Άρθρο 30: Ρυθμίσεις για την προανάκριση και την ανάκριση

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 243 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα».
2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 243 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Ο ανακριτικός υπάλληλος που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι υποχρεωμένος να διενεργήσει όλες τις προανακριτικές πράξεις που αφορούν την υπόθεση για την οποία η παραγγελία και καλεί ενώπιον του τους μάρτυρες για εξέταση και τους κατηγορούμενους για να απολογηθούν εφόσον αυτοί κατοικούν στην περιφέρεια του εφετείου της έδρας του. Αν οι μάρτυρες και οι κατηγορούμενοι είναι κάτοικοι άλλων εφετειακών περιφερειών, ο κατά τα άνω ανακριτικός υπάλληλος αναθέτει την εξέταση των μαρτύρων και τη λήψη των απολογιών των κατηγορουμένων στον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο, ο οποίος πρέπει να εκτελέσει αυτήν μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών. Ο αρχικά ορισθείς ανακριτικός υπάλληλος μετά το πέρας των άνω ενεργειών επιστρέφει τη δικογραφία με εκτελεσμένη πλήρως την παραγγελία στον παραγγείλαντα εισαγγελέα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα εφετεία Αθηνών και Πειραιώς θεωρούνται ως ανήκοντα σε μία εφετειακή περιφέρεια».
3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 248 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Μόλις ο ανακριτής λάβει την παραγγελία του εισαγγελέα, ενεργεί όλες τις ανακριτικές πράξεις που θεωρεί κατά την κρίση του αναγκαίες για να εξακριβωθούν το έγκλημα και οι υπαίτιοι. Σε υποθέσεις το αντικείμενο των οποίων απαιτεί ειδικές γνώσεις, ο ανακριτής μπορεί να ζητήσει από τον εισαγγελέα εφετών, που έχει την ανώτατη διεύθυνση της ανάκρισης, όπως με πράξη του ορίσει ειδικούς επιστήμονες για την υποβοήθηση του έργου της ανάκρισης. Ο ορισμός των προσώπων αυτών γίνεται μεταξύ αυτών που υπηρετούν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και εφαρμόζονται αναλόγως, ως προς αυτούς, οι διατάξεις των άρθρων 188 έως 193».
4. Η παράγραφος 3 του άρθρου 248 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Αν προηγήθηκε προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, ο ανακριτής δεν επαναλαμβάνει τις ανακριτικές πράξεις που έχουν γίνει στο πλαίσιό τους. Μόνο όταν κρίνει ότι οι πράξεις δεν έγιναν νομότυπα ή όταν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χρειάζονται ειδική συμπλήρωση, επαναλαμβάνει αυτές. Για την ενέργεια των πράξεων του προηγούμενου εδαφίου απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα».
5. Η παράγραφος 1 του άρθρου 250 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσοι συμμετείχαν στην ίδια πράξη. Δεν μπορεί όμως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής, ούτε έχει δικαίωμα συρρίκνωσης ή διεύρυνσης της ασκηθείσας ποινικής δίωξης».

  • 26 Δεκεμβρίου 2011, 22:01 | Λεωνίδας Χατζησταύρου Εφέτης

    Είναι άσκοπη σπατάλη χρόνου και δεν προσήκει στο ρόλο του ανακριτή να ζητεί τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα όταν κρίνει ότι πρέπει να επαναληφθούν κάποιες ανακριτικές πράξεις που χρειάζονται συμπλήρωση.Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος να προκύψουν ακυρότητες.Εξάλλου,η νομολογία είχε καταλήξει σε ορθές λύσεις σε σχέση με τις κατηγορίες που μπορούσε να απευθύνει ο ανακριτής με βάση το πραγματικό υλικό και τη συνείδησή του.Μπορούσε π.χ να επεκτείνει την κατηγορία σε επιβαρυντική περίπτωση του αδικήματος για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη,να εκδίδει τυπικές κλήσεις κ.λπ.Με τη νέα ρύθμιση τί θα συμβεί αν ο ανακριτής κρίνει ότι πρέπει να ενεργήσει με έναν τέτοιο τρόπο;

  • 26 Δεκεμβρίου 2011, 14:02 | ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ

    Ρυθμίσεις για τη διαδικασία στο ακροατήριο δεν υπάρχουν ενώ θα έπρεπε, γι’ αυτό προτείνω το εξής:
    1)Κατάργηση της διακοπής. Διατήρησή της μόνο για υποθέσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη. Είναι απίστευτη ταλαιπωρία για όλους του παράγοντες της ποινικής δίκης να περιμένουν μέχρι τη λήξη του ωραρίου για να ακούσουν ότι πρέπει να ξαναέρθουν και την επόμενη μέρα, οπότε μπορεί να ξανασυμβεί το ίδιο, ειδικά δε για του δικηγόρους που δεδομένα θα έχουν κάποιο άλλο δικαστήριο το οποίο θα υποχρεωθούν να αναβάλλουν και μάλιστα τελευταία στιγμή.
    2)Ρεαλιστικά πινάκια.Δεν μπορεί Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων να έχει 35+ υποθέσεις. Δεν μπορεί Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων να έχει 20+ υποθέσεις. Οι αναβολές λόγω ωραρίου είναι ένδειξη αποτυχίας του συστήματος. Καλύτερα να εισαχθεί αργότερα μια υπόθεση, παρά να ενεργοποιηθεί ενας ολόκληρος μηχανισμός 3,4,5 φορές μέχρι αυτή να εκδικασθεί τελικά.

  • 26 Δεκεμβρίου 2011, 02:32 | Δημοσθένης Στίγγας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

    Συμφωνώ πλήρως με τον προηγούμενο συνάδελφο. Φαίνεται ότι η διάταξη της παρ. 3 που τροποποιεί τα αρθ. 248 και 250 του ΚΠΔ επιχειρεί να προχωρήσει σε τομές στον τρόπο λειτουργίας της ανάκρισης, χωρίς όμως να λαμβάνει υπόψη συνολικά τον τρόπο με τον οποίο έχουν από δεκαετίες οριοθετηθεί λειτουργικά στην πράξη οι διασταυρούμενες αρμοδιότητες ανακριτή και εισαγγελέα. Συνιστά έτσι μία αποσπασματική επέμβαση που επιχειρεί να μεταβάλει επιλεκτικά ορισμένες από τις λειτουργίες της ανάκρισης, αλλά κινδυνεύει να δημιουργήσει περισσότερα ζητήματα από αυτά που επιδιώκει να επιλύσει και γι’ αυτό δεν φαίνεται δόκιμη. Αναλυτικότερα:
    Η αντιμετώπιση των ζητημάτων της ποινικής δίωξης από τη στιγμή που διατυπώνεται στην παραγγελία του εισαγγελέα και μέχρι αυτή να απαγγελθεί ως συγκεκριμένη κατηγορία κατά συγκεκριμένου κατηγορουμένου, ρυθμίζεται επί του παρόντος από τις διατάξεις των αρθ. 246, 247, 248, 250 και 270§1εδ.β΄ του ΚΠΔ. Από αυτές, η τελευταία είναι που αποτελεί το έρεισμα της πρακτικής των καλουμένων «τυπικών» κλήσεων, δηλ. της δυνατότητας του ανακριτή να περαιώσει την ανάκριση χωρίς την απαγγελία κατηγορίας κατά του κατηγορούμενου (ή κατά ορισμένων από τους κατηγορούμενους) επειδή φρονεί ότι δεν υπάρχουν διόλου ενδείξεις ενοχής του για τις ανακρινόμενες πράξεις. Απόρροια αυτής της αρμοδιότητας του ανακριτή είναι και η ελάσσονα κατά το περιεχόμενο δυνατότητά του να μην απαγγείλει κάποια επιβαρυντική περίσταση που περιλαμβάνεται στη δίωξη, αν φρονεί ότι δεν προκύπτουν διόλου ενδείξεις για τη συνδρομή της, όπως λ.χ. το άνω των 15.000 € ή των 73.000 € ή των 150.000 € ύψος της επελθούσας ή σκοπηθείσας βλάβης στις διακεκριμένες μορφές πλαστογραφίας και των αδικημάτων κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας και σε βάρος του Δημοσίου, η ιδιότητα του κλαπέντος ως πράγματος αφιερωμένου στη θρησκευτική λατρεία, κ.α.
    Η διάταξη του αρθ. 270§1β΄ ΚΠΔ δεν θίγεται από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. H απαγόρευση «συρρίκνωσης» της δίωξης παρίσταται έτσι αντιφατική και καταλήγει στο παράδοξο να μπορεί μεν ο ανακριτής να μην αποδώσει καθόλου την κατηγορία για τις διακεκριμένες μορφές των ανωτέρω αδικημάτων, αλλά να μην μπορεί να αποδώσει στον κατηγορούμενο την βασική μορφή του αδικήματος για το οποίο έχει ασκηθεί η δίωξη, παρότι φρονεί ότι αυτό είναι το προκύπτον από τις αποδείξεις, και να πρέπει να απαγγείλει ως κατηγορία ένα ιστορικό το οποίο είναι εν γνώσει του αναληθές ως προς ορισμένα από τα στοιχεία του. Τούτο όμως αντιφάσκει προς το χαρακτήρα του ως ανεξάρτητου δικαστικού οργάνου, κι αυτής της αντίφασης η αντιμετώπιση είναι που έχει παράσχει το σημαντικότερο ίσως θεμέλιο στη νομολογιακή διάπλαση της κατασκευής των «τυπικών» κλήσεων.
    Η διεύρυνση της ασκηθείσας διώξεως, η προσθήκη δηλ. στην απαγγελλόμενη από τον ανακριτή κατηγορία επιβαρυντικών περιστάσεων που δεν είχαν τεθεί από τον διώξαντα εισαγγελέα, είναι επίσης νομολογιακή κατασκευή η οποία μάλιστα έχει οριοθετηθεί περισσότερο με αναφορά στο τι δεν συνιστά ανεπίτρεπτη διεύρυνση, παρά στο ποιο μπορεί να είναι το θετικό περιεχόμενο μιας τέτοιας μεταβολής. Βασίζεται σε μία ορισμένη αντίληψη της «πράξεως» ως αντικειμένου της ποινικής δίωξης και ακολούθως της ανάκρισης, η οποία λέει ότι αυτή συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά τα οποία ο εισαγγελέας κρίνει ως αξιοδίωκτα και όχι από το νομικό χαρακτηρισμό αυτών, και ότι συνεπώς, από τη στιγμή που η «πράξη» ως ποινικώς αξιόλογο βασικό ιστορικό έχει διωχθεί, η μεταβολή των περαιτέρω «αποχρώσεων» αυτής δεν υπερβαίνει το όριο που τίθεται από την υφιστάμενη διατύπωση της 250§1εδ.β΄ ΚΠΔ, δηλ. δεν συνιστά «άλλη» πράξη. Η αλλαγή του καθεστώτος αυτού με την απαγόρευση διεύρυνσης της δίωξης, αν και δεν είναι εμφανές σε τί προάγει την αποτελεσματικότητα της ανακριτικής διαδικασίας, δεν φαίνεται πάντως να δημιουργεί δογματικές ή λειτουργικές αντιφάσεις. Θα πρέπει όμως να διευκρινισθεί, έστω στην αιτιολογική έκθεση αν όχι στο κείμενο του νόμου, το πώς θα αντιμετωπίζεται από τον ανακριτή η περίπτωση όπου αυτός, κατά την πρόοδο της ανακρίσεως, θα διαπιστώνει ότι στοιχειοθετούνται επιβαρυντικές περιστάσεις σε σχέση με την διατυπωθείσα δίωξη. Θα πρέπει να τις ανακοινώσει στον εισαγγελέα κατ’ αρθ. 250§2 ΚΠΔ; Αυτός θα πρέπει να απαντά στην ανακοίνωση αυτήν κατ’ αρθ. 43§2 ΚΠΔ ή θα μπορεί – αν δεν συμφωνεί – να απέχει «σιγή» από την δίωξη της διακεκριμένης μορφής του εγκλήματος;
    Δυνατότητα μεταβολών εξάλλου στο ιστορικό περιεχόμενο της δίωξης, συνεπάγεται αναγκαίως και η μη θιγόμενη από την προτεινόμενη τροποποίηση διάταξη του 1ου εδαφίου του αρθ. 250§1 ΚΠΔ, κατά την οποία ο ανακριτής οφείλει να «επεκτείνει» τη δίωξη, απαγγέλλοντας σε όλους τους συμμετόχους την κατηγορία που αποτελεί την ιστορική βάση της δοθείσας προς αυτόν παραγγελίας. Ήδη, από τη δυνατότητα «επεκτάσεως» της κατηγορίας σε «όσους συμμετείχαν» προκύπτει η ανάγκη να επέμβει σε ορισμένο βαθμό ο ανακριτής στα ιστορικά στοιχεία της πράξεως, αφού ως «συμμετοχή» την οποία αυτός θα πρέπει να διαγνώσει και να απαγγείλει με βάση την αρχήθεν δοθείσα παραγγελία και κατά «επέκταση» αυτής νοείται όχι μόνον η συναυτουργία, που αναφέρεται στο ίδιο αρχικό ιστορικό, αλλά και η ηθική αυτουργία, η άμεση συνέργεια (και ο τρόπος τέλεσης αυτής) και η απλή συνέργεια (αρθ. 45 επ. ΚΠΔ), δηλ. περιστατικά τα οποία δεν υπήρχαν στην αρχική παραγγελία. Αυτά καλύπτονται από τη δίωξη κατά την «επέκταση» των υποκειμενικών της ορίων, η οποία όμως έτσι μεταβάλει κατά τι και το αρχικό ιστορικό της, αφού πλέον ο ανακριτής καλείται να περιγράψει και τον τρόπο τέλεσης της ηθικής αυτουργίας και της παροχής της άμεσης ή απλής συνδρομής.
    Τελικά, είναι αλήθεια ότι οι υφιστάμενες διατάξεις παρουσιάζουν σημαντικά κενά όσον αφορά το πεδίο της κύριας ανάκρισης και της ρύθμισης των συμπλεκομένων λειτουργικών αρμοδιοτήτων εισαγγελέα και ανακριτή και ότι ο τρόπος με τον οποίο σήμερα αυτές υλοποιούνται στην καθημερινή πράξη είναι σε μεγάλο βαθμό γέννημα της νομολογίας και της πρακτικής και δεν βρίσκεται πάντοτε σε πλήρη αρμονία με το γράμμα των υφισταμένων διατάξεων. Τέτοια μη ρυθμιζόμενη από το νόμο πρακτική είναι και αυτή των «συμπληρωματικών» διώξεων που γίνονται τόσο για να καλυφθούν σφάλματα της αρχικής δίωξης όσο και στοιχεία που προέκυψαν μεταγενέστερα, κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως. Εξ όσων γνωρίζω, μέσα από τέτοιες «συμπληρώσεις» καλύπτονται μερικές φορές στην πράξη και οι ανάγκες «διεύρυνσης» και «συρρίκνωσης» της ποινικής δίωξης, κατά τρόπο όμως μάλλον ανομοιόμορφο και παραλλάσσοντα από πρωτοδικείο σε πρωτοδικείο. Είναι λοιπόν πιθανόν ώριμες οι συνθήκες για να οργανωθούν και να υπαχθούν στη ρητή πρόβλεψη του νόμου κάποιες από τις θεωρητικές κατασκευές και από τις πρακτικές που έχουν διαπλαστεί στο πέρασμα του χρόνου. Η ρύθμιση αυτών δεν μπορεί όμως να γίνει αποσπασματικά, αλλά οφείλει να προκύψει από μία συνολική θεώρηση του θεσμού της ανάκρισης και των σκοπών που θέλουμε να εξυπηρετεί, ξεκινώντας λχ από το τι πρέπει να περιέχει και τι καταλαμβάνει η ποινική δίωξη σύμφωνα με τα αρθ. 43 και 246 ΚΠΔ, και με επίγνωση αυτών ορίζοντας την περαιτέρω τυχόν διαμόρφωσή της κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως και μέχρι τον μετασχηματισμό της σε απαγγελλόμενη κατηγορία.

  • 21 Δεκεμβρίου 2011, 11:22 | Σπύρος Γεωργουλέας, Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών

    Η προτεινομένη τροποποίηση του άρθρου 248 παρ. 3 ΚΠΔ, παρά την αγαθή πρόθεση του νομοθέτη να επιταχύνει τη διαδικασία της ανακρίσεως δια της μη επαναλήψεως ανακριτικών πράξεων, οι οποίες έχουν χωρήσει κατά την προανάκριση ή την προκαταρκτική εξέταση, ενδέχεται εν τέλει να οδηγήσει σε καθυστερήσεις της ανακριτικής διαδικασίας. Είναι γνωστό στους στους ασχολουμένους με την ποινική δικονομική πράξη ότι συχνότατα οι σχηματιζόμενες κατά την προκαταρκτική εξέταση ή την προανάκριση δικογραφίες είναι ελλιπείς. Ο ανακριτής πρέπει να έχει την ευχέρεια να επαναλάβει τις, κατά την κρίση του, πλημμελώς διεξαχθείσες ανακριτικές πράξεις ΧΩΡΙΣ τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέως, διότι σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος «διασπάσεως» της ανακρίσεως με τη θεσμοθέτηση της αμέσου και δραστικής επεμβάσεως του εισαγγελέως στην όλη διαδικασία της ανακρίσεως. Τι θα γίνει, εάν υπάρξει διαφωνία; Προφανώς θα επιλαμβάνεται το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, με αποτέλεσμα την περαιτέρω καθυστέρηση. Τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις του ανακριτού αντιμετωπίζονται είτε με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών είτε μέσω παραγγελίας του Εισαγγελέως Εφετών. Δραστικότερη επέμβαση του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών ούτε απαιτείται, ούτε σκόπιμη είναι. Τέλος, διερωτώμαι τι ακριβώς σημαίνει «συρρίκνωση» ή «διεύρυνση» της ποινικής διώξεως. Δηλαδή, εάν ο ανακριτής κρίνει λ.χ. ότι δεν συντρέχουν οι όροι της διακεκριμένης, αλλά μόνο της απλής κλοπής, δεν θα δύναται να απαγγείλει κατηγορία για κλοπή σε βαθμό πλημμελήματος; Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διατύπωση των διατάξεων, των προβλεπουσών τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες του ανακριτή, διότι άλλως τίθεται σε κίνδυνο η εγκυρότητα των ανακριτικών πράξεων και όλης της ανακρίσεως.

  • 19 Δεκεμβρίου 2011, 19:54 | ΓΙΩΡΓΟΣ

    Αρχές 2010
    Αίτημα δικαστικής συνδρομής στης ελληνικές αρχές από κρατο μέλος
    Αντιδρούν άμεσα υπουργείο –εισαγγελίες !
    Απριλίος 2010
    Χρεώνεται σε ανακριτή .
    Φεύγει η άνοιξη , έρχεται το καλοκαίρι , φθάνει το φθινόπωρο , είμαστε σε χειμώνα !
    Το άλλο κράτος θέλει να διερευνήσει μεγάλη οικονομική εξαπάτηση , με ενδείξεις , ότι τα αδικήματα υπάγονται στην Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου εγκλήματος .
    Το άλλο κράτος μέλος , έχει ολοκληρώσει την έρευνα , και πριν την κλήτευση των υπόπτων , θέλει να λάβει μαρτυρίες από δυο Έλληνες υπηκόους – που εμπλεκονται στην υποθεση .
    Αμ δε , αα…. που θα τελειώσετε …θα περιμένετε !!!
    Μιλάμε για κλήτευση , ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ , ούτε καν ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ !!

    ΜΙΑ μικρή λεπτομέρεια , το άλλο κράτος θέλει να αποδώσει δικαιοσύνη σε 16 Έλληνες υπηκόους !!

    ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΒΛΗΘΕΙ για την ίδια υπόθεση , μηνήσεις και στην Ελλάδα πριν ένα χρόνο !
    Συνειδητοποιημένοι οι μηνυτές , μιλάνε για δέκα με δεκαπέντε χρόνια ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ !!!

    Όμως έχουμε δικαίωμα να παρεμποδίζουμε κράτη που θέλουν να κάνουν τα αυτονόητα ? την δουλεια ΤΟΥΣ ?
    Και εδώ μιλάτε για δικογραφίες από Βέροια , σε Δράμα κλπ!!

    Σημ- Ο Αντεισαγγελέας Εφετών κ Κτιστάκης, ΣΩΣΤΑ ΕΝΤΟΠΙΖΕΙ το θέμα σε όλη του την διάσταση !!!!
    Να ενισχυσω και την αποψη του Αντεισαγγελέα ,ΟΙ ανακριτές του άλλου κράτους ΕΙΝΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΣΤΟ FBI ΓΙΑ υποθέσεις σαν αυτή που διερευνούν !
    ΕΧΟΥΝ ΓΝΩΣΕΙΣ !!

    ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ να μην χανομαστε στην μεταφραση ΚΑΙ ΣΤΙς ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ , αλλα να βλεπουμε το θεμα με ΤΗΝ ΑΠΛΗ ΛΟΓΙΚΗ .
    ΔΕΝ κανουν ΟΛΟΙ – ΓΙΑ ΟΛΑ .

  • 18 Δεκεμβρίου 2011, 05:41 | Φαίδων

    Για την καθυστέρηση της προανάκρισης δεν φταίνε μονο οι ανακριτικοί υπάλληλοι ετσι η επιβολή προστίμων να δρά αμφίπλευρα αφού τις περισσότερες φορές οι εισαγγελείς προκειμένου να μην χρεωθούν οι ίδιοι μια δικογραφία την ξαναστέλνουν πίσω με ασήμαντα ή ανύπαρκτα θέματα, ειδικά όταν είναι η ώρα της μετάθεσης.

  • 18 Δεκεμβρίου 2011, 01:28 | Νικόλαος Σ.

    Η παρ. 3 του αρ. 243 όπως αντικαθίσταται είναι πιθανόν να επιφέρει σύγχυση ως προς την εκτέλεση της παραγγελίας.Αντί «ο ανακριτικός υπάλληλος που ορίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 «να τροποποιηθεί»η Υπηρεσία που ορίζεται…»,όπως στην πράξη εφαρμόζεται από τους εισαγγελείς που χρεώνουν τη δικογραφία στην αρμόδια Υπηρεσία.Διότι σε αντίθεση με την κυρία ανάκριση που ο ανακριτής είναι προσδιορισμένος και ο αριθμός των υποθέσεων που χρεώνεται ο καθείς είναι ελεγχόμενος ως προς την ποσότητα ή το είδος αυτών, η κάθε αστυνομική υπηρεσία αντίθετα αφενός έχει περισσότερους του ενός ανακριτικούς υπαλλήλους,με συνέπεια μόνο ο προιστάμενος τους να γνωρίζει το φόρτο εργασίας καθενός εξ αυτών και αφ’ετέρου την εμπειρία και τις ικανότητες των υφισταμένων του.

  • 17 Δεκεμβρίου 2011, 12:23 | Χρήστος A.Y.

    Επίσης, αν εγώ είμαι ο αρχικά χρεωθείς Α.Υ. και από την Αθήνα την στείλω στην Βέροια για λήψη καταθέσεων κλπ, θα πρέπει από την Βέροια να μου στείλουν την δικογραφία πάλι πίσω σε εμένα για να την υποβάλω ΕΓΩ περαιωμένη στον Εισαγγελέα;;; Γιατί αφού τελείωσε η διαδικασία στην Βέροια και για σύντμηση του χρόνου, να μην την στείλουν ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ αυτοί στον Εισαγγελέα;;;

  • 17 Δεκεμβρίου 2011, 12:51 | Χρήστος A.Y.

    Από ότι κατάλαβα δεν θα μπορεί ένας Ανακριτικός Υπάλληλος που υπηρετεί σε Α.Τ. της Αθήνας να αποστείλει λόγω τοπικής αρμοδιότητας σε άλλον Ανακρ. Υπάλληλο κατά τόπον αρμόδιο τη δικογραφία π.χ. στον Πειραιά, επειδή ανήκουν και οι 2 στην ίδια εφετειακή περιφέρεια… Δηλαδή εάν ένας μάρτυρας ή κατηγορούμενος μένει στον Πειραιά και εγώ υπηρετώ στο Περιστέρι και μου στέλνει την δικογραφία ο εισαγγελέας, θα πρέπει να καλέσω τον μάρτυρα να έρθει από τον Πειραιά στο Περιστέρι για να καταθέσει; ΑΔΥΝΑΤΟ!!! Σιγά μην έρθει ο μάρτυρας!

  • 16 Δεκεμβρίου 2011, 20:48 | Γιώργος Κτιστάκης Αντεισαγγελέας Εφετών

    Πολύ καλή πρόβεψη, αλλα΄δεν θα λεςιτουργήσει, διότι το πρόβλημα δεν είναι ποιος θα ενεργεί τις ανακριτικές πράξεις, αλλά πόσο πρόθυμος είναι να τις εκτελέσει, πόσο ικανός είναι να το κάνει και πόσο εξειδικευμένος είναι γι’ αυτό. Όσοι έχουν ζήσει το τρόπο εργασίας και τον ρυθμό ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ότι αυτό δεν ισχύει. Επαναλαμβάνω και γίνομαι κουραστικός: Δικαστική Αστυνομία και Σώμα Δικαστικών Πραγματογνωμόνων.

  • 16 Δεκεμβρίου 2011, 16:10 | The-great-gatsby

    Επιτελους να μην τρεχουν οι φακελλοι απο το μαρουσι στο κορωπι και απο το κορωπι στον πειραια…

  • 16 Δεκεμβρίου 2011, 15:29 | Θεοδόσιος Μούγιος

    Το προτελευταίο εδάφιο της παρ. 3 να διαμορφωθεί ως εξής :

    Ο αρχικά ορισθείς ανακριτικός υπάλληλος μετά το πέρας των άνω ενεργειών και πάντως εντός μηνός από λήψεως επιστρέφει τη δικογραφία με εκτελεσμένη πλήρως την παραγγελία στον παραγγείλαντα εισαγγελέα. Παράταση της προθεσμίας εκτέλεσης επιτρέπεται με έγκριση του παραγγέλοντος Εισαγγελέα, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος από μέρους του ανακριτικού υπαλλήλου. Παραβίαση των διατάξεων αναφορικά με την προθεσμία εκτέλεσης επισύρει, εκτός των ποινικών κυρώσεων, την πειθαρχική τιμωρία του υπαιτίου ανακριτικού υπαλλήλου με πρόστιμο από 300 έως 1000 ευρώ ανάλογα με τη βαρύτητα της παραβίασης. Ο πειθαρχικός έλεγχος ασκείται κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα από τον Προϊστάμενο του υπαλλήλου με τη συνήθη υπηρεσιακή διαδικασία και τα αποτελέσματα αυτού κοινοποιούνται στον διατάξαντα Εισαγγελέα.