Άρθρο 33:ΠΕΡΙ ΑΔΕΙΩΝ ΟΔΟΝΤΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ

Η υποπαράγραφος 2 της παραγράφου ΙΒ.3 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Βεβαίωση λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου χορηγείται όχι μόνο σε όσους έχουν άδεια ή βεβαίωση άσκησης επαγγέλματος αλλά και σε φυσικά πρόσωπα και εταιρείες με οποιαδήποτε νομική μορφή, με την προϋπόθεση να ορίζεται επιστημονικά υπεύθυνος πτυχιούχος ΑΕΙ Οδοντικής Τεχνολογίας (οδοντοτεχνίτης ΑΤΕΙ).
Τα νομίμως λειτουργούντα μέχρι σήμερα οδοντοτεχνικά εργαστήρια πρέπει εντός τριών (3) ετών να αναθεωρήσουν τις άδειές τους σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο».

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥΧΩΝ ΟΔΟΝΤΟTΕΧΝΙΤΩΝ

    Η Π.Ο.Ε.Ο. εκπροσωπεί πανελλαδικά τον κλάδο των αδειούχων οδοντοτεχνιτών (αποφοίτων Τ.Ε.Ι. Αθηνών και αποφοίτων δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης). Η Ομοσπονδία μας παρεμβαίνει δια της παρούσας, ενόψει της παντελώς απαράδεκτης διάταξης του άρθρου 33, με την οποία τίθεται ως προϋπόθεση της χορήγησης βεβαίωσης λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου ο ορισμός ως επιστημονικά υπεύθυνου πτυχιούχου ΑΤΕΙ. Ειδικότερα:
    Το επάγγελμα του οδοντοτεχνίτη ασκείται αποκλειστικά από τους έχοντες άδεια – βεβαίωση ασκήσεως επαγγέλματος οδοντοτεχνίτη, την οποία διαχρονικά (από το έτος 1986 μέχρι και σήμερα) δύνανται σύμφωνα με το νόμο να αποκτήσουν:
    α. Οι πτυχιούχοι ΤΕΙ της αντίστοιχης ειδικότητας.
    β. Οι πτυχιούχοι δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης της αντίστοιχης ειδικότητας, κατόπιν:
    i) πρακτικής άσκησης ή διδακτικού έργου ορισμένου χρόνου (3 ή 6 ετών αντίστοιχα) σε οδοντοτεχνικό εργαστήριο του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα και
    ii) επιτυχούς συμμετοχής στις εξετάσεις που ορίζονται από το νόμο (οι οποίες θα διεξάγονται με χρονικό περιορισμό, ήτοι μέχρι το τέλος του έτους 2016).
    Ο νόμιμος κάτοχος άδειας – βεβαίωσης ασκήσεως επαγγέλματος κατά τα ως άνω, δύναται να οριστεί επιστημονικά υπεύθυνος επαγγελματικού εργαστηρίου, σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση του Ν. 4093/2012. Σύμφωνα δε με την περίπτωση ΙΒ.3 – υποπαράγραφος 2 του Ν. 4093/2012, αντικαταστάθηκαν οι παρ. 1 και 3 του άρθρου 4 του Ν. 1666/1986, ως εξής: «Βεβαίωση λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου χορηγείται όχι μόνο σε όσους έχουν άδεια ή βεβαίωση άσκησης επαγγέλματος, αλλά και σε φυσικά πρόσωπα και εταιρείες με οποιαδήποτε νομική μορφή, με την προϋπόθεση να ορίζεται επιστημονικά υπεύθυνος ο κάτοχος βεβαίωσης άσκησης επαγγέλματος οδοντοτεχνίτη».
    Είναι απορίας άξιο, το γεγονός ότι, μετά από σχεδόν τρεις (3) δεκαετίες ισχύος των κείμενων διατάξεων, τίθεται ζήτημα αναφορικά με το ποιος δικαιούται να «λειτουργεί» ένα οδοντοτεχνικό εργαστήριο, με την προβολή νομικά και ουσιαστικά έωλων επιχειρημάτων, που ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Ειδικότερα:
    ● Διατυπώνεται η επιχειρηματολογία ότι, με την προτεινόμενη ρύθμιση που επιτρέπει τη λειτουργία οδοντοτεχνικών εργαστηρίων από εταιρείες και φυσικά πρόσωπα με τον ορισμό ως επιστημονικά υπεύθυνου προσώπου που διαθέτει άδεια ή βεβαίωση άσκησης επαγγέλματος οδοντοτεχνίτη (απόφοιτο Τ.Ε.Ι. ή απόφοιτο δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης), εξισώνονται από πλευράς προσόντων και επαγγελματικών δικαιωμάτων οι πτυχιούχοι ΤΕΙ με τους απόφοιτους Δευτεροβάθμιας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Ο σχετικός ισχυρισμός τυγχάνει παντελώς αβάσιμος, διότι:
    – Από το κοινοτικό δίκαιο, υπό τη μορφή Οδηγιών κυρίως, ορίζονται δεσμευτικώς για τα κράτη μέλη τα ελάχιστα τυπικά ή/και ουσιαστικά προσόντα προς απόκτηση άδειας άσκησης ορισμένων, μόνο, επαγγελμάτων για λόγους δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας σε επίπεδο ευρωπαϊκών κοινοτήτων. Τέτοιου τύπου ρυθμίσεις έχουν θεσπιστεί με τις οδηγίες 77/452/ΕΟΚ, 77/453/ΕΟΚ, 78/686/ΕΟΚ, 78/687/ΕΟΚ, 78/1026/ΕΟΚ, 78/1027/ΕΟΚ, 80/154/ΕΟΚ, 80/155/ΕΟΚ, 85/384/ΕΟΚ, 85/432/ΕΟΚ, 85/433/ΕΟΚ και 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου, που αφορούν στα επαγγέλματα του νοσηλευτού υπεύθυνου για γενικές φροντίδες, του οδοντιάτρου, του κτηνιάτρου, της μαίας, του αρχιτέκτονα, του φαρμακοποιού και του ιατρού.
    Όσον αφορά στα επαγγέλματα, για την άσκηση των οποίων η Κοινότητα δεν έχει ορίσει ελάχιστο επίπεδο αναγκαίων προσόντων, τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να ορίζουν το επίπεδο αυτό, ούτως ώστε να εγγυώνται την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στο έδαφός τους. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να επιλέγει τον τρόπο καθορισμού των επαγγελμάτων που καλύπτονται από τη νομικά κατοχυρωμένη εκπαίδευση.
    – Εν προκειμένω, δεν υφίσταται σχετική κοινοτική ρύθμιση, η οποία να ορίζει τα ελάχιστα προσόντα άσκησης του επαγγέλματος του «οδοντοτεχνίτη». Σημειώνεται ότι η Οδηγία 89/48/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2001/19/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο με το Π.Δ. 160/2000 (όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 373/2001 και Π.Δ. 385/2002), θεσπίζουν, σε επίπεδο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών. Οι εν λόγω διατάξεις δεν ρυθμίζουν τα ελάχιστα προσόντα ασκήσεως του επαγγέλματος του οδοντοτεχνίτη.
    – Σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, δεν υφίσταται εξίσωση των πτυχιούχων ΤΕΙ με τους πτυχιούχους δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης όσον αφορά στην κτήση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, καθώς ο πτυχιούχος ΤΕΙ οδοντικής τεχνολογίας δύναται να λάβει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος οδοντοτεχνίτη χωρίς πρόσθετους όρους ή προϋποθέσεις, ενώ ο απόφοιτος δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης δύναται να λάβει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος κατόπιν πολυετούς πρακτικής άσκησης ή διδακτικού έργου και μετά από επιτυχή συμμετοχή στις δια νόμου προβλεπόμενες εξετάσεις (ήδη με χρονικό περιορισμό μέχρι το έτος 2016 – ήτοι μετά το έτος 2016 δεν θα χορηγούνται άδειες ασκήσεως επαγγέλματος σε πτυχιούχους δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης). Αντίστοιχες δε ρυθμίσεις όσον αφορά στα επαγγελματικά δικαιώματα των οδοντοτεχνιτών υφίστανται και στα λοιπά κράτη – μέλη.
    – Ενόψει των ανωτέρω, η βεβαίωση ασκήσεως επαγγέλματος οδοντοτεχνίτη δεν δύναται να έχει διαφορετική νομική ισχύ, ανάλογα με το αν ο κάτοχός της είναι πτυχιούχος Τ.Ε.Ι. ή πτυχιούχος δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ομοίως, ως υπεύθυνος οδοντοτεχνικού εργαστηρίου δεν είναι δυνατόν να ορίζεται άλλος από τον νόμιμο κάτοχο άδειας – βεβαίωσης ασκήσεως επαγγέλματος. Η μόνη «ένσταση» που μπορεί να τεθεί είναι στη χρήση του όρου «επιστημονικά υπεύθυνου» στο Ν. 4093/2012, αντί ίσως του πιο δόκιμου «υπεύθυνου εργαστηρίου». Η χρήση του όρου «επιστημονικά» (υπεύθυνος) δεν είναι δυνατόν να αποδίδεται μόνον ως «επιστημονική ιδιότητα» ή «επιστημονική ευθύνη», την οποία προφανώς διαθέτει και αναλαμβάνει ο νόμιμος κάτοχος της σχετικής άδειας – βεβαίωσης ασκήσεως επαγγέλματος (είτε είναι απόφοιτος Τ.Ε.Ι. είτε απόφοιτος ΔΕ), αλλά πρωτίστως ως επαγγελματική ευθύνη.
    – Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 33, με την οποία τίθεται ως προϋπόθεση της λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου ο ορισμός ως επιστημονικού υπεύθυνου αποφοίτου Οδοντικής Τεχνολογίας τριτοβάθμιας ή ανωτάτης εκπαίδευσης, οδηγεί εκ του αποτελέσματος σε άδειες – βεβαιώσεις ασκήσεως επαγγέλματος δύο κατηγοριών (και ταχυτήτων), κατά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της επαγγελματικής ελευθερίας. Διότι δεν είναι δυνατόν ο κάτοχος άδειας ασκήσεως επαγγέλματος οδοντοτεχνίτη, που είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης και απέκτησε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος κατόπιν πολυετούς πρακτικής άσκησης – διδακτικού έργου και επιτυχούς συμμετοχής του στις εξετάσεις της Ελληνικής Πολιτείας, να υποχρεούται ουσιαστικά, προκειμένου να λειτουργήσει νόμιμα το εργαστήριό του, σε πρόσληψη ως “επιστημονικά υπεύθυνου” ενός άλλου κατόχου άδειας ασκήσεως επαγγέλματος οδοντοτεχνίτη, που τυγχάνει απόφοιτος του ΤΕΙ οδοντικής τεχνολογίας.

    ● Ο δεύτερος ισχυρισμός επιχειρείται να θεμελιωθεί στην κείμενη νομοθεσία περί Ιατροτεχνολογικών Προϊόντων και τη σύγχυση των όρων του υπεύθυνου οδοντοτεχνικού εργαστηρίου αφενός και του «υπεύθυνου παραγωγής» των μονάδων παραγωγής ιατροτεχνολογικών προϊόντων αφετέρου. Και είναι πράγματι γεγονός ότι, στη με αριθμό ΔΥ8δ/Γ.Π.οικ.130648 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 2198 τ. Β/02-10-2009) για τα Ιατροτεχνολογικά Προϊόντα (ενσωμάτωση της Οδηγίας 93/42 ΕΟΚ), ορίζεται ότι οι μονάδες παραγωγής ιατροτεχνολογικών προϊόντων πρέπει να διαθέτουν υπεύθυνο παραγωγής πτυχιούχο ΑΕΙ-ΤΕΙ στην ειδικότητα των παραγομένων προϊόντων.
    Ωστόσο, η συγκεκριμένη υπουργική απόφαση αφορά προφανώς σε μεσαίες και μεγάλες μονάδες παραγωγής και όχι σε εργαστήρια, σε κάθε περίπτωση είναι καινοφανής στην Ε.Ε., καθώς τα τυπικά προσόντα του υπεύθυνου παραγωγής (και όχι του επιστημονικά υπευθύνου) δεν προσδιορίζονται (και δεν θα μπορούσε να ορίζονται) στην Οδηγία 93/42 ΕΟΚ όσον αφορά στα προβλεπόμενα τυπικά προσόντα του υπεύθυνου παραγωγής, καθώς τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα αφορούν σε διαφορετικές και διακριτές ειδικότητες και κατηγορίες ιατροτεχνολογικών προϊόντων. Η σπουδή δε με την οποία έλαβε χώρα η εναρμόνιση στη χώρα μας, συνάγεται ευχερώς από το γεγονός ότι τα τυπικά προσόντα του υπεύθυνου παραγωγής των μονάδων παραγωγής ιατροτεχνολογικών προϊόντων τίθενται στην εν λόγω υπουργική απόφαση οριζοντίως, χωρίς καμία διάκριση ανάλογα με την κατηγορία των ιατροτεχνολογικών προϊόντων.
    Ακόμη, όμως, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η σχετική υπουργική απόφαση είναι εφαρμοστέα και στα οδοντοτεχνικά εργαστήρια, η σχετική ρύθμιση (όσον αφορά στα τυπικά προσόντα του υπεύθυνου παραγωγής) έρχεται σε ευθεία αντίθεση τόσο με τις διαχρονικά ισχύουσες διατάξεις του Ν. 1666/1985 ως ισχύει, όσο και με τις διατάξεις του Ν. 4093/2012, καθώς οδηγεί σε απαράδεκτο και αδικαιολόγητο περιορισμό στην ελευθερία άσκησης του οδοντοτεχνικού επαγγέλματος. Επί της ουσίας, δεν είναι δυνατόν ο αδειούχος οδοντοτεχνίτης (είτε απόφοιτος ΤΕΙ είτε απόφοιτος δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης κατόπιν πολυετούς άσκησης – διδακτικού έργου και επιτυχούς συμμετοχής στις σχετικές εξετάσεις), δηλαδή ο νομίμως ασκών την εν λόγω δραστηριότητα, να κρίνεται επαρκής για την κατασκευή των οδοντοτεχνιτών προϊόντων, αλλά ανεπαρκής για την τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών πιστοποίησης των προϊόντων που νομίμως κατασκευάζει.

    ● Το τρίτο επιχείρημα, επιεικώς απαράδεκτο, παντελώς αναληθές και αβάσιμο, αφορά στον δήθεν υφιστάμενο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία από τον ορισμό ως επιστημονικών υπευθύνων στα οδοντοτεχνικά εργαστήρια αποφοίτων ΔΕ. Ειδικότερα:
    – Καταρχήν, μέχρι τη θέση σε ισχύ του Ν. 4093/2012 δεν υφίστατο ο όρος «επιστημονικός υπεύθυνος» οδοντοτεχνικού εργαστηρίου, καθώς μόνο ο αδειούχος οδοντοτεχνίτης είχε τη δυνατότητα ίδρυσης και λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου.
    – Από τη μέχρι σήμερα (επί δεκαετίες) λειτουργία των οδοντοτεχνικών εργαστηρίων υπό το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, ουδέποτε ετέθη, σε θεωρητική ή πραγματική βάση, ζήτημα επικινδυνότητας για τη δημόσια υγεία όσον αφορά στις παρεχόμενες, υψηλότατου επιπέδου, υπηρεσίες των αδειούχων οδοντοτεχνιτών, είτε επρόκειτο για απόφοιτους Τ.Ε.Ι. είτε απόφοιτους δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης (οι οποίοι, βεβαίως, δύνανται να αποκτήσουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος με πρόσθετους όρους και προϋποθέσεις σε σχέση με τους αποφοίτους Τ.Ε.Ι.).
    – Ο αδειούχος οδοντοτεχνίτης, ως υπεύθυνος οδοντοτεχνικού εργαστηρίου, διασφαλίζει πλήρως την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων και, κατ’ επέκταση, τη δημόσια υγεία.
    – Τα οδοντοτεχνικά προϊόντα κατασκευάζονται κατόπιν παραγγελίας από τους οδοντιάτρους, οι οποίοι ελέγχουν την ποιότητα και τις προδιαγραφές τους και είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή τους στους ασθενείς.
    Συνεπώς, ο όψιμος ισχυρισμός περί δήθεν κινδύνου για τη δημόσια ασφάλεια, τυγχάνει άκαιρος, αβάσιμος και αυθαίρετος.

    Συμπερασματικά

    Θεωρούμε ότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 33 θίγει κατάφωρα τα επαγγελματικά δικαιώματα των αδειούχων οδοντοτεχνιτών, υποκρύπτει δε απαράδεκτες συνδικαλιστικές πρακτικές περιορισμού της επαγγελματικής ελευθερίας και κατάλυσης του ανταγωνισμού, αλλά και λογικές αύξησης της σπουδαστικής πελατείας, με τελικό στόχο την απεμπόληση των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων των αδειούχων οδοντοτεχνιτών – αποφοίτων ΔΕ. Όμως, οι λογικές «διαχωρισμού» των νομίμων αδειούχων οδοντοτεχνιτών σε δύο (άνισες) κατηγορίες, πολλώ δε μάλλον όταν θεμελιώνονται σε νομικά και ουσιαστικά αβάσιμα επιχειρήματα, κρίνονται άκαιρες και ατελέσφορες, ιδίως σε μία χρονική περίοδο, όπου συλλήβδην οι αδειούχοι οδοντοτεχνίτες βάλλονται πανταχόθεν.

    Η Π.Ο.Ε.Ο. δεν συνερίζεται τέτοιου τύπου πρακτικές, ευελπιστώντας ότι η Πολιτεία θα πράξει τα δέοντα, απαλείφοντας τη διάταξη του άρθρου 33, η οποία περιορίζει δραματικά την επαγγελματική ελευθερία και τα επαγγελματικά δικαιώματα των αδειούχων οδοντοτεχνιτών, θέτοντας απαράδεκτους περιορισμούς στην άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το, υποτίθεται επιδιωκόμενο, άνοιγμα προϊόντων και υπηρεσιών, σε βάρος των επαγγελματιών και, οπωσδήποτε, των τελικών καταναλωτών υπηρεσιών υγείας, οι οποίοι θα επιβαρυνθούν με επιπλέον κόστος για τα οδοντοτεχνικά προϊόντα.

    Με εκτίμηση

    Ο Πρόεδρος Ο Γενικός Γραμματέας

    ΣΑΜΑΡΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΠΑΝΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ