1.Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/94 (ΦΕΚ 28Α), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως ακολούθως:
«1. Στις διατάξεις των κεφαλαίων Α, Β και Γ του Ν.2190/94, ως ισχύει, υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1, παρ. 6 του Ν. 1256/82 (ΦΕΚ 65Α) και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 51 του Ν. 1892/90 (ΦΕΚ 101Α ) .Στον κατά τα ανωτέρω δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και μόνο υπάγονται επίσης :
Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού, συμπεριλαμβανομένων και των αμιγών και μεικτών επιχειρήσεων τους, κατ΄ εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν.2527/97.
Οι Τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Ε.Δ.Κ) και η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε).
Οι τράπεζες στις οποίες ο διορισμός Προέδρου του Δ.Σ ή Διοικητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής, καθώς και οι θυγατρικές τους ανώνυμες εταιρείες.
Τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους.
Οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί στους οποίους το ελληνικό δημόσιο ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό τους κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3429/05 (ΦΕΚ 314/Α).
2. Οι διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ισχύουν και για το ακόλουθο προσωπικό :
α. Το προσωπικό της Βουλής των Ελλήνων, σύμφωνα με όσα ορίζει ο Κανονισμός της
β. Το μόνιμο προσωπικό της Προεδρίας της Δημοκρατίας
γ. Το προσωπικό των συνταγματικώς κατοχυρωμένων Ανεξάρτητων Αρχών
δ. Το προσωπικό των νομικών προσώπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των λοιπών Εκκλησιών, δογμάτων και των κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος γνωστών θρησκειών εφόσον η μισθοδοσία τους βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό πλην των κληρικών και των φερόντων το ιερατικό σχήμα,
ε. Το πάσης φύσεως προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών με εξαίρεση τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και το επιτοπίως προσλαμβανόμενο προσωπικό του κλάδου της εξωτερικής υπηρεσίας του ίδιου Υπουργείου
στ. το προσωπικό του Εθνικού Κέντρου Πιστοποίησης Δομών Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης και το Προσωπικό του Πειραματικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης και Απασχόλησης (Π.Ι.Ε.Κ.Α.) Αττικής
ζ. Το προσωπικό του Οργανισμού Κατά των Ναρκωτικών (Ο.ΚΑ.ΝΑ.), το προσωπικό του Κέντρου Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων (Κ.Ε.Ε.Λ.), το προσωπικό του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕ.Θ.Ε.Α.) και το προσωπικό που ασχολείται στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής και στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης για τα προγράμματα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά
η Το πάσης φύσεως προσωπικό των Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων (Τ.Ο.Ε.Β.)
3. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά τη διαδικασία πρόσληψης πάσης φύσεως προσωπικού, στους φορείς της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καταργείται., με εξαίρεση τις λοιπές περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν.2190/94 , καθώς και τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α. Διορισμός συγγενών προσωπικού του ΥΕΘΑ (ΓΕΣ, ΓΕΑ, ΓΕΝ) θανόντων ή τραυματισθέντων κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.1911/1990 – ΦΕΚ 166 τ.Α΄11-12-1990, ως ισχύει
β. Διορισμός συγγενών εργαζομένων στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα, αποβιωσάντων κατά και εξαιτίας της εκτέλεσης υπηρεσιακού καθήκοντος σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν.2266/94- όπως ισχύει.
γ. Διορισμός συγγενών θανόντων εξαιτίας των καταστρεπτικών πυρκαγιών του έτους 2007 σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.3624/2007 -ΦΕΚ 289.Α΄
δ. Διορισμός συγγενών προσωπικού του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη (πρώην Υπ. Δημόσιας Τάξης) σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας συνεπεία τραυματισμού, αστυνομικού ή πυροσβεστικού υπαλλήλου, κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής σύμφωνα με τον Ν. 2452/1996 -ΦΕΚ 283 Α.
. από Κατερίνα Αλιτζανίδου - http://Googlemail-emma — 19 Νοεμβρίου 2009 @ 00:57
Αρθρο 3: Καλώς να καταργηθεί η προσαύξηση κατά 50% γιατί εδώ έπαιρναι προσαύξηση το ρουσφέτι,αυτό το βλέπω πολύ θετικά. Όσον αφορά όμως τα μεταπτυχιακά θα ήταν δίκαιο να μοριοδοτόυνται όσα μεταπτυχιακά έχει ο υποψήφιος όλα, άλλο είναι τα μεταπτυχιακά και άλλο τα προγράμματα κατάρτισης του ΟΑΕΔ , υπάρχει τεράστια διαφορά.
Αρθρο 7: Το τεστ δεξιοτήτων του ΑΣΕΠ ο νόμος ανακοινώθηκε στις 31-12-2007 και από εκεί και πέρα σιωπή ,το μέτρο αυτό θα ήταν δίκαιο όταν επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήμαματα .
σταθερός σύνδεσμος σχολίου
. από Γιώργος - — 19 Νοεμβρίου 2009 @ 00:57
κύριοι της κυβερνησης
Συγχαρητήρια για την διαβούλευση.
Θα ήθελα κι εγώ με την σειρά μου να σας πω να δείξετε μια μικρή ευαισθησία σε μας που έχουμε περάσει τα 35 και είμαστε το κόκκινο πανί στον ιδ.τομέα.
Δεν ζητάμε χάρη ούτε μοριοδοτήσεις.Απλά θέλουμε να βρείτε έναν τρόπο να μην ανταγωνιζόμαστε τα παιδιά της γενιάς των 20.
Δεν μπορούμε.
Κάντε κατι για τους έχοντες παλαιό ετος κτήσης πτυχιου (ΔΕ)
Και θεωρώ άδικο το να ζητάτε ξένες γλώσσες απο μας.
σταθερός σύνδεσμος σχολίου
. από Κατερίνα Αλιτζανίδου - http://Googlemail-emma — 19 Νοεμβρίου 2009 @ 00:53
Αρθρο 3: Καλώς να καταργηθεί η προσαύξηση κατά 50% γιατί εδώ έπαιρναι προσαύξηση το ρουσφέτι,αυτό το βλέπω πολύ θετικά. Όσον αφορά όμως τα μαπτυχιακά θα ήταν δίκαιο να μοριοδοτόυνται όσα μεταπτυχιακά έχει ο υποψήφιος όλα, άλλο είναι τα μαπτυχιακά και άλλο τα προγράμματα κατάρτισης του ΟΑΕΔ , υπάρχει τεράστια διαφορά.
Αρθρο 7: Το τεστ δεξιοτήτων του ΑΣΕΠ ο νόμος ανακοινώθηκε στις 31-12-2007 και από εκεί και πέρα σιωπή ,το μέτρο αυτό θα ήταν δίκαιο όταν επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήμαματα .
σταθερός σύνδεσμος σχολίου
. από ΓΙΑΝΝΗΣ - — 19 Νοεμβρίου 2009 @ 00:28
Περί ΑΣΕΠ ο λόγος … ή
Εν αρχή ην το ΑΣΕΠ …
Προβληματίζομαι αν η πρόταση για δημόσια διαβούλευση είναι σαν το δικαστή που έχει ειλημμένη την απόφασή του πριν την έναρξη της δίκης και κυρίως πριν την ακρόαση-απολογία του κατηγορούμενου. Ωστόσο αποφάσισα να ανταποκριθώ αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού μου ξέρω πως ο δρόμος για την κόλαση (και δη την εργασιακή) είναι στρωμένος με αγαθές προθέσεις. Με άλλα λόγια είναι αξιέπαινη η ανοιχτή διακυβέρνηση που εγκαινιάζει η Κυβέρνηση ως ριζοσπαστικό μέτρο διαφάνειας και εφαρμογής της αρχής του Κράτους δικαίου και της συμμετοχικής δημοκρατίας (βλ. άρ. 1§3 Συντάγματος), αρκεί να μην είναι ένα φανταχτερό βεγγαλικό για να κερδίσει τις επικοινωνιακές εντυπώσεις και στην ουσία είναι γράμμα κενό. Ουσιαστική διαβούλευση δε σημαίνει ο καθένας να καταθέτει σύμφωνα με το υποκειμενικό περί δικαίου αίσθημα, την άποψή του για τα προτεινόμενα νομοσχέδια αλλά η ανάπτυξη ενός δικτύου επιχειρηματολογίας που στηρίζεται σε συσσωρευμένη εμπειρία –πρακτική και εξειδικευμένες γνώσεις ώστε συνθετικά μέσα από τη διαλεκτική αξιολόγηση των επιμέρους (συγκρουόμενων) απόψεων να καταλήξει στο πρακτέο ικανοποιώντας το περί δικαίου αίσθημα. Και επιπλέον απαιτείται πολιτική βούληση για ουσιαστική στήριξη της ανεξάρτητης αρχής που μόνο από το βάρος των εξαγγελλομένων και το φόρτο εργασίας που αυτό συνεπάγεται, κινδυνεύει με κατάρρευση.
Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου ερείδονται στο άρ. 103§8 του Συντάγματος: «Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου». Σε εκτέλεση της συνταγματικής επιταγής ο ν.2190/1994 (ΑΣΕΠ) ορίζει ότι η διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 8μηνο σε 12μηνη βάση. Η τομή που δεν κάνει η σημερινή Κυβέρνηση (προφανώς γιατί το πολιτικό κόστος είναι μεγάλο και η διαιώνιση της ομηρίας όσων με επαναλαμβανόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου αγγίζουν τη θεμελίωση δικαιώματος μετατροπής των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου -παρά τα όσα ορίζει το Σύνταγμα στο άρ. 103- είναι ένα μέσο που βολεύει την εκάστοτε Κυβέρνηση και τρέφει το εμπόριο ελπίδας ως όπλο της αντιπολίτευσης προκειμένου να ανέλθει στην εξουσία) είναι ο περιορισμός των καταχρηστικών συνάψεων συμβάσεων ορισμένου χρόνου που έχουν παγιωθεί ως καθεστώς απασχόλησης στο Δημόσιο μολονότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Εξηγούμαι: Το Σύνταγμα προβλέπει την κατάρτιση συμβάσεων ορισμένου χρόνου για πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ή επείγουσες ανάγκες. Η πλειοψηφία των συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο που , μάλιστα, καλύπτουν το ανώτατο όριο διάρκειας (8μηνο) γίνονται όχι με αυτά τα χαρακτηριστικά αλλά στην ουσία πρόκειται για πάγιες και διαρκείς ανάγκες που καλύπτονται είτε με αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου (όσες φορές το αντικείμενο της εργασίας είναι αυτό που ενδιαφέρει για την εύρυθμη λειτουργία) είτε με επαναλαμβανόμενες με διάλειμμα μεγαλύτερο των 3 μηνών ως 24 μήνες (όταν με την συνεπικουρία του προσόντος της εξειδικευμένης εμπειρίας η υπηρεσία ή ο φορέας προσβλέπει στο πρόσωπο του εργαζόμενου). Εξάλλου πόσο πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ή επείγουσες είναι οι υπηρεσιακές ανάγκες όταν κάθε χρόνο καλύπτουν το μέγιστο της διάρκειας εργασίας (8μηνο) με σύμβαση ορισμένου χρόνου, δηλαδή τα 2/3 του χρόνου της πλήρους απασχόλησης;;; Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου για πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ή επείγουσες ανάγκες δε θα πρέπει να υπερβαίνουν την 6μηνη διάρκεια αλλά επιπλέον θα πρέπει να ληφθεί και μέριμνα για την κάλυψη των οργανικών κενών του Δημοσίου κατά προτίμηση με συμβασιούχους της οικείας υπηρεσίας ή φορέα ως εξισορροπητικό μέτρο στην πολύχρονη ομηρία τους. Η συστηματικά αδιάκριτη εφαρμογή του καθεστώτος εργασίας με συμβάσεις ορισμένου χρόνου προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και προσδένει τον εργαζόμενο στο άρμα της κομματικής υποτέλειας με αντάλλαγμα την επιβίωσή του σε ένα περιβάλλον κλιμακούμενης εργασιακής ζούγκλας.
Για να εκλείψει το φαινόμενο αυτό θα πρέπει (όπως πολύ σωστά προτείνεται στις συμβάσεις έργου) να μην επιτρέπονται κατά βάση συμβάσεις ορισμένου χρόνου όταν υπάρχουν οργανικές θέσεις της ίδιας ειδικότητας (οι οποίες, όμως, είναι επιβλητέο να καλυφθούν) και μόνο κατ’ εξαίρεση όταν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Τέτοιος λόγος συντρέχει στο χώρο των εποχικών πυροσβεστών. Επίσης, στο χώρο των ΟΕΒ για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών ΕΠΟΧΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ ΜΟΝΟ, ιδίως κατά τη διάρκεια της αρδευτικής περιόδου (βλ. άρ. 26 ΚΕΥ ΓΟΕΒ π.Θ.-Λ.:
«Επί συμβάσει ωρισμένου χρόνου προσωπικόν
1. Εις το προσωπικόν τούτον ανήκουν:
α) Οι Επόπται υδρονομέων και οι υδρονομείς περί ων ισχύουν αι ειδικαί περί υδρονομέων διατάξεις.
β) Οι προσλαμβανόμενοι εις ειδικότητας του τακτικού προσωπικού προς ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΙΝ εκτάκτων εποχιακών αναγκών και εκτέλεσιν έργων ή εργασιών εμφανιζομένων εκτάκτως και οι τεχνίται πάσης φύσεως, οι επόπται έργων, εργάται ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι.»).
Ελπίζω η Κυβέρνηση να βρει τη φώτιση να μην ενδώσει αβασάνιστα στο αίτημα όσων κόπτονται για εξαίρεση από το Δημόσιο τομέα προκειμένου να συντηρήσουν ένα καθεστώς προσλήψεων πελατειακής φύσης που χρησιμοποιούν ως εφαλτήριο για ίδιον όφελος και παραγοντική-πολιτική ανέλιξη, πράγμα που -μεταξύ άλλων- θα φαλκιδεύσει και θα υπονομεύσει τις εξαγγελίες της για διαφάνεια όπως και η προηγούμενη που με την ανοχή της εξέθρεψε «σεμνά και ταπεινά» φαινόμενα διαπλοκής που έφεραν τη χώρα να «χτυπάει» το πρωτάθλημα της διαφθοράς.
Η με αντικειμενικά κριτήρια εξαίρεση είναι αυτή που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Καταληκτικά:
Σε όλες τις θέσεις μόνιμου και τακτικού προσωπικού πρέπει να ακολουθείται, γενικά, η διαδικασία μέσω ΑΣΕΠ, κατά την συνταγματική επιταγή του άρθρου 103 §7:
«Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει.»
Ας σημειωθεί ότι το ΑΣΕΠ καταξιώθηκε και στη συνείδηση των ρουσφετοπαρόχων και έκανε ευκολότερη τη ζωή όσων είναι επιφορτισμένοι με τις διαδικασίες κατάταξης και πρόσληψης των υποψηφίων: το άκουσμα ότι οι σχετικές συμβάσεις διέπονται από τον έλεγχο της συνταγματικά ανεξάρτητης αρχής του ΑΣΕΠ είναι ικανό να βάλει φρένο στις ορέξεις πολλών βο(υ)λευτών οι οποίοι κλείνουν ευγενικά το τηλέφωνο δίνοντας τον απαραίτητο ζωτικό χώρο στις αρχές της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της ίσης μεταχείρισης στις προσλήψεις.
σταθερός σύνδεσμος σχολίου
. από Θοδωρης - http://www.opengov.gr/ypes — 19 Νοεμβρίου 2009 @ 00:07
Προσληθφηκα μαζι με αλλους 5.500 συναδελφους στο Πυροσβεστικο Σωμα το 2001 με το Π.Δ. 124, μεσω ΑΣΕΠ, με αξιοκρατικες διαδικασιες. Ποτε στους μεχρι τωρα διαγωνισμους δεν εχει πριμοδοτηθει η πολυετη προυπηρεσια μας ουτε υπηρχαν ευνοικοτεροι οροι για την μονιμοποιηση μας μεσω αυτων. Ειμαστε καταρτισμενοι και εκπαιδευμενοι καλυπτοντας παγιες και διαρκεις αναγκες και δεν μπορει ο δικος μας κλαδος να συγκριθει με αλλες κατηγοριες που προσληφθηκαν απο το παραθυρο. ΦΑΓΑΜΕ τα καλυτερα μας χρονια περιμενοντας τις υποσχεσεις της προυγουμενης και της σημερινης κυβερνησης. Δεν μπορει ετσι απλα να πεταχτουμε στο δρομο.Η καταργηση της συνεντευξης ειναι σωστη αλλα οχι και η καταργιση της μοριοδοτησης.
σταθερός σύνδεσμος σχολίου
. από Εν δυνάμει εργαζόμενος σε Α.Ε. Αναπτυξιακή ΟΤΑ - — 18 Νοεμβρίου 2009 @ 22:36
Παρατηρώ ότι στην κοινωνική διαβούλευση για τη Νομοθετική πρωτοβουλία: «Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων και καθολική υπαγωγή τους στον πλήρη έλεγχο του ΑΣΕΠ» ότι οι Ανώνυμες Αναπτυξιακές Εταιρείες ΟΤΑ συντονισμένα με κοινό προσυμφωνημένο κείμενο καθώς και με συνεχόμενες προτροπές στους εργαζόμενους και τις διοικήσεις όπως («Αγαπητοί συνάδελφοι, για να μην επαναλαμβάνουμε όλοι τα ίδια πράγματα και τα ίδια κείμενα, παρακαλούμε να κάνετε όλοι αυτά που προτείνει ο συνάδελφος από τη ….» και «αντί να το δημοσιεύσουν όλοι (που δεν θα μπουν στον κόπο) ας ψηφίσουν: «Το βλέπω θετικά» στην καταχώρηση του Πάρνωνα» κλπ) προσπαθούν να εξαιρεθούν από την υποχρέωση προσλήψεων μέσω ΑΣΕΠ. Η απορία μου είναι γιατί;
Οι εταιρείες αυτές παρουσιάζονται στις τοπικές κοινωνίες με πολλά πρόσωπα. Όποτε τις εξυπηρετεί είναι Α.Ε. του νόμου 2190/20 και όποτε τις εξυπηρετεί επικαλούνται τις ευμενείς διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/06).
Οι προσλήψεις τους αφορούν κυρίως εργαζομένους με σύμβαση έργου – με μπλοκάκι – οι οποίες γίνονται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε αναπτυξιακή εταιρεία καθώς και με διαφορετικά κριτήρια (αποφάσεις των εκάστοτε Δ.Σ.). Πολλοί που θα ήθελαν να έχουν πρόσβαση σε εργασία σε αυτές τις εταιρείες δεν γνωρίζουν καν πότε και αν έχουν πραγματοποιηθεί προκηρύξεις. Στις περιπτώσεις δεν πραγματοποιούνται. Στην πόλη όπου ζω η τοπική αναπτυξιακή ΟΤΑ απασχολεί 38 εργαζομένους, που παρέχουν αποκλειστική και πλήρη απασχόληση στα γραφεία της εταιρείας και με συγκεκριμένο ωράριο – οι περισσότεροι με μπλοκάκι και με ειδική ρύθμιση στη σύμβαση που να τονίζει ότι «Ο Συνεργάτης δεν υπόκειται, κατά την παροχή των υπηρεσιών που αναλαμβάνει να παρέχει, σε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας». Ο εργασιακός μεσαίωνας σε όλο του το μεγαλείο. Επίσης έχω να δω προκήρυξη για θέση στην αναπτυξιακή ΟΤΑ από το 2004 αν θυμάμαι καλά – και αυτό επειδή το απαιτούσε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα – οι υπόλοιποι προσλαμβάνονται με άγνωστα κριτήρια.
Επιπλέον οι συγκεκριμένες Εταιρείες δεν έχουν κοινή δομή, κοινό τρόπο δράσης και κοινούς κανόνες προσλήψεων με αποτέλεσμα να επικρατεί σύγχυση και απορία για την κοινή δράση τους – αφού δεν προσλαμβάνουν προσωπικό με τον ίδιο τρόπο. Είναι άραγε όλες αξιόπιστες και δίκαιες στις προσλήψεις και εκτός από τις ίδιες τις εταιρείες ποιος άλλος το δηλώνει και το εγγυάται αυτό.
Μόνο και μόνο αυτή η κίνηση δείχνει την αγωνία τους να ξεφύγουν από τις κοινές διαδικασίες που αφορούν οι προσλήψεις μέσω ΑΣΕΠ και να συνεχίσουν να προσλαμβάνουν προσωπικό με τα δικά τους ιδιωτικά και αμφιλεγόμενης αξιοπιστίας κριτήρια.
Στις περιοχές που δραστηριοποιούνται επωφελούνται τη διττή τους προσωπικότητα (και Α.Ε. και Εταιρείες ΟΤΑ) και καταφέρνουν να εξασφαλίζουν έργα που απευθύνονται τόσο στον τομέα της αυτοδιοίκησης όσο και σε ιδιώτες.
Επειδή οι ίδιες αυτές εταιρείες επικαλούνται πάντα τη νομιμότητα και την ισονομία γιατί να τις πειράζει να ακολουθήσουν ένα κοινό και αξιόπιστο σύστημα προσλήψεων μέσω ΑΣΕΠ.
Επιτρέποντας τη δυνατότητα πρόσληψης εκτός ΑΣΕΠ από τις εταιρείες αυτές επιτρέπουμε να συνεχιστεί
1. Η αδιαφάνεια
2. Η ομηρεία μέσω προσλήψεων με συμβάσεις έργου
3. Η εν δυνάμει πρόσληψη προσωπικού με λιγότερα προσόντα για μια συγκεκριμένη θέση (απουσία διαφανούς διαδικασίας προσλήψεων)
4. Η συντήρηση υψηλόμισθων στελεχών που βολεύονται στην υπάρχουσα χαώδης κατάσταση.
Οι εξαιρέσεις καταστρέφουν την ουσία των νομοθεσιών. Μην παρασυρθείτε και το πράξετε.
σταθερός σύνδεσμος σχολίου
. από ΔΗΜΗΤΡΗΣ - — 18 Νοεμβρίου 2009 @ 22:29
κ.Υπουργέ,
Διερωτώμαι:
εφόσον είχατε προαποφασίσει για το «πάγωμα» των προσλήψεων στο Δημόσιο, γιατί τότε «βιάζεστε» για τις ρυθμίσεις και την ΑΜΕΣΗ προώθηση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου;
Με τιμή
σταθερός σύνδεσμος σχολίου
. από ΕΛΕΝΑ Κ. - — 18 Νοεμβρίου 2009 @ 21:52
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ GIORGO K. ΣΕΛ.62
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ «ΑΠΟΤΥΧΩΝ» ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΟΥ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ.ΑΠΟΤΥΧΩΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΟΙΤΑΕΙ ΤΟΝ ΕΥΑΤΟ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ.
ΕΜΕΙΣ ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΝ «ΠΟΝΟ «ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΚΦΡΑΖΟΥΜΕ.ΑΛΛΟΙ ΟΜΩΣ ΘΑ ΠΑΡΟΥΝ ΓΙΑ ΕΜΑΣ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ.
Ο ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΠΟΝΟΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ??? ΕΜΕΙΣ, ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΔΙΚΑΙΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΑΔΙΟΡΙΣΤΟΙ ΓΙΑΤΙ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ ΓΙΝΟΝΤΟΥΣΑΝ ΡΟΥΣΦΕΤΟΛΟΓΙΚΑ??ΕΜΕΙΣ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΝΟ ΝΑ ΚΑΤΑΘΕΣΟΥΜΕ.
ΕΣΥ ΤΙ ΕΧΕΙΣ???
σταθερός σύνδεσμος σχολίου
. από ΧΡΗΣΤΟΣ - — 18 Νοεμβρίου 2009 @ 21:36
ΥΠΟΜΝΗΜΑ-ΠΡΟΤΑΣΗ
Με το παρόν υπόμνημα εκθέτουμε λεπτομερώς τη διαμορφωθείσα κατάσταση και ζητάμε την αποκατάσταση της εις βάρος μας αδικίας.
Συγκεκριμένα στις 19.6.2002 εκδόθηκε η 15/2Γ/2002 προκήρυξη του ΑΣΕΠ για την πλήρωση 709 συνολικά θέσεων με γραπτό διαγωνισμό του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εκ των οποίων οι 484 θέσεις για την Α΄ κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) και οι 225 θέσεις για την Β΄ κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) (ΦΕΚ 181/19-6-2002 Τεύχος Προκηρύξεων ΑΣΕΠ).
Η προκήρυξη:
1ον κατένειμε τις θέσεις στις Νομαρχίες και τα Επαρχεία ανά κατηγορία και κλάδο ή ειδικότητα,
2ον όριζε στο Κεφάλαιο VIII ότι επιτρεπόταν η υποβολή μόνο μιας αιτήσεως η οποία απευθυνόταν στη Νομαρχία ή στο Επαρχείο όπου προκηρύσσονταν οι θέσεις στις οποίες ο υποψήφιος ζητούσε την προτίμηση και ότι δεν επιτρεπόταν στην αίτηση σώρευση θέσων Νομαρχίας και Επαρχείου καθώς και διαφορετικών Νομαρχιών ή Επαρχείων,
3ον έθετε στο Κεφάλαιο II ως ειδικό προσον διορισμού την πολύ καλή γνώση μιας ξένης γλώσσας επισημαίνοντας ότι μόνο αν δεν καλυπτόταν οι θέσεις της κατηγορίας ΠΕ από κατόχους τίτλων που αποδείκνυαν το ανώτερο επίπεδο γλωσσομάθειας θα διοριζόταν κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας από τον πίνακα επιτυχόντων και οι κάτοχοι τίτλων που αποδείκνυαν καλή γνώση ξένης γλώσσας,
4ον προέβλεπε στο ΚεφάλαιοVI με τίτλο «Πίνακες Επιτυχίας» ότι μετά τη σύνταξη πινάκων βαθμολογίας ανά κατηγορία θα συντασσόταν πίνακες κατάταξης ανά Νομαρχία, Φορέα, κατηγορία και κλάδο/ειδικότητα για όσους ελάμβαναν συνολικό βαθμό ίσο ή μεγαλύτερο της βαθμολογικής βάσης όπως αυτή καθορίζετο στο ΚεφάλαιοV και τέλος
5ον όριζε, επίσης στο ανωτέρο Κεφάλαιο, ότι διοριστέοι θα ήταν μόνο όσοι θα κάλυπταν, από τον πίνακα κατάταξης, τον αριθμό των προκηρυχθεισών θέσεων για τις οποίες είχαν δηλώσει νομίμως προτίμηση και ότι έαν παρέμεναν κενές θέσεις από εκείνες που είχαν προκηρυχθεί σε συγκεκριμένη Νομαρχία ή Επαρχείο αυτές θα καλυπτόταν από επιτυχόντες γειτνιαζουσών Νομαρχιών εφόσον θα το είχαν δηλώσει στο οικείο μέρος της αίτησής τους
Ο γραπτός διαγωνισμός στον οποίο λάβαμε μέρος διεξήχθη την 21η και 22α Σεπτεμβρίου του 2002. Τα οριστικά αποτελέσματα ανά Νομαρχία και Επαρχείο εκδόθηκαν εντός του Ιανουαρίου του 2003. Στην συνέχεια, περί τα τέλη Οκτωβρίου του ιδιου έτους, οι κενές θέσεις που προέκυψαν πληρώθηκαν κατ’ εφαρμογή της διαδικασίας των γειτνιαζουσών Νομαρχιών.
Το σύστημα κατάταξης ανά Νομαρχία και Επαρχείο είχε ως αποτέλεσμα να διοριστούν συνυποψήφιοι μας που έλαβαν χαμηλότερη ή ίση βαθμολογία με τη δική μας.
Όπως πολύ μεταγενέστερα μάθαμε, κατά των αποφάσεων του ΑΣΕΠ, που είχαν ως περιεχόμενο την κύρωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού και τη σύνταξη πινάκων επιτυχόντων και διοριστέων κατά Νομαρχία και Επαρχείο, ασκήθηκαν αιτήσεις ακύρωσης από αρκετούς συνυποψηφίους μας. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις διοικητικών Δικαστηρίων μεταξύ των οποίων και οι 3390/05 και 677/06 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (στο εξής ΔΕΦ Αθηνών). Οι αποφάσεις αυτές μη ασκηθείσης εφέσεως από το Δημόσιο κατέστησαν αμετάκλητες.
Με τις αποφάσεις αυτές υϊοθετήθηκε το νομολογιακό προηγούμενο της 2396/2004 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 16 παράγραφοι 5 και 6 του Ν. 2190/1994 δυνάμει των οποίων διεξήχθηκε τόσο ο αντίστοιχος γραπτός διαγωνισμός του 1998 όσο και ο επίμαχος διαγωνισμός, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, κρίθηκαν αντισυνταγματικές και ακυρώθηκαν οι πίνακες διοριστέων κατά το μέρος που δεν περιελάμβαναν τους αιτούντες. Ειδικότερα κρίθηκε ότι οι ανωτέρω διατάξεις που «… περιόριζαν τους υποψήφιους να εκφράσουν προτίμηση για μία μόνον νομαρχία, αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας και την απορρέουσα από την συνταγματική αρχή της ισότητας δημοκρατική αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας, διότι οι συνταγματικές αυτές αρχές επιβάλλουν, σε περίπτωση διενεργείας γραπτού διαγωνισμού σε πανελλήνιο επίπεδο επί των ιδίων θεμάτων για όλους τους υποψηφίους, να διορίζονται στις προκηρυχθείσες θέσεις οι υποψήφιοι που έχουν πραγματοποιήσει την καλύτερη επίδοση στις εξετάσεις, συγκεντρώνοντας την υψηλότερη βαθμολογία. Ειδικότερα με την επίμαχη ρύθμιση επιτρέπεται ο διορισμός υποψηφίων με χαμηλότερη βαθμολογία από εκείνη που λαμβάνουν άλλοι συνυποψήφιοί τους, οι οποίοι, αν και διαγωνίζονται στα ίδια μαθήματα και επιτυγχάνουν καλύτερη επίδοση, παραμένουν αδιόριστοι, εξαιτίας του τυχαίου και συμπτωματικού γεγονότος ότι επέλεξαν νομαρχία για την οποία εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι απαιτείται υψηλότερη βαθμολογία. Η ρύθμιση αυτή δεν δικαιολογείται από λόγους προδήλου δημοσίου συμφέροντος, που προκύπτουν από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως του νόμου ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά τέτοιο λόγο η αόριστη αναφορά της εισηγητικής εκθέσεως στα προβλήματα «ορθολογικής κατανομής του προσωπικού στις περιφερειακές υπηρεσίες». Εξ άλλου, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο περιορισμός της υποβολής της αιτήσεως συμμετοχής στον διαγωνισμό σε μία μόνον νομαρχία ωθεί πολλούς υποψήφιους να υποβάλλουν αιτήσεις στις νομαρχίες εκείνες στις οποίες προκηρύσσονται περισσότερες θέσεις, διότι σε αυτές έχουν περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας. Οι θέσεις αυτές βρίσκονται κατά τεκμήριο στα μεγάλα αστικά κέντρα, με αποτέλεσμα να παραμείνουν κενές οι θέσεις των άλλων Νομαρχιών της Χώρας, αφού οι υποψήφιοι, αν και πρόκειται για πανελλήνιο διαγωνισμό, δεν έχουν τη δυνατότητα περισσοτέρων επιλογών (βλ. ΣτΕ 218, 580/2005). Για την ταυτότητα του λόγου, τα αυτά ισχύουν και για το σύστημα των γειτνιαζουσών Νομαρχιών, εφόσον αν και πρόκειται για Πανελλήνιο διαγωνισμό, με το σύστημα αυτό, επιτρέπεται ο διορισμός υποψηφίων με χαμηλότερη βαθμολογία από εκείνη που έλαβαν άλλοι συνυποψήφιοί τους, οι οποίοι όμως παραμένουν αδιόριστοι, εξαιτίας του τυχαίου και συμπτωματικού κριτηρίου της εδαφικής περιφέρειας που γειτνιάζει, στη μοναδική Νομαρχία που ο υποψήφιος υποχρεωτικά υπέβαλε την αίτησή του.».
Στη συνέχεια ο Νομοθέτης θέσπισε τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3320/2005 (ΦΕΚ 48 Α΄/23.2.2005) η οποία ορίζει ότι «Οι διατάξεις της παρ. 17 του άρθρου 17 του Ν. 2190/1994, όπως αυτή προστέθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 2 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α΄), εφαρμόζονται για όλους τους υποψηφίους, οι οποίοι στο γραπτό διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. έτους 1998 έλαβαν βαθμολογία ίση ή ανώτερη της καθορισμένης βάσης, εφόσον, μετά από υποβολή νέων συμπληρωματικών δηλώσεων προτίμησης, κατατάσσονται βάσει νέου πανελλήνιου πίνακα, σε σειρά διοριστέου, ύστερα από την 2396/2004 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανεξάρτητα από το αν έχουν ασκήσει ή όχι αίτηση ακυρώσεως και αν έχουν εκδικασθεί ή όχι οι αιτήσεις ακυρώσεως που ασκήθηκαν.».
Πληροφορηθήκαμε ότι υπάρχουν αμετάκλητες δικαστικές απόφασεις του ΔΕΦ Αθηνών που ακυρώνουν τους συντασσομένους δυνάμει της ανωτέρω Προκήρυξης πίνακες διοριστέων μόλις την 1η Ιουνίου του 2009. Την ημερομηνία αυτή οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις απεστάλησαν από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, στον οποίο αποστέλλονται αταξινόμητες οι αποφάσεις του ΔΕΦ Αθηνών, στον πληρεξόυσιο δικηγόρό μας με e-mail κατόπιν σχετικού αιτήματος.
Υποβάλαμε την 22η Ιουλίου 2009 μου αίτηση ανάκλησης των σχετικών πράξεων του ΑΣΕΠ με τις οποίες κυρώθηκαν οι επίμαχοι πίνακες επιτυχόντων και διοριστέων. Νομικές βάσεις της αίτησης ανάκλησης αποτέλεσαν η γενική αρχή του διοικητικού δικαίου περί ανάκλησης ομοίων πράξεων (Βλ. Ολ. ΣτΕ 2176-7/04, 1175/08) και η αρχή της ισότητας.
Στις 30/7/2009 κατατέθηκε στη Βουλή έρωτηση προς τον Υπουργό Εσωτερικών από τον Βουλευτή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Κο Κουβέλη με θέμα την «Αποκατάσταση επιτυχόντων γραπτού διαγωνισμού έτους 2002 ΑΣΕΠ».
Με την ΤΚΕ/Φ2/20300 απάντηση ο Υφυπουργός Εσωτερικών αφού δεν απάντησε στο κρίσιμο ζήτημα περί της αντισυνταγματικότητας των εφαρμοστέων διατάξεων αλλά απλά υπενθύμισε στον ερωτών Βουλευτή το σχετικό άρθρο του Νόμου δήλωσε ότι υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες η επέκταση του σχετικού δικαιώματος και σε όσους δεν είχαν δικαιωθεί με δικαστικές αποφάσεις δεν είναι εφικτή.
Στις 16.9.2009 εκδόθηκε πράξη του ΑΣΕΠ (ΦΕΚ 777/16-9-2009 τεύχος Τρίτο) με την οποία διατέθηκαν προς διορισμό συνυποψήφιοί μας υπέρ των οποίων είχαν εκδοθεί οριστικές αποφάσεις του ΔΕΦ Αθηνών και οι οποίοι είχαν καταταγεί αρχικώς, όπως και εμείς, σε 1ο επικουρικό πίνακα (με τίτλο καλής γνώσης ξένης γλώσσας) κάποιας Νομαρχίας πολλοί δε εξ’ αυτών είχαν βαθμολογία μικρότερη από αρκετούς εξ’ υμών.
Αν και το ΑΣΕΠ δεν έχει απαντήσει στην αίτηση ανάκλησης θεωρήσαμε ότι με την τελευταία πράξη του απορρίπτει σιωπηρά το αίτημα ανάκλησής μας. Άλλωστε μετά παρόδου τριμήνου από την υποβολή της αιτήσεώς μας τεκμαίρεται η σιωπηρή άρνηση του ΑΣΕΠ.
Τελικώς στις 13/11/2009 κάποιοι εξ’ υμών υποβάλλαμε αιτήσεις ακύρωσης στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.
Επειδή:
1ον . Ο επίμαχος διαγωνισμός του 2002 διεξήχθη με τους ίδιους όρους όπως και αυτός του 1998. Οι βασικοί όροι διεξαγωγής του τελευταίου κρίθηκαν με την απόφαση 2396/2004 της Ολομέλειας του ΣτΕ αντισυνταγματικοί. Η ελληνική Πολιτεία αναγνωρίζοντας την αδικία εις βάρος όσων δεν είχαν τη δυνατότητα να προσφύγουν στη δικαιοσύνη επανέφερε τη συνταγματική τάξη με την ανωτέρω παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3320/2005.
Οι υποβάλλοντες το παρόν υπόμνημα δεν ζητάμε ελεημοσύνη, ούτε αξιώνουμε ειδική προνομιακή μετεχείριση. Δεν ζητάμε «ρουσφέτι». Ζητάμε την εφαρμογή του Συντάγματος με την αναλογική εφαρμογή της οικείας διατάξεως, όπως επιτάσσει το άρθρο 4 παρ. 1. Ζητάμε υλοποίηση της αξιοκρατίας και για όσους δεν αξιώσαμε δικαστική προστασία.
2ον. Έτσι κι αλλιώς η Εκτελεστική εξουσία με την ως τώρα στάση της έχει «τσαλακώσει» την αξιοπρέπειά μας θα «κατρακυλήσουμε πιο κάτω» απολογούμενοι για τη μη έγκαιρη καταφυγή στη Δικαιοσύνη.
Επ’ αυτού καταρχάς επισημαίνουμε ότι εάν το Κράτος «νομιμοποιείται» ηθικοπολιτικά να επικαλείται οικονομική δυσχέρεια για την ικανοποίηση του αιτήματός μας τότε οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι η παροχή δικαστικής προστασίας έναντι παρανομιών του Κράτους δεν παρέχεται δωρεάν στους ιδιώτες. Ως γνωρίζετε μόνο για την έναρξη της δίκης, με την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος, το παράβολο και η ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου είναι περίπου 400 ευρώ. Τα δε ευρώ θυμίζουμε ότι δεν είναι στραγάλια…
Περαιτέρω κάποιοι εξ’ υμών είχαμε να αντιμετωπίσουμε σοβαρότατα προβλήματα υγείας των παιδιών μας. Όταν κάποιος αγωνίζεται για την υγεία των παιδιών του δεν «χαλαρώνει» ασκώντας και μια αίτηση ακύρωσης του διαγωνισμού στον οποίο μετείχε.
Επίσης, και κυρίως, δεν ξέραμε ότι το Κράτος μπορεί να συμπεριφέρεται ως «απατεώνας» ώστε μαζί με την προετοιμασία για τη συμμετοχή στις εξετάσεις να προβαίνουμε και σε έλεγχο νομιμότητας των προκηρύξεων και συνταγματικότητας των νόμων. Δεν είχαμε φανταστεί ότι η διαγωνιστική διαδικασία τελειώνει στη διάσκεψη του Δικαστηρίου.
3ον. Το επιχείρημα της οικονομικής δυσπραγίας του Κράτους είναι σεβαστό μεν άτοπον δε διότι δεν ζητάμε σύσταση νέων οργανικών θέσεων αλλά κάλυψη των κενών που εκ’ των πραγμάτων θα δημιουργηθούν στις σχετικές Υπηρεσίες του Κράτους λόγω π.χ. συνταξιοδότησης κάποιων ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων.
4ον. Η νεοεκλεγείσα Κυβέρνηση με την ως τώρα λειτουργία της φαίνεται διατεθιμένη να άρει τις αδικίες.
Προτείνουμε προς διευκόλυνση του ΑΣΕΠ για την εφαρμογή του υφιστάμενου νομικού πλαισίου την τροποποίηση (Η οποία εν τέλει δεν είναι παρά η κατά σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία διατύπωση της υπάρχουσας διατάξεως) του άρθρου 5 του Ν. 3320/2005 ως εξής: «Οι διατάξεις της παρ. 17 του άρθρου 17 του Ν. 2190/1994, όπως αυτή προστέθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 2 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α΄), εφαρμόζονται για όλους τους υποψηφίους, οι οποίοι στους γραπτούς διαγωνισμούς του Α.Σ.Ε.Π. των ετών 1998 και 2002 έλαβαν βαθμολογία ίση ή ανώτερη της καθορισμένης βάσης, εφόσον, μετά από υποβολή νέων συμπληρωματικών δηλώσεων προτίμησης, κατατάσσονται βάσει νέου πανελλήνιου πίνακα, σε σειρά διοριστέου, ύστερα από την 2396/2004 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανεξάρτητα από το αν έχουν ασκήσει ή όχι αίτηση ακυρώσεως και αν έχουν εκδικασθεί ή όχι οι αιτήσεις ακυρώσεως που ασκήθηκαν.».
Οι υποβάλλοντες το υπόμνημα
Γκιόλα Ελένη-Χριστίνα
Καρναβάς Σταμάτιος
Κεφαλάς Ιωάννης
Πεφάνης Ιωάννης
Φούφουλας Κων/νος
Φωτόπουλος Βλάσιος
Χατζηχαραλάμπου Φανή
σταθερός σύνδεσμος σχολίου
. από Παναγιώτης Βαρλάγκας - — 18 Νοεμβρίου 2009 @ 21:21
Από τα παρακάτω, και βάσει της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της αξιοκρατίας στην πρόσβαση στο δημόσιο και στη Γαλλία, αλλά ιστορικά και σε εμάς, με τη γέννηση του ελληνικού κράτους (και κατάργησής της για λόγους τοπικισμού και *νομής της εξουσίας*, που εξήγησα προηγούμενα, προκύπτει αβίαστα ότι είναι επιτακτική ανάγκη η ΡΗΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ της αξιοκρατικής πρόσληψης στο δημόσιο και *εξέλιξης* (προαγωγές κ.λπ.) μέσα σε αυτό. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΛΟΓΙΑ, είναι ουσιαστικό το ζήτημα, διότι συνταγματική κατοχύρωση της αξιοκρατίας σημαίνει ότι παραβάσεις της *θα μπορούν ευκόλως να προσβληθούν στα διοικητικά δικαστήρια, φτάνοντας μέχρι και στο Συμβούλιο της Επικρατείας*, δίνοντας ΣΠΟΥΔΑΙΑ και ξεκάθαρη νομική κατοχύρωση στους τυχόν αδικηθέντες.
– ΓΕΡΜΑΝΙΑ —
ΙΣΧΥΟΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ (»Θεμελιώδης Νόμος για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας», 1949):
Άρθρο 33, παρ. 2:
«Jeder Deutsche hat nach seiner Eignung, Befähigung und fachlichen Leistung gleichen Zugang zu jedem öffentlichen Amte.»
«Κάθε Γερμανός έχει σύμφωνα με την αξία του, την ικανότητά του και την επαγγελματική του επίδοση ίση πρόσβαση σε κάθε δημόσια θέση»
===================================
ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΒΑΥΑΡΙΑΣ (1945)
Άρθρο 116
«Alle Staatsangehörigen ohne Unterschied sind entsprechend ihrer Befähigung und ihren Leistungen zu den öffentlichen Ämtern zuzulassen.»
«Όλοι οι πολίτες της χώρας, χωρίς διάκριση, γίνονται δεκτοί ανάλογα με την ικανότητα και τις επιδόσεις τους στις δημόσιες θέσεις»
ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ (1995)
Άρθρο 19, παρ. 2
«Der Zugang zu allen öffentlichen Ämtern steht jedem ohne Unterschied der Herkunft, des Geschlechts, der Partei und des religiösen Bekenntnisses offen, wenn er die nötige Eignung besitzt.»
«Η πρόσβαση σε όλες τις δημόσιες θέσεις είναι ανοικτή στον καθένα, χωρίς διάκριση καταγωγής, φύλου, κόμματος και θρησκευτικών πεποιθήσεων, αν κατέχει τα απαραίτητα προσόντα»
ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΒΡΑΔΕΜΒΟΥΡΓΟΥ (1992)
Άρθρο 21, παρ. 2
«Jeder hat nach Maßgabe der Eignung, Befähigung und fachlichen Leistung das gleiche Recht auf Zugang zu öffentlichen Ämtern, soweit nicht für die Wahrnehmung hoheitlicher Befugnisse etwas anderes gesetzlich bestimmt ist. Eine Entlassung oder Disziplinierung wegen einer Betätigung in Bürgerinitiativen, Verbänden, Religionsgemeinschaften oder Parteien ist unzulässig.»
«Καθένας έχει σύμφωνα με την αξία, την ικανότητα και την επαγγελματική του επίδοση, ίσο δικαίωμα πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις, εφόσον δεν προβλέπεται κάτι άλλο διά νόμου για την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Η απόλυση ή λήψη πειθαρχικών μέτρων λόγω εξαιτίας συμμετοχής σε πρωτοβουλίες πολιτών, ενώσεις, θρησκευτικές κοινότητες ή πολιτικά κόμματα απαγορεύεται.»
ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΒΡΕΜΗΣ (1947)
Άρθρο 128
«Die öffentlichen Ämter sind allen Staatsbürgern zugänglich.
Für die Anstellung und Beförderung entscheiden ausschließlich Eignung und Befähigung nach Maßgabe der Gesetze.»
«Οι δημόσιες θέσεις είναι προσβάσιμες απ’ όλους τους πολίτες.
Το διορισμό και την προαγωγή κρίνουν αποκλειστικά η αξία και η ικανότητα σύμφωνα με το νόμο».
ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΜΒΟΥΡΓΟΥ (1952/2001)
Άρθρο 59, παρ. 2 (2001)
«Jeder Deutsche und Deutsche hat nach seiner Eignung, Befähigung und fachlichen Leistung gleichen Zugang zu jedem öffentlichen Amte.»
«Κάθε Γερμανός και Γερμανίδα έχουν σύμφωνα με την αξία, την ικανότητα και την επαγγελματική τους επίδοση ίση πρόσβαση σε κάθε δημόσια θέση»
ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΣΣΗΣ (1946)
Άρθρο 134.
«Jeder, ohne Unterschied der Herkunft, der Rasse, des religiösen Bekenntnisses und des Geschlechts, hat Zugang zu den öffentlichen Ämtern, wenn er die nötige Eignung und Befähigung besitzt.»
«Καθένας, χωρίς διάκριση καταγωγής, φυλής, θρησκευτικών πεποιθήσεων και φύλου, έχει πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις, αν κατέχει τα απαραίτητα προσόντα και ικανότητες»
ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΜΕΚΛΕΜΒΟΥΡΓΟΥ-ΠΟΜΕΡΑΝΙΑΣ (1993)
Άρθρο 71, παρ. 1
«Jeder Deutsche hat nach seiner Eignung, Befähigung und fachlichen Leistung gleichen Zugang zu jedem öffentlichen Amt im Land.»
«Kάθε Γερμανός έχει, σύμφωνα με την αξία, ικανότητα και επαγγελματική του επίδοση ίση πρόσβαση σε κάθε δημόσια θέση στη χώρα»
ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΤΩ ΣΑΞΩΝΙΑΣ (1993)
Άρθρο 19 Όλοι οι πολίτες, αδιακρίτως φυλής, θρησκείας, κομματική ή φύλου, που επιτρέπεται βάσει της νομοθεσίας και σύμφωνα με τις αρμοδιότητές τους και τα επιτεύγματα στο δημόσιο λειτούργημα, με την προϋπόθεση ότι παρέχουν διαβεβαιώσεις καθήκοντά του, σύμφωνα με τις διατάξεις και το πνεύμα οδηγούν στο Σύνταγμα.
ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΡΗΝΑΝΙΑΣ-ΠΑΛΑΤΙΝΑΤΟΥ (1947/2000)
Άρθρο 19
«Alle Staatsbürger, ohne Unterschied der Rasse, des Religionsbekenntnisses, der Parteizugehörigkeit oder des Geschlechtes, sind nach Maßgabe der Gesetze und entsprechend ihrer Befähigung und ihrer Leistungen zu den öffentlichen Ämtern zugelassen, sofern sie die Gewähr dafür bieten, ihr Amt nach den Vorschriften und im Geiste der Verfassung zu führen.»
«Όλοι οι πολίτες, χωρίς διάκριση φυλής, θρησκευτικής πεποιθήσεως, ιδιότητας μέλους κόμματος, ή φύλου, γίνονται δεκτοί σύμφωνα με το νόμο και ανάλογα με την ικανότητα και τις επιδόσεις τους στις δημόσιες θέσεις, εφόσον παράσχουν τη διαβεβαίωση, ότι θα επιτελούν το καθήκον τους σύμφωνα με τις διατάξεις και το πνεύμα του Συντάγματος.»
ΙΣΧΥΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΣΑΞΩΝΙΑΣ-ΑΝΧΑΛΤ (1992)
Άρθρο 8, παρ. 2
«Jeder Deutsche hat nach seiner Eignung, Befähigung und fachlichen Leistung gleichen Zugang zu jedem öffentlichen Amte.»
«Κάθε Γερμανός έχει σύμφωνα με την αξία, την ικανότητα και την επαγγελματική του επίδοση ίση πρόσβαση σε κάθε δημόσια θέση»
σταθερός σύνδεσμος σχολίου