Άρθρο 06: Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4, ο έλεγχος, η ρύθμιση και η εποπτεία της αγοράς των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ασκούνται από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.), η οποία αποτελεί την Εθνική Ρυθμιστική Αρχή (National Regulatory Authority) σε θέματα παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών και έχει συσταθεί με το ν. 2246/1994 (ΦΕΚ 172 Α΄). Η Ε.Ε.Τ.Τ. συγκροτείται από εννέα (9) μέλη, εκ των οποίων ένας είναι Πρόεδρος και δύο Αντιπρόεδροι. Εκ των δύο Αντιπροέδρων, ο ένας είναι αρμόδιος για τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ο άλλος για τον τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών. Τα μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ., κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, απολαύουν πλήρους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι επιλέγονται και διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Τα υπόλοιπα μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ. διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Ως μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ. επιλέγονται πρόσωπα εγνωσμένου κύρους, που απολαμβάνουν ευρείας κοινωνικής αποδοχής και διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση και την επαγγελματική τους ικανότητα στον τεχνικό, οικονομικό ή νομικό τομέα. Η θητεία του Προέδρου και των μελών της Ε.Ε.Τ.Τ. είναι τετραετής. Δεν επιτρέπεται ο διορισμός των μελών της Ε.Ε.Τ.Τ. για περισσότερο από δύο θητείες.

2. Η Ε.Ε.Τ.Τ. είναι ανεξάρτητη διοικητική αρχή με έδρα την Αθήνα και απολαμβάνει πλήρη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, ενεργεί ανεξάρτητα και δεν ζητά ούτε λαμβάνει οδηγίες από κανέναν άλλον φορέα σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται. Κατά την άσκηση των καθηκόντων της που ορίζονται στο άρθρο 12 σημείο λζ η Ε.Ε.Τ.Τ. ενεργεί ανεξάρτητα και κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων. Η Ε.Ε.Τ.Τ. μπορεί, με απόφασή της, να εγκαθιστά και λειτουργεί γραφεία και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Οι κανονιστικές αποφάσεις της Ε.Ε.Τ.Τ. γνωστοποιούνται στον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Έκθεση πεπραγμένων της Ε.Ε.Τ.Τ. υποβάλλεται κατ’ έτος στον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και στον Πρόεδρο της Βουλής. Η Ε.Ε.Τ.Τ. υποβάλλει στον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, κατόπιν αιτήματος αυτού, εκθέσεις για την κατάσταση στον τομέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

3. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι της Ε.Ε.Τ.Τ. είναι δημόσιοι λειτουργοί πλήρους απασχόλησης. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους αναστέλλεται η άσκηση οποιουδήποτε άλλου δημόσιου λειτουργήματος. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι της Ε.Ε.Τ.Τ. δεν επιτρέπεται να ασκούν καμία επαγγελματική δραστηριότητα ή να αναλαμβάνουν άλλα καθήκοντα, αμειβόμενα ή μη στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, με εξαίρεση διδακτικά καθήκοντα μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού Πανεπιστημίων, υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Οι αποδοχές του Προέδρου και των Αντιπροέδρων και η αποζημίωση των υπόλοιπων μελών της Ε.Ε.Τ.Τ. καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, κατά παρέκκλιση των διατάξεων που ισχύουν.

4. Ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και τα μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ. μπορούν να απολυθούν μόνον εφόσον δεν καλύπτουν πλέον τους απαιτούμενους όρους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως αυτοί καθορίζονται επακριβώς και εκ των προτέρων στον παρόντα νόμο. Η απόφαση απόλυσής τους πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη, επί ποινή ακυρότητας και τους κοινοποιείται, πρέπει δε απαραίτητα να λαμβάνει δημοσιότητα κατά τη χρονική στιγμή της απόλυσής τους. Ομοίως, οι ίδιοι δικαιούνται να ζητήσουν τη δημοσίευσή της, σε περίπτωση που αυτό δεν θα συνέβαινε διαφορετικά.

5. Το άρθρο 18 του ν. 3728/2008 (ΦΕΚ 258 Α΄) εφαρμόζεται αναλόγως για τα μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ., και το προσωπικό της όταν δρουν εντός των πλαισίων των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων τους σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

6. Με απόφαση της Ε.Ε.Τ.Τ. μπορεί να παρέχεται νομική προστασία στα μέλη της και στο εν γένει προσωπικό της, ακόμη και μετά τη λήξη της θητείας τους ή την αποχώρησή τους από την Υπηρεσία, όταν ενάγονται ή διώκονται ποινικά για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η νομική προστασία συνίσταται στην καταβολή των δικαστικών δαπανών και των δικηγορικών αμοιβών για την υπεράσπισή τους ή σε ό,τι άλλο κρίνεται αναγκαίο για το σκοπό αυτό, περιλαμβανομένης και της ασφαλιστικής κάλυψης. Σε περίπτωση αμετάκλητης ποινικής καταδίκης οι καταβληθείσες δικαστικές δαπάνες και δικηγορικές αμοιβές αναζητούνται από τον καταδικασθέντα κατά το μέρος που τον αφορούν.

  • Ο προβλεπόμενος στο παρόν άρθρο του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου τρόπος διορισμού των μελών της Ε.Ε.Τ.Τ. -ο οποίος είναι όμοιος με τον νυν ισχύοντα του αρθ. 72 του Ν. 3371/2005- δεν εξασφαλίζει την αναγκαία και προβλεπόμενη στο ισχύον Κοινοτικό Δίκαιο ανεξαρτησία των μελών της Επιτροπής ως Εθνικής Κανονιστικής Αρχής και ως εκ τούτου αντίκειται σε αυτό (βλ. Οδηγία Πλαίσιο 2002/21/ΕΚ “κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών”, ΕΕ L 108/24-4-2002, όπου στο κεφάλαιο ΙΙ, άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας ορίζεται ότι «2. Τα κράτη μέλη εγγυώνται την ανεξαρτησία των εθνικών κανονιστικών αρχών εξασφαλίζοντας ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές είναι νομικά διακριτές και λειτουργικά ανεξάρτητες από όλους τους οργανισμούς παροχής δικτύων, εξοπλισμού ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη τα οποία διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων παροχής δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εξασφαλίζουν τον αποτελεσματικό διαρθρωτικό διαχωρισμό της κανονιστικής λειτουργίας από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο. 3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αμεροληψία και τη διαφάνεια των εθνικών κανονιστικών αρχών κατά την άσκηση των εξουσιών τους.»).
    Μάλιστα δεδομένου ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποτελεί μέτοχο (και μάλιστα κατά ποσοστό 10%) της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών ανωνύμου εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε., είναι φανερό ότι διατηρεί ιδιαιτέρως σημαντικά συμφέροντα στον με δεσπόζουσα θέση στην εγχώρια αγορά τηλεπικοινωνιών ΟΤΕ όσο και στη θυγατρική αυτού (κατά 100%) COSMOTE AE που αποτελεί τον μεγαλύτερο πάροχο κινητής τηλεφωνίας της χώρας. Κατά δε την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, ακόμα και ελάχιστη συμμετοχή του δημοσίου σε επιχείρηση θεωρείται ότι αποδίδει σε αυτή χαρακτήρα δημοσίας επιχειρήσεως, καθ’ υπέρβαση του αμιγώς οργανικού κριτηρίου, καθ’ όσον αληθές κριτήριο αποτελεί το κατά πόσον το Δημόσιο είναι πράγματι σε θέση να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή επί των επιχειρήσεων αυτών.
    Η ίδια η Ε.Ε.Τ.Τ., όταν το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών είχε θέσει σε διαβούλευση το σχέδιο του νυν ισχύοντος Νόμου 3431/2006 «περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών» συμμετείχε στη διαβούλευση αυτή με τις από 6-6-2005 «Παρατηρήσεις-Σχόλια επί του Σχεδίου Νόμου για τη μεταφορά στο Εθνικό Δίκαιο του νέου πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες» (το κείμενο των οποίων βρίσκεται αναρτημένο στην ιστοσελίδα της, Ανακοίνωση της 8-6-2005 http://www.eett.gr/opencms/opencms/admin/downloads/Announcments/old_Announcments/SN_HLEKTR_EPIKOINONIES.pdf) και διαβλέποντας τη μείωση της ανεξαρτησία της (λόγω του τρόπου διορισμού των μελών της σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη στο αρθ. 10 του τότε -αλλά και του νυν- σχεδίου νόμου πειθαρχική διαδικασία) διατύπωνε επί λέξει τις ακόλουθες απόψεις: (σελ. 6-8 απόψεών της στη Δημόσια Διαβούλευση):
    «Β.6
    Το παρόν Νομοσχέδιο μειώνει την ανεξαρτησία της ΕΕΤΤ και περιορίζει τις εξουσίες που της δίνει το νομικό πλαίσιο για να δράσει. Το παρόν Νομοσχέδιο δεν περιέχει κανόνες επιλογής και διορισμού των µελών της ΕΕΤΤ κατά τρόπο ώστε να καθίσταται απόλυτα σαφές ότι µε τη διαδικασία επιλογής διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της ΕΕΤΤ, που αποτελεί την Εθνική Ρυθμιστική Αρχή, όπως επιτάσσει η κοινοτική νομοθεσία (βλ. ιδίως το άρθρο 3 της οδηγίας πλαίσιο 2002/21) προς συμμόρφωση µε την οποία θα εκδοθεί ο σχετικός νόμος.
    Η ρύθμιση του ν. 2867/2000 ήταν πλήρης, αφού όριζε ρητά ότι (άρθρο 3, παρ. 3) τα µέλη της ΕΕΤΤ διορίζονται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών μετά από προηγούμενη επιλογή τους από τη διάσκεψη των Προέδρων µε αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των µελών της και ότι (άρθρο 3, παρ. 4) η θητεία τους είναι πενταετής. Τόσο η διαδικασία διορισμού όσο και η θεσμοθέτηση θητείας ορισμένης διάρκειας των µελών της ΕΕΤΤ συνιστά δικλείδα ασφαλείας για τη διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας της ΕΕΤΤ. Δυστυχώς, οι διατάξεις του νομοσχεδίου, ιδίως περί πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον των µελών της ΕΕΤΤ και µη ρητής ανάθεσης της κατ’ αποκλειστικότητα εξέτασης θεμάτων ανταγωνισμού, σε συνδυασμό µε τον απροσδιόριστο στο νομοσχέδιο τρόπο ορισμού των µελών της ΕΕΤΤ ουσιαστικά επιτρέπουν την αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της ΕΕΤΤ και συνιστούν πλημμελή µμεταφορά του ευρωπαϊκού πλαισίου στην Ελληνική έννομη τάξη.» και κατωτέρω στον κατ’ άρθρο σχολιασμό του τότε νομοσχεδίου (σελ. 15-16 απόψεων της Ε.Ε.Τ.Τ. στη Δημόσια Διαβούλευση):
    «Άρθρο 7
    Η σχετική ρύθμιση είναι ατελής διότι δεν περιέχει κανόνες επιλογής και διορισμού των µελών της ΕΕΤΤ κατά τρόπο ώστε να καθίσταται απόλυτα σαφές ότι µε τη διαδικασία επιλογής οπωσδήποτε διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της ΕΕΤΤ ως Εθνική Ρυθμιστική Αρχή, όπως επιτάσσει η κοινοτική νομοθεσία (ιδίως άρθρο 3 της Οδηγίας Πλαίσιο 2002/21).
    Άρθρα 9 παρ. 4 και άρθρο 10
    Οι διατάξεις συνιστούν υποβάθμιση του ρυθμιστικού ρόλου της ΕΕΤΤ και της υπόστασής της ως ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση µε το πνεύμα και το γράμμα των νέων κοινοτικών οδηγιών.
    Ειδικότερα, η ΕΕΤΤ εξακολουθεί να καλείται «Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή που απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας», ο ορισμός αυτός καταλύεται στην πράξη από ρυθμίσεις όπως αυτή του άρθρου 10 και 9.
    Συγκεκριμένα, εισάγεται διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου κατά των µελών της ΕΕΤΤ και μάλιστα µε δυνατότητα παύσης τους, η οποία κινείται µε απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, ενώπιον Πειθαρχικού Συμβουλίου.
    Εντούτοις, µε βάση το άρθρο 3 παράγραφος 3 του ν. 2867/2000 «Τα µέλη της ΕΕΤΤ κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν πλήρους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και τα υπόλοιπα µέλη της ΕΕΤΤ διορίζονται µε Απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών μετά από προηγούμενη επιλογή τους από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής µε αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των µελών της.». Σύμφωνα µε το ισχύον πλαίσιο επιλογής και διορισμού των Μελών της ΕΕΤΤ, η πρόβλεψη πειθαρχικού ελέγχου των µελών της ΕΕΤΤ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά προσβολή του κύρους του Κοινοβουλίου το οποίο έχει σήμερα διορίσει τα µέλη της ΕΕΤΤ και µόνο αυτό μπορεί να τα παύσει. Αποτελεί δε αντίφαση και µε την ίδια την πρόβλεψη της διάταξης του νέου Σχεδίου Νόμου, κατά την οποία η ΕΕΤΤ είναι ανεξάρτητη αρχή.».
    Ήδη άλλωστε το ΔΕΚ έχει κρίνει ad hoc (υπόθεση C-53/03, παρ. 31) όσον αφορά την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, τα μέλη της οποίας διορίζονται με ανάλογο τρόπο με τον προβλεπόμενο από το παρόν σχέδιο νόμου για τα μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ., ότι:
    «…31 Ακολούθως, μολονότι είναι γεγονός ότι τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού απολαύουν, κατά τις διατάξεις του νόμου 703/1977, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και ότι, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, δεσμεύονται μόνον από το νόμο και τη συνείδησή τους, ωστόσο δεν εξασφαλίζεται ότι η παύση τους ή η ανάκληση του διορισμού τους τυγχάνουν ιδιαιτέρων εγγυήσεων. Το εν λόγω σύστημα δεν είναι, πάντως, ικανό να παρεμποδίσει τις μη προσήκουσες επεμβάσεις ή πιέσεις της εκτελεστικής εξουσίας προς τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1999, C 103/97, Köllensperger και Atzwanger, Συλλογή 1999, σ. I-551, σκέψη 21).».
    Κατ’ αντιστοιχία προς όσα έχουν ήδη κριθεί κυριαρχικά από το ΔΕΚ σχετικά με την Επιτροπή Ανταγωνισμού ως «ανεξάρτητης διοικητικής αρχής» και δεδομένου ότι αφενός βάσει του άρθρου 12 παρ. στ΄ του νομοσχεδίου η ΕΕΤΤ δύναται να ζητά την συνδρομή της Επιτροπής Ανταγωνισμού σε θέματα εφαρμογής του Ν. 703/1977, αφετέρου σύμφωνα με το αρθ. 10 του νομοσχεδίου η πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του Προέδρου και των Αντιπροέδρων της ΕΕΤΤ ασκείται ύστερα από αίτηση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, ούτε και το προβλεπόμενο στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου σύστημα διορισμού και ελέγχου των μελών της ΕΕΤΤ παρέχει εχέγγυα αληθούς ανεξαρτησίας από έμμεσες ή άμεσες πιέσεις της εκτελεστικής εξουσίας, κατά μείζονα δε λόγο διότι, εν προκειμένω, το Ελληνικό Δημόσιο αποτελεί σημαντικό μέτοχο του ΟΤΕ, κάτι το οποίο δεν ισχύει για εποπτευόμενες από την Επιτροπή Ανταγωνισμού επιχειρήσεις στις οποίες δεν μετέχει το Ελληνικό Δημόσιο.
    Είναι δε χαρακτηριστική σχετικά η 12η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (29-3-2007, ήτοι χρόνο κατά τον οποίο ο νόμος προέβλεπε ως προς τον τρόπο διορισμού των μελών της ΕΕΤΤ τα όμοια με τα περιλαμβανόμενα στο παρόν νομοσχέδιο) σχετικά με την ανεξαρτησία των Εθνικών Ρυθμιστικών Αρχών, όπου αναφέρεται «Η έκταση της πολιτικής επιρροής σε τρέχουσες κανονιστικές αποφάσεις σε ορισμένα Κράτη Μέλη αποτελεί ένα ζήτημα που χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Η είσοδος νέων παρόχων και οι διασυνοριακές επενδύσεις θα φθάσουν το μέγιστο των δυνατοτήτων εκεί όπου η αγορά μπορεί να εμπιστευθεί την ανεξαρτησία και αμεροληψία του ρυθμιστή», «Η αποτελεσματικότητα ενός εθνικού ρυθμιστή εξαρτάται από αμφότερες την εντύπωση και την πραγματικότητα της ανεξαρτησίας από εξωτερικές επιρροές που μπορούν να επηρεάσουν την αντικειμενικότητα της λήψης αποφάσεων και εφαρμογής τους» (Παράρτημα), ενώ ειδικώς σε σχέση με την Ελληνική Ρυθμιστική Αρχή το Παράρτημα της ανωτέρω Εκθέσεως αναφέρει ότι (σελ. 131 Παραρτήματος) «Ο νέος νόμος (ενν. το αρθ. 72 του Ν. 3371/2005 που προβλέπει όμοιο με το παρόν νομοσχέδιο τρόπο διορισμού των μελών της ΕΕΤΤ) έχει παράσχει στην ΕΕΤΤ εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Η υιοθέτηση του νέου νόμου έφερε αλλαγές στον τρόπο διορισμού της διοίκησης της ΕΕΤΤ. Ο Πρόεδρος και οι δύο Αντιπρόεδροι διορίζονται πλέον από το Συμβούλιο Υπουργών σε συνέχεια συζήτησης στη Βουλή, και όχι πλέον από την αρμόδια πλειοψηφία των Προέδρων της Βουλής. Οι εναλλακτικοί πάροχοι πιστεύουν ότι ο νέος νόμος καθιστά την ΕΕΤΤ πλέον επιρρεπή σε πολιτικές επιρροές και λιγότερο ανεξάρτητη».
    Κατά συνέπεια, θεωρούμε πως ο προβλεπόμενος στο παρόν άρθρο του νομοσχεδίου τρόπος διορισμού των μελών της ΕΕΤΤ σε συνδυασμό με τη δυνατότητα πειθαρχικού ελέγχου του άρθρου 10 του σχεδίου νόμου παραβιάζει ευθέως τις αμέσου εφαρμογής και αυξημένης τυπικής ισχύος (ως εξισούμενες με πρωτογενές Κοινοτικό Δίκαιο) διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2002/21/ΕΚ, καθ’ όσον ουδόλως εγγυάται την αληθή ανεξαρτησία, αμεροληψία και διαφάνεια που πρέπει να χαρακτηρίζουν τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όπως είναι η ΕΕΤΤ. Αντιθέτως, τις επιταγές της ανεξαρτησίας θα υπηρετούσε κατά τρόπο προφανώς αρτιότερο τουλάχιστον μία διαδικασία διορισμού των μελών της ΕΕΤΤ αντίστοιχη αυτής που προβλεπόταν στο αρθ. 3 παρ. 3 του προϊσχύσαντος Ν. 2867/2000 κατά τον οποίο «Ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και τα υπόλοιπα μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ. διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών μετά από προηγούμενη επιλογή τους από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με την αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών της.»

  • 7 Μαρτίου 2012, 14:19 | Δρ Γεώργιος Γιαννιτσιώτης

    Γιατί ο ορισμός του Προεδρείου της ΕΕΤΤ δεν γίνεται από την Βουλή των Ελλήνων (όπως αρμόζει σε μια κατά ΕΕ Ανεξάρτητη Αρχή) αλλά με ΠΥΣ; (το αυτό ερώτημα και για τα μέλη)