Άρθρο 86
Προϋποθέσεις κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής/μετακίνησης φοιτητών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών – Αντικατάσταση παρ. 1 και 2 άρθρου 79 ν. 4692/2020 – Εξουσιοδοτικές διατάξεις
Στο άρθρο 79 του ν. 4692/2020 (Α΄ 111), περί της κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής/μετακίνησης φοιτητών, οι παρ. 1 και 2 αντικαθίστανται και το άρθρο 79 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 79
Κατ` εξαίρεση μετεγγραφή/μετακίνηση
- Αιτήσεις για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής στον τόπο μόνιμης κατοικίας ή στον τόπο θεραπείας των ιδίων ή των γονέων ή των αδελφών τους δύνανται να υποβάλλονται κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους αποκλειστικά για σοβαρές και τεκμηριωμένα εξαιρετικές περιπτώσεις ή επιγενόμενες περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης φοιτητών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής. Προϋποθέσεις της αίτησης κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής αποτελούν:
α) η φοίτηση σε πρόγραμμα σπουδών πρώτου κύκλου για τη λήψη πρώτου πτυχίου και
β) ο φοιτητής να έχει συγκεντρώσει, κατά τις πανελλαδικές εξετάσεις αριθμό μορίων που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή περισσότερο από το διπλάσιο της βάσης μετεγγραφής της περ. δ) του άρθρου 72, και ο φοιτητής που έχει εισαχθεί με την κατηγορία των πασχόντων από ειδικές παθήσεις των Γενικών Λυκείων (ΓΕ.Λ.) και των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.) της ημεδαπής να έχει βαθμό απολυτηρίου που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή, πλέον των πέντε (5) μονάδων.
Ως περιπτώσεις του πρώτου εδαφίου χαρακτηρίζονται ιδίως οι εξής:
α) σοβαρές παθήσεις φοιτητών ή μελών της οικογένειας του φοιτητή, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα της υπό στοιχεία Φ.151/17897/Β6/7.2.2014 (Β΄ 358) κοινής απόφασης των Υπουργών Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και Υγείας και οι οποίες διαπιστώνονται από τα όργανα και με τη διαδικασία που καθορίζονται στην ίδια απόφαση,
β) θάνατος συγγενούς α΄ βαθμού εξ αίματος σε ευθεία γραμμή ή β΄ βαθμού εξ αίματος σε πλάγια γραμμή, ο οποίος επήλθε εντός ενός (1) έτους πριν από την υποβολή της αίτησης για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής και εφόσον ο φοιτητής είναι άγαμος ή δεν έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης,
γ) κυοφορούσες φοιτήτριες μετά από βεβαίωση θεράποντος ιατρού και διευθυντή γυναικολογικής ή μαιευτικής κλινικής ή τμήματος δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος και
δ) φοιτητές οι οποίοι έχουν υποστεί σωματική ή ψυχική βλάβη, προκληθείσα από εγκλήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας ή της προσωπικής ελευθερίας, η οποία τεκμηριώνεται με βάση τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης.
- Αν δεν υπάρχει αντίστοιχο Τμήμα Α.Ε.Ι. στην Περιφερειακή Ενότητα της μόνιμης κατοικίας του φοιτητή, με εκείνο του Τμήματος εισαγωγής ή φοίτησής τους, τότε οι φοιτητές αυτοί, δύνανται να υποβάλλουν αίτηση κατ’ εξαίρεση μετακίνησης σε Τμήμα του ίδιου επιστημονικού πεδίου. Προϋποθέσεις της αίτησης κατ’ εξαίρεση μετακίνησης αποτελούν:
α) η φοίτηση σε πρόγραμμα σπουδών πρώτου κύκλου για τη λήψη πρώτου πτυχίου και
β) ο φοιτητής να έχει συγκεντρώσει, κατά τις πανελλαδικές εξετάσεις, αριθμό μορίων που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετακίνηση, μεγαλύτερο από το διπλάσιο της βάσης μετεγγραφής της περ. δ) του άρθρου 72, και ο φοιτητής που έχει εισαχθεί με την κατηγορία των πασχόντων από ειδικές παθήσεις των ΓΕ.Λ. και ΕΠΑ.Λ. της ημεδαπής να έχει βαθμό απολυτηρίου που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή, πλέον των πέντε (5) μονάδων.
- Αν ο αιτών την κατ` εξαίρεση μετεγγραφή ή μετακίνηση εμπίπτει σε λόγους αποκλεισμού, όπως αυτοί της παρ. 1 του άρθρου 74,τότε η Επιτροπή της παρ. 5 δύναται να εισηγηθεί ομόφωνα στον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ο οποίος και κρίνει για την έκδοση απόφασης κατ` εξαίρεση μετεγγραφής ή μετακίνησης.
- Η αίτηση για κατ` εξαίρεση μετεγγραφή ή μετακίνηση δεν μπορεί να αφορά σε πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτέλεσαν τη βάση για την απόρριψη της αίτησης μετεγγραφής ή μετακίνησης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παρόντος.
- Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ορίζονται οι ημερομηνίες και η διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής της παρ. 1.
- Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού συγκροτείται για κάθε ακαδημαϊκό έτος πενταμελής Επιτροπή με αντικείμενο την εξέταση των κατ` εξαίρεση αιτήσεων μετεγγραφής ή μετακίνησης. Η Επιτροπή αποτελείται από ένα (1) μέλος, το οποίο υποδεικνύεται από τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και εκτελεί χρέη Προέδρου, δύο (2) μέλη, τα οποία υποδεικνύονται από τη Σύνοδο των Πρυτάνεων των Α.Ε.Ι., έναν (1) εκπρόσωπο της Διεύθυνσης Οργανωτικής και Ακαδημαϊκής Ανάπτυξης της Γενικής Διεύθυνσης Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ο οποίος ορίζεται από τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και έναν (1) εκπρόσωπο κλάδου ή ειδικότητας ΠΕ Ιατρών, ο οποίος υποδεικνύεται από τον Υπουργό Υγείας. Η Επιτροπή είναι άμισθη και τα μέλη της δεν λαμβάνουν κανενός είδους αμοιβή ή αποζημίωση για τη συμμετοχή τους σε αυτή.
Η απόφαση ορισμού της Επιτροπής δεν δημοσιοποιείται πριν από την ολοκλήρωση του έργου της για το οικείο ακαδημαϊκό έτος.».
Άρθρο 87
Αποδοχές των Εκτελεστικών Διευθυντών των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Τροποποίηση παρ. 7 και προσθήκη παρ. 9 στο άρθρο 17 του ν. 4957/2022
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 17 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των αποδοχών των Εκτελεστικών Διευθυντών των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, αντικαθίσταται και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής:
«7. Οι Εκτελεστικοί Διευθυντές των Α.Ε.Ι., καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας τους, κατατάσσονται στο καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.) της κατηγορίας τους, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β’ του ν. 4354/2015 (Α’ 176), πολλαπλασιαζόμενου του αντίστοιχου βασικού μισθού με τον συντελεστή ένα κόμμα δύο (1,2). Ο Εκτελεστικός Διευθυντής λαμβάνει το επίδομα Προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης του άρθρου 16 του ως άνω νόμου.».
Άρθρο 88
Ενιαίος και αδιάσπαστος τίτλος σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου στα Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών – Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 78 του ν. 4957/2022
Μετά από την παρ. 4 του άρθρου 78 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί ενιαίου και αδιάσπαστου τίτλου σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου, προστίθεται παρ. 5 ως εξής:
«5. Το παρόν εφαρμόζεται και για τα προγράμματα σπουδών πρώτου κύκλου σε ξένη γλώσσα (Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών – Ξ.Π.Σ.) του άρθρου 101.».
Άρθρο 89
Δυνατότητα συμμετοχής των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων σε τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 94 ν. 4957/2022
Στην περ. ε) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 94 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των τριμελών συμβουλευτικών επιτροπών επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών, μετά από τις λέξεις «ερευνητές κάθε βαθμίδας», προστίθενται οι λέξεις «και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος,» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) ορίζεται η τριμελής συμβουλευτική επιτροπή, μεταξύ των οποίων ορίζεται και ο επιβλέπων. Στη συμβουλευτική επιτροπή δύνανται να συμμετέχουν ως μέλη: α) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) κάθε βαθμίδας του Τμήματος του Α.Ε.Ι., β) μέλη Δ.Ε.Π. άλλων Τμημάτων του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι., γ) ομότιμοι καθηγητές και αφυπηρετήσαντα μέλη Δ.Ε.Π., δ) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού σε Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, ε) ερευνητές κάθε βαθμίδας και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που υπηρετούν σε ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α` 258), συμπεριλαμβανομένων της Ακαδημίας Αθηνών και του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, καθώς και το επιστημονικό προσωπικό της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ε.Α.Γ.Μ.Ε.) του άρθρου 25 του ν. 4602/2019 (Α` 45), εφόσον διαθέτει διδακτορικό δίπλωμα και ερευνητική δραστηριότητα συναφή με το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής, καθώς και ομότιμοι και αφυπηρετήσαντες ερευνητές, με τις ίδιες ανωτέρω προϋποθέσεις, στ) καθηγητές ιδρυμάτων της αλλοδαπής και ερευνητές ερευνητικών οργανισμών της αλλοδαπής.».
Άρθρο 90
Απασχόληση των υπαλλήλων με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου φορέων του δημόσιου τομέα ως εντεταλμένων διδασκόντων Τμημάτων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Τροποποίηση παρ. 9 και προσθήκη παρ. 10 στο άρθρο 173 του ν. 4957/2022
- Η περ. ε) της παρ. 9 του άρθρου 173 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των εντεταλμένων διδασκόντων Τμημάτων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, καταργείται και η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής:
«9. Δεν επιτρέπεται η απασχόληση ως εντεταλμένων διδασκόντων φυσικών προσώπων που έχουν μία (1) από τις ακόλουθες ιδιότητες:
α) Ομότιμοι Καθηγητές και αφυπηρετήσαντα μέλη Δ.Ε.Π. του οικείου ή άλλου Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή αλλοδαπής,
β) μέλη Δ.Ε.Π., Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Α.Ε.Ι.,
γ) ερευνητές και λειτουργικοί επιστήμονες ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α’ 258) και λοιπών ερευνητικών οργανισμών,
δ) συνταξιούχοι του ιδιωτικού ή ευρύτερου δημόσιου τομέα,
ε) [Καταργείται],
στ) φυσικά πρόσωπα που έχουν υπερβεί το εξηκοστό έβδομο (67ο) έτος της ηλικίας.».
- Μετά από την παρ. 9 του άρθρου 173 του ν. 4957/2022, προστίθεται παρ. 10 ως εξής:
«10. Υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), και στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας δύναται να απασχολούνται ως εντεταλμένοι διδάσκοντες αποκλειστικά με καθεστώς μερικής απασχόλησης.».
Άρθρο 91
Ανασύσταση και καθορισμός αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Αντικατάσταση παρ. 6 άρθρου 70 στον ν. 1566/1985
Η παρ. 6 του άρθρου 70 του ν. 1566/1985 (Α’ 167), περί της σύστασης της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. α) Στο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού συστήνεται Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και αποτελείται από επτά (7) τακτικά και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι άμισθα.
β) Στην Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων μετέχουν:
βα) Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του έναν (1) υπάλληλο που υπηρετεί στην ίδια Διεύθυνση, ως Πρόεδρος.
ββ) Ο Προϊστάμενος του Τμήματος Α΄ Προγραμμάτων, Δράσεων Φυσικής Αγωγής και Σχολικών Αθλητικών Εγκαταστάσεων και Γυμναστηρίων της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του έναν (1) υπάλληλο που υπηρετεί στην ίδια Διεύθυνση.
βγ) Ένα (1) μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) με γνωστικό αντικείμενο τη Φυσική Αγωγή, ως εκπρόσωπο των Σχολών Επιστημών Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Σ.Ε.Φ.Α.Α.) και των Τμημάτων Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Τ.Ε.Φ.Α.Α.), με αντίστοιχο αναπληρωτή του.
βδ) Τέσσερα (4) μέλη που είναι κάτοχοι πτυχίου ή ισότιμου τίτλου Φυσικής Αγωγής που απασχολούνται στα Πανεπιστημιακά Γυμναστήρια των Α.Ε.Ι. (πλην Σ.Ε.Φ.Α.Α.-Τ.Ε.Φ.Α.Α.), με αντίστοιχους αναπληρωτές τους.
γ) Αρμόδια για τη γραμματειακή και διοικητική υποστήριξη της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων είναι η Διεύθυνση Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
δ) Στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ανήκουν:
δα) Η υποβολή ετήσιας εισήγησης προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, μέσω της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, για τον προγραμματισμό των πανελλήνιων και περιφερειακών αθλητικών δραστηριοτήτων και αγώνων που διεξάγονται μεταξύ Τμημάτων και Σχολών των Α.Ε.Ι., καθώς και για τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ή άλλες διοργανώσεις.
δβ) Η υποβολή ετήσιας εισήγησης προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, μέσω της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, για τη διεξαγωγή διαπανεπιστημιακών αθλητικών εκδηλώσεων και δράσεων σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και εποπτευόμενους από αυτή αθλητικούς φορείς, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και εποπτευόμενους από αυτούς φορείς, καθώς και άλλους φορείς, δημόσιους και ιδιωτικούς, της ημεδαπής και της αλλοδαπής.
δγ) Η υποβολή ετήσιας απολογιστικής Έκθεσης Πεπραγμένων προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και τη Διεύθυνση Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
ε) Το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ορίζεται ως το επίσημο μέλος εκπροσώπησης της Ελλάδος στη Διεθνή Ομοσπονδία Πανεπιστημιακού Αθλητισμού και στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Πανεπιστημιακού Αθλητισμού.
στ) Σε κάθε Α.Ε.Ι., με απόφαση του Πρύτανη, ορίζεται Συντονιστής Φυσικής Αγωγής με έργο τη διατύπωση εισηγήσεων προς την Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων για κάθε ζήτημα που αφορά διαπανεπιστημιακές αθλητικές δραστηριότητες και αγώνες.
ζ) Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού εγκρίνονται το ετήσιο πρόγραμμα συμμετοχής σε πανελλήνιες και περιφερειακές αθλητικές δραστηριότητες και αγώνες που διεξάγονται μεταξύ Τμημάτων και Σχολών των Α.Ε.Ι., η συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ή άλλες διοργανώσεις, καθώς και το πρόγραμμα διεξαγωγής διαπανεπιστημιακών αθλητικών εκδηλώσεων και δράσεων.
η) Η δαπάνη για την ετήσια εγγραφή συμμετοχής στις ομοσπονδίες της περ. ε), καθώς και για την ανάληψη διοργανώσεων βαρύνει τις πιστώσεις του Ε.Φ 1020-206-0000000 του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για κάθε οικονομικό έτος. Τα έξοδα συμμετοχής φοιτητών ή φοιτητικών αθλητικών ομάδων στις ως άνω δράσεις καλύπτονται:
ηα) από ιδίους πόρους του προϋπολογισμού των Α.Ε.Ι., στα οποία φοιτούν οι φοιτητές,
ηβ) μετά από επιχορήγηση των Α.Ε.Ι. από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για τον συγκεκριμένο σκοπό.
θ) Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού δύναται να ρυθμίζονται:
θα) Η σύσταση επιμέρους υποεπιτροπών για την υποβοήθηση της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στη διοργάνωση διαπανεπιστημιακών αθλητικών δράσεων και αγώνων, καθώς και κάθε θέμα σχετικά με τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των υποεπιτροπών της.
θβ) Η εγγραφή της χώρας στις ομοσπονδίες της περ. ε), η εκπροσώπηση της χώρας σε εργασίες και εκδηλώσεις των οργάνων και επιτροπών των ομοσπονδιών, καθώς και η ανάληψη διοργανώσεων σε αθλητικές φοιτητικές διοργανώσεις και αγώνες.».
Άρθρο 92
Ολοκλήρωση εκκρεμών προκηρύξεων μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού
Προκηρύξεις μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού. (Ε.Τ.Ε.Π.) που εκδίδονται σε εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 41 του ν. 4521/2018 (Α΄ 38) και δεν έχει ολοκληρωθεί η δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ως άνω άρθρου, δύνανται να δημοσιευθούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έως την 30ή.6.2026. Εάν δεν ολοκληρωθεί η δημοσίευση τους εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, η κατανεμηθείσα θέση ακυρώνεται και δεν μπορεί να προκηρυχθεί.




Ζητάμε την δυνατότητα εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ με υψηλά ακαδημαϊκά κριτήρια και 5ετες αυτοδυναμο διδακτικό εργο οπως συμφωνηθηκε στην συνάντηση του Υφυπουργού με την ΠΟΣΕΔΙΠ και το προεδρείο της συνοδου των πρυτάνεων στις 1/10/26 και οχι τον οριζοντιο αποκλεισμό του κριτηρίου των 10 ετων στην βαθμίδα ΕΔΙΠ που φημολογείται.
Σχόλια επί του άρθρου 91
Η ίδρυση της Επιτροπής Αθλητισμού Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων αποτελεί μια τομή που ευθυγραμμίζεται απόλυτα με τον εκπαιδευτικό και ακαδημαϊκό χαρακτήρα του Πανεπιστημιακού αθλητισμού. Δεν πρόκειται για μια απλή μεταβολή, αλλά για μια θεμελιώδη θεσμική αποκατάσταση που επαναφέρει τον αθλητισμό εκεί που ανήκει, στον οργανικό ιστό της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
ΣΧΟΛΙΑ:
1. Ευθυγράμμιση με το Σύνταγμα: Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, η φυσική αγωγή αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Με την υπαγωγή της Επιτροπής απευθείας στο Υπουργείο Παιδείας, ο πανεπιστημιακός αθλητισμός παύει να είναι ένα «αποκομμένο παράρτημα» εξωτερικών φορέων και μετατρέπεται σε ζωντανό κύτταρο της ακαδημαϊκής ταυτότητας, προστατεύοντας το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε φοιτητή στην άθληση.
2. Η προτεινόμενη σύνθεση της Επιτροπής είναι εξαιρετικά ισορροπημένη. Η συμμετοχή μελών Δ.Ε.Π. από τις Σ.Ε.Φ.Α.Α. εξασφαλίζει την ακαδημαϊκή εγκυρότητα. Ταυτόχρονα η πραγματική υπεραξία βρίσκεται στην αξιοποίηση των τεσσάρων πτυχιούχων Φυσικής Αγωγής που υπηρετούν στα Πανεπιστημιακά Γυμναστήρια. Αυτοί οι άνθρωποι είναι που βρίσκονται καθημερινά «στο πεδίο» και η εμπειρία τους είναι το ισχυρότερο όπλο στις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, στις διαχωριστικές λογικές και τους αποκλεισμούς, που ταλαιπώρησαν τον κλάδο επί δεκαετίες.
3. Θεσμική ισότητα για όλα τα Ιδρύματα: Η πρόβλεψη για τον Συντονιστή Φυσικής Αγωγής σε κάθε Α.Ε.Ι., ο οποίος ορίζεται από τον Πρύτανη, είναι μια κίνηση ουσίας. Δίνει επιτέλους «φωνή» και θεσμικό έρεισμα ακόμη και στα Πανεπιστήμια που μέχρι σήμερα ήταν παραμελημένα, χωρίς δομές ή προσωπικό, διασφαλίζοντας έναν κεντρικό και δίκαιο σχεδιασμό.
Συμπέρασμα: Η νέα αυτή δομή μεταφέρει το κέντρο βάρους εκεί που πραγματικά ανήκει: στην Πολιτεία, στα ίδια τα Πανεπιστήμια και στους ειδήμονες που τα στελεχώνουν. Είναι μια ρύθμιση που τιμά το Υπουργείο και την ακαδημαϊκή κοινότητα και επενδύει ουσιαστικά, στην ποιότητα ζωής των φοιτητών μας, υπηρετώντας το παιδαγωγικό συμφέρον μακριά από εξωτερικές εξαρτήσεις.
Είναι σωστή η διάταξη του άρθρου 89 που δίνει τη δυνατότητα σε ΕΛΕ, κατόχους διδακτορικού διπλώματος, που υπηρετούν σε ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014, να συμμετέχουν σε τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές υποψηφίων διδακτόρων. Με την προτεινόμενη τροπολογία του άρθρου 94 του ν.4957/2022 αίρεται το σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν έως τώρα οι διδάκτορες ΕΛΕ, οι οποίοι συνεισφέρουν ουσιαστικά στην επίβλεψη διδακτορικών διατριβών που εκπονούνται στις ομάδες τους, αλλά δεν μπορούν επίσημα να ορίζονται ως επιβλέποντες ή συνεπιβλέποντες.
Θερμά χαιρετίζω την παρ. 10 του άρθρου 90, που άρει τον άδικο αποκλεισμό υπαλλήλων του δημόσιου τομέα (και στελεχών ΕΔ/ΣΑ) από την απασχόληση ως εντεταλμένων διδασκόντων, επιτρέποντας την αξιοποίηση του διδακτορικού τίτλου και της εμπειρίας τους στα ΑΕΙ.
Η ρύθμιση αυτή μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση παραδοχή ότι ο προηγούμενος αποκλεισμός (από το 2023 και μετά) προκάλεσε σοβαρή ζημιά στους διδάκτορες του Δημοσίου: στέρηση διδακτικής εμπειρίας, καθυστέρηση ακαδημαϊκής εξέλιξης, απώλεια ευκαιριών μοριοδότησης σε προκηρύξεις ΔΕΠ κ.λπ.
Είναι συνεπές με το σκεπτικό της αλλαγής να προβλεφθούν ρυθμίσεις μερικής αποκατάστασης αυτής της ζημιάς.
Προτείνω:
Να αφαιρεθεί ο περιορισμός «αποκλειστικά με καθεστώς μερικής απασχόλησης», ώστε να επιτραπεί η πλήρης αξιοποίηση των προσόντων.
Να θεσπιστεί μόνιμη προτεραιότητα (π.χ. bonus μορίων ή ειδική κατηγορία) στην επιλογή ως εντεταλμένων διδασκόντων για όσους υπέστησαν τον αποκλεισμό από το 2023 και μετά, ώστε να «επιστραφεί» μέρος του χαμένου χρόνου και να καλυφθεί η υστέρηση εμπειρίας. Αυτό θα αποτελούσε μερική αποκατάσταση, καθώς η πλήρης είναι ανέφικτη λόγω μη αναστρέψιμης βλάβης στα βιογραφικά μας.
Η υιοθέτηση τέτοιων βελτιώσεων θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη στην πολιτεία και θα μεγιστοποιούσε το όφελος για τα ΑΕΙ και το Δημόσιο εν γένει.
Ευχαριστώ.
Η απουσία των μελών Ε.Ε.Π. από το πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης εισάγει ανισότητα μεταξύ των κατηγοριών ακαδημαϊκού προσωπικού των Α.Ε.Ι. Τα μέλη Ε.Ε.Π., όπως και τα μέλη Δ.Ε.Π., συγκαταλέγονται στο μόνιμο διδακτικό προσωπικό των ιδρυμάτων, φέρουν διδακτορικό δίπλωμα ως τυπικό προσόν διορισμού και διαθέτουν τεκμηριωμένο επιστημονικό και διδακτικό έργο στο οικείο γνωστικό τους πεδίο.
Βάσει του Ν. 4009/2011 (άρθρο 29) και του Ν. 4485/2017 (άρθρο 83, παρ. 4), τα μέλη Ε.Ε.Π. έχουν προσληφθεί ειδικά για την παροχή καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στα Α.Ε.Ι., με ρητή πρόβλεψη των καλών και εφαρμοσμένων τεχνών στις οποίες εντάσσεται και η τέχνη του θεάτρου ως αντικείμενο του έργου τους.
Η ισοτιμία αυτή κατοχυρώνεται και από τον Ν. 4957/2022 (άρθρο 163, παρ. 2), ο οποίος ορίζει ρητώς ότι τα μέλη Ε.Ε.Π. υποχρεούνται να παρέχουν διδακτικό έργο με αριθμό ωρών ανάλογο με αυτό των μελών Δ.Ε.Π., καθώς και κάθε μορφής επιστημονικό και ερευνητικό έργο.
Ειδικότερα ως προς τις σπουδές του θεάτρου (υποκριτική, σκηνοθεσία, σκηνογραφία, ενδυματολογία, χορός, σωματικό θέατρο κ.α.) τα μέλη Ε.Ε.Π. φέρουν το κύριο βάρος της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης σε πρακτικό και ερευνητικό επίπεδο στα κυρίως Τμήματα Θεατρικών Σπουδών/Θεάτρου/Παραστατικών Τεχνών της χώρας (όπως το Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ, το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών,το Τμήμα Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, κ.α.)
Ζητούμε την άμεση ένταξη των μελών Ε.Ε.Π. των κατόχων διδακτορικού τίτλου μελών Ε.Ε.Π. στο Εθνικό Μητρώο Αξιολογητών, τόσο για λόγους ισότιμης αντιμετώπισης του ακαδημαϊκού προσωπικού όσο και για την ουσιαστική ενίσχυση της αξιολογητικής δεξαμενής σε κλάδους.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το χρόνιο, ανεκπλήρωτο αίτημα για τη θεσμοθέτηση διαδικασίας εξέλιξης των μελών Ε.Ε.Π. σε θέσεις Δ.Ε.Π. Τα μέλη Ε.Ε.Π. που κατέχουν διδακτορικό τίτλο ασκούν αυτοδύναμο διδακτικό και ερευνητικό έργο επί σειρά ετών, διαθέτουν αξιόλογο επιστημονικό και καλλιτεχνικό έργο και πληρούν ουσιαστικά τις προϋποθέσεις που ο νόμος θέτει για την εκλογή σε θέση Επίκουρου Καθηγητή, παραμένουν ωστόσο θεσμικά αποκλεισμένα από κάθε δυνατότητα ακαδημαϊκής εξέλιξης.
Ζητούμε τη θεσμοθέτηση ειδικής πρόβλεψης που να επιτρέπει στα μέλη Ε.Ε.Π. με διδακτορικό τίτλο, αποδεδειγμένο διδακτικό και επιστημονικό έργο και συγκεκριμένα έτη υπηρεσίας, να μεταβαίνουν αυτοδικαίως ή με απλουστευμένη διαδικασία σε θέσεις μόνιμου Επίκουρου Δ.Ε.Π. Μια τέτοια ρύθμιση δεν θα επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς οι υφιστάμενες πιστώσεις των θέσεων Ε.Ε.Π. θα μεταφέρονταν για την κάλυψη της αντίστοιχης μισθολογικής δαπάνης. Ταυτόχρονα, θα βελτίωνε την εξαιρετικά προβληματική αναλογία Δ.Ε.Π./φοιτητή, θα ενδυνάμωνε την ερευνητική δραστηριότητα και θα αξιοποιούσε πλήρως ένα ήδη εκπαιδευμένο και έμπειρο επιστημονικό δυναμικό που γνωρίζει εκ των έσω τις ανάγκες των τμημάτων στα οποία υπηρετεί.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το χρόνιο, ανεκπλήρωτο αίτημα για τη θεσμοθέτηση διαδικασίας εξέλιξης των μελών Ε.Ε.Π. σε θέσεις Δ.Ε.Π. Τα μέλη Ε.Ε.Π. που κατέχουν διδακτορικό τίτλο ασκούν αυτοδύναμο διδακτικό και ερευνητικό έργο επί σειρά ετών, διαθέτουν αξιόλογο επιστημονικό και καλλιτεχνικό έργο και πληρούν ουσιαστικά τις προϋποθέσεις που ο νόμος θέτει για την εκλογή σε θέση Επίκουρου Καθηγητή, παραμένουν ωστόσο θεσμικά αποκλεισμένα από κάθε δυνατότητα ακαδημαϊκής εξέλιξης.
Ζητούμε τη θεσμοθέτηση ειδικής πρόβλεψης που να επιτρέπει στα μέλη Ε.Ε.Π. με διδακτορικό τίτλο, αποδεδειγμένο διδακτικό και επιστημονικό έργο και συγκεκριμένα έτη υπηρεσίας, να μεταβαίνουν αυτοδικαίως ή με απλουστευμένη διαδικασία σε θέσεις μόνιμου Επίκουρου Δ.Ε.Π. Μια τέτοια ρύθμιση δεν θα επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς οι υφιστάμενες πιστώσεις των θέσεων Ε.Ε.Π. θα μεταφέρονταν για την κάλυψη της αντίστοιχης μισθολογικής δαπάνης. Ταυτόχρονα, θα βελτίωνε την εξαιρετικά προβληματική αναλογία Δ.Ε.Π./φοιτητή, θα ενδυνάμωνε την ερευνητική δραστηριότητα και θα αξιοποιούσε πλήρως ένα ήδη εκπαιδευμένο και έμπειρο επιστημονικό δυναμικό που γνωρίζει εκ των έσω τις ανάγκες των τμημάτων στα οποία υπηρετεί.
Η προτεινόμενη αναδιοργάνωση του Πανεπιστημιακού Αθλητισμού, με τη δημιουργία Επιτροπής Αθλητισμού στα Α.Ε.Ι., αποτελεί ουσιαστικό βήμα αναβάθμισης του θεσμού. Επαναφέρει τον αθλητισμό στο πλαίσιο της Ανώτατης Εκπαίδευσης υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας, ενισχύοντας τον ακαδημαϊκό και παιδαγωγικό του ρόλο.
Η σύνθεση της Επιτροπής, με συμμετοχή μελών Δ.Ε.Π. και έμπειρων πτυχιούχων Φυσικής Αγωγής, διασφαλίζει επιστημονική επάρκεια και γνώση της λειτουργίας των Πανεπιστημιακών Γυμναστηρίων. Παράλληλα, η θεσμοθέτηση Συντονιστή Φυσικής Αγωγής σε κάθε Α.Ε.Ι. ενισχύει τη συνεργασία και την αποτελεσματικότητα σε εθνικό επίπεδο.
Καθοριστική είναι και η πρόβλεψη για ετήσιο προγραμματισμό και επαρκή κρατική χρηματοδότηση, τόσο για τις δράσεις όσο και για τον εξοπλισμό και τη συντήρηση των υποδομών, ώστε να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα των δομών.
Συνολικά, πρόκειται για μια ολοκληρωμένη και θεσμικά τεκμηριωμένη μεταρρύθμιση που αναβαθμίζει την ποιότητα, τη διαφάνεια και τον παιδαγωγικό χαρακτήρα του φοιτητικού αθλητισμού.
Πολύ σωστά αναφέρθηκε:
Η αναγνώριση της πραγματικής προσφοράς των ΕΔΙΠ δεν συνιστά ούτε έλλειψη σεβασμού ούτε απαξίωση της έρευνας. Αντίθετα, αφορά ένα χρόνιο θεσμικό κενό, το οποίο συζητείται επί χρόνια.
Αναμένουμε το νομοσχέδιο και ευελπιστούμε ότι αυτή τη φορά οι θέσεις μας θα εισακουστούν.
Παρατηρήσεις επι του άρθρου 91
Ο Πανεπιστημιακός αθλητισμός δεν αφορά μόνο τον αγωνιστικό αθλητισμό και την εκπροσώπηση των φοιτητών σε ευρωπαϊκά πρωταθλήματα και αγώνες
Αφορά και την εκμάθηση σε όλα τα επίπεδα από αρχάρια μέχρι αγωνιστικά αθλημάτων ,εσωτερικά τουρνουά και τουρνουά με άλλες πανεπιστημιακές κοινότητες
Και όλα αυτά από καταρτισμένους καθηγητές φυσικής αγωγής με μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους
Οπότε η χρηματοδότηση και η αξιοποίηση αυτού του ανθρώπινου δυναμικού είναι απαραίτητη για την αναβάθμιση του θεσμού
Η αναγνώριση της πραγματικής προσφοράς των ΕΔΙΠ δεν αποτελεί ούτε έλλειψη σεβασμού ούτε απαξίωση της έρευνας αλλα αποτελεί θεσμικό κενό που συζητείται εδώ και πολλα χρόνια. Η προσφορά δεν μετράται με γενικές διατυπώσεις αλλά με αξιολόγηση: αυτοδύναμη διδασκαλία, εργαστηριακό έργο, αναπτυγμένο εκπαιδευτικό υλικό, συμμετοχή σε επιτροπές, υποστήριξη φοιτητών και διεθνεις δημοσιεύσεις και ερευνητική δραστηριότητα.
Αυτό πρέπει να κρίνεται θεσμικά όχι να απορρίπτεται εκ προοιμίου λόγω κατηγορίας πρόσληψης.
Η εξέλιξη των ΕΔΙΠ δεν είναι ισοπέδωση αλλά εξορθολογισμός.
Σε πολλά ευρωπαϊκά συστήματα, το teaching faculty και το research faculty έχουν διαδρομές εξέλιξης που αναγνωρίζουν το διδακτικό ή/και ερευνητικό έργο.
Το ελληνικό σύστημα είναι από τα ελάχιστα που κρατά μια ολόκληρη κατηγορία ακαδημαϊκού προσωπικού χωρίς καμία θεσμική δυνατότητα αξιολόγησης. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα όχι η συζήτηση γύρω από την επίλυσή του.
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι όλοι είναι ίδιοι. Αντίθετα η πρόταση εξέλιξης βασίζεται ακριβώς στο ότι δεν είναι όλοι ίδιοι άρα χρειάζεται διαφανής, αυστηρή κρίση των προσόντων και του πραγματικού έργου.
Η ισοπέδωση προκύπτει όταν ένας διδάσκων με χρόνια αποδεδειγμένου διδακτικού αυτοδυναμου έργου θεωρείται αυτομάτως κατώτερος από έναν εξωτερικό υποψήφιο που δεν έχει καμία σχέση με το τμήμα.
Η εξέλιξη των ΕΔΙΠ δεν αφαιρεί τίποτα από κανέναν. Δεν μειώνει την αξία του ερευνητικού έργου των μελών ΔΕΠ ούτε καταργεί τις ανοιχτές προκηρύξεις.
Αντίθετα ενισχύει τη διαφάνεια, επιβραβεύει την πραγματική προσφορά, συγκρατεί ανθρώπους με αποδεδειγμένη αξία στα πανεπιστήμια, και ευθυγραμμίζει τη χώρα με διεθνή πρότυπα.
Σεβασμός δεν σημαίνει σιωπή. Σεβασμός σημαίνει αναγνώριση ρόλων, έργου και δικαιωμάτων όλων των κατηγοριών προσωπικού όχι μόνο των ΔΕΠ.
Η θεσμική εξέλιξη δεν ζητείται απέναντι σε κανέναν συνάδελφο ζητείται απέναντι στην ακαδημαϊκή λογική. Η συζήτηση για την εξέλιξη των ΕΔΙΠ δεν είναι αίτημα μεταπήδησης ούτε ισοπέδωσης. Είναι συζήτηση για το πώς ένα σύγχρονο πανεπιστήμιο αξιολογεί, αναγνωρίζει και αξιοποιεί εκείνους που υπηρετούν σταθερά τη διδασκαλία και τη λειτουργία του. Και αυτή η συζήτηση δεν μπορεί να φιμωθεί με χαρακτηρισμούς και αφορισμούς.
Ο προϋπολογισμός του Πανεπιστημιακού Αθλητισμού θα πρέπει να καλύπτει όχι μόνο τη συμμετοχή σε πανελλήνια, περιφερειακά και διεθνή πρωταθλήματα, αλλά και τα εσωτερικά πρωταθλήματα των Ιδρυμάτων, καθώς και τη συντήρηση των εγκαταστάσεων και την υλοποίηση τακτικών αθλητικών δράσεων. Η ολοκληρωμένη χρηματοδότηση διασφαλίζει τη βιωσιμότητα και τη λειτουργικότητα των Πανεπιστημιακών Γυμναστηρίων σε καθημερινή βάση.
Θετική κρίνεται η πρόβλεψη για αξιοποίηση γυμναστών υψηλού επιπέδου και αξιόλογου επιστημονικού προσωπικού, γεγονός που ενισχύει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και αναβαθμίζει συνολικά τον θεσμό.
Επιπλέον, το ακαδημαϊκό σκέλος του Πανεπιστημιακού Αθλητισμού ορθώς δεν διαφοροποιείται από τον αθλητισμό υψηλού επιπέδου εντός των Α.Ε.Ι., διατηρώντας ενιαίο παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό προσανατολισμό.
Τέλος, η προβλεπόμενη αναλογία εκπροσώπων κρίνεται εύλογη και λειτουργική, συμβάλλοντας στη διασφάλιση ισορροπημένης και αποτελεσματικής εκπροσώπησης.
Η προτεινόμενη θεσμική αναδιοργάνωση του Πανεπιστημιακού Αθλητισμού, με τη σύσταση Επιτροπής Αθλητισμού Α.Ε.Ι., αποτελεί ουσιαστική πρωτοβουλία αναβάθμισης του θεσμού. Επαναφέρει τον αθλητισμό στο πλαίσιο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ενισχύοντας τον παιδαγωγικό και ακαδημαϊκό του ρόλο.
Θετική κρίνεται η σύνθεση της Επιτροπής, καθώς η συμμετοχή μέλους Δ.Ε.Π. από τις Σ.Ε.Φ.Α.Α. και έμπειρων πτυχιούχων Φυσικής Αγωγής διασφαλίζει επιστημονική επάρκεια και γνώση της λειτουργίας των Πανεπιστημιακών Γυμναστηρίων.
Η θεσμοθέτηση Συντονιστή Φυσικής Αγωγής σε κάθε Α.Ε.Ι. ενισχύει τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα, ιδιαίτερα όπου δεν υπάρχουν οργανωμένες δομές. Παράλληλα, η κρατική ευθύνη για ετήσιο προγραμματισμό και επαρκή χρηματοδότηση —τόσο για δράσεις όσο και για εξοπλισμό και συντήρηση υποδομών— είναι κρίσιμη για τη βιωσιμότητα του θεσμού.
Συνολικά, πρόκειται για μια τεκμηριωμένη μεταρρύθμιση που ενισχύει την ποιότητα, τη διαφάνεια και τον παιδαγωγικό ρόλο του φοιτητικού αθλητισμού.
Ως επιστήμονας Φυσικής Αγωγής που δραστηριοποιείται στο πανεπιστημιακό γυμναστήριο, θεωρώ ότι η προτεινόμενη θεσμική αναδιοργάνωση του Πανεπιστημιακού Αθλητισμού, με τη σύσταση της Επιτροπής Αθλητισμού Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, συνιστά μια ιδιαίτερα ουσιαστική και στρατηγικής σημασίας πρωτοβουλία. Η ρύθμιση αυτή επαναφέρει τον αθλητισμό στο φυσικό και θεσμικό του πλαίσιο, δηλαδή στο περιβάλλον της Ανώτατης Εκπαίδευσης, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ενισχύοντας τον παιδαγωγικό, επιστημονικό και ακαδημαϊκό του προσανατολισμό.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η σύνθεση της Επιτροπής, καθώς η συμμετοχή μελών Δ.Ε.Π. από τις Σχολές Επιστημών Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού, σε συνδυασμό με πτυχιούχους Φυσικής Αγωγής με μακρόχρονη εμπειρία στα Πανεπιστημιακά Γυμναστήρια, διασφαλίζει υψηλό επίπεδο επιστημονικής τεκμηρίωσης και ουσιαστική γνώση των λειτουργικών αναγκών των δομών.
Παράλληλα, η θεσμοθέτηση Συντονιστή Φυσικής Αγωγής σε κάθε Α.Ε.Ι. ενισχύει τη διοικητική συνοχή, τη διαπανεπιστημιακή συνεργασία και την αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού σε εθνικό επίπεδο, ιδιαίτερα σε Ιδρύματα όπου έως σήμερα απουσιάζει οργανωμένο πλαίσιο λειτουργίας.
Κομβικής σημασίας αποτελεί και η πρόβλεψη για ετήσιο προγραμματισμό με σαφή οικονομική υποστήριξη από την Πολιτεία, όχι μόνο για τη διοργάνωση δράσεων και προγραμμάτων, αλλά και για την προμήθεια αθλητικού εξοπλισμού και τη συντήρηση των υποδομών. Η σταθερή χρηματοδότηση αποτελεί βασική προϋπόθεση βιωσιμότητας και λειτουργικής αυτονομίας.
Συνολικά, η νέα δομή συνιστά μια ολοκληρωμένη και θεσμικά τεκμηριωμένη μεταρρύθμιση, η οποία αναβαθμίζει ποιοτικά τον φοιτητικό αθλητισμό, ενισχύει τη διαφάνεια και τον παιδαγωγικό του ρόλο και τον τοποθετεί ουσιαστικά στο επίκεντρο της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Διαβάζω συνεχώς να γράφεται ότι αν θέλει ένα μέλος εδιπ μπορεί να διεκδικήσει μια από τις καινούργιες θέσεις Δεπ που προκηρύσσονται. Αυτό είναι καταρχήν σωστό. Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη ότι σε πολλές περιπτώσεις οι νέες θέσεις δεν προκηρύσσονται σε γνωστικά αντικείμενα των μελών εδιπ ενός τμήματος γιατί defacto καλύπτονται και, όταν δοθεί μια νέα θέση, επιλέγεται συχνά σε γνωστικά αντικείμενα που δεν υπηρετούνται.
Η θέση ότι οι ΕΔΙΠ μπορούν απλώς να αξιοποιήσουν τις διαθέσιμες προκηρύξεις ΔΕΠ σε άλλα τμήματα, δεν ευσταθεί επιστημονικά ούτε λειτουργικά. Και εξηγώ παρακάτω τεκμηριωμένα γιατί:
1. Μηχανισμός κινητικότητας χωρίς ουσιαστική πρόσβαση. Η διεθνής βιβλιογραφία π.χ. EUA, OECD έχει τεκμηριώσει ότι η ακαδημαϊκή αγορά είναι υπερεξειδικευμένη και οι προκηρύξεις διαμορφώνονται με τρόπο που εξυπηρετεί τα συγκεκριμένα ερευνητικά προφίλ των τμημάτων.
Στην πράξη, η θεωρητική δυνατότητα υποβολής υποψηφιότητας δεν ισοδυναμεί με ρεαλιστική δυνατότητα εκλογής. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κινητικότητα διδασκόντων μεταξύ τμημάτων στην Ελλάδα παραμένει σταθερά κάτω του 3%.
2. Η διδακτική συμβολή ως ακαδημαϊκό κριτήριο. Η μακροχρόνια διδασκαλία σε πυρηνικά μαθήματα προγράμματος σπουδών αποτελεί διεθνώς αναγνωρισμένο ακαδημαϊκό προσόν Teaching Track Progression.
Η Ελλάδα είναι μία από τις ελάχιστες χώρες της ΕΕ όπου το ακαδημαϊκό προσωπικό των πανεπιστημίων με διδακτορικό, δημοσιεύσεις, συμμετοχή σε ερευνητικά έργα και συνεχή διδασκαλία δεν διαθέτει θεσμοθετημένο μηχανισμό εσωτερικής εξέλιξης με αξιολόγηση.
3. Λειτουργική βλάβη στα τμήματα από την απουσία μηχανισμού εξέλιξης. Η απουσία θεσμικής εξέλιξης οδηγεί σε αυξημένη εξάρτηση από ετήσιους συμβασιούχους, αποδυνάμωση της συνέχειας στη διδασκαλία και απώλεια ακαδημαϊκού κεφαλαίου που ήδη παράγεται εντός του τμήματος.
Αντίθετα, η δυνατότητα εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ υπό αυστηρή και εξωτερικά ελεγχόμενη κρίση ενισχύει την ποιότητα και τη λειτουργικότητα του τμήματος, χωρίς να δεσμεύει πρόσθετες θέσεις ΔΕΠ.
4. Συνταγματική διάσταση. Το Σύνταγμα απαγορεύει την αυτόματη μετατροπή θέσης όχι την εξέλιξη μέσω κρίσης.Η αξιολογική διαδικασία με ακαδημαϊκά κριτήρια έχει κριθεί απολύτως συμβατή, όπως δείχνει η πρακτική άλλων κλάδων (Ερευνητές Α–Δ). Συνεπώς, το επιχείρημα περί αντισυνταγματικότητας δεν έχει κανένα νομικό έρεισμα.
Η θεσμοθέτηση δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης των ΕΔΙΠ δεν αποτελεί προνόμιο αλλά δομική αναγκαιότητα για την ευθυγράμμιση των ελληνικών ΑΕΙ με τα διεθνή πρότυπα, για την προστασία του υψηλού ακαδημαϊκού έργου που ήδη παράγεται και για την αναβάθμιση της ποιότητας της διδασκαλίας και της έρευνας στο ελληνικό πανεπιστήμιο
Κυριε Παπαιωαννου δεσμευτήκατε για την εξελιξη των Δρ ΕΔΙΠ.
Θα φέρετε επιτέλους την τροπολογία για την εξελιξη των Δρ ΕΔΙΠ που ολοι περμενουμε και σας εμπιστευτήκαμε οτι θα λυσετε το πρόβλημα;
Κουραστήκαμε να περιμένουμε τοσα χρόνια και καθε φορα που παει να γινει κατι τελικα να παγώνει το θέμα με διαφορες προφασεις πχ είναι θεμα του υπουργείου εσωτερικών του υπουργείου οικονομικών κλπ κλπ κλπ και να βιώνουμε για μια ακομη φορα την ασυνέπεια και την απογοήτευση
Η άποψη που αναπαράγεται 14 χρόνια ότι δεν πρέπει να υπάρξει εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ αγνοεί τόσο τις πραγματικές ανάγκες των ΑΕΙ όσο και τις ευρωπαϊκές πρακτικές. Η απουσία θεσμικής εξέλιξης δεν αποτελεί “επιχείρημα”, αλλά κενό του νομοθέτη που έχει ήδη επισημανθεί από πλήθος ακαδημαϊκών οργάνων. Οι Δρ. ΕΔΙΠ επιτελούν εξειδικευμένο, πιστοποιημένο και μετρήσιμο έργο, και η κριση αυτού του έργου είναι δημοκρατικό δικαίωμα σε κάθε σύγχρονο πανεπιστήμιο. Η αντίδραση στην εξέλιξή τους δεν στηρίζεται σε τεκμήρια, αλλά σε φοβικά και απαξιωτικά αντανακλαστικά
Άρθρο 91
Η επανασύσταση της Επιτροπής Αθλητισμού των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, κάτω από το Υπουργείο Παιδείας, είναι μια πολύ θετική πρωτοβουλία που ενσωματώνει το αξιόλογο και έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό των Πανεπιστημιακών Γυμναστηρίων, εξασφαλίζοντας τη σύνδεση του αθλητισμού με την ακαδημαϊκή κοινότητα.
Είναι επίσης σημαντικό, η χρηματοδότηση και οι δράσεις να επεκτείνονται πέρα από τις επίσημες εκδηλώσεις, ώστε να περιλαμβάνουν ολόκληρη τη ζωή των φοιτητών: από την εκμάθηση καθημερινών αθλημάτων σε αρχάριους φοιτητές μέχρι και την υποστήριξη αθλητών υψηλού επιπέδου. Η διασφάλιση συνεχούς και επαρκούς χρηματοδότησης για τη συντήρηση των εγκαταστάσεων και για τις εσωτερικές δράσεις των Πανεπιστημιακών Γυμναστηρίων είναι είναι απαραίτητη ώστε ο αθλητισμός να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας κάθε φοιτητή.
Επίσης, το αναφέρονται στα μέλη ΔΕΠ ως «οι καθηγητές (ή λέκτορες)» και σε ένα μέλος ΕΔΙΠ θα αναφερθούν ως «το ΕΔΙΠ» είναι ιδιαίτερα προσβλητικό. Αυτό φαίνεται και από τα Τμήματα που χειρίζονται τις διαδικασίες εντός των ΑΕΙ, δηλ. Διδακτικικού προσωπικού για τα μέλη ΔΕΠ εν αντιθέσει με το Λοιπού προσωπικού για τα μέλη ΕΔΙΠ (και ΕΕΠ…) παρά το ότι αποτελούν επίσης Διδακτικό προσωπικό.
Ρύθμιση δυνατότητας εξέλιξης ΕΔΙΠ σε ΔΕΠ, με προκήρυξη θέσης στο αντικείμενο που θεραπεύουν στο Τμήμα. Είναι κωμικοτραγικό να διορίζονται μέλη ΔΕΠ με 2 δημοσιεύσεις και στον ίδιο χώρο να έχει παγιδευμένα μέλη ΕΔΙΠ με 100 δημοσιεύσεις και διεθνείς διακρίσεις.
Θα ήθελα να καταθέσω την εξής πρόταση:
Το ακαδημαϊκό έτος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση λήγει, σήμερα, στις 31/8 (ενώ στις άλλες βαθμίδες στις 30/6). Θεωρώ ορθότερο να λήγει στις 30/9.
Ο Σεπτέμβριος ανήκει λειτουργικά στο προηγούμενο ακαδημαϊκό έτος, αφού δεν είναι λογικό να αρχίζει μια νέα χρονιά με εξετάσεις. Τα μαθήματα αρχίζουν, πάντα 1/10. Το να αφυπηρετεί κάποιος/α και οι απομένοντες συνάδελφοι να χειρίζονται την εξεταστική τυχόν αφυπηρετούντων είναι και κάπως άκομψο. Το ακαδημαϊκό έτος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα πρέπει να διαρκεί 1/10 με 30/9.
Ευχαριστώ
Θα ηθελα να καταθέσω εγγράφως την αναγκαιότητα της εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ:
Οι θεσμικές κατηγορίες του προσωπικού, όπως οι ΕΔΙΠ, ΕΕΠ και ΔΕΠ, είναι διακριτές και υπηρετούν διαφορετικές λειτουργίες στο πανεπιστημιακό σύστημα. Ωστόσο, η ύπαρξη αυτών των διακριτών ρόλων δεν θα πρέπει να συνεπάγεται αποκλεισμό από τη δυνατότητα αξιολόγησης για θέση ΔΕΠ, εφόσον πληρούνται οι απαιτούμενες επιστημονικές και ακαδημαϊκές προϋποθέσεις. Το ζητούμενο δεν είναι μια προνομιακή μεταχείριση, ούτε μια αυτοδίκαιη αναβάθμιση ή προαγωγή, αλλά η κατοχύρωση της δυνατότητας συμμετοχής σε διαδικασία κρίσης.
Πρόκειται για την εφαρμογή μιας θεσμικά κατοχυρωμένης διαδικασίας επιλογής, βασισμένης σε αξιοκρατικά και διαφανή κριτήρια, όπως προβλέπεται από το συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο για κάθε δημόσιο λειτουργό που διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα. Η αρχή της αντικειμενικής κρίσης προϋποθέτει την ύπαρξη εκλεκτορικού σώματος και εισηγητικής επιτροπής, με ουσιαστική και αυστηρή αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, χωρίς προκαταλήψεις ή εκ των προτέρων αποκλεισμούς.
Είναι αντιφατικό να υποστηρίζεται η έννοια της αξιοκρατικης εκλογής, ενώ ταυτόχρονα να αποκλείεται μια ολόκληρη κατηγορία ακαδημαϊκού προσωπικού από τη δυνατότητα υποβολής υποψηφιότητας με την πρόβλεψη του νομου. Ένας τέτοιος αποκλεισμός δεν ενισχύει την αξιοκρατία· αντίθετα, την περιορίζει. Η αξιοκρατία δεν αποτελεί διακήρυξη, αλλά συγκεκριμένη διαδικασία επιλογής με διαφανή κριτήρια και θεσμικές εγγυήσεις.
Ο αποκλεισμός επιστημόνων που διαθέτουν ερευνητικό έργο, δημοσιεύσεις και αυτοδυναμη διδακτική εμπειρία, αποκλειστικά και μόνο λόγω της υπηρεσιακής τους ένταξης σε άλλη κατηγορία, ενδέχεται να περιορίζει την ισότιμη αντιμετώπιση της ακαδημαϊκής προσφοράς. Η δυνατότητα εξέλιξης μέσω θεσμοθετημένης κρίσης δεν αποτελεί παραχώρηση, αλλά εφαρμογή της αρχής της ίσης πρόσβασης σε θέσεις ευθύνης βάσει προσόντων. Η κρίση δεν χαρίζεται· διεκδικείται με τεκμηριωμένα ακαδημαϊκά στοιχεία και απονέμεται μέσα από διαφανή διαδικασία.
Τα μέλη ΕΔΙΠ αποτελούν αναγνωρισμένη κατηγορία ειδικού διδακτικού προσωπικού των ΑΕΙ και συμβάλλουν ουσιαστικά στη διδασκαλία, ιδίως σε εργαστηριακά/εφαρμοσμένα γνωστικά αντικείμενα, καθώς και—υπό προϋποθέσεις—στη συμμετοχή και ανάληψη ευθύνης σε έργα και προγράμματα. Η συστηματική αξιοποίηση και εξέλιξή τους μπορεί να ενισχύσει μετρήσιμα την ποιότητα σπουδών, την καινοτομία στη διδασκαλία και την παραγωγή αποτελεσμάτων με εξωστρέφεια, στοιχεία που συνδέονται με την ανταγωνιστικότητα των ιδρυμάτων διεθνώς.
Προτεινόμενες ρυθμίσεις
Θεσμοθέτηση “tenure-track”/γέφυρας ΕΔΙΠ → ΔΕΠ για αντικείμενα με αποδεδειγμένες διδακτικές και ερευνητικές ανάγκες, μέσω προκήρυξης θέσεων ΔΕΠ στις οποίες να προβλέπεται ειδικά ότι οι υποψήφιοι ΕΔΙΠ μπορούν να συμμετέχουν ως εξέλιξη.
Σαφή και ενιαία κριτήρια για την υποψηφιότητα ΕΔΙΠ σε θέση ΔΕΠ.
Μεταβατικές διατάξεις για ΕΔΙΠ με αποδεδειγμένη διδασκαλία και τεκμηριωμένο επιστημονικό έργο, ώστε να μην απαιτείται de facto “επανεκκίνηση καριέρας” αλλά να αξιοποιείται η ήδη παραχθείσα ακαδημαϊκή συνεισφορά.
Διασφάλιση χρόνου και κινήτρων (π.χ. θεσμική πρόβλεψη για συμμετοχή σε έργα/προγράμματα υπό κανόνες) ώστε οι ΕΔΙΠ που στοχεύουν σε εξέλιξη να μπορούν ρεαλιστικά να αναπτύξουν ερευνητικό/καινοτόμο έργο παράλληλα με τις διδακτικές υποχρεώσεις τους.
Ενιαία εφαρμογή στα ΑΕΙ με αποσαφήνιση ώστε να αποφεύγονται πρακτικές αποκλεισμού ή άνισης μεταχείρισης μεταξύ ιδρυμάτων/σχολών, που τελικά υπονομεύουν τη συνολική απόδοση του συστήματος.
Κλείνοντας, η ενίσχυση μιας πραγματικής προοπτικής εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ προς ΔΕΠ, με διαφανείς προϋποθέσεις και αυστηρή αξιολόγηση, δεν αποτελεί “ευνοϊκή ρύθμιση”, αλλά επένδυση στην ποιότητα και στην αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου των ΑΕΙ. Παρακαλώ για τις ενέργειές σας και για δημόσια διαβούλευση επί συγκεκριμένης πρότασης ρύθμισης.
Θα ηθελα να καταθέσω εγγράφως την αναγκαιότητα της εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ:
Οι κατηγορίες ΕΔΙΠ, ΕΕΠ και ΔΕΠ είναι διακριτές στο πανεπιστήμιο.
Όμως η ύπαρξη διακριτών κατηγοριών δεν αναιρεί το δικαίωμα να μπορεί να κρίνεται για θέση ΔΕΠ με αξιοκρατική και δημοκρατική διαδικασία που θα προβλέπει ο νομος. Αυτό ακριβώς ζητείται απο τους Δρ ΕΔΙΠ: Όχι προαγωγή, όχι αυτόματη μεταπήδηση, όχι χαριστική αναβάθμιση. Ζητείται αποκλειστικά η δυνατότητα ΚΡΙΣΗΣ, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και ο νόμος για κάθε δημόσιο λειτουργό που πληροί τις επιστημονικές προϋποθέσεις. Το παράδοξο είναι ότι οσοι ειναι εναντια στην εξελιξη επικαλούνται την ανοιχτή εκλογή ενώ ταυτόχρονα την αρνουνται σε μια ολόκληρη κατηγορία ακαδημαϊκού προσωπικού πριν καν υποβάλουν υποψηφιότητα σε μια διαδικασία αξιολόγησης. Αυτό ναι είναι ισοπέδωση. Η αξιοκρατία δεν είναι σύνθημα, είναι διαδικασία. Και η διαδικασία λέει: εκλεκτορικό σωμα με εισηγητική επιτροπή με αυστηρή αξιολόγηση προσόντων. Όσο για την ισοπέδωση των ακαδημαϊκών προσόντων: Το να αποκλείεις από την κρίση επιστήμονες με έρευνα, δημοσιεύσεις και αυτοδυναμο διδακτικό έργο μόνο και μόνο επειδή ήδη εργάζονται στο πανεπιστήμιο σε άλλη κατηγορία, είναι αυτό που πραγματικά ισοπεδώνει την ακαδημαϊκή αξιοκρατία. Η εξέλιξη με ΚΡΙΣΗ δεν χαρίζεται. Διεκδικείται και κερδίζεται.
Οι κατηγορίες ΕΔΙΠ, ΕΕΠ και ΔΕΠ είναι διακριτές στο πανεπιστήμιο.
Όμως η ύπαρξη διακριτών κατηγοριών δεν αναιρεί το δικαίωμα να μπορεί να κρίνεται για θέση ΔΕΠ με αξιοκρατική και δημοκρατική διαδικασία που θα προβλέπει ο νομος. Αυτό ακριβώς ζητείται απο τους Δρ ΕΔΙΠ: Όχι προαγωγή, όχι αυτόματη μεταπήδηση, όχι χαριστική αναβάθμιση. Ζητείται αποκλειστικά η δυνατότητα ΚΡΙΣΗΣ, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και ο νόμος για κάθε δημόσιο λειτουργό που πληροί τις επιστημονικές προϋποθέσεις. Το παράδοξο είναι ότι οσοι ειναι εναντια στην εξελιξη επικαλούνται την ανοιχτή εκλογή ενώ ταυτόχρονα την αρνουνται σε μια ολόκληρη κατηγορία ακαδημαϊκού προσωπικού πριν καν υποβάλουν υποψηφιότητα σε μια διαδικασία αξιολόγησης. Αυτό ναι είναι ισοπέδωση. Η αξιοκρατία δεν είναι σύνθημα, είναι διαδικασία. Και η διαδικασία λέει: εκλεκτορικό σωμα με εισηγητική επιτροπή με αυστηρή αξιολόγηση προσόντων. Όσο για την ισοπέδωση των ακαδημαϊκών προσόντων: Το να αποκλείεις από την κρίση επιστήμονες με έρευνα, δημοσιεύσεις και αυτοδυναμο διδακτικό έργο μόνο και μόνο επειδή ήδη εργάζονται στο πανεπιστήμιο σε άλλη κατηγορία, είναι αυτό που πραγματικά ισοπεδώνει την ακαδημαϊκή αξιοκρατία. Η εξέλιξη με ΚΡΙΣΗ δεν χαρίζεται. Διεκδικείται και κερδίζεται.
Οι κατηγορίες ΕΔΙΠ, ΕΕΠ και ΔΕΠ είναι διακριτές στο πανεπιστήμιο.
Όμως η ύπαρξη διακριτών κατηγοριών δεν αναιρεί το δικαίωμα να μπορεί να κρίνεται για θέση ΔΕΠ με αξιοκρατική και δημοκρατική διαδικασία. Αυτό ακριβώς ζητείται: Όχι προαγωγή, όχι αυτόματη μεταπήδηση, όχι χαριστική αναβάθμιση. Ζητείται αποκλειστικά η δυνατότητα ΚΡΙΣΗΣ, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και ο νόμος για κάθε δημόσιο λειτουργό που πληροί τις επιστημονικές προϋποθέσεις. Το παράδοξο είναι ότι οσοι ειναι εναντια στην εξελιξη επικαλούνται την ανοιχτή εκλογή ενώ ταυτόχρονα την αρνουνται σε μια ολόκληρη κατηγορία ακαδημαϊκού προσωπικού πριν καν υποβάλουν υποψηφιότητα σε μια διαδικασία αξιολόγησης. Αυτό ναι είναι ισοπέδωση. Η αξιοκρατία δεν είναι σύνθημα, είναι διαδικασία. Και η διαδικασία λέει: εκλεκτορικό σωμα με εισηγητική επιτροπή με αυστηρή αξιολόγηση προσόντων. Όσο για την ισοπέδωση των ακαδημαϊκών προσόντων: Το να αποκλείεις από την κρίση επιστήμονες με έρευνα, δημοσιεύσεις και αυτοδυναμο διδακτικό έργο μόνο και μόνο επειδή ήδη εργάζονται στο πανεπιστήμιο σε άλλη κατηγορία, είναι αυτό που πραγματικά ισοπεδώνει την ακαδημαϊκή αξιοκρατία. Η εξέλιξη με ΚΡΙΣΗ δεν χαρίζεται. Διεκδικείται και κερδίζεται.
1. Η πρόταση για θεσμική εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ και ΕΕΠ ειναι ενα πολυ σοβαρό μακροχρόνιο πρόβλημα που υφίσταται απο το 2012 που δημιουργήθηκε ο κλαδος των ΕΔΙΠ επι της Διαμαντοπουλου.
Αφορά την ανάγκη να αντιμετωπιστει ένα υπαρκτό πρόβλημα: το γεγονός ότι σε πολλές Σχολές υπηρετούν εδώ και χρόνια διδάσκοντες με διδακτορικό, δημοσιεύσεις, ερευνητικό έργο και συνεχή διδασκαλία, χωρίς καμία θεσμοθετημένη δυνατότητα αξιολόγησης και εξέλιξης του έργου τους.Αυτό είναι θέμα ακαδημαϊκής δικαιοσύνης, όχι προνομίων.
2.Θεωρητικά όλοι μπορούν να υποβάλουν υποψηφιότητα σε μια ανοιχτή θέση ΔΕΠ. Αυτό όμως δεν απαντά στο βασικό πρόβλημα: ότι οι προκηρύξεις συχνά δεν αντανακλούν τις πραγματικές διδακτικές ανάγκες του ιδρύματος, ενώ η πολύχρονη, αποδεδειγμένη προσφορά ενός διδάσκοντος δεν συνεκτιμάται σε κανέναν μηχανισμό εξέλιξης. Άλλο το δικαίωμα συμμετοχής σε προκήρυξη. Άλλο η απουσία κάθε θεσμού αξιολόγησης και ακαδημαϊκής αναγνώρισης σε ρόλους διδασκαλίας που ουσιαστικά εκτελούν καθήκοντα ΔΕΠ χωρίς θεσμικό ορίζοντα.
3. Καμία πρόταση δεν ζητά προαγωγή ή χαριστική μεταπήδηση.
Αντίθετα, όσοι υποστηρίζουν θεσμική εξέλιξη ζητούν διαφανή και ακαδημαϊκά τεκμηριωμένη διαδικασία κρίσης, με αντικειμενικά κριτήρια.
Δηλαδή ό,τι ακριβώς ισχύει διεθνώς για κατηγορίες teaching faculty και research faculty. Η ισοπέδωση είναι να αντιμετωπίζεις έναν διδάσκοντα με 15ετή εμπειρία σαν να είναι «ίδιος» με οποιονδήποτε εξωτερικό υποψήφιο που δεν έχει συμβάλει ούτε μία ώρα στη λειτουργία του τμήματος.
4. Η θεσμική εξέλιξη δεν σημαίνει θέση εκτός προγραμματισμού..
Τα πανεπιστήμια σε όλον τον κόσμο αξιοποιούν την εσωτερική αξιολόγηση διδασκόντων ως μέρος του ακαδημαϊκού σχεδιασμού, όχι ως παράκαμψή του. Η αξιολόγηση, όταν είναι θεσμοθετημένη και ανοιχτή, δεν καταργεί τις προκηρύξεις ΔΕΠ, τις συμπληρώνει, χωρίς να δεσμεύει το τμήμα ούτε να του στερεί θέσεις.
5. Κανείς δεν ζητά δικαίωμα σε μονιμη θέση ΔΕΠ.Αυτή είναι αυθαίρετη κατασκευή που συχνά αναπαράγεται για να προκαλέσει εντυπώσεις.Η διεθνής πρακτική προβλέπει σαφείς όρους συμμετοχής σε διαδικασίες εξέλιξης, χωρίς να δημιουργούνται παράθυρα ή ειδικές μεταχειρίσεις.
Η συζήτηση εδώ είναι για θεσμική δυνατότητα κρίσης, όχι για εγγυημένες μεταπηδήσεις.
6. Τέλος, η αναφορά στο ΣτΕ που γινεται συχνα για το ΣτΕ δεν ενισχύει το επιχείρημα εναντίον της εξέλιξης των ΕΔΙΠ. Το ΣτΕ έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι οι κατηγορίες προσωπικού διαφέρουν, αλλά ουδέποτε απαγόρευσε τη θέσπιση διαδικασιών εξέλιξης.
Αντιθέτως, η Πολιτεία είναι απολύτως ελεύθερη και συχνά υποχρεωμένη να εξορθολογεί το προσωπικό των ΑΕΙ και να δημιουργεί θεσμικά πλαίσια αξιολόγησης.
Η εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ και ΕΕΠ δεν είναι ούτε χαριστική ούτε παράκαμψη. Είναι μια συζήτηση για το πώς αναγνωρίζεται και αξιολογείται θεσμικά το πραγματικό ακαδημαϊκό έργο όσων υπηρετούν διαχρονικά τη διδασκαλία και την έρευνα.
Η αξιοκρατία δεν απειλείται από διαφανείς διαδικασίες κρίσης·
απειλείται μόνο από την άρνηση να συζητηθούν.
1. Η πρόταση για θεσμική εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ και ΕΕΠ ειναι ενα πολυ σοβαρό μακροχρόνιο πρόβλημα που υφίσταται απο το 2012 που δημιουργήθηκε ο κλαδος των ΕΔΙΠ επι της Διαμαντοπουλου.
Αφορά την ανάγκη να αντιμετωπιστει ένα υπαρκτό πρόβλημα: το γεγονός ότι σε πολλές Σχολές υπηρετούν εδώ και χρόνια διδάσκοντες με διδακτορικό, δημοσιεύσεις, ερευνητικό έργο και συνεχή διδασκαλία, χωρίς καμία θεσμοθετημένη δυνατότητα αξιολόγησης και εξέλιξης του έργου τους.Αυτό είναι θέμα ακαδημαϊκής δικαιοσύνης, όχι προνομίων.
2.Θεωρητικά όλοι μπορούν να υποβάλουν υποψηφιότητα σε μια ανοιχτή θέση ΔΕΠ. Αυτό όμως δεν απαντά στο βασικό πρόβλημα: ότι οι προκηρύξεις συχνά δεν αντανακλούν τις πραγματικές διδακτικές ανάγκες του ιδρύματος, ενώ η πολύχρονη, αποδεδειγμένη προσφορά ενός διδάσκοντος δεν συνεκτιμάται σε κανέναν μηχανισμό εξέλιξης. Άλλο το δικαίωμα συμμετοχής σε προκήρυξη. Άλλο η απουσία κάθε θεσμού αξιολόγησης και ακαδημαϊκής αναγνώρισης σε ρόλους διδασκαλίας που ουσιαστικά εκτελούν καθήκοντα ΔΕΠ χωρίς θεσμικό ορίζοντα.
3. Καμία πρόταση δεν ζητά κλειστή προαγωγή ή χαριστική μεταπήδηση.
Αντίθετα, όσοι υποστηρίζουν θεσμική εξέλιξη ζητούν διαφανή, ανοιχτή και ακαδημαϊκά τεκμηριωμένη διαδικασία κρίσης, με αντικειμενικά κριτήρια.
Δηλαδή ό,τι ακριβώς ισχύει διεθνώς για κατηγορίες teaching faculty και research faculty. Η ισοπέδωση είναι να αντιμετωπίζεις έναν διδάσκοντα με 15ετή εμπειρία σαν να είναι «ίδιος» με οποιονδήποτε εξωτερικό υποψήφιο που δεν έχει συμβάλει ούτε μία ώρα στη λειτουργία του τμήματος.
4. Η θεσμική εξέλιξη δεν σημαίνει θέση εκτός προγραμματισμού..
Τα πανεπιστήμια σε όλον τον κόσμο αξιοποιούν την εσωτερική αξιολόγηση διδασκόντων ως μέρος του ακαδημαϊκού σχεδιασμού, όχι ως παράκαμψή του. Η αξιολόγηση, όταν είναι θεσμοθετημένη και ανοιχτή, δεν καταργεί τις προκηρύξεις ΔΕΠ, τις συμπληρώνει, χωρίς να δεσμεύει το τμήμα ούτε να του στερεί θέσεις.
5. Κανείς δεν ζητά δικαίωμα σε μονιμη θέση ΔΕΠ.Αυτή είναι αυθαίρετη κατασκευή που συχνά αναπαράγεται για να προκαλέσει εντυπώσεις.Η διεθνής πρακτική προβλέπει σαφείς όρους συμμετοχής σε διαδικασίες εξέλιξης, χωρίς να δημιουργούνται παράθυρα ή ειδικές μεταχειρίσεις.
Η συζήτηση εδώ είναι για θεσμική δυνατότητα κρίσης, όχι για εγγυημένες μεταπηδήσεις.
6. Τέλος, η αναφορά στο ΣτΕ που γινεται συχνα για το ΣτΕ δεν ενισχύει το επιχείρημα εναντίον της εξέλιξης των ΕΔΙΠ. Το ΣτΕ έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι οι κατηγορίες προσωπικού διαφέρουν, αλλά ουδέποτε απαγόρευσε τη θέσπιση διαδικασιών εξέλιξης.
Αντιθέτως, η Πολιτεία είναι απολύτως ελεύθερη και συχνά υποχρεωμένη να εξορθολογεί το προσωπικό των ΑΕΙ και να δημιουργεί θεσμικά πλαίσια αξιολόγησης.
Η εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ και ΕΕΠ δεν είναι ούτε χαριστική ούτε παράκαμψη. Είναι μια συζήτηση για το πώς αναγνωρίζεται και αξιολογείται θεσμικά το πραγματικό ακαδημαϊκό έργο όσων υπηρετούν διαχρονικά τη διδασκαλία και την έρευνα.
Η αξιοκρατία δεν απειλείται από διαφανείς διαδικασίες κρίσης·
απειλείται μόνο από την άρνηση να συζητηθούν.
Επιτέλους! Υποδεχόμαστε με ανακούφιση την άρση της απαγόρευσης συμμετοχής των στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης στη διδασκαλία της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, ως κατόχων διδακτορικού τίτλου σπουδών. Η προτεινόμενη διατύπωση, συνιστά αποκατάσταση μιας ρύθμισης που προσέκρουε στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της επαγγελματικής και επιστημονικής δραστηριότητας, καθώς και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Πλην όμως, το προτεινόμενο νομοσχέδιο εξακολουθεί να παρουσιάζει κανονιστικές ατέλειες. Ειδικότερα, η ρύθμιση περί μερικής απασχόλησης χαρακτηρίζεται από ασάφεια ως προς τα κριτήρια και τον τρόπο υπολογισμού της, γεγονός που δημιουργεί κίνδυνο άνισης εφαρμογής και παραβίασης της αρχής της ασφάλειας δικαίου, καθώς και της ομοιόμορφης διοικητικής πρακτικής μεταξύ φορέων.
Η πρόβλεψη δυνατότητας πλήρους απασχόλησης για το σύνολο των ενδιαφερομένων συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την τήρηση της αρχής της ισότητας, την αποφυγή διακριτικής μεταχείρισης και την εξασφάλιση ενιαίας εφαρμογής του νόμου.
Κατόπιν τούτων, καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να προβεί σε αναδιατύπωση των σχετικών διατάξεων, ώστε η υπό ψήφιση ρύθμιση να πληροί τις απαιτήσεις της σαφήνειας, της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχείρισης, αποκαθιστώντας πλήρως τις δυσμενείς συνέπειες της προηγούμενης νομοθετικής πρόβλεψης.
Παρόλα αυτά, το Νομοσχέδιο εξακολουθεί να έχει σοβαρές αδυναμίες. Γι΄ αυτό και χρειάζεται επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής ο υπολογισμός αυτής, και αναμένεται να οδηγήσει σε άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων.
Η δυνατότητα πλήρους απασχόλησης, για όλους τους εργαζομένους, θεωρείται αναγκαία συνθήκη για ίση μεταχείριση,
Καλείται το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των αρνητικών συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
Σχετικά με το άρθρο 79 δεν θεωρώ σωστό να υπάρχει διπλάσια βάση καθώς πλέον και λόγο εβε και αντιστοιχίας η διαφορά στο 99% των περιπτώσεων θα είναι μικρότερη των 5κ. Υπήρχε παράθυρο με την δημιουργία νέων τμημάτων αλλά πλέον δεν υφίσταται. Μια εξαιρετικά δύσκολη περίπτωση δε θα πρέπει να αποκλειστεί για 6κ ή 7κ. Επιπλέον ορίστε ένα εύλογο χρονικό διάστημα σε αυτές τις μεταγραφές καθώς αργούνε πολύ ενώ θα έπρεπε να βγαίνουν αμέσως. Επίσης πρέπει να δίνετε τουλάχιστον στατιστικά στοιχεία για διαφάνεια. Η παλιά νομοθεσία προβλέπει πως στο τέλος κάθε έτους δημοσιεύονται τα στοιχεία από το έργο της επιτροπής, όμως δεν εφαρμόζεται.
Επιπλέον σημείωση δημιουργούνται νέα παράθυρα, παλιά δεν υπήρχε όριο για κατ’εξαίρεση μετεγγραφές αλλά υπήρχε το 2750 για τις κατ’εξαίρεση μετακινήσεις. Αν πλέον το όριο για μετακινήσεις διπλασιαστεί τότε χάνεται ο σκοπός των μετεγγραφών και από τμήμα αντιστοιχίας δημιουργείται δυνατότητα επιλογής σε τμήμα αρεσκείας.
Είναι αναγκαία η εξέλιξη των μελών Ε.ΔΙ.Π. σε θέσεις λεκτόρων η επίκουρων καθηγητών. Πρόκειται για έναν αναχρονιστικό θεσμό, αυτόν των παλιών βοηθών των καθηγητών. Είναι η μόνη κατηγορία διδακτικού προσωπικού στα ελληνικά πανεπιστήμια, η οποία αν και έχει διδακτορικό, γνωστικό αντικείμενο και ερευνητικό έργο, παραμένει συρρικνωμένη, πολύ συχνά χωρίς αυτοδύναμο διδακτικό έργο και κίνητρα εξέλιξης. Είναι άδικο, σε αντίθεση με το προσωπικό των σχολών των πρώην Τ.Ε.Ι. που εξελίχθηκε σε λέκτορες, χωρίς μάλιστα διδακτορικό.
Είναι ακόμη παράλογο, μέλη Ε.ΔΙ.Π. που έχουν γνωστικό αντικείμενο και διδακτορικό να μην έχουν αυτοδύναμο έργο, ενώ μέλη Ε.Ε.Π. (ξένων γλωσσών, φυσικής αγωγής) με τα ίδια προσόντα να έχουν αυτοδύναμο έργο. Επισημαίνεται βέβαια ότι και οι δύο κατηγορίες προσωπικού στερούνται του δικαιώματος της εξέλιξης παρά το σημαντικό διδακτικό και ερευνητικό τους έργο. Ακόμη και η γενική κατηγορία στην οποία συγκαταλέγονται σε ουδέτερο γένος και υποτιμητική: <>. Η πρόσληψη συμβασιούχων δεν συνιστά ουσιαστική λύση για την κάλυψη των διδακτικών και ερευνητικών αναγκών των πανεπιστημίων. Είναι σημαντικό το Υπουργείο Παιδείας να σταματήσει την κατάφωρη αδικία που υφίσταται ο συγκεκριμένος κλάδος, να τηρήσει τις υποσχέσεις που έχουν δοθεί και να λάβει αποφάσεις που θα αφορούν τους διδάκτορες Ε.ΔΙ.Π δίνοντας τη δυνατότητα εξέλιξής τους στο τμήμα που εργάζονται ή σε άλλο πανεπιστημιακό τμήμα.
Παρακάτω αναφέρομαι στο θέμα της εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ και το τεκμηριώνω με επιχειρήματα:
1. Προκηρύξεις ΔΕΠ και πραγματική δυνατότητα εξέλιξης. Το γεγονός ότι σε κάποια τμήματα προκηρύσσονται θέσεις δεν σημαίνει ότι υπάρχει ουσιαστική πρόσβαση για ΕΔΙΠ με συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Οι προκηρύξεις είναι περιορισμένες, εξειδικευμένες και δεν ανταποκρίνονται στα αντικείμενα που υπηρετεί ένας ΕΔΙΠ επί χρόνια. Η θεωρητική δυνατότητα υποβολής αίτησης αλλού δεν καλύπτει ούτε αξιολογεί το μακροχρόνιο έργο του.
2. Το γνωστικό αντικείμενο έχει ουσιαστική σημασία. Η εμπειρία και η εξειδίκευση σε συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών είναι ακαδημαϊκό προσόν διεθνώς αναγνωρισμένο. Η εξέλιξη των ΕΔΙΠ δεν ισοδυναμεί με αυτόματη μονιμοποίηση· προβλέπει κρίση με αντικειμενικά κριτήρια, όπως ισχύει για Teaching and Research Track σε όλη την Ευρώπη.
3. Θεσμική ανάγκη και λειτουργικό όφελος. Η θεσμοθέτηση δυνατότητας εξέλιξης δεν παραβιάζει τον νόμο και δεν δημιουργεί υποχρέωση αυτοδύναμης διδασκαλίας ή αυτόνομης ανάθεσης. Αντίθετα εξασφαλίζει αξιοκρατική αναγνώριση του έργου που ήδη επιτελείται, ενισχύει τη συνέχεια της διδασκαλίας και την ποιότητα του τμήματος, χωρίς να μειώνει τις προκηρύξεις ΔΕΠ για νέους υποψηφίους.
Η εξέλιξη των ΕΔΙΠ ειναι μακροχρόνιο, επιστημονικά και θεσμικά τεκμηριωμένο και αναγκαίο για την αναγνώριση του πραγματικού ακαδημαϊκού έργου που επιτελείται με υψηλή ποιότητα, τη λειτουργική σταθερότητα των τμημάτων και την ευθυγράμμιση των πανεπιστημίων με τα διεθνή πρότυπα.
Παρακάτω αναφέρομαι στο θέμα της εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ και το τεκμηριώνω με επιχειρήματα:
1. Προκηρύξεις ΔΕΠ και πραγματική δυνατότητα εξέλιξης. Το γεγονός ότι σε κάποια τμήματα προκηρύσσονται θέσεις δεν σημαίνει ότι υπάρχει ουσιαστική πρόσβαση για ΕΔΙΠ με συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Οι προκηρύξεις είναι περιορισμένες, εξειδικευμένες και δεν ανταποκρίνονται στα αντικείμενα που υπηρετεί ένας ΕΔΙΠ επί χρόνια. Η θεωρητική δυνατότητα υποβολής αίτησης αλλού δεν καλύπτει ούτε αξιολογεί το μακροχρόνιο έργο του.
2. Το γνωστικό αντικείμενο έχει ουσιαστική σημασία. Η εμπειρία και η εξειδίκευση σε συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών είναι ακαδημαϊκό προσόν διεθνώς αναγνωρισμένο. Η εξέλιξη των ΕΔΙΠ δεν ισοδυναμεί με αυτόματη μονιμοποίηση· προβλέπει κρίση με αντικειμενικά κριτήρια, όπως ισχύει για Teaching and Research Track σε όλη την Ευρώπη.
3. Θεσμική ανάγκη και λειτουργικό όφελος. Η θεσμοθέτηση δυνατότητας εξέλιξης δεν παραβιάζει τον νόμο και δεν δημιουργεί υποχρέωση αυτοδύναμης διδασκαλίας ή αυτόνομης ανάθεσης. Αντίθετα εξασφαλίζει αξιοκρατική αναγνώριση του έργου που ήδη επιτελείται, ενισχύει τη συνέχεια της διδασκαλίας και την ποιότητα του τμήματος, χωρίς να μειώνει τις προκηρύξεις ΔΕΠ για νέους υποψηφίους.
Η εξέλιξη των ΕΔΙΠ δεν είναι ενα ψευδές αίτημα. Είναι μακροχρόνιο, επιστημονικά και θεσμικά τεκμηριωμένο και αναγκαίο για την αναγνώριση του πραγματικού ακαδημαϊκού έργου που επιτελείται με υψηλή ποιότητα, τη λειτουργική σταθερότητα των τμημάτων και την ευθυγράμμιση των πανεπιστημίων με τα διεθνή πρότυπα.
Παρακάτω αναφέρομαι στο θέμα της εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ και το τεκμηριώνω με επιχειρήματα:
1. Προκηρύξεις ΔΕΠ και πραγματική δυνατότητα εξέλιξης. Το γεγονός ότι σε κάποια τμήματα προκηρύσσονται θέσεις δεν σημαίνει ότι υπάρχει ουσιαστική πρόσβαση για ΕΔΙΠ με συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Οι προκηρύξεις είναι περιορισμένες, εξειδικευμένες και δεν ανταποκρίνονται στα αντικείμενα που υπηρετεί ένας ΕΔΙΠ επί χρόνια. Η θεωρητική δυνατότητα υποβολής αίτησης αλλού δεν καλύπτει ούτε αξιολογεί το μακροχρόνιο έργο του.
2. Το γνωστικό αντικείμενο έχει ουσιαστική σημασία. Η εμπειρία και η εξειδίκευση σε συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών είναι ακαδημαϊκό προσόν διεθνώς αναγνωρισμένο. Η εξέλιξη των ΕΔΙΠ δεν ισοδυναμεί με αυτόματη μονιμοποίηση· προβλέπει κρίση με αντικειμενικά κριτήρια, όπως ισχύει για Teaching and Research Track σε όλη την Ευρώπη.
3. Θεσμική ανάγκη και λειτουργικό όφελος. Η θεσμοθέτηση δυνατότητας εξέλιξης δεν παραβιάζει τον νόμο και δεν δημιουργεί υποχρέωση αυτοδύναμης διδασκαλίας ή αυτόνομης ανάθεσης. Αντίθετα εξασφαλίζει αξιοκρατική αναγνώριση του έργου που ήδη επιτελείται, ενισχύει τη συνέχεια της διδασκαλίας και την ποιότητα του τμήματος, χωρίς να μειώνει τις προκηρύξεις ΔΕΠ για νέους υποψηφίους.
Η εξέλιξη των ΕΔΙΠ δεν είναι ενα ψευδές αίτημα. Είναι μακροχρόνιο, επιστημονικά και θεσμικά τεκμηριωμένο και αναγκαίο για την αναγνώριση του πραγματικού ακαδημαϊκού έργου που επιτελείται με υψηλή ποιότητα, τη λειτουργική σταθερότητα των τμημάτων και την ευθυγράμμιση των πανεπιστημίων με τα διεθνή πρότυπα.
Η δυνατότητα εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ αποτελεί αναγνώριση της ακαδημαϊκής τους συνεισφοράς και ενισχύει τη λειτουργική και επιστημονική ποιότητα των Πανεπιστημίων.
Ενδυναμώνει την αξιοκρατία, δημιουργεί κίνητρα αριστείας και αξιοποιεί ουσιαστικά το υψηλό επιστημονικό τους κεφάλαιο.
Παράλληλα, εναρμονίζει το ελληνικό πανεπιστήμιο με τις ευρωπαϊκές πρακτικές ακαδημαϊκής εξέλιξης.
Η δυνατότητα εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ αποτελεί αναγνώριση της ακαδημαϊκής τους συνεισφοράς και ενισχύει τη λειτουργική και επιστημονική ποιότητα των Πανεπιστημίων.
Ενδυναμώνει την αξιοκρατία, δημιουργεί κίνητρα αριστείας και αξιοποιεί ουσιαστικά το υψηλό επιστημονικό τους κεφάλαιο.
Παράλληλα, εναρμονίζει το ελληνικό πανεπιστήμιο με τις ευρωπαϊκές πρακτικές ακαδημαϊκής εξέλιξης.
Η θεσμοθέτηση δυνατότητας ακαδημαϊκής ανέλιξης για τους κατόχους διδακτορικού τίτλου που υπηρετούν ως ΕΔΙΠ αποτελεί αναγκαία μεταρρυθμιστική παρέμβαση προς όφελος της ποιότητας και της λειτουργικής αποτελεσματικότητας των πανεπιστημίων. Οι Δρ ΕΔΙΠ διαθέτουν αποδεδειγμένη επιστημονική επάρκεια, ερευνητική δραστηριότητα και ουσιαστική συμβολή στη διδασκαλία, στοιχεία που συνάδουν με τα ακαδημαϊκά κριτήρια αξιολόγησης που ισχύουν διεθνώς. Η πρόβλεψη εξέλιξης βάσει αντικειμενικών και μετρήσιμων δεικτών (δημοσιευμένο έργο, ερευνητική παραγωγή, διδακτική εμπειρία, συμμετοχή σε προγράμματα) ενισχύει την αρχή της αξιοκρατίας και διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες επιστημονικής προόδου. Επιπλέον, η εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές πρακτικές κινητικότητας και σταδιοδρομίας συμβάλλει στην αποφυγή θεσμικών στρεβλώσεων, στην παραμονή υψηλού επιπέδου επιστημόνων στο δημόσιο πανεπιστήμιο και στη συνολική αναβάθμιση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής αποστολής των ΑΕΙ.
Συνεπώς, η θετική ακαδημαϊκή εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ αποτελεί ζήτημα θεσμικής συνοχής, αριστείας και στρατηγικού σχεδιασμού για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού πανεπιστημίου.
Η θεσμική πρόβλεψη δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης για τους κατόχους διδακτορικού τίτλου που υπηρετούν ως ΕΔΙΠ (Δρ ΕΔΙΠ) συνιστά εύλογη και επιστημονικά τεκμηριωμένη επιλογή στο πλαίσιο ενός σύγχρονου, ανταγωνιστικού και αξιοκρατικού πανεπιστημίου. Οι Δρ ΕΔΙΠ διαθέτουν υψηλή επιστημονική εξειδίκευση, αποδεδειγμένη ερευνητική ικανότητα και σημαντική συμβολή στη διδασκαλία και στην υποστήριξη ακαδημαϊκών λειτουργιών. Η παροχή δυνατότητας εξέλιξης, μέσω ανοικτών και αντικειμενικών κριτηρίων (ερευνητικό έργο, δημοσιεύσεις, διδακτική επάρκεια, συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα), ενισχύει την αρχή της αξιοκρατίας, ευθυγραμμίζεται με την ευρωπαϊκή πρακτική στα ΑΕΙ και λειτουργεί ως κίνητρο αριστείας και θεσμικής σταθερότητας. Παράλληλα, συμβάλλει στην αποτροπή επιστημονικής διαρροής (brain drain), στην καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και στη συνολική αναβάθμιση της ποιότητας σπουδών και έρευνας.
Επομένως, η θετική ακαδημαϊκή εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ δεν αποτελεί απλώς εργασιακό αίτημα, αλλά στρατηγική επένδυση στη βιωσιμότητα και διεθνή ανταγωνιστικότητα του ελληνικού πανεπιστημίου.
Η θεσμική πρόβλεψη δυνατότητας εξέλιξης για τους Δρ ΕΔΙΠ αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ενίσχυση της ποιότητας και της βιωσιμότητας του δημόσιου πανεπιστημίου. Οι κάτοχοι διδακτορικού που υπηρετούν στη βαθμίδα ΕΔΙΠ διαθέτουν υψηλή επιστημονική κατάρτιση, σημαντική διδακτική εμπειρία με αυτοδύναμο διδακτικό έργο και ενεργή συμβολή στην ερευνητική και ακαδημαϊκή λειτουργία των Ιδρυμάτων. Η απουσία προοπτικής εξέλιξης δημιουργεί θεσμική στασιμότητα, αποθαρρύνει την αριστεία και δεν συνάδει με τις αρχές αξιοκρατίας και ίσης μεταχείρισης. Αντίθετα, η καθιέρωση σαφών και αντικειμενικών κριτηρίων εξέλιξης θα ενισχύσει τα κίνητρα επιστημονικής παραγωγής, θα αξιοποιήσει ουσιαστικά το ανθρώπινο δυναμικό και θα συμβάλει στη συνολική αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης.
Η θεσμοθέτηση δυνατότητας εξέλιξης για τους Δρ ΕΔΙΠ συνιστά ζήτημα ακαδημαϊκής ισονομίας, θεσμικής συνέπειας και αξιοποίησης υψηλού επιστημονικού κεφαλαίου των ελληνικών πανεπιστημίων. Οι κάτοχοι διδακτορικού που υπηρετούν ως ΕΔΙΠ επιτελούν ουσιαστικό αυτοδύναμο διδακτικό έργο, συχνά με προσόντα αντίστοιχα με μέλη ΔΕΠ, χωρίς όμως καμία προοπτική ακαδημαϊκής εξέλιξης. Η πρόβλεψη σαφούς και αξιοκρατικής διαδικασίας εξέλιξης, με αντικειμενικά επιστημονικά κριτήρια θα ενισχύσει την ποιότητα της διδασκαλίας, θα συγκρατήσει το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό των πανεπιστημίων με υψηλά προσόντα απο το brain drain και θα εναρμονίσει την ελληνική πραγματικότητα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας, υπηρετώντας τελικά το δημόσιο συμφέρον και την ανταγωνιστικότητα των ΑΕΙ.
κ.Υφυπουργε,
Θα ηθελα με το σχολιο αυτο να θέσω υπόψη σας την ανάγκη θεσμικής πρόβλεψης δυνατότητας εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ που κατέχουν διδακτορικό τίτλο (Δρ ΕΔΙΠ), με αποκλειστικό γνώμονα αξιοκρατικά και αντικειμενικά κριτήρια, και όχι με προϋπόθεση δεκαετούς παραμονής στη βαθμίδα.
Η καθιέρωση χρονικού περιορισμού ως αναγκαίου όρου εξέλιξης δεν συνιστά αξιολογικό μηχανισμό, αλλά τυπικό και αποκλειστικό φίλτρο, το οποίο δεν αποτιμά ούτε την επιστημονική παραγωγικότητα ούτε τη διδακτική επάρκεια ούτε τη συμμετοχή στην ερευνητική και ακαδημαϊκή λειτουργία των Ιδρυμάτων. Η αρχή της αξιοκρατίας, ως θεμελιώδης αρχή της δημόσιας διοίκησης και της πανεπιστημιακής οργάνωσης, επιβάλλει η εξέλιξη να βασίζεται σε μετρήσιμα και ποιοτικά κριτήρια και όχι αποκλειστικά στην πάροδο του χρόνου.
Τα μέλη Δρ ΕΔΙΠ διαθέτουν διδακτορικό τίτλο, συμμετέχουν ενεργά στη διδασκαλία, στην ερευνητική δραστηριότητα και στη λειτουργία των ΑΕΙ, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ακαδημαϊκή αποστολή τους. Η θεσμική αδυναμία εξέλιξης, ή η υπαγωγή της σε αυθαίρετη δεκαετή αναμονή, δημιουργεί συνθήκες στασιμότητας και δεν συνάδει με τις αρχές της ποιότητας, της διαφάνειας και της θεσμικής ισονομίας.
Στο ευρωπαϊκό πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ακαδημαϊκή εξέλιξη στηρίζεται σε ανοικτές διαδικασίες κρίσης, με αξιολόγηση του ερευνητικού έργου, της διδακτικής εμπειρίας, της διεθνούς δραστηριότητας και της επιστημονικής απήχησης. Η σύγκλιση της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης με τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές επιβάλλει την υιοθέτηση αντίστοιχου πλαισίου.
Επιπλέον, το ζήτημα είναι κατεξοχήν θεσμικό και ποιοτικό, όχι απλώς διοικητικό.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται:
1. Η θεσμοθέτηση δυνατότητας εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ μέσω αντικειμενικής διαδικασίας κρίσης.
2. Η αντικατάσταση του κριτηρίου της δεκαετούς παραμονής από αξιολογικά κριτήρια, όπως:
• ποιότητα και αριθμός επιστημονικών δημοσιεύσεων,
• διδακτική εμπειρία και αυτοδυναμο διδακτικο εργο,
• συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα,
• διεθνής δραστηριότητα και επιστημονική αναγνώριση.
3. Η διασφάλιση διαφάνειας και εξωτερικής αξιολόγησης, σύμφωνα με τις αρχές ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης.
Η ενίσχυση της αξιοκρατίας και της κινητικότητας εντός του ακαδημαϊκού χώρου δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση, αλλά αναγκαία θεσμική προσαρμογή σε ένα σύγχρονο, ποιοτικό και ανταγωνιστικό πανεπιστημιακό σύστημα.
Σας ευχαριστώ
Προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 89 ως εξής, για να συμπεριληφθούν τα μέλη ΕΔΙΠ που είναι κάτοχοι διδακτορικού, στις επιτροπές επίβλεψης/αξιολόγησης διδακτορικών διατριβών:
Άρθρο 89
Δυνατότητα συμμετοχής των μελών του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων σε τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 94 ν. 4957/2022
Στην περ. ε) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 94 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των τριμελών συμβουλευτικών επιτροπών επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών, μετά από τις λέξεις «ερευνητές κάθε βαθμίδας», προστίθενται οι λέξεις «και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος,» και προστίθεται επιπλέον η περ. ζ) «, και ζ) μέλη Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος του οικείου Τμήματος ή άλλων Τμημάτων του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι.» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) ορίζεται η τριμελής συμβουλευτική επιτροπή, μεταξύ των οποίων ορίζεται και ο επιβλέπων. Στη συμβουλευτική επιτροπή δύνανται να συμμετέχουν ως μέλη: α) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) κάθε βαθμίδας του Τμήματος του Α.Ε.Ι., β) μέλη Δ.Ε.Π. άλλων Τμημάτων του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι., γ) ομότιμοι καθηγητές και αφυπηρετήσαντα μέλη Δ.Ε.Π., δ) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού σε Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, ε) ερευνητές κάθε βαθμίδας και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που υπηρετούν σε ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α` 258), συμπεριλαμβανομένων της Ακαδημίας Αθηνών και του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, καθώς και το επιστημονικό προσωπικό της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ε.Α.Γ.Μ.Ε.) του άρθρου 25 του ν. 4602/2019 (Α` 45), εφόσον διαθέτει διδακτορικό δίπλωμα και ερευνητική δραστηριότητα συναφή με το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής, καθώς και ομότιμοι και αφυπηρετήσαντες ερευνητές, με τις ίδιες ανωτέρω προϋποθέσεις, στ) καθηγητές ιδρυμάτων της αλλοδαπής και ερευνητές ερευνητικών οργανισμών της αλλοδαπής, και ζ) μέλη Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος του οικείου Τμήματος ή άλλων Τμημάτων του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι.».
Αξιοτιμε κ.Παπαιωαννου,
Με την παρούσα επιστολή καταθέτουμε τεκμηριωμένη πρόταση σχετικά με τη δυνατότητα θεσμοθέτησης διαδικασίας εξέλιξης μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού τίτλου (Δρ ΕΔΙΠ) σε θέσεις μελών ΔΕΠ, κατόπιν αξιοκρατικής κρίσης.
Η υφιστάμενη νομοθεσία για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα δεν προβλέπει ρητά δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ σε βαθμίδες ΔΕΠ, παρά το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός αυτών διαθέτει πλήρη επιστημονικά και ερευνητικά προσόντα, ισοδύναμα με εκείνα των μελών ΔΕΠ. Στην πράξη, πολλοί Δρ ΕΔΙΠ επιτελούν ουσιαστικό διδακτικό έργο σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, συμμετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα, δημοσιεύουν σε διεθνή περιοδικά με κριτές και συμβάλλουν ενεργά στη διεθνή κατάταξη και ακαδημαϊκή παρουσία των Ιδρυμάτων.
Η μη ύπαρξη θεσμικής δυνατότητας αξιοκρατικής ένταξης σε θέσεις ΔΕΠ δημιουργεί μια δομική ασυμμετρία μεταξύ προσόντων και υπηρεσιακής εξέλιξης, η οποία δεν συνάδει με τις αρχές της ισονομίας, της αξιοκρατίας και της ακαδημαϊκής κινητικότητας που διέπουν τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Κατανοούμε ότι το ζήτημα χαρακτηρίζεται «σύνθετο», καθώς εμπλέκονται, πέραν του Υπουργείου Παιδείας, το Υπουργείο Εσωτερικών και το Υπουργείο Οικονομικών λόγω οργανικών και δημοσιονομικών παραμέτρων. Ωστόσο, το αίτημα δεν αφορά αυτοματοποιημένη μετατροπή θέσεων ούτε μαζική ανακατάταξη ακαδημαϊκού προσωπικού, αλλά τη θεσμοθέτηση δυνατότητας συμμετοχής σε διαδικασία κρίσης υπό τα ίδια ακαδημαϊκά κριτήρια που ισχύουν για την εκλογή νέων μελών ΔΕΠ.
Μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε:
• Να προβλέπει ρητή δυνατότητα υποβολής αίτησης από Δρ ΕΔΙΠ για δυνατότητα εξέλιξης σε θέση ΔΕΠ,
• Να διασφαλίζει πλήρη συγκριτική αξιολόγηση από εκλεκτορικά σώματα,
• Να ενισχύει την ποιότητα και την ανταγωνιστικότητα των Ιδρυμάτων, αξιοποιώντας ήδη υπηρετούν ανθρώπινο δυναμικό υψηλών προσόντων.
Η διεθνής πρακτική στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια αναγνωρίζει τη δυνατότητα ακαδημαϊκής κινητικότητας και εξέλιξης βάσει αξιολόγησης και επιστημονικού έργου, στοιχείο που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της θεσμικής ωριμότητας των συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης.
Η θεσμοθέτηση μιας σαφούς, διαφανούς και αξιοκρατικής διαδικασίας δεν θα διαταράξει τη δημοσιονομική ισορροπία, αλλά θα ενισχύσει τη λειτουργικότητα, τη δικαιοσύνη και τη στρατηγική ανάπτυξη των Πανεπιστημίων.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η έναρξη θεσμικού διαλόγου μεταξύ των συναρμόδιων Υπουργείων και της πανεπιστημιακής κοινότητας, με στόχο την επεξεργασία ρύθμισης που θα συνδυάζει ακαδημαϊκή αξιοκρατία και δημοσιονομική ευθύνη.
Αξιοτιμε κ.Παπαιωαννου,
Με την παρούσα επιστολή καταθέτουμε τεκμηριωμένη πρόταση σχετικά με τη δυνατότητα θεσμοθέτησης διαδικασίας εξέλιξης μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού τίτλου (Δρ ΕΔΙΠ) σε θέσεις μελών ΔΕΠ, κατόπιν αξιοκρατικής κρίσης.
Η υφιστάμενη νομοθεσία για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα δεν προβλέπει ρητά δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ σε βαθμίδες ΔΕΠ, παρά το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός αυτών διαθέτει πλήρη επιστημονικά και ερευνητικά προσόντα, ισοδύναμα με εκείνα των μελών ΔΕΠ. Στην πράξη, πολλοί Δρ ΕΔΙΠ επιτελούν ουσιαστικό διδακτικό έργο σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, συμμετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα, δημοσιεύουν σε διεθνή περιοδικά με κριτές και συμβάλλουν ενεργά στη διεθνή κατάταξη και ακαδημαϊκή παρουσία των Ιδρυμάτων.
Η μη ύπαρξη θεσμικής δυνατότητας αξιοκρατικής ένταξης σε θέσεις ΔΕΠ δημιουργεί μια δομική ασυμμετρία μεταξύ προσόντων και υπηρεσιακής εξέλιξης, η οποία δεν συνάδει με τις αρχές της ισονομίας, της αξιοκρατίας και της ακαδημαϊκής κινητικότητας που διέπουν τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Κατανοούμε ότι το ζήτημα χαρακτηρίζεται «σύνθετο», καθώς εμπλέκονται, πέραν του Υπουργείου Παιδείας, το Υπουργείο Εσωτερικών και το Υπουργείο Οικονομικών λόγω οργανικών και δημοσιονομικών παραμέτρων. Ωστόσο, το αίτημα δεν αφορά αυτοματοποιημένη μετατροπή θέσεων ούτε μαζική ανακατάταξη ακαδημαϊκού προσωπικού, αλλά τη θεσμοθέτηση δυνατότητας συμμετοχής σε διαδικασία κρίσης υπό τα ίδια ακαδημαϊκά κριτήρια που ισχύουν για την εκλογή νέων μελών ΔΕΠ.
Μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε:
• Να προβλέπει ρητή δυνατότητα υποβολής αίτησης από Δρ ΕΔΙΠ για δυνατότητα εξέλιξης σε θέση ΔΕΠ,
• Να διασφαλίζει πλήρη συγκριτική αξιολόγηση από εκλεκτορικά σώματα,
• Να ενισχύει την ποιότητα και την ανταγωνιστικότητα των Ιδρυμάτων, αξιοποιώντας ήδη υπηρετούν ανθρώπινο δυναμικό υψηλών προσόντων.
Η διεθνής πρακτική στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια αναγνωρίζει τη δυνατότητα ακαδημαϊκής κινητικότητας και εξέλιξης βάσει αξιολόγησης και επιστημονικού έργου, στοιχείο που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της θεσμικής ωριμότητας των συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης.
Η θεσμοθέτηση μιας σαφούς, διαφανούς και αξιοκρατικής διαδικασίας δεν θα διαταράξει τη δημοσιονομική ισορροπία, αλλά θα ενισχύσει τη λειτουργικότητα, τη δικαιοσύνη και τη στρατηγική ανάπτυξη των Πανεπιστημίων.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η έναρξη θεσμικού διαλόγου μεταξύ των συναρμόδιων Υπουργείων και της πανεπιστημιακής κοινότητας, με στόχο την επεξεργασία ρύθμισης που θα συνδυάζει ακαδημαϊκή αξιοκρατία και δημοσιονομική ευθύνη.
Η δυνατότητα εξέλιξης των κατόχων διδακτορικού τίτλου που υπηρετούν ως ΕΔΙΠ στα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα αποτελεί ζήτημα θεσμικής συνέπειας, ακαδημαϊκής λογικής και ευρωπαϊκής εναρμόνισης. Η ύπαρξη προσωπικού με πλήρη επιστημονικά προσόντα –συμπεριλαμβανομένου του διδακτορικού– το οποίο ασκεί ουσιαστικό διδακτικό και συχνά ερευνητικό έργο, χωρίς προβλεπόμενη δυνατότητα εξέλιξης, δημιουργεί μια εμφανή ασυμμετρία στο ακαδημαϊκό σύστημα.
Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπως διαμορφώνεται στο πλαίσιο του European Higher Education Area, η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία οργανώνεται με βάση πολυεπίπεδα και διακριτά μονοπάτια εξέλιξης. Οι κάτοχοι διδακτορικού δύνανται να εξελίσσονται είτε σε διδασκαλοκεντρικές (teaching track) είτε σε ερευνητικές (research track) διαδρομές, κατόπιν αξιολόγησης με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται και από τις κατευθύνσεις της European Commission και της European University Association, οι οποίες προωθούν την ύπαρξη σαφών και ανοιχτών μηχανισμών ακαδημαϊκής ανέλιξης, αποφεύγοντας θεσμικά «αδιέξοδα καριέρας».
Η μη πρόβλεψη δυνατότητας εξέλιξης για τους Δρ ΕΔΙΠ αντιβαίνει σε βασικές αρχές της αξιοκρατίας και της ίσης μεταχείρισης προσώπων με ισοδύναμα επιστημονικά προσόντα. Επιπλέον, αποδυναμώνει τα κίνητρα αριστείας, περιορίζει την παραγωγή ερευνητικού έργου και ενδέχεται να ενισχύσει τη διαρροή επιστημονικού δυναμικού προς άλλα ακαδημαϊκά συστήματα που προσφέρουν προοπτική εξέλιξης.
Από λειτουργική άποψη, η θεσμοθέτηση δυνατότητας εξέλιξης δεν συνιστά αυτόματη ή άκριτη μεταβολή βαθμίδας, αλλά μπορεί να βασίζεται σε αυστηρή και ανοιχτή διαδικασία κρίσης, με κριτήρια αντίστοιχα εκείνων που ισχύουν για την εκλογή μελών ΔΕΠ (επιστημονικό έργο, διδακτική εμπειρία, συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα, ακαδημαϊκή συνεισφορά). Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ποιότητα και παράλληλα αίρεται η θεσμική ανισορροπία.
Η δυνατότητα εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ δεν αποτελεί απλώς ζήτημα υπηρεσιακής μεταβολής· συνιστά αναγκαία προσαρμογή του ελληνικού πανεπιστημίου στις αρχές της ευρωπαϊκής ανώτατης εκπαίδευσης, ενισχύει την ακαδημαϊκή συνοχή και συμβάλλει στην αναβάθμιση της ποιότητας σπουδών και έρευνας. Η πρόβλεψη θεσμικού πλαισίου αξιολογικής εξέλιξης θα εναρμονίσει την Ελλάδα με την ευρωπαϊκή πρακτική και θα αποκαταστήσει την αρχή της ίσης ευκαιρίας ακαδημαϊκής ανέλιξης για όλους τους κατόχους διδακτορικού που υπηρετούν στα ΑΕΙ.
Χαιρετίζω την άρση της απαγόρευσης, η οποία αποκαθιστά το δικαίωμα της διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση από κατόχους διδακτορικού τίτλου που εργάζονται στο Δημόσιο, καθώς και την ορθή επέκταση της ρύθμισης στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με τα αντίστοιχα προσόντα.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης απαγόρευσης:
Α. Μέριμνα για την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης επιστημόνων που απέκτησαν διδακτορικό τίτλο μετά το 2013 και αποκλείστηκαν επί τρία ακαδημαϊκά έτη (2023-2026) από προκηρύξεις ΕΣΠΑ για την απόκτηση αυτοδύναμης διδακτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα είτε την απώλεια της ιδιότητας του «νέου επιστήμονα» είτε τη σημαντική συρρίκνωση του σχετικού χρονικού περιθωρίου.
Β. Επανεξέταση της προτεινόμενης ρύθμισης περί μερικής απασχόλησης, καθώς παραμένει ασαφής η βάση αναφοράς του υπολογισμού της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ερμηνευτικές αποκλίσεις και άνιση εφαρμογή μεταξύ φορέων. Αντιθέτως, η πρόβλεψη της δυνατότητας της πλήρους απασχόλησης, οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, συνιστά μια αναγκαία συμμόρφωση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διασφαλίζοντας την επαγγελματική ελευθερία και την αξιοκρατική πρόσβαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να εξετάσει τα παραπάνω, ώστε η θετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία να συνοδευτεί από πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των συνεπειών της προηγούμενης ρύθμισης.
@24 Φεβρουαρίου 2026, 23:37 | ΕΔΙΠ
Προφανώς, όταν είναι αντιπολίτευση λένε ότι θα το κάνουν, όταν γίνονται κυβέρνηση «δεν είναι του παρόντος». Όλες οι κυβερνήσεις.
Η πρόβλεψη δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης για τα μέλη Δρ ΕΔΙΠ που διαθέτουν διδακτορικό τίτλο, υψηλή ερευνητική παραγωγή και ασκούν αποδεδειγμένα αυτοδύναμο διδακτικό έργο αποτελεί θεσμικά αναγκαία μεταρρύθμιση, πλήρως εναρμονισμένη με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και τη διεθνή επιστημονική τεκμηρίωση.
Σύμφωνα με αναλύσεις της European University Association, τα σύγχρονα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια υιοθετούν διαφανή συστήματα ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας, στα οποία η εξέλιξη βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια (ποιότητα καινοτόμου διδασκαλίας, δημοσιεύσεις με κριτές, συμμετοχή σε ερευνητικά έργα, διεθνής δραστηριότητα). Η σύνδεση απόδοσης και θεσμικής αναγνώρισης θεωρείται κρίσιμος παράγοντας ποιότητας και βιωσιμότητας των Ιδρυμάτων.
Παράλληλα, στο πλαίσιο του European Higher Education Area, όπως διαμορφώθηκε μέσα από τη Bologna Process, προωθείται η διαφάνεια στα επαγγελματικά προσόντα, η κινητικότητα και η αναγνώριση ακαδημαϊκής εμπειρίας βάσει έργου και όχι αποκλειστικά βάσει αρχικής κατηγορίας ένταξης. Η αρχή αυτή αποτυπώνεται και στο European Qualifications Framework, το οποίο συνδέει τα προσόντα με μαθησιακά αποτελέσματα και αποδεδειγμένες ικανότητες.
Η διεθνής έρευνα στη διοίκηση της ανώτατης εκπαίδευσης καταδεικνύει ότι η ύπαρξη προβλέψιμων και αξιοκρατικών διαδρομών εξέλιξης:
•αυξάνει την ποιότητα διδασκαλίας και τη φοιτητοκεντρική προσέγγιση,
•ενισχύει την ερευνητική παραγωγικότητα,
•περιορίζει τη θεσμική αποεπένδυση και τη διαρροή επιστημονικού δυναμικού,
•βελτιώνει τους δείκτες διεθνοποίησης των Ιδρυμάτων.
Στα περισσότερα ευρωπαϊκά συστήματα (Γερμανία, Ολλανδία, Σκανδιναβικές χώρες, Ηνωμένο Βασίλειο) προβλέπονται δομημένες βαθμίδες εξέλιξης για προσωπικό που επιτελεί αυτοδύναμο διδακτικό και ερευνητικό έργο, μέσω αξιολόγησης με σαφή κριτήρια. Η απουσία αντίστοιχης πρόβλεψης στο ελληνικό πλαίσιο δημιουργεί ασυμμετρία μεταξύ πραγματικού ακαδημαϊκού έργου και θεσμικής αναγνώρισης.
Σε εθνικό επίπεδο, η απουσία δυνατότητας εξέλιξης για Δρ ΕΔΙΠ εγείρει ζητήματα συμβατότητας με:
•Άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος: αρχή της ισότητας, που επιβάλλει όμοια μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες ουσιαστικές συνθήκες (όταν δηλαδή επιτελείται αντίστοιχο διδακτικό και ερευνητικό έργο).
•Άρθρο 16 του Συντάγματος: υποχρέωση της Πολιτείας να διασφαλίζει υψηλού επιπέδου δημόσια ανώτατη εκπαίδευση και να αξιοποιεί το επιστημονικό δυναμικό της χώρας.
•Αρχή της αξιοκρατίας, ως γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, που επιβάλλει σύνδεση προσόντων, έργου και θεσμικής εξέλιξης.
Η θέσπιση δυνατότητας εξέλιξης για Δρ ΕΔΙΠ, με αυστηρά και αντικειμενικά κριτήρια, δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση, αλλά εφαρμογή των αρχών αξιοκρατίας, διαφάνειας και ορθολογικής διαχείρισης ανθρώπινου κεφαλαίου, όπως αυτές εφαρμόζονται στον ευρωπαϊκό ακαδημαϊκό χώρο.
Συγχαρητήρια στο Υπουργείο για την πρωτοβουλία ανασύστασης της Επιτροπής Αθλητισμού Α.Ε.Ι., μια αναγκαία θεσμική παρέμβαση που μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη του πανεπιστημιακού αθλητισμού, ο οποίος διαχρονικά παραμένει υποστηριζόμενος σε περιορισμένο βαθμό.
Θετική είναι η κατεύθυνση ενσωμάτωσης των καθηγητων Φυσικής Αγωγής των Α.Ε.Ι. διαθέτουν υψηλά προσόντα και ουσιαστικό ρόλο στο εκπαιδευτικό και κοινωνικό έργο των ιδρυμάτων.Η προβλεπόμενη αναλογία εκπροσώπων κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, διασφαλίζοντας θεσμική ισορροπία και λειτουργικότητα.
Παρατηρήσεις επί του Άρθρου 91.
Ο πανεπιστημιακός αθλητισμός δεν εξαντλείται στον αγωνιστικό αθλητισμό υψηλού επιπέδου. Απαιτεί σταθερή χρηματοδότηση και για την υποστήριξη της καθημερινής άθλησης των φοιτητών και όχι μόνο της εκπροσώπησης σε εξωτερικές διοργανώσεις.
Η προβλεπόμενη αναλογία εκπροσώπων στην Επιτροπή κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, διασφαλίζοντας ισορροπία θεσμικής εκπροσώπησης και λειτουργικότητας.
Αξιολογείται θετικά η προσπάθεια ενσωμάτωσης γυμναστών υψηλού επιπέδου και επιστημονικά καταρτισμένου προσωπικού στη δομή του πανεπιστημιακού αθλητισμού.Η αξιοποίηση αυτού του ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί βασικό πυλώνα για τη βιωσιμότητα και αναβάθμιση του θεσμού.