Άρθρο 01 – Έναρξη και λήξη του δικαιώματος σύνταξης από τον ΕΦΚΑ

1. Για την άσκηση του δικαιώματος σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου από τους ασφαλισμένους των ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων, συμπεριλαμβανομένων του Δημοσίου και του ΟΓΑ, απαιτείται η υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης στον ΕΦΚΑ.
2. α) Το δικαίωμα σύνταξης γήρατος αρχίζει από την πρώτη του επόμενου της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης μήνα, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την ημερομηνία αυτή πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, σε αντίθετη δε περίπτωση, από την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται εκείνου κατά τον οποίο πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις. Τα δικαιολογητικά που απαιτούνται κατά περίπτωση για τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος υποβάλλονται μέχρι την τελευταία ημέρα του έκτου (6ου) μήνα που έπεται του μήνα υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης. Αν από τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά προκύπτει ότι οι απαραίτητες για τη συνταξιοδότηση προϋποθέσεις, όπως αυτές προσδιορίζονται για κάθε κατηγορία ασφαλισμένων του ΕΦΚΑ, πραγματοποιήθηκαν σε επόμενο ημερολογιακό της αίτησης συνταξιοδότησης μήνα, ως χρόνος έναρξης του δικαιώματος σύνταξης ορίζεται η πρώτη του επόμενου της συμπλήρωσης των απαραίτητων προϋποθέσεων μήνα. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των έξι (6) μηνών για την υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών με υπαιτιότητα του ασφαλισμένου, η αίτηση συνταξιοδότησης λόγω γήρατος απορρίπτεται και εκδίδεται σχετική απόφαση.
β) Για τα πρόσωπα για τα οποία απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία η λύση της υπαλληλικής σχέσης ή η διαγραφή από τις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος, προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν λόγω γήρατος, η προϋπόθεση αυτή εξακολουθεί να ισχύει.
γ) Οι ασφαλισμένοι που, κατά την έναρξη χορήγησης της σύνταξης, συνεχίζουν την απασχόλησή τους ως μισθωτοί ή μη μισθωτοί, διέπονται από τις διατάξεις περί απασχόλησης συνταξιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται η διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας, όπως προβλέπεται ανά πρώην ασφαλιστικό φορέα και η συνέχιση της απασχόλησης δηλώνεται στην αίτηση συνταξιοδότησης.
δ) Ειδικά για τους ασφαλισμένους επαγγελματίες οδηγούς, εκπαιδευτές και αυτοκινητιστές για τους οποίους απαιτείται, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, η κατάθεση της επαγγελματικής άδειας οδήγησης για την έναρξη της συνταξιοδότησης, το δικαίωμα σύνταξης ξεκινά την πρώτη του επόμενου μήνα της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης κατάθεσης της επαγγελματικής άδειας οδήγησης. Σε αντίθετη περίπτωση, η χορήγηση της σύνταξης ξεκινά την πρώτη ημέρα του επομένου μήνα από εκείνον εντός του οποίου κατατέθηκε η επαγγελματική άδεια οδήγησης. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα οριζόμενα στην περ. α΄.
3. Το δικαίωμα σε σύνταξη λόγω θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου αρχίζει από την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της ημερομηνίας θανάτου. Η σύνταξη λόγω θανάτου καταβάλλεται αναδρομικά από την ημερομηνία αυτή, και δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ένα (1) έτος πριν από το τέλος του μήνα που υποβάλλεται η αίτηση συνταξιοδότησης.
Το δικαίωμα σύνταξης στους δικαιούχους ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, που κηρύσσεται σε αφάνεια με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, αρχίζει από την πρώτη (1η) ημέρα του επόμενου μήνα από το χρόνο έναρξης της αφάνειας, όπως αυτός προσδιορίζεται στη δικαστική απόφαση. Προϋπόθεση για τη χορήγηση της σύνταξης στα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου είναι η υποβολή αίτησης απονομής ή μεταβίβασης μέσα σε ένα (1) έτος από τη δημοσίευση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Αν δεν υποβληθεί τέτοια αίτηση εντός της ανωτέρω προθεσμίας, η καταβολή της σύνταξης δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρόνο απώτερο του ενός (1) έτους από την υποβολή της αίτησης.
4. Το δικαίωμα σε σύνταξη λήγει:
α) στη σύνταξη λόγω γήρατος, στο τέλος του μήνα κατά τον οποίο επήλθε ο θάνατος του συνταξιούχου,
β) στη σύνταξη λόγω θανάτου, στο τέλος του μήνα κατά τον οποίο επήλθε ο θάνατος ή τελέστηκε γάμος ή συνάφθηκε σύμφωνο συμβίωσης του δικαιούχου της σύνταξης ή από τότε που, με νεότερη κρίση της υγειονομικής επιτροπής, έπαυσε η ανικανότητα προς εργασία σύμφωνα με την παρ. 1Α και την περ. β΄ της παρ. 1Β του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 (Α΄ 85).
Όταν προβλέπεται λήξη του συνταξιοδοτικού δικαιώματος με τη συμπλήρωση ηλικιακού ορίου, η λήξη επέρχεται στο τέλος του μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνεται το κατά περίπτωση ηλικιακό αυτό όριο.
5. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται κάθε άλλη αντίθετη ειδική ή γενική διάταξη. Ειδικά για τους συνταξιοδοτούμενους με βάση τις διατάξεις του τ. ΟΓΑ, οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται από 1.1.2019, υπολογιζόμενου από 1.1.2018 και εφεξής του τμήματος της μηνιαίας σύνταξης τους, που αντιστοιχεί στις καταστατικές διατάξεις, επί συντάξιμων μηνών.

  • 7 Ιουνίου 2018, 16:13 | ΣΕΤΕ

    Άρθρα 5 (Διοικητικές κυρώσεις για αδήλωτη εργασία) και 6 (Δικαίωμα και προϋποθέσεις έκπτωσης)

    Η παροχή κινήτρων για την πρόσληψη του εργαζομένου ο οποίος βρέθηκε να εργάζεται αδήλωτος κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Θα θέλαμε ωστόσο να προβούμε σε δύο (2) παρατηρήσεις που στόχο έχουν οι προωθούμενες ρυθμίσεις να τύχουν της μεγαλύτερης δυνατής εφαρμογής από τις επιχειρήσεις: α. Στην περίπτωση που η επιχείρηση προσλαμβάνει τον εργαζόμενο με σύμβαση εργασίας τουλάχιστον ενός έτους (περ. γ της παρ.1 του άρθρου 6) το πρόστιμο θα πρέπει να μηδενίζεται – μια τέτοια δυνατότητα πλην των άλλων θα έδινε λύση και στις περιπτώσεις που η μη δήλωση του εργαζόμενου δε γίνεται από πρόθεση της επιχείρησης, αλλά οφείλεται σε αμέλεια – παράλειψη και β. Θα πρέπει να παρέχεται και για τις εποχικές επιχειρήσεις το δικαίωμα να κάνουν χρήση της έκπτωσης της ανωτέρω περίπτωσης (περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 6) κατανέμοντας το ένα έτος της απασχόλησης σε δύο διαδοχικές τουριστικές περιόδους. Η ρύθμιση αυτή άλλωστε με δεδομένο πως, όπως ρητά αναφέρεται στην ανωτέρω διάταξη, το δικαίωμα επαναπρόσληψης δεν θίγεται, είναι και προς το συμφέρον του εργαζόμενου που θα μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων πού θα απασχοληθεί τις προσεχείς δύο τουριστικές περιόδους.

    Άρθρο 9 (Ευθύνη αναθέτοντος, εργολάβου και υπεργολάβου έναντι των εργαζομένων)

    Είναι πρακτικά αδύνατον να μπορεί ο επιχειρηματίας να ελέγχει αν ο εργολάβος που χρησιμοποιεί τηρεί τις προς το προσωπικό που απασχολεί υποχρεώσεις του. Ακόμα και αν ζητά να του χορηγούνται αντίγραφα εξοφλητικών αποδείξεων κλπ και πάλι δεν θα μπορεί να είναι εξασφαλισμένος πως το προσωπικό που απασχολεί ο εργολάβος έχει πράγματι εξοφληθεί σχετικά και δεν έχει άλλες απαιτήσεις. Αυτό πέραν του γεγονότος πως η συγκεκριμένη ρύθμιση μπορεί να τύχει και καταχρήσεών από πλευράς εργολάβων – εργαζομένων. Σημειώνεται πως και για τα οικοδομικά έργα που υπάρχει ρητή πρόβλεψη στον Αστικό Κώδικα (άρθρο 702 ΑΚ) η ευθύνη του εργοδότη είναι περιορισμένη και συγκεκριμένα ορίζονται τα εξής: «Οι εργάτες που χρησιμοποιούνται από τον εργολάβο στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης έχουν για το μισθό τους απαίτηση απευθείας κατά του εργοδότη έως το ποσό που αυτός οφείλει στον εργολάβο. Αφότου ο εργάτης δήλωσε στον εργοδότη πως ασκεί την απαίτησή του, αυτός δεν μπορεί πια να καταβάλει στον εργολάβο ή στο διάδοχό του ή να συμβιβαστεί μαζί τους έτσι ώστε να ζημιωθεί ο εργάτης.».

    Άρθρο 10 (Πρακτική άσκηση και μαθητεία)

    Πρέπει να γίνει αντιληπτό πως η πρακτική άσκηση είναι απαραίτητο μέρος της εκπαίδευσης των νέων ανθρώπων που αποφασίζουν να απασχοληθούν στον τουρισμό. Πολύ περισσότερο από άλλους κλάδους της οικονομίας. Για το λόγο αυτό δεν μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί προβλέπεται συγκεκριμένος αριθμός πρακτικώς ασκουμένων μόνο για τις τουριστικές επιχειρήσεις. Οι πρακτικώς ασκούμενοι δεν καταλαμβάνουν θέσεις εργασίας, εκπαιδεύονται δίπλα σε έμπειρους εργαζόμενους και αποτελούν τα μελλοντικά στελέχη των επιχειρήσεων. Ο όποιος περιορισμός, λοιπόν, κινείται σε λάθος κατεύθυνση. Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε αυτονόητο πως ο περιορισμός που τίθεται με τη συγκεκριμένη διάταξη δεν περιλαμβάνει και τα προγράμματα voucher. Αυτό θα πρέπει αυτό να διευκρινιστεί ρητά, καθώς άλλως τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα επιτυχημένα εργαλεία, τα οποία οδηγούν το ⅓ των εργαζομένων που μετέχουν σε αυτά να βρουν μόνιμη θέση εργασίας, θα καταστούν ανεφάρμοστα.

    Άρθρο 12 (Τροποποίηση του άρθρου 80 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88))

    Πάγια θέση μας είναι πως τα πρόστιμα για τις περιπτώσεις της μη εμπρόθεσμης γνωστοποίησης αλλαγών ωραρίου είναι αδικαιολόγητα υψηλά- εξοντωτικά . Για το λόγο αυτό έχουμε ζητήσει κατ΄ επανάληψη τον εξορθολογισμό τους. Με βάση τους ισχύοντες συντελεστές προστίμων και την κατηγοριοποίηση που προβλέπεται, για μια επιχείρηση που απασχολεί 130 εργαζόμενους το πρόστιμο για μια απλή αλλαγή ρεπό η ωραρίου υπερβαίνει τις 7.500 ευρώ. Την στιγμή μάλιστα που το πρόστιμο για έναν αδήλωτο εργαζόμενο φτάνει στις 10.500 ευρώ (με τις δυνατότητες εκπτώσεως που παρέχονται στα προηγούμενα άρθρα του συγκεκριμένου νομοσχεδίου). Είναι απόλυτα ξεκάθαρο πως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ίδιας βαρύτητας παράβαση η απασχόληση σε άλλη βάρδια ενός εργαζομένου που είναι νόμιμα δηλωμένος για πενθήμερη οκτάωρη απασχόληση με την περίπτωση ενός μερικώς απασχολούμενου που εργάζεται επί οκτώ ώρες ημερησίως.

    Άρθρο 41 (Αναγνώριση Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος ως ισότιμου κοινωνικού εταίρου)

    Ο ΣΒΕΕ είναι εξ όσων γνωρίζουμε μια περιφερειακή οργάνωση που καλύπτει έναν τομέα της οικονομίας που ήδη εκπροσωπείται στο επίπεδο των εθνικών κοινωνικών εταίρων από τον ΣΕΒ. Αδυνατούμε, λοιπόν, να αντιληφθούμε που αποσκοπεί η προσθήκη μιας ακόμα οργανώσεως που καλύπτει τον ίδιο τομέα της οικονομίας και έχει μάλιστα πιο περιορισμένο τοπικό πεδίο εκπροσώπησης. Μια τέτοια ενέργεια ασφαλώς θα δημιουργήσει προηγούμενο και για άλλες οργανώσεις που έχουν ίσως και ευρύτερο πεδίο εκπροσώπησης από τον ΣΒΒΕ να υποβάλλουν παρόμοιο αίτημα και είναι βέβαιο πως στο τέλος θα οδηγήσει σε κατακερματισμό και αποδυνάμωση του εργοδοτικού συνδικαλισμού.

    Άρθρο 42 (Καθορισμός της 26ης Δεκεμβρίου ως ημέρας υποχρεωτικής αργίας)

    Η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων του τουριστικού τομέα λειτουργεί όλες τις ημέρες του έτους (εξαιρείται από την εφαρμογή των ρυθμίσεων περί υποχρεωτικών αργιών). Με την προτεινόμενη διάταξη, λοιπόν, προστίθεται μια ακόμα οικονομική επιβάρυνση στις τουριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες θα υποχρεωθούν να καταβάλουν την προβλεπόμενη από το νόμο προσαύξηση για το προσωπικό που θα απασχολήσουν την 26η Δεκεμβρίου. Σημειώνεται πως στον τουριστικό τομέα, ο οποίος είναι και αυτός που θίγεται ως επί το πλείστον από τη συγκεκριμένη ρύθμιση, υπάρχουν, ήδη, σε ισχύ ΣΣΕ, οι οποίες προβλέπουν αποδοχές κατά πολύ ανώτερες της ΕΓΣΣΕ.

  • 7 Ιουνίου 2018, 12:15 | Κώστας Δημητρίου

    ΑΙΤΗΣΗ – ΑΝΑΦΟΡΑ

    Προς:
    κ. Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κ. Έφη Αχτιόχλου
    κ. Υφυπουργό Οικονομικών, κ. Κατερίνα Παπανάτσιου
    κ. Διοικητή ΕΦΚΑ κ. Αθανάσιο Μπακαλέξη
    και
    κ. Διοικητή ΑΔΑΕ κ. Γιώργο Πιτσιλή

    κοινοποίηση: σε κάθε αρμόδιο & ενδιαφερόμενο

    //////////////////

    Θέμα: σχετικά με φορολογική – ασφαλιστική ενημερότητα & παρακράτηση δικαιούμενων ποσών ν. ή φ. προσώπων από δημόσιο ή νπδδ ή οτα (καθαρής αξίας & ΦΠΑ)

    Αξιότιμοι κ.κ.
    όπως σας είναι γνωστό επί εκκαθαρισμένων απαιτήσεων πάσης μορφής (λόγω συναλλαγής, παροχής υπηρεσιών, δικαστικών αποφάσεων κλπ.) νομικών ή φυσικών προσώπων από το δημόσιο ή τα νπδδ ή τους οτα, ζητείται φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, προκειμένου να παρακρατηθεί και να αποδοθεί αντιστοίχως τυχόν οφειλόμενο ποσό προς το δημόσιο ή τον όποιο ασφαλιστικό φορέα υφίσταται χρέος.

    Περιγραφή του προβλήματος:

    Όμως δημιουργείται το εξής πρόβλημα στις περιπτώσεις, όπου οι απαιτήσεις αυτές είναι αποτέλεσμα συναλλαγών, όπου έχουμε καθαρή αξία και πλέον αυτού το αναλογούν φπα.
    Στις περιπτώσεις αυτές: η όποια παρακράτηση λαμβάνει χώρα στο δικαιούμενο ποσό του νομικού ή φυσικού προσώπου, γίνεται αδιακρίτως αν αυτό αφορά καθαρή αξία ή φπα με αποτέλεσμα όταν το νομικό ή φυσικό πρόσωπο καλείται να υποβάλει τις προβλεπόμενες περιοδικές δηλώσεις φπα, να υποχρεούται να καταβάλλει εξ’ ιδίων επιπλέον ΦΠΑ,
    το οποίο έπρεπε
    ή να του έχει αποδοθεί και να έχει παρακρατηθεί μόνο το αντίστοιχο οφειλόμενο ποσό επί της καθαρής αξίας
    ή να έχει πιστωθεί σε ειδικό κωδικό ως υποχρέωση ΦΠΑ εκάστου νομικού ή φυσικού προσώπου, ούτως ώστε όταν καλείται να καταβάλλει το αντίστοιχο ΦΠΑ, να γίνεται αυτομάτως συμψηφισμός με το ήδη προκαταβληθέν ποσό ΦΠΑ και να καταβάλλεται μόνο το υπόλοιπο οφειλόμενο (αν υπάρχει),
    αλλιώς είτε να γίνεται απόδοση του τυχόν εναπομένοντος ποσού από ΦΠΑ εις χείρας του νομικού ή φυσικού προσώπου
    ή να πιστώνεται για το μέλλον για συμψηφισμό κατ’ αρχήν με φπα
    ή αν δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση φπα στο μέλλον με άλλες υποχρεώσεις έναντι δημοσίου αρχικώς και ασφαλιστικού φορέα στη συνέχεια και αν δεν υφίσταται κάποια απαίτηση να αποδίδεται στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το εναπομένον ποσό.

    Γνωρίζετε καλά ότι βρισκόμαστε σε ιδιαίτερα δύσκολη φάση, όπου η συντριπτική πλειονότητα, κυρίως ελευθέρων επαγγελματιών και εμπόρων, δυσκολεύεται να καλύψει τις ανελαστικές υποχρεώσεις της έναντι δημοσίου και ασφαλιστικού φορέα των, ενώ πολλές φορές λόγω αυτής της αιτίας και αν υπήρχε η όποια περίπτωση (και μάλιστα ασφαλής) να εισπράξει οφειλόμενα ποσά το δημόσιο ή ο ασφαλιστικός φορέας, το νομικό ή φυσικό πρόσωπο αποφεύγει να συναλλαχθεί με το δημόσιο ή τα νπδδ ή τους οτα ή υπαναχωρεί σε τυχόν εκπλήρωση συμβάσεων διάφορων μορφών, λόγω του ότι καθίσταται ιδιαίτερο βάρος η συναλλαγή ή χρησιμοποιούνται τρίτα παρένθετα πρόσωπα για υλοποίηση κάποιας συναλλαγής!

    Προτάσεις:

    Α. Ευκταίο θα ήταν να είχαμε επαναφορά, ιδίως για φυσικά πρόσωπα (ελεύθερους επαγγελματίες και εμπόρους) της μη απαίτησης φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας για απαιτήσεις μέχρι ενός ποσού καθαρής αξίας (π.χ. 1.500 €), τουλάχιστο αυτές που προέρχονται από συναλλαγές οποιασδήποτε μορφής (π.χ. προμήθεια, παροχή υπηρεσιών, έργο)!

    Β. Από την στιγμή που αυτό δεν γίνει, για να διευκολυνθεί η πραγματική οικονομία (ιδίως των μικρών μεγεθών) είναι ανάγκη να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση ώστε:

    «Στις περιπτώσεις όπου υφίσταται οποιασδήποτε μορφής απαίτηση από δημόσιο ή νπδδ ή οτα και απαιτείται φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα και το νομικό ή φυσικό πρόσωπο δεν είναι φορολογικά ή ασφαλιστικά ενήμερο, παρακρατείται ποσό μόνο έως της καθαρής αξίας, ενώ το ποσό που αφορά ΦΠΑ πιστώνεται ως προκαταβληθέν ποσό εκάστου νομικού ή φυσικού προσώπου και συμψηφίζεται με την υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ των επόμενων περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ.
    Στις περιπτώσεις που υφίσταται πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ αυτό πιστώνεται για επόμενες καταβολές ΦΠΑ και συμψηφίζεται.
    Αν στο μέλλον δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν είναι ασφαλιστικά ενήμερο, αυτό αποδίδεται-παρακρατείται από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα για ολική ή μερική εξόφληση τυχόν ληξιπρόθεσμης οφειλής του.
    Αν δεν υφίσταται καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή έναντι και του ασφαλιστικού φορέα, αυτό αποδίδεται στο νομικό ή φυσικό πρόσωπο».

  • 7 Ιουνίου 2018, 12:30 | Κώστας Δημητρίου

    Κοινοποιώ και εδώ την αναφορά μου για ένα θέμα που αφορά μεγάλο αριθμό συναλλασσόμενων με δημόσιο, οτα, νπδδ

    ΑΙΤΗΣΗ – ΑΝΑΦΟΡΑ

    Προς:
    κ. Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κ. Έφη Αχτιόχλου
    κ. Υφυπουργό Οικονομικών, κ. Κατερίνα Παπανάτσιου
    κ. Διοικητή ΕΦΚΑ κ. Αθανάσιο Μπακαλέξη
    και
    κ. Διοικητή ΑΔΑΕ κ. Γιώργο Πιτσιλή

    κοινοποίηση: σε κάθε αρμόδιο & ενδιαφερόμενο

    //////////////////

    Θέμα: σχετικά με φορολογική – ασφαλιστική ενημερότητα & παρακράτηση δικαιούμενων ποσών ν. ή φ. προσώπων από δημόσιο ή νπδδ ή οτα (καθαρής αξίας & ΦΠΑ)

    Αξιότιμοι κ.κ.
    όπως σας είναι γνωστό επί εκκαθαρισμένων απαιτήσεων πάσης μορφής (λόγω συναλλαγής, παροχής υπηρεσιών, δικαστικών αποφάσεων κλπ.) νομικών ή φυσικών προσώπων από το δημόσιο ή τα νπδδ ή τους οτα, ζητείται φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, προκειμένου να παρακρατηθεί και να αποδοθεί αντιστοίχως τυχόν οφειλόμενο ποσό προς το δημόσιο ή τον όποιο ασφαλιστικό φορέα υφίσταται χρέος.

    Περιγραφή του προβλήματος:

    Όμως δημιουργείται το εξής πρόβλημα στις περιπτώσεις, όπου οι απαιτήσεις αυτές είναι αποτέλεσμα συναλλαγών, όπου έχουμε καθαρή αξία και πλέον αυτού το αναλογούν φπα.
    Στις περιπτώσεις αυτές: η όποια παρακράτηση λαμβάνει χώρα στο δικαιούμενο ποσό του νομικού ή φυσικού προσώπου, γίνεται αδιακρίτως αν αυτό αφορά καθαρή αξία ή φπα με αποτέλεσμα όταν το νομικό ή φυσικό πρόσωπο καλείται να υποβάλει τις προβλεπόμενες περιοδικές δηλώσεις φπα, να υποχρεούται να καταβάλλει εξ’ ιδίων επιπλέον ΦΠΑ,
    το οποίο έπρεπε
    ή να του έχει αποδοθεί και να έχει παρακρατηθεί μόνο το αντίστοιχο οφειλόμενο ποσό επί της καθαρής αξίας
    ή να έχει πιστωθεί σε ειδικό κωδικό ως υποχρέωση ΦΠΑ εκάστου νομικού ή φυσικού προσώπου, ούτως ώστε όταν καλείται να καταβάλλει το αντίστοιχο ΦΠΑ, να γίνεται αυτομάτως συμψηφισμός με το ήδη προκαταβληθέν ποσό ΦΠΑ και να καταβάλλεται μόνο το υπόλοιπο οφειλόμενο (αν υπάρχει),
    αλλιώς είτε να γίνεται απόδοση του τυχόν εναπομένοντος ποσού από ΦΠΑ εις χείρας του νομικού ή φυσικού προσώπου
    ή να πιστώνεται για το μέλλον για συμψηφισμό κατ’ αρχήν με φπα
    ή αν δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση φπα στο μέλλον με άλλες υποχρεώσεις έναντι δημοσίου αρχικώς και ασφαλιστικού φορέα στη συνέχεια και αν δεν υφίσταται κάποια απαίτηση να αποδίδεται στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το εναπομένον ποσό.

    Γνωρίζετε καλά ότι βρισκόμαστε σε ιδιαίτερα δύσκολη φάση, όπου η συντριπτική πλειονότητα, κυρίως ελευθέρων επαγγελματιών και εμπόρων, δυσκολεύεται να καλύψει τις ανελαστικές υποχρεώσεις της έναντι δημοσίου και ασφαλιστικού φορέα των, ενώ πολλές φορές λόγω αυτής της αιτίας και αν υπήρχε η όποια περίπτωση (και μάλιστα ασφαλής) να εισπράξει οφειλόμενα ποσά το δημόσιο ή ο ασφαλιστικός φορέας, το νομικό ή φυσικό πρόσωπο αποφεύγει να συναλλαχθεί με το δημόσιο ή τα νπδδ ή τους οτα ή υπαναχωρεί σε τυχόν εκπλήρωση συμβάσεων διάφορων μορφών, λόγω του ότι καθίσταται ιδιαίτερο βάρος η συναλλαγή ή χρησιμοποιούνται τρίτα παρένθετα πρόσωπα για υλοποίηση κάποιας συναλλαγής!

    Προτάσεις:

    Α. Ευκταίο θα ήταν να είχαμε επαναφορά, ιδίως για φυσικά πρόσωπα (ελεύθερους επαγγελματίες και εμπόρους) της μη απαίτησης φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας για απαιτήσεις μέχρι ενός ποσού καθαρής αξίας (π.χ. 1.500 €), τουλάχιστο αυτές που προέρχονται από συναλλαγές οποιασδήποτε μορφής (π.χ. προμήθεια, παροχή υπηρεσιών, έργο)!

    Β. Από την στιγμή που αυτό δεν γίνει, για να διευκολυνθεί η πραγματική οικονομία (ιδίως των μικρών μεγεθών) είναι ανάγκη να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση ώστε:

    «Στις περιπτώσεις όπου υφίσταται οποιασδήποτε μορφής απαίτηση από δημόσιο ή νπδδ ή οτα και απαιτείται φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα και το νομικό ή φυσικό πρόσωπο δεν είναι φορολογικά ή ασφαλιστικά ενήμερο, παρακρατείται ποσό μόνο έως της καθαρής αξίας, ενώ το ποσό που αφορά ΦΠΑ πιστώνεται ως προκαταβληθέν ποσό εκάστου νομικού ή φυσικού προσώπου και συμψηφίζεται με την υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ των επόμενων περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ.
    Στις περιπτώσεις που υφίσταται πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ αυτό πιστώνεται για επόμενες καταβολές ΦΠΑ και συμψηφίζεται.
    Αν στο μέλλον δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν είναι ασφαλιστικά ενήμερο, αυτό αποδίδεται-παρακρατείται από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα για ολική ή μερική εξόφληση τυχόν ληξιπρόθεσμης οφειλής του.
    Αν δεν υφίσταται καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή έναντι και του ασφαλιστικού φορέα, αυτό αποδίδεται στο νομικό ή φυσικό πρόσωπο».

  • 6 Ιουνίου 2018, 11:30 | Γιώργος

    Σχετικά με τους ανθρώπους που είναι κοντά στη συνταξιοδότηση και για τον οποιονδήποτε λόγο έχουν οφειλές στα ταμεία θα πρέπει να υπάρξει συνολική ρύθμιση. Δεν μπορεί να κυνηγιούνται άνθρωποι για οφειλές 1000 και 2000 ευρώ πρό του 2017 όταν είναι πχ 65 χρονών, δουλεύουν και πληρώνουν ακόμα και έχουν 40+ χρόνια καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών. Είναι προσβλητικό για την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και για τη δικαιοσύνη του συστήματος. Το να παγώσουν οι οφειλές τέτοιου τύπου και να παρακρατηθούν από τις συντάξεις αυτών των ανθρώπων που ανά πάσα στιγμή μπορούν να βγουν στη σύνταξη είναι το ελάχιστο που πρέπει να γίνει και έχει μηδενικό δημοσιονομικό αντίκτυπο.

  • 5 Ιουνίου 2018, 12:18 | ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΚΛΑΒΙΔΑΚΗ

    Αγαπητοι
    Παροτι ειχαμε υποσχεσεις απο βουλευτες σας οτι σε αυτο το νομοσχεδιο θα ειχαμε λυση για το προβλημα των υποψηφιων συνταξιουχων που οφειλουν στον ΟΑΕΕ ανω των 20000 ευρω ,και στερουνται της συνταξης τους , δυστυχως δεν συμπεριλαβατε καποια λυση. Νομιζω οτι ισως ειναι η μοναδικη ευκαιρια για επιλυση αυτου του τραγικου θεματος. Μην την αφησετε να χαθει . Θα ηταν ιδανικο να βλεπατε την προσωρινη λυση του 2015 αλλα και αυτη να μην ειναι βρειτε κατι αλλο απλο οπως ο συμψιφησμος του συνολου των αναδρομικων συνταξεων με τις οφειλομενες εισφορες και η διαφορα να παρακρατειται η να αποδιδετε.
    Με τις μεγαλες καθυστερησεις στην Διαδοχικη [36 μηνες } ειναι αρκετες περιπτωσεις που οι οφειλες ειναι μικροτερες απο τις αναδρομικες συνταξεις.
    Επισης σκεφθειτε την μειωση με καποιο τροπο των τραγικων προστιμων και επιβαρυνσεων.
    Βρειτε μια μονιμη λυση εναρμονισμενη με το σημερα. Οι ισχυοντες νομοι για το θεμα δημιουργηθηκαν πριν 20 ετη με διαφορετικες συνθηκες.
    Δεν ειναι δυνατο να αγνοειτε χιλιαδες οικογενειες. να τις καταδικαζετε σε ισοβια στερηση συνταξιοδοτησης, με ολα οσα σημαινει αυτο, επειδη δυστυχως δεν εχουμε οργανωθει συλλογικα και δεν εχουμε φωνη.
    Παρακαλω πολυ δωστε λυση τωρα.
    Ευχαριστω

  • 4 Ιουνίου 2018, 19:46 | Γεώργιος Κοϊνάς

    Με δεδομένη τη βούληση σας να διορθωθούν λάθη – αδικίες παρακαλώ να στέρξει ο υπουργός στην επίλυση και αυτής της αδικίας η οποία κατά την γνώμη μου έχει τον χαρακτήρα κεφαλικού φόρου η δήμευσης και οδηγεί de facto στην βίαιη
    λήξη του συνταξιοδοτικού δικαιώματος (αναπηρίας 67%)

    Από το έτος 2004 μέχρι και σήμερα είμαι συνταξιούχος αναπηρίας67% δικαιούχος ΕΚΑΣ εφ΄όρου ζωής με τις τότε προϋποθέσεις διαδοχικής ασφάλισης (ΟΑΕΕ,ΙΚΑ),μέλος Ο.Ε με την σύζυγο μου.

    Με απόφαση του ΟΑΕΕ και για την συνταξιοδότηση μου έγινε η διαγραφή από τα μητρώα του την 31/12/1993 ημερομηνία λήξης του επαγγέλματος από την Εφορία.
    Η λύση της εταιρίας με δημοσίευση στο Πρωτοδικείο δεν ήταν δυνατόν να γίνει έγκαιρα (η εφορία ζητούσε υπέρογκα ποσά).
    10 χρόνια μετά ο ΟΑΕΕ ανέτρεψε την ίδια του την απόφαση (απόφαση Δ.Πρωτοδικίου) και η διαγραφή μου έγινε στις 02/09/2003 χρόνος λύσης της εταιρίας στο Πρωτοδικείο και σαν συνέπεια αυτής της ανατροπής μου ζητούνται αναδρομικά εισφορές + προσαυξήσεις 25.550 ευρώ να πληρωθούν εντός 3 μηνών κατά τα γνωστά αλλιώς θα διακόψουν την σύνταξη.
    Εκανα έφεση και απορρίφθηκε με πρόσφατη απόφαση 62/2018 με το αιτιολογικό ότι ως μέλος Ο.Ε οφείλω για την ιδιότητα μου αυτή κτλ και βάσει αποφάσεων του ΣτΕ 686-689/2004,2746-8/2007,130-131,655/2008,523/2009 7μ,2712,2751/2009 σε συνδυασμό με….κτλ. το Δικαστήριο δέχεται ότι όντως δεν άσκησα καμμιά δραστηριότητα και όλα τα έγγραφα που το αποδεικνύουν όμως
    το Σ.τ.Ε έχει άλλα αποφασίσει κατά καιρούς.
    Να σημειώσετε ότι τις ίδιες συνέπειες θα έχει και η συζυγος και αυτή ως Μέλος της Ο.Ε μακροχρόνια άνεργος.

    Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΕ ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΟΥ ΝΑ ΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΣΕ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΕ ΕΚΚΡΕΜΕΙΣ ΣΤΑ Δ.ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΝΑ ΔΙΟΡΘΩΣΕΤΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΑΔΙΚΙΕΣ
    Ευχαριστώ
    Γιώργος Κοϊνάς

  • 4 Ιουνίου 2018, 16:52 | ΤΡΑΒΑΓΙΑΚΗΣ ΝΚΟΛ.

    Κυρία υπουργε καλησπερα σας.
    Περιμένοντας τό νομοσχέδιο πού καταθεσατε καί διαβάζοντας το με μεγάλη προσοχή δυστιχως δεν υπάρχει κάποια ρύθμιση γιά όσους έχουν υποβάλλει αίτηση συνταξιοδοτης αλλά λόγω οφειλων δεν μπορούν να λάβουν σύνταξη.
    Περιμεναμε ότι θα υπήρχε διάταξη που θα έδινε τό δικαίωμα τού διακανονισμου μεγαλύτερου ποσού από αυτό πού ισχύει σήμερα.
    Ο νόμος 4331/2015 πού είχε ισχύ μόνο τρείς περίπου μήνες (15/7/2015-30/9/2015)έδινε το ποσό διακανονισμου 50.00€ ενώ σήμερα ανέρχεται σε 20.000€
    Ξερεται κ.υπουργε τί σημαίνει να έχεις 34(τριάντα τέσσερα)χρόνια εργασίας να έχεις πρόβλημα υγείας (αποφάσεις ΚΕΠΑ 2015 70% 2018 80%) να έχεις υποβάλλει γιά σύνταξη από 6/102015 με διακοπή στήν ΔΟΥ 30/9/2015 με διαδοχικη ασφάλεια (15ΙΚΑ+19ΟΑΕΕ)και μετά από 36(τριαντα εξι!!! μήνες αναμονή για εκκαθάριση να παρακρατουνται ολα τα αναδρομικά (ουδεμια αντίρρηση) μου ζητούν τήν πληρωμή τού υπολοιπου οφειλης 24.000€ περίπου απολύτως μετρητα γιά να πάρω συνταξη.
    Σε ερώτηση γιατί δεν παρακρατειται από τό ποσό τηςσυνταξης αφού τό ποσό τής σύνταξης αλλά καί τό υπόλοιπο τού χρόνου συνταξιοδοτησης (1/3/2018-28/2/2021) υπερκαλυβουν τήν οφειλη τό γραφείο ΕΦΚΑ στό Ηράκλειο Κρήτης απάντησε ότι γιά εξι(6)ημέρες δεν εμπιπτω στον νόμο 4331/2015 αν και έχω κάνει διακοπη στήν ΔΟΥ 30/9/2015.
    Δεν ζηταμε διαγραφή,δεν ζηταμε τήν καταβολή τών αναδρομικων εντοκως δεν ζηταμε την διαγραφή προστιμων-τοκων υπερημεριας -τήν διαγραφή τού ποσού ιατροφαρμακευτικης περθαλψηας πού σαν οφειλετες δεν είχαμε
    Θέλουμε να πληρωσουμε και κάποια στιγμή να αρχισουμε να παίρνουμε αυτό πού δικαιουμαστε μετά από τόσα χρόνια δουλειά καί επιτέλους να μην είμαστε βάρος στα παιδιά μας,στους συγγενεις και στους φίλους
    Πρέπει να γνωρίζεται ότι τό πρόβλημα απασχολεί χιλιάδες άτομα
    Πιστεύω να δείτε τό πρόβλημα καί θα προσπαθηστε να δωσεται λυση καί σας έχουν ενημερώσει καί τό σύνολο σχεδόν τών βουλευτων τής συμπολιτευσεως με ανάλογη ερώτηση στήν Βουλή πού μάλλον ακόμη δεν έχει απαντηθει.
    Σας ευχαριστω πολύ γιά τον χρόνο σας
    ΤΡΑΒΑΓΙΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
    ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ
    6944676457.

  • 4 Ιουνίου 2018, 12:29 | ΙΩΑΝΝΗΣ ΨΥΧΟΓΥΙΟΣ

    Θα πρέπει να περιοριστεί ρητά η μεταγενέστερη της αίτησης θεμελίωση δικαιώματος σε σύνταξη. Στο σημείο 2α μπερδεύεται η 6μηνη προθεσμία για την προσκόμιση δικαιολογητικών με την πλήρωση των προϋποθέσεων για σύνταξη. Η νομοθεσία η οποία θα εφαρμόζεται σε περίπτωση μεταγενέστερης θεμελίωσης θα πρέπει να ορίζεται ότι θα είναι η ισχύουσα την στιγμή της αίτησης γιατί σύμφωνα με αυτήν την νομοθεσία κρίνεται η πιθανή μεταγενέστερη θεμελίωση.

  • 4 Ιουνίου 2018, 08:59 | Κοϊνάς Γεώργιος

    Με δεδομένο ότι υπάρχει η βούληση να διορθωθούν αδικίες σας παραθέτω μια βίαιη λήξη συνταξιοδοτικού δικαιώματος!
    Από το 2004 μέχρι και σήμερα είμαι συνταξιούχος αναπηρίας 67% Δικαιούχος ΕΚΑΣ με όρους και προυποθέσεις διαδοχικής ασφάλισης (ΟΑΕΕ,ΙΚΑ) ποσού 486 Ευρώ + ΕΚΑΣ.

    Με Απόφαση του ΟΑΕΕ έγινε η διαγραφή από τα μητρώα το 2003. 10 χρόνια μετά ο ΟΑΕΕ ανέτρεψε με απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικίου την απόφαση του κρίνοντας ότι η διαγραφή μου έπρεπε να γίνει το 2003 που λύθηκε τυπικά στο πρωτοδικίο η Ο.Ε της οποίας ήμουν μέλος. Η διακοπή εργασιών της Βεβαίωση της εφορίας ορίζει την 31/12/1993 η οποία έγινε αναδρομικά ως είχα δικαίωμα το έτος 2003.
    Οι Συνέπειες αυτής της ανατροπής είναι ότι μου ζητούνται αναδρομικά εισφορές
    10 χρόνων ποσού με προσαυξήσεις 25.550 ευρώ και να εξοφληθούν κατά τά γνωστά δηλαδή το πλέον των 20.000 ευρώ με μετρητά και το υπόλοιπο με παρακράτηση από την σύνταξη αλλοιώς θα διακόψουν τη συνταξιοδότηση μου

    Εκανα έφεση η οποία απορρίφθηκε με πρόσφατη απόφαση 62/2018 με το αιτιολογικό ότι ως μέλος Ο.Ε από μόνη την ιδιότητα ως μέλος με βάσει αποφάσεις του ΣτΕ 686-689/2004,2746-8/2007,130-131, 655/2008 και άλλες.

    Κατά την γνώμη μου η απόφαση του Εφετείου αδικεί καθώς δεν είχα καμμία δραστηριότητα από το 1993 και μετά (προκύπτει από δηλώσεις εφορίας,επιμελητηρίου κτλ .
    Είναι άδικη η επιβολή εισφορών αυτού του τύου όταν αποδεδειγμένα δεν ασκείται δραστηριότητα και με αυτή την απόφαση θα λήξουν το συνταξιοδοτικό μου δικαίωμα αφού υπάρχει οικονομική αδυναμία.

    Η πρόταση μου είναι να στέρξει ο υπουργός στην διόρθωση αυτής της αδικίας η οποία έχει το χαρακτήρα κεφαλικού φόρου η Δήμευσης με διάταξη που να καλύπτει είτε εκκρεμείς σε διοικητικά δικαστήρια περιπτώσεις είτε σε όπου υπάρχει δεδικασμένο.

  • Επί του 2.α).
    Βέβαιο είναι ότι οι προϋποθέσεις θα πληρούνται σε «κάποιο» επόμενο της αίτησης μήνα.
    Ο κάποιος επόμενος μήνας πρέπει να περιοριστεί, πχ μέχρι τον 12ο μετά την αίτηση μήνα.
    Σε διαφορετική περίπτωση θα προκύψουν άπειρες εκκρεμείς αιτήσεις περιμένοντας εκείνο το μελλοντικό μήνα στον οποίο θα συμπληρωθούν μελλοντικά οι προϋποθέσεις.
    Επίσης πρέπει να διευκρινιστεί, ποιος νόμος τελικά θα ισχύσει ?
    Α). Ο τρέχων που ισχύει κατά την ημερομηνία της υποβολής της αίτησης, ή
    Β). Ο μελλοντικός που θα ισχύει κατά τη μελλοντική συμπλήρωση των προϋποθέσεων.

  • 2 Ιουνίου 2018, 11:09 | ΒΟΥΡΝΑΖΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

    Στο συγκεκριμενο καλο νομοσχεδιο θα ηταν δυνατο να προστεθει αρθρο που να αφορα τους υποψηφιους συνταξιουχους ΟΑΕΕ που οφειλουν ανω των 20000 ευρω.
    Η ανω των 20000 οφειλη πρεπει να εξοφληθει εφαπαξ εντος διμηνου.
    Αν δεν εξοφληθει , το αιτημα συνταξιοδοτησης αποριπτεται και η οφειλη γινετε ληξιπροθεσμη συνολικα. Οι συνεπειες ειναι οτι ο οφειλετης οποτε ξαναυποβαλει
    αιτημα συνταξιοδοτησης θα πρεπει να προκαταβαλει ολη την οφειλη, γεγονος αδυνατο, ιδιαιτερα αν σκεφθουμε οτι εχει ηδη χασει ολες τις αναδρομικες συνταξεις που μειωνουν
    την οφειλη μεσα απο τις 40 παρακρατησεις δοσεων απο τις καταβαλομενες συνταξεις. Τα τελευταια ετη μαλιστα εχει δημιουργηθει το φαινομενο καποιος να οφειλει πχ. 25000 και οι αναδρομικες συνταξεις να ειναι 27000 η 30000.
    Αυτο συμβαινει λογω των μεγαλων καθυστερησεων στην απονομη συνταξης, ιδιαιτερα
    αν ειναι με διαδοχικη ασφαλιση.Εχω συγκεκριμενη περιπτωση που η βεβαιωση οφειλης ΟΑΕΕ ηρθε στις 20-5-2018 και η αιτηση ειχε κατατεθει 25-1-2016.
    Αν υπολογισουμε και 6 με 9 μηνες επιπλεον για το ΙΚΑ, φθανουμε τους 36 μηνες.
    Οι αναδρομικες συνταξεις 36 μηνων κατα μεσο ορο ειναι απο 18000 εως 36000 ευρω. Σιγουρα ο νομοθετης πριν 15 ετη οταν αποφασιζε για αυτο υπολογιζε χρονο απονομης συνταξης 6 μηνες με τα αναλογα αναδρομικα και ηταν λειτουργικη η ρυθμιση. Τωρα που χρειαζομαστε 36 μηνες σιγουρα χρειαζεται προσαρμογη.
    Επισης σκεφθειτε οτι ακομη και αν καποιος οφειλει κατω των 20000 και συνταξιοδοτειται κανονικα με παρακρατηση 40 δοσεων θα του καταβαλετε καποιο ποσο αναδρομικα που μαλλον θα καταληξει κατασχεθεν απο καποια τραπεζα.
    Χρηματα του ΕΦΚΑ τα δωριζετε στις τραπεζες.
    Νομιζω οτι ο συμψιφισμος οφειλων και αναδρομικων συνταξεων ειναι δικαιος και λογικος. αν υπαρχει διαφορα να διακανονιζεται με καποιο τροπο.
    Δεν αναφερω καθολου το ανθρωπιστικο σκελος αυτης της διαδικασιας γιατι ειναι αυτονοητο.
    Τολμηστε και βελτιωστε το.Χωρις να ζητησετε νεα αιτηση σε οσους εχουν αποριφθει για αυτο τον λογο.
    Σας ευχαριστω πολυ

  • 1 Ιουνίου 2018, 16:47 | Antonis

    Σχετικά με την περίπτωση γ) απασχόλησης συνταξιούχων θα πρέπει να ληφθεί ειδική μέριμνα για ελεύθερους επαγγελματίες μέλη προσωπικών εταιρειών και να μη περιοριστεί η εν λόγω διάταξη αμιγώς στους ατομικά απασχολούμενους. Επίσης στους έχοντες άνω των 40 ετών ασφάλισης να συνεχίσει να ισχύει η ρύθμιση περί μειωμένης ασφαλιστικής εισφοράς και μετά τη συνταξιοδότησή τους. Μια άλλη πρόταση θα μπορούσε να είναι ο συμψηφισμός χρεών οφειλετών αντί καταβολής της σύνταξης αυτής ή έστω παρακράτησης ενός ποσού σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Με αυτό τον τρόπο η παραγωγική δραστηριότητα συνεχίζεται και ο ασφαλισμένος συνεχίζει να καταβάλλει ομαλά τις τρέχουσες εισφορές του.

  • 1 Ιουνίου 2018, 11:28 | Νικόλαος

    Συγγενικό μου πρόσωπο, λαμβάνει από το ΝΑΤ σύνταξη λόγω θανάτου του γονέα του, επειδή είναι τέκνο ανίκανο προς εργασία.
    Σε αυτό το ταμείο, η σύναψη γάμου από τα ανίκανα τέκνα επιτρέπονταν, νομίζω το ίδιο και στο ΙΚΑ κλπ ταμεία, αλλά έτσι όπως είναι διαμορφωμένο το άρθρο, ίσως τεθεί θέμα αναδρομικότητας, το οποίο εκτός της αδικίας, είναι αντίθετο και με πολλές αποφάσεις του ΣΤΕ, οι οποίες αναφέρουν ότι η νομοθεσία που διέπει τους συνταξιούχους λόγω θανάτου, είναι αυτή που ισχύει ημερομηνία του θανάτου του άμεσα ασφαλισμένου.

    Αλλά και γενικότερα, δηλαδή με την νομοθεσία του ΕΦΚΑ, θα έπρεπε αυτή η διάταξη να διορθωθεί, γιατί δεν έχει καμία απολύτως σχέση η αναπηρία με τον γάμο.
    Ο ανίκανος για κάθε εργασία άνθρωπος, συνήθως είναι και μη αυτοεξυπηρετούμενος, και εφόσον δεν είναι τυχερός να έχει κοντά του ένα συγγενικό του πρόσωπο, το οποίο θα τον βοηθάει στις καθημερινές του ανάγκες, και δεν θα επιτρέπεται να συνάψει γάμο βάσει της νομοθεσίας, τότε θα πρέπει να μπει σε ίδρυμα.