Άρθρο 49
Μισθολογικές προσαυξήσεις δικαστικών λειτουργών – Τροποποίηση άρθρου 4 ν. 2521/1997
Στο άρθρο 4 του ν. 2521/1997 (Α΄ 174), περί διαρρυθμίσεων μισθολογικών προαγωγών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στο πρώτο εδάφιο της περ. α) μετά τις λέξεις «Παρέδρου Πρωτοδικείου,» προστίθενται οι λέξεις «Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη,», αβ) οι περ. β) και στ) αντικαθίστανται, β) στην παρ. 2, μετά τη λέξη «όχι» προστίθενται οι λέξεις «το χρονικό διάστημα φοίτησης στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και πρακτικής άσκησης στα δικαστικά καταστήματα, καθώς και» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 4 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 4
Διαρρυθμίσεις μισθολογικών προαγωγών
1.α) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Πρωτοδίκη, Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοιχους, οι οποίοι συμπληρώνουν επτά (7) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Παρέδρου Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοιχων, και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχονται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, οι αποδοχές του επόμενου βαθμού. Ως αποδοχές νοούνται ο βασικός μισθός, καθώς και τα κάθε είδους επιδόματα και λοιπές παροχές που θα ελάμβανε ο δικαστικός λειτουργός αν είχε προαχθεί στο βαθμό αυτό.
β) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Προέδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχους, οι οποίοι συμπληρώνουν τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό του οικείου κλάδου και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, καθώς και στους ίδιους δικαστικούς λειτουργούς που συμπληρώνουν δώδεκα (12) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Πρωτοδίκη, Παρέδρου Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη και αντίστοιχων παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από τη συμπλήρωση του προς προαγωγή χρόνου, προσαύξηση ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Στους δικαστικούς λειτουργούς του πρώτου εδαφίου, οι οποίοι συμπληρώνουν στον βαθμό τους διπλάσιο χρόνο από τον κατά νόμο απαιτούμενο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και εξακολουθούν να παραμένουν στον ίδιο βαθμό μη προαγόμενοι ελλείψει κενών θέσεων, καθώς και στους ίδιους αυτούς δικαστικούς λειτουργούς που συμπληρώνουν δέκα επτά (17) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Πρωτοδίκη, Παρέδρου Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη και αντιστοίχων παρέχεται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προσαύξηση ίση με τα ενενήντα εκατοστά (90/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού από τη συμπλήρωση του διπλάσιου αυτού χρόνου. Για τη χορήγηση των προσαυξήσεων λόγω μη προαγωγής στον επόμενο βαθμό λαμβάνεται υπόψη μόνο ο προβλεπόμενος από τις οικείες διατάξεις χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό για προαγωγή στον επόμενο. Στους Πρωτοδίκες, Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες των διοικητικών δικαστηρίων, οι οποίοι συμπληρώνουν δώδεκα (12) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Παρέδρου Πρωτοδικείου, Παρέδρου Εισαγγελίας, Παρέδρου Πρωτοδικείου των διοικητικών δικαστηρίων, Ειρηνοδίκη και Δόκιμου Ειρηνοδίκη και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προσαύξηση ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του προέδρου πρωτοδικών και του βασικού μισθού του Εφέτη. Στους Πρωτοδίκες, Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες των διοικητικών δικαστηρίων, οι οποίοι συμπληρώνουν δέκα επτά (17) συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Παρέδρου Πρωτοδικείου, Παρέδρου Εισαγγελίας, Παρέδρου Πρωτοδικείου των διοικητικών δικαστηρίων, Ειρηνοδίκη και Δόκιμου Ειρηνοδίκη και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προσαύξηση ίση με τα ενενήντα εκατοστά (90/100) της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του Προέδρου Πρωτοδικών και του βασικού μισθού του Εφέτη.
γ) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Εφέτη και αντίστοιχους, οι οποίοι συμπληρώνουν τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό του οικείου κλάδου και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από τη συμπλήρωση του προς προαγωγή χρόνου, προσαύξηση ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Στους ίδιους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι συμπληρώνουν στο βαθμό τους διπλάσιο χρόνο από τον κατά νόμο απαιτούμενο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και εξακολουθούν να παραμένουν στον ίδιο βαθμό μη προαγόμενοι ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από τη συμπλήρωση του διπλάσιου αυτού χρόνου, προσαύξηση ίση με τα ενενήντα πέντε εκατοστά (95/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Για τη χορήγηση των προσαυξήσεων στους ανωτέρω δικαστικούς λειτουργούς λαμβάνεται υπόψη μόνο ο προβλεπόμενος από τις οικείες διατάξεις χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό για προαγωγή στον επόμενο.
δ) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Συμβούλου Επικρατείας, Προέδρου Εφετών και αντίστοιχους, οι οποίοι παραμένουν επί τριετία στο βαθμό τους και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων ή λόγω εξάντλησης της ιεραρχίας τους αντίστοιχα, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προσαύξηση ίση με τα εβδομήντα εκατοστά (70/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού. Στο χρόνο υπηρεσίας των δικαστικών λειτουργών με βαθμό Συμβούλου Επικρατείας και αντίστοιχων συνυπολογίζεται και ο χρόνος υπηρεσίας τους ως Προέδρων Εφετών. Για τους βαθμούς του Αντεισαγγελέα του Α.Π., του Αντεπιτρόπου Επικρατείας του Ε.Σ. και των Τ.Δ.Δ. και του Προέδρου και Εισαγγελέα Εφετών, ως αμέσως επόμενος βαθμός για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρείται ο βαθμός του Αντιπροέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου.
ε) Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Αντιπροέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου και αντίστοιχους, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από της προαγωγής τους ως Αντιπροέδρων προσαύξηση ίση με τα εβδομήντα εκατοστά (70/100) της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού Αντιπροέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου και Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου.
στ) Η περ. α) και τα εδάφια τέταρτο και πέμπτο της περ. β) εφαρμόζονται αναλόγως και στους πρωτοδίκες ειδικής επετηρίδας του άρθρου 8 του ν. 5108/2024 (Α΄ 65), με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 10 του ίδιου νόμου. Επιπρόσθετα, στους πρωτοδίκες ειδικής επετηρίδας, καθώς και στους πρωτοδίκες γενικής επετηρίδας και στους προέδρους πρωτοδικών, που εντάχθηκαν στη γενική επετηρίδα μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας βάσει του ν. 5108/2024 παρέχεται, μετά τη συμπλήρωση δικαστικής υπηρεσίας είκοσι τεσσάρων (24) ετών, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας ως Πρωτοδίκη, Ειρηνοδίκη, Δόκιμου Ειρηνοδίκη, και με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο βασικός μισθός του εφέτη.
- Για την εφαρμογή της παρ. 1, ως υπηρεσία νοείται μόνο η πραγματική υπηρεσία που έχει διανυθεί με την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, και όχι το χρονικό διάστημα φοίτησης στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και πρακτικής άσκησης στα δικαστικά καταστήματα, καθώς και οι υπηρεσίες ή προϋπηρεσίες σε άλλες θέσεις, ανεξάρτητα αν αυτές λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας.
- Για τη χορήγηση μισθολογικής προαγωγής σε δικαστικό λειτουργό με βαθμό Προέδρου Εφετών και κάτω ή αντίστοιχο, στον οποίο έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ή υπάρχει ποινική καταδίκη σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του ή στις εκθέσεις επιθεώρησης και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού του μητρώου υπάρχουν δυσμενείς χαρακτηρισμοί για την υπηρεσιακή του απόδοση, απαιτείται και σύμφωνη γνώμη του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δεν συμφωνεί με τη χορήγηση της μισθολογικής προσαύξησης, ο δικαστικός λειτουργός επανακρίνεται μετά ένα έτος από τότε που συμπλήρωσε τον απαιτούμενο προς προαγωγή χρόνο. Αν και πάλι δεν χορηγηθεί η μισθολογική προαγωγή, η κρίση επαναλαμβάνεται κάθε φορά μετά ένα έτος από την προηγούμενη κρίση. Η θετική κρίση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναδράμει σε χρόνο προγενέστερο της ημέρας συμπλήρωσης του έτους που απαιτείται για την τελευταία κρίση. Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Αρεοπαγίτη και άνω ή αντίστοιχο, στους οποίους έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ή υπάρχει ποινική καταδίκη σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν χορηγείται μισθολογική προσαύξηση.».
Άρθρο 50
Χρόνος υπηρεσίας και εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου – Προσθήκη παρ. 2 στο άρθρο 40 του Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων
- Στο άρθρο 40 του Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων (ν. 4798/2021, Α΄ 68), περί μισθολογικής κλίμακας, προστίθεται παρ. 2 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 40 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 40
Μισθολογική κλίμακα
- Οι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου κατατάσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια για τους δικαστικούς υπαλλήλους, ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας τους.
- Ως εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.) των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου Π.Ε. Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου ορίζεται το Μ.Κ. 8 της κατηγορίας τους.».
- Ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε στον Κλάδο ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου από τους εν ενεργεία υπαλλήλους έως και την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου προσμετράται στο ακέραιο για τη μισθολογική τους εξέλιξη. Για τον ως άνω χρόνο υπηρεσίας εκδίδεται σχετική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, εντός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Άρθρο 51
Ανώτατο όριο αποδοχών μελών συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών που κατέχουν και άλλη αμειβόμενη θέση ή ιδιότητα – Τροποποίηση περ. ε) παρ. 3 άρθρου 28 ν. 4354/2015
Στην περ. ε) της παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί ανώτατου ορίου αποδοχών, προστίθεται τρίτο εδάφιο και η περ. ε) διαμορφώνεται ως εξής:
«ε) O Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, και τα μέλη των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών: ως προς το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών ή συντάξεων (κύριων και επικουρικών) που τους καταβάλλονται, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει σε ύψος το ογδόντα τοις εκατό (80%) των πάσης φύσεως αποδοχών, που ορίζονται για τους δικαστικούς λειτουργούς στην περ. α). Σε περίπτωση που στις ανωτέρω θέσεις διορίζονται συνταξιούχοι δικαστικοί λειτουργοί, το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών ή συντάξεων (κύριων και επικουρικών) τους δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο της περ. α). Για τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου που κατέχουν νομίμως και άλλη αμειβόμενη θέση ή ιδιότητα σε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών ή συντάξεων, κύριων και επικουρικών, που τους καταβάλλονται από όλες τις αμειβόμενες θέσεις ή ιδιότητες που κατέχουν, δεν μπορεί να υπερβαίνει το όριο του πρώτου εδαφίου.».
Άρθρο 52
Ρύθμιση θεμάτων μισθολογικής εξέλιξης υπαλλήλων μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης – Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 11 ν. 4354/2015
- Στην παρ. 5 του άρθρου 11 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί χρόνου και τρόπου μισθολογικής εξέλιξης, μετά τις λέξεις «Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου» προστίθενται οι λέξεις «και οι μονιμοποιηθέντες, πρώην ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι, οι οποίοι κατά τη μονιμοποίησή τους είχαν διατηρήσει το ασφαλιστικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α.,» και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:
«5. Ειδικά οι υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου και οι μονιμοποιηθέντες, πρώην ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπάλληλοι, οι οποίοι κατά τη μονιμοποίησή τους είχαν διατηρήσει το ασφαλιστικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α., που υπάγονται στον παρόντα και συνεχίζουν να απασχολούνται μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησής τους, διατηρούν το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχαν έως την υποβολή της αίτησης και δεν εξελίσσονται μισθολογικά σε ανώτερο κλιμάκιο έως τη λύση της εργασιακής τους σχέσης.».
- Ποσά διαφορών μισθολογικών απολαβών που έχουν καταβληθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε υπαλλήλους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και σε μονιμοποιηθέντες, πρώην ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαλλήλους, οι οποίοι κατά τη μονιμοποίησή τους είχαν διατηρήσει το ασφαλιστικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α., που υπάγονται στο άρθρο 7 του ν. 4354/2015, εξαιτίας της μη κατάταξής τους στο εισαγωγικό κλιμάκιο μετά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησής τους, δεν καταλογίζονται και, αν έχουν ήδη καταλογισθεί, δεν αναζητούνται.
Άρθρο 53
Επέκταση εφαρμογής άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς
- Οι παρ. 1, 3, 4 και 5 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 (Α΄ 88) περί επέκτασης προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους, εφαρμόζονται στο προσωπικό που έχει διοριστεί ή μεταταχθεί από την 1η Απριλίου 2023 και εφεξής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023, καθώς και στο προσωπικό των ανεξάρτητων αρχών και λοιπών φορέων της παρ. 1 του άρθρου 91 του ν. 5043/2023 (Α΄ 91). Το ύψος της προσωπικής διαφοράς που υπολογίζεται κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως.
- Από το πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 εξαιρούνται:
α) το προσωπικό που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 και την παρ. 7 του άρθρου 33 του ν. 4914/2022 (Α΄ 61) και
β) το προσωπικό της παρ. 3 του άρθρου 91 του ν. 5043/2023.
- Για τη χορήγηση, τον υπολογισμό, τον συμψηφισμό και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής της προσωπικής διαφοράς της παρ. 1 του παρόντος, ισχύει αναλόγως το άρθρο 64 του ν. 5042/2023.
Άρθρο 54
Αποδοχές του προσωπικού της Προεδρίας της Κυβέρνησης
- Το μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού της Προεδρίας της Κυβέρνησης καθορίζεται σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β΄ του ν. 4354/2015 (Α΄ 176).
- Το προσωπικό με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετεί στις οργανικές μονάδες της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού και της Γενικής Γραμματείας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων της Προεδρίας της Κυβέρνησης, κατατάσσεται στη μισθολογική κλίμακα σύμφωνα με το άρθρο 107 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133), εφόσον σωρευτικά:
α) διαθέτει πτυχίο ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, πανεπιστημιακού ή τεχνολογικού τομέα, της ημεδαπής ή της αλλοδαπής και αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό τίτλου σπουδών ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας ή έχει αποφοιτήσει από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.), και
β) έχει παρακολουθήσει επιτυχώς ειδικό πρόγραμμα εκπαίδευσης το οποίο οργανώνεται από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. και καθορίζεται με απόφαση του αρμόδιου για θέματα δημόσιας διοίκησης Υπουργού μετά από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Κ.Δ.Δ.Α.
Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται και στο προσωπικό που υπηρετεί με απόσπαση στις αναφερόμενες υπηρεσίες. Σε περίπτωση λήξης της απόσπασης και επανόδου του υπαλλήλου στην οργανική του θέση, πραγματοποιείται εκ νέου σύγκριση των αποδοχών του, προκειμένου να υπολογιστεί η τυχόν προσωπική διαφορά που θα είχε δημιουργηθεί εάν υπηρετούσε στην οργανική του θέση και όχι στη θέση απόσπασης. Ο εκ νέου υπολογισμός ισχύει και σε περίπτωση που την απόσπαση ακολουθεί είτε απόσπαση σε άλλη θέση είτε μετάταξη σε άλλη θέση.
- Σε περίπτωση που από την εφαρμογή του παρόντος προκύψουν τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο υπάλληλος κατά την 1η Ιουλίου 2026, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική. Για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή. Η προσωπική διαφορά του παρόντος συμψηφίζεται σύμφωνα με το άρθρο 206 του ν. 5193/2025 (Α΄ 56).
Άρθρο 55
Προσωπικό Προεδρίας της Δημοκρατίας – Τροποποίηση περ. ια) παρ. 1 άρθρου 7 ν. 4354/2015
- Στην περ. ια) της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί πεδίου εφαρμογής, μετά τις λέξεις «στον Κανονισμό της,», προστίθενται οι λέξεις «καθώς και το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στην παρ. 1 του άρθρου 12 του π.δ. 351/1991 (Α΄ 121), πλην των προβλεπομένων στην περ. α), στο τρίτο εδάφιο της περ. β), στο τέταρτο εδάφιο της περ. ε) και στην περ. στ) της παρ. 1, κατά το μέρος που αφορά στο προσωπικό των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του π.δ. 351/1991. Στις διατάξεις αυτές συμπεριλαμβάνεται ο Αναπληρωτής Διευθυντής του Γραφείου της Προεδρίας της Δημοκρατίας κατά την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 351/1991, καθώς και οι απασχολούμενοι στο Γραφείο αυτό με ανάθεση καθηκόντων δυνάμει των περ. β), γ) και δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 του π.δ. 351/1991,» και η περ. ια) διαμορφώνεται ως εξής:
«ια) οι υπάλληλοι της Βουλής, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό της, καθώς και το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στην παρ. 1 του άρθρου 12 του π.δ. 351/1991 (Α΄ 121), πλην των προβλεπομένων στην περ. α), στο τρίτο εδάφιο της περ. β), στο τέταρτο εδάφιο της περ. ε) και στην περ. στ) της παρ. 1, κατά το μέρος που αφορά στο προσωπικό των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του π.δ. 351/1991. Στο ανωτέρω προσωπικό συμπεριλαμβάνονται οι απασχολούμενοι με ανάθεση καθηκόντων δυνάμει των περ. β), γ) και δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 του π.δ. 351/1991.».
- Ισχύουσες διατάξεις του π.δ. 351/1991 δεν θίγονται από τις ρυθμίσεις του παρόντος.
Άρθρο 56
Αποδοχές Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος – Τροποποίηση άρθρου 145 ν. 4472/2017
Στο άρθρο 145 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74), περί αποδοχών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η παρ. 1 αντικαθίσταται, β) η παρ. 3 καταργείται και το άρθρο 145 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 145
Αποδοχές
- Οι κάθε είδους μηνιαίες αποδοχές των Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος καθορίζονται ως εξής:
α) Οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών ορίζονται στο ύψος του ενενήντα τοις εκατό (90%) του ορίου της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί ανωτάτων ορίων αποδοχών.
β) Οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Τιτουλάριων Επισκόπων και των Βοηθών Επισκόπων ορίζονται σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%) των αποδοχών της περ. α).
- Πέρα από τις ανωτέρω αποδοχές δεν καταβάλλεται καμία άλλη παροχή.
3. [Καταργείται].».





Άρθρο 53
«Από το πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 εξαιρούνται:
α) το προσωπικό που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 και την παρ. 7 του άρθρου 33 του ν. 4914/2022 (Α΄ 61)».
Οι υπάλληλοι που υπηρετούν με απόσπαση σε αυτές τις ειδικές υπηρεσίες και έκαναν μετάταξη στις υπηρεσίες της παρ.1, διαχειρίζονται δισεκατομμύρια από την Ευρωπαϊκή Ένωση συντονίζοντας τόσα μεγάλα έργα τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας και έκαναν μετάταξη στις υπηρεσίες της παρ.1, γιατί να εξαιρεθούν από την Προσωπική Διαφορά όσο υπηρετούν εκεί;
Ο μέσος υπάλληλος που διαχειρίζεται ένα και δυο δις ευρώ ευρωπαϊκών κονδυλίων γιατι να τιμωρηθεί και να μην πάρει και αυτά τα 300ευρω το μηνά που δικαιούται; Αυτό το πεδίο πρέπει να απαλειφθεί από το νόμο. Προσωπική διαφορά σε όλους τους υπάλληλους με οργανική θέση στις υπηρεσίες της παρ.1!!
Να ισχύει ότι ισχύει και για την προσωπική διαφορά των παλαιών συναδέλφων, δηλ. το άρθρο 64 του ν. 5042/2023 και κατόπιν το άρθρο 205 του Νόμου 5143/2024 (και εξειδικεύτηκε με την αναδρομική εγκύκλιο 2/40812/ΔΕΠ/29-05-2025 του ΓΛΚ)
Γιατί να υπάρχει και άλλος διαχωρισμός νέων και παλαιών συναδέλφων; Μισθολογική ισότητα πρέπει να υπάρχει, σε συναδέλφους που υπηρετούν στην ίδια υπηρεσία όχι διαχωρισμός.
Άρση του πλαφόν των 300 ευρώ, στις προηγούμενες νομοθεσίες δεν υπήρχε τέτοιο διαχωρισμός.
Θα πρέπει να αρθεί η αδικία και σε όσους έχει συμψηφιστεί η προσωπική διαφορά με τη μισθολογική προώθηση λόγω απόκτησης μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (π.χ. διδακτορικό), πριν από την 01-01-2023. Ειδικά στην περίπτωση μετάταξης σε άλλη υπηρεσία μέσω κινητικότητας, μετά από την 01-01-2023, όπου διατηρείται μεν όποιο ελάχιστο ποσό προσωπικής διαφοράς έχει απομείνει μετά τον συμψηφισμό, είναι παράλογο να μην αίρεται αυτός ο συμψηφισμός μέχρι το ποσό των 300 ευρώ, μετά από την υποχρεωτική έκδοση ΝΕΑΣ απόφασης αναγνώρισης συνάφειας μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών από τον φορέα υποδοχής. Εξακολουθεί δηλαδή να εφαρμόζεται για τον υπάλληλο που έχει μεταταχθεί η απόφαση αναγνώρισης συνάφειας από τον φορέα προέλευσης όσον αφορά στο μισθολογικό (συμψηφισμός προσωπικής διαφοράς και μισθολογική προώθηση λόγω μεταπτυχιακού), η οποία όμως απόφαση αναγνώρισης συνάφειας ΔΕΝ αναγνωρίζεται από τον φορέα υποδοχής και για τον λόγο αυτό την επαναχορηγούν!! Επιπλέον αν ένας υπάλληλος που λαμβάνει προσωπική διαφορά, αναγνωρίσει το μεταπτυχιακό του μετά την 01-01-2023, δεν θα επέλθει συμψηφισμός μέχρι το ποσό των 300 ευρώ και θα διατηρήσει την προσωπική του διαφορά μέχρι το ποσό αυτό. Μάλλον παραμένουν παρά διορθώνονται οι μισθολογικές ανισότητες…
Θα πρέπει να αρθεί η αδικία και σε όσους έχει συμψηφιστεί η προσωπική διαφορά με τη μισθολογική προώθηση λόγω απόκτησης μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (π.χ. διδακτορικό), πριν από την 01-01-2023. Ειδικά στην περίπτωση μετάταξης σε άλλη υπηρεσία μέσω κινητικότητας, μετά από την 01-01-2023, όπου διατηρείται μεν όποιο ελάχιστο ποσό προσωπικής διαφοράς έχει απομείνει μετά τον συμψηφισμό, είναι παράλογο να μην αίρεται αυτός ο συμψηφισμός μέχρι το ποσό των 300 ευρώ, μετά από την υποχρεωτική έκδοση ΝΕΑΣ απόφασης αναγνώρισης συνάφειας μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών από τον φορέα υποδοχής. Εξακολουθεί δηλαδή να εφαρμόζεται για τον υπάλληλο που έχει μεταταχθεί η απόφαση αναγνώρισης συνάφειας από τον φορέα προέλευσης όσον αφορά στο μισθολογικό (συμψηφισμός προσωπικής διαφοράς και μισθολογική προώθηση λόγω μεταπτυχιακού), η οποία όμως απόφαση αναγνώρισης συνάφειας ΔΕΝ αναγνωρίζεται από τον φορέα υποδοχής και για τον λόγο αυτό την επαναχορηγούν!! Επιπλέον αν ένας υπάλληλος που λαμβάνει προσωπική διαφορά, αναγνωρίσει το μεταπτυχιακό του μετά την 01-01-2023, δεν θα επέλθει συμψηφισμός μέχρι το ποσό των 300 ευρώ και θα διατηρήσει την προσωπική του διαφορά μέχρι το ποσό αυτό. Μάλλον παραμένουν παρά διορθώνονται οι μισθολογικές ανισότητες…
Ένσταση επί του Άρθρου 53 – Κατάλυση των αρχών της ισότητας, της αξιοκρατίας και της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθρ. 4 & 22 Σ) – Θεσμοθέτηση μισθολογικών στρεβλώσεων και τιμωρία των αυξημένων προσόντων.
Η προτεινόμενη διάταξη του Άρθρου 53, σε συνδυασμό με το πλαίσιο του άρθρου 64 του ν. 5042/2023, εισάγει ένα πλέγμα ρυθμίσεων που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές της χρηστής διοίκησης, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου και της αξιοκρατίας. Αντί να επιλύει υφιστάμενες αδικίες, παγιώνει μισθολογικές ανισότητες και δημιουργεί σοβαρά κίνητρα για τη διοικητική υποβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 53 πάσχει στα εξής σημεία:
1. Αυθαίρετη χρονική διάκριση (Ημερομηνία-ορόσημο 1η Απριλίου 2023)
Η αναδρομική επιβολή της 1ης Απριλίου 2023 ως χρονικού ορίου στερείται οποιασδήποτε αντικειμενικής, επιστημονικής ή ορθολογικής αιτιολόγησης. Δημιουργεί τεχνητά υπαλλήλους «δύο ταχυτήτων» εντός του ίδιου φορέα, οι οποίοι ασκούν τα ίδια ακριβώς καθήκοντα, φέρουν τις ίδιες ευθύνες και υπογράφουν για τα ίδια αντικείμενα, αλλά αμείβονται διαφορετικά με μοναδικό κριτήριο την ημερομηνία έκδοσης του ΦΕΚ διορισμού ή μετάταξής τους. Η πρακτική αυτή προσκρούει ευθέως στην πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), σύμφωνα με την οποία οι εισαγόμενες διαφοροποιήσεις στις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να δικαιολογούνται αποκλειστικά από ειδικούς, αντικειμενικούς και σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, και όχι από συμπτωματικά χρονικά κριτήρια.
2. Μισθολογική υποβάθμιση και de facto μείωση αποδοχών μέσω του πλαφόν των 300 ευρώ
Η ρητή πρόβλεψη ανώτατου ορίου (πλαφόν) 300 ευρώ μηνιαίως για την προσωπική διαφορά των νεότερων ή μετατασσόμενων υπαλλήλων αποτελεί ομολογία μισθολογικής υποβάθμισης. Ακυρώνει στην πράξη τον ίδιο τον σκοπό της διάταξης, που θεωρητικά είναι η εξίσωση των αποδοχών και η προσέλκυση ικανών στελεχών σε φορείς αυξημένης ευθύνης (όπως οι Ανεξάρτητες Αρχές και οι ειδικοί φορείς). Το πλαφόν αυτό εισάγει μια μόνιμη, θεσμοθετημένη οικονομική ανισότητα σε σχέση με τους παλαιότερους υπαλλήλους, παραβιάζοντας την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος).
3. Αντιστροφή της αξιοκρατίας: Οικονομική τιμωρία των αυξημένων προσόντων
Ο τρόπος υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς συναρτάται άμεσα με το τρέχον μισθολογικό κλιμάκιο (ΜΚ) του υπαλλήλου κατά τη στιγμή της εισόδου του στον φορέα. Αυτό παράγει δύο εξόφθαλμα παράδοξα που προσβάλλουν την κοινή λογική και το δίκαιο:
* Συμπίεση των τίτλων σπουδών: Υπάλληλοι που κατέχουν εξ αρχής αυξημένα προσόντα (μεταπτυχιακά ή διδακτορικά) κατατάσσονται σε υψηλότερα ΜΚ, με αποτέλεσμα ο βασικός τους μισθός να είναι υψηλότερος και η προσωπική τους διαφορά να συμπιέζεται αναλογικά. Αντίθετα, ένας υπάλληλος που εισέρχεται με τα ελάχιστα τυπικά προσόντα (π.χ. μέσω του γραπτού διαγωνισμού ΑΣΕΠ με ένα απλό βασικό πτυχίο) λαμβάνει τη μέγιστη προσωπική διαφορά, εξαντλώντας ευκολότερα το πλαφόν των 300 ευρώ.
* Το παράδοξο της «μη αναγνωρισμένης συνάφειας»: Ένας υπάλληλος που κατέχει διδακτορικό τίτλο ο οποίος δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί ως συναφής από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο κατά τη στιγμή της μετάταξης ή του διορισμού, λαμβάνει μεγαλύτερη προσωπική διαφορά από έναν συνάδελφό του με ήδη αναγνωρισμένο διδακτορικό. Εάν η συνάφεια αναγνωριστεί σε δεύτερο χρόνο, η μισθολογική προώθηση των 6 κλιμακίων προστίθεται σωρευτικά πάνω στην ήδη «κλειδωμένη» υψηλή προσωπική διαφορά. Το σύστημα, δηλαδή, επιβραβεύει οικονομικά τη σκόπιμη απόκρυψη, την καθυστέρηση ή τη μεταγενέστερη προσκόμιση των τίτλων σπουδών.
Η διάταξη, ως έχει, λειτουργεί ως αντικίνητρο για τους πλέον καταρτισμένους επιστήμονες του Δημοσίου, προωθεί την εσωτερική υπονόμευση των υπηρεσιών και δημιουργεί συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα με υπαλλήλους που κάνουν την ίδια δουλειά αλλά αμείβονται με χαοτικές αποκλίσεις.
Πρόταση Τροποποίησης:
Προς αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας και της εύρυθμης λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης, απαιτείται:
1. Η πλήρης απάλειψη της χρονικής διάκρισης της 1ης Απριλίου 2023, ώστε η διάταξη να εφαρμόζεται οριζόντια σε όλο το προσωπικό των εν λόγω φορέων.
2. Η κατάργηση του αυθαίρετου πλαφόν των 300 ευρώ, ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης μισθολογική εξίσωση των υπαλλήλων.
3. Ο επαναπροσδιορισμός του τρόπου υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς, η οποία πρέπει να υπολογίζεται οριζόντια ανά κατηγορία εκπαίδευσης (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ) βάσει του εισαγωγικού κλιμακίου, ώστε να παραμένει διακριτή, αυτόνομη και ανέπαφη η μισθολογική επιβράβευση των αυξημένων ακαδημαϊκών προσόντων, ανεξάρτητα από τον χρόνο αναγνώρισης της συνάφειάς τους.
Για το άρθρο 53:
Η διαφορετική μεταχείριση ανάμεσα σε εργαζόμενους που υπηρετούν στις ίδιες δομές, αλλά έχουν διαφορετικό χρόνο διορισμού ή μετάταξης, αποτελεί κατάφωρη αδικία.
Οι μισθολογικές διαφορές ανάμεσα σε υπαλλήλους με το ίδιο αντικείμενο, είναι μεγάλες και τις περισσότερες φορές, εργαζόμενοι με περισσότερα τυπικά προσόντα δεν αμείβονται ανάλογα, από τη στιγμή που τους ζητούνται για να διεκδικήσουν θέσεις.
Για τον λόγο αυτό, η διάταξη θα πρέπει να τροποποιηθεί και να προσαρμοστεί ανάλογα σε διαφορικές περιπτώσεις, εξομαλύνοντας στον μέγιστο δυνατό βαθμό ανισότητες, ξεκινώντας από την απόσυρση του πλαφόν που τέθηκε.
Παραβίαση των αρχών της ισότητας, της αξιοκρατίας και της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας – Αντισυνταγματικότητα χρονικών διακρίσεων και μισθολογική υποβάθμιση (Άρθρο 53)
Η προτεινόμενη διάταξη του Άρθρου 53, σε συνδυασμό με το υφιστάμενο πλαίσιο του άρθρου 64 του ν. 5042/2023, εισάγει σοβαρές μισθολογικές στρεβλώσεις και ανισότητες, οι οποίες έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές της χρηστής διοίκησης, της αξιοκρατίας και της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος).
Ειδικότερα, το άρθρο 53 θεσπίζει ένα πλέγμα διακρίσεων που υποβαθμίζει το προσωπικό:
1. Αυθαίρετη χρονική διάκριση (Ημερομηνία-ορόσημο 1η Απριλίου 2023):
Η αναδρομική επιβολή της 1ης Απριλίου 2023 ως χρονικού ορίου για την επέκταση της προσωπικής διαφοράς στερείται αντικειμενικής και ορθολογικής αιτιολόγησης. Δημιουργεί υπαλλήλους δύο ταχυτήτων μέσα στον ίδιο φορέα, οι οποίοι επιτελούν τα ίδια ακριβώς καθήκοντα με τις ίδιες ευθύνες, αλλά αμείβονται διαφορετικά με μοναδικό κριτήριο την ημερομηνία ΦΕΚ του διορισμού ή της μετάταξής τους. Η πρακτική αυτή προσκρούει ευθέως στην εδραιωμένη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), σύμφωνα με την οποία οι εισαγόμενες διαφοροποιήσεις στις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να δικαιολογούνται από ειδικούς, αντικειμενικούς και σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος.
2. Μισθολογική υποβάθμιση μέσω του πλαφόν των τριακοσίων (300) ευρώ:
Η ρητή πρόβλεψη ανώτατου ορίου (πλαφόν) 300 ευρώ μηνιαίως για την προσωπική διαφορά των νεότερων ή μετατασσόμενων υπαλλήλων αποτελεί μια ξεκάθαρη πράξη μισθολογικής υποβάθμισης. Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί μια μόνιμη και θεσμοθετημένη οικονομική ανισότητα σε σχέση με τους παλαιότερους υπαλλήλους των ίδιων φορέων, οι οποίοι λαμβάνουν την πλήρη προσωπική διαφορά χωρίς κανέναν περιορισμό. Το εν λόγω πλαφόν ακυρώνει στην πράξη τον σκοπό της ίδιας της διάταξης, που υποτίθεται ότι είναι η εξίσωση των αποδοχών και η άρση των αδικιών, παγιώνοντας τελικά μια αδικαιολόγητη μισθολογική ανισότητα για την παροχή της ίδιας ακριβώς εργασίας.
3. Δυσμενής διάκριση εις βάρος των αυξημένων τυπικών προσόντων:
Ο τρόπος υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς συναρτάται άμεσα με το τρέχον μισθολογικό κλιμάκιο (ΜΚ) του υπαλλήλου κατά τη στιγμή της εισόδου του στον φορέα. Κατά συνέπεια, υπάλληλοι με αυξημένα προσόντα (κάτοχοι μεταπτυχιακών ή διδακτορικών τίτλων) κατατάσσονται σε υψηλότερα ΜΚ, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν αναλογικά μικρότερη προσωπική διαφορά προκειμένου να προσεγγίσουν το μισθολογικό όριο του φορέα υποδοχής. Αντίθετα, υπάλληλοι που εισέρχονται ή μετατάσσονται με τα ελάχιστα τυπικά προσόντα (π.χ. μέσω του γραπτού διαγωνισμού ΑΣΕΠ με βασικό τίτλο σπουδών) λαμβάνουν τη μέγιστη προσωπική διαφορά, εξαντλώντας ευκολότερα το πλαφόν των 300€.
Η ανωτέρω μεθοδολογία οδηγεί σε κατάσταση de facto κατάργησης της μισθολογικής εξέλιξης των προσόντων: Υπάλληλοι που επιλέγουν να εμφανίσουν ή να αποκτήσουν μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους μετά τη μετάταξη ή τον διορισμό τους, επωφελούνται διπλά. Η προσωπική τους διαφορά έχει ήδη «κλειδώσει» σε υψηλό επίπεδο, και η μισθολογική προώθηση λόγω των νέων τίτλων προστίθεται σωρευτικά, οδηγώντας σε συνολικές αποδοχές ανώτερες από εκείνες συναδέλφων τους που κατείχαν τα ίδια προσόντα εξ αρχής.
Πρόταση Τροποποίησης:
Προς αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας, της αξιοκρατίας και της εύρυθμης λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης, κρίνεται απαραίτητο:
* Να απαλειφθεί η χρονική διάκριση της 1ης Απριλίου 2023, ώστε η διάταξη να εφαρμόζεται οριζόντια σε όλο το προσωπικό.
* Να καταργηθεί το αυθαίρετο πλαφόν των 300 ευρώ, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης μισθολογική εξίσωση των υπαλλήλων που επιτελούν το ίδιο έργο στον ίδιο φορέα.
* Να επαναπροσδιοριστεί ο τρόπος υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς, ώστε αυτή να υπολογίζεται οριζόντια ανά κατηγορία εκπαίδευσης (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ) βάσει του εισαγωγικού κλιμακίου, διατηρώντας διακριτή και ανέπαφη τη μισθολογική επιβράβευση των αυξημένων ακαδημαϊκών προσόντων.
Σχόλιο επί του Άρθρου 53: Επέκταση εφαρμογής άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς
Προτεινόμενη Προσθήκη/Τροποποίηση: «Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 53 προτείνεται η προσθήκη νέου εδαφίου ως εξής: “Ειδικά για το προσωπικό που μετατάσσεται από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης στους ανωτέρω φορείς, εφόσον από την εφαρμογή της προβλεπόμενης διαδικασίας υπολογισμού προκύπτει μηδενική ή μικρότερη προσωπική διαφορά, καθορίζεται ελάχιστο εγγυημένο ποσό προσωπικής διαφοράς ύψους διακοσίων (200) ευρώ μηνιαίως, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή μισθολογική σύγκλιση και η αποφυγή άνισης μεταχείρισης μεταξύ των υπηρετούντων υπαλλήλων.”»
Η προτεινόμενη ρύθμιση κρίνεται απολύτως αναγκαία για την επίτευξη των ιδίων των στόχων του νομοθετήματος, καθώς η υφιστάμενη διατύπωση δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις και ανισότητες στην πράξη. Ειδικότερα:
1. Άρση της Μισθολογικής Ανισότητας (Ίση Αμοιβή για Ίση Εργασία). Με την παρούσα μορφή του άρθρου, ο υπολογισμός της προσωπικής διαφοράς βασίζεται αναδρομικά στην «εικονική» μισθολογική κατάσταση του υπαλλήλου κατά το έτος 2011. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα υπάλληλοι που μετατάσσονται σήμερα από φορείς με χαμηλές μισθολογικές βάσεις (όπως οι ΟΤΑ), να εμφανίζουν μηδενική (0,00 €) προσωπική διαφορά. Αντίθετα, συνάδελφοί τους που μετατάσσονται με τα ίδια ακριβώς έτη υπηρεσίας και τυπικά προσόντα από άλλους φορείς (π.χ. Υπουργεία), λαμβάνουν το ανώτατο προβλεπόμενο όριο. Δημιουργείται, έτσι, το οξύμωρο φαινόμενο υπάλληλοι ιδίου κλάδου και ειδικότητας, στο ίδιο γραφείο, με το ίδιο αντικείμενο και τις ίδιες ευθύνες, να έχουν σημαντικές αποκλίσεις στις καθαρές μηνιαίες αποδοχές τους, παραβιάζοντας την εσωτερική δικαιοσύνη του κατ’ ευφημισμόν ενιαίου μισθολογίου.
2. Διασφάλιση της Μισθολογικής Σύγκλισης. Η εισαγωγή ενός κατώτατου ορίου (ύψους 200€) λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας. Δεν ανατρέπει τη γενικότερη δημοσιονομική ισορροπία του νομοσχεδίου (καθώς παραμένει χαμηλότερο από την προβλεπόμενη οροφή των 300€), αλλά εγγυάται μια ελάχιστη, αξιοπρεπή και δίκαιη μισθολογική εξίσωση για όλους ανεξαιρέτως τους μετατασσόμενους, ανεξάρτητα από τον φορέα προέλευσής τους, ώστε να μην υπάρχουν υπάλληλοι «δύο ταχυτήτων» μέσα στην ίδια υπηρεσία.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η προσθήκη του ανωτέρω εδαφίου, ώστε ο νόμος να εφαρμόζεται με ενιαίο, δίκαιο και οριζόντιο τρόπο για το σύνολο των υπαλλήλων.
Ίση μεταχείριση: Υπάλληλοι που προσλήφθηκαν με διαφορετικές προκηρύξεις αλλά ασκούν τα ίδια καθήκοντα δεν θα πρέπει να έχουν τόσο μεγάλες μισθολογικές διαφορές.
Αποκατάσταση αδικίας: Το πλαφόν δημιουργεί μια νέα κατηγορία εργαζομένων με χαμηλότερες αποδοχές χωρίς ουσιαστική υπηρεσιακή διαφορά.
Κίνητρο προσέλκυσης προσωπικού: Οι θέσεις αυτές χρειάζονται καταρτισμένο προσωπικό. Η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση λειτουργεί αποτρεπτικά για νέους υποψηφίους.
Ηθικό εργαζομένων: Όταν δύο συνάδελφοι κάνουν την ίδια δουλειά και αμείβονται διαφορετικά, δημιουργείται αίσθημα αδικίας και υποβαθμίζεται η εργασιακή δέσμευση.
Η προτεινόμενη ρύθμιση προκαλεί εύλογο αίσθημα αδικίας. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί σε έναν νέο υπάλληλο γιατί συνάδελφός του που προσλήφθηκε πριν λίγα χρόνια και εκτελεί τα ίδια καθήκοντα λαμβάνει προσωπική διαφορά που φτάνει τα 750 ευρώ, ενώ για τους νεότερους επιβάλλεται πλαφόν. Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει ίση μεταχείριση και όχι να δημιουργεί εργαζομένους δύο ταχυτήτων. Η επιλογή αυτή κινδυνεύει να πλήξει το αίσθημα δικαιοσύνης, την εμπιστοσύνη προς τη Διοίκηση και την ελκυστικότητα των θέσεων.
Τελικά η ρύθμιση δεν αφορά υπαλλήλους της ΑΑΔΕ;θα κάνουμε κατι
Σχόλιο για το άρθρο 56.
Είναι το λιγότερο παράλογη μία αύξηση της τάξης του 60-95%, σε κάποιους ήδη υψηλούς μισθούς δημοσίου, όταν περίπου 700000 συνταξιούχοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι επί 10 περίπου χρόνια χωρίς αύξηση, λόγω της προσωπικής διαφοράς. Δεν θα παραλείψω την αύξηση που δόθηκε το 2016, η οποία ήταν της τάξης του 1,2%. Και πιθανόν να δοθεί άλλη μία ίδια το 2027. Αυτές οι δύο θα προσπαθήσουν να καλύψουν ένα «κενό» 10 χρόνων, σε μία εποχή που τα προϊόντα πρώτης ανάγκης έχουν αυξηθεί κατά την τελευταία διετία σε ποσοστά 6,1% (τρόφιμα), 14% (ηλεκτρικό ρεύμα, 20-30%(καύσιμα), 13,6 (ενοίκια) κ.λ.π.
Όπως έδωσα το παράδειγμα των συνταξιούχων με προσωπική διαφορά, σχεδόν σε όλους τους τομείς υπαλλήλων και συνταξιούχων, ισχύει κάτι ανάλογο.
Δεν έχω κάτι εναντίων των αρχιερέων και μακάρι να γινόταν να πάρουν όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες μία τέτοια αύξηση. Αφού όμως δε γίνεται καλό θα ήταν να αντιμετωπίζονται όλοι ισάξια.
Είναι προκλητικό να βλέπει ο πολίτης αύξηση μισθών τέτοιου μεγέθους, σε όποιου τομέα υπάλληλο κι αν τη δει. Και πρέπει επιτέλους οι αυξήσεις, όποτε μπορούν να δοθούν, να μοιράζονται ισότιμα σε όλους κι όχι υπό μορφή επιδομάτων.
Υπουργέ, ότι είναι να κάνεις κάνε το σωστά!
Θέλουμε οι νέοι συνάδελφοι που έχουν ανανεώσει τις υπηρεσίες μας, έχουν σπουδές/προσόντα και δουλεύουν με αφοσίωση να πάρουν την ΠΔ, όπως κι εμείς και οι υπόλοιποι συνάδελφοι μέχρι το 2023. Δεν θέλουμε έχθρες και διχόνοια και να να φτιάχνετε ομάδες υπαλλήλων πολλών ταχυτήτων… Μέχρι τώρα δινόταν αναδρομικά και χωρίς πλαφόν. Υποστηρίζουμε τη διεκδίκηση αυτή!
Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 53, εισάγεται για πρώτη φορά ανώτατο όριο (πλαφόν) 300€ στην προσωπική διαφορά των υπαλλήλων που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν από 1/4/2023. Η μη απόδοση της πλήρους προσωπικής διαφοράς παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας και το δικαίωμα για «ίση αμοιβή για ίση εργασία».Το πλαφόν των 300€ συντηρεί αδικαιολόγητα την ύπαρξη υπαλλήλων «πολλαπλών ταχυτήτων» και είναι απαραίτητο να απαληφθεί ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης, καθολική και δίκαιη μισθολογική εξίσωση όλων των εργαζομένων. Να δοθεί με τους όρους που δινόταν έως σήμερα.
Αντιφατική και η αιτιολόγηση στην ΑΣΥΡ!
Στο γενικότερο πλαίσιο θέλουμε αυξήσεις των μισθών για να μπορούμε να ζήσουμε… Πέρα από τις αδικαιολόγητες αυξήσεις των μισθών των ανώτερων κληρικών, να δούμε και τις αναλογίες των μισθών βουλευτών/βασικού; Ιατρών και δασκάλων με πχ δικαστικούς; Εξάλλου τώρα η χώρα φυσάει, απ’ το 2019 και μετά έχουμε φουλ ανάπτυξη! Χαχα
ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΜΙΣΘΩΝ ΓΙΑ ΖΩΗ ΜΕ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ. ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΑΥΤΟΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΗ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΟΜΑΔΑΣ ΣΤΙΣ ΑΛΛΕΣ.
Εκφράζω την πλήρη και κατηγορηματική μου αντίθεση στο Άρθρο 56. Η προτεινόμενη ρύθμιση οδηγεί σε προκλητικές αυξήσεις, ανεβάζοντας τις μηνιαίες αποδοχές 112 Αρχιερέων από περίπου €2.400 στα €4.670 μικτά, την ώρα που ο κατώτατος μισθός του Έλληνα και της Ελληνίδας εργαζόμενων βρίσκεται στα €920.
Παρά το γεγονός ότι προβάλλεται η παράλληλη κατάργηση των επιδομάτων, τα ποσά αυτά είναι παντελώς ασήμαντα και λειτουργούν ως επικοινωνιακό πρόσχημα μπροστά στις θηριώδεις αυξήσεις που θεσπίζονται. Συγκεκριμένα, τα επιδόματα που καταργούνται αφορούν μόλις €100 τον μήνα για τον Αρχιεπίσκοπο, €50 για τους Μητροπολίτες και ελάχιστα ευρώ για τους Τιτουλάριους/Βοηθούς Επισκόπους, εξοικονομώντας για το κράτος το μηδαμινό ποσό των περίπου €60.000 ετησίως συνολικά.
Κάνοντας τη «σούμα» της ρύθμισης, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι:
• Σώζονται €60.000 τον χρόνο από τα καταργημένα επιδόματα.
• Δαπανόνται επιπλέον πάνω από €2.730.000 τον χρόνο για να καλυφθούν οι νέοι μισθοί.
• Επομένως, η καθαρή ελάχιστη αύξηση των δημοσίων δαπανών ανέρχεται σε περίπου €2,67 εκατομμύρια ετησίως.
Σε βάθος δεκαετίας, η σπατάλη αυτή αγγίζει τουλάχιστον τα €26,7 εκατομμύρια.
Σε μια περίοδο ενεργειακής κρίσης και παρατεταμένης οικονομικής πίεσης, για τις ηλικίες 35-55 ετών, που αποτελούν το πραγματικό γρανάζι της οικονομίας, για τους συνταξιούχους των οποίων οι συντάξεις παραμένουν καθηλωμένες, για τους αγρότες που παλεύουν με το τεράστιο κόστος παραγωγής, η διάθεση εκατομμυρίων ευρώ σε μια ομάδα λειτουργών με πλήρως καλυμμένα έξοδα διαβίωσης (στέγαση, σίτιση, μετακίνηση) στερείται κοινωνικής και ηθικής νομιμοποίησης.
Αυτά τα εκατομμύρια οφείλουν να διατεθούν σε κλάδους που επωμίζονται το βάρος της υπερφορολόγησης χωρίς καμία ουσιαστική κρατική πριμοδότηση ή ακόμα καλύτερα σε πραγματικές, επείγουσες κοινωνικές ανάγκες: στην ανέγερση και ανακαίνιση Δημόσιων Σχολείων στην επαρχία, στη στελέχωση Κέντρων Υγείας και στην ενίσχυση των δημόσιων δομών φροντίδας ηλικιωμένων.
Επιπλέον, η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη αποδεικνύει ότι η Ελλάδα αποτελεί αρνητική εξαίρεση και όχι πρότυπο. Στη συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών, το κράτος δεν μισθοδοτεί τους κληρικούς από τον κρατικό κορβανά, αλλά οι μισθοί τους καλύπτονται από ειδικούς φόρους των πιστών ή από την ίδια την Εκκλησία. Ακόμα και στις ελάχιστες χώρες όπου το κράτος εμπλέκεται, οι αμοιβές εξισώνονται με απλούς δημόσιους υπαλλήλους και σε καμία περίπτωση δεν αγγίζουν το μισθό ενός ανώτατου κρατικού στελέχους. Παράλληλα, κανένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δεν χρηματοδοτεί με δημόσιο χρήμα έναν θεσμό που αποκλείει πλήρως τις γυναίκες από την ιεραρχία του ή διατηρεί γεωγραφικούς αποκλεισμούς βάσει φύλου, καθώς αυτό έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις ευρωπαϊκές αρχές για την ισότητα των φύλων. Οι διαφορές μας με την Ευρώπη δεν βρίσκονται στα νούμερα, αλλά στη νοοτροπία.
Καθώς το ισχύον Σύνταγμα δεν επιβάλλει σε καμία διάταξή του τη μισθολογική εξομοίωση των κληρικών με ανώτατους κρατικούς λειτουργούς, η συγκεκριμένη ρύθμιση αποτελεί μια καθαρά προκλητική πολιτική επιλογή. Ο Πρωθυπουργός έχει ήδη αναγγείλει την πρόθεση για Συνταγματική Αναθεώρηση. Ιδού λοιπόν η χρυσή ευκαιρία: Αντί να κρύβεται η πολιτεία πίσω από προσχήματα περί «δημόσιας ιεραρχίας», ας χρησιμοποιήσει την αναθεώρηση του Άρθρου 3 του Συντάγματος για τον πλήρη διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας.
Η μισθοδοσία του ανώτατου κλήρου πρέπει να πάψει οριστικά να επιβαρύνει τον Έλληνα φορολογούμενο, ώστε να σταματήσει η παραγωγή πολιτών δύο ταχυτήτων.
Με αφορμή τις πρόσφατες διατάξεις του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, επιθυμώ να εκφράσω την έντονη δυσαρέσκεια και τη διαμαρτυρία μου για την εμφανή έλλειψη ισονομίας και την άδικη αντιμετώπιση μεγάλων κατηγοριών εργαζομένων στον δημόσιο τομέα.
Η επιλεκτική επέκταση της προσωπικής διαφοράς έως 300 ευρώ περιορίζεται αυστηρά σε υπαλλήλους συγκεκριμένων υπουργείων και υπηρεσιών με εξαίρεση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α και Β βαθμού που αποκλείονται αναίτια. Οι μνημονιακές περικοπές των περασμένων ετών εφαρμόστηκαν οριζόντια και έπληξαν εξίσου όλους τους υπαλλήλους, χωρίς εξαιρέσεις.
Την ίδια στιγμή, θεσπίζονται διατάξεις που σχεδόν διπλασιάζουν (αυξήσεις έως και 100%) τις μηνιαίες αποδοχές των Αρχιερέων, φτάνοντας σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα σε αντίθεση με τις πενιχρές αμοιβές των υπαλλήλων της πρώτης γραμμής, γιατρούς, νοσηλευτές, εκπαιδευτικούς και λοιποί δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι αμείβονται με εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς, παρά το γεγονός ότι επιτελούν έργο ζωτικής σημασίας για την κοινωνία και το κράτος πρόνοιας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ: Η επιλεκτική επιβράβευση συγκεκριμένων υπηρεσιών και ο διπλασιασμός των αποδοχών της ιεραρχίας της Εκκλησίας δημιουργούν αίσθημα βαθιάς αδικίας και υπαλλήλους δύο ταχυτήτων. Ζητούμε την άμεση επανεξέταση των διατάξεων, με γνώμονα τη δίκαιη, αναλογική και οριζόντια ενίσχυση όλων των δημοσίων υπαλλήλων που στηρίζουν καθημερινά τη λειτουργία της χώρας. ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΑΣ ΜΗΝ ΤΟ ΞΕΧΝΑΜΕ!!!!
Η επιλεκτική επέκταση της προσωπικής διαφοράς με το Άρθρο 53, η οποία αφήνει εκτός το προσωπικό της ΑΑΔΕ, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αρχή της «ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας». Οι υπάλληλοι της ΑΑΔΕ (ΔΟΥ, Τελωνεία, Ελεγκτικά Κέντρα) που προσλήφθηκαν τα τελευταία χρόνια (π.χ. μέσω των διαγωνισμών ΑΣΕΠ και 1Γ/2022) καλούνται να φέρουν εις πέρας το ίδιο ακριβώς αντικείμενο με τους παλαιότερους συναδέλφους τους, έχοντας όμως τεράστια μισθολογική απόκλιση. Το λεγόμενο «ειδικό μισθολόγιο» δεν καλύπτει αυτή την απώλεια.
Παράλληλα, οριζόντια μέτρα όπως το τιθέμενο πλαφόν των 300 ευρώ περιορίζουν αδικαιολόγητα τις αποδοχές των νέων συναδέλφων και συντηρούν τις ανισότητες εντός των υπηρεσιών. Προτείνεται η ρητή συμπερίληψη της ΑΑΔΕ στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης, καθώς και η πλήρης απάλειψη του ανώτατου ορίου (πλαφόν) των 300 ευρώ, ώστε η προσωπική διαφορά να αποδίδεται στο ακέραιο.
Άρθρο 53
Για λόγους ισότητας η προτεινόμενη ρύθμιση θα πρέπει να περιλάβει το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης στο σύνολό του. Από τους φορείς που περιλαμβάνονται είναι ο μόνος στον οποίο προβλέπονται εξαιρέσεις.
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 53 να αντικατασταθεί η φράση:
«έχει διοριστεί ή μεταταχθεί από την 1η Απριλίου 2023 και εφεξής»
με τη φράση:
«έχει διοριστεί ή μεταταχθεί και δεν έλαβε προσωπική διαφορά λόγω του χρόνου διορισμού ή μετάταξής του».
Εναλλακτικά να προστεθεί νέα παράγραφος που να προβλέπει ρητά την υπαγωγή των υπαλλήλων που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν κατά το διάστημα 1.1.2018 έως 31.3.2023.
Αιτιολόγηση
Η προτεινόμενη διάταξη κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, πλην όμως δεν αποκαθιστά πλήρως την υφιστάμενη μισθολογική ανισότητα. Με την ένταξη μόνο όσων διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν από 1.4.2023 και μετά, εξακολουθούν να εξαιρούνται υπάλληλοι της ΑΑΔΕ που διορίστηκαν ή μετακινήθηκαν κατά το διάστημα 2018 – 31.3.2023 και οι οποίοι δεν έλαβαν προσωπική διαφορά αποκλειστικά λόγω του χρόνου διορισμού ή μετάταξής τους.
Οι υπάλληλοι αυτοί ασκούν τα ίδια καθήκοντα, υπάγονται στο ίδιο σύστημα αξιολόγησης και αμείβονται με το ίδιο ειδικό μισθολόγιο με τους λοιπούς υπαλλήλους της ΑΑΔΕ. Η διατήρηση διαφορετικής μισθολογικής μεταχείρισης με μοναδικό κριτήριο την ημερομηνία διορισμού ή μετάταξης δεν συνάδει με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης.
Η θεραπεία μιας ανισότητας δεν μπορεί να δημιουργεί νέα κατηγορία αδικημένων υπαλλήλων που τελούν υπό ακριβώς τις ίδιες υπηρεσιακές και μισθολογικές συνθήκες.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται η επέκταση της ρύθμισης σε όλους τους υπαλλήλους που δεν έλαβαν προσωπική διαφορά λόγω του χρόνου διορισμού ή μετάταξής τους, ανεξαρτήτως προκήρυξης ή ημερομηνίας διορισμού, ώστε να αποκατασταθεί πλήρως η μισθολογική ισότητα εντός της ΑΑΔΕ.
Ιδίως για την ΑΑΔΕ, όπου εφαρμόζεται ενιαίο ειδικό μισθολόγιο και ενιαίο σύστημα αξιολόγησης και στοχοθεσίας, η διαφοροποίηση αποδοχών αποκλειστικά λόγω ημερομηνίας διορισμού δεν συνδέεται με κανένα αντικειμενικό υπηρεσιακό κριτήριο.
Σύλλογος Υπαλλήλων Πληροφορικής ΑΑΔΕ
Η προτεινόμενη διάταξη του Άρθρου 53, αντί να θεραπεύσει τις πολυετείς μισθολογικές ανισότητες, τις παγιώνει και εισάγει νέους περιορισμούς, εγειρόντας σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το Σύνταγμα.1. Κατάφωρη παραβίαση της συνταγματικής ισότητας στην ΑΑΔΕ
Το άρθρο επεκτείνει την προσωπική διαφορά σε συγκεκριμένους φορείς, αφήνοντας για ακόμα μια φορά εκτός το προσωπικό της ΑΑΔΕ, το οποίο διαχρονικά (ήδη από το 2017) υφίσταται έναν άδικο μισθολογικό διαχωρισμό. Η εξαίρεση αυτή παραβιάζει την Αρχή της Ισότητας (Άρθρο 4 παρ. 1 του Σύνταγματος) και την Αρχή της Ίσης Αμοιβής για Εργασία Ίσης Αξίας (Άρθρο 22 παρ. 1β του Σύνταγματος). Υπάλληλοι που υπηρετούν στον ίδιο κρίσιμο εισπρακτικό και ελεγχτικό μηχανισμό, με τα ίδια τυπικά προσόντα και τα ίδια υπηρεσιακά βάρη, στερούνται αποδοχές που άλλοι συνάδελφοί τους εισπράττουν κανονικά, απλώς και μόνο λόγω του τρόπου ή του χρόνου διορισμού/μετάταξής τους.2. Αντισυνταγματική θέσπιση ανώτατου ορίου (πλαφόν)
Η εισαγωγή ανώτατου ορίου (πλαφόν) στο ποσό της προσωπικής διαφοράς αλλοιώνει τον χαρακτήρα της, ο οποίος βασίζεται σε αντικειμενικές μισθολογικές συγκρίσεις. Η επιβολή «κόφτη» στερεί από τους δικαιούχους το πλήρες –και ενδεχομένως μεγαλύτερο– ποσό που δικαιούνται. Αυτή η «εξίσωση προς τα κάτω» παραβιάζει την Αρχή της Αναλογικότητας και την Προστατευόμενη Εμπιστοσύνη του Διοικουμένου.Προτείνεται:Η ρητή συμπερίληψη όλου του προσωπικού της ΑΑΔΕ στους δικαιούχους της προσωπικής διαφοράς, ώστε να αρθεί η διαχρονική αδικία.Η πλήρης απαλοιφή του ανώτατου ορίου, ώστε η προσωπική διαφορά να χορηγείται ακέραιη στο ύψος που πραγματικά αναλογεί.
Με αφορμή τις προτεινόμενες διατάξεις (όπως το Άρθρο 53 του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου), τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα αναφορικά με τη διατήρηση της φιλοσοφίας του Ενιαίου Μισθολογίου στο Δημόσιο, τον σεβασμό των συνταγματικών αρχών και την κατάφωρη αδικία εις βάρος των υπαλλήλων που διορίζονται τα τελευταία έτη.
Η επιλεκτική επέκταση της προσωπικής διαφοράς (έως 300€) αποκλειστικά για νεοεισερχόμενους υπαλλήλους συγκεκριμένων φορέων (π.χ. ΑΑΔΕ, Υπουργείο Οικονομικών), σε συνδυασμό με το υφιστάμενο πλαίσιο αναγνώρισης της προϋπηρεσίας, δημιουργεί ένα καθεστώς πολλαπλών ταχυτήτων και ακραίων μισθολογικών ανισοτήτων:
1. Παραβίαση της Συνταγματικής Αρχής της Ισότητας (Άρθρο 4, Παρ. 1 του Συντάγματος): Υπάλληλοι με τα ίδια ακριβώς τυπικά προσόντα (ΠΕ/ΤΕ), που προσλήφθηκαν την ίδια χρονική περίοδο (μετά το 2023) και ασκούν παρεμφερή καθήκοντα, αμείβονται με τελείως διαφορετικούς όρους. Η εργασία με την ίδια βαρύτητα πρέπει να αμείβεται εξίσου, ανεξάρτητα από τον φορέα διορισμού (π.χ. ΑΑΔΕ έναντι ΕΟΠΥΥ, ΝΠΔΔ ή άλλων Υπουργείων).
2. Άνιση μεταχείριση και «τιμωρία» της προϋπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα: Το υφιστάμενο μισθολογικό καθεστώς αναγνωρίζει την προϋπηρεσία του δημόσιου τομέα για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων, αλλά αποκλείει πλήρως τη μισθολογική αναγνώριση της προϋπηρεσίας από τον ιδιωτικό τομέα [1]. Ένας νέος υπάλληλος που εισέρχεται στο Δημόσιο με πολυετή, αποδεδειγμένη και πολύτιμη εμπειρία από την αγορά εργασίας, υποχρεούται να ξεκινήσει από τον εισαγωγικό βασικό μισθό (ΜΚ 1). Η εμπειρία του αξιοποιείται μόνο «στα χαρτιά» για τη βαθμολογική του εξέλιξη, απαξιώνοντας πλήρως την οικονομική της αξία.
3. Η συνδυαστική αδικία για τους νέους υπαλλήλους: Το αποτέλεσμα είναι διπλά άδικο. Οι νέοι υπάλληλοι εκτός προνομιακών φορέων (όπως στον ΕΟΠΥΥ ή στα νοσοκομεία) στερούνται τόσο την προσωπική διαφορά [1], όσο και τη μισθολογική αποτίμηση των ετών που εργάστηκαν στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό δημιουργεί υπαλλήλους «δεύτερης και τρίτης κατηγορίας» μέσα στο ίδιο κράτος.
4. Υποβάθμιση Φορέων και Ακύρωση της Κινητικότητας: Φορείς με τεράστιο κοινωνικό έργο και όγκο εργασίας καθίστανται μισθολογικά μη ελκυστικοί. Το Σύστημα Κινητικότητας ακυρώνεται στην πράξη, καθώς κανείς υπάλληλος δεν επιθυμεί να μεταταχθεί σε φορείς που δεν προσφέρουν προσωπική διαφορά ή μισθολογικά κίνητρα.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ ΤΟ ΑΡΜΟΔΙΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ:
• Με ποιο δημοσιονομικό και αξιοκρατικό κριτήριο δικαιολογείται η μισθολογική ανισότητα μεταξύ νέων υπαλλήλων του ίδιου κράτους;
• Γιατί συνεχίζεται η αναχρονιστική διάκριση εις βάρος του ιδιωτικού τομέα, τη στιγμή που το κράτος επιζητά στελέχη με υψηλή εξειδίκευση από την αγορά εργασίας;
• Προτίθεται η κυβέρνηση να αποκαταστήσει το αίσθημα δικαίου, προχωρώντας α) στην οριζόντια επέκταση της μισθολογικής διόρθωσης/προσωπικής διαφοράς σε όλους τους φορείς και β) στην πλήρη μισθολογική αναγνώριση της προϋπηρεσίας του ιδιωτικού τομέα στο Ενιαίο Μισθολόγιο;
Σχόλιο για το άρθρο 53 μετά τη δημοσίευση της Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης:
Η επίσημη αιτιολόγηση της διάταξης παρουσιάζει μια βαθιά εσωτερική αντίφαση που ακυρώνει τον ίδιο τον δεδηλωμένο σκοπό της. Ενώ το κείμενο αναφέρει ρητά ότι σκοπός είναι «η αποκατάσταση της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των υπαλλήλων ανεξαρτήτως του χρόνου διορισμού ή μετάταξής τους», η ταυτόχρονη επιβολή του πλαφόν των 300 ευρώ επιφέρει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: θεσμοθετεί τη μισθολογική ανισότητα και δημιουργεί μόνιμους υπαλλήλους πολλαπλών ταχυτήτων μέσα στους ίδιους φορείς.Οι λόγοι που επικαλείται η ΑΣΥΡ για τη θέσπιση του ανώτατου ορίου στερούνται μισθολογικής και οικονομικής βάσης:Δεν υφίσταται ζήτημα «δημοσιονομικής ισορροπίας»: Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί μια μόνιμη, ανεξέλεγκτη ή διογκούμενη δαπάνη. Όπως πολύ σωστά αναφέρει η ίδια η έκθεση, λαμβάνονται υπόψη τα προβλεπόμενα στο άρθρο 206 του ν. 5193/2025. Όμως, ο νόμος αυτός ορίζει ήδη ότι για ποσά άνω των 300 ευρώ εφαρμόζεται μερικός συμψηφισμός (50%) με τις εκάστοτε αυξήσεις των μισθολογικών κλιμακίων. Συνεπώς, η όποια δαπάνη αποσβένεται σταδιακά, ελεγχόμενα και αυτόματα από το ίδιο το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη για επιπλέον οριζόντιο «κόφτη».Το επιχείρημα περί «ομοιόμορφης εφαρμογής» είναι οξύμωρο: Είναι τουλάχιστον άστοχο να χρησιμοποιείται το όριο των 300 ευρώ του ν. 5193/2025 ως πλαφόν περικοπής. Εκείνη η διάταξη θεσπίστηκε ως δίχτυ ασφαλείας για να προστατεύσει τις χαμηλές προσωπικές διαφορές από τον συμψηφισμό και όχι ως εργαλείο για να πετσοκοφτούν οι αποδοχές των νέων υπαλλήλων. Επιπλέον, η προσωπική διαφορά είναι το προϊόν μιας αντικειμενικής μαθηματικής σύγκρισης αποδοχών. Το γεγονός ότι παλαιότεροι υπάλληλοι έχουν πλέον μικρότερη προσωπική διαφορά οφείλεται στο ότι έλαβαν αυξήσεις και κλιμάκια με τα χρόνια, ενσωματώνοντας το ποσό στον βασικό τους μισθό. Η προσπάθεια τεχνητής «εξίσωσης προς τα κάτω» τιμωρεί αυθαίρετα όσους υπέστησαν τη μεγαλύτερη μισθολογική καθίζηση κατά την είσοδό τους.Για να υλοποιηθεί πραγματικά η «ίση μισθολογική μεταχείριση» και η «τήρηση της αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία», πρέπει να απαλειφθεί το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 σχετικά με το ανώτατο όριο των 300 ευρώ. Η επέκταση της προσωπικής διαφοράς πρέπει να γίνει ομοιόμορφα, με ενιαίους κανόνες, για το σύνολο του τωρινού και μελλοντικού προσωπικού, χωρίς αλχημείες και τεχνητούς περιορισμούς.
Σχόλιο αναφορικά με το άρθρο 53:
Από 01/03/2022 υπηρετούσα με διετή απόσπαση στη Διεύθυνση Κρατικής Αρωγής του ΥΠΕΘΟΟ. Με τον ν. 5000/08.12.2022 (Α’ 226), δινόταν η δυνατότητα μετάταξης στην εν λόγω Διεύθυνση κατά τη λήξη της απόσπασης με την υποβολή σχετικής αίτησης, την οποία και κατέθεσα.
Με το ΠΔ 77/2023 η Διεύθυνση Κρατικής Αρωγής μεταφέρθηκε στο Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, ωστόσο σύμφωνα με νομοθετική διάταξη, εξακολουθεί να υποστηρίζεται από το ΥΠΕΘΟΟ Διοικητικά και Οικονομικά για όλα αυτά τα χρόνια και έως 31.12.2027.
Εγώ μετατάχθηκα τον Αύγουστο 2024 στη Διεύθυνση Κρατικής Αρωγής του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας.
Επειδή όπως έχει διατυπωθεί το άρθρο 53 του σχεδίου νόμου δεν καλύπτει και τη δική μου περίπτωση, παρακαλώ όπως προταθεί επαναδιατύπωση με την κάτωθι προσθήκη:
Άρθρο 53
Επέκταση εφαρμογής άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς
1. Οι παρ. 1, 3, 4 και 5 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 (Α΄ 88) περί επέκτασης προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους, εφαρμόζονται στο προσωπικό που έχει διοριστεί ή μεταταχθεί από την 1η Απριλίου 2023 και εφεξής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 και στο προσωπικό, που μεταφέρθηκε με την περίπτωση (α) του άρθρου 7 του ΠΔ 77/2023 (Α΄130), καθώς και στο προσωπικό των ανεξάρτητων αρχών και λοιπών φορέων της παρ. 1 του άρθρου 91 του ν. 5043/2023 (Α΄ 91). Το ύψος της προσωπικής διαφοράς που υπολογίζεται κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως.
Σχόλιο αναφορικά με το άρθρο 53:
Από 01/03/2022 υπηρετούσα με απόσπαση στη Διεύθυνση Κρατικής Αρωγής του ΥΠΕΘΟΟ. Με τον ν. 5000/08.12.2022 (Α’ 226), δινόταν η δυνατότητα μετάταξης στην εν λόγω Διεύθυνση κατά τη λήξη της απόσπασης με την υποβολή σχετικής αίτησης, την οποία και κατέθεσα.
Με το ΠΔ 77/2023 η Διεύθυνση Κρατικής Αρωγής μεταφέρθηκε στο Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, ωστόσο σύμφωνα με νομοθετική διάταξη, εξακολουθεί να υποστηρίζεται από το ΥΠΕΘΟΟ Διοικητικά και Οικονομικά για όλα αυτά τα χρόνια και έως 31.12.2027.
Εγώ μετατάχθηκα τον Αύγουστο 2024 στη Διεύθυνση Κρατικής Αρωγής του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας.
Επειδή όπως έχει διατυπωθεί το άρθρο 53 του σχεδίου νόμου δεν καλύπτει και τη δική μου περίπτωση, παρακαλώ όπως επαναδιατυπωθεί με την κάτωθι προσθήκη:
Άρθρο 53
Επέκταση εφαρμογής άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς
1. Οι παρ. 1, 3, 4 και 5 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 (Α΄ 88) περί επέκτασης προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους, εφαρμόζονται στο προσωπικό που έχει διοριστεί ή μεταταχθεί από την 1η Απριλίου 2023 και εφεξής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 και στο προσωπικό, που μεταφέρθηκε με την περίπτωση (α) του άρθρου 7 του ΠΔ 77/2023 (Α΄130), καθώς και στο προσωπικό των ανεξάρτητων αρχών και λοιπών φορέων της παρ. 1 του άρθρου 91 του ν. 5043/2023 (Α΄ 91). Το ύψος της προσωπικής διαφοράς που υπολογίζεται κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως.
Η προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση κινείται αναμφίβολα προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αναγνωρίζει εμπράκτως την επιτακτική ανάγκη επέκτασης της προσωπικής διαφοράς και στους υπαλλήλους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν από την 1η Απριλίου 2023 και μετά, διευρύνοντας το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 64 του ν. 5042/2023. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μια πρώτη δικαίωση ενός δίκαιου αγώνα για την άρση των ενδοϋπηρεσιακών στρεβλώσεων.Ωστόσο, η ταυτόχρονη θεσμοθέτηση ενός οριζόντιου ανώτατου ορίου (πλαφόν) ύψους 300 ευρώ μεικτά μηνιαίως έρχεται να ακυρώσει σε μεγάλο βαθμό τον ίδιο τον πυρήνα και τον μεταρρυθμιστικό σκοπό της ρύθμισης. Αντί να θεραπεύσει τις υφιστάμενες μισθολογικές αποκλίσεις, το πλαφόν αυτό τις παγιώνει και τις αναπαράγει, θεσπίζοντας με τρόπο αυθαίρετο μια νέα, εσωτερική μισθολογική ανισότητα και συντηρώντας τη λειτουργία ενός δημόσιου τομέα «δύο ταχυτήτων».
Η επιβολή του ονομαστικού «κόφτη» των 300 ευρώ στερείται οποιουδήποτε σαφούς, αντικειμενικού και ελέγξιμου κριτηρίου, καθώς δεν συνδέεται με τη φύση της εργασίας, τα καθήκοντα, το επίπεδο ευθύνης ή τις δεξιότητες των υπαλλήλων. Ως εκ τούτου, συνάδελφοι που εργάζονται στο ίδιο ακριβώς τμήμα ή την ίδια διεύθυνση, ασκώντας ταυτόσημες αρμοδιότητες, θα συνεχίσουν να αμείβονται με εξόφθαλμες αποκλίσεις, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 600 ευρώ μηνιαίως.
Η πρόβλεψη του άρθρου 53 είναι πρόχειρη και αποσπασματική, διαιωνίζοντας και διευρύνοντας μισθολογικές στρεβλώσεις και ανισότητες μεταξύ νέων και παλαιών εργαζομένων. Ασφαλέστερη προσέγγιση αποτελεί η καταβολή ενός ενιαίου επιδόματος σε όλους τους υπαλλήλους των σχετικών φορέων.
Με το άρθρο 53 χορηγείται προσωπική διαφορά σε ορισμένους Δ.Υ.που μετατάχθηκαν ή διορίστηκαν μετά τον Απρίλιο του 23. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και για τους υπαλλήλους των ίδιων υπηρεσιών προ του 2023 ή για τους Δημοτικούς αστυνομικούς που μετατάχθηκαν υποχρεωτικά στα Σωφρονιστικά καταστήματα με αποτέλεσμα υπάλληλοι με λιγότερα χρόνια υπηρεσίας και μικρότερο κλιμάκιο να πληρώνονται περισσότερα χρήματα από υπαλλήλους με περισσότερα χρόνια υπηρεσίας. Για ποια ισονομία μιλάμε και για ποιο ενιαίο μισθολόγιο; Πάντα θα υπάρχουν υπάλληλοι δύο ταχυτήτων
Άρθρο 53 – Επέκταση εφαρμογής του άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς
Η προτεινόμενη ρύθμιση ορθώς επεκτείνει την προσωπική διαφορά στο προσωπικό που διορίστηκε ή μετατάχθηκε από 1.4.2023 και εφεξής, παραμένει όμως ελλιπής ως προς το πεδίο εφαρμογής της. Από την απαρίθμηση των υπηρεσιών απουσιάζει ο Διαχειριστής ΑΠΕ και Εγγυήσεων Προέλευσης (ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε.), παράλειψη που δεν δικαιολογείται ούτε από τη φύση ούτε από την αποστολή του φορέα.
Οι υπάλληλοι του ΔΑΠΕΕΠ προσλαμβάνονται και αμείβονται βάσει του ενιαίου μισθολογίου του ν. 4354/2015. Εμπίπτουν, επομένως, στο ίδιο ακριβώς μισθολογικό καθεστώς με τις υπηρεσίες που ήδη περιλαμβάνονται στη ρύθμιση, γεγονός που καθιστά την εξαίρεσή τους από την επέκταση της προσωπικής διαφοράς ακόμη πιο αδικαιολόγητη.
Ο ΔΑΠΕΕΠ επιτελεί κρίσιμη δημόσια λειτουργία: διαχειρίζεται τον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ (ΕΛΑΠΕ), εκκαθαρίζει τις συναλλαγές των σταθμών ΑΠΕ και λειτουργεί το σύστημα Εγγυήσεων Προέλευσης, αποτελώντας θεσμικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης. Οι υπάλληλοί του ασκούν καθήκοντα αντίστοιχης εξειδίκευσης και ευθύνης με εκείνα φορέων που ήδη περιλαμβάνονται στη ρύθμιση, και δη των ρυθμιστικών αρχών του ενεργειακού τομέα. Η συμπερίληψη της ρυθμιστικής αρχής και η ταυτόχρονη εξαίρεση του διαχειριστή που υλοποιεί στην πράξη το αντίστοιχο δημόσιο έργο συνιστά αδικαιολόγητη και εσωτερικά αντιφατική διάκριση.
Η εξαίρεση αυτή προσκρούει στο άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την ίση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας, καθώς και στις αρχές της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Σ) και της αναλογικότητας. Υπάλληλοι με αντίστοιχα προσόντα και καθήκοντα αμείβονται διαφορετικά όχι βάσει ουσιαστικού κριτηρίου συνδεόμενου με την εργασία, αλλά αποκλειστικά βάσει του φορέα στον οποίο τυχαίνει να υπηρετούν.
Καθοριστικό στοιχείο, επιπλέον, είναι ότι η συμπερίληψη του ΔΑΠΕΕΠ δεν επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Ο φορέας δεν χρηματοδοτείται από τον Τακτικό Προϋπολογισμό· οι λειτουργικές του δαπάνες, περιλαμβανομένης της μισθοδοσίας, καλύπτονται μέσω ανταποδοτικού τέλους / χρέωσης διαχείρισης επί του ΕΛΑΠΕ. Συνεπώς, η συνήθης επίκληση δημοσιονομικού κόστους δεν έχει εν προκειμένω κανένα έρεισμα. Σημειώνεται εξάλλου ότι η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί διαρκώς αυξανόμενη δαπάνη, καθώς βάσει του άρθρου 206 ν. 5193/2025 συμψηφίζεται εν μέρει (κατά 50%) με τις μελλοντικές μισθολογικές ωριμάνσεις και σταδιακά αποσβέννυται.
Για τους λόγους αυτούς, ζητείται η ρητή προσθήκη του Διαχειριστή ΑΠΕ και Εγγυήσεων Προέλευσης (ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε.) στην απαρίθμηση των υπηρεσιών του άρθρου 53, ώστε να αρθεί μια άνιση μεταχείριση η οποία, επιπλέον, είναι δημοσιονομικά ουδέτερη.
Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Θα πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη ότι κατά το παρελθόν δημιουργήθηκαν στρεβλώσεις και άνιση αντιμετώπιση μεταξύ των υπαλλήλων, με αποτέλεσμα να ανατρέπεται η μισθολογική διαβάθμιση και να καταλύεται το ενιαίο μισθολόγιο.
Αυτή τη στιγμή, υπάλληλοι με τα ίδια χρόνια υπηρεσίας και προσόντα αμείβονται διαφορετικά. Για παράδειγμα, σε περίπτωση μετάταξης σε ανώτερη κατηγορία (από ΔΕ σε ΠΕ), όποιος έκανε μετάταξη πριν από τις 1-6-2022 δεν είδε αύξηση στον καθαρό του μισθό, λόγω ισόποσης μείωσης της προσωπικής του διαφοράς. Αντίθετα, μετά τις 1-6-2022, ο υπάλληλος που μετατάσσεται έχει κανονικά αύξηση στον καθαρό του μισθό, χωρίς να μειώνεται η προσωπική του διαφορά.
Ανάλογη άδικη αντιμετώπιση ισχύει και μεταξύ υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας μετά την κατάθεση μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου
Άρθρο 53:
Διαβάζοντάς το εξεπλάγην δυσάρεστα διαπιστώνοντας ότι είναι επιεικώς απαράδεκτο σε ένα Υπουργείο όπως το Υ.ΨΗ.Δ. που αποτελεί αιχμή του δόρατος στην εποχή μας, μέρος των υπαλλήλων του που ανήκουν σε εποπτευόμενο φορέα όπως η Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. να λαμβάνουν προσωπική διαφορά και όλοι οι υπόλοιποι υπάλληλοι του Υπουργείου ΟΧΙ. Με ποιο κριτήριο άραγε;;; Δεν αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αλυσίδας ή μήπως δεν είναι τόσο παραγωγικοί και άξιοι;;; Πρόκειται ΞΕΚΑΘΑΡΑ για αντισυνταγματική πρακτική που εναντιώνεται στο μέτρο της ισότητας, έρχεται σε αντίθεση με τη σχετική Κοινοτική Νομοθεσία και αντιμετωπίζει τους υπαλλήλους (για ποιο λόγο άραγε;) ως πατρικίους και πληβείους. Σωστή η πρόθεση παροχής Π.Δ. αλλά εμφανέστατα λανθασμένη η εφαρμογή της…. Ή ΟΛΟΙ Ή ΚΑΝΕΝΑΣ.
Άρθρο 53: Προτείνεται η κατάργηση της ΠΔ σε όλους τους υπαλλήλους του ΥΠΕΘΟΟ, κατάταξη σε κλιμάκια του ν.4354/2015 και μετά απόδοση 300€ σε όλους τους υπαλλήλους. Οπότε καμία αδικία σε κανέναν.
Η επιβολή πλαφόν στην προσωπική διαφορά αποτελεί συνέχιση της ανισότητας στην μισθοδοσία μεταξύ συναδέλφων που εργάζονται στους ίδιους χώρους με τα ίδια χρόνια ,το ίδιο αντικείμενο και δεν συμβάλει στην ομαλή λειτουργία της υπηρεσίας. Στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης πρέπει να καταβληθεί ότι δικαιούται ο καθένας χωρίς πλαφόν. Πρέπει να μείνει ελεύθερο.
Η πρόβλεψη πλαφόν 300 ευρώ στην προσωπική διαφορά του άρθρου 53 διατηρεί αδικαιολόγητες μισθολογικές ανισότητες μεταξύ υπαλλήλων που ασκούν ίδια καθήκοντα με ίδια προσόντα και ευθύνες. Στο πλαίσιο της αρχής «ίση εργασία – ίση αμοιβή», οι νεοδιορισθέντες υπάλληλοι, οι οποίοι μάλιστα διαθέτουν υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο και αυξημένα τυπικά προσόντα, πρέπει να αμείβονται ισότιμα με τους παλαιότερους υπαλλήλους. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η κατάργηση του πλαφόν των 300 ευρώ, η πλήρης μισθολογική εξομοίωση νεοδιορισθέντων και παλαιότερων υπαλλήλων και η αναδρομική καταβολή της προσωπικής διαφοράς από την ημερομηνία διορισμού
Αίτημα απόσυρσης του Άρθρου 56 λόγω έλλειψης αιτιολόγησης
Η ΑΣΡ για το Άρθρο 56 στερείται οποιασδήποτε οικονομικής ή κοινωνικής τεκμηρίωσης, περιοριζόμενη σε μια απλή περιγραφή της διάταξης. Δημιουργείται έτσι μια εικόνα δύο μέτρων και δύο σταθμών: την ώρα που στο Άρθρο 53 επιβάλλεται κόφτης 300 ευρώ στους δημόσιους υπαλλήλους με επίκληση της δημοσιονομικής ισορροπίας, στο Άρθρο 56 η αρχή αυτή αγνοείται, επιτρέποντας την αύξηση των μεικτών αποδοχών της εκκλησιαστικής ηγεσίας στις 4.600 ευρώ.
Αν η Πολιτεία διαθέτει τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο για τέτοιες αυξήσεις, οφείλει να κατευθύνει αυτούς τους πόρους στην ενίσχυση των δημόσιων νοσοκομείων και της παιδείας, που αποτελούν τις βασικές προτεραιότητες της κοινωνίας. Η παρούσα διάταξη, στερούμενη κάθε τεκμηρίωσης, προκαλεί το κοινωνικό αίσθημα και πρέπει να αποσυρθεί άμεσα
Όλοι επικεντρώνεστε στην προσωπική διαφορά. Το κλιμάκιο που χάθηκε δεν σας αφορά μάλλον. Να θυμίσω ότι το 2016 πάγωσαν οι μισθολογικές αυξήσεις για δύο χρόνια (χάθηκε ένα κλιμάκιο)’Οσοι διορίστηκαν μετά το 2018 λαμβάνουν κανονικά ωρίμανση.
Οι πιο παλιοί όχι! Τι πρωτότυπο! Τελικά ίση αμοιβή για ίση εργασία δεν υπάρχει στη Δημόσιο. Πρώτα λοιπόν να επαναφέρετε το κλιμάκιο που χρωστάτε, μετά κατ’ ελάχιστον ένα μισθό ως Δώρο (Στον ιδιωτικό τομέα επεμβαίνει εισαγγελέας αν δεν καταβληθεί δώρο, αλλά στο Δημόσιο όλα είναι όλα καλά και νόμιμα) και μετά ασχολείστε με τα επιμέρους. Αφήνω ασχολίαστη τη προκλητική ρύθμιση για αυτούς που υπηρετούν στη Προεδρία όπου και προωθούνται κατά 5 κλιμάκια σε σχέση με τους «απλούς» υπαλλήλους!!! Απλά απαράδεκτο.
Σχόλιο για το άρθρο 56:
Η παντελής απουσία ουσιαστικής αιτιολόγησης στην ΑΣΡ (η οποία αναρτήθηκε σχεδόν 9 ημέρες μετά την ανάρτηση το νομοσχεδίου στη δημόσια διαβούλευση) για το Άρθρο 56 είναι μνημειώδης και άκρως προκλητική. Το κείμενο περιορίζεται σε μια απλή, στεγνή περιγραφή της διάταξης, αποφεύγοντας εσκεμμένα να απαντήσει στο πιο κρίσιμο ερώτημα: Με ποια λογική, με ποια κριτήρια και βάσει ποιας δημοσιονομικής αντοχής αποφασίζεται αυτή η ηγεμονική αύξηση για την εκκλησιαστική ηγεσία;
Η κυβέρνηση νομοθετεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά, εκθέτοντας τον εαυτό της στη δημόσια διαβούλευση:
Η επιλεκτική «ευαισθησία» για τη δημοσιονομική ισορροπία: Στο Άρθρο 53, η έκθεση εξαντλεί την αυστηρότητά της στους δημόσιους υπαλλήλους, επικαλούμενη τη «δημοσιονομική ισορροπία» για να επιβάλει έναν αυθαίρετο κόφτη 300 ευρώ στις τσέπες ανθρώπων που μοχθούν για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος. Στο Άρθρο 56, όμως, η «δημοσιονομική ισορροπία» εξαφανίζεται ως δια μαγείας. Εκεί δεν υπάρχει κανένα άγχος για το κόστος, καμία ανησυχία για το αν «ανοίγει η ψαλίδα» με την κοινωνία και καμία ανάγκη αιτιολόγησης για μισθούς που εκτοξεύονται με το έτσι θέλω στις 4.600 ευρώ μεικτά.
Αν η Πολιτεία διαθέτει τον δημοσιονομικό χώρο να συνδέει τους μισθούς των Αρχιερέων με τα ανώτατα όρια αποδοχών της χώρας, οφείλει άμεσα να πράξει το ίδιο για τους ανθρώπους που κρατούν «όρθιο» το κράτος. Η διάταξη αυτή, έτσι όπως παρουσιάζεται χωρίς ίχνος αιτιολόγησης, αποτελεί προσβολή για το σύνολο της κοινωνίας. Θα πρέπει άμεσα να αποσυρθεί το Άρθρο 56.
Η προτεινόμενη διάταξη, με το ισχύον πλαφόν, εγείρει σοβαρότατα νομικά ζητήματα και προσκρούει ευθέως σε θεμελιώδεις αρχές του εσωτερικού και ενωσιακού δικαίου:
•Παραβίαση της Συνταγματικής Αρχής της Ισότητας και της Ίσης Αμοιβής: Η ρύθμιση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το Άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος (ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου) και το Άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Η διαφοροποίηση με αποκλειστικό κριτήριο την ημερομηνία διορισμού ή μετάταξης στερείται, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), οποιασδήποτε αντικειμενικής και ορθολογικής βάσης.
•Αντίθεση με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο: Η διάταξη αντιστρατεύεται τις γενικές αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης, καθώς και τις προβλέψεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/970 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία αφορά στην ενίσχυση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας, και η οποία βρίσκεται σε τροχιά ενσωμάτωσης στην ελληνική έννομη τάξη.
•Υπέρβαση των Ακραίων Ορίων της Νομοθετικής Εξουσίας: Ο τιθέμενος χρονικός και ποσοτικός περιορισμός παρίσταται ως όλως αυθαίρετος, καθώς δεν τελεί σε συνάφεια με το αντικείμενο της εργασίας. Κατά συνέπεια, υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος.
Με την εισαγωγή του Άρθρου 54 προκαλείται άμεση απομείωση της αξίας και του ρόλου των Επιτελικών Στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης. Η επέκταση της μισθολογικής κλίμακας του άρθρου 107 του ν. 4622/2019 σε υπαλλήλους της Προεδρίας της Κυβέρνησης συνιστά μια προνομιακή μεταχείριση που υπονομεύει τις θεσμοθετημένες διαδικασίες αξιοκρατίας.
Η αντίφαση έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ τα Επιτελικά Στέλέχη επιλέχθηκαν μέσω αδιάβλητων και ιδιαίτερα απαιτητικών εξετάσεων, ολοκληρώνοντας παράλληλα υποχρεωτική τρίμηνη εκπαίδευση στο ΕΚΔΔΑ υπό το βάρος αυστηρών κυρώσεων, η νέα ρύθμιση αποδίδει τα ίδια οικονομικά ωφελήματα με σαφώς υποδεέστερα κριτήρια. Συγκεκριμένα, αρκεί η κατοχή ενός μεταπτυχιακού τίτλου και η συμμετοχή σε ένα αδιευκρίνιστο «ειδικό πρόγραμμα εκπαίδευσης», το περιεχόμενο του οποίου παραμένει νεφελώδες.
Επιπλέον, έντονο προβληματισμό εγείρει η πρόβλεψη για το αποσπασμένο προσωπικό, το οποίο θα διατηρεί το εν λόγω μισθολογικό καθεστώς ως «προσωπική διαφορά» ακόμη και μετά τη λήξη της απόσπασης ή σε περίπτωση μετάταξης. Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί μια στρέβλωση στην αγορά εργασίας του δημοσίου, επιτρέποντας τη μεταφορά προνομίων χωρίς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις.Προκειμένου να προστατευθεί το κύρος του κλάδου των Επιτελικών Στελεχών και να αποφευχθούν φωτογραφικές μισθολογικές ρυθμίσεις, η διάταξη πρέπει να αποσυρθεί.
Η μισθολογική εξέλιξη του προσωπικού της Προεδρίας της Κυβέρνησης οφείλει να ακολουθεί αυστηρά τους κανόνες του Ενιαίου Μισθολογίου (ν. 4354/2015), χωρίς εξαιρέσεις και τεχνητές προσωπικές διαφορές.
Άρθρο 54:
Η επίκληση της «ενοποίησης και του εξορθολογισμού» στην ΑΣΡ που μόλις αναρτήθηκε, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ουσία της προτεινόμενης διάταξης. Το Άρθρο 54 δεν εξορθολογίζει το μισθολογικό καθεστώς, αλλά αντίθετα εισάγει μια πρωτοφανή στρέβλωση, παρακάμπτοντας την αξιοκρατική δομή της Δημόσιας Διοίκησης και υποβαθμίζοντας τον ίδιο τον θεσμό των Επιτελικών Στελεχών (ν. 4622/2019).
Η επιχειρούμενη ρύθμιση πάσχει στα εξής θεμελιώδη σημεία:
Καταστρατήγηση της Αξιοκρατίας: Για την ένταξη στον κλάδο των Επιτελικών Στελεχών και τη λήψη των αποδοχών του άρθρου 107, οι δημόσιοι υπάλληλοι υποβλήθηκαν σε εξαιρετικά απαιτητικές γραπτές και προφορικές εξετάσεις, ολοκλήρωσαν τρίμηνη εντατική εκπαίδευση στο ΕΚΔΔΑ και δεσμεύονται με αυστηρές οικονομικές ποινές επιστροφής μισθών σε περίπτωση αποχώρησης. Το να αποδίδονται τα ίδια ακριβώς οικονομικά προνόμια σε υπαλλήλους συγκεκριμένων Γενικών Γραμματειών της Προεδρίας της Κυβέρνησης μέσω ενός αόριστου «ειδικού προγράμματος εκπαίδευσης» (το οποίο θα καθοριστεί εκ των υστέρων με Υπουργική Απόφαση), ευτελίζει τη διαδικασία επιλογής και φωτογραφίζει fast-track διαδικασίες για λίγους.
Μισθολογικό Παράδοξο μέσω των Αποσπάσεων: Η επέκταση της ρύθμισης στο προσωπικό που υπηρετεί με απόσπαση δημιουργεί μια αδιανόητη στρέβλωση για το Ενιαίο Μισθολόγιο. Με τον μηχανισμό του «επανυπολογισμού» και της διατήρησης της διαφοράς ως «προσωπικής», οι υπάλληλοι αυτοί θα συνεχίσουν να λαμβάνουν τις αυξημένες αποδοχές ακόμα και μετά τη λήξη της απόσπασης ή τη μετάταξή τους, όταν πλέον θα έχουν επιστρέψει στις οργανικές τους θέσεις. Αυτό δεν αποτελεί «ενοποίηση», αλλά θεσμοθέτηση προνομιούχων υπαλλήλων που μεταφέρουν μαζί τους ένα εικονικό μισθολόγιο σε όλο το Δημόσιο, χωρίς να έχουν υποστεί τα βάρη και τις δεσμεύσεις των πραγματικών Επιτελικών Στελεχών.
Αν ο στόχος ήταν πράγματι ο «εξορθολογισμός», το προσωπικό της Προεδρίας της Κυβέρνησης θα έπρεπε να αμείβεται αυστηρά και αποκλειστικά με βάση τους κανόνες του Ενιαίου Μισθολογίου (ν. 4354/2015) που ισχύουν για όλους τους υπόλοιπους δημόσιους υπαλλήλους της χώρας. Η συγκεκριμένη διάταξη εισάγει μια προκλητική εξαίρεση, δημιουργεί αισθήματα βαθιάς αδικίας και πρέπει να αποσυρθεί στο σύνολό της.
Σχόλιο για το άρθρο 53 μετά τη δημοσίευση της ΑΣΥΡ:
Η επίσημη αιτιολόγηση της διάταξης παρουσιάζει μια βαθιά εσωτερική αντίφαση που ακυρώνει τον ίδιο τον δεδηλωμένο σκοπό της. Ενώ το κείμενο αναφέρει ρητά ότι σκοπός είναι «η αποκατάσταση της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των υπαλλήλων ανεξαρτήτως του χρόνου διορισμού ή μετάταξής τους», η ταυτόχρονη επιβολή του πλαφόν των 300 ευρώ επιφέρει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: θεσμοθετεί τη μισθολογική ανισότητα και δημιουργεί μόνιμους υπαλλήλους πολλαπλών ταχυτήτων μέσα στους ίδιους φορείς.
Οι λόγοι που επικαλείται η ΑΣΥΡ για τη θέσπιση του ανώτατου ορίου στερούνται μισθολογικής και οικονομικής βάσης:
Δεν υφίσταται ζήτημα «δημοσιονομικής ισορροπίας»: Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί μια μόνιμη, ανεξέλεγκτη ή διογκούμενη δαπάνη. Όπως πολύ σωστά αναφέρει η ίδια η έκθεση, λαμβάνονται υπόψη τα προβλεπόμενα στο άρθρο 206 του ν. 5193/2025. Όμως, ο νόμος αυτός ορίζει ήδη ότι για ποσά άνω των 300 ευρώ εφαρμόζεται μερικός συμψηφισμός (50%) με τις εκάστοτε αυξήσεις των μισθολογικών κλιμακίων. Συνεπώς, η όποια δαπάνη αποσβένεται σταδιακά, ελεγχόμενα και αυτόματα από το ίδιο το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη για επιπλέον οριζόντιο «κόφτη».
Το επιχείρημα περί «ομοιόμορφης εφαρμογής» είναι οξύμωρο: Είναι τουλάχιστον άστοχο να χρησιμοποιείται το όριο των 300 ευρώ του ν. 5193/2025 ως πλαφόν περικοπής. Εκείνη η διάταξη θεσπίστηκε ως δίχτυ ασφαλείας για να προστατεύσει τις χαμηλές προσωπικές διαφορές από τον συμψηφισμό και όχι ως εργαλείο για να πετσοκοφτούν οι αποδοχές των νέων υπαλλήλων. Επιπλέον, η προσωπική διαφορά είναι το προϊόν μιας αντικειμενικής μαθηματικής σύγκρισης αποδοχών. Το γεγονός ότι παλαιότεροι υπάλληλοι έχουν πλέον μικρότερη προσωπική διαφορά οφείλεται στο ότι έλαβαν αυξήσεις και κλιμάκια με τα χρόνια, ενσωματώνοντας το ποσό στον βασικό τους μισθό. Η προσπάθεια τεχνητής «εξίσωσης προς τα κάτω» τιμωρεί αυθαίρετα όσους υπέστησαν τη μεγαλύτερη μισθολογική καθίζηση κατά την είσοδό τους.
Για να υλοποιηθεί πραγματικά η «ίση μισθολογική μεταχείριση» και η «τήρηση της αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία», πρέπει να απαλειφθεί το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 σχετικά με το ανώτατο όριο των 300 ευρώ. Η επέκταση της προσωπικής διαφοράς πρέπει να γίνει ομοιόμορφα, με ενιαίους κανόνες, για το σύνολο του τωρινού και μελλοντικού προσωπικού, χωρίς αλχημείες και τεχνητούς περιορισμούς.
Πολύ θετικό το ότι η κυβέρνηση αποφάσισε να επεκτύνει την Προσωπική Διαφορά των νέων υπαλλήλων στους φορείς που υπάγονται στο καθεστώς αυτό. Επίσης, πολύ θετικό το ότι ενσωμάτωσαν τον όρο «εφεξής», ώστε να γίνεται η επέκταση σε όλους τους μελλοντικούς υπαλλήλους.
Ωστόσο, η διάταξη θα πρέπει να βελτιωθεί, καθώς με τον τρόπο που δίνεται οι νέοι υπάλληλοι θα δουν προσωπική διαφορά πολύ μικρότερη από αυτήν που πήραν όλοι οι προηγούμενοι συνάδελφοί τους. Συγκεκριμένα προτείνεται:
– Η κατάργηση του πλαφόν των 300 €
– Να μην ληφθούν υπόψη οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό που έγιναν μετά την 1η Απριλίου 2023 για τον υπολογισμό της ΠΔ, καθώς αυτό θα σημάνει αυτόματα μικρότερο ποσό.
Σχόλιο αναφορικά με το άρθρο 53:
Αποτελεί θετική εξέλιξη στον δίκαιο αγώνα μας όμως η επιβολή πλαφόν ύψους 300 ευρώ εμποδίζει τελικώς την αποκατάσταση των μισθολογικών ανισοτήτων με τους παλαιότερους που ασκούν ίδια καθήκοντα ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟΤΕΡΑ, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι νέοι υπάλληλοι διαθέτουν υψηλές ακαδημαϊκές γνώσεις και επαγγελματικά προσόντα κ ηρθαν για να συμβάλλουν στην αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Το πλαφόν πρέπει να καταργηθεί και ο τρόπος υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς θα πρέπει να είναι ίδιος για όλους ανεξάρτητα από τον χρόνο πρόσληψής τους. Πρεπει να υπάρξουν μισθολογικα κινητρα παραμονης μας στο δημοσιο.
Η προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση κινείται αναμφίβολα προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αναγνωρίζει εμπράκτως την επιτακτική ανάγκη επέκτασης της προσωπικής διαφοράς και στους υπαλλήλους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν από την 1η Απριλίου 2023 και μετά, διευρύνοντας το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 64 του ν. 5042/2023. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μια πρώτη δικαίωση ενός δίκαιου αγώνα για την άρση των ενδοϋπηρεσιακών στρεβλώσεων.
Ωστόσο, η ταυτόχρονη θεσμοθέτηση ενός οριζόντιου ανώτατου ορίου (πλαφόν) ύψους 300 ευρώ μεικτά μηνιαίως έρχεται να ακυρώσει σε μεγάλο βαθμό τον ίδιο τον πυρήνα και τον μεταρρυθμιστικό σκοπό της ρύθμισης. Αντί να θεραπεύσει τις υφιστάμενες μισθολογικές αποκλίσεις, το πλαφόν αυτό τις παγιώνει και τις αναπαράγει, θεσπίζοντας με τρόπο αυθαίρετο μια νέα, εσωτερική μισθολογική ανισότητα και συντηρώντας τη λειτουργία ενός δημόσιου τομέα «δύο ταχυτήτων».
2. Ουσιαστικές και Λειτουργικές Επιπτώσεις στην Υπηρεσιακή Δομή
Η επιβολή του ονομαστικού «κόφτη» των 300 ευρώ στερείται οποιουδήποτε σαφούς, αντικειμενικού και ελέγξιμου κριτηρίου, καθώς δεν συνδέεται με τη φύση της εργασίας, τα καθήκοντα, το επίπεδο ευθύνης ή τις δεξιότητες των υπαλλήλων. Ως εκ τούτου, συνάδελφοι που εργάζονται στο ίδιο ακριβώς τμήμα ή την ίδια διεύθυνση, ασκώντας ταυτόσημες αρμοδιότητες, θα συνεχίσουν να αμείβονται με εξόφθαλμες αποκλίσεις, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 600 ευρώ μηνιαίως.
Η διαφοροποίηση αυτή είναι βαθύτατα άδικη, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι νέοι υπάλληλοι εισέρχονται στο κράτος διαθέτοντας εξαιρετικά υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα και εξειδικευμένες επαγγελματικές γνώσεις. Η μισθολογική υποβάθμιση και η υποτίμηση των στελεχών αυτών υπονομεύει την εύρυθμη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και την προσπάθεια για τη βέλτιστη λειτουργία του κράτους. Παράλληλα, παραβιάζει την Αρχή της Χρηστής Διοίκησης και δημιουργεί ισχυρά αντικίνητρα, τροφοδοτώντας το φαινόμενο του «Brain Drain» (διαρροή έμπειρου δυναμικού προς τον ιδιωτικό τομέα), τη στιγμή μάλιστα που οι αποχωρήσεις λόγω συνταξιοδότησης στο δημόσιο αυξάνονται ραγδαία.
Σε όρους αποπληθωρισμού, η εισαγωγή ενός τέτοιου ονομαστικού ποσού εκμηδενίζει τη σκοπιμότητα της χορήγησής του, υποβαθμίζοντας τη ρύθμιση από μόνιμο διορθωτικό μηχανισμό σε ένα πρόσκαιρο βοήθημα τύπου «pass».
3. Νομική και Συνταγματική Τεκμηρίωση των Παραβιάσεων
Η προτεινόμενη διάταξη, με το ισχύον πλαφόν, εγείρει σοβαρότατα νομικά ζητήματα και προσκρούει ευθέως σε θεμελιώδεις αρχές του εσωτερικού και ενωσιακού δικαίου:
Παραβίαση της Συνταγματικής Αρχής της Ισότητας και της Ίσης Αμοιβής: Η ρύθμιση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το Άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος (ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου) και το Άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Η διαφοροποίηση με αποκλειστικό κριτήριο την ημερομηνία διορισμού ή μετάταξης στερείται, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), οποιασδήποτε αντικειμενικής και ορθολογικής βάσης.
Αντίθεση με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο: Η διάταξη αντιστρατεύεται τις γενικές αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης, καθώς και τις προβλέψεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/970 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία αφορά στην ενίσχυση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας, και η οποία βρίσκεται σε τροχιά ενσωμάτωσης στην ελληνική έννομη τάξη.
Υπέρβαση των Ακραίων Ορίων της Νομοθετικής Εξουσίας: Ο τιθέμενος χρονικός και ποσοτικός περιορισμός παρίσταται ως όλως αυθαίρετος, καθώς δεν τελεί σε συνάφεια με το αντικείμενο της εργασίας. Κατά συνέπεια, υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος.
4. Κατάρριψη του Επιχειρήματος περί Δημοσιονομικού Κόστους
Η πιθανή επίκληση κάποιου ανυπέρβλητου δημοσίου ή δημοσιονομικού κόστους για την πλήρη κατάργηση του πλαφόν δεν υφίσταται στην πραγματικότητα για δύο βασικούς λόγους:
Θεσμοθετημένος Μηχανισμός Απόσβεσης: Η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί μια μόνιμα αυξανόμενη ή ανεξέλεγκτη δαπάνη. Βάσει του άρθρου 206 του ν. 5193/2025, για τα ποσά άνω των 300 ευρώ προβλέπεται ήδη μερικός συμψηφισμός (κατά ποσοστό 50%) με τις εκάστοτε αυξήσεις των μισθολογικών κλιμακίων. Αυτό σημαίνει ότι η όποια δημοσιονομική επιβάρυνση αποσβένεται σταδιακά και με απόλυτα ελεγχόμενο τρόπο από μόνη της.
Άρση των Μακροοικονομικών Ανισορροπιών: Σύμφωνα με την επίσημη Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2026, διαπιστώνεται επισήμως ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον Μακροοικονομικές Ανισορροπίες, με αποτέλεσμα η χώρα να αφαιρείται από το σχετικό πλαίσιο στενής εποπτείας. Συνεπώς, δεν υφίσταται πλέον κανένα έκτακτο δημοσιονομικό πρόσκομμα που να δικαιολογεί τη διατήρηση τέτοιων μισθολογικών αδικιών.
5. Συγκεκριμένες Προτάσεις Τροποποίησης της Διάταξης
Για την οριστική και δίκαιη εξάλειψη των μισθολογικών στρεβλώσεων, την αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης και τη διασφάλιση του χαρακτήρα της προσωπικής διαφοράς ως μηχανισμού αποκατάστασης και όχι ως επιδόματος, προτείνεται:
Η πλήρης διαγραφή του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του υπό κρίση άρθρου, ώστε να καταργηθεί καθολικά το ανώτατο όριο των 300 ευρώ μεικτά μηνιαίως, και η πλήρης, χωρίς περιορισμούς, εφαρμογή των προβλέψεων του άρθρου 64 του ν. 5042/2023, ακολουθώντας πιστά την αρχική φιλοσοφία και τον τρόπο υπολογισμού της διάταξης για όλο το προσωπικό, ανεξάρτητα από τον χρόνο πρόσληψής του.
Η ρητή εξαίρεση της εν λόγω προσωπικής διαφοράς από οποιονδήποτε συμψηφισμό με μεταγενέστερες μισθολογικές αυξήσεις, προκειμένου να μην εξανεμιστεί η αγοραστική δύναμη των υπαλλήλων.
Η ρητή θεσμοθέτηση του συντάξιμου χαρακτήρα της προσωπικής διαφοράς για το σύνολο των δικαιούχων, ώστε να προσμετράται κανονικά στις συντάξιμες αποδοχές τους.
Η οριστική έναρξη ισχύος της εν λόγω ρύθμισης αναδρομικά από την πραγματική ημερομηνία διορισμού ή μετάταξης του κάθε υπαλλήλου (για όσους ανέλαβαν καθήκοντα μετά την 1η Απριλίου 2023), διασφαλίζοντας την πλήρη αποκατάσταση της ισονομίας.
Συνάδελφοι αν δεν αφαιρεθεί το πλαφόν των 300€, τιμωρήστε τους στις επερχόμενες εκλογές. Οι φωστήρες που το σκέφτηκαν αυτο αμοίβονται με χιλιάδες ευρώ το μήνα, εχουν αφήσει την ακρίβεια και την αισχροκέρδεια να γιγαντωθούν, και τολμούν να βάλουν κι αλλο το χέρι τους στις τσέπες των δημοσίων υπαλλήλων που έχουν αφήσει χωρίς 13ο και 14ο μισθό εδω και 15 χρόνια, με την θέσπιση αυτού του πλαφόν. Τους πειράζει να μας αποδοθεί η Προσωπική Διαφορά ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΝΑΛΟΓΕΊ ΣΤΟ ΣΎΝΟΛΟ ΤΗΣ ενώ την ίδια ώρα διαφημίζουν πως έσωσαν την χώρα, την έβγαλαν απο τα μνημόνια και δεν υπάρχουν πια τα δημοσιονομικά προβλήματα του παρελθόντος. Αφαίρεση του επαίσχυντου πλαφόν των 300€ αλλιώς μαύρισμα τις εκλογές! Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν ξεχνάμε.
Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 53, εισάγεται για πρώτη φορά ανώτατο όριο (πλαφόν) 300€ στην προσωπική διαφορά των υπαλλήλων που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν από 1/4/2023. Η μη απόδοση της πλήρους προσωπικής διαφοράς παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας και το δικαίωμα για «ίση αμοιβή για ίση εργασία».Το πλαφόν των 300€ συντηρεί αδικαιολόγητα την ύπαρξη υπαλλήλων «πολλαπλών ταχυτήτων» και είναι απαραίτητο να απαληφθεί ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης, καθολική και δίκαιη μισθολογική εξίσωση όλων των εργαζομένων.
Άρθρο 53 – Επέκταση εφαρμογής του άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς
Η προτεινόμενη ρύθμιση κινείται μερικώς προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς επεκτείνει την εφαρμογή του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 και στο προσωπικό που έχει διοριστεί ή μεταταχθεί από 1.4.2023 και εφεξής. Ωστόσο, το άρθρο 53, όπως προτείνεται, διατηρεί και αναπαράγει σοβαρές μισθολογικές ανισότητες.
Πρώτον, το πλαφόν των 300 ευρώ δεν προκύπτει από κάποιο σαφές, αντικειμενικό και ελέγξιμο κριτήριο. Αντιθέτως, εισάγει έναν οριζόντιο «κόφτη» χωρίς να τεκμηριώνεται γιατί το συγκεκριμένο ποσό είναι το ορθό, εύλογο και αναλογικό. Εφόσον η προσωπική διαφορά χορηγείται κατ’ αναλογία του άρθρου 64 του ν. 5042/2023, ο υπολογισμός της θα έπρεπε να ακολουθεί πλήρως τη λογική της διάταξης, χωρίς πρόσθετο αυθαίρετο περιορισμό. Διαφορετικά, δημιουργείται νέα άνιση μεταχείριση ακόμη και μεταξύ υπαλλήλων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και υπάγονται στο ίδιο κανονιστικό πλαίσιο.
Δεύτερον, το ύψος της αμοιβής και κάθε μισθολογική διαφοροποίηση οφείλουν να στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια που συνδέονται με την ίδια την εργασία, όπως τα καθήκοντα, οι ευθύνες, οι δεξιότητες και οι συνθήκες άσκησής της. Η ημερομηνία διορισμού ή μετάταξης και η οργανική υπαγωγή σε συγκεκριμένη υπηρεσία δεν αρκούν από μόνες τους για να δικαιολογήσουν σταθερές μισθολογικές αποκλίσεις. Το ίδιο ισχύει και για το πλαφόν των 300 ευρώ, το οποίο δεν συνδέεται με κανένα τέτοιο ουσιαστικό κριτήριο. Για τον λόγο αυτό, οι εν λόγω ρυθμίσεις έρχονται σε ευθεία αντίθεση τόσο με το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, όσο και με τις γενικές αρχές της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας.
Τρίτον, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν περιλαμβάνει το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης στο σύνολό του, με αποτέλεσμα να εξακολουθούν να υπάρχουν υπάλληλοι του ίδιου Υπουργείου που, ενώ διαθέτουν αντίστοιχα προσόντα και συμβάλλουν στον ίδιο στρατηγικό κυβερνητικό στόχο, δηλαδή τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την οικονομική ανάταξη της χώρας, θα συνεχίσουν να αμείβονται λιγότερο αποκλειστικά λόγω της υπηρεσιακής τους τοποθέτησης. Αυτό δεν είναι θεσμικά ορθό ούτε διοικητικά λογικό.
Η ανάγκη συμπερίληψης όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου είναι ακόμη πιο προφανής αν ληφθεί υπόψη ότι το Υπουργείο επιτελεί ενιαία κρίσιμη αποστολή και ότι το μισθολογικό κόστος του προσωπικού του αποτελεί πολύ μικρό ποσοστό του συνολικού του προϋπολογισμού. Συνεπώς, η επίκληση δημοσιονομικών περιορισμών δεν αρκεί, ιδίως όταν η προτεινόμενη ρύθμιση θεραπεύει μόνο μέρος της ανισότητας και παγιώνει το υπόλοιπο.
Η αυξηση στους μητροπολίτες είναι προκλητική και επονείδιστη. Ούτως ή άλλως δεν θα έπρεπε οι ιερείς καμίας βαθμίδας να πληρώνονται από τον πολίτη.Αλλα το να λαμβάνουν τέτοιους μισθούς και τόσο μεγάλες αυξήσεις την ώρα που καρτέλ των σούπερ μάρκετ, υπερφορογηση καυσίμων, δυσθεώρητα ενοίκια (λόγω golden visas & airbnb) και ακρίβεια σε όλα μας έχουν διαλύσει, πάει πολύ κύριοι και κυρίες. Με ιδιαίτερη προσοχή αναμένουμε τις τοποθετήσεις των κομμάτων επι ω
αυτων, προτού ψηφίσουμε.
Σχόλιο αναφορικά με το άρθρο 53:
Παρότι αποτελεί θετική εξέλιξη στον δίκαιο αγώνα μας, η επιβολή πλαφόν ύψους 300 ευρώ εμποδίζει τελικώς την αποκατάσταση των μισθολογικών ανισοτήτων με τους παλαιότερους συναδέλφους μας που ασκούν ίδια καθήκοντα και ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι οι νέοι υπάλληλοι διαθέτουν υψηλές ακαδημαϊκές γνώσεις και επαγγελματικά προσόντα και μπορούν να συμβάλλουν στην αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και την βέλτιστη λειτουργία του κράτους. Το πλαφόν πρέπει να καταργηθεί και ο τρόπος υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς θα πρέπει να είναι ίδιος για όλους ανεξάρτητα από τον χρόνο πρόσληψής τους.
Άρθρο 53 – Επέκταση εφαρμογής του άρθρου 64 ν. 5042/2023 περί προσωπικής διαφοράς
Η εν λόγω διάταξη ενώ αναγνωρίζει την ανάγκη επέκτασης της προσωπικής διαφοράς στους υπαλλήλους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν από 1.4.2023 και εφεξής,και αυτό είναι θετικο, ωστόσο θεσπίζει ανώτατο όριο (πλαφόν) ύψους 300 ευρώ μηνιαίως, αναιρώντας έτσι σε μεγάλο βαθμό τον σκοπό της ρύθμισης, αφού επί της ουσίας διατηρεί και διευρύνει τις μισθολογικές ανισότητες που επιχειρεί να θεραπεύσει, συνιστώντας αυθαίρετα νέα μισθολογική ανισότητα. Η εν λόγω ρύθμιση διαιωνίζει υπάλληλους δυο μισθολογικών ταχυτήτων. Υπάλληλοι που εργάζονται στο ίδιο τμήμα, στην ίδια διεύθυνση, με ίδιες αρμοδιοτήτες, θα συνεχίσουν να αμείβονται με σημαντικές αποκλίσεις που σε πολλές περιπτώσεις αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 600 ευρώ μηνιαίως γεγονός εξόφθαλμα αντισυνταγματικό διότι εξακολουθούν να έχουν διαφορετική μεταχείριση, όχι βάσει αντικειμενικών κριτήριων, αλλά αποκλειστικά με βάση την ημερομηνία διορισμού ή μετάταξής τους. Επίσης η πιθανή επίκληση όποιου δημοσιονομικού κόστους δεν υφίσταται πραγματικά. Η προσωπική διαφορά δεν συνιστά μια μόνιμα αυξανόμενη δαπάνη. Βάσει του ν.5193/2025 (άρθρο 206), για τα ποσά άνω των 300 ευρώ προβλέπεται ήδη μερικός συμψηφισμός (κατά 50%) με τις εκάστοτε αυξήσεις των μισθολογικών κλιμακίων, το οποίο συνεπάγεται ότι ελεγχόμενα αποσβένεται η όποια δημοσιονομική επιβάρυνση αφεαυτής.
Για δίκαιη εξάλειψη των μισθολογικών στρεβλώσεων και την αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης, επιβάλλεται η διαγραφή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1: ή, εναλλακτικά, η πλήρης εφαρμογή των προβλέψεων του άρθρου 64 του ν. 5042/2023 χωρίς
περιορισμούς.
1. Η αναφορά για ανώτατο όριο προσωπικής διαφοράς στο ύψος των 300 ευρώ, θα πρέπει να απαλειφθεί προς εξυπηρέτηση των σκοπών της διάταξης, προκειμένου για την ίση μεταχείριση των εργαζομένων στους φορείς της παρ. 1 του αρ. 53, οι οποίοι αν και έχουν διαφορετικές ημερομηνίες διορισμού/μετάταξης συνεχίζουν να ασκούν τα ίδια καθήκοντα.
2. Ως προς το πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 1 του αρ. 53, θα πρέπει να προβλεφθεί ο υπολογισμός της προσωπικής διαφοράς των αποφοίτων της ΕΣΔΔΑ, σύμφωνα με τη με αρ. 307/2016 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, που ορίζει ότι «η μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξη των σπουδαστών της ΕΣΔΔΑ πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπολογίζεται με βάση την ημερομηνία δημοσίευσης στο φύλλο της εφημερίδας της Κυβέρνησης του οριστικού πίνακα των επιτυχόντων στη Σχολή» και όχι με την κατάταξή τους σύμφωνα με την ημερομηνία αποφοίτησης/διορισμού τους στους φορείς της παρ.1 του αρ. 53.
Σχόλιο αναφορικά με το άρθρο 53:
Παρότι αποτελεί θετική εξέλιξη στον δίκαιο αγώνα μας, η επιβολή πλαφόν ύψους 300 ευρώ εμποδίζει τελικώς την αποκατάσταση των μισθολογικών ανισοτήτων με τους παλαιότερους συναδέλφους μας που ασκούν ίδια καθήκοντα και ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι οι νέοι υπάλληλοι διαθέτουν υψηλές ακαδημαϊκές γνώσεις και επαγγελματικά προσόντα και μπορούν να συμβάλλουν στην αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και την βέλτιστη λειτουργία του κράτους. Το πλαφόν πρέπει να καταργηθεί και ο τρόπος υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς θα πρέπει να είναι ίδιος για όλους ανεξάρτητα από τον χρόνο πρόσληψής τους.