται ποινή έκπτωσης, το πειθαρχικό συμβούλιο συνεδριάζει σε ολομέλεια.

 

Άρθρο 711

Προκαταρκτική εξέταση και κλήση σε απολογία

  1. Προκαταρκτική εξέταση είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης ή μη πειθαρχικού παραπτώματος, καθώς και οι συνθήκες τέλεσής του.
  2. Προκαταρκτική εξέταση δύναται να ενεργεί ο Επόπτης της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.) στην οποία ανατίθεται η υπόθεση σύμφωνα με την υποπερ. εα) της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 662, περί αρμοδιοτήτων Γενικού Επόπτη Νομιμότητας Ο.Τ.Α. Η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται το αργότερο εντός ενός (1) μήνα από την ημερομηνία κατά την οποία ανατέθηκε στην Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. η υπόθεση από το πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671. Αν ο Επόπτης κρίνει, είτε με βάση τα στοιχεία που έχουν προκύψει από την προκαταρκτική εξέταση, είτε χωρίς τη διενέργεια αυτής, εφόσον εκτιμά ότι αυτή δεν απαιτείται, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, περατώνει την εξέταση με αιτιολογημένη έκθεσή του προς τον Γενικό Επόπτη, χωρίς κλήση του ελεγχόμενου σε απολογία.
  3. Αν ο Επόπτης κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος, είτε μετά από προκαταρκτική εξέταση είτε χωρίς τη διενέργεια αυτής, εφόσον εκτιμά ότι αυτή δεν απαιτείται, καλεί το ελεγχόμενο πρόσωπο σε απολογία και αποφασίζει για την έκδοση παραπεμπτικού εγγράφου προς το πειθαρχικό συμβούλιο, με σχετική εισήγηση επί της ποινής. Αν ο Επόπτης κρίνει, με βάση την απολογία του ελεγχόμενου προσώπου, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, περατώνει την πειθαρχική διαδικασία, με αιτιολογημένη έκθεσή του προς τον Γενικό Επόπτη.

 

Άρθρο 712

Άσκηση πειθαρχικής δίωξης

  1. Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει με την έκδοση από τον Επόπτη παραπεμπτικού εγγράφου σε βάρος του πειθαρχικά ελεγχόμενου προσώπου, ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου και λήγει με την έκδοση απόφασης του Επόπτη.
  2. Στο παραπεμπτικό έγγραφο του Επόπτη προς το πειθαρχικό συμβούλιο προσδιορίζονται επακριβώς, κατά τόπο και χρόνο, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα του ελεγχόμενου προσώπου και διαλαμβάνεται εισήγηση επί της ποινής, αφού έχει ληφθεί υπόψη προηγουμένως η απολογία του. Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται.
  3. Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον ελεγχόμενο και αποστέλλεται με τον φάκελο της υπόθεσης στο πειθαρχικό συμβούλιο.

 

Άρθρο 713

Πειθαρχική διαδικασία

  1. Οι πειθαρχικές ποινές της παρ. 2 του άρθρου 708, περί πειθαρχικής ευθύνης επιβάλλονται με αιτιολογημένη απόφαση του Επόπτη, αφού προηγηθεί απολογία του πειθαρχικά ελεγχόμενου ενώπιόν του, ή παρέλθει η προθεσμία που έχει τάξει ο Επόπτης με γραπτή κλήση στον ελεγχόμενο, χωρίς ο τελευταίος να έχει απολογηθεί. Η προθεσμία αυτή δεν δύναται να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες και μεγαλύτερη από εξήντα (60) ημέρες.
  2. Για την επιβολή των πειθαρχικών ποινών της παρ. 2 του άρθρου 708 απαιτείται σύμφωνη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου, ύστερα από ακρόαση του πειθαρχικά ελεγχόμενου προσώπου.
  3. Ο πειθαρχικά ελεγχόμενος δύναται να εμφανίζεται στο πειθαρχικό συμβούλιο αυτοπροσώπως ή με τηλεδιάσκεψη, καθώς και με πληρεξούσιο δικηγόρο ή να εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο. Το πειθαρχικό συμβούλιο συνεδριάζει σε δημόσια συνεδρίαση για την οποία συντάσσονται πρακτικά, δύναται να εξετάζει μάρτυρες και να εκτιμά οποιοδήποτε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο. Η σύμφωνη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου παρέχεται ύστερα από μυστική διάσκεψη, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία, που το πειθαρχικό συμβούλιο έλαβε το σχετικό παραπεμπτικό έγγραφο του Επόπτη. Η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος, στο οποίο έχει υποπέσει ο ελεγχόμενος.
  4. Το πειθαρχικό συμβούλιο:

α) παρέχει σύμφωνη γνώμη ως προς την εισήγηση του Επόπτη, ή

β) δεν παρέχει σύμφωνη γνώμη, αν κρίνει ότι δεν συντρέχει πειθαρχική ευθύνη του ελεγχόμενου, ή

γ) προτείνει στον Επόπτη την επιβολή ηπιότερης ή αυστηρότερης ποινής.

Στην περ. γ) η πρόταση του πειθαρχικού συμβουλίου είναι υποχρεωτική για τον Επόπτη.

  1. Η απόφαση που εκδίδει ο Επόπτης για την επιβολή πειθαρχικής ποινής κοινοποιείται στον πειθαρχικά ελεγχόμενο, καθώς και στον πρόεδρο του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου, ή στο διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου, αντίστοιχα, προκειμένου να παρακολουθήσει την εφαρμογής της ποινής.
  2. Ο πειθαρχικά ελεγχόμενος δύναται, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του Επόπτη, να προσφύγει κατά αυτής στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο κρίνει την υπόθεση και κατ’ ουσία, εντός προθεσμίας ενός (1) μήνα. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης που επιβάλλει την ποινή. Αν ασκηθεί η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η επιτροπή αναστολών του δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του προσφεύγοντος, κρίνει για τη χορήγηση ή μη αναστολής εκτέλεσης της ποινής, σταθμίζοντας και τη συνδρομή λόγων δημόσιου συμφέροντος. Αν κατατεθεί αίτηση αναστολής, η ποινή που έχει επιβληθεί δεν εκτελείται έως ότου επιδοθεί στον Επόπτη η απόφαση της επιτροπής αναστολών.

 

Άρθρο 714

Επανάληψη πειθαρχικής διαδικασίας

  1. Αν μετά από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, με την οποία απαλλάσσεται το πειθαρχικά ελεγχόμενο πρόσωπο ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη της αργίας ενός (1) μήνα, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος της παρ. 3 του άρθρου 708, περί πειθαρχικής ευθύνης, η οποία δύναται να οδηγήσει σε πειθαρχική ποινή αργίας μεγαλύτερη του ενός (1) μήνα ή έκπτωση, ο Γενικός Επόπτης υποχρεούται, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από τη δημοσίευση της ποινικής απόφασης, να παραπέμψει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο. Κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας στο πειθαρχικό συμβούλιο δύναται να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτή που είχε αρχικά επιβληθεί.
  2. Αν μετά από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη, για την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικά το ελεγχόμενο πρόσωπο, αυτό δύναται να ζητήσει την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από τη δημοσίευση της ποινικής απόφασης ή του βουλεύματος. Η αίτηση απευθύνεται στον Γενικό Επόπτη, και αν γίνει δεκτή, η υπόθεση παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο. Κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας στο πειθαρχικό συμβούλιο δύναται να επιβληθεί ελαφρύτερη ποινή ή να απαλλαγεί το πειθαρχικά ελεγχόμενο πρόσωπο. Αντίστοιχα, αν το ελεγχόμενο πρόσωπο είχε τιμωρηθεί με την πειθαρχική ποινή της παύσης του άρθρου 722, περί παύσης αιρετών οργάνων δήμων και περιφερειών, δύναται να απαλλαγεί από την παύση.
  3. Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται, και όταν έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή της αργίας, χωρίς να έχει λάβει υπόψη καταδικαστική ποινική απόφαση που προηγήθηκε.

 

Άρθρο 715

Εφαρμογή αρχών του ποινικού δικαίου στην πειθαρχική διαδικασία

Στο πειθαρχικό δίκαιο του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές που ισχύουν στην ποινική δίκη:

α) το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του πειθαρχικά διωκομένου,

β) το τεκμήριο της αθωότητας του πειθαρχικά διωκομένου και

γ) το μη επιτρεπτό δεύτερης πειθαρχικής δίωξης για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα.

 

Άρθρο 716

Σχέση της πειθαρχικής διαδικασίας με την ποινική δίκη

  1. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη.
  2. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία.
  3. Το πειθαρχικό συμβούλιο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος.
  4. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας έχει υποχρέωση να ενημερώνει αμέσως τον Γενικό Επόπτη για κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατά των προσώπων της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και ο γραμματέας του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου υποχρεούται να ανακοινώνει στον Γενικό Επόπτη αμέσως τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και τις εκδιδόμενες σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καταδικαστικές ή αθωωτικές αποφάσεις κατά των ανωτέρω προσώπων. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς καθυστέρηση, στον Γενικό Επόπτη.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΕΚΠΤΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΡΓΙΑΣ – ΠΑΥΣΗ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

 

Άρθρο 717

Διοικητικό μέτρο έκπτωσης λόγω καταδίκης

  1. Τα πρόσωπα της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμά τους:

α) Aν τεθούν σε δικαστική συμπαράσταση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση,

β) αν τους επιβληθεί αποστέρηση δημόσιας θέσης ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού αξιώματος ως παρεπόμενη ποινή με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση,

γ) αν καταδικαστούν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι σε κακούργημα ή σε οποιαδήποτε ποινή για την τέλεση ή απόπειρα τέλεσης για παραχάραξη νομίσματος ή άλλων μέσων πληρωμής, πλαστογραφία, ψευδή βεβαίωση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, δωροδοκία, εκβίαση, κλοπή, υπεξαίρεση, απιστία, απάτη, παράνομη βεβαίωση ή είσπραξη δικαιωμάτων του δημοσίου, οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, εμπορία ανθρώπων, παράνομη διακίνηση αλλοδαπών, παράβαση της νομοθεσίας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, λαθρεμπορία, βία κατά εκλογέων, δωροδοκία εκλογέα, διατάραξη εκλογικής διαδικασίας, βία κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων, αθέμιτη επιρροή σε δικαστικούς λειτουργούς, διέγερση σε διάπραξη εγκλημάτων, εγκληματική οργάνωση, τρομοκρατικές πράξεις – τρομοκρατική οργάνωση, τοκογλυφία, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, καθώς και για παράβαση καθήκοντος, που εμπεριέχει οικονομικό όφελος του ιδίου του καταδικασθέντος ή τρίτου ή πρόκληση οικονομικής ζημίας του δημοσίου, του δήμου, της περιφέρειας ή των νομικών τοπικής αυτοδιοίκησης.

  1. Για την έκπτωση, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Επόπτη, η οποία κοινοποιείται αυθημερόν στα πρόσωπα της παρ. 1, στον Γενικό Επόπτη και στον οικείο δήμο ή στην οικεία περιφέρεια ή στο οικείο νομικό πρόσωπο.
  2. Με την επιμέλεια της αρμόδιας Εισαγγελίας κοινοποιείται στον Γενικό Επόπτη κάθε απόφαση σε βάρος των προσώπων της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658 σχετικά με τις περ. α), β) και γ) της παρ. 1, προκειμένου ο τελευταίος να τις καταχωρήσει στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, περί του πληροφοριακού συστήματος ελέγχου νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και να αναθέσει σε Επόπτη την έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης. Ο Γενικός Επόπτης δύναται να λαμβάνει από την Εισαγγελία κάθε αναγκαία πληροφορία σχετικά με την πορεία της υπόθεσης, όπως η τελεσιδικία ή το αμετάκλητο αυτής, καθώς και αντίγραφα των αποφάσεων και των πρακτικών.
  3. Η διαπιστωτική πράξη του Επόπτη με την οποία επιβάλλεται το διοικητικό μέτρο της έκπτωσης προσβάλλεται μόνο δικαστικά, με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

Άρθρο 718

Λοιπές περιπτώσεις επιβολής διοικητικού μέτρου έκπτωσης αιρετών οργάνων

  1. Περιφερειάρχες, αναπληρωτές περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, δήμαρχοι, αντιδήμαρχοι, δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι, εκπρόσωποι δημοτικών κοινοτήτων και μέλη συμβουλίων δημοτικής κοινότητα εκπίπτουν αυτοδίκαια από το αξίωμά τους λόγω:

α) απώλειας δημοτικότητας, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 42, περί κωλυμάτων εκλογιμότητας και ασυμβιβάστων του Βιβλίου Πρώτου ή σύμπτωσης στο ίδιο πρόσωπο της ιδιότητας αιρετού και στους δύο βαθμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή δύο άμεσα αιρετών αυτοδιοικητικών αξιωμάτων, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 42,

β) οφειλών, σύμφωνα με το άρθρο 43, περί ασυμβιβάστου λόγω οφειλών,

γ) μη ορκωμοσίας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 73, περί ορκωμοσίας αιρετών και εγκατάστασης και ανάληψης καθηκόντων.

  1. Περιφερειάρχες, αναπληρωτές περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, δήμαρχοι, αντιδήμαρχοι, δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι εκπίπτουν από το αξίωμά τους λόγω παραβίασης των διατάξεων περί των εκλογικών δαπανών, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 102, περί έκπτωσης από τα αιρετά αξιώματα.
  2. Για την έκπτωση σύμφωνα με την παρ. 1, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Επόπτη, η οποία κοινοποιείται αυθημερόν στα πρόσωπα της παρ. 1, στον Γενικό Επόπτη και στον οικείο δήμο ή στην οικεία περιφέρεια ή στο οικείο νομικό πρόσωπο. Η πράξη της παρούσας προσβάλλεται μόνο δικαστικά, με αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
  3. Για την έκπτωση σύμφωνα με την παρ. 2 εκδίδεται απόφαση του Επόπτη, η οποία κοινοποιείται αυθημερόν στα πρόσωπα της παρ. 2, στον Γενικό Επόπτη και στον οικείο δήμο ή στην οικεία περιφέρεια. Η απόφαση της παρούσας προσβάλλεται μόνο δικαστικά με προσφυγή ουσίας, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής του δεύτερου εδαφίου αναστέλλουν την εκτέλεση.

 

Άρθρο 719

Διοικητικό μέτρο αργίας

  1. Στα πρόσωπα της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιβάλλεται το διοικητικό μέτρο της αργίας:

α) Εάν εκδοθεί τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου για πλημμελήματα της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 717, περί διοικητικού μέτρου έκπτωσης λόγω καταδίκης ή εάν εκδοθεί καταδικαστική απόφαση σε πρώτο βαθμό για κακουργήματα ή

β) σε περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής για κακούργημα, εφόσον έχει επιβληθεί προσωρινή κράτηση. Μεταγενέστερη αντικατάσταση ή άρση της προσωρινής κράτησης, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, αίρει αυτοδικαίως την αργία του αιρετού που παραπέμφθηκε για κακούργημα.

  1. Σε περίπτωση επιβολής αργίας, κατόπιν έκδοσης πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης για κακούργημα, η αργία αίρεται, εάν εκδοθεί τελεσίδικη αθωωτική απόφαση. Σε περίπτωση επιβολής αργίας κατόπιν τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης για τα συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 717 η αργία αίρεται εάν εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Σε περίπτωση επιβολής αργίας κατόπιν αμετάκλητης παραπομπής για κακούργημα εφόσον έχει επιβληθεί προσωρινή κράτηση, η αργία αίρεται εάν εκδοθεί πρωτόδικη αθωωτική απόφαση. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, κατ΄ αντιστοιχία, εάν εκδοθεί αθωωτική απόφαση, αίρεται αυτοδικαίως η αργία και το διοικητικό μέτρο θεωρείται ως ουδέποτε επιβληθέν. Στην περίπτωση του τέταρτου εδαφίου, καταβάλλεται αναδρομικά η αντιμισθία του αποκατασταθέντος από τον χρόνο έκδοσης της διαπιστωτικής σε βάρος του πράξης.
  2. Για την αργία και την άρση αυτής εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Επόπτη, η οποία κοινοποιείται αυθημερόν στα πρόσωπα της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658, στον Γενικό Επόπτη, στον οικείο δήμο και την οικεία περιφέρεια ή στο οικείο νομικό πρόσωπο.
  3. Με την επιμέλεια της αρμόδιας Εισαγγελίας κοινοποιείται στον Γενικό Επόπτη κάθε καταδικαστική απόφαση σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 σε βάρος των προσώπων της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658 ή αμετάκλητη παραπομπή σε κακούργημα, εφόσον έχει επιβληθεί προσωρινή κράτηση, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1.
  4. Ο Γενικός Επόπτης εισάγει τις αποφάσεις ή το βούλευμα της παρ. 4 στο πληροφοριακό σύστημα ελέγχου νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του άρθρου 671, προκειμένου να ανατεθεί η έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης. Ο Γενικός Επόπτης λαμβάνει από την αρμόδια Εισαγγελία κάθε αναγκαία πληροφορία σχετικά με την πορεία της υπόθεσης, όπως η τελεσιδικία ή το αμετάκλητο αυτής, καθώς και αντίγραφα των αποφάσεων και των πρακτικών.
  5. Η διαπιστωτική πράξη του Επόπτη με την οποία επιβάλλεται το διοικητικό μέτρο της αργίας προσβάλλεται μόνο δικαστικά, με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

Άρθρο 720

Ιδιάζουσα δωσιδικία, εξαίρεση από συνοπτική διαδικασία και ειδικές προβλέψεις για την προστασία των ζώων

  1. Οι δήμαρχοι και οι περιφερειάρχες υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία της περ. δ) του άρθρου 110 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96).
  2. Για τα πλημμελήματα των αιρετών της παρ. 1 καθώς και των αντιδημάρχων, αναπληρωτών περιφερειαρχών και αντιπεριφερειαρχών, τα οποία διαπράττονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και εξαιτίας αυτών, δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 275 και 417 έως 426 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
  3. Τα πρόσωπα του άρθρου 40 του ν. 4830/2021 (Α’ 169), δεν διώκονται ποινικά για αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων του άρθρου 10 του ν. 4830/2021.

 

Άρθρο 721

Κατά προτεραιότητα εκδίκαση υποθέσεων αιρετών οργάνων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Οι υποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 719, περί του διοικητικού μέτρου αργίας, που αφορούν ειδικά σε δημάρχους και περιφερειάρχες εκδικάζονται από το δικαστήριο, κατά απόλυτη προτεραιότητα, και δεν χορηγείται αναβολή παρά μόνο για εξαιρετικούς λόγους. Αν χορηγηθεί αναβολή, τότε ορίζεται δικάσιμος κατά απόλυτη προτεραιότητα.

 

Άρθρο 722

Παύση αιρετών οργάνων δήμων και περιφερειών

  1. Περιφερειάρχες, αναπληρωτές περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, δήμαρχοι, αντιδήμαρχοι, δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι, εκπρόσωποι δημοτικών κοινοτήτων και μέλη συμβουλίων δημοτικής κοινότητας δύναται να παυθούν για σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος ή σε περίπτωση αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων τους για λόγους υγείας, μετά από απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη έκθεση του Γενικού Επόπτη και σύμφωνη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου του άρθρου 710, περί σύνθεσης και συγκρότησης πειθαρχικού συμβουλίου μετά από συνεδρίαση της ολομέλειας αυτού.
  2. Για σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και με τη διαδικασία της παρ. 1, δύναται να διαλυθεί ένα δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο. Η διάλυση αυτή επιφέρει και τη διάλυση των συμβουλίων των δημοτικών κοινοτήτων, καθώς και την παύση των εκπροσώπων των δημοτικών κοινοτήτων. Στην περίπτωση αυτή γίνεται νέα εκλογή σύμφωνα με το άρθρο 78, περί εκλογής εξαιτίας διάλυσης συμβουλίων.
  3. Κατά της απόφασης της παρ. 1 που διατάσσει την παύση, ο παυθείς δύναται να ασκήσει προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίησή της σε αυτόν.

 

Άρθρο 723

Κοινοποιήσεις Κεφαλαίων Γ΄ και Δ΄

Για τη διενέργεια των κοινοποιήσεων των Κεφαλαίων Γ΄ και Δ΄ από την Υπηρεσία Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 138 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26).

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ – ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΤΕΛΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΜΕΡΟΥΣ Β΄

 

Άρθρο 724

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες για τη διαδικασία ενημέρωσης των υπόχρεων δήμων, περιφερειών και των νομικών τους προσώπων για την απόδοση του παράβολου στον προσφεύγοντα και κάθε αναγκαίο τεχνικό ζήτημα για την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 691, περί δικαιώματος άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής. Με όμοια απόφαση ορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία διάθεσης των εσόδων από το παράβολο για την εφαρμογή του τρίτου εδαφίου της παρ. 3 του ως άνω άρθρου.
  2. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο τεχνικό ή διαδικαστικό ζήτημα για την τήρηση του αρχείου του άρθρου 704.

 

Άρθρο 725

Μεταβατικές διατάξεις

  1. α) Μέχρι την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 684, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, για την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., ο έλεγχος νομιμότητας των πράξεων συνεχίζει να ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 225, 226, των παρ. 1 έως 5 του άρθρου 227 καθώς και των άρθρων 230 και 231 του ν. 3852/2010 (Α’ 87), από τον Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης, τις Ειδικές Επιτροπές του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α΄ 114), καθώς και τις Επιτροπές Ελέγχου των Πράξεων του άρθρου 68 του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (π.δ. 30/1996, Α΄ 21), με παράταση της θητείας των μελών τους, μέχρι την κατάργησή τους, με την απόφαση της περ. β)..

β) Μετά την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., τα ανωτέρω όργανα συνεχίζουν να λειτουργούν, εφαρμόζοντας τις ίδιες διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο έκδοσης της ελεγχόμενης πράξης, μέχρι την εκκαθάριση των εκκρεμών σε αυτών υποθέσεων, οπότε και διαπιστώνεται η κατάργησή τους, με απόφαση του οικείου Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης.

  1. α) Μέχρι την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 684 για την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., ο πειθαρχικός έλεγχος συνεχίζει να ασκείται σύμφωνα με τα άρθρα 233, 234 και 238 του ν. 3852/2010 από τον Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης και τα πειθαρχικά συμβούλια, με παράταση της θητείας των μελών τους, μέχρι την κατάργησή τους με την απόφαση της περ. β).

β) Μετά την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., οι πειθαρχικές υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων, συνεχίζουν να εξετάζονται από αυτά, σύμφωνα με τα άρθρα 233 και 234 του ν. 3852/2010. Τα πειθαρχικά συμβούλια συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι την εκκαθάριση των εκκρεμών σε αυτών υποθέσεων, οπότε και διαπιστώνεται η κατάργησή τους, με απόφαση του οικείου Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης.

γ) Μετά την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., οι πειθαρχικές υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης και για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί παραπεμπτήριο έγγραφο, διαβιβάζονται στον Γενικό Επόπτη και εξετάζονται σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 233 του ν. 3852/2010 και τις διατάξεις του Κεφαλαίου Γ’ του Μέρους Β’ του παρόντος Βιβλίου, περί πειθαρχικής ευθύνης, με εξαίρεση τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 708, περί πειθαρχικής ευθύνης.

  1. α) Μέχρι την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 684, για την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., εξακολουθούν να ισχύουν τα άρθρα 236, 236Α και 237 του ν. 3852/2010. Οι διαπιστωτικές πράξεις του Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης για την επιβολή των διοικητικών μέτρων της αργίας και της έκπτωσης προσβάλλονται μόνο δικαστικά, με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

β) Μετά την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., τα άρθρα 236 και 236Α του ν. 3852/2010, εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον οι σχετικές αποφάσεις και πράξεις του αρμόδιου δικαστηρίου και δικαστικού συμβουλίου, αντίστοιχα, οι οποίες επιφέρουν το διοικητικό μέτρο της έκπτωσης και της αργίας, δημοσιεύτηκαν σε προγενέστερο χρόνο της έναρξης λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. Η διαπιστωτική πράξη της έκπτωσης και της αργίας εκδίδεται από τον Επόπτη σύμφωνα με τα άρθρα 717, περί διοικητικού μέτρου έκπτωσης, λόγω καταδίκης και 718, περί λοιπών περιπτώσεων επιβολής διοικητικού μέτρου έκπτωσης αιρετών οργάνων, αντίστοιχα.

γ) Μετά την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου του άρθρου 237 του ν. 3852/2010 διαβιβάζονται από τον Γενικό Επόπτη στο πειθαρχικό συμβούλιο του άρθρου 710 και εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 237 του ν. 3852/2010.

  1. Από την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 684 για την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. έως την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 4 του άρθρου 684 για την έναρξη λειτουργίας του Πληροφοριακού Συστήματος Νομιμότητας Ο.Τ.Α., οι διατάξεις του παρόντος Βιβλίου, μεταξύ των οποίων και η διαχείριση και διακίνηση όλων των σχετικών με την πειθαρχική διαδικασία μη διαβαθμισμένων, περιορισμένης χρήσης και εμπιστευτικών εισερχόμενων και εξερχόμενων εγγράφων, εφαρμόζονται με τη χρήση του εν λειτουργία Συστήματος Ηλεκτρονικής Διακίνησης Εγγράφων (Σ.Η.Δ.Ε.) ΙΡΙΔΑ 2.0 (Σ.Η.Δ.Ε. ΙΡΙΔΑ 2.0) του Υπουργείου Εσωτερικών. Κάθε ειδική διοικητική προσφυγή του άρθρου 691, περί δικαιώματος άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής, και κάθε αναφορά του άρθρου 665, περί αρμοδιοτήτων τμήματος αυτεπάγγελτου ελέγχου, υποβάλλεται στην επίσημη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α.

Κάθε Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. εξετάζει τις υποθέσεις που εμπίπτουν στα χωρικά της όρια, οι οποίες ανατίθενται σε αυτήν από τον Γενικό Επόπτη.

  1. Εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα, οι οποίες σχετίζονται με πειθαρχικά παραπτώματα δημάρχων ή περιφερειαρχών για τα οποία τους έχουν επιβληθεί πειθαρχικές ποινές ή το διοικητικό μέτρο της αργίας, εκδικάζονται κατά απόλυτη προτεραιότητα εντός ενενήντα (90) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα.

 

Άρθρο 726

Τελική διάταξη

Για την κάλυψη των αναγκών της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. σε ζητήματα διοικητικής, τεχνικής και οικονομικής φύσης, όπως η διενέργεια προμηθειών, η διαχείριση της υπηρεσιακής κατάστασης και μισθοδοσίας του προσωπικού, καθώς και η λειτουργία του Πληροφοριακού Συστήματος του άρθρου 671, οι οργανικές θέσεις του Υπουργείου Εσωτερικών αυξάνονται κατά επτά (7) προκειμένου να κατανεμηθούν ως εξής:

α) Στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και Διοικητικής Υποστήριξης:

αα) Τέσσερις (4) θέσεις κλάδου και ειδικότητας ΠΕ Διοικητικού – Οικονομικού,

αβ) δύο (2) θέσεις κλάδου και ειδικότητας ΤΕ Διοικητικού – Λογιστικού.

β) Στη Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης: Μία (1) θέση κλάδου ΠΕ Πληροφορικής και ειδικότητας ΠΕ Πληροφορικής (SOFTWARE).

  • 3 Ιουνίου 2026, 23:21 | Σταματακη Δημητρα

    Η συγκεκριμένη τροπολογία δεν είναι μόνο λανθασμένη αλλά και επικίνδυνη.Δεν προστατεύει κανέναν ,δημιουργεί πολίτες δύο ταχυτήτων,ένας απλός πολίτης αν κακοποιησει ένα ζώο θα τιμωρηθεί και εννοείται πως πρέπει να τιμωρηθεί.Οι αιρετοι ,δήμαρχοι ,αντιδήμαρχοι δεν μπορούν να είναι στο απυρόβλητο με πρόσχημα την δήθεν προστασία τους.Ο νόμος 4830/21 ορίζει ρητά για την ευζωια και διαχείριση των αδέσποτων ζώων τους δήμους.Αν περάσει αυτή η τροπολογία αυτομάτως ο νόμος καταργείται,εκτός και αν ο στόχος είναι αυτός.Ηδη γίνονται εγκλήματα σε βάρος των ζώων ελλειπής διαχείριση,κυνοκομεια -κολαστηρια,εγκαταλείψεις στα βουνά,στις χωματερές,αν ψηφιστεί η τροπολογία αυτά τα φαινόμενα θα μεγιστοποιηθούν.Επιτελους αν θέλουμε να περιορίσουμε τα αδέσποτα ζώα ,αν θέλουμε να είμαστε ευρωπαϊκή χώρα ισάξια των άλλων τότε ο νόμος θα πρέπει να ισχύσει απαρεκλιτα φέρνοντας υπό των ευθυνών τους όλους όσους εμπλέκονται με την διαχείριση των αδέσποτων ζώων.-

  • 3 Ιουνίου 2026, 23:58 | Αναστασία Γαβριλιώτη

    Σχόλιο επί του άρθρου 720 παρ. 3
    Η προτεινόμενη τροπολογία στον Ν. 4830/2021 είναι λανθασμένη, επικίνδυνη και οπισθοδρομική
    Η προτεινόμενη τροπολογία που αφορά την ποινική μεταχείριση των Δημάρχων, Αντιδημάρχων, Περιφερειαρχών και των αρμόδιων υπαλλήλων για τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων, εισάγει μια προκλητική «ασυλία» και αποτελεί σοβαρό πλήγμα τόσο για το Κράτος Δικαίου όσο και για την προστασία των ζώων στην Ελλάδα.
    Με το πρόσχημα της εύρυθμης λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η τροπολογία αυτή ουσιαστικά απονευρώνει τον Νόμο 4830/2021 και αμνηστεύει την εγκληματική αμέλεια.
    Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η τροπολογία αυτή είναι θεμελιωδώς λανθασμένη επικεντρώνονται στα εξής σημεία:
    1. Θεσμοθέτηση του «ανεύθυνου» για την εγκληματική αμέλεια (Παράλειψη Καθήκοντος)
    Η διάταξη που ορίζει ότι οι υπεύθυνοι «δεν διώκονται ποινικά για αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή» είναι η πιο επικίνδυνη.
    Στην πράξη, αν ένας Δήμος αδιαφορήσει πλήρως για τη δημιουργία δομών, αν αφήσει αγέλες πεινασμένων ή άρρωστων ζώων χωρίς φροντίδα, ή αν ένα αδέσποτο επιτεθεί σε πολίτη επειδή ο Δήμος παρέλειψε να το περισυλλέξει και να το περιθάλψει, δεν θα υπάρχει καμία ποινική ευθύνη.
    Η παράλειψη στην προστασία των ζώων συχνά ισοδυναμεί με βασανισμό (π.χ. ζώα που πεθαίνουν από ασιτία ή ασθένειες σε δημοτικά «καταφύγια-κολαστήρια»). Η τροπολογία νομιμοποιεί την αδράνεια.
    2. Δημιουργία «πολιτών δύο ταχυτήτων» και κατάργηση του Αυτοφώρου
    Η εξαίρεση των αιρετών από τη συνοπτική διαδικασία του αυτοφώρου (άρθρα 275 και 417-426 ΚΠΔ) για αδικήματα που σχετίζονται με τα καθήκοντά τους, δημιουργεί μια προνομιακή κάστα.
    Ενώ ένας απλός πολίτης που θα υποπέσει σε πλημμέλημα (ή θα κατηγορηθεί για κακοποίηση/αμέλεια ζώου) οδηγείται αμέσως στο αυτόφωρο, ο Δήμαρχος ή ο Αντιδήμαρχος θα απολαμβάνουν το προνόμιο μιας μακρόσυρτης δικαστικής διαδικασίας.
    Αυτό παραβιάζει κατάφωρα τη συνταγματική αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου.
    3. Πλήρης αποδυνάμωση του Νόμου 4830/2021
    Ο Νόμος 4830/2021 ψηφίστηκε με σκοπό να ξεκαθαρίσει ότι οι Δήμοι έχουν την απόλυτη και αποκλειστική ευθύνη για τη διαχείριση των αδέσποτων, θεσπίζοντας μάλιστα αυστηρές κυρώσεις για την αμέλεια.
    Με την παρούσα τροπολογία, ο νόμος μετατρέπεται σε «κενό γράμμα».
    Αν αφαιρεθεί η απειλή της ποινικής δίωξης, οι Δήμοι δεν θα έχουν κανένα ουσιαστικό κίνητρο ή πίεση να επενδύσουν πόρους, χρόνο και προσωπικό για την ευζωία των ζώων.
    4. Μετακύλιση του βάρους στις Φιλοζωικές και τους Εθελοντές
    Όταν οι Δήμαρχοι απαλλάσσονται από την ευθύνη της παράλειψης, το τεράστιο βάρος της περισυλλογής, περίθαλψης και σίτισης των αδέσποτων πέφτει και πάλι αποκλειστικά στις πλάτες των εθελοντών και των φιλοζωικών σωματείων. Οι πολίτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν δημοτικά τέλη για υπηρεσίες που οι Δήμοι θα μπορούν πλέον να «παραλείπουν» να παρέχουν, χωρίς καμία επίπτωση.
    Σύνοψη
    Η τροπολογία αυτή δεν προστατεύει τους αιρετούς από «κακόβουλες μηνύσεις» (όπως συχνά υποστηρίζεται), αλλά τους απαλλάσσει από τις βασικές τους υποχρεώσεις. Η θεσμική προστασία των ζώων στην Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερη λογοδοσία, αλλά περισσότερη. Η ψήφιση αυτής της διάταξης αποτελεί ξεκάθαρο βήμα προς τα πίσω, που θα οδηγήσει σε αύξηση των αδέσποτων, υποβάθμιση της δημόσιας ασφάλειας και ασύδοτη κακοποίηση ζώων λόγω κρατικής αδιαφορίας. Πρέπει να αποσυρθεί άμεσα.

  • 3 Ιουνίου 2026, 23:48 | Δελακοβία Σταματική

    Η προτεινόμενη τροπολογία στον Ν. 4830/2021 είναι λανθασμένη, επικίνδυνη και οπισθοδρομική
    Η προτεινόμενη τροπολογία που αφορά την ποινική μεταχείριση των Δημάρχων, Αντιδημάρχων, Περιφερειαρχών και των αρμόδιων υπαλλήλων για τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων, εισάγει μια προκλητική «ασυλία» και αποτελεί σοβαρό πλήγμα τόσο για το Κράτος Δικαίου όσο και για την προστασία των ζώων στην Ελλάδα.
    Με το πρόσχημα της εύρυθμης λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η τροπολογία αυτή ουσιαστικά απονευρώνει τον Νόμο 4830/2021 και αμνηστεύει την εγκληματική αμέλεια.
    Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η τροπολογία αυτή είναι θεμελιωδώς λανθασμένη επικεντρώνονται στα εξής σημεία:
    1. Θεσμοθέτηση του «ανεύθυνου» για την εγκληματική αμέλεια (Παράλειψη Καθήκοντος)
    Η διάταξη που ορίζει ότι οι υπεύθυνοι «δεν διώκονται ποινικά για αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή» είναι η πιο επικίνδυνη.
    Στην πράξη, αν ένας Δήμος αδιαφορήσει πλήρως για τη δημιουργία δομών, αν αφήσει αγέλες πεινασμένων ή άρρωστων ζώων χωρίς φροντίδα, ή αν ένα αδέσποτο επιτεθεί σε πολίτη επειδή ο Δήμος παρέλειψε να το περισυλλέξει και να το περιθάλψει, δεν θα υπάρχει καμία ποινική ευθύνη.
    Η παράλειψη στην προστασία των ζώων συχνά ισοδυναμεί με βασανισμό (π.χ. ζώα που πεθαίνουν από ασιτία ή ασθένειες σε δημοτικά «καταφύγια-κολαστήρια»). Η τροπολογία νομιμοποιεί την αδράνεια.
    2. Δημιουργία «πολιτών δύο ταχυτήτων» και κατάργηση του Αυτοφώρου
    Η εξαίρεση των αιρετών από τη συνοπτική διαδικασία του αυτοφώρου (άρθρα 275 και 417-426 ΚΠΔ) για αδικήματα που σχετίζονται με τα καθήκοντά τους, δημιουργεί μια προνομιακή κάστα.
    Ενώ ένας απλός πολίτης που θα υποπέσει σε πλημμέλημα (ή θα κατηγορηθεί για κακοποίηση/αμέλεια ζώου) οδηγείται αμέσως στο αυτόφωρο, ο Δήμαρχος ή ο Αντιδήμαρχος θα απολαμβάνουν το προνόμιο μιας μακρόσυρτης δικαστικής διαδικασίας.
    Αυτό παραβιάζει κατάφωρα τη συνταγματική αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου.
    3. Πλήρης αποδυνάμωση του Νόμου 4830/2021
    Ο Νόμος 4830/2021 ψηφίστηκε με σκοπό να ξεκαθαρίσει ότι οι Δήμοι έχουν την απόλυτη και αποκλειστική ευθύνη για τη διαχείριση των αδέσποτων, θεσπίζοντας μάλιστα αυστηρές κυρώσεις για την αμέλεια.
    Με την παρούσα τροπολογία, ο νόμος μετατρέπεται σε «κενό γράμμα».
    Αν αφαιρεθεί η απειλή της ποινικής δίωξης, οι Δήμοι δεν θα έχουν κανένα ουσιαστικό κίνητρο ή πίεση να επενδύσουν πόρους, χρόνο και προσωπικό για την ευζωία των ζώων.
    4. Μετακύλιση του βάρους στις Φιλοζωικές και τους Εθελοντές
    Όταν οι Δήμαρχοι απαλλάσσονται από την ευθύνη της παράλειψης, το τεράστιο βάρος της περισυλλογής, περίθαλψης και σίτισης των αδέσποτων πέφτει και πάλι αποκλειστικά στις πλάτες των εθελοντών και των φιλοζωικών σωματείων. Οι πολίτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν δημοτικά τέλη για υπηρεσίες που οι Δήμοι θα μπορούν πλέον να «παραλείπουν» να παρέχουν, χωρίς καμία επίπτωση.
    Σύνοψη
    Η τροπολογία αυτή δεν προστατεύει τους αιρετούς από «κακόβουλες μηνύσεις» (όπως συχνά υποστηρίζεται), αλλά τους απαλλάσσει από τις βασικές τους υποχρεώσεις. Η θεσμική προστασία των ζώων στην Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερη λογοδοσία, αλλά περισσότερη. Η ψήφιση αυτής της διάταξης αποτελεί ξεκάθαρο βήμα προς τα πίσω, που θα οδηγήσει σε αύξηση των αδέσποτων, υποβάθμιση της δημόσιας ασφάλειας και ασύδοτη κακοποίηση ζώων λόγω κρατικής αδιαφορίας. Πρέπει να αποσυρθεί άμεσα.

  • 3 Ιουνίου 2026, 23:40 | Χριστίνα Νομικού

    Αυτό που προτείνεται στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 720 του προτεινόμενου από το Υπουργείο Εσωτερικών Σχεδίου Νόμου με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» είναι απαράδεκτο, σε μια Ελλάδα που τα ζώα υποφέρουν εξαιτίας των παραλείψεων. Παραλείψεις από ανεύθυνους ιδιοκτήτες, παραλείψεις τρομερές από Δήμους και βέβαια παραλείψεις από άλλους αρμόδιους φορείς.
    Κάθε μέρα καταγγελίες για τις άθλιες συνθήκες που ζουν τα αδέσποτα ζώα, εξαιτία της ανευθυνότητας των Δήμων.
    H προτεινόμενη αποποινικοποίηση αναφορικά σε ‘αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων’ από τους Δήμους είναι τόσο γενική και αφηρημένη, ώστε να καταλαμβάνει και εγκλήματα, που προσβάλλουν άλλα έννομα αγαθά, και τα οποία δύναται να διαπράττουν οι αρμόδιοι ‘κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων του άρθρου 10 του ν. 4830/2021’, όπως εκείνο της παράβασης καθήκοντος (αρ. 259 Π.Κ.), καθώς και εκείνο της κακοποίησης, της κακής και βάναυσης μεταχείρισης ζώου αμφότερα τελούμενα δια παραλείψεως. Μάλιστα, ως έχει διατυπωμένη η προτεινόμενη διάταξη, δύναται να ερμηνευθεί ότι η παράλειψη εκ μέρους των οργάνων του Δήμου ανάληψης δράσεωνπερισυλλογής, καταγραφής, στείρωσης, ηλεκτρονικής σήμανσης, κτηνιατρικής εξέτασης και περίθαλψης, προσωρινής φιλοξενίας σε χώρους δημοτικών καταφυγίων ή/και επανένταξης στο φυσικό τους περιβάλλον, που οδηγεί και συνδέεται αιτιωδώς με τον υπερπληθυσμό, την εξαθλίωση και ως εκ τούτου την κακοποίηση, την κακή και βάναυση μεταχείριση των αδέσποτων ζώων, θα στερείται ποινικής αξιολόγησης και τιμωρίας των υπαιτίων, παρά το γεγονός ότι ο Ν. 4830/2021 έχει αναθέσει το σχετικό καθήκον συγκεκριμένα στα πρόσωπα αυτά (υπαλλήλους, αντιδημάρχους ή εντεταλμένους συμβούλους), τα οποία φέρουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση

  • 3 Ιουνίου 2026, 23:10 | Φωτεινή Σιάκκα

    Αυτό που προτείνεται στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 720 του προτεινόμενου από το Υπουργείο Εσωτερικών Σχεδίου Νόμου με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» είναι ανήκουστο, σε μια Ελλάδα που τα ζώα υποφέρουν εξαιτίας των παραλείψεων. Παραλείψεις από ανεύθυνους ιδιοκτήτες, παραλείψεις τρομερές από Δήμους και βέβαια παραλείψεις από άλλους αρμόδιους φορείς.
    Κάθε μέρα καταγγελίες για τις άθλιες συνθήκες που ζουν τα αδέσποτα ζώα, εξαιτία της ανευθυνότητας των Δήμων.
    Η Πανελλαδική Φιλοζωική και Περιβαλλοντική Ομοσπονδία αγωνίζεται να υποστηρίξει τα Φιλοζωικά Σωματεία Μέλη της, αλλά και όποιον εθελοντή, όποια εθελόντρια ζητήσει βοήθεια, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζουν πλήρη αδιαφορία από τον δήμο που ανήκουν.
    Δημάρχοι και αντιδημάρχοι μόνη έγνοια έχουν να ξεφορτωθούν τα αδέσποτα από την πόλη. Κι εκεί που ζητάμε να υπάρχουν αυστηροί έλεγχοι πανελλαδικά, να τηρείται η νομοθεσία, έστω αυτή που υπάρχει, βλέπουμε στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 720 του προτεινόμενου από το Υπουργείο Εσωτερικών Σχεδίου Νόμου με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» να γράφει:
    3. Τα πρόσωπα του άρθρου 40 του ν. 4830/2021 (Α’ 169), δεν διώκονται ποινικά για αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων του άρθρου 10 του ν. 4830/2021.

    Και τι λέει το Αρθρο 10 του ν. 4830/2021 ορίζει
    Αρμοδιότητες και υποχρεώσεις των δήμων και το Άρθρο 40
    Υπεύθυνος για θέματα ζώων συντροφιάς – Διαδικασία τροποποίησης του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων
    1. Κάθε δήμος οφείλει να ορίζει υπάλληλο ή αντιδήμαρχο ή εντεταλμένο σύμβουλο υπεύθυνο για θέματα ζώων συντροφιάς, επιφορτισμένο να μεριμνά για την εύρυθμη υλοποίηση του προγράμματος διαχείρισης αδέσποτων ζώων.

    Το Υπουργείο Εσωτερικών τι προσπαθεί να κάνει; Αντί να τιμωρεί τους Δήμους για τις παραλείψεις τους σχετικά με τα ζώα, η προτεινόμενη ρύθμιση καταργεί ουσιαστικά την ποινική λογοδοσία για την αδράνεια των αρμοδίων δημοτικών οργάνων, παρά το γεγονός ότι αυτά φέρουν εκ του νόμου την ευθύνη για τη διαχείριση και προστασία των αδέσποτων ζώων συντροφιάς.

    Διαφωνούμε με τα απαράδεκτα που προτείνει το Υπουργείο Εσωτερικών.

  • 3 Ιουνίου 2026, 23:29 | Δεσποινα Αβραμιδου

    Η τροπολογία αυτή δεν προστατεύει τους αιρετούς από «κακόβουλες μηνύσεις» (όπως συχνά υποστηρίζεται), αλλά τους απαλλάσσει από τις βασικές τους υποχρεώσεις. Η θεσμική προστασία των ζώων στην Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερη λογοδοσία, αλλά περισσότερη. Η ψήφιση αυτής της διάταξης αποτελεί ξεκάθαρο βήμα προς τα πίσω, που θα οδηγήσει σε αύξηση των αδέσποτων, υποβάθμιση της δημόσιας ασφάλειας και ασύδοτη κακοποίηση ζώων λόγω κρατικής αδιαφορίας. Πρέπει να αποσυρθεί άμεσα.

  • 3 Ιουνίου 2026, 23:19 | Πανελλήνια Ομοσπονδια Νέμεσις

    Άρθρο 721
    Κατά προτεραιότητα εκδίκαση υποθέσεων αιρετών οργάνων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης

    Η προτεινόμενη τροπολογία που αφορά την ποινική μεταχείριση των Δημάρχων, Αντιδημάρχων, Περιφερειαρχών και των αρμόδιων υπαλλήλων για τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων, εισάγει μια προκλητική «ασυλία» και αποτελεί σοβαρό πλήγμα τόσο για το Κράτος Δικαίου όσο και για την προστασία των ζώων στην Ελλάδα.
    Με το πρόσχημα της εύρυθμης λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η τροπολογία αυτή ουσιαστικά απονευρώνει τον Νόμο 4830/2021 και αμνηστεύει την εγκληματική αμέλεια.
    Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η τροπολογία αυτή είναι θεμελιωδώς λανθασμένη επικεντρώνονται στα εξής σημεία:
    1. Θεσμοθέτηση του «ανεύθυνου» για την εγκληματική αμέλεια (Παράλειψη Καθήκοντος)
    Η διάταξη που ορίζει ότι οι υπεύθυνοι «δεν διώκονται ποινικά για αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή» είναι η πιο επικίνδυνη.
    Στην πράξη, αν ένας Δήμος αδιαφορήσει πλήρως για τη δημιουργία δομών, αν αφήσει αγέλες πεινασμένων ή άρρωστων ζώων χωρίς φροντίδα, ή αν ένα αδέσποτο επιτεθεί σε πολίτη επειδή ο Δήμος παρέλειψε να το περισυλλέξει και να το περιθάλψει, δεν θα υπάρχει καμία ποινική ευθύνη.
    Η παράλειψη στην προστασία των ζώων συχνά ισοδυναμεί με βασανισμό (π.χ. ζώα που πεθαίνουν από ασιτία ή ασθένειες σε δημοτικά «καταφύγια-κολαστήρια»). Η τροπολογία νομιμοποιεί την αδράνεια.
    2. Δημιουργία «πολιτών δύο ταχυτήτων» και κατάργηση του Αυτοφώρου
    Η εξαίρεση των αιρετών από τη συνοπτική διαδικασία του αυτοφώρου (άρθρα 275 και 417-426 ΚΠΔ) για αδικήματα που σχετίζονται με τα καθήκοντά τους, δημιουργεί μια προνομιακή κάστα.
    Ενώ ένας απλός πολίτης που θα υποπέσει σε πλημμέλημα (ή θα κατηγορηθεί για κακοποίηση/αμέλεια ζώου) οδηγείται αμέσως στο αυτόφωρο, ο Δήμαρχος ή ο Αντιδήμαρχος θα απολαμβάνουν το προνόμιο μιας μακρόσυρτης δικαστικής διαδικασίας.
    Αυτό παραβιάζει κατάφωρα τη συνταγματική αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου.
    3. Πλήρης αποδυνάμωση του Νόμου 4830/2021
    Ο Νόμος 4830/2021 ψηφίστηκε με σκοπό να ξεκαθαρίσει ότι οι Δήμοι έχουν την απόλυτη και αποκλειστική ευθύνη για τη διαχείριση των αδέσποτων, θεσπίζοντας μάλιστα αυστηρές κυρώσεις για την αμέλεια.
    Με την παρούσα τροπολογία, ο νόμος μετατρέπεται σε «κενό γράμμα».
    Αν αφαιρεθεί η απειλή της ποινικής δίωξης, οι Δήμοι δεν θα έχουν κανένα ουσιαστικό κίνητρο ή πίεση να επενδύσουν πόρους, χρόνο και προσωπικό για την ευζωία των ζώων.
    4. Μετακύλιση του βάρους στις Φιλοζωικές και τους Εθελοντές
    Όταν οι Δήμαρχοι απαλλάσσονται από την ευθύνη της παράλειψης, το τεράστιο βάρος της περισυλλογής, περίθαλψης και σίτισης των αδέσποτων πέφτει και πάλι αποκλειστικά στις πλάτες των εθελοντών και των φιλοζωικών σωματείων. Οι πολίτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν δημοτικά τέλη για υπηρεσίες που οι Δήμοι θα μπορούν πλέον να «παραλείπουν» να παρέχουν, χωρίς καμία επίπτωση.
    Σύνοψη
    Η τροπολογία αυτή δεν προστατεύει τους αιρετούς από «κακόβουλες μηνύσεις» (όπως συχνά υποστηρίζεται), αλλά τους απαλλάσσει από τις βασικές τους υποχρεώσεις. Η θεσμική προστασία των ζώων στην Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερη λογοδοσία, αλλά περισσότερη. Η ψήφιση αυτής της διάταξης αποτελεί ξεκάθαρο βήμα προς τα πίσω, που θα οδηγήσει σε αύξηση των αδέσποτων, υποβάθμιση της δημόσιας ασφάλειας και ασύδοτη κακοποίηση ζώων λόγω κρατικής αδιαφορίας. Πρέπει να αποσυρθεί άμεσα.

  • 3 Ιουνίου 2026, 22:14 | ΑΝΔΡΙΑΝΑ ΤΣΑΓΚΑ

    Η γενικότητα της παραγράφου 3 του άρθρου 720 με την απόλυτη φράση «δεν διώκονται ποινικά» θα επιφέρει και την πλήρη απραξία των δήμων. Όποιοι δήμοι κάνουν ενέργειες περισυλλογής με σκοπό τη στειρωση, τη σημανση και γενικά τη διαχειριση των ζωων τις κάνουν από φοβο της ποινικής διώξης. Με το άρθρο αυτό χωρίς εξαιρέσεις απαλλάσσονται ευθυνών άρα απαλλάσσονται και από την υποχρεωση περισυλλογής και μετεπειτα διαχειρισης ενός ζώου. Πρέπει να γινει κατανοητό ότι οι δήμοι κάνουν δράσεις διαχειρισης των αδεσποτων αυτή τη στιγμή όχι γιατι το θέλουν ή από την πολύ φιλοζωία, αλλά επειδή φοβουνται το ποινικό κομματι αν δεν κανουν κάτι. Καταργηση αυτού έμμεση κατάργηση της ευθυνης τους να διαχειριστουν τα αδεσποτα εμμεση κατάργηση του άρθρου 10 του Ν 4830

  • 3 Ιουνίου 2026, 22:44 | Βασιλική Παπαναστασιου

    Ο προτεινόμενος αποκλεισμός ποινικής δίωξης των προσώπων του άρθρου 40 του ν. 4830/2021 για αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων δημιουργεί σοβαρά ζητήματα λογοδοσίας και προστασίας της ευζωίας των ζώων.

    Η διάταξη αυτή εισάγει ένα ιδιότυπο καθεστώς ατιμωρησίας για δημόσια όργανα και αρμόδιους φορείς, τη στιγμή που η αποτελεσματική εφαρμογή του ν. 4830/2021 προϋποθέτει ακριβώς το αντίθετο: σαφείς ευθύνες, έλεγχο και δυνατότητα αναζήτησης ευθυνών σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης αδράνειας ή παράλειψης.

    Η περισυλλογή, περίθαλψη και προστασία των αδέσποτων ζώων αποτελεί θεσμοθετημένη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών. Η πλήρης απαλλαγή από ποινική ευθύνη για παραλείψεις μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα εγκατάλειψης καθηκόντων, καθυστερήσεων στην αντιμετώπιση περιστατικών κακοποίησης ή τραυματισμένων ζώων και εν τέλει σε υποβάθμιση του επιπέδου προστασίας που ο ίδιος ο νόμος επιδιώκει να διασφαλίσει.

    Επιπλέον, η διάταξη δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ πολιτών, εθελοντών, φιλοζωικών οργανώσεων και δημοσίων λειτουργών, καθώς οι πρώτοι εξακολουθούν να υπέχουν ευθύνες για πράξεις ή παραλείψεις τους, ενώ οι δεύτεροι απαλλάσσονται εκ προοιμίου από κάθε ποινική συνέπεια.

    Για τους λόγους αυτούς προτείνεται η απόσυρση της παραγράφου 3 ή, εναλλακτικά, η αναδιατύπωσή της ώστε να παρέχεται προστασία μόνο για περιπτώσεις καλόπιστης άσκησης καθηκόντων και όχι για σοβαρές ή αδικαιολόγητες παραλείψεις που θέτουν σε κίνδυνο την ευζωία και την προστασία των ζώων.

    Καταψηφίζουμε τη συγκεκριμένη διάταξη και ζητούμε την επανεξέτασή της.

  • 3 Ιουνίου 2026, 22:03 | Κωνσταντίνα Τριβιζα

    Στην πιο ανεύθυνη χώρα της Ευρώπης σχετικά με τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων, το άρθρο 720 παρ. 3, κινείται ακριβώς προς την ίδια κατεύθυνση… Είναι δυνατόν να μη φέρουν ευθύνη οι υπεύθυνοι;;;;;; Τόσα χρήματα και τα ζώα να πεθαίνουν, να αρρωσταίνουν, να εξαθλιωνονται μέσα στα δημοτικά καταφύγια, και αυτό που βρίσκουμε να προτείνουμε είναι το «ουδεμία ευθύνη φέρουν»; Είναι ντροπή.

  • 3 Ιουνίου 2026, 22:10 | Σοφία Κρεμμυδα

    Γιατί η προτεινόμενη τροπολογία στον Ν. 4830/2021 είναι λανθασμένη, επικίνδυνη και οπισθοδρομική
    ​Η προτεινόμενη τροπολογία που αφορά την ποινική μεταχείριση των Δημάρχων, Αντιδημάρχων, Περιφερειαρχών και των αρμόδιων υπαλλήλων για τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων, εισάγει μια προκλητική «ασυλία» και αποτελεί σοβαρό πλήγμα τόσο για το Κράτος Δικαίου όσο και για την προστασία των ζώων στην Ελλάδα.
    ​Με το πρόσχημα της εύρυθμης λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η τροπολογία αυτή ουσιαστικά απονευρώνει τον Νόμο 4830/2021 και αμνηστεύει την εγκληματική αμέλεια.
    ​Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η τροπολογία αυτή είναι θεμελιωδώς λανθασμένη επικεντρώνονται στα εξής σημεία:
    ​1. Θεσμοθέτηση του «ανεύθυνου» για την εγκληματική αμέλεια (Παράλειψη Καθήκοντος)
    ​Η διάταξη που ορίζει ότι οι υπεύθυνοι «δεν διώκονται ποινικά για αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή» είναι η πιο επικίνδυνη.
    ​Στην πράξη, αν ένας Δήμος αδιαφορήσει πλήρως για τη δημιουργία δομών, αν αφήσει αγέλες πεινασμένων ή άρρωστων ζώων χωρίς φροντίδα, ή αν ένα αδέσποτο επιτεθεί σε πολίτη επειδή ο Δήμος παρέλειψε να το περισυλλέξει και να το περιθάλψει, δεν θα υπάρχει καμία ποινική ευθύνη.
    ​Η παράλειψη στην προστασία των ζώων συχνά ισοδυναμεί με βασανισμό (π.χ. ζώα που πεθαίνουν από ασιτία ή ασθένειες σε δημοτικά «καταφύγια-κολαστήρια»). Η τροπολογία νομιμοποιεί την αδράνεια.
    ​2. Δημιουργία «πολιτών δύο ταχυτήτων» και κατάργηση του Αυτοφώρου
    ​Η εξαίρεση των αιρετών από τη συνοπτική διαδικασία του αυτοφώρου (άρθρα 275 και 417-426 ΚΠΔ) για αδικήματα που σχετίζονται με τα καθήκοντά τους, δημιουργεί μια προνομιακή κάστα.
    ​Ενώ ένας απλός πολίτης που θα υποπέσει σε πλημμέλημα (ή θα κατηγορηθεί για κακοποίηση/αμέλεια ζώου) οδηγείται αμέσως στο αυτόφωρο, ο Δήμαρχος ή ο Αντιδήμαρχος θα απολαμβάνουν το προνόμιο μιας μακρόσυρτης δικαστικής διαδικασίας.
    ​Αυτό παραβιάζει κατάφωρα τη συνταγματική αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου.
    ​3. Πλήρης αποδυνάμωση του Νόμου 4830/2021
    ​Ο Νόμος 4830/2021 ψηφίστηκε με σκοπό να ξεκαθαρίσει ότι οι Δήμοι έχουν την απόλυτη και αποκλειστική ευθύνη για τη διαχείριση των αδέσποτων, θεσπίζοντας μάλιστα αυστηρές κυρώσεις για την αμέλεια.
    ​Με την παρούσα τροπολογία, ο νόμος μετατρέπεται σε «κενό γράμμα».
    ​Αν αφαιρεθεί η απειλή της ποινικής δίωξης, οι Δήμοι δεν θα έχουν κανένα ουσιαστικό κίνητρο ή πίεση να επενδύσουν πόρους, χρόνο και προσωπικό για την ευζωία των ζώων.
    ​4. Μετακύλιση του βάρους στις Φιλοζωικές και τους Εθελοντές
    ​Όταν οι Δήμαρχοι απαλλάσσονται από την ευθύνη της παράλειψης, το τεράστιο βάρος της περισυλλογής, περίθαλψης και σίτισης των αδέσποτων πέφτει και πάλι αποκλειστικά στις πλάτες των εθελοντών και των φιλοζωικών σωματείων. Οι πολίτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν δημοτικά τέλη για υπηρεσίες που οι Δήμοι θα μπορούν πλέον να «παραλείπουν» να παρέχουν, χωρίς καμία επίπτωση.
    ​Σύνοψη
    ​Η τροπολογία αυτή δεν προστατεύει τους αιρετούς από «κακόβουλες μηνύσεις» (όπως συχνά υποστηρίζεται), αλλά τους απαλλάσσει από τις βασικές τους υποχρεώσεις. Η θεσμική προστασία των ζώων στην Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερη λογοδοσία, αλλά περισσότερη. Η ψήφιση αυτής της διάταξης αποτελεί ξεκάθαρο βήμα προς τα πίσω, που θα οδηγήσει σε αύξηση των αδέσποτων, υποβάθμιση της δημόσιας ασφάλειας και ασύδοτη κακοποίηση ζώων λόγω κρατικής αδιαφορίας. Πρέπει να αποσυρθεί άμεσα.

  • 3 Ιουνίου 2026, 22:23 | Μελίτα Κούρκουλου

    Η προτεινόμενη διατύπωση των άρθρων 707–708 περί ευθύνης αιρετών και υπαλλήλων ΟΤΑ δημιουργεί εύλογο προβληματισμό ως προς την αρχή της ισονομίας, της λογοδοσίας της διοίκησης και της αποτελεσματικής εφαρμογής της νομοθεσίας. Σε ένα κράτος δικαίου, η άσκηση δημόσιας εξουσίας οφείλει να συνοδεύεται από αντίστοιχη ευθύνη και λογοδοσία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για αρμοδιότητες που αφορούν ευάλωτα έμβια όντα, όπως τα αδέσποτα ζώα συντροφιάς.
    Για δεκαετίες, χιλιάδες ζώα στη χώρα μας έχουν βιώσει εγκατάλειψη, ασιτία, κακοποίηση ή παρατεταμένη παραμονή σε επανειλημμένα καταγγελλόμενες συνθήκες δημοτικών κυνοκομείων, ενώ συχνά καταγράφονται σοβαρές καθυστερήσεις ή παραλείψεις στην εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας.
    Ζητείται σαφής αναδιατύπωση ώστε να μην καταλείπεται περιθώριο ερμηνείας περί αποδυνάμωσης της λογοδοσίας ή περιορισμού των ουσιαστικών συνεπειών για σοβαρές παραλείψεις στην άσκηση αρμοδιοτήτων που αφορούν την προστασία των αδέσποτων ζώων. Η ευθύνη και η λογοδοσία της Πολιτείας και των οργάνων της δεν μπορεί να υπολείπεται της ευθύνης και λογοδοσίας που απαιτείται από κάθε πολίτης

  • 3 Ιουνίου 2026, 22:05 | Φιλοζωικός φιλανθρωπικός και πολιτιστικός σύλλογος Ορχομενού

    Γιατί η προτεινόμενη τροπολογία στον Ν. 4830/2021 είναι λανθασμένη, επικίνδυνη και οπισθοδρομική
    Η προτεινόμενη τροπολογία που αφορά την ποινική μεταχείριση των Δημάρχων, Αντιδημάρχων, Περιφερειαρχών και των αρμόδιων υπαλλήλων για τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων, εισάγει μια προκλητική «ασυλία» και αποτελεί σοβαρό πλήγμα τόσο για το Κράτος Δικαίου όσο και για την προστασία των ζώων στην Ελλάδα.
    Με το πρόσχημα της εύρυθμης λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η τροπολογία αυτή ουσιαστικά απονευρώνει τον Νόμο 4830/2021 και αμνηστεύει την εγκληματική αμέλεια.
    Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η τροπολογία αυτή είναι θεμελιωδώς λανθασμένη επικεντρώνονται στα εξής σημεία:
    1. Θεσμοθέτηση του «ανεύθυνου» για την εγκληματική αμέλεια (Παράλειψη Καθήκοντος)
    Η διάταξη που ορίζει ότι οι υπεύθυνοι «δεν διώκονται ποινικά για αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή» είναι η πιο επικίνδυνη.
    Στην πράξη, αν ένας Δήμος αδιαφορήσει πλήρως για τη δημιουργία δομών, αν αφήσει αγέλες πεινασμένων ή άρρωστων ζώων χωρίς φροντίδα, ή αν ένα αδέσποτο επιτεθεί σε πολίτη επειδή ο Δήμος παρέλειψε να το περισυλλέξει και να το περιθάλψει, δεν θα υπάρχει καμία ποινική ευθύνη.
    Η παράλειψη στην προστασία των ζώων συχνά ισοδυναμεί με βασανισμό (π.χ. ζώα που πεθαίνουν από ασιτία ή ασθένειες σε δημοτικά «καταφύγια-κολαστήρια»). Η τροπολογία νομιμοποιεί την αδράνεια.
    2. Δημιουργία «πολιτών δύο ταχυτήτων» και κατάργηση του Αυτοφώρου
    Η εξαίρεση των αιρετών από τη συνοπτική διαδικασία του αυτοφώρου (άρθρα 275 και 417-426 ΚΠΔ) για αδικήματα που σχετίζονται με τα καθήκοντά τους, δημιουργεί μια προνομιακή κάστα.
    Ενώ ένας απλός πολίτης που θα υποπέσει σε πλημμέλημα (ή θα κατηγορηθεί για κακοποίηση/αμέλεια ζώου) οδηγείται αμέσως στο αυτόφωρο, ο Δήμαρχος ή ο Αντιδήμαρχος θα απολαμβάνουν το προνόμιο μιας μακρόσυρτης δικαστικής διαδικασίας.
    Αυτό παραβιάζει κατάφωρα τη συνταγματική αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου.
    3. Πλήρης αποδυνάμωση του Νόμου 4830/2021
    Ο Νόμος 4830/2021 ψηφίστηκε με σκοπό να ξεκαθαρίσει ότι οι Δήμοι έχουν την απόλυτη και αποκλειστική ευθύνη για τη διαχείριση των αδέσποτων, θεσπίζοντας μάλιστα αυστηρές κυρώσεις για την αμέλεια.
    Με την παρούσα τροπολογία, ο νόμος μετατρέπεται σε «κενό γράμμα».
    Αν αφαιρεθεί η απειλή της ποινικής δίωξης, οι Δήμοι δεν θα έχουν κανένα ουσιαστικό κίνητρο ή πίεση να επενδύσουν πόρους, χρόνο και προσωπικό για την ευζωία των ζώων.
    4. Μετακύλιση του βάρους στις Φιλοζωικές και τους Εθελοντές
    Όταν οι Δήμαρχοι απαλλάσσονται από την ευθύνη της παράλειψης, το τεράστιο βάρος της περισυλλογής, περίθαλψης και σίτισης των αδέσποτων πέφτει και πάλι αποκλειστικά στις πλάτες των εθελοντών και των φιλοζωικών σωματείων. Οι πολίτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν δημοτικά τέλη για υπηρεσίες που οι Δήμοι θα μπορούν πλέον να «παραλείπουν» να παρέχουν, χωρίς καμία επίπτωση.
    Σύνοψη
    Η τροπολογία αυτή δεν προστατεύει τους αιρετούς από «κακόβουλες μηνύσεις» (όπως συχνά υποστηρίζεται), αλλά τους απαλλάσσει από τις βασικές τους υποχρεώσεις. Η θεσμική προστασία των ζώων στην Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερη λογοδοσία, αλλά περισσότερη. Η ψήφιση αυτής της διάταξης αποτελεί ξεκάθαρο βήμα προς τα πίσω, που θα οδηγήσει σε αύξηση των αδέσποτων, υποβάθμιση της δημόσιας ασφάλειας και ασύδοτη κακοποίηση ζώων λόγω κρατικής αδιαφορίας. Πρέπει να αποσυρθεί άμεσα.

  • 3 Ιουνίου 2026, 22:29 | Γλυκερία Άννα Μουρατη

    Όλοι μας μπαίνοντας σε μια δουλειά υπογράφουμε συμβόλαια για τις ευθύνες μας με όλες τις ποινικές ευθύνες σε περίπτωση που ξεπεράσουμε τα όρια. Γιατί λοιπόν να μην ισχύει και για τους εργαζόμενους που έχουν γπο την ευθύνη τους ζωντανές ψυχές;

    Ντροπή που στην Ελλάδα του 26 αντι να πηγαίνουμε μπροστά, βυθιζόμαστε ακόμη πιο κάτω..

  • 3 Ιουνίου 2026, 21:11 | ΣΩΤ. ΔΕΛΗΣ

    Άρθρο 720 παρ.3
    Δεν ντρέπεστε λίγο;;; Γιατί ο απλός πολίτης υφίσταται τις συνέπειες του νόμου για κακουργηματικές μάλιστα πράξεις και οι καθ’ύλην αρμόδιοι απαλλάσσονται; Ήδη εγκληματούν αλλά εσείς τους δίνετε και το ελεύθερο δηλαδή τους προτρέπετε ουσιαστικά να ξεκάνουν όλα τα αδέσποτα.

  • 3 Ιουνίου 2026, 21:10 | Χαρά Δεληγιάννη

    Ειλικρινά μονο η Ελλάδα και οι χώρες του 3ου κοσμου εχουν αυτην την αντιμετώπιση στα ζώα. Κουβαλάμε πολυ πολιτισμό στις πλάτες μας και μάλλον γι αυτο βγάζουμε και αντιμετωπίζουμε τα υπόλοιπα έμβια πλάσματα τοσο απολιτιστα. Θα πρέπε να ντρέπεστε για πολλά, τωρα κ γι αυτο.

  • 3 Ιουνίου 2026, 20:14 | Αρετή Μπότσαρη

    Άμεση τροποποίηση της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 720!!!

  • 3 Ιουνίου 2026, 20:02 | Αρετή Μπότσαρη

    Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 720 του προτεινόμενου από το Υπουργείο Εσωτερικών Σχεδίου Νόμου με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» αποποινικοποιούνται ‘τα αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως’ από υπαλλήλους, αντιδημάρχους ή εντεταλμένους συμβούλους που είναι υπεύθυνοι για θέματα ζώων συντροφιάς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων του άρθρου 10 του ν. 4830/2021. Η διατύπωση της εν λόγω διάταξης απενοχοποιεί πλήρως την απραξία των αρμοδίων οργάνων, που είναι επιφορτισμένα εκ του νόμου με την ευθύνη υλοποίησης προγραμμάτων περισυλλογής, καταγραφής, στείρωσης, ηλεκτρονικής σήμανσης και εν γένει διαχείρισης αδέσποτων ζώων. Δύναται δε να προσβάλλει ευθέως τη σωματική ακεραιότητα, ακόμη και την ίδια τη ζωή των πολιτών, πέραν του γεγονότος ότι έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους σκοπούς του Ν. 4830/2021 περί προστασίας της ευζωίας των ζώων, ή και με άλλα έννομα αγαθά.Πιο συγκεκριμένα, η ψήφιση της ανωτέρω προτεινόμενης διάταξης θα σήμαινε κατ’ αρχάς ότι τυχόν τραυματισμός πολίτη – ακόμη και θανάσιμος- εξαιτίας επίθεσης αδέσποτου σκύλου δεν θα οδηγούσε στον καταλογισμό οποιασδήποτε ποινικής κύρωσης εις βάρος των αρμοδίων προσώπων, που παρέλειψαν να αναλάβουν επαρκείς και κατάλληλες πρωτοβουλίες διαχείρισης του επιτιθέμενου αδέσποτου ζώου, ακόμη και αν είχε προηγηθεί ενημέρωση των αρχών σχετικά με την τυχόν επικινδυνότητα του συγκεκριμένου ζώου. Ως εκ τούτου, το ειδικότερο πλαίσιο διαχείρισης των ‘επικίνδυνων’ αδέσποτων ζώων, που θέτουν ο Ν. 4830/2021 και το λοιπό εφαρμοστικό πλαίσιο, θα καθίστατο άνευ νοήματος, διότι καμία (ποινική) κύρωση δεν θα προβλεπόταν εις βάρος των υπευθύνων και ουδείς θα βρισκόταν υπόλογος για την αδράνειά του να αναλάβει αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών.Περαιτέρω, η προτεινόμενη αποποινικοποίηση αναφορικά σε ‘αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων’ από τους Δήμους είναι τόσο γενική και αφηρημένη, ώστε να καταλαμβάνει και εγκλήματα, που προσβάλλουν άλλα έννομα αγαθά, και τα οποία δύναται να διαπράττουν οι αρμόδιοι ‘κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων του άρθρου 10 του ν. 4830/2021’, όπως εκείνο της παράβασης καθήκοντος (αρ. 259 Π.Κ.), καθώς και εκείνο της κακοποίησης, της κακής και βάναυσης μεταχείρισης ζώου αμφότερα τελούμενα δια παραλείψεως. Μάλιστα, ως έχει διατυπωμένη η προτεινόμενη διάταξη, δύναται να ερμηνευθεί ότι η παράλειψη εκ μέρους των οργάνων του Δήμου ανάληψης δράσεωνπερισυλλογής, καταγραφής, στείρωσης, ηλεκτρονικής σήμανσης, κτηνιατρικής εξέτασης και περίθαλψης, προσωρινής φιλοξενίας σε χώρους δημοτικών καταφυγίων ή/και επανένταξης στο φυσικό τους περιβάλλον, που οδηγεί και συνδέεται αιτιωδώς με τον υπερπληθυσμό, την εξαθλίωση και ως εκ τούτου την κακοποίηση, την κακή και βάναυση μεταχείριση των αδέσποτων ζώων, θα στερείται ποινικής αξιολόγησης και τιμωρίας των υπαιτίων, παρά το γεγονός ότι ο Ν. 4830/2021 έχει αναθέσει το σχετικό καθήκον συγκεκριμένα στα πρόσωπα αυτά (υπαλλήλους, αντιδημάρχους ή εντεταλμένους συμβούλους), τα οποία φέρουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατ’ άρθρο 15 Π.Κ. Ως εκ τούτου, περικόπτεται αδικαιολόγητα και δυσανάλογα η δυνατότητα αναζήτησης ποινικών ευθυνών των αρμόδιων οργάνων, η οποία κατ’ αποτέλεσμα περιορίζεται στην αναζήτηση και απόδειξη συγκεκριμένων πράξεων, που συνιστούν κακοποίηση ζώου (με τη στενότατη του όρου έννοια), απαλλάσσοντάς τα στην πράξη των ευθυνών, που τους έχουν ανατεθεί.Καταληκτικά, τυχόν ψήφιση της προτεινόμενης ρύθμισης συγχωρεί και επιβραβεύει τη συνήθη αβελτηρία των αρμόδιων οργάνων, που παραλείπουν να λάβουν τα απαραίτητα και κατάλληλα μέτρα με στόχο τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων και τη μείωση του αριθμού τους λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες ευζωίας, θέτει δε (και εξ αποτελέσματος) σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των πολιτών. Προτείνουμε να αποσυρθεί, άλλως να τροποποιηθεί καταλλήλως.

  • 3 Ιουνίου 2026, 20:48 | Χριστίνα Ηλιοπούλου

    Είναι απαράδεκτο να μην υπάρχει κάποιος υπεύθυνος για τα όσα συμβαίνουν σε κέντρα αδέσποτων ζώων.
    Αν θέλουμε να ζούμε σε πολιτισμένο κράτος.
    Ο πολιτισμός φαίνεται από τον τρόπο που μεταχειρίζονται ανυπεράσπιστα όντα.

  • 3 Ιουνίου 2026, 20:55 | Κατερινα Σειτανιδου

    Σχόλιο επί του άρθρου 720 παρ. 3

    Προτείνεται η απόσυρση ή ουσιαστική τροποποίηση της διάταξης που προβλέπει ότι τα πρόσωπα του άρθρου 40 του ν. 4830/2021 δεν διώκονται ποινικά για αδικήματα που τελούνται διά παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων συντροφιάς.

    Η συγκεκριμένη πρόβλεψη δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό ως προς τη λογοδοσία των αρμόδιων φορέων και προσώπων που έχουν εκ του νόμου την ευθύνη διαχείρισης των αδέσποτων ζώων. Στην πράξη, μεγάλο μέρος των προβλημάτων που αντιμετωπίζονται καθημερινά δεν προέρχεται από λανθασμένες ενέργειες αλλά από παραλείψεις: μη περισυλλογή τραυματισμένων ή ασθενών ζώων, μη τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών, μη εφαρμογή των υποχρεώσεων του ν. 4830/2021, καθυστερήσεις σε κρίσιμες ενέργειες και γενικότερη αδράνεια των αρμόδιων υπηρεσιών.

    Η πλήρης απαλλαγή από ποινική ευθύνη για παραλείψεις δημιουργεί την εντύπωση ότι όσοι έχουν θεσμοθετημένη ευθύνη για τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων απολαμβάνουν ειδικής μεταχείρισης έναντι των πολιτών.

    Οι πολίτες, οι εθελοντές, οι ανάδοχοι και οι ιδιοκτήτες ζώων εξακολουθούν να υπέχουν ποινικές και διοικητικές ευθύνες για πράξεις ή παραλείψεις που αφορούν τα ζώα συντροφιάς. Δεν είναι εύλογο τα πρόσωπα που έχουν δημόσια εξουσία, διαχειρίζονται δημόσιους πόρους και έχουν εκ του νόμου την ευθύνη προστασίας των αδέσποτων ζώων να απαλλάσσονται εκ των προτέρων από ποινική ευθύνη λόγω παράλειψης.

    Η αρχή της ισότητας απέναντι στον νόμο επιβάλλει η λογοδοσία να ισχύει για όλους. Όσοι ασκούν δημόσια καθήκοντα δεν θα πρέπει να έχουν μικρότερη ευθύνη από τους πολίτες, αλλά αντίθετα αυξημένη υποχρέωση συμμόρφωσης με τον νόμο, ακριβώς λόγω της θέσης και των αρμοδιοτήτων τους.

    Η προστασία των αρμόδιων προσώπων από αβάσιμες ή καταχρηστικές διώξεις είναι θεμιτή. Ωστόσο, η γενική απαλλαγή από ποινική ευθύνη για παραλείψεις μπορεί να οδηγήσει σε καθεστώς μειωμένης λογοδοσίας και να αποδυναμώσει την προστασία που ο ίδιος ο ν. 4830/2021 επιδιώκει να παρέχει στα ζώα συντροφιάς.

    Για τους λόγους αυτούς ζητείται η διαγραφή της συγκεκριμένης διάταξης ή η σαφής πρόβλεψη ότι δεν καταλαμβάνει περιπτώσεις σοβαρής αμέλειας, αδικαιολόγητης αδράνειας, παράβασης καθήκοντος ή παράλειψης εκπλήρωσης υποχρεώσεων που επιβάλλονται από τη νομοθεσία για την προστασία και διαχείριση των αδέσποτων ζώων συντροφιάς.

  • 3 Ιουνίου 2026, 19:03 | Μαρία Δανά

    Η παρ. 3 του άρθρου 720 προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία ως προς τις συνέπειές της στην εφαρμογή του ν. 4830/2021 για τα ζώα συντροφιάς.

    Η συγκεκριμένη διάταξη φαίνεται να περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα αναζήτησης ευθυνών για παραλείψεις αρμοδίων οργάνων των Ο.Τ.Α. που έχουν αναλάβει καθήκοντα σχετικά με την περισυλλογή, διαχείριση και προστασία αδέσποτων ζώων. Η διατύπωσή της δημιουργεί τον κίνδυνο να εκληφθεί ως θεσμική αποδυνάμωση της υποχρέωσης των δήμων να ασκούν ενεργά και αποτελεσματικά τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί από την κείμενη νομοθεσία.

    Η ανησυχία αυτή είναι ιδιαίτερα σοβαρή, διότι η αποτελεσματική εφαρμογή του ν. 4830/2021 βασίζεται ακριβώς στην ύπαρξη σαφών ευθυνών και λογοδοσίας των αρμόδιων δημοτικών οργάνων. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν επανειλημμένες καταγγελίες για επικίνδυνα αδέσποτα, έλλειψη περισυλλογών, μη εφαρμογή προγραμμάτων στειρώσεων, πλημμελής κτηνιατρική φροντίδα ή γενικότερη αδράνεια της διοίκησης, δεν πρέπει να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι παραλείψεις αυτές στερούνται συνεπειών.

    Η προστασία των πολιτών και η προστασία των ζώων δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι. Αντιθέτως, η έγκαιρη περισυλλογή, η στείρωση, η καταγραφή, η ηλεκτρονική σήμανση, η περίθαλψη και η υπεύθυνη διαχείριση των αδέσποτων ζώων αποτελούν τα βασικά εργαλεία τόσο για την ευζωία των ζώων όσο και για την ασφάλεια των τοπικών κοινωνιών.

    Για τον λόγο αυτό προτείνεται η επανεξέταση ή η αναδιατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 720, ώστε να μην δημιουργούνται ερμηνευτικά κενά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περιορισμό της λογοδοσίας των αρμοδίων οργάνων για σοβαρές και διαρκείς παραλείψεις σχετικές με την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ζώων συντροφιάς.

    Παράλληλα, θεωρώ ότι ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα πρέπει να ενισχύσει και όχι να αποδυναμώσει τις υποχρεώσεις των δήμων στον τομέα της προστασίας των ζώων συντροφιάς.

    Ειδικότερα προτείνεται:

    • Υποχρεωτική κατάρτιση και δημοσιοποίηση ετήσιου σχεδίου διαχείρισης αδέσποτων ζώων από κάθε δήμο με μετρήσιμους στόχους.

    • Δημοσιοποίηση στοιχείων για τις στειρώσεις, τις υιοθεσίες, τις περισυλλογές και τη διάθεση των σχετικών πόρων.

    • Θεσμοθετημένη συνεργασία με φιλοζωικά σωματεία και πιστοποιημένους εθελοντές.

    • Ελάχιστες υποχρεωτικές προδιαγραφές λειτουργίας δημοτικών καταφυγίων και δομών φιλοξενίας.

    • Σύστημα αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των δήμων στην εφαρμογή του ν. 4830/2021 με αντικειμενικούς δείκτες και δημόσια λογοδοσία.

    Ο νέος Κώδικας αποτελεί ευκαιρία να ενισχυθεί η υπευθυνότητα και η αποτελεσματικότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η προστασία των ζώων συντροφιάς και η ασφάλεια των πολιτών απαιτούν σαφείς αρμοδιότητες, επαρκείς πόρους και πραγματική λογοδοσία και όχι διατάξεις που μπορεί να εκληφθούν ως αποδυνάμωση των ευθυνών των αρμοδίων οργάνων.

  • 3 Ιουνίου 2026, 19:49 | Μαρία

    Η παρ. 3 του άρθρου 720 προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία ως προς τις συνέπειές της στην εφαρμογή του ν. 4830/2021 για τα ζώα συντροφιάς.

    Η συγκεκριμένη διάταξη φαίνεται να περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα αναζήτησης ευθυνών για παραλείψεις αρμοδίων οργάνων των Ο.Τ.Α. που έχουν αναλάβει καθήκοντα σχετικά με την περισυλλογή, διαχείριση και προστασία αδέσποτων ζώων. Η διατύπωσή της δημιουργεί τον κίνδυνο να εκληφθεί ως θεσμική αποδυνάμωση της υποχρέωσης των δήμων να ασκούν ενεργά και αποτελεσματικά τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί από την κείμενη νομοθεσία.

    Η ανησυχία αυτή είναι ιδιαίτερα σοβαρή, διότι η αποτελεσματική εφαρμογή του ν. 4830/2021 βασίζεται ακριβώς στην ύπαρξη σαφών ευθυνών και λογοδοσίας των αρμόδιων δημοτικών οργάνων. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν επανειλημμένες καταγγελίες για επικίνδυνα αδέσποτα, έλλειψη περισυλλογών, μη εφαρμογή προγραμμάτων στειρώσεων, πλημμελής κτηνιατρική φροντίδα ή γενικότερη αδράνεια της διοίκησης, δεν πρέπει να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι παραλείψεις αυτές στερούνται συνεπειών.

    Η προστασία των πολιτών και η προστασία των ζώων δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι. Αντιθέτως, η έγκαιρη περισυλλογή, η στείρωση, η καταγραφή, η ηλεκτρονική σήμανση, η περίθαλψη και η υπεύθυνη διαχείριση των αδέσποτων ζώων αποτελούν τα βασικά εργαλεία τόσο για την ευζωία των ζώων όσο και για την ασφάλεια των τοπικών κοινωνιών.

    Για τον λόγο αυτό προτείνεται η επανεξέταση ή η αναδιατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 720, ώστε να μην δημιουργούνται ερμηνευτικά κενά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περιορισμό της λογοδοσίας των αρμοδίων οργάνων για σοβαρές και διαρκείς παραλείψεις σχετικές με την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ζώων συντροφιάς.

    Παράλληλα, θεωρώ ότι ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα πρέπει να ενισχύσει και όχι να αποδυναμώσει τις υποχρεώσεις των δήμων στον τομέα της προστασίας των ζώων συντροφιάς.

    Ειδικότερα προτείνεται:

    • Υποχρεωτική κατάρτιση και δημοσιοποίηση ετήσιου σχεδίου διαχείρισης αδέσποτων ζώων από κάθε δήμο με μετρήσιμους στόχους.

    • Δημοσιοποίηση στοιχείων για τις στειρώσεις, τις υιοθεσίες, τις περισυλλογές και τη διάθεση των σχετικών πόρων.

    • Θεσμοθετημένη συνεργασία με φιλοζωικά σωματεία και πιστοποιημένους εθελοντές.

    • Ελάχιστες υποχρεωτικές προδιαγραφές λειτουργίας δημοτικών καταφυγίων και δομών φιλοξενίας.

    • Σύστημα αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των δήμων στην εφαρμογή του ν. 4830/2021 με αντικειμενικούς δείκτες και δημόσια λογοδοσία.

    Ο νέος Κώδικας αποτελεί ευκαιρία να ενισχυθεί η υπευθυνότητα και η αποτελεσματικότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η προστασία των ζώων συντροφιάς και η ασφάλεια των πολιτών απαιτούν σαφείς αρμοδιότητες, επαρκείς πόρους και πραγματική λογοδοσία και όχι διατάξεις που μπορεί να εκληφθούν ως αποδυνάμωση των ευθυνών των αρμοδίων οργάνων.

  • 3 Ιουνίου 2026, 18:36 | gr.mellos@gmail.com

    Είναι ντροπή να απαλλάσσονται από ποινικές ευθύνες εναντίον των Αδέσποτων Ζώων όσοι κακοποιούν ζώα, απλά επειδή είναι εργαζόμενοι στην Αυτοδιοίκηση.

  • 3 Ιουνίου 2026, 18:17 | gr.mellos@gmail.com

    Είναι ντροπή να απαλλάσσονται από ποινικές ευθύνες εναντίον των Αδέσποτων Ζώων όσοι κακοποιούν ζώα, απλά επειδή είναι εργαζόμενοι στην Αυτοδιοίκηση. Έλεος.

  • 3 Ιουνίου 2026, 18:48 | Γρηγόρης Μέλλος

    Είναι ντροπή η τροπολογία κατά την οποία απαλλάσσονται από τον νόμο όσοι κακοποιούν ζώα απλά επειδή είναι εργαζόμενοι. Έλεος.

  • 3 Ιουνίου 2026, 18:11 | Γρηγόρης Μέλλος

    Είναι δυνατόν να απαλλάσσεται από ποινικές ευθύνες εναντίον των Αδέσποτων κάποιος αλλά επειδή είναι εργαζόμενος? Είναι ντροπή αυτή η τροπολογία. Σε ποιον θα λογοδοτεί?

  • 3 Ιουνίου 2026, 18:52 | Νικόλας Φιλιππίδης

    Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 720 του προτεινόμενου από το Υπουργείο Εσωτερικών Σχεδίου Νόμου με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» αποποινικοποιούνται ‘τα αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως’ από υπαλλήλους, αντιδημάρχους ή εντεταλμένους συμβούλους που είναι υπεύθυνοι για θέματα ζώων συντροφιάς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων του άρθρου 10 του ν. 4830/2021. Η διατύπωση της εν λόγω διάταξης απενοχοποιεί πλήρως την απραξία των αρμοδίων οργάνων, που είναι επιφορτισμένα εκ του νόμου με την ευθύνη υλοποίησης προγραμμάτων περισυλλογής, καταγραφής, στείρωσης, ηλεκτρονικής σήμανσης και εν γένει διαχείρισης αδέσποτων ζώων. Δύναται δε να προσβάλλει ευθέως τη σωματική ακεραιότητα, ακόμη και την ίδια τη ζωή των πολιτών, πέραν του γεγονότος ότι έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους σκοπούς του Ν. 4830/2021 περί προστασίας της ευζωίας των ζώων, ή και με άλλα έννομα αγαθά.

    Πιο συγκεκριμένα, η ψήφιση της ανωτέρω προτεινόμενης διάταξης θα σήμαινε κατ’ αρχάς ότι τυχόν τραυματισμός πολίτη – ακόμη και θανάσιμος- εξαιτίας επίθεσης αδέσποτου σκύλου δεν θα οδηγούσε στον καταλογισμό οποιασδήποτε ποινικής κύρωσης εις βάρος των αρμοδίων προσώπων, που παρέλειψαν να αναλάβουν επαρκείς και κατάλληλες πρωτοβουλίες διαχείρισης του επιτιθέμενου αδέσποτου ζώου, ακόμη και αν είχε προηγηθεί ενημέρωση των αρχών σχετικά με την τυχόν επικινδυνότητα του συγκεκριμένου ζώου. Ως εκ τούτου, το ειδικότερο πλαίσιο διαχείρισης των ‘επικίνδυνων’ αδέσποτων ζώων, που θέτουν ο Ν. 4830/2021 και το λοιπό εφαρμοστικό πλαίσιο, θα καθίστατο άνευ νοήματος, διότι καμία (ποινική) κύρωση δεν θα προβλεπόταν εις βάρος των υπευθύνων και ουδείς θα βρισκόταν υπόλογος για την αδράνειά του να αναλάβει αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών.

    Περαιτέρω, η προτεινόμενη αποποινικοποίηση αναφορικά σε ‘αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων’ από τους Δήμους είναι τόσο γενική και αφηρημένη, ώστε να καταλαμβάνει και εγκλήματα, που προσβάλλουν άλλα έννομα αγαθά, και τα οποία δύναται να διαπράττουν οι αρμόδιοι ‘κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων του άρθρου 10 του ν. 4830/2021’, όπως εκείνο της παράβασης καθήκοντος (αρ. 259 Π.Κ.), καθώς και εκείνο της κακοποίησης, της κακής και βάναυσης μεταχείρισης ζώου αμφότερα τελούμενα δια παραλείψεως. Μάλιστα, ως έχει διατυπωμένη η προτεινόμενη διάταξη, δύναται να ερμηνευθεί ότι η παράλειψη εκ μέρους των οργάνων του Δήμου ανάληψης δράσεων

    περισυλλογής, καταγραφής, στείρωσης, ηλεκτρονικής σήμανσης, κτηνιατρικής εξέτασης και περίθαλψης, προσωρινής φιλοξενίας σε χώρους δημοτικών καταφυγίων ή/και επανένταξης στο φυσικό τους περιβάλλον, που οδηγεί και συνδέεται αιτιωδώς με τον υπερπληθυσμό, την εξαθλίωση και ως εκ τούτου την κακοποίηση, την κακή και βάναυση μεταχείριση των αδέσποτων ζώων, θα στερείται ποινικής αξιολόγησης και τιμωρίας των υπαιτίων, παρά το γεγονός ότι ο Ν. 4830/2021 έχει αναθέσει το σχετικό καθήκον συγκεκριμένα στα πρόσωπα αυτά (υπαλλήλους, αντιδημάρχους ή εντεταλμένους συμβούλους), τα οποία φέρουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατ’ άρθρο 15 Π.Κ. Ως εκ τούτου, περικόπτεται αδικαιολόγητα και δυσανάλογα η δυνατότητα αναζήτησης ποινικών ευθυνών των αρμόδιων οργάνων, η οποία κατ’ αποτέλεσμα περιορίζεται στην αναζήτηση και απόδειξη συγκεκριμένων πράξεων, που συνιστούν κακοποίηση ζώου (με τη στενότατη του όρου έννοια), απαλλάσσοντάς τα στην πράξη των ευθυνών, που τους έχουν ανατεθεί.

    Καταληκτικά, τυχόν ψήφιση της προτεινόμενης ρύθμισης συγχωρεί και επιβραβεύει τη συνήθη αβελτηρία των αρμόδιων οργάνων, που παραλείπουν να λάβουν τα απαραίτητα και κατάλληλα μέτρα με στόχο τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων και τη μείωση του αριθμού τους λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες ευζωίας, θέτει δε (και εξ αποτελέσματος) σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των πολιτών. Προτείνουμε να αποσυρθεί, άλλως να τροποποιηθεί καταλλήλως.

  • 3 Ιουνίου 2026, 18:22 | Δημήτριος Σουμαλεύρης

    Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 720 του προτεινόμενου από το Υπουργείο Εσωτερικών Σχεδίου Νόμου με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» αποποινικοποιούνται ‘τα αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως’ από υπαλλήλους, αντιδημάρχους ή εντεταλμένους συμβούλους που είναι υπεύθυνοι για θέματα ζώων συντροφιάς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων του άρθρου 10 του ν. 4830/2021. Η διατύπωση της εν λόγω διάταξης απενοχοποιεί πλήρως την απραξία των αρμοδίων οργάνων, που είναι επιφορτισμένα εκ του νόμου με την ευθύνη υλοποίησης προγραμμάτων περισυλλογής, καταγραφής, στείρωσης, ηλεκτρονικής σήμανσης και εν γένει διαχείρισης αδέσποτων ζώων. Δύναται δε να προσβάλλει ευθέως τη σωματική ακεραιότητα, ακόμη και την ίδια τη ζωή των πολιτών, πέραν του γεγονότος ότι έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους σκοπούς του Ν. 4830/2021 περί προστασίας της ευζωίας των ζώων, ή και με άλλα έννομα αγαθά.
    Πιο συγκεκριμένα, η ψήφιση της ανωτέρω προτεινόμενης διάταξης θα σήμαινε κατ’ αρχάς ότι τυχόν τραυματισμός πολίτη – ακόμη και θανάσιμος- εξαιτίας επίθεσης αδέσποτου σκύλου δεν θα οδηγούσε στον καταλογισμό οποιασδήποτε ποινικής κύρωσης εις βάρος των αρμοδίων προσώπων, που παρέλειψαν να αναλάβουν επαρκείς και κατάλληλες πρωτοβουλίες διαχείρισης του επιτιθέμενου αδέσποτου ζώου, ακόμη και αν είχε προηγηθεί ενημέρωση των αρχών σχετικά με την τυχόν επικινδυνότητα του συγκεκριμένου ζώου. Ως εκ τούτου, το ειδικότερο πλαίσιο διαχείρισης των ‘επικίνδυνων’ αδέσποτων ζώων, που θέτουν ο Ν. 4830/2021 και το λοιπό εφαρμοστικό πλαίσιο, θα καθίστατο άνευ νοήματος, διότι καμία (ποινική) κύρωση δεν θα προβλεπόταν εις βάρος των υπευθύνων και ουδείς θα βρισκόταν υπόλογος για την αδράνειά του να αναλάβει αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών.
    Περαιτέρω, η προτεινόμενη αποποινικοποίηση αναφορικά σε ‘αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων’ από τους Δήμους είναι τόσο γενική και αφηρημένη, ώστε να καταλαμβάνει και εγκλήματα, που προσβάλλουν άλλα έννομα αγαθά, και τα οποία δύναται να διαπράττουν οι αρμόδιοι ‘κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων του άρθρου 10 του ν. 4830/2021’, όπως εκείνο της παράβασης καθήκοντος (αρ. 259 Π.Κ.), καθώς και εκείνο της κακοποίησης, της κακής και βάναυσης μεταχείρισης ζώου αμφότερα τελούμενα δια παραλείψεως. Μάλιστα, ως έχει διατυπωμένη η προτεινόμενη διάταξη, δύναται να ερμηνευθεί ότι η παράλειψη εκ μέρους των οργάνων του Δήμου ανάληψης δράσεων περισυλλογής, καταγραφής, στείρωσης, ηλεκτρονικής σήμανσης, κτηνιατρικής εξέτασης και περίθαλψης, προσωρινής φιλοξενίας σε χώρους δημοτικών καταφυγίων ή/και επανένταξης στο φυσικό τους περιβάλλον, που οδηγεί και συνδέεται αιτιωδώς με τον υπερπληθυσμό, την εξαθλίωση και ως εκ τούτου την κακοποίηση, την κακή και βάναυση μεταχείριση των αδέσποτων ζώων, θα στερείται ποινικής αξιολόγησης και τιμωρίας των υπαιτίων, παρά το γεγονός ότι ο Ν. 4830/2021 έχει αναθέσει το σχετικό καθήκον συγκεκριμένα στα πρόσωπα αυτά (υπαλλήλους, αντιδημάρχους ή εντεταλμένους συμβούλους), τα οποία φέρουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατ’ άρθρο 15 Π.Κ. Ως εκ τούτου, περικόπτεται αδικαιολόγητα και δυσανάλογα η δυνατότητα αναζήτησης ποινικών ευθυνών των αρμόδιων οργάνων, η οποία κατ’ αποτέλεσμα περιορίζεται στην αναζήτηση και απόδειξη συγκεκριμένων πράξεων, που συνιστούν κακοποίηση ζώου (με τη στενότατη του όρου έννοια), απαλλάσσοντάς τα στην πράξη των ευθυνών, που τους έχουν ανατεθεί.
    Καταληκτικά, τυχόν ψήφιση της προτεινόμενης ρύθμισης συγχωρεί και επιβραβεύει τη συνήθη αβελτηρία των αρμόδιων οργάνων, που παραλείπουν να λάβουν τα απαραίτητα και κατάλληλα μέτρα με στόχο τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων και τη μείωση του αριθμού τους λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες ευζωίας, θέτει δε (και εξ αποτελέσματος) σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των πολιτών. Προτείνουμε να αποσυρθεί, άλλως να τροποποιηθεί καταλλήλως.

  • 3 Ιουνίου 2026, 12:49 | X

    Η πρόβλεψη του άρθρου 656 για στελέχωση με προσωπικό υψηλού επιστημονικού επιπέδου δεν συνοδεύεται από τα ελάχιστα αναγκαία οικονομικά κίνητρα που θα καθιστούσαν τον στόχο αυτό ρεαλιστικό. Οι 251 οργανικές θέσεις για το σύνολο της χώρας, σε συνδυασμό με την πλήρη απουσία ειδικού μισθολογίου, επιδόματος ελέγχου ή οποιασδήποτε μορφής οικονομικής αναγνώρισης της αυξημένης ευθύνης του έργου, καθιστούν εξαιρετικά αμφίβολη την προσέλκυση και, κυρίως, τη διατήρηση έμπειρων και εξειδικευμένων στελεχών.

    Το πρόβλημα επιτείνεται από το άρθρο 676, το οποίο επιβάλλει πρόσθετους περιορισμούς στην υπηρεσιακή κινητικότητα των υπαλλήλων της Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α., χωρίς να προβλέπει κανενός είδους αντιστάθμισμα. Στην πράξη, οι υπάλληλοι καλούνται να αναλάβουν αυξημένες ευθύνες, αυστηρότερο καθεστώς υπηρεσιακής δέσμευσης και σημαντικούς περιορισμούς στην επαγγελματική τους εξέλιξη, χωρίς την παραμικρή οικονομική ενίσχυση.

    Η απουσία ουσιαστικών οικονομικών κινήτρων δεν αποτελεί απλώς παράλειψη, αλλά δομική αδυναμία του σχεδιασμού. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο πώς μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ένας τόσο απαιτητικός ελεγκτικός μηχανισμός, όταν η Πολιτεία επιλέγει να απαιτεί υψηλού επιπέδου στελέχωση, χωρίς να προσφέρει το παραμικρό οικονομικό αντάλλαγμα που να την καθιστά ελκυστική ή βιώσιμη.

  • Πειθαρχικός έλεγχος αιρετών: από τον έλεγχο νομιμότητας στον έλεγχο πολιτικής συμπεριφοράς (Άρθρο 71)
    Ιδιαίτερα προβληματικές είναι και οι νέες διατάξεις περί πειθαρχικού ελέγχου των αιρετών.
    Η εισαγωγή της έννοιας της «αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς» ως πειθαρχικού παραπτώματος, σε συνδυασμό με την πρόβλεψη της ποινής της «επίπληξης», μεταβάλλει ουσιωδώς τη φιλοσοφία της κρατικής εποπτείας επί της Αυτοδιοίκησης.
    Το άρθρο 102 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζει ρητά ότι το Κράτος ασκεί αποκλειστικά έλεγχο νομιμότητας επί των Ο.Τ.Α. και όχι έλεγχο σκοπιμότητας ή πολιτικής συμπεριφοράς.
    Η έννοια της «αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς» είναι εξαιρετικά αόριστη και υποκειμενική. Δημιουργεί έτσι τον κίνδυνο ο πειθαρχικός έλεγχος να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής πίεσης ή ηθικής αξιολόγησης αιρετών προσώπων από τη διοίκηση.
    Παράλληλα, η καθιέρωση της ποινής της «επίπληξης» αντιμετωπίζει τους αιρετούς με όρους υπαλληλικής πειθαρχίας, υποβαθμίζοντας τον ιδιαίτερο δημοκρατικό χαρακτήρα του αιρετού αξιώματος.
    Στις δημοκρατίες, ο φυσικός και τελικός κριτής της πολιτικής συμπεριφοράς των αιρετών είναι οι ίδιοι οι πολίτες μέσω της εκλογικής διαδικασίας — όχι η διοικητική εποπτεία.

  • 2 Ιουνίου 2026, 10:18 | ΙΩΑΝΝΑ

    άρθρο 691:Για την υποβολή ειδικής διοικητικής προσφυγής είναι απαραίτητη από τον προσφεύγοντα η καταβολή ηλεκτρονικού παράβολου (e-paravolo) ύψους πενήντα (50) ευρώ, ανά προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, υπέρ της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), άλλως η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν γίνει δεκτή η ειδική διοικητική προσφυγή, το καθ’ ου νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδώσει στον προσφεύγοντα ποσό ίσο με το ύψος του παράβολου που καταβλήθηκε.
    ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΠΑΡΑΒΟΛΟ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΚΑΘΕ ΑΠΟΦΑΣΗΣ; ΓΙ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΡΜΟΔΙΑ ΟΡΓΑΝΑ; ΠΑΝΤΟΥ ΠΑΡΑΒΟΛΟ ΕΛΕΟΣ. ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΑΦΑΙΡΕΘΕΙ!

  • 2 Ιουνίου 2026, 09:33 | ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΙΖΟΣ

    Άρθρο 690 Διαδικασία υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας

    Ο έλεγχος πρέπει να είναι ουσιαστικός, θεσμικά κατοχυρωμένος και απολύτως διακριτός από την ποινικοποίηση της διοικητικής λειτουργίας. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η ενίσχυση του διοικητικού και όχι του ποινικού ελέγχου, με σαφή διαχωρισμό μεταξύ πολιτικής ευθύνης, διοικητικής νομιμότητας και ποινικής ευθύνης. Επίσης, ο προτεινόμενος από το σχέδιο νέος μηχανισμός ελέγχου, πρέπει να στελεχωθεί με εξειδικευμένα στελέχη (διοικητικούς, οικονομολόγους, νομικούς), που θα διασφαλίσουν τη δυνατότητα της υπηρεσίας να διενεργεί τακτικούς και δειγματοληπτικούς ελέγχους, να λειτουργεί με προληπτικό χαρακτήρα και να εκδίδει δεσμευτικές οδηγίες και συστάσεις συμμόρφωσης. Υποχρεωτική κρίνεται ακόμη η ενίσχυση των υπηρεσιών των Δήμων (τεχνικών, οικονομικών, νομικών), ώστε ο έλεγχος να μην μετακυλίεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του Δημάρχου, αλλά να στηρίζεται σε θεσμικά ισχυρή διοικητική δομή. Επιπρόσθετα, προτείνεται η αναβάθμιση του ρόλου των Δημοτικών Συμβουλίων, με πραγματικά εργαλεία ελέγχου και λογοδοσίας, ώστε ο πρώτος και ουσιαστικός έλεγχος να παραμένει πολιτικός και τοπικός.
    Η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει ότι μέσω του σχετικού ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος διενεργείται η διαδικασία τυχαίας χρέωσης υποθέσεων σε μια από τις επτά (7) υπηρεσίες εποπτείας που δημιουργούνται στις έδρες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων.
    Όσο και αν διασφαλίζεται ως ένα βαθμό η αποπροσωποποίηση και αντικειμενικοποίηση της διαδικασίας χρέωσης, η απομάκρυνση του ελεγκτικού μηχανισμού από το περιβάλλον και το αντικείμενο ελέγχου, ελλοχεύει τον κίνδυνο της πλήρους αποστασιοποίησης από τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά της ελεγχόμενης πράξης, τα οποία αποτελούν επίσης σημαντικά κριτήρια για την έκδοση της τελικής απόφασης.
    Επίσης, η πλήρης κατάργηση της δυνατότητας ουσιαστικής διοικητικής επαφής και επικοινωνίας μεταξύ της υπηρεσίας εποπτείας και του Ο.Τ.Α. που εξέδωσε την ελεγχόμενη πράξη, ενδέχεται να προκαλέσει παρεξηγήσεις και δυσλειτουργίες.
    Για την αποφυγή της πρόκλησης τέτοιων φαινομένων, προτείνεται η θέσπιση υπηρεσιακής διαδικασίας επίσημης και ουσιαστικής διαδικασίας επικοινωνίας, μεταξύ ελεγκτή και ελεγχόμενου, για την παροχή διευκρινήσεων και συμπληρωματικών στοιχείων (π.χ. με τη διενέργεια συναντήσεων, συσκέψεων, τηλεδιασκέψεων κ.α.), καθώς και η κατοχύρωση διαδικασίας έγκαιρης θεσμικής προειδοποίησης, ώστε πριν από οποιαδήποτε κύρωση να δίνεται δυνατότητα διόρθωσης και να αποφεύγονται ποινικές εμπλοκές για διοικητικά σφάλματα.

  • 2 Ιουνίου 2026, 09:30 | ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΙΖΟΣ

    Άρθρο 689 Κατηγορίες πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας

    Για την επιλογή των κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας θα έπρεπε να είχε προηγηθεί οργανωμένη αξιολόγηση της κατάστασης, των προβλημάτων και της κεκτημένης εμπειρίας, έτσι όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία δέκα – πέντε (15) έτη τουλάχιστον και κυρίως μετά την εφαρμογή του ν. 3852/2010.
    Μέσω της εξέτασης αυτής θα είχαν εντοπιστεί οι κατηγορίες πράξεων «χαμηλού ρίσκου», εκείνες δηλαδή που εμφανίζουν μικρό ποσοστό ακυρώσεων.
    Επειδή τέτοια αξιολόγηση δεν διενεργήθηκε, επιλέχθηκε η απλή επανάληψη των κατηγοριών, κάτι που προφανώς δεν αποτελεί την ορθή μέθοδο για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, που άπτεται της αυτοτέλειας της λειτουργίας της Τ.Α.
    Επαναλαμβάνεται ότι η πιο σωστή μέθοδος, θα ήταν η εξέταση των προβλημάτων του υπάρχοντος συστήματος, η αξιολόγηση της εφαρμογής του και η διαμόρφωση της διάταξης με βάση τα αποτελέσματα.
    Δέκα – πέντε (15) έτη μετά την εφαρμογή του ν. 3852/2010 εκτιμάται ότι η μείωση των κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας είναι όχι μόνο εφικτή αλλά αναγκαία.
    Για το λόγο αυτό η διάταξη πρέπει να επαναδιατυπωθεί με την αφαίρεση των κατηγοριών για τις οποίες η εξέταση της κατάστασης θα αποδείξει ότι το ποσοστό ακυρώσεων είναι χαμηλό.

  • 2 Ιουνίου 2026, 08:56 | Κ

    Αναφορικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας της παραγράφου 4 του άρθρου 689, είναι ξεκάθαρο ότι γίνεται κατηγοριοποίηση βάσει του προϋπολογισμού των συμβάσεων. Προτείνεται η εξής αναδιατύπωση:
    4. Στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας εμπίπτουν, επίσης, οι ακόλουθες κατηγορίες εκτελεστών διοικητικών πράξεων των φορέων των παρ. 1 και 2, οι οποίοι αποτελούν αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς κατά την έννοια των περ. 1, 3 και 4 της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4412/2016 (Α’ 147), περί ορισμών, εφόσον αφορούν αναθέσεις:
    A) η εκτιμώμενη αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, χωρίς Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και μέχρι το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α., οι οποίες οδηγούν σε συμβάσεις α) μελετών, β) παροχής τεχνικών και λοιπών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών, γ) παροχής γενικών και κοινωνικών υπηρεσιών και δ) προμήθειας αγαθών,
    Β) η εκτιμώμενη αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α., και μέχρι το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α., οι οποίες οδηγούν σε συμβάσεις α) έργων και β) παροχής κοινωνικών και άλλων ειδικών υπηρεσιών του άρθρου 107 του ν. 4412/2016, περί ανάθεσης συμβάσεων για κοινωνικές και άλλες υπηρεσίες
    γ) η προϋπολογιζόμενη δαπάνη, των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α., οι οποίες οδηγούν σε προγραμματικές συμβάσεις α) πάσης φύσεως του άρθρου 645, περί συμβαλλόμενων φορέων προγραμματικών συμβάσεων και β) του άρθρου 44 του ν. 4412/2016, περί τεχνικής επάρκειας αναθετουσών αρχών στις δημόσιες συμβάσεις έργων και μελετών και
    δ) η εκτιμώμενη αξία των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α. εφόσον χρηματοδοτούνται ή συγχρηματοδοτούνται άμεσα ή έμμεσα από ενωσιακούς πόρους ή πόρους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, καθώς και αυτών που συνάπτονται στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, οι οποίες οδηγούν σε συμβάσεις ανεξαρτήτως είδους συμπεριλαμβανομένων των προγραμματικών συμβάσεων του άρθρου 645 και του άρθρου 44 του ν. 4412/2016.
    Στις περ. α) έως δ), ο υποχρεωτικός έλεγχος νομιμότητας αφορά αποκλειστικά την ύπαρξη πιστώσεων, την τήρηση των προβλεπόμενων στις οικείες διατάξεις κανόνων δημοσιότητας, τη νόμιμη λήψη απόφασης της πράξης ανάθεσης, της κατακύρωσης και της τήρησης των όρων της προκήρυξης, διακήρυξης ή πρόσκλησης από το αρμόδιο όργανο, καθώς και κάθε πρόδηλη ουσιώδη παράβαση των βασικών αρχών ανάθεσης της διαγωνιστικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις των ν. 4412/2016μ 4413/2016 (Α’ 148) και του παρόντος Κώδικα.

  • 1 Ιουνίου 2026, 09:59 | Χρήστος Μακρίδης

    Από την Προστασία του Θεσμού, στην Προστασία του Υπόπτου
    Μέχρι σήμερα, το νομικό πλαίσιο (άρθρο 236Α ν. 3852/2010), σε πλήρη εναρμόνιση με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, έβαζε σε προτεραιότητα το δημόσιο συμφέρον. Αν ένας αιρετός παραπεμπόταν αμετάκλητα για κακούργημα και η Δικαιοσύνη τού επέβαλλε έστω και έναν περιοριστικό όρο (όπως χρηματική εγγύηση ή απαγόρευση εξόδου από τη χώρα), ορθώς απομακρυνόταν προσωρινά από τα καθήκοντά του. Στόχος ήταν να μην υπάρχουν σκιές γύρω από τη διαχείριση του δήμου ή της περιφέρειας.

    Με τη νέα διάταξη, ο πήχης υποχωρεί επικίνδυνα. Πλέον, για να τεθεί ένας αιρετός σε αργία, δεν αρκεί η κακουργηματική δίωξη και οι περιοριστικοί όροι· απαιτείται το έσχατο μέτρο της προσωρινής κράτησης (προφυλάκιση). Αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, ή αν αποφυλακιστεί στην πορεία, επιστρέφει κανονικά στη διοίκηση και στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.

    Οι Δύο Πυλώνες της Κριτικής
    Κρίση Αξιών και Ηθικής: Η προφυλάκιση σχετίζεται κυρίως με τον κίνδυνο φυγής του κατηγορουμένου, όχι με το μέγεθος της ενοχής του. Είναι προκλητικό για την κοινωνία να παραμένει στο τιμόνι ενός δήμου ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει βαριές κατηγορίες για διαφθορά, απλώς και μόνο επειδή δεν κρίθηκε ύποπτος να δραπετεύσει στο εξωτερικό.

    Θεσμική Οπισθοδρόμηση: Η αργία θεσπίστηκε ως προληπτικό μέτρο για τη διαφύλαξη του κύρους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Με τη νέα ρύθμιση, το μέτρο αυτό απογυμνώνεται από τον σκοπό του. Αντί να προστατεύει τους πολίτες και τη νομιμότητα, μετατρέπεται σε ένα νομικό «παράθυρο» που διευκολύνει την παραμονή υπόδικων αιρετών στην εξουσία.

  • 28 Μαΐου 2026, 11:31 | ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΠΑΡΝΩΝΑ ΑΕ

    Οι Αναπτυξιακές Εταιρείες και οι Αναπτυξιακοί Οργανισμοί δεν αρνούνται την απογραφή τους στο Μητρώο Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης από την ΕΛΣΤΑΤ, για στατιστικούς σκοπούς και σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται από τους σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, όπως αναφέρεται και στα σχετικά έγγραφα τεκμηρίωσης.
    Αντιστοίχως, δεν αμφισβητούν την ανάγκη διαφάνειας, λογοδοσίας και ελέγχου στη λειτουργία τους. Ήδη σήμερα υπάγονται σε ένα εκτεταμένο και πολυεπίπεδο πλαίσιο ελέγχων και εποπτείας, μέσω της υποχρεωτικής ανάρτησης πράξεων στη «Διαύγεια», της εφαρμογής του ΚΗΜΔΗΣ, της πλήρους εφαρμογής του Ν. 4412/2016 περί δημοσίων συμβάσεων, καθώς και μέσω τακτικών και έκτακτων ελέγχων από την ΑΑΔΕΕ, την ΕΔΕΛ, τον ΕΣΠΕΛ, το Ελεγκτικό Συνέδριο και λοιπούς αρμόδιους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
    Υπό τα δεδομένα αυτά, γεννάται εύλογα το ερώτημα ποιος εκ των ήδη υφιστάμενων μηχανισμών εποπτείας και ελέγχου θεωρείται ανεπαρκής, ώστε να κρίνεται αναγκαία η επιπρόσθετη υπαγωγή των Ανωνύμων Εταιρειών της Αυτοδιοίκησης σε έλεγχο νομιμότητας από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση, κατά τρόπο αντίστοιχο με εκείνον που εφαρμόζεται στους ΟΤΑ.
    Κατά την άποψή μας, σειρά διατάξεων του υπό διαβούλευση Σχεδίου Νόμου
    χαρακτηρίζονται από υπέρμετρη αυστηρότητα, διοικητική επιβάρυνση και περιορισμένη δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής, γεγονός που εκτιμάται ότι θα προκαλέσει σοβαρές δυσλειτουργίες τόσο στους ίδιους τους φορείς όσο και στα αναπτυξιακά προγράμματα και έργα που αυτοί υλοποιούν ή παρακολουθούν.
    Προτείνεται να διευρυνθεί ως πρός το περιεχόμενο τα ζητούμενα στοιχεία το Μητρώο των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού της Αυτοδιοίκησης και με Υπουργική Απόφαση να θεσμοθετηθεί διαδικασία Πιστοποίησης των παραπάνω Φορέων με συγκεκριμένα κριτήρια επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού. Νομιμότητα, Κανονικότητα, Διαδικασίες οικονομικής διαχείρισης, Διαφάνεια, Σύγκρουση συμφερόντων, Βιωσιμότητα αντί οριζόντιων περιοριστικών γραφειοκρατικών διατάξεων.
    Οταν στο διάστημα 2018 – 2021 υλοποιήσαμε πρόγραμμα Φιλεξενίας Προσφύγων μέσω της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες έξι (6) μήνες διήρκησε ο έλεγχος και η ικανότητα διαχείρισης με διεθνή πρότυπα και η πιστοποίηση αναγνώριση του Οργανισμού ότι έχει την ικανότητα και τρεις (3) μέρες η υπογραφή σύμβασης και η άμεση εκταμίευση. Άρα Μητρώο Κριτήρια Πιστοποίηση Σύχρονα εργαλεία διαχείρισης και Ελέγχου και όχι αλλαπάλληλα πεδία γραφειοκρατίας που δεν επιτυγχάνουν πραγματικό έλεγχο.

  • 27 Μαΐου 2026, 18:18 | ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΠΑΡΝΩΝΑ ΑΕ

    Οι παράγραφοι 2 και 4 του άρθρου 689 σε ότι αφορά τους Αναπτυξιακούς Οργανισμούς και τις Αναπτυξιακές Εταιρείες δημιουργούν τα εξής προβλήματα, ενώ δεν προκύπτει ποια αντιμετωπίζουν:
    α) Προγραμματικές Συμβάσεις. Η σύναψη και το περιεχόμενο των Προγραμματικών συμβάσεων ελέγχονται ως προς την νομιμότητα κατά την λήψη της απόφασης συμμετοχής του Συμβαλλόμενου Δήμου ή Περιφέρειας από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση και επιπλέον από το Ελεγκτικό Συνέδριο με βάση τα όρια κλπ. Εν συνεχεία κατά την υλοποίηση του αντικειμένου των προγραμματικών συμβάσεων απασχολείται έκτακτο προσωπικό και εφαρμόζεται η νομοθεσία των δημοσίων συμβάσεων, υπό το καθεστώς πλήρους δημοσιότητας και διαφάνειας (Διαύγεια, ΚΗΜΔΗΣ, Ανάρτηση συμβάσεων Μίσθωσης Έργου κλπ).
    β) Υλοποίηση τοπικού προγράμματος LEADER. Οι εφαρμοστικές αποφάσεις του τοπικού προγράμματος LEADER λαμβάνονται από την Επιτροπή Διαχείρισης του Προγράμματος (ΕΔΠ) η οποία αποτελεί κανονιστική πρόβλεψη και στην οποία τα κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα της τοπικής εταιρικής σχέσης οφείλουν να πλειοψηφούν έναντι των δημοσίων φορέων. Οι προτεινόμενες διατάξεις για εποπτεία και έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων αναιρούν το θεσμικό πλαίσιο του προγράμματος εισάγοντας «κρατικό έλεγχο» στην προβλεπόμενη διαδικασία, με κίνδυνο την αναίρεση ουσιωδών όρων αξιολόγησης και έγκρισης των τοπικών προγραμμάτων.
    Και για τις δύο περιπτώσεις που αποτελούν το 100% της δραστηριότητας της Εταιρείας οι προτεινόμενες διατάξεις δημιουργούν πλαίσιο αλλεπάλληλων ελέγχων και γραφειοκρατίας και πρέπει να απαλειφθούν.

  • 27 Μαΐου 2026, 11:52 | Βαγγέλης

    Οι αποκλειστικές προθεσμίες υποχρεωτικού ελέγχου και εξέτασης διοικητικής προσφυγής είναι μικρές και σε αρκετές περιπτώσεις μη υλοποιήσιμες καθώς προκύπτουν θέματα για περισσότερη διερεύνηση που μέσα στα εν λόγω χρονικά διαστήματα δεν μπορούν να διερευνηθούν. Θα πρέπει να να μπορούν να παρατείνονται για εξεύρεση στοιχείων τουλάχιστον μέσα στο εύλογο χρονικό διάστημα των 3 μηνών. Διαφορετικά θα υπάρξει σωρεία κατά χρόνο απορρίψεων ή νομιμοποιήσεων. Πρέπει να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που προκύπτουν κατά την διάρκεια εξέτασης των αποφάσεων/ προσφυγών για την εξεύρεση των οποίων μπορεί να χρειαστεί πολύ περισσότερο διάστημα των 10 ημερών καθώς και ο φόρτος εργασίας/ κανονικές άδειες του ελεγκτή.

  • 25 Μαΐου 2026, 16:49 | Μαρία

    Εξαιρούνται από τον έλεγχο και την εποπτεία οι δημοτικές κοινότητες, ενώ ο Δήμαρχος κανονικά ασκεί εποπτεία στις δημοτικές κοινότητες. Επίσης δεν προβλέπεται αξιολόγηση δημοτικών κοινοτήτων που δεν απαντούν γραπτά στα αιτήματα πολιτών.

  • 24 Μαΐου 2026, 19:11 | ΚΩΝ/ΝΟΣ ΠΑΛΟΥΚΙΔΗΣ

    Ηθική, Διαφάνεια και η Υποχώρηση του υπό ψήφιση Νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης για την Αργία Αιρετών
    Ο Τεχνητός Περιορισμός της Αργίας: Ο Νόμος Προστατεύει τους Κατηγορουμένους και Όχι τους Θεσμούς
    Το νέο σχέδιο νόμου για την Τοπική Αυτοδιοίκηση επιχειρεί μία επικίνδυνη και αδικαιολόγητη μεταβολή στις προϋποθέσεις επιβολής του διοικητικού μέτρου της αργίας σε αιρετούς που παραπέμπονται αμετάκλητα για κακουργήματα. Ενώ ο ισχύων νόμος εξασφαλίζει τη διαφάνεια και το δημόσιο κύρος, η προτεινόμενη διάταξη (Άρθρο Ρ+64) τοποθετεί την αργία σε ένα νομικό «πάγο», θέτοντας σοβαρά ζητήματα ηθικής τάξης και αξιοπιστίας.
    Η Καταξίωση του Ισχύοντος Νόμου: Προστασία του Κύρους
    Ο ισχύων νόμος (Άρθρο 236Α ν. 3852/2010), σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι απόλυτα ορθός:
    • Απαιτούσε: Αμετάκλητη παραπομπή για κακούργημα ΚΑΙ την επιβολή έστω και ενός περιοριστικού όρου (π.χ., εγγύηση, στέρηση εξόδου, κράτηση).
    • Λογική: Ο συνδυασμός της σοβαρότητας της κατηγορίας (αμετάκλητη παραπομπή) με την επιβεβαίωση του κινδύνου (επιβολή περιοριστικού όρου) αποτελούσε τη δικλείδα ασφαλείας. Η αργία επιβαλλόταν, προστατεύοντας τον θεσμό από σκιές, μέχρι την τελική δικαστική κρίση.
    Η Επιτίμηση του Νέου Σχεδίου Νόμου: Υποχώρηση Διαφάνειας
    Το νέο σχέδιο νόμου έρχεται να ανατρέψει αυτή την ισορροπία, καθιστώντας το μέτρο της αργίας πρακτικά ανενεργό.
    • Απαιτεί πλέον: Αμετάκλητη παραπομπή ΜΟΝΟ σε συνδυασμό με τον πιο ακραίο περιοριστικό όρο, την προσωρινή κράτηση.
    Αυτή η μεταβολή συνιστά νομική παρεκτροπή και ηθική οπισθοδρόμηση, για τους ακόλουθους λόγους:
    1. Ηθική Παραβίαση: Αδιαφορία για τη Σοβαρότητα της Κατηγορίας
    Η προσωρινή κράτηση είναι ένα δικονομικό μέτρο που αφορά τον κίνδυνο φυγής, όχι την ουσία της ενοχής. Επιτρέποντας σε έναν αιρετό που αμετάκλητα παραπέμπεται για διαφθορά ή υπεξαίρεση (κακούργημα) να παραμένει στη θέση του, εφόσον αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους (π.χ. εγγύηση), ο νόμος:
    • Προσβάλλει το περί Δικαίου Αίσθημα: Πώς είναι ηθικά αποδεκτό ένα πρόσωπο που βαρύνεται με την κρίση σοβαρής κακουργηματικής εμπλοκής να συνεχίζει να διαχειρίζεται το δημόσιο χρήμα;
    • Δημιουργεί Σκιές: Η παραμονή του αιρετού στη θέση του εν μέσω εκκρεμοδικίας για κακούργημα υπονομεύει την αξιοπιστία των αποφάσεων που λαμβάνει και δυσχεραίνει την ομαλή λειτουργία του δήμου ή της περιφέρειας.
    2. Νομική Παρεκτροπή: Αντίθεση στη Νομολογία του ΣτΕ
    Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει επανειλημμένα τονίσει ότι ο σκοπός της αργίας είναι η προστασία του κύρους του θεσμού.
    Η απαίτηση του νέου σχεδίου νόμου για αποκλειστική σύνδεση με την προσωρινή κράτηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με αυτή την αρχή. Η κράτηση είναι προσωρινό και εξαιρετικό μέτρο. Μόλις αυτή αντικατασταθεί με οποιονδήποτε άλλο περιοριστικό όρο (π.χ., απαγόρευση εξόδου ή εμφάνιση σε Α.Τ.), το σχέδιο νόμου προβλέπει την αυτόματη άρση της αργίας.
    Με τον τρόπο αυτό:
    Ο νόμος αποδέχεται ότι ένας αιρετός μπορεί να επιστρέψει στα καθήκοντά του ακόμα κι αν εξακολουθεί να βαρύνεται με την αμετάκλητη παραπομπή και εξακολουθεί να θεωρείται ύποπτος σε βαθμό που απαιτείται η επιβολή περιοριστικών όρων.
    Το μέτρο παύει να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον και μετατρέπεται σε προστατευτική ασπίδα για τον αιρετό κατηγορούμενο, αδιαφορώντας για τη διαφάνεια.
    Συμπέρασμα: Αποσύνδεση από την Ευθύνη
    Το νέο σχέδιο νόμου συνιστά μια πολιτική επιλογή που αποσυνδέει την άσκηση δημόσιου αξιώματος από τις αυξημένες απαιτήσεις ηθικής ακεραιότητας. Μειώνει δραματικά την εμβέλεια ενός κρίσιμου προληπτικού μέτρου, δημιουργώντας ένα νόμο «παράθυρο» για αιρετούς που παραπέμπονται για κακουργήματα.
    Η αξιοπιστία ενός νόμου κρίνεται από το αν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και τη διαφάνεια. Το Άρθρο Ρ+64, δυστυχώς, αποτυγχάνει σε αυτόν τον έλεγχο, θέτοντας σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

  • 24 Μαΐου 2026, 11:04 | marianna

    Θα ήθελα επιτέλους να ισχύσει πραγματικός έλεγχος νομιμότητας στους ΟΤΑ δεδομένου ότι οι δήμαρχοι πιέζουν τις αποκεντρωμένες διοικήσεις να τους δικαιώνουν σε παράνομες αποφάσεις εις βάρος υπαλλήλων όπως υποβιβασμούς,τοποθετήσειςκ.α.Παρατηρείται το φαινόμενο ο ίδιος νόμος να διαστρεβλώνεται από ένα δήμο αλλά να να τον επικυρώνει μια αποκεντρωμένη απορρίπτοντας ενστάσεις ενώ άλλος δήμος να εφαρμόζει τον νόμο κανονικά.Συνεπώς ,ισχύουν δύο μέτρα και δύο σταθμά και καταρρίπτεται κάθε έννοια ισότητας και ισονομίας.

  • 24 Μαΐου 2026, 09:18 | ΙΠ

    Στο άρθρο 689 προβλέπεται η συνέχιση ελέγχου νομιμότητας των προϋπολογισμών και των αναμορφώσεων αυτών από τις Αποκεντρωμένες στην Υπηρεσία Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όμως η συνέχιση/μεταβίβαση του συγκεκριμένου ελέγχου δεδομένης της ύπαρξης του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας των ΟΤΑ και του του Κόμβου Οικονομικής Πληροφόρησης Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών, καθιστά τον έλεγχο των προϋπολογισμών από την Υπηρεσία Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως άνευ λόγου. Η δυνατότητα ελέγχου των προϋπολογισμών από την, υπό σύσταση, νέα Υπηρεσία θα είναι ατελέσφορη εάν δεν στελεχωθεί η Υπηρεσία από πτυχιούχους υπαλλήλους των ειδικοτήτων ΠΕ Οικονομικού και ΤΕ Λογιστικού, λόγω του εξειδικευμένου του αντικειμένου και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να δοθεί και πλήρη πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων των ανωτέρω υπηρεσιών για να μπορεί να γίνει ουσιαστικός και σε πραγματικό χρόνο έλεγχος επί των οικονομικών των Ο.Τ.Α..

    Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη τόσων Υπηρεσιών που ασχολούνται με τα οικονομικά των Ο.Τ.Α. δημιουργεί καθεστώς αλληλοεπικαλύψεων, συντονισμού ενεργειών και ασαφειών. Ο έλεγχος, η παρακολούθηση, η ενημέρωση επί των οικονομικών των Ο.Τ.Α. πρέπει να ανατεθεί σε ΜΙΑ Υπηρεσία, η οποία θα έχει την πλήρη ευθύνη με πλήρη πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα και θα έχει το αντίστοιχο ανθρώπινο δυναμικό και πόρους.

    Στο άρθρο 697 προβλέπεται ότι «εντός της ίδιας προθεσμίας, η επιλεγείσα Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. οφείλει να αναζητήσει τα αναγκαία στοιχεία για την εξέταση της προσφυγής από τυχόν άλλους αρμόδιους φορείς», όμως δεν αναφέρεται ότι η προθεσμία εξέτασης της προσφυγής θα αρχίσει μετά την περιέλευση των στοιχείων αυτών στην επιλεγείσα Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.. Επίσης, δεν προβλέπεται διαδικασία επί της συμπληρωματικής αναζήτησης εγγράφων μετά από την αρχική ανάρτηση στοιχείων από τον Ο.Τ.Α. στο πληροφοριακό σύστημα ή μετά από την περιέλευση στοιχείων από άλλους αρμοδιους φορείς και ανάλογη παράταση των λοιπών προθεσμιών.

    Στο άρθρο 698 η προθεσμία των 35 ημερών είναι αρκετά περιοριστική θα έπρεπε να διατηρηθεί η προθεσμία των 2 μηνών άλλως 60 ημερών. Καλό θα ήταν να προβλέπεται η δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας. Η τόσο σύντομη προθεσμία πιθανόν να οδηγήσει σε αύξηση των σιωπηρώς απορριφθέντων προσφυγών.

    Ενώ γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής των πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο πιο συγκεκριμένη σε σχέση με το υπάρχον καθεστώς, από την καταγραφή αυτή προκύπτει τόσο το διευρυμένο όσο και το πολύπλοκο του αντικειμένου της Εποπτείας των Ο.Τ.Α., το οποίο αφορά διάφορα επιστημονικά πεδία, με τα οποία όμως πρέπει να ασχοληθεί ο ίδιος υπάλληλος στο πρόσωπο του οποίου θα πρέπει να συναντάται ένα ευρύ πλέγμα γνώσεων, σε αυτό το σημείο λοιπόν προκύπτει ότι για να πετύχει το εγχείρημα της νέας Υπηρεσίας θα πρέπει να δοθεί έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα δηλαδή στους υπάλληλους που θα την στελεχώσουν. Θα πρέπει να δοθούν ουσιαστικά υπηρεσιακά και μισθολογικά κίνητρα και εχέγγυα/δικλείδες ασφαλείας και προστασίας της υπηρεσιακής ανεξαρτησίας και αυτοτέλειας κρίσης και η στελέχωση να είναι επαρκής σε σχέση πάντα με το αντικείμενο και τον αριθμό των εποπτευόμενων φορέων.

  • 23 Μαΐου 2026, 21:51 | Πέτσας Καλοψημένος

    Στο άρθρο 689 παρ. 1α αναφέρεται ότι στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας εμπίπτουν οι προϋπολογισμοί των ΟΤΑ και οι αναμορφώσεις τους. Μέχρι πρότινος οι προϋπολογισμοί επικυρωνόντουσαν. Τώρα φαίνεται ότι το κεντρικό κράτος θέλει να ελέγχει τη νομιμότητά τους, ενώ κατά τα άλλα ισχύει η συνταγματική οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ (102 παρ. 2 του Συντάγματος). Η διαφορά μεταξύ «επικύρωσης» και «ελέγχου νομιμότητας» ενός προϋπολογισμού δεν είναι απλώς τεχνική ή μία απλή διαφορά στον διοικητικό ορισμό/όρο. Είναι βαθιά θεσμική, διοικητική και πολιτική. Στην πραγματικότητα αντανακλά δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις για τη σχέση κράτους και αυτοδιοίκησης.
    Αυτή η μεταβολή που επιχειρεί το νέο νομοσχέδιο είναι πολύ σημαντικότερη απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Η επικύρωση του προϋπολογισμού, όπως λειτουργούσε μέχρι σήμερα, είχε περισσότερο χαρακτήρα διοικητικής επιβεβαίωσης, εποπτικής διαπίστωσης και ελέγχου τυπικής συμμόρφωσης. Ουσιαστικά το εποπτεύον όργανο εξέταζε αν τηρήθηκαν οι βασικοί κανόνες κατάρτισης, αν τηρήθηκαν οι οδηγίες του Παρατηρητηρίου, αν υπήρχε ισοσκέλιση, αν είχαν εγγραφεί υποχρεωτικές δαπάνες, αν τηρήθηκαν οι δημοσιονομικές οδηγίες του Υπουργείου και αν ο προϋπολογισμός είναι γενικά συμβατός με το θεσμικό πλαίσιο. Η «επικύρωση» λοιπόν είχε περισσότερο διαπιστωτικό και λογιστικό χαρακτήρα κοιτώντας τις χοντρές δημοσιονομικές παρεκτροπές. Δεν αντιμετωπιζόταν πλήρως ως διοικητική πράξη υποκείμενη σε κλασικό ακυρωτικό έλεγχο νομιμότητας. Με απλά λόγια ο προϋπολογισμός θεωρούνταν περισσότερο εργαλείο δημοσιονομικής διαχείρισης παρά διοικητική πράξη αυξημένης κανονιστικής σημασίας.
    Ο έλεγχος νομιμότητας όμως είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Πλέον ο προϋπολογισμός θα αντιμετωπίζεται ως μία κλασική διοικητική πράξη με κανονιστικό χαρακτήρα η οποία υπόκειται σε ακυρωτικό διοικητικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ο Επόπτης δεν θα εξετάζει πλέον απλώς αν «βγαίνουν τα νούμερα», αλλά θα εξετάζει αν η πράξη είναι νομικά ορθή, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο, αν τηρήθηκε η διαδικασία, αν υπάρχει νόμιμη αιτιολογία, αν τηρούνται οι αρχές δημοσιονομικού δικαίου, αν παραβιάζονται ειδικές διατάξεις, αν υπάρχουν μη νόμιμες εγγραφές, αν παραβιάζονται κανόνες κατανομής πιστώσεων κλπ. Άρα πλέον ο προϋπολογισμός δεν «επικυρώνεται» απλώς, θα κρίνεται διοικητικά ως προς τη νομιμότητά του.
    Η επικύρωση βασίζεται στη λογική «ο δήμος καταρτίζει, το κράτος επιβεβαιώνει» ενώ ο έλεγχος νομιμότητας βασίζεται στη λογική «ο δήμος αποφασίζει, το κράτος μπορεί να ακυρώσει». Αυτό αλλάζει πλήρως τη φύση της εποπτείας, τη σχέση κράτους και αυτοδιοίκησης και τον βαθμό παρέμβασης του κεντρικού κράτους. Η πρακτική συνέπεια είναι τεράστια καθώς πλέον ο προϋπολογισμός μπορεί να ακυρωθεί, να επιστραφεί, να παγώσει ή να δημιουργήσει καθυστερήσεις στην εκτέλεση δαπανών. Επειδή ο προϋπολογισμός είναι η θεμελιώδης πράξη λειτουργίας ενός ΟΤΑ, ο έλεγχός του σημαίνει έμμεσο έλεγχο όλης της διοικητικής δράσης, των έργων, των προμηθειών, των κοινωνικών πολιτικών και των αναπτυξιακών επιλογών. Με άλλα λόγια, όποιος ελέγχει ουσιαστικά τον προϋπολογισμό, ελέγχει σε μεγάλο βαθμό και τη δυνατότητα διοίκησης του ίδιου του δήμου ή της περιφέρειας.
    Εδώ εμφανίζεται μία πολύ σοβαρή αντίφαση του νέου συστήματος. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ όμως όσο επεκτείνεται ο ακυρωτικός έλεγχος, ο προληπτικός έλεγχος και ο διοικητικός παρεμβατισμός στους προϋπολογισμούς, τόσο περισσότερο περιορίζεται πρακτικά η πραγματική αυτοτέλεια, διότι μία αυτοδιοίκηση της οποίας ο προϋπολογισμός, οι αναμορφώσεις, οι βασικές οικονομικές αποφάσεις και οι κανονιστικές επιλογές τελούν υπό εκτεταμένο κρατικό έλεγχο παύει σταδιακά να λειτουργεί ως ουσιαστικά αυτοδιοικούμενος οργανισμός και κινδυνεύει να λειτουργεί ως διοικητικά αποκεντρωμένη μονάδα του κεντρικού κράτους.
    Θα ήταν όμως άδικο να μην αναγνωριστεί ότι ο έλεγχος νομιμότητας στους προϋπολογισμούς μπορεί να αντιμετωπίσει πραγματικές παθογένειες όπως πλασματικές εγγραφές, υπερεκτιμημένα έσοδα, δημοσιονομικά τεχνάσματα, αδιαφανείς μεταφορές πιστώσεων, πελατειακές δαπάνες και πολιτικά ανεύθυνες οικονομικές πρακτικές, ιδίως σε μικρούς ή αδύναμους διοικητικά δήμους με τον έλεγχο να μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά.
    Άρα η λογική του ελέγχου δεν είναι από μόνη της λανθασμένη. Το πρόβλημα είναι αλλού. Ποιος θα ασκεί αυτόν τον έλεγχο, με ποια επάρκεια, με ποια ταχύτητα, με ποια τεχνογνωσία και με ποια όρια παρέμβασης; Διότι όταν ο έλεγχος γίνεται υπερβολικά παρεμβατικός, οι υπηρεσίες είναι υποστελεχωμένες, οι ερμηνείες διαφέρουν και οι προθεσμίες καθυστερούν, τότε ο έλεγχος νομιμότητας μπορεί να μετατραπεί από μηχανισμό προστασίας της νομιμότητας σε μηχανισμό διοικητικής παράλυσης. Στην πραγματικότητα, η μετάβαση από την «επικύρωση» στον «έλεγχο νομιμότητας» σηματοδοτεί τη μετάβαση από μία ήπια εποπτεία οικονομικής συμμόρφωσης σε μία πολύ πιο έντονη κρατική εποπτεία επί της ίδιας της οικονομικής διακυβέρνησης των ΟΤΑ και αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, είναι μία βαθιά πολιτική και διοικητική επιλογή για το πόσο πραγματικά αυτόνομη θέλει το κράτος να είναι η τοπική αυτοδιοίκηση.

  • 23 Μαΐου 2026, 18:34 | Παρασκευή Μεσημέρη

    Το πραγματικό εύρος του μηχανισμού ελέγχου νομιμότητας που εγκαθιδρύει το Βιβλίο 5 δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο από μία επιφανειακή ανάγνωση των άρθρων 689 και 690. Αντιθέτως, μόνο μέσα από τη συστηματική διασύνδεση των επιμέρους παραπομπών του Κώδικα αποκαλύπτεται η πραγματική θεσμική βαρύτητα και η διοικητική έκταση του νέου συστήματος εποπτείας.
    Τότε καθίσταται σαφές ότι ο νομοθέτης δεν θεσπίζει έναν απλό ή περιορισμένο έλεγχο νομιμότητας, αλλά έναν πολυεπίπεδο μηχανισμό συνεχούς διοικητικής επιτήρησης σχεδόν ολόκληρης της λειτουργίας των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων. Ο έλεγχος αυτός δεν περιορίζεται πλέον στις κλασικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις, όπως συνέβαινε παραδοσιακά. Επεκτείνεται από διαπιστωτικές πράξεις έκπτωσης [άρ. 718, άρ. 42 παρ. 8, 10 & 11 (η οποία παρ. 11 απ’ ότι βλέπω ξεχάστηκε να αναφερθεί στο άρ. 718), άρ. 43 παρ. 6 & 7, άρ. 73 παρ. 3 & 7 (η οποία παρ. 7 απ’ ότι βλέπω ξεχάστηκε να αναφερθεί στο άρ. 43), άρ. 101 παρ. 3 (η οποία δεν βλέπω να αναφέρεται κάπου στο Μέρος Β), άρ. 281 παρ. 2], σε προ-ελέγχους (νομιμότητας) σε Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων (σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3584/2007), των περιφερειών (σύμφωνα με το άρθρο 241 του ν. 3852/2010) και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου του άρθρου 187 (εδώ ξεχάστηκε πιστεύω ο ΟΕΥ των ΔΕΥΑ, βλ. άρ. 257 παρ. 2, που είναι στα νομικά πρόσωπα του άρ. 188) και από τον έλεγχο νομιμότητας σε προϋπολογισμούς αναμορφώσεις (για πρώτη φορά γίνεται έλεγχος νομιμότητας σε αυτούς, ενώ μέχρι τώρα απλώς επικυρώνονταν) μέχρι τον ας τον πούμε κλασικό έλεγχο νομιμότητας όπως προβλέπεται σε ΟΛΕΣ τις υπόλοιπες διοικητικές πράξεις του άρθρου 689 [που δεν είναι και λίγες, έχει από συμβάσεις του ν. 4412/2016 και του ν. 4413/2016, πάρα πολλές κανονιστικές όπως αυτές απαριθμούνται στις περιπτώσεις β και γ του άρ. 689 παρ. 1, μέχρι για δάνεια και επιχορηγήσεις (εδώ νομίζω ξεχάστηκε να μπει και η απόφαση του άρ. 537 παρ. 4).
    Η ίδια η δομή των παραπομπών και των διασταυρούμενων αναφορών αποκαλύπτει μία ιδιαίτερα σύνθετη και όχι πάντοτε συνεκτική νομοτεχνική κατασκευή. Οι παραλείψεις που ήδη εντοπίζονται και μερικές αναφέρθηκαν δεν είναι αμελητέες τεχνικές λεπτομέρειες. Αντιθέτως, αποτελούν ενδείξεις της εξαιρετικής πολυπλοκότητας του οικοδομήματος που επιχειρεί να δημιουργήσει ο νομοθέτης. Άρα, ανακύπτει ένα κρίσιμο διοικητικό και πολιτειακό ερώτημα:
    Ποιοι ακριβώς θα ασκήσουν αυτόν τον έλεγχο; Διότι ο εκάστοτε ελεγκτής του νέου συστήματος δεν θα είναι ένας απλός διοικητικός υπάλληλος που διενεργεί τυπικούς ελέγχους νομιμότητας. Θα καλείται καθημερινά να ερμηνεύει σύνθετες διατάξεις διοικητικού δικαίου, να αξιολογεί δημοσιονομικές συνέπειες, να εξετάζει συμβάσεις υψηλής οικονομικής αξίας, να ‘παρεμβαίνει’ σε οργανωτικά ζητήματα δήμων και περιφερειών, να χειρίζεται κανονιστικές πράξεις αυξημένης πολυπλοκότητας, να αποφαίνεται επί ζητημάτων που ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε έκπτωση ή αργία αιρετών οργάνων, και να λειτουργεί υπό ασφυκτικές προθεσμίες (και ενδεχομένως διαρκή πολιτική πίεση).
    Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης φαίνεται να απαιτεί από τον μηχανισμό εποπτείας ένα επίπεδο νομικής κατάρτισης, διοικητικής εμπειρίας, τεχνοκρατικής επάρκειας, θεσμικής ακεραιότητας, προσωπικής ανεξαρτησίας και δημοσιονομικής αντίληψης, που προσιδιάζει όχι σε μία κοινή διοικητική υπηρεσία, αλλά σε ανώτατο ελεγκτικό σώμα, εξειδικευμένη διοικητική αρχή ή ακόμη και σε θεσμό με χαρακτηριστικά διοικητικής δικαιοδοσίας.
    Και όμως, παρά αυτή την τεράστια θεσμική απαίτηση, το νομοσχέδιο δεν φαίνεται να οικοδομεί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να υπάρξει αντίστοιχη διοικητική ικανότητα. Δεν προβλέπονται ειδικά φίλτρα επιλογής προσωπικού, αυξημένα κριτήρια εμπειρίας, ειδική πιστοποίηση γνώσεων, ουσιαστικά κίνητρα προσέλκυσης, ενισχυμένη υπηρεσιακή ανεξαρτησία, ούτε ένα θεσμικά κατοχυρωμένο καθεστώς υψηλής ευθύνης αντίστοιχο των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται. Αυτό συνιστά μία τεράστια αδυναμία της μεταρρύθμισης διότι η ποιότητα ενός συστήματος εποπτείας δεν κρίνεται από το εύρος των αρμοδιοτήτων που περιγράφει ο νόμος, αλλά από την ποιότητα των ανθρώπων που θα κληθούν να τις ασκήσουν.
    Η ελληνική διοικητική ιστορία είναι γεμάτη από θεσμούς που απέτυχαν (όπως και η μεταρρύθμιση του ν. 3852/2010 και αυτή του ν. 4555/20 αναφορικά με τον Ελεγκτή νομιμότητας ή τον Επόπτη) όχι επειδή δεν είχαν αρμοδιότητες, αλλά επειδή δεν διέθεταν επαρκή στελέχωση, θεσμική προστασία, εξειδικευμένη γνώση, επιχειρησιακή υποστήριξη και πραγματική διοικητική αυτονομία.
    Υπό αυτή την έννοια, ο κίνδυνος που αναδύεται είναι ιδιαίτερα σοβαρός. Να δημιουργηθεί ένας υπερτροφικός μηχανισμός ελέγχου με εξαιρετικά διευρυμένες αρμοδιότητες αλλά χωρίς την αντίστοιχη διοικητική υποδομή για να λειτουργήσει με ποιότητα, ταχύτητα και αξιοπιστία. Τότε το σύστημα δεν θα παράγει ασφάλεια δικαίου αλλά καθυστερήσεις, συγκέντρωση φακέλων, αντιφατικές κρίσεις, διοικητική αβεβαιότητα και τελικά έναν αμυντικό και φοβικό τρόπο λειτουργίας τόσο των ελεγκτών όσο και των ίδιων των ΟΤΑ.
    Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι το νομοσχέδιο δείχνει να αντιμετωπίζει την υποστελέχωση ως ένα τεχνικό ή δευτερεύον ζήτημα, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί τον πυρήνα της επιτυχίας ή της αποτυχίας ολόκληρης της μεταρρύθμισης. Διότι όταν ένα κράτος αυξάνει θεαματικά το εύρος του ελέγχου, πολλαπλασιάζει τα αντικείμενα εποπτείας, επεκτείνει τις ακυρωτικές και πειθαρχικές εξουσίες και ενισχύει τον ‘επιτήρηση’ της αυτοδιοίκησης, χωρίς να επενδύει αναλόγως στη στελέχωση, στην υπηρεσιακή θωράκιση και στην ποιοτική επιλογή προσωπικού, τότε δεν πραγματοποιεί ουσιαστική διοικητική μεταρρύθμιση αλλά απλώς μεταφέρει ένα ήδη προβληματικό και υπολειτουργικό μοντέλο σε ένα νέο οργανωτικό περίβλημα.
    Αυτό ακριβώς είναι ο μεγάλος κίνδυνος του Βιβλίου 5. Να παρουσιαστεί ως μεταρρύθμιση διοικητικής νομιμότητας, ενώ στην πράξη θα καταλήξει να αποτελεί μία απλή αλλαγή θεσμικής ταμπέλας σε έναν μηχανισμό που παραμένει υποστελεχωμένος, υπερφορτωμένος και διοικητικά εύθραυστος.
    Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι η απαρίθμηση ή/και η αύξηση των ελέγχων. Είναι η δημιουργία ενός κράτους ικανού να ασκεί αυτούς τους ελέγχους με επάρκεια, συνέπεια, ανεξαρτησία, ταχύτητα και κυρίως με ανθρώπους που διαθέτουν το κύρος, τη γνώση και την ακεραιότητα που απαιτεί ένα τόσο κρίσιμο πεδίο δημόσιας εξουσίας.

  • 23 Μαΐου 2026, 17:56 | Λητώ Βρακάκη

    Βάσει των άρθρων 688 και 689 του παρόντος σε διαβούλευση νομοσχεδίου, φαίνεται να γίνεται μία τομή στην προσέγγιση του ελέγχου νομιμότητας. Αυτή η τομή αφορά τον χαρακτηρισμό του ελέγχου νομιμότητας πλέον και ως προληπτικού σε αντίθεση με όσα είχαν ρυθμιστεί στην ελληνικό διοικητικό σύστημα τα οποία καθόριζαν τον έλεγχο νομιμότητας μόνο ως κατασταλτικού (βλέπε ενδεικτικά τις αποφάσεις ΣτΕ 2378/2001, 1860/2002, 2242/2008, 1114/2012, 2171/2014 και 2138/2022 αλλά και αρκετή βιβλιογραφία). Αυτό θεωρείται ότι μπερδεύει. Καλό θα ήταν να γίνει ένας διαχωρισμός σε ξεχωριστά άρθρα όσον αφορά τον έλεγχο νομιμότητας των εκτελεστών διοικητικών πράξεων με τη λογική του κατασταλτικού ελέγχου νομιμότητας και αυτών που ελέγχονται προληπτικά. Ρητά, ξεχωριστά και ευδιάκριτα! Πχ τα τάδε ελέγχονται αφού θεωρούνται εκτελεστές οι πράξεις των ΟΤΑ, άρα ο έλεγχος είναι κατασταλτικός και τα τάδε ελέγχονται ως προς την νομιμότητά τους προληπτικά σε μη εκτελεστές πράξεις των ΟΤΑ, άρα ο έλεγχος είναι προληπτικός. Κάποιες φορές οι ρυθμίζεις, ειδικά σε νομοθετήματα τα οποία είναι 800 άρθρων, πρέπει να είναι απλές και κατανοητές.

  • 23 Μαΐου 2026, 14:25 | ΔΚ

    Όσον αφορά στο άρθ. 719 για το διοικητικό μέτρο της αργίας και συγκεκριμένα για την αμετάκλητη παραπομπή για κακούργημα. Μέχρι σήμερα ο νόμος στο άρθ. 236 του ν. 3852/2010 προβλέπει ότι ακόμη και η επιβολή ενός οποιουδήποτε περιοριστικού όρου, όπως της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της καταβολής κάποιας εγγύησης συνεπάγεται τη θέση του αιρετού σε αργία. Για ποιον λόγο να αλλάξει αυτό; Δηλαδή θα ανεχόμαστε έναν δήμαρχο ή περιφερειάρχη να έχει παραπεμφθεί για μια απιστία ή υπεξαίρεση χρηματικού ποσού άνω των 120.000 ευρώ και να παραμένει στη θέση του; Για ποιον λόγο; Για να συνεχίσει το ενάρετο έργο του; Υποτίθεται ότι αυτά τα μέτρα επιβάλλονται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, για να προστατέψουν δηλαδή έναν Δήμο ή μία Περιφέρεια από έναν Δήμαρχο ή έναν Περιφερειάρχη που θεωρείται ακατάλληλος να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του εξαιτίας μιας προηγούμενης επιλήψιμης συμπεριφοράς που ζημίωσε το ΝΠΔΔ που διοικεί. Και μ αρέσει που πλέον προβλέπεται ως όρος μόνο η προσωρινή κράτηση για να μπει σε αργία. Μα σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ήδη στη φυλακή, τι παραπάνω θα προστατέψει η θέση του σε αργία; Ευκταίο για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος θα ήταν να παραμείνει η διάταξη ως έχει. Διαφορετικά δεν μπορείτε να πείσετε κανέναν πλέον ότι ενδιαφέρεστε για το συμφέρον των Δήμων ή των Περιφερειών…

  • 23 Μαΐου 2026, 12:53 | ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΚΕΒΡΟΣ

    Προτείνεται να θεσπιστούν βασικοί δείκτες απόδοσης (KPIs) και λογοδοσίας στην ίδια την Υπηρεσία (εσωτερικά), για λόγους διαφάνειας, αποτελεσματικότητας, αποδοτικότητας και αντικειμενικότητας. Θα μπορούσε να προβλεφθεί ένας μέσος χρόνος εξέτασης, ένα ποσοστό ακυρώσεων από τα δικαστήρια, ένα backlog index, ένας δείκτη συμμόρφωσης ΟΤΑ, δείκτης ποιότητας αιτιολογίας αποφάσεων κ.ά.

  • 23 Μαΐου 2026, 12:43 | Αντώνιος Μάτσας

    Πρέπει να δημιουργηθεί ένα πραγματικό σύστημα νομολογιακής ενοποίησης. Αυτό είναι τεράστιο έλλειμμα σήμερα στην αυτοδιοίκηση. Θα υπήρχε μία Εθνική Βάση Νομολογίας Εποπτείας ΟΤΑ με ανωνυμοποιημένες αποφάσεις, κατηγοριοποίηση, ίσως ερμηνεία, δείκτες επαναλαμβανόμενων παραβάσεων και ανάλυση δεδομένων και στατιστικών η οποία θα βοηθούσε στην ανακάλυψη μοτίβων τα οποία μπορούν να βοηθήσουν από την ποσοτικοποίηση της απόδοσης μέχρι και την πρόβλεψη. Επιπρόσθετα, αυτό θα δημιουργούσε μία ενιαία διοικητική πρακτική και θα περιόριζε ενδεχόμενες αντιφάσεις.

  • 23 Μαΐου 2026, 12:11 | Μένιος Ιππουργός

    Η βαθύτερη αδυναμία του Βιβλίου Πέμπτου δεν βρίσκεται τόσο στη θεσμική του αρχιτεκτονική, όσο στην πλήρη υποεκτίμηση του ανθρώπινου παράγοντα που καλείται να τη στηρίξει. Ο νομοθέτης φαίνεται να οικοδομεί ένα εξαιρετικά σύνθετο και υψηλής κανονιστικής πυκνότητας σύστημα εποπτείας επί των ΟΤΑ, χωρίς όμως να απαντά στο θεμελιώδες διοικητικό ερώτημα: «ποιοι ακριβώς θα το λειτουργήσουν;».
    Εδώ εντοπίζεται μία από τις πιο κρίσιμες αντιφάσεις του σχεδίου νόμου. Από τη μία πλευρά, η Υπηρεσία Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας ΟΤΑ (ΥΓΕΝΟΤΑ) και οι Αυτοτελείς Υπηρεσίες Εποπτείας ΟΤΑ (ΑΥΕ ΟΤΑ) αποκτούν εξαιρετικά εκτεταμένες και θεσμικά βαρύνουσες αρμοδιότητες όπως 1) να ελέγχουν τη νομιμότητα πράξεων των δήμων, των περιφερειών και των νομικών τους προσώπων ασκώντας ακυρωτικό έλεγχο (άρα να επηρεάζουν άμεσα τα έννομα αποτελέσματα των διοικητικών τους πράξεων και δη τις αποφάσεις τους) και 2) να ενεργοποιούν πειθαρχικές διαδικασίες και έτσι να δύνανται, εμμέσως ή αμέσως, να οδηγήσουν ακόμη και σε αργία, παύση ή έκπτωση (απομάκρυνση) αιρετών οργάνων που φέρουν άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση. Πρόκειται δηλαδή για έναν μηχανισμό με εξαιρετικά υψηλή θεσμική ισχύ, ο οποίος στην πραγματικότητα θα λειτουργεί ως ο τελικός εγγυητής της νομιμότητας της τοπικής εξουσίας σε όλη τη χώρα.
    Κι όμως, παρά τη βαρύτητα αυτών των αρμοδιοτήτων, το σχέδιο νόμου εμφανίζει εντυπωσιακή αοριστία ως προς το σημαντικότερο διοικητικό κεφάλαιο κάθε θεσμού, το ανθρώπινο δυναμικό. Ο νομοθέτης χρησιμοποιεί διατυπώσεις περί «υψηλού επιπέδου επιστημονικής κατάρτισης», «εξειδικευμένης γνώσης», «ικανότητας ανταπόκρισης στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης», χωρίς όμως να θεσπίζει ένα συνεκτικό και δεσμευτικό πλαίσιο προσέλκυσης, επιλογής, αξιολόγησης και διατήρησης τέτοιου προσωπικού. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί είναι μία τεχνική έλλειψη. Είναι δομικό πρόβλημα δημόσιας διοίκησης. Διότι δεν μπορεί να οικοδομείται ένας θεσμός με χαρακτηριστικά ανεξάρτητης ελεγκτικής αρχής, διοικητικού δικαιοδοτικού μηχανισμού και πειθαρχικού οργάνου υψηλής ευθύνης, χωρίς να προβλέπεται τουλάχιστον αντίστοιχο καθεστώς στελέχωσης και υπηρεσιακής προστασίας αντίστοιχο εκείνων των υπηρεσιών που ασκούν συναφείς ελεγκτικές λειτουργίες.
    Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν προβλέπεται ειδικό μισθολογικό καθεστώς, δεν θεσπίζονται επιδόματα ελέγχου ή θεσμικής ευθύνης, δεν προβλέπονται ουσιαστικά κίνητρα παραγωγικότητας, δεν εισάγονται αυξημένες εγγυήσεις υπηρεσιακής ανεξαρτησίας, ούτε ειδικά φίλτρα επιλογής προσωπικού με αυξημένες απαιτήσεις εμπειρίας στην αυτοδιοίκηση, στο διοικητικό δίκαιο ή στον δημοσιονομικό έλεγχο. Αντιθέτως, η εντύπωση που δημιουργείται είναι ότι ο νομοθέτης θεωρεί περίπου αυτονόητο ότι ένα τόσο απαιτητικό σύστημα θα στελεχωθεί επαρκώς απλώς και μόνο λόγω της θεσμικής του αποστολής.
    Αυτό όμως αντιβαίνει σε κάθε βασική αρχή σύγχρονης διοικητικής επιστήμης. Οι θεσμοί δεν λειτουργούν επειδή έχουν ισχυρές αρμοδιότητες. Λειτουργούν όταν μπορούν να προσελκύσουν, να διατηρήσουν και να προστατεύσουν ανθρώπους υψηλής επαγγελματικής επάρκειας. Διαφορετικά, δημιουργείται ένα φαινόμενο που η διοικητική θεωρία περιγράφει ως «θεσμική ασυμμετρία μεταξύ κανονιστικής ισχύος και διοικητικής ικανότητας». Με μία γρήγορη ματιά στο Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς (ΕΣΣΚΔ) 2026 – 2030 (https://aead.gr/images/esskd/2026-2030/ΕΣΣΚΔ_2026-2030_Final_Draft_Διαβούλευση.pdf , ιδίως στις σελίδες 22-25, 29, 31, 38, 39, 91-92) είναι φανερό ότι η αυτοδιοίκηση έχει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο σε φαινόμενα διασπάθισης πόρων και διαφθοράς. Ποια στελέχη θα ελέγξουν αυτά τα φαινόμενα τα οποία απαιτούν αυξημένα προσόντα, κατάρτιση και εχέγγυα; Στελέχη με βασικό μισθό;
    Με απλά λόγια ο νόμος εμφανίζεται ισχυρός, αλλά ο μηχανισμός εφαρμογής του παραμένει αδύναμος και αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο στην περίπτωση της ΥΓΕΝΟΤΑ, διότι οι αρμοδιότητές της δεν είναι απλώς τεχνικές ή διεκπεραιωτικές. Είναι αρμοδιότητες που επηρεάζουν δημοκρατικά εκλεγμένες διοικήσεις, παρεμβαίνουν στην άσκηση τοπικής εξουσίας, επηρεάζουν αναπτυξιακές αποφάσεις, καθυστερούν ή επιταχύνουν έργα, επηρεάζουν την απορρόφηση πόρων και τελικά αγγίζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών. Αυτό σημαίνει ότι το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών θα βρίσκεται υπό τεράστια διοικητική πίεση, υπό πολιτική έκθεση, υπό αυξημένο νομικό κίνδυνο και υπό διαρκή φόρτο κρίσιμων αποφάσεων, χωρίς όμως να του παρέχεται αντίστοιχη θεσμική θωράκιση.
    Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι το σύστημα φαίνεται να υποτιμά τη γεωγραφική και χωρική διάσταση της διοικητικής πραγματικότητας της χώρας. Η εποπτεία 332 δήμων, 13 περιφερειών, εκατοντάδων νομικών προσώπων, χιλιάδων διοικητικών πράξεων και πολύπλοκων δημοσιονομικών και πειθαρχικών υποθέσεων απαιτεί τεράστια διοικητική ικανότητα και αντοχή. Ειδικά σε νησιωτικές, ορεινές, υποστελεχωμένες ή διοικητικά αδύναμες περιοχές, το σύστημα κινδυνεύει να δημιουργήσει καθυστερήσεις, υπερσυγκέντρωση φακέλων, άνιση εφαρμογή δικαίου και τελικά διοικητική ασφυξία με αποτέλεσμα το εξής παράδοξο. Ο νομοθέτης να επιδιώκει ενίσχυση της νομιμότητας,
    αλλά να παράγει στην πράξη αυξημένο διοικητικό μπλοκάρισμα.
    Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι το νομοσχέδιο φαίνεται να αντιμετωπίζει τη στελέχωση ως δευτερεύον οργανωτικό ζήτημα και όχι ως πυρήνα της μεταρρύθμισης και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη θεωρητική του αδυναμία διότι η πραγματική μεταρρύθμιση στη δημόσια διοίκηση δεν είναι η παραγωγή νέων κανόνων. Είναι η παραγωγή διοικητικής ικανότητας.
    Εν τέλει, το Βιβλίο Πέμπτο περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια πώς θα ελέγχεται η αυτοδιοίκηση, ποιος θα έχει την αρμοδιότητα, ποιες θα είναι οι διαδικασίες, ποια θα είναι τα πειθαρχικά εργαλεία και ποιο θα είναι το ψηφιακό σύστημα εποπτείας. Δεν απαντά όμως με την ίδια σαφήνεια ποιοι άνθρωποι θα σηκώσουν αυτό το βάρος, με ποια κίνητρα, με ποια εργασιακή και επιστημονική υποστήριξη, με ποια θεσμική προστασία και με ποια διοικητική βιωσιμότητα. Αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό κενό ολόκληρης της μεταρρύθμισης διότι τελικά το νομοσχέδιο δείχνει πολύ καθαρά πώς «θα έπρεπε» να λειτουργεί το σύστημα αλλά πολύ λιγότερο πώς μπορεί πραγματικά να λειτουργήσει μέσα στις πραγματικές συνθήκες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.

  • 22 Μαΐου 2026, 10:22 | ΣΘ

    Αρ. 725 παρ. 1 Ως προς την έναρξη λειτουργίας να σχολιάσω ότι οι νυν υπηρεσίες που ασκούν έλεγχο νομιμότητας λειτουργούν σε μεταβατικό στάδιο από το 2010 (!!!). Μένει να δούμε αυτή τη φορά για πόσα χρόνια θα μείνουν σε μεταβατικό στάδιο…