Άρθρο 01 – Σκοπός

Με την παρούσα απόφαση ορίζεται το Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας (Εθνική Στρατηγική για τα Δάση, ΕΣΔ), με το οποίο καθορίζονται οι αρχές και οι κατευθύνσεις της δασικής πολιτικής για την περίοδο 2018-2038, προσδιορίζονται συγκεκριμένοι στόχοι της πολιτικής αυτής, καθώς και οι αναγκαίοι πόροι και τα μέσα εφαρμογής της.

  • 19 Σεπτεμβρίου 2018, 13:14 | env 180818
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Όλες οι θέσεις φορέων που κατατέθηκαν στην επίσημη διεύθυνση ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της διαβούλευσης (διαθέσιμη από τον Απρίλιο) nfs@ypeka.gr έχουν αναρτηθεί στη σχετική ιστοσελίδα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Δυστυχώς σε αυτή τη διεύθυνση δεν παραλάβαμε το έγγραφο που αναφέρετε.
    Επίσης, το έγγραφο δεν παρελήφθη από τη Γραμματεία του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και αντίστοιχα από τη Γραμματεία της Προέδρου της Μόνιμης Ειδικής Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων.

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Θέσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος για το Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας 2018-2038 (Εθνική Στρατηγική για τα Δάση.

    (Σχόλιο στο άρθ.1)

    Α) Το υπό δημόσια διαβούλευση σχέδιο Υπουργικής Απόφασης στερείται εξουσιοδοτικού ερείσματος. Και τούτο διότι η παρ. 1β του άρθρου 60 του ν. 4280/2014 αποτελεί απλή εξαγγελία της πρόθεσης του νομοθέτη για την κατάρτιση, με ευθύνη του Υπουργού Περιβάλλοντος, Σχεδίου Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας και δεν παρέχει εξουσιοδότηση για την σύνταξή του. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να παρέχει τέτοια εξουσιοδότηση ούτε καν για την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος, πολλώ δε μάλλον Υπουργικής Απόφασης, εφόσον ο ίδιος ο νόμος δεν καταστρώνει τις γενικές κατευθύνσεις, προϋποθέσεις κ.λπ. που απαιτούνται για να τεθεί σε εφαρμογή το άρθρο 43 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος. Ούτε εξάλλου η παρ. 3 του ίδιου άρθρου 60, την οποία επίσης επικαλείται στο προοίμιό της η Υπουργική Απόφαση, μπορεί να αποτελέσει εξουσιοδοτικό έρεισμα αυτής, αφού αυτή αναθέτει στον Υπουργό τον καθορισμό λεπτομερειών και όχι την σύνταξη αυτού καθεαυτού του Στρατηγικού Σχεδίου, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.

    Β) Σε κάθε περίπτωση πάντως, η κατάρτιση Στρατηγικού Σχεδίου για τη δασοπονική εκμετάλλευση των δασών της χώρας προϋποθέτει ότι έχει ολοκληρωθεί η κατάρτιση του δασολογίου, εφόσον αυτό και μόνο καθορίζει, κατά το Σύνταγμα, ποιες ακριβώς εκτάσεις αποτελούν δάσος και, άρα, επί ποίου δάσους θα λάβει χώρα η δασοπονική εκμετάλλευση.

    Γ) Με τα δεδομένα αυτά, επισημαίνεται ότι η προβλεπόμενη από τον αποκαλούμενο Οριζόντιο Άξονα 2 «απογραφή» αποτελεί απόπειρα παράκαμψης και καταστρατήγησης της συνταγματικής υποχρέωσης του κράτους για σύνταξη Δασολογίου. Απογραφή (έστω και όσον αφορά τα ειδικότερα χαρακτηριστικά ή την κατάσταση κάθε δάσους) δεν είναι νοητή, αν προηγουμένως δεν έχει καθοριστεί από το δασολόγιο ποια ακριβώς είναι και ποια δεν είναι δάση. Σε διαφορετική περίπτωση, η λεγόμενη «απογραφή», της οποίας ούτε η νομική σχέση με το δασολόγιο, ούτε η διαδικασία και τα όργανα προβλέπονται από την Υπουργική Απόφαση (η οποία, αντίθετα, προβλέπει την αμφιβόλου συνταγματικότητος συμμετοχή κάθε είδους φορέων, ιδιωτών, ΜΚΟ κ.ο.κ.), θα καταλήξει να λειτουργεί ως ένα πρόχειρο και άτυπο οιονεί δασολόγιο, το οποίο θα χρησιμοποιείται όμως περαιτέρω ως βάση για τον σχεδιασμό και την εκτέλεση διαφόρων μορφών επεμβάσεων στα δάση. Τέτοιες επεμβάσεις, όπως προβλέπει το ίδιο το Σχέδιο, μπορεί να περιλαμβάνουν ακόμη και ικανοποίηση πιέσεων για αλλαγή χρήσεων γης, οι οποίες όχι μόνο δεν αποκρούονται από το Σχέδιο, αλλά αναγνωρίζονται και προωθούνται με «κατάλληλες πολιτικές» που «αξιοποιούν» (χωρίς να δεσμεύονται!) το δασολόγιο, οψέποτε αυτό ήθελε καταρτισθεί.

    Γεώργιος Χριστοφορίδης,
    Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος

  • 14 Σεπτεμβρίου 2018, 16:10 | Επιτροπή Φύση 2000
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Πριν μερικούς μήνες ο Αναπληρωτής Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μαζί με την Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων, ανέλαβε την πρωτοβουλία να διαμορφωθεί Εθνική Στρατηγική για τα Δάση. Στη διαδικασία που ακολούθησε για την κατάρτισή της συστάθηκε ομάδα εργασίας, στην οποία ο εμπειρογνώμονας στο γνωστικό αντικείμενο της Δασοπονίας και μέλος της Επιτροπής Φύση 2000 κ. Τσιριπίδης Ιωάννης, προσκλήθηκε να συμμετάσχει ως εκπρόσωπος της Επιτροπής Φύση 2000. Συνεπώς, η Επιτροπή Φύση 2000 έχει παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς και έχει συμβάλει στη διαμόρφωση του σχεδίου της Στρατηγικής.

    Kατά την 7η συνεδρία της Επιτροπής Φύση 2000, στις 19 Ιουλίου 2018, που συγκλήθηκε στις εγκαταστάσεις του ΥΠΕΝ, τα μέλη της Επιτροπής Φύση 2000 αντάλλαξαν απόψεις και παρατηρήσεις επί του πρώτου σχεδίου της Εθνικής Στρατηγικής που παρουσιάστηκε στην Επιτροπή Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων και αναρτήθηκε στη σχετική ιστοσελίδα του Υπουργείου σας (http://www.ypeka.gr/Default.aspx?tabid=951&language=el-GR). Στη συνεδρίαση αποφασίστηκε ότι η Επιτροπή Φύση 2000, πιστή στον ρόλο της ως «κεντρικό επιστημονικό γνωμοδοτικό όργανο του Κράτους για το συντονισμό, την παρακολούθηση και αξιολόγηση των πολιτικών και μέτρων προστασίας της ελληνικής βιοποικιλότητας» (άρθρο 19 παρ. 2, ν. 3937/2011), θα συμμετάσχει στη δημόσια διαβούλευση επί του τελικού κειμένου, μεταφέροντας τις απόψεις και παρατηρήσεις των μελών της, λαμβάνοντας υπόψη τις αλλαγές που έγιναν πριν τεθεί το προτεινόμενο κείμενο στη διαβούλευση.

    Γενικές παρατηρήσεις

    Η απόφαση της πολιτείας να διαμορφώσει μία εθνική στρατηγική για τα δάση, υλοποιώντας την πρόβλεψη διαμόρφωσης Σχεδίου Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας της Χώρας , αποτελεί μία σημαντική θετική εξέλιξη. Η Στρατηγική με τους 7 οριζόντιους και κάθετους άξονες δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο πλέγμα για την προστασία και διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων της χώρας με ορίζοντα 20ετίας. Το σχέδιο παρουσιάζει πολλά θετικά στοιχεία, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η αναγνώριση της πολυλειτουργικότητας των μεσογειακών δασικών οικοσυστημάτων και της συμβολής τους τόσο στον μετριασμό όσο και στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, η δέσμευση για αναθεωρημένες προδιαγραφές των δασικών διαχειριστικών μελετών και σχεδίων, η προώθηση της πιστοποίησης της διαχείρισης των δασών και των δασικών προϊόντων, ξυλωδών ή μη, η βελτίωση των υπηρεσιακών δομών μέσω της διεπιστημονικότητας και των ανοιχτών και συμμετοχικών διαδικασιών.

    Ειδικότερα αναφορικά με το όραμα αλλά και συνολικά τις κατευθύνσεις που δίνει η Εθνική Στρατηγική, από την ανάγνωση της Στρατηγικής καθίσταται σαφής η προτεραιότητα που δίνεται στην τόνωση του τομέα της δασοπονίας, που είναι ένας κλάδος με δυναμική στην Ελλάδα που έχει σε μεγάλο βαθμό ατονήσει, και συνολικά στην αύξηση της συνδρομής των δασικών οικοσυστημάτων στην οικονομία. Παρά τις αναφορές στην αειφορία και τη πολυλειτουργικότητα των δασικών οικοσυστημάτων, είναι απαραίτητο η προτεραιότητα της «συνεισφοράς των δασικών οικοσυστημάτων στην οικονομία» να εξισορροπήσει με την ανάγκη προστασίας των δασικών μεσογειακών οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας της χώρας, βασισμένη στο προοδευτικό πλαίσιο που διέπει την προστασία των δασών ήδη από το Σύνταγμα καθώς και τις διαπιστώσεις της επιστήμης για την ανάγκη μίας ολιστικής προσέγγισης στη διαχείριση των δασών, ακόμα και των πλέον παραγωγικών. Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται το όραμα της Εθνικής Στρατηγικής να συμπληρωθεί ως εξής:
    «»Εξασφάλιση της προστασίας και [α]»ύξηση της συνεισφοράς των δασικών οικοσυστημάτων στην οικονομία της χώρας μέσω της αειφορίας, της πολυλειτουργικότητας, της προσαρμοστικότητας και της ενίσχυσης του κοινωνικοοικονομικού τους ρόλου, υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής.»

    Παρά το γεγονός ότι στη Στρατηγική ορίζεται άξονας με τίτλο «Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Πολιτικές» δεν διαφαίνεται η σύνδεση των στόχων και των κατευθύνσεων δράσεων της Εθνικής Στρατηγικής για τα Δάση με τη Νέα Στρατηγική για τα Δάση στην Ε.E., αλλά και με το Στρατηγικό Σχέδιο του ΟΗΕ για τα Δάση 2017-2030 το οποίο έχει πλέον εγκριθεί. Είναι, συνεπώς, σκόπιμο να υπάρξει μία πιο ευδιάκριτη και σαφής σύνδεση, πιθανά σε μορφή πίνακα, ώστε να αποτυπωθεί η συμβολή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή και διεθνή προσπάθεια προστασίας και αειφορικής διαχείρισης των δασών.
    Στην ίδια κατεύθυνση προτείνεται να υπάρξει μία στενότερη σύνδεση του οριζόντιου άξονα 2 «Απογραφής-Παρακολούθησης των δασών» με τις ευρωπαϊκές ή διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Συγκεκριμένα, απαιτείται η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος απογραφής-παρακολούθησης που θα εξυπηρετεί ταυτόχρονα σκοπούς παραγωγής και προστασίας όπως προκύπτουν από διαφορετικές δεσμεύσεις της χώρας. Με αυτόν τον τρόπο μόνο μπορούν να προκύψουν ολοκληρωμένες διαχειριστικές λύσεις που θα εξυπηρετούν πολλαπλούς στόχους, π.χ. παραγωγή προϊόντων και προστασία-διατήρηση δασικών οικοσυστημάτων. Για παράδειγμα, η απογραφή της εξάπλωσης των δασικών τύπων βλάστησης θα πρέπει να διακρίνει και τους διαφορετικούς τύπους οικοτόπων σύμφωνα με την Οδηγία για τους Οικοτόπους (92/43/ΕΟΚ) καθώς έτσι με μια μικρή αύξηση στο κόστος της απογραφής θα είναι δυνατόν να εξυπηρετηθούν πολλαπλές υποχρεώσεις της χώρας, σχετικά με την παρακολούθηση της κατάστασης προστατευόμενων οικοτόπων, αλλά και να παραχθούν δεδομένα που μπορούν να οδηγήσουν σε ολοκληρωμένες διαχειριστικές λύσεις. Επιπλέον, η διάκριση των τύπων των οικοτόπων θα οδηγήσει στην αποφυγή αλλοίωσης τύπων οικοτόπων, η οποία μπορεί να προέλθει από άστοχες επεμβάσεις διαχείρισης ή/και αποκατάστασης.

    Αντίστοιχα θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη για τη συνοχή της περιβαλλοντικής πολιτικής της χώρας, η Εθνική Στρατηγική για τα Δάση να περιλαμβάνει ενότητα με τις συνδέσεις που αυτή έχει με συναφείς στρατηγικές της χώρας που έχουν ήδη εγκριθεί και συγκεκριμένα με την Εθνική Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα και την Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή.

    Μία ακόμα επισήμανση της Επιτροπής Φύση 2000 αφορά την ελάχιστη αναφορά που γίνεται στη Στρατηγική στην ανάγκη ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και κινητοποίησης των πολιτών αναφορικά με τις αξίες των μεσογειακών δασικών οικοσυστημάτων και τις ανάγκες προστασίας και αειφορικής διαχείρισης τους, καθώς και των κατευθύνσεων των δράσεων που πρέπει να υλοποιηθούν ώστε η ανάγκη αυτή να καλυφθεί και οι αντίστοιχοι στόχοι να επιτευχθούν.

    Κλείνοντας με κάποιες πιο ειδικές παρατηρήσεις, προς αποφυγή παρεξήγησης της έννοιας της «βελτιστοποίησης οικοσυστημικών λειτουργιών» του κάθετου άξονα 3, θεωρείται σκόπιμο να προστεθεί ο ακόλουθος ορισμός στη σχετική ενότητα της Στρατηγικής «Βελτιστοποίηση είναι η διαδικασία κατά την οποία αξιολογείται η υπάρχουσα κατάσταση, τίθενται συγκεκριμένοι στόχοι, αποφασίζονται και εφαρμόζονται συγκεκριμένα μέτρα και γίνεται παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων ως προς την επίτευξη των στόχων και τη βελτίωση ή διατήρηση στο επιθυμητό της υπάρχουσας κατάστασης. Η βελτιστοποίηση είναι διαδικασία κυκλική (επαναλαμβανόμενη στο χρόνο), εφαρμόζεται όταν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν είναι με απόλυτη σαφήνεια γνωστό ή δεν είναι σταθερό στο χρόνο και τον χώρο, βασίζεται στα αποτελέσματα της παρακολούθησης και στη διαρκή (σε κάθε επανάληψη) ρύθμιση-διόρθωση των στόχων και των μέτρων και οδηγεί σταδιακά στο βέλτιστο αποτέλεσμα και στη μείωση της διακινδύνευσης-ανασφάλειας».

    Από τον άξονα αυτόν και συνολικά από τη Στρατηγική απουσιάζει (πέρα από κάποιες σποραδικές αναφορές) η έννοια της αποκατάστασης των δασικών οικοσυστημάτων με βάση τις αρχές της οικολογίας, θεωρίας και πράξης. Η οικολογική αποκατάσταση των μεσογειακών δασικών οικοσυστημάτων ωστόσο είναι απαραίτητη, τόσο ως ανταπόκριση μετά από καταστροφές, πυρκαγιές, αλλαγές χρήσεων γης, κοκ, όσο και ως μέτρο πρόληψης για πιθανές μελλοντικές απειλές, καθώς διασφαλίζει την υγεία των δασικών οικοσυστημάτων και των λειτουργιών τους , αλλά και ενισχύει τις δυνατότητες προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή (π.χ. με τη δημιουργία οικολογικών διαδρόμων). Η επιλογή των δασικών ειδών για την οικολογική αποκατάσταση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο το οικολογικό ιστορικό των περιοχών όσο και το βιοκλίμα, καθώς επίσης και το επίπεδο (ή καλύτερα: συμπεριλαμβανομένου και του επιπέδου) επικινδυνότητας πυρκαγιάς, ειδικά κοντά σε κατοικημένες περιοχές.

    Παράλληλα, στην Εθνική Στρατηγική δεν γίνεται αναφορά στον ρόλο των δασικών φυτωρίων και στη λειτουργία τράπεζας σπερμάτων, γεγονός που θα πρόσθετε συνοχή και με την Εθνική Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα. Οι πληθυσμοί των δασικών φυτικών ειδών της χώρας χαρακτηρίζονται από πολύ υψηλή γενετική ποικιλότητα που αντιστοιχεί και σε μεγάλη ποικιλότητα οικολογικών προσαρμογών. Η διατήρηση του γενετικού υλικού των δασικών φυτικών ειδών, ανά διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές της χώρας, σε φυτώρια ή και τράπεζες σπερμάτων, είναι υψηλής προτεραιότητας για την αποκατάσταση μετά από καταστροφές ή την κατασκευή τεχνικών έργων. Η χρήση αυτόχθονου γενετικού υλικού σε αναδασώσεις, είναι απολύτως αναγκαία για τη διατήρηση της γενετικής ποικιλότητας των πληθυσμών των δασικών ειδών και την επιτυχή αποκατάσταση, λόγω της προσαρμοστικότητας του αυτόχθονου γενετικού υλικού στις τοπικές οικολογικές συνθήκες. Επιπλέον, η διατήρηση του γενετικού υλικού των δασικών ειδών, μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, αλλά και την αποφυγή εισαγωγής ξένων προς τα οικοσυστήματα φυτοπαθογόνων μέσω της χρήσης μη αυτόχθονου φυτικού υλικού. Θα πρέπει να ενισχυθούν οι υπάρχουσες δομές δασικών φυτωρίων, που έχουν ατονήσει σε μεγάλο βαθμό τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και να δημιουργηθούν νέες δομές, με κύριο σκοπό τη διατήρηση του γενετικού υλικού των δασικών ειδών και τη χρήση αυτόχθονου υλικού σε έργα αποκατάστασης. Επιπλέον, θα πρέπει να θεσμοθετηθεί η χρήση αποκλειστικά αυτόχθονου γενετικού υλικού σε έργα αποκατάστασης, εκτός εξαιρέσεων όπου η παραπάνω χρήση δεν είναι δυνατή ή η χρήση μη αυτόχθονου υλικού μπορεί να θεωρείται ευνοϊκή για λόγους βιοποικιλότητας, είναι σύμφωνη με διεθνείς προδιαγραφές και τεκμηριώνεται με σχετικές γενετικές μελέτες.

    Επιπρόσθετα, εντύπωση μη δικαιολογημένης αντιμετώπισης ενός υποσυνόλου των εμπλεκομένων στη χρήση των δασών, προκαλεί το γεγονός ότι ενώ η θήρα περιλαμβάνεται στον κατάλογο δράσεων δασικής αναψυχής, αναγνωρίζεται και ως «εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης». Η αναγνώριση αυτή είναι ασυνεπής με το γεγονός ότι η θήρα αποτελεί μία δραστηριότητα που πραγματοποιείται στα δασικά οικοσυστήματα, όπως τόσες άλλες και σε καμία περίπτωση η δραστηριότητα αυτή αναψυχής δεν πρέπει να συγχέεται με την ανάγκη διαχείρισης πληθυσμών άγριας ζωής, που βασίζεται σε τεκμηριωμένη και εμπεριστατωμένη μελέτη και σχεδιασμό. Η τυχόν τεκμηριωμένη ανάγκη ελέγχου του πληθυσμού ενός υπεράριθμου ή εισβολικού είδους, εφαρμόζεται πάντα με προσεκτικά σχεδιασμένες μεθόδους και ειδικευμένο προσωπικό που ενεργεί με συγκεκριμένο σχέδιο και οδηγίες και όχι γενικά από τη θηρευτική δραστηριότητα. Το παραπάνω δεν σημαίνει ότι οι κυνηγοί δεν αναγνωρίζονται ως εμπλεκόμενοι φορείς που επηρεάζουν και επηρεάζονται από την προστασία και τη διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων καθώς και ότι μπορούν να συνδράμουν στην επίτευξη των στόχων προστασίας και διαχείρισης, πάντα στο πλαίσιο επιστημονικά σχεδιασμένων διαχειριστικών δράσεων.

    Τέλος, το σχέδιο της Στρατηγικής προσδιορίζει όραμα, γενικούς στόχους, κατευθύνσεις δράσεων και δείκτες. Παράλληλα το σχέδιο της Στρατηγικής προβλέπει το περιεχόμενο του Σχεδίου Δράσης για τα Δάση (ΣΔΔ), το οποίο ωστόσο δεν διαμορφώνεται σε αυτή τη φάση αλλά παραπέμπεται στο μέλλον, χωρίς ωστόσο να ορίζεται προθεσμία κατάρτισής του, ούτε και ποιος έχει την ευθύνη εκπόνησης, έγκρισης και θεσμοθέτησης του. Το ΣΔΔ αποτελεί ένα κρίσιμο επιχειρησιακό εργαλείο για την εφαρμογή και υλοποίηση της Στρατηγικής και συνεπώς η ολοκλήρωση του θα πρέπει να επιταχυνθεί ώστε να θεσπιστεί το συντομότερο. Το πρότυπο της Εθνικής Στρατηγικής για τη Βιοποικιλότητα, που συνοδεύεται από Σχέδιο Δράσης, είναι πιθανώς χρήσιμο. Πρόταση της Επιτροπής Φύση 2000, επίσης, είναι το ΣΔΔ να έχει 10ετή αντί για 5ετή διάρκεια, αναγνωρίζοντας ότι τα δάση είναι συστήματα που αντιδρούν αργά.

  • 14 Σεπτεμβρίου 2018, 00:04 | ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΧΑΛΑΣΤΡΑΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Αξιότιμε κ. Υπουργέ
    Οι αποφάσεις που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον μπορεί να έχουν μακροχρόνιες και ευρείας έκτασης συνέπειες που συχνά δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν ή να εκτιμηθούν. Βασικοί παράμετροι της σωστής απόφασης είναι η διαδικασία λήψης και το επιθυμητό αποτέλεσμα.
    Στην προκειμένη περίπτωση στο άρθρο 3 παρ. 2 – Μεσογειακή Δασοπονία του Σχεδίου Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας 2018-2038 (Εθνική Στρατηγική για τα Δάση) – αναφέρεται η αναγνώριση του ρόλου της θήρας ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης, που έχει ως σκοπό την ορθολογική χρήση δασικών – φυσικών πόρων, δηλαδή η αειφορική εκμετάλλευση προς όφελος του ανθρώπου κατά τρόπο συμβατό με τη διατήρηση των φυσικών ιδιοτήτων του οικοσυστήματος.
    Ένας φυσικός πόρος είναι οι πληθυσμοί της πανίδας και ειδικότερα η πληθυσμοί των θηραματικών ειδών και μία χρήση του οποίου εδώ και χιλιετίες είναι η θήρα. Αρχαιολογικά ευρήματα έργων τέχνης που χρονολογούνται πριν το 1300 π.Χ., μαρτυρούν την εφευρετικότητα των κυνηγών στην προσπάθειά τους να θηρεύσουν ζώα και πτηνά της άγριας πανίδας.
    Από τις αρχές του 17ου αιώνα η σταδιακή βελτίωση των πυροβόλων όπλων οδήγησε στο σημερινό τρόπο διεξαγωγής της θήρας. Στις αρχές του 20ου αιώνα πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες έρευνες και στο δεύτερο μισό του αιώνα τέθηκαν οι βάσεις για την επιστημονική διαχείριση της θήρας και αναπτύχθηκαν διεθνείς συνεργασίες. Η θήρα στα δάση σήμερα, μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς επιπτώσεις στην πτηνοπανίδα κάτω από επιστημονικό σχεδιασμό, και έχει αναγνωριστεί από την επιστημονική κοινότητα ως η αειφορική ανάπτυξη του φυσικού περιβάλλοντος, των δασών και ως διαχειριστικό μέτρο.
    Αντίθετα, μερικοί αντιμετωπίζουν τη θήρα ως παράγοντα μείωσης της πτηνοπανίδας καθώς δεν αντιλαμβάνονται τη διαφορά της θήρας από την υπερθήρευση και τη λαθροθήρα όπως και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, και η πίεση των αντικυνηγών για περιορισμό της θήρας συνεχώς αυξάνεται. Για το ζήτημα της προστασίας της άγριας πανίδας δημιουργήθηκε μια σημαντική διαμάχη στις αρχές του 20ου αιώνα, η άποψη που επικράτησε για τη θήρα ήταν ότι η προστασία επιτυγχάνεται με τη διαχείριση και όχι με την ολική απαγόρευση.
    Από την αρχή της ύπαρξης του ανθρώπου οι κυνηγότοποι και η άγρια πανίδα προηγούνταν του κυνηγού και τον βοήθησαν να επιβιώσει. Σήμερα, και ο κυνηγός φροντίζει για τον κυνηγότοπο και την άγρια πανίδα. Οι κυνηγοί ήταν οι πρώτοι που ζήτησαν την εφαρμογή κανόνων για τη θήρα στην Ελλάδα και αντέδρασαν στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Στην Ελλάδα με αίτημα των κυνηγών θεσμοθετήθηκε το Κεφάλαιο Θήρας, με σκοπό την αποκλειστική διάθεση των εσόδων του κράτους από τη θήρα για την ανάπτυξη των πληθυσμών των θηραμάτων. Ανάλογες είναι οι προσπάθειες των κυνηγών σε πολλά Ευρωπαϊκά κράτη κυρίως στα πλαίσια ιδιωτικών πρωτοβουλιών.
    Πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν πως το μεγαλύτερο πρόβλημα στη διαχείριση της άγριας πανίδας είναι η διαχείριση των ανθρώπων. Η θήρα είναι παραδοσιακή δραστηριότητα της υπαίθρου και η άμεση επαφή των κυνηγών με τη φύση – η γνώση των ενδιαιτημάτων και των συνηθειών των ζώων – αυξάνει την υπευθυνότητα τους απέναντι στο φυσικό περιβάλλον
    Η θήρα αποτελεί μέσο με το οποίο ο άνθρωπος αποκτά αρκετά από τα οφέλη που προσφέρει η άγρια πανίδα. Έτσι, αν και στον Παλαιό Κόσμο ο άνθρωπος άρχισε να ασχολείται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία πριν 12 χιλιετίες περίπου, ποτέ δεν έπαψε να είναι κυνηγός.
    Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τη θήρα δώρο των θεών. Τα οφέλη της θήρας για τον άνθρωπο έχουν καταγραφεί από την αρχαιότητα στο διδακτικό έργο «Κυνηγετικός» του ιστορικού Ξενοφώντα (434 – 355 π.Χ.). Η προετοιμασία του κυνηγού, η διεξαγωγή της θήρας στη φύση και η χρήση των θηραμάτων δημιουργούν τα εξής κοινωνικά οφέλη:
    – υγεία (τροφή, άσκηση του σώματος, των αισθήσεων και του νου), – απόκτηση γνώσεων οικολογίας, κυνηγεσίας, κυνολογίας, – ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων – τέρψη.
    Τα οφέλη που προσφέρει η θήρα ως πολυδιάστατη δραστηριότητα, ξεπερνούν τα πλαίσια των αθλημάτων και γενικότερα των δραστηριοτήτων αναψυχής. Αποτέλεσμα είναι οι κυνηγοί να πραγματοποιούν δράσεις για τη βελτίωση και δημιουργία φυσικού περιβάλλοντος. Ενδεικτικά:
    Η θήρα αποτελεί παράγοντα αποτροπής της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος
    Οι κυνηγοί αποτρέπουν και καταγγέλλουν παράνομες πράξεις στο φυσικό περιβάλλον, ενώ οι κυνηγετικές οργανώσεις στην Ελλάδα απασχολούν 202 ομοσπονδιακούς θηροφύλακες και άλλους 180 περίπου εποχιακούς.
    Η θήρα ως προστατευτικό μέτρο χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση του υπερπληθυσμού ειδών της πτηνοπανίδας, γνωστό σε όλους το πρόβλημα με τον υπερπληθυσμό του αγριόχοιρου για να επιτευχθεί η μείωση του πληθυσμού τους.
    Οι κυνηγοί συμβάλλουν στην ίδρυση και λειτουργία ερευνητικών κέντρων, χρηματοδοτούν ερευνητικά προγράμματα και συμμετέχουν στη συλλογή των στοιχείων και οι Ελληνικές Κυνηγετικές Οργανώσεις που καταγράφουν την κάρπωση των θηρευσίμων ειδών πρόγραμμα ΑΡΤΕΜΙΣ, – Το πρόγραμμα ΑΡΤΕΜΙΣ υλοποιείται σε 2 άξονες και συνίσταται από το ΑΡΤΕΜΙΣ Ι, το οποίο μελετά την δυναμική των πληθυσμών των θηρευσίμων ειδών σε ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια μέσω της καταγραφής της κάρπωσής τους, και το ΑΡΤΕΜΙΣ ΙΙ το οποίο ερευνά τη δομή των πληθυσμών των θηραματικών ειδών στη χώρα μέσω της καταγραφής της ηλικίας και του φύλου τους, – συμμετέχουν στο πρόγραμμα των μεσοχειμωνιάτικων μετρήσεων και παρακολουθούν τους πληθυσμούς των υδροβίων σε συγκεκριμένους υγροτόπους.
    Η θήρα έχει πολιτιστικές αξίες επειδή φέρνει τον άνθρωπο σε επαφή με τις παραδόσεις και την ταυτότητα του λαού του, του υπενθυμίζει ότι εξαρτάται από την τροφική αλυσίδα και συμβάλλει στην απόκτηση ηθικής απέναντι στη φύση.
    Στη θήρα οφείλουν την ύπαρξή τους βιομηχανίες και καταστήματα ειδών κυνηγίου, ειδικά έντυπα, κυνοτροφεία, σχολές εκπαίδευσης κυνηγετικών σκύλων και σκοπευτικής αγωγής. Η θήρα συνεισφέρει στην οικονομική άνθηση επιχειρήσεων όπως παραγωγής και πώλησης σκυλοτροφών, πρατηρίων βενζίνης, ξενοδοχείων και εστιατορίων. Σοβαρά είναι τα οφέλη για τους κατοίκους της υπαίθρου, ιδιαίτερα των απομακρυσμένων περιοχών – σε μια εποχή που είναι περιορισμένες άλλες μορφές τουρισμού. Μεγάλος αριθμός ατόμων απασχολείται στις κυνηγετικές οργανώσεις, σε υπηρεσίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα και ινστιτούτα στο αντικείμενο της θήρας.
    Οι κυνηγοί επιβλέπουν απόμερες και παραμεθόριες περιοχές αποτρέποντας και καταγγέλλοντας παράνομες πράξεις. Η θήρα εξοικειώνει τους πολίτες με τα όπλα και το φυσικό περιβάλλον, διευκολύνοντας την προσαρμογή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
    Από τα είδη της πτηνοπανίδας που ζουν στην Ελλάδα επιτρέπεται η θήρα μόνο των 36 από αυτά (3 ανήκουν στην οικογένεια των κορακοειδών) και αυτά με αυστηρούς αριθμητικούς και χρονικούς περιορισμούς. Η αναφορές μας πλέον, όπως διατάσει η σύγχρονη Δασοπονία, πρέπει να γίνονται σε θηραματικό ΚΕΦΑΛΑΙΟ και όχι πλούτο. Ως ΚΕΦΑΛΑΙΟ δέον να διαχειρίζεται και ως πόρος, που αποδίδει τον αναλογούντα τόκο – η θήρα – εφόσον προκύπτει και πρέπει να αντιμετωπίζεται ανάλογα.
    Στο παρόν σχέδιο διατυπώθηκε και η αντίθετη άποψη όπως χαρακτηριστικά σχολιάσθηκε «Η αναγνώριση του ρόλου της θήρας ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης.” «Απαράδεκτη Η Πρόταση Σας Να Διαγραφεί!!», και πολλές άλλες υβριστικές αναφορές, αλλά ως πολίτες δρώντες στο πλαίσιο μιας κοινωνίας δημοκρατίας, που όσο κι αν της βρει κανείς παθογένειες, ουδείς μπορεί ν’ αμφισβητήσει ότι για να υφίσταται απαιτείται σεβασμός στη διαφορετικότητα των απόψεων, ο διάλογος, η κοινωνική δράση στο πλαίσιο των κανόνων που συνθέτουν την εύρυθμη λειτουργία της πολυμορφίας. Η στείρα αντιπαράθεση άνευ επιχειρημάτων, οι φραστικές επιθέσεις, οι αφορισμοί και οι αναθεματισμοί, ήταν και είναι οι πρακτικές του φασισμού, είτε δέρνει αλλοδαπούς στο δρόμο, είτε κάνει προβοκάτσιες σε πορείες, είτε σπάζει βιτρίνες, είτε φωνάζει εμπρηστικά συνθήματα κ.α.. Είναι γνήσιος φασισμός, όσο κι αν κάποιος ψάξει να το επενδύσει με δικαιολογίες μπερδεύοντας έννοιες από τα τρεισήμισι βιβλία που ίσως διάβασε και τις πέντε ατάκες φυλλαδίων που σίγουρα είδε, για να πεισθούν οι υπόλοιποι ότι μια… “φωτισμένη ελίτ είδε το φως το αληθινό” κι αφού οι πολλοί δεν συμφωνούν μαζί της, τόσο το χειρότερο για τους πολλούς!
    Με το παρόν θέλουμε να εκφράσουμε κι έναν προβληματισμό: Πού είναι οι φανατικοί της αειφορίας του περιβάλλοντος και ευαγγελίζονται την προστασία της φύσης, στην ερημωμένη ελληνική ύπαιθρο; πού είναι να μείνουν εκεί; πού είναι να κάνουν τις φιλικές προς τη φύση επαγγελματικές δραστηριότητες, για ν’ ακουστούν φωνές για περισσότερο από 15 μέρες το καλοκαίρι στα χωριά;
    Μήπως βρίσκονται βολικά στην πόλη, για την οποία ποτέ δεν κάνουν καμία επανάσταση για την άναρχη δόμηση, τα σπίτια “κοτέτσια”, το σκουπίδι, την έλλειψη πάρκων και πρασίνου, την ανυπαρξία χώρων άθλησης, τα διάσπαρτα κόπρανα σκύλων σε πεζοδρόμια και οδούς, αλλά εκφράζουν άποψη, πίνοντας φρέντο, φορώντας τρέκιγκ μποτάκι και αφορίζοντας όλους τους άλλους τους “αλλοτριωμένους” και “συμβιβασμένους” που δεν είναι “ευαίσθητοι” και “ψαγμένοι” σαν αυτούς; Δεν είναι ζωόφιλοι όπως αυτοί, που απ΄ όλα τα είδη του ζωικού βασιλείου η ζωοφιλία τους εξαντλείται σε ένα σκύλο και μία γάτα;
    Εκτός βέβαια και αν υπάρχει κάποια παχυλή ευρωπαϊκή επιδότηση, αποκρύπτοντας επιμελώς πως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο τελευταίος λύκος εξοντώθηκε στα βρετανικά νησιά το έτος 1760, στην Σουηδία ανέρχονται στα 170 άτομα, ενώ εμφανίσεις του έχουν σημειωθεί στη Γαλλία, την Ελβετία και τη Γερμανία. Η καφέ αρκούδα εξαφανίστηκε από τη Δανία πριν 5.000 χρόνια περίπου, από τη Μ. Βρετανία τον 10ο αιώνα και από τη Γερμανία, Ελβετία και Αυστρία τους 18ο, 19ο και 20ο αιώνες αντίστοιχα, στη Γαλλία έχουν απομείνει περίπου 10 άτομα ενώ στην Ισπανία περίπου 13-20 άτομα και την Ιταλία περίπου 25 άτομα, ενώ υπολογίζεται ότι στην Ελλάδα υπάρχουν 700 άτομα λύκου και 350 – 400 άτομα αρκούδας (στοιχεία για την Ελλάδα από τον Αρκτούρο). Δηλαδή στην «οπισθοδρομική» Ελλάδα βρίσκονται πολλαπλάσια ζώα απ΄ όλη την υπόλοιπη προοδευτική Ευρώπη.
    Με όλα τα ανωτέρω προκύπτει περίτρανα και πρέπει να αναγνωριστεί ο ρόλος της θήρας ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης.
    ΜΕ ΕΚΤΙΜΗΣΗ
    ΓΙΑ ΤΟ Δ.Σ. ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΧΑΛΑΣΤΡΑΣ
    Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
    ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΙΚΡΙΚΑΣ

  • 12 Σεπτεμβρίου 2018, 17:30 | ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, Δίκτυο ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ SOS, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Εταιρεία Προστασίας Πρεσπών, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Καλλιστώ, Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης, ΑΝΙΜΑ, MEDASSET και WWF Ελλάς
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Συμμετοχή των περιβαλλοντικών οργανώσεων ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, Δίκτυο ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ SOS, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Εταιρεία Προστασίας Πρεσπών, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Καλλιστώ, Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης, ΑΝΙΜΑ, MEDASSET και WWF Ελλάς στη δημόσια διαβούλευση επί του σχεδίου υ.α. «Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας 2018-2038 (Εθνική Στρατηγική για τα Δάση).»

    Γενικές παρατηρήσεις:

    Η προώθηση του σχεδίου υ.α. Εθνικής Στρατηγικής για τα Δάση (ΕΣΔ) αποτελεί μία εξαιρετικά σημαντική πρωτοβουλία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων, την οποία επικροτούμε. Ιδιαίτερα αξιέπαινο θεωρούμε το γεγονός ότι μία τυπική υποχρέωση κατάρτισης σχεδίου στρατηγικής ανάπτυξης της δασοπονίας της χώρας (άρθ. 60 ν. 4280/214) αξιοποιήθηκε για την κατάρτιση ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής για τα δάση.

    Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, και WWF Ελλάς πήραν μέρος στην κατάρτισή της συμμετέχοντας στις ανοιχτές συνεδριάσεις και καταθέτοντας σχετικό κείμενο με προτάσεις (http://www.ypeka.gr/LinkClick.aspx?fileticket=HyadDtKDdOw%3d&tabid=951&language=el-GR), αν και δεν είχαν συμμετοχή στην ομάδα εργασίας που στη συνέχεια συγκροτήθηκε.
    Θεωρούμε ότι το κείμενο που επεξεργάστηκε η ομάδα εργασίας και ενσωματώνεται στο σχέδιο της υ.α. περιλαμβάνει και αντιμετωπίζει τις κυριότερες πτυχές που αφορούν στην προστασία και διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων. Επίσης, σημειώνουμε ότι αρκετές από τις προτάσεις που καταθέσαμε έχουν περιληφθεί στο τελικό κείμενο που τίθεται στη διαβούλευση.
    Ωστόσο, επανερχόμαστε με πιο εστιασμένες παρατηρήσεις που αφορούν κάποιες γενικές αρχές αλλά και συγκεκριμένα σημεία της Εθνικής Στρατηγικής.
    Αναφορικά με τις γενικές αρχές οι παρατηρήσεις μας συνοψίζονται ως εξής, ενώ αναλυτικές παρατηρήσεις και προτάσεις για προσθήκες περιλαμβάνονται στις σχετικές υπο-ενότητες ανά άρθρο:

    – Προσθήκη αναφοράς στις συνταγματικές επιταγές για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων.
    – Σαφέστερη αναφορά στην ειδική πρόνοια που απαιτείται για τα φρυγανικά οικοσυστήματα, ως μέρος των δασικών διαπλάσεων και δασικών οικοσυστημάτων (βλ. παρακάτω), αλλά και για άλλους τύπους διαπλάσεων όπως είναι οι λιβαδικοί. Σε πολλά σημεία της χώρας σπάνιοι και προστατευόμενοι λιβαδικοί και δασολιβαδικοί τύποι οικοτόπων, με μεγάλη βιοποικιλότητα, υποβαθμίζονται ή εξαφανίζονται με διαδοχή λόγω της εγκατάλειψης ανθρώπινων δραστηριοτήτων που διαχειρίζονταν τις ανοικτές εκτάσεις, και κυρίως λόγω της μείωσης της εκτατικής κτηνοτροφίας. Η διατήρηση τους τόσο με τη διαχείριση των δασών που θα καλύπτει και αυτή την πτυχή όσο και με την τόνωση και ενθάρρυνση της εκτατικής κτηνοτροφίας είναι σημαντική τόσο για την βιοποικιλότητα όσο και για την προληπτική πυρασφάλεια αλλά και για την οικονομία.
    – Μεγαλύτερη προτεραιότητα στην προστασία και την αειφορική διαχείριση των δασών και στη συνέχεια στην αξιοποίησή τους και τη συνεισφορά τους στην οικονομία, τόσο στο όραμα όσο και στην ιεράρχηση των κάθετων αξόνων αλλά και στις κατευθύνσεις δράσεων.
    – Συμπλήρωση αναφοράς στην αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων.
    – Μεγαλύτερη συνοχή της Στρατηγικής, π.χ. ενώ δίνεται προτεραιότητα στην κλιματική αλλαγή με ανάπτυξη σχετικού κάθετου άξονα και υπάρχει αναφορά στην ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη στους λοιπούς άξονες της Στρατηγικής, δεν δίνεται ειδική κατεύθυνση δράσεων για την έρευνα που αφορά στην κλιματική αλλαγή, π.χ. όσον αφορά στις επιπτώσεις αυτής, γεγονός που ίσως να αποδυναμώσει την προσπάθεια αξιολόγησης της τρωτότητας των δασικών οικοσυστημάτων (κατεύθυνση δράσεων 2.2.1). Αντίστοιχα ενώ η αποκατάσταση αναφέρεται ως κατεύθυνση στον άξονα της οικονομίας του δάσους (κατεύθυνση δράσεων 1.2.6) και της κλιματικής αλλαγής (κατεύθυνση δράσεων 2.2.4) δεν αναφέρεται επαρκώς στον άξονα για την προστασία δασικών οικοσυστημάτων και βελτιστοποίηση οικοσυστημικών υπηρεσιών (κάθετος άξονας 3).

    Τέλος, θετική κρίνεται η πρόνοια της Εθνικής Στρατηγικής για τους χρηματοδοτικούς πόρους όσο και για ύπαρξη συγκεκριμένου σχεδίου δράσης και διαδικασία παρακολούθησης και αναθεώρησης της Στρατηγικής. Θα προτείναμε η διάρκεια ισχύος του σχεδίου δράσης να είναι μεγαλύτερη (π.χ. 8 ετών), ώστε να λαμβάνει υπόψη τόσο τους ρυθμούς ανταπόκρισης της χώρας σε νέες πολιτικές κατευθύνσεις όσο και τους ρυθμούς των ίδιων των δασικών οικοσυστημάτων.

    Επισημαίνεται η ανάγκη επίσπευσης κατάρτισης του σχεδίου δράσης εντός του 2018,ώστε η εφαρμογή της Εθνικής Στρατηγικής να ξεκινήσει αμέσως. Οι τραγικές πυρκαγιές του 2018 δεν αφήνουν κανέναν περιθώριο εφησυχασμού.

    Στο πλαίσιο αυτό οι περιβαλλοντικές οργανώσεις δηλώνουν έτοιμες να συνδράμουν στην κατάρτιση του σχεδίου δράσης και υπενθυμίζουν ότι το κείμενο με τις προτάσεις που κατέθεσαν ήδη από τον Ιούνιο του 2018 στη σχετική δημόσια διαβούλευση (http://www.ypeka.gr/LinkClick.aspx?fileticket=HyadDtKDdOw%3d&tabid=951&language=el-GR) περιλαμβάνει προτάσεις για συγκεκριμένες δράσεις που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στο σχέδιο δράσης.

    Παρατηρήσεις επί του κειμένου

    Ενότητα νομικής βάσης «Έχοντας υπόψη»

    Το Σύνταγμα της Ελλάδας, όταν υιοθετήθηκε το 1975, θεωρήθηκε ένα από τα πιο προοδευτικά λόγω των περιβαλλοντικών του προβλέψεων και ειδικότερα των προβλέψεων του για την προστασία των Δασών. Από τη σύντομη ανασκόπηση που περιλαμβάνεται στην ενότητα αυτή απουσιάζει η αναφορά στην συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία των δασών (άρθ. 24 και 117). Με δεδομένες παλαιότερες απόπειρες αποδυνάμωσης ή /και διαγραφής των συγκεκριμένων προβλέψεων από το Σύνταγμα, σε περιόδους Συνταγματικής αναθεώρησης, είναι απαραίτητη η ρητή αναφορά σε αυτό.
    Συνεπώς, στην εισαγωγική ενότητα της νομικής βάσης της Εθνικής Στρατηγικής (βλ. ενότητα «έχοντας υπόψη») πρέπει να προστεθεί ρητή αναφορά στα σχετικά άρθρα του Συντάγματος. Συγκεκριμένα:

    «Έχοντας υπόψη…

    «Τα άρθρα 24 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος της Ελλάδας»»

  • 12 Σεπτεμβρίου 2018, 14:33 | ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Δουλεύω στον Κυνηγετικό σύλλογο Λευκάδας περίπου 20 χρόνια , ζω από κοντά αυτούς τους ανθρώπους που κάποιοι αποκαλούν δολοφόνους, ο άντρας μου είναι κυνηγός και έχω να καταθέσω τα εξής :
    Η θήρα είναι παραδοσιακή δραστηριότητα της υπαίθρου και η άμεση επαφή των κυνηγών με τη φύση αυξάνει και την υπευθυνότητα τους απέναντι στο φυσικό περιβάλλον.Οι κυνηγοί μας εγγεγραμμένοι 1250 σε σύνολο από όλες τις κοινωνικές ομάδες γνωρίζουν και λειτουργούν βάσει νομικού πλαισίου
    για τη θήρα και γι΄αυτό το λόγο δεν έχουμε μεγάλη παραβατικότητα.
    ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΝ ΤΟ ΔΑΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
    ΕΦΑΡΜΟΖΟΥΝ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΘΗΡΑΣ
    ΤΗΡΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΓΡΟΤΟΠΟΥΣ
    ΣΕΒΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΞΕΝΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΠΟ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ
    ΣΕΒΟΝΤΑΙ ΤΟ ΘΗΡΑΜΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΕΤΑΒΑΛΟΥΝ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΣΕ ΜΕΣΟ ΕΚΤΟΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΞΗΣ.Πολύ καλά λοιπόν αναγνωρίστηκε το κυνήγι ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης.

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Ι.1. Οι «θέσεις της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού για την Εθνική Στρατηγική για τα Δάση» έχουν αποτυπωθεί, συνοπτικά αλλά με πλήρη σαφήνεια, στο με αριθ. πρωτ. 374/Ε.Ε./13.06.2018 έγγραφό της, προς τον Αναπληρωτή Υπουργό ΥΠΕΝ, κ. Σωκράτη Φάμελλο και την Πρόεδρο της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων, κα Αικατερίνη Ιγγλέζη.
    Οι θέσεις αυτές της ΕΛΛΕΤ δεν αναρτήθηκαν στον ιστότοπο του ΥΠΕΝ (http://www.ypeka.gr/Default.aspx?tabid=951&language=el-GR), όπου αναρτήθηκε κείμενο κοινών θέσεων του «ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ», της «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΡΝΙΟΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ», της «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ», της «ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΕΣΠΩΝ», της «ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΦΥΣΗ – ΚΑΛΛΙΣΤΩ» και του «WWF», καθώς και οι προτάσεις της «ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ».
    2. Επομένως, στο πλαίσιο της Δημόσιας Διαβούλευσης επί του Σχεδίου Απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ. Σωκράτη ΦΑΜΕΛΛΟΥ, με τίτλο «Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας 2018-2038 (Εθνική Στρατηγική για τα Δάση)», η ΕΛΛΕΤ βρίσκεται υποχρεωμένη, πρωτίστως για λόγους συνέπειας, να επαναλάβει τα ακόλουθα:
    «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, θεωρεί ότι το θεμέλιο για τη χάραξη «Εθνικής Στρατηγικής για τα Δάση» είναι η πλήρης καταγραφή του δασικού πλούτου της Χώρας.
    Οι νομοθετικές επιλογές από το έτος 2010 και ιδίως από το 2016 και μέχρι σήμερα για τη διαδικασία κατάρτισης, θεώρησης, ανάρτησης και κύρωσης των Δασικών Χαρτών, δεν επιτρέπουν καμία αισιοδοξία για ταχεία ολοκλήρωση του εθνικού έργου σύνταξης Δασολογίου, που αποτελεί κρατική υποχρέωση σύμφωνα με το Σύνταγμα. Η Ελληνική Εταιρεία συμμερίζεται τις εξής θέσεις:
    Η διαδικασία κατάρτισης των δασικών χαρτών παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η εμπλοκή με το Κτηματολόγιο, τα πρόδηλα και σημαντικά σφάλματα στην αποτύπωση των δασικών εκτάσεων και, κυρίως, η εξαίρεση από τους δασικούς χάρτες εκείνων ακριβώς των δασικών περιοχών (αναδασωτέες εκτάσεις, παράνομες εκχερσώσεις, αυθαίρετα κτίσματα κλπ), οι οποίες έχουν διαχρονικά υποστεί τα μεγαλύτερα πλήγματα και έχουν, ως εκ τούτου, ανάγκη άμεσης προστασίας.
    Αναπόφευκτη συνέπεια των ελαττωμάτων αυτών, είναι η κατάρτιση δασικών χαρτών οι οποίοι όχι μόνο δεν εκπληρούν το σκοπό τους, δηλαδή την ακριβή αποτύπωση του δασικού πλούτου της χώρας, αλλά, αντίθετα, δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για διαιώνιση των αμφισβητήσεων, της αυθαιρεσίας και των αθέμιτων συναλλαγών.
    Επισημαίνεται ότι η προσπάθεια επίλυσης προβλημάτων ξένων προς την αμιγώς τεχνική διαδικασία κατάρτισης των δασικών χαρτών, δηλαδή προβλημάτων που αφορούν τις επιτρεπτές ή μη χρήσεις εντός δασών αναιρεί εν τέλει τη χρησιμότητα των δασικών χαρτών τόσο ως προς την ασφάλεια δικαίου, όσο και ως προς το πράγματι ζητούμενο, δηλαδή τη σχεδίαση ορθολογικής και αποτελεσματικής δασικής πολιτικής.»

    ΙΙ.1. Το μείζον ζήτημα που θέτει η ΕΛΛΕΤ είναι ότι υπό τις παρούσες συνθήκες, χωρίς τους Δασικούς Χάρτες και χωρίς το Δασολόγιο, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 24 και του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος είναι λογικά και πρακτικά αδύνατος ο οποιοσδήποτε σχεδιασμός δασικής πολιτικής. Πολύ περισσότερο, είναι εξ αντικειμένου απολύτως αδύνατη η χάραξη και η υλοποίηση οποιασδήποτε «Εθνικής Στρατηγικής για τα δάση» και μάλιστα σε βάθος εικοσαετίας (2018-2038).
    2. Αντίστροφα διατυπωμένη η παραπάνω θέση της ΕΛΛΕΤ: Το Δασολόγιο για ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, το οποίο θα ακολουθήσει την κύρωση των Δασικών Χαρτών, αποτελεί τη θεμελιώδη προϋπόθεση οποιασδήποτε δασικής πολιτικής. Είναι η μόνη απολύτως αναγκαία βάση και η αφετηρία της Εθνικής Στρατηγικής για τα Δάση, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις διατάξεις του Συντάγματος, για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων.
    Επομένως, δεν είναι καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι «Εθνική Στρατηγική για τα Δάση» πριν από τη σύνταξη Δασολογίου φαντάζει ως σχεδιασμός δράσης επί αγνώστου πεδίου, δηλαδή με προφανή διακινδύνευση της δασικής προστασίας που αξιώνει το Σύνταγμα.
    3. Είναι αυτονόητο ότι η ΕΛΛΕΤ είναι έτοιμη να αξιολογήσει και να αποδεχθεί πολλές από τις προτάσεις που συνεισφέρουν άλλοι φορείς και οργανώσεις, για τη διαμόρφωση της εν λόγω Στρατηγικής, υπό τον όρο, όμως, μιας θεωρητικής, προς το παρόν, συζήτησης, η οποία σε καμία περίπτωση, δεν δικαιολογεί την έκδοση της προκείμενης Υπουργικής Απόφασης μέχρις ότου εκπληρωθεί η κρατική υποχρέωση για τη σύνταξη του Δασολογίου της Χώρας.