Άρθρο 02: Τόκος επιδικίας

Το άρθρο 346 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από τον νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν πριν την συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου, το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με τον νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από την δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή, ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης».

  • Με το μέχρι τώρα σύστημα υφίσταντο τρία είδη τόκων: δικαιοπρακτικοί, νόμιμοι και υπερημερίας, και στην πράξη δύο, αφού νόμιμοι και υπερημερίας ταυτίζονταν κατά το ύψος. Οι δικονομικοί τόκοι χαρακτηρίζονταν από το ΑΚ 346 ως νόμιμοι και, παρά τη διαφοροποίησή τους από τις λοιπές μορφές ως προς το χρόνο έναρξης, δεν έπαυαν να εντάσσονται σ’ αυτές. Στο πλαίσιο αυτό ο νομοθέτης επέρριψε το βάρος της τοκοφορίας ανεξαρτήτως υπερημερίας στον οφειλέτη, στην περίπτωση του δικαστικού αγώνα θεωρώντας τον υπαίτιο του τελευταίου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο τόκος δεν παύει να εκφράζει τη χρηματική ζημία που υφίσταται κάποιος λόγω της μη αξιοποίησης του αντίστοιχου κεφαλαίου, η οποία μπορεί να οφείλεται και στη μη καταβολή του. Για το λόγο τούτο ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας ταυτίζονται κατά το ύψος.

    Με την προτεινόμενη ρύθμιση μόνος ο δικαστικός αγώνας θα δικαιολογεί υψηλότερο τόκο. Τέτοια διαφοροποίηση είναι αδικαιολόγητη, γιατί η χρηματική ζημία που υφίσταται κάποιος εξαιτίας της μη αξιοποίησης του κεφαλαίου δεν μεταβάλλεται από την αιτία της μη αξιοποίησης. Έτσι, αυτός που στερείται το κεφάλαιο και δεν ασκεί αγωγή δεν υφίσταται μικρότερη ζημία από εκείνον που ασκεί. Κατά συνέπεια, δεν γίνεται ο τόκος στις δύο αυτές περιπτώσεις να είναι διαφορετικός, γιατί παραβιάζεται η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ίσης αντιμετώπισης κατ’ άρθ. 4 § 1 Συντ. Το παράδοξο φαίνεται καλύτερα στην επρίπτωση που οι οφειλόμενοι τόκοι απορρέουν έτσι κι αλλιώς από το νόμο (π.χ. ΑΚ 301). στην περίπτωση αυτή ο δανειστής τους εξωθείται στην άσκηση αγωγής χάριν πλουτισμού. Με τον τρόπο, όμως, αυτό καταστρατηγείται και η νομική φύση του τόκου, που από αποζημίωση μετατρέπεται σε ποινή, η οποία προϋποθέτει ποινική τιμωρία ή αστική συμφωνία (ΑΚ 404) και, συνεπώς, παραβιάζεται και το άρθ. 17 § 1 Συντ., γιατί εισάγεται αδικαιολόγητος περιορισμός της ιδιοκτησίας.

    Το επιχείρημα της Αιτ. Έκθεσης (υπό άρθ. 2) δεν μπορεί να ευσταθήσει: πρώτον, ο οφειλέτης σε περίπτωση ευδοκίμησης του δικαστικού αγώνα επιβαρύνεται με τα δικαστικά έξοδα του δανειστή του· δεύτερον, και σπουδαιότερο, απόκειται στη βούλησή του αν θα συμβιβαστεί ή όχι. Χάριν επίτευξης συμβιβασμού πρέπει να υπάρχουν οι διαδικασίες διαμεσολάβησης για την εναλλακτική επίλυση των διαφορών που ο νομοθέτης, ενώ τυποποίησε με το Ν. 3898/2010 κατ’ επιταγήν της Οδ. 2008/52/ΕΚ, δεν μερίμνησε έκτοτε όπως έπρεπε για την εφαρμογή τους. Επιπλέον, η νέα ρύθμιση αποδεικνύεται ογκώδης και φλύαρη σε σχέση με τη μέχρι τώρα ισχύουσα και δεν συμβιβάζεται με την πυκνότητα νοήματος και λιτότητα διατύπωσης των υπόλοιπων άρθρων του Αστικού Κώδικα.

    ΣΙΜΟΣ Ι. ΣΑΜΑΡΑΣ – Δικηγόρος
    Υπ. Διδάκτορας Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών
    http://www.nomologio.wordpress.com

  • Παράλογο και άστοχο μέτρο. Δεν είναι δυνατό να τιμωρείται ο οφειλέτης εκ μόνου του λόγου ότι είναι οφειλέτης!

    ΑΝΤΙΠΡΟΤΑΣΗ: Υποχρεωτική ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΝΣΗΜΟΥ με την ΚΑΤΑΘΕΣΗ του ενδίκου βοηθήματος και τοκοφορία του με τον τόκο υπερημερίας. Έτσι, και εκείνος που καταθέτει το ένδικο βοήθημα καθίσταται αναγκαστικά πιο συνετός (π.χ. σε αγωγές για προσβολή της πρωσοπικότητας), αλλά και ο εναγόμενος-οφειλέτης, στην περίπτωση που χάσει, υφίσταται τις συνέπειες μιας τυχόν παρελκυστικής τακτικής.

    ΕΠΙΠΛΕΟΝ: Δεν είναι δυνατό η δικαστική δαπάνη να συνεχίσει να προσδιορίζεται με διατάξεις που δεν έχουν καμμιά σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα. Να γίνει υποχρεωτική η επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης που αναφέρεται στο ιδ. συμφωνητικό αμοιβής, εφόσον αυτό υποβάλλεται στο Δικαστήριο, και να συμπεριλαμβάνεται και ο ΦΠΑ.

  • 26 Δεκεμβρίου 2011, 21:05 | Κώστας Δημητρίου

    Τι άλλο από αίσχος και ντροπή!
    Η φαυλοκρατία σε όλο της το μεγαλείο.
    Ο τόκος υπερημερίας είναι υπεραρκετός.
    Και βέβαια θα πρέπει να σημειωθεί ότι πολλές φορές οι αναβολές στις δίκες σχετίζονται με γεγονότα που αφορούν την πολιτεία, λόγους ανωτέρας βίας κλπ.
    Και φυσικά όταν οι δίκες προσδιορίζονται μετά από χρόνια, η ρύθμιση για τόκο επιδικίας είναι απαράδεκτη…

    υ.γ.: Εκτός αν είναι δώρο για κάποιους, όπως λ.χ. για τράπεζες κλπ.

  • 25 Δεκεμβρίου 2011, 17:29 | Σπύρος Γεωργουλέας, Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών

    Άστοχη και περιττή υπό την παρούσα οικονομική και κοινωνική συγκυρία η προτεινομένη τροποποίηση. Σκόπιμο είναι να αποσυρθεί.

  • Η παραπάνω ρύθμιση είναι ανεπιτυχής και «τιμωρεί» με τόκο επιδικίας κατά το νομοσχέδιο, στη πραγματικότητα όμως με ανατοκισμό, τον διάδικο και συνήθως εναγόμενο που αντιδικεί. Ο εναγόμενος που έχει κατ’ άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος το δικαίωμα: «……………στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα και τα συμφέροντά του», λόγω του τόκου επιδικίας θα αναγκαστεί ακόμα και αν τα πραγματικά περιστατικά του δίνουν την ευχέρεια να υποβάλει είτε ουσιαστική και αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, είτε ενστάσεις όπως συμψηφισμού ή εξόφλησης κλπ, να ομολογήσει ή να συμβιβαστεί από φόβο μην ηττηθεί στη δίκη που θα επακολουθήσει. Ο επιπλέον τόκος του 2% ή του 3% αν τολμήσει να ασκήσει έφεση κατ’ εσφαλμένης απόφασης είναι αποτρεπτικός για όσους δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη.
    Ο δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης, δηλαδή η αποφυγή αβάσιμων και παρελκυστικών αγωγών, ενδίκων μέσων κλπ, αφορούν δηλαδή τη μη αρμόζουσα δικονομική συμπεριφορά των διαδίκων.
    Κάθε ρύθμιση που αποσκοπεί στα παραπάνω, δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στον ΑΚ, αλλά στο Κ.ΠολΔ. Ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί με τη δυνατότητα του Κώδ.Πολ.Δικ. στα άρθρα 176 επ. (δικαστική δαπάνη) και 205 (χρηματικές ποινές σε στρεψόδικους), που μέχρι σήμερα δε χρησιμοποιούνται επαρκώς
    Πρέπει το άρθρο 346 να παραμείνει ως έχει. Αντ’ αυτού να ενισχυθεί η εφαρμογή των άρθρων 176 επ. και 205 του ΚΠολΔ ή να τροποποιηθεί με τρόπο που να δίνει στους δικαστές, που δικάζουν με όλα τα στοιχεία της δικογραφίας, τη δυνατότητα να επιβάλουν την αρμόζουσα δικαστική δαπάνη ή την αντίστοιχη ποινή.

  • 23 Δεκεμβρίου 2011, 19:33 | ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ

    Ένσταση:
    -Ανούσια διάταξη με πολλά ερμηνευτικά και ηθικά ζητήματα.
    -Ο οφειλέτης δεν είναι υποχρεωτικά κακόπιστος και κακώς τεκμαίρεται ως τέτοιος από την διάταξη.
    -Η αναβολή είναι δικονομικό δικαίωμα και δεν πρέπει να εμποδίζεται με κανένα τρόπο.
    Πρόταση:
    – Κατάργηση της διάταξης.
    – Συσχέτιση δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου με καταβολή τμήματος του επιδικασθέντος ποσού, όπως ισχύει στις αναστολές των πλειστηριασμών(άρθρο 1000 Κ.ΠολΔ.)
    Εναλλακτικά:
    -Εκ του νόμου προσωρινά εκτελεστές όλες οι αποφάσεις (και διαταγές πληρωμής) που αφορούν χρηματικές οφειλές, χωρίς δικαίωμα ανακοπής. Σε περίπτωση δικαίωσης του εναγομένου-καθ’ ου, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, πρόβλεψη αποζημίωσης από τον ενάγοντα (με την ίδια απόφαση και εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα) που θα ορίζεται σε ποσοστό επί του αιτηθέντος με την αγωγή (ή διαταγή πληρωμής) ποσού (ενδεικτικά 1/4 αυτού).

    -Σε κάθε περίπτωση η δικαστική δαπάνη δεν μπορεί να μετατραπεί σε «ποινη». Το αν πρέπει να αυξηθεί ή όχι είναι άλλο, ανεξάρτητο με την παρούσα διάταξη, ζήτημα.

  • 22 Δεκεμβρίου 2011, 22:36 | Ζαφείρης Τσολακίδης

    Συμφωνώ με τους προλαλήσαντες κ.κ. Ντόστα και Καραμπατζό, τόσο ως προς την ουσία της ρύθμισης όσο και ως προς τη σκοπιμότητα της παρέμβασης σε νομοτεχνικώς άρτια και συστηματικώς διαρθρωμένα νομοθετήματα, όπως ο Αστικός Κώδικας.
    Επί της ουσίας, η αποτροπή της -κατά την αντίληψη του νομοθέτη- στρεψόδικης διάθεσης όποιου εναγόμενου επιλέγει… να μην αποδεχθεί την αγωγή ή να μην παραιτηθεί από τα ένδικα μέσα, θα μπορούσε να επιτευχθεί με αναπροσαρμογή της επιδικαστέας δικαστικής δαπάνης.
    Νομοτεχνικά, επελέγη μία ξένη προς τη δομή και τη συστηματική λογική του ΑΚ διάταξη, η οποία εισάγει μία πολύπλοκη ρύθμιση, ομοίως ξένη προς τη λογική ενός νομοθετήματος προορισμένου να έχει διαρκή χαρακτήρα.

  • 22 Δεκεμβρίου 2011, 20:40 | ΑΡΙΣΤΕΊΔΗΣ ΜΩΡΑΪΤΗΣ

    Πραγαμτικά βλέποντας αυτό αλλά και πολλά άρθρα καταλαβαίνει κανείς ότι κα΄ποιο δεν έχουν αντιληφθεί την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο μέσος Έλληνας. Οι προτείνοντες δεν σκέφτηκαν ότι υπάρχουν και πολύ βιαστικοί δανειστές. Αν είναι αδύνατο να αποφύγουμε τη διάταξη ας απαγορευτεί τουλάχιστον να κάνουν χρήση αυτής οι Τράπεζες και το Ελληνικό Δημόσιο.

  • 22 Δεκεμβρίου 2011, 20:05 | Ιωάννης Πίκουλας

    Περίπλοκη διάταξη άνευ αποχρώντος λόγου. Είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσει σοβαρά ερμηνευτικά προβλήματα. Ενδεικτικώς αναφέρω το εξής: η προσαύξηση θα ισχύσει ή όχι σε περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης συμβιβασθεί εξωδίκως προ της συζητήσεως όχι της πρώτης αγωγής αλλά της δεύτερης κατ΄αυτού αγωγής, στην περίπτωση κατά την οποία η πρώτη αγωγή του ενάγοντος δανειστή απερρίφθη τελεσιδίκως για τυπικούς λόγους ή παραιτήσεως του ενάγοντος δανειστή από την πρώτη αγωγή και ο ενάγων δανειστής ήγειρε, υπό τους όρους του άρθρου 263 ΑΚ, νέα αγωγή για την ίδια απαίτηση;

  • 22 Δεκεμβρίου 2011, 08:24 | Αντώνης Μπιλίσης

    ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
    Άστοχη διάταξη. Τι εννοεί ο νομοθέτης. Θα πληρώνεται 2% επιπλέον του τόκου υπερημερίας ή ολόκληρο το ποσοστό του τόκου υπερημερίας σύν δύο μονάδες; Οι απλές λύσεις είναι οι καλύτερες. Αρκεί η αύξηση των δικαστικών εξόδων, ώστε ο νικήσας διάδικος, εισπράττει ότι πραγματικά δαπάνησε για τη δίκη, σύν ένα εύλογο ποσό για την ταλαιπωρία που υπέστη.

  • 21 Δεκεμβρίου 2011, 20:28 | Αντώνιος Καραμπατζός

    Συντάσσομαι κι εγώ με τις παρατηρήσεις του κ. Ντόστα, ιδίως αναφορικά με την πολυπλοκότητα της προτεινόμενης ρυθμίσεως. Ο ΑΚ είναι το σοβαρότερο και μάλλον επιτυχέστερο μεταπολεμικά νομοθέτημα της ελληνικής πολιτείας, ακριβώς επειδή οι διατάξεις του διακρίνονται για τη λιτή, πυκνή, σχεδόν «δωρική» διατύπωσή τους. Γι’ αυτό και οι όποιες τυχόν επεμβάσεις στο corpus του ΑΚ πρέπει να γίνονται με προσοχή και φειδώ μεγάλη, να εξυπηρετούν δε κάποια αναπόδραστη ανάγκη των συναλλαγών ή τη συμμόρφωσή μας προς το ενωσιακό δίκαιο (βλ. Ν. 3043/2002).

  • 21 Δεκεμβρίου 2011, 10:56 | Δρακούλης Δρακουλόγκωνας

    Κρατιέμαι να μην σχολιάσω τους εμπνευστές του παρόντος άρθρου και απλώς προσυπογράφω το σχόλιο του κ. Κατρά.

    Θέτω μόνο το εξής ερώτημα: Καλώς, ο οφειλέτης που εξαντλεί όλα τα ένδικα μέσα ενώ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι δεν έχει τύχη (αυτό δηλαδή που κάνει το ΔΗΜΟΣΙΟ σε όλες τις δίκες του) να «τιμωρείται» με επιτόκιο επιδικίας. Ο φουκαράς που δεν έχει να πληρώσει, πιστεύει ότι αδικείται και θέλει να πάει σ’ ένα δικαστήριο μπας και βρεί το δίκιο του για ποιό λόγο να «τιμωρείται» ?

    Στο παρόν άρθρο ουσιαστικό ενδιαφέρον θα είχε μια πρόβλεψη για την διευκόλυνση της εκτέλεσης (βλ. και τα σχόλια της κ. Εφραιμίδου), ιδίως με την δυνατότητα να αποκτά πρόσβαση, ο εξοπλισμένος με εκτελεστό τίτλο δανειστής, στα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, όπως αυτά τηρούνται στις δημόσιες υπηρεσίες (πχ ΔΟΥ, υπουργείο Συγκοινωνιών, κλπ) κι όχι να μας πιάνει ο πόνος για την παραφύλαξη των ατομικών «δικαιωμάτων» και του «απορρήτου» ακριβώς εκεί που δεν πρέπει …

    Τάχα, δεν είναι ανθρώπινο δικαίωμα τη προσφυγή στην δικαιοσύνη, το οποίο βάναυσα καταπατείται με το προτεινόμενο «σχέδιο» ?

  • 19 Δεκεμβρίου 2011, 13:47 | Δημήτρης Ευγενίδης

    Σε αυτή την συγκυρια, που ΟΛΟΙ δυσκολεύονται να πληρώσουν τους ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ τους και κινδυνεύουν να ΠΑΥΣΟΥΝ ΤΙΣ ΠΛΗΡΩΜΕΣ, θα μπεί και τόκος επιδικίας???? Δηλαδή πάλι θα βοηθήσουμε τις τράπεζες, τους τοκογλύφους και γενικά τους ισχυρούς δανειστές, σε βάρος των οφειλετών???

  • 19 Δεκεμβρίου 2011, 12:33 | ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΡΚΟΒΕΛΟΣ

    ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ, ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΑΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΟΠΟΙΑΣΔΗΠΟΤΕ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΜΕ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΤΟΚΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΞΥ 1ης ΚΑΙ ΑΝΑΒΛΗΤΙΚΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ. ΕΤΣΙ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟΥΝ ΤΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΑΝΑΒΟΛΩΝ, ΑΦΟΥ, ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ, ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟ ΠΟΣΟ ΔΕΝ ΘΑ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙ ΑΝΑΒΟΛΗ, ΑΦΟΥ ΘΑ «ΧΑΝΕΙ» ΧΡΗΜΑΤΑ.

  • 16 Δεκεμβρίου 2011, 07:44 | Ιωάννης Κατράς

    Αλήθεια, ποιοι συνέταξαν αυτό το απαράδεκτο σχέδιο νομοθετήματος; Πρέπει να δοθούν τα ονόματά τους στη δημοσιότητα, για να γνωρίζουμε ποιοι νομοθετούν και αν αυτοί έχουν τις σχετικές γνώσεις και εμπειρία.

  • 16 Δεκεμβρίου 2011, 07:38 | Κατερίνα Ευφραιμίδου

    Ορθά τα προηγούμενα, όπως επίσης ο τόκος υπερημερίας είναι ήδη πολύ υψηλός και επαρκής δεν χρειάζεται και τόκος επιδικίας. Ο οφειλέτης συνήθως δεν αφήνει απλήρωτες τις οφειλές του από δυστροπία αλλά από πραγματική οικονομική αδυναμία. Αν δεν μπορεί να αποπληρώσει τις απαιτήσεις εναντίον του κατά κεφάλαιο, η επιβάρυνση αυτών με τόκους, όπως και αν τους ονομάσουμε, οδηγεί σε διαρκή προσπάθεια εξόφλησης μίας οφειλής που δεν θα τελειώνει ποτέ, καθώς αυτή επιβαρύνεται και με έξοδα της εκτελεστικής διαδικασίας, τείνουμε στην πλήρη εξόντωση των οφειλετών. Ακόμη και όταν ασκούνται ανακοπές και ένδικα μέσα συνήθως γίνεται προκειμένου να εξασφαλιστεί λίγος χρόνος μήπως και βρεθούν χρήματα προς τακτοποίηση των οφειλών.

    Σημαντικότερο είναι μία απλοποίηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης,
    που να μην επιβαρύνει τον οφειλέτη με υψηλό κόστος, δημοσίευση των κατασχέσεων, πλειστηριασμών και λοιπά σε ειδική ιστοσελίδα, όχι επιδόσεις όπου μπορείς να φανταστείς, π.χ. ΑΤΕ, ΙΚΑ, ΤΕΛΩΝΕΙΑ, ΟΛΠ κ.λπ., όλοι αυτοί και οι δανειστές να μπορούν να ελέγχουν από την ιστοσελίδα τους πλειστηριασμούς. Επίσης όταν ο οφειλέτης ρυθμίσει την οφειλή του εγγράφως ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, να μην χρειάζεται να εκδίδονται επαναληπτικά προγράμματα όσο τηρεί τη ρύθμιση και είναι ενήμερος, διότι επιβαρύνεται υπέρμετρα με έξοδα.

  • 15 Δεκεμβρίου 2011, 23:45 | ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΛΛΗΣ

    Σε ποιες περιπτώσεις μπορεί ο οφειλέτης να ΜΗΝ είναι υπερήμερος και να οφείλει εναγόμενος (ΑΝ μπορεί νομίμως να εναχθεί)ταυτόχρονα νόμιμους τόκους; Θα στέκει μια τέτοια αγωγή; Δεν βλέπω που μπορεί να εφαρμοστεί όλο αυτό !

  • 15 Δεκεμβρίου 2011, 17:11 | Μιχάλης Ντόστας

    Πολύπλοκη διάταξη, που αναιρεί την ασφάλεια δικαίου με τις εξουσίες που δίνει στο δικαστήριο. Η σημερινή ρύθμιση του άρθρου 346 ΑΚ είναι άκρως επιτυχής και ουδέποτε αμφισβήτηθηκε η ορθότητά της από τον οποιονδήποτε. Για αυτό άλλωστε ισχύει ίδια και απαράλλακτη από το 1946 μέχρι και σήμερα. Γιατί κάνουμε τα απλά δύσκολα;

  • 15 Δεκεμβρίου 2011, 07:17 | Δημήτριος Μωρίδης

    Άλλη μία ληστρική επιδρομή προς τον οφειλέτη. Ο τόκος υπερημερίας είναι αρκετός.Δεν χρειάζεται ο τόκος επιδικίας τη στιγμή που θα επιδικαστεί δικαστική δαπάνη. Ας αλλάξει ο τρόπος υπολογισμού των δαπανών.