Άρθρο 15 – Βοσκή

1. Το άρθρο 103 του ν.δ. 86/1969 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 103 – Δημόσιοι βοσκότοποι. Ρύθμιση της βοσκής.
1. Δημόσιοι βοσκότοποι είναι οι δημόσιες βοσκήσιμες γαίες, στις οποίες αναπτύσσεται αυτοφυής ή μη βλάστηση ποώδης, φρυγανική ή ξυλώδης με θαμνώδη ή αραιά δενδρώδη μορφή ή και μικτή.
Για τις ανάγκες εφαρμογής κοινοτικών και εθνικών προγραμμάτων, για τις εκτάσεις αυτές δημιουργείται, κατ΄ έτος, αντίστοιχος θεματικός χάρτης στο Σύστημα Αναγνώρισης Αγροτεμαχίων (LPIS-GIS), ο οποίος εγκρίνεται με Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Ο ανωτέρω θεματικός χάρτης αφορά αποκλειστικά και μόνον στην εφαρμογή των κοινοτικών και εθνικών προγραμμάτων και δεν επηρεάζει την αποτύπωση, προστασία και διαχείριση των εκτάσεων αυτών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
Κατασκευές ή εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν τη λειτουργία του βοσκότοπου και την καλύτερη διαβίωση ανθρώπων και ζώων είναι επιτρεπτές.
Η προστασία και διαχείριση των δημόσιων βοσκοτόπων γίνεται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και τις επόμενες παραγράφους 2 έως 7 του παρόντος.
2. Η χρήση της βοσκής εντός των εκτάσεων που προστατεύονται από την δασική νομοθεσία ασκείται ελεύθερα, στο βαθμό που δεν παρεμποδίζεται η φυσική εξέλιξη και ανάπτυξη, καθώς και οι παραγωγικές, προστατευτικές, υδρονομικές, αισθητικές και λοιπές λειτουργίες των οικοσυστημάτων που συγκροτεί η φυόμενη στις ανωτέρω εκτάσεις βλάστηση ,η προστασία και διαχείριση των οποίων διέπεται από τις κείμενες για κάθε κατηγορία των ανωτέρω εκτάσεων διατάξεις.
3. Η βοσκή εντός των ανωτέρω εκτάσεων , στις οποίες αυτή δεν έχει απαγορευθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, ασκείται επί τη βάσει διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης της περιοχής, τα οποία συντάσσονται μερίμνη των οικείων κτηνοτροφικών οργανώσεων και εγκρίνονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης Διοίκησης, μετά από εισήγηση του αρμοδίου Δασάρχη. Στα ανωτέρω σχέδια ρυθμίζεται χωρικά η βοσκή, σύμφωνα με τις υφιστάμενες και τις προκύπτουσες χρήσεις, καθώς και τη βοσκοϊκανότητα της περιοχής και μελετάται η αναβάθμιση των βοσκήσιμων εκτάσεων προς εξυπηρέτηση της σκοπούσας χρήσης.
4. Τα δικαιώματα χρήσης της βοσκής σε κτηνοτρόφους, επί των επιτρεπομένων σύμφωνα με το εγκριθέν διαχειριστικό σχέδιο βόσκησης εκτάσεων, κατανέμονται από τους οικείες κτηνοτροφικές οργανώσει, στις οποίες παρέχεται η αρμοδιότητα και η ευθύνη της κατανομής.
5. Οι δικαιούχοι τη βοσκή κτηνοτρόφοι για τις δημόσιου χαρακτήρα εκτάσεις της παραγράφου 2 του παρόντος καταβάλλουν μίσθωμα, για τη χρήση της βοσκής , το ύψος του οποίου ως και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια με την μίσθωση καθορίζεται με Κοινή Υπουργική Απόφαση των υπουργών ΠΕΚΑ, Αγροτικής Ανάπτυξης και Οικονομίας & Οικονομικών. Το ανωτέρω μίσθωμα κατατίθεται υπέρ του δήμου στην διοικητική περιφέρεια του οποίου ασκείται η βόσκηση και σε σχετικό λογαριασμό του..
6. Από της ισχύος του παρόντος νόμου και σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) ετών, οφείλεται να καταρτιστούν διαχειριστικά σχέδια βόσκησης των περιοχών της χώρας που υφίσταται καθεστώς βοσκής. Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας, δεν είναι δυνατή η βοσκή των βοσκήσιμων εκτάσεων που εποπτεύει η δασική υπηρεσία, χωρίς την ύπαρξη των εγκεκριμένων διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης. Μέχρι την ολοκλήρωση των σχεδίων αυτών, η βοσκή ασκείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο 103 όπως ίσχυε. Κατ’ εξαίρεση, δύναται μετά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας να υπαχθούν κατά τα ανωτέρω οριζόμενα σε καθεστώς βόσκησης και περιοχές που δεν βόσκονταν , μετά από αίτημα των οικείων κτηνοτροφικών οργανώσεων..
7. Με Κοινή Υπουργική Απόφαση των υπουργών ΠΕΚΑ και Αγροτικής Ανάπτυξης καθορίζονται οι προδιαγραφές και το περιεχόμενο των προβλεπόμενων στην παράγραφο 3 του παρόντος διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης».

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 105 του ν.δ. 86/69 αντικαθίσταται ως εξής:
« Με δασική αστυνομική διάταξη βοσκής, που εκδίδεται αυτεπάγγελτα από τον δασάρχη απαγορεύεται η βοσκή παντός ζώου σε έκταση που κηρύχθηκε αναδασωτέα».
3. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 107 του ν.δ. 86/69 (ΦΕΚ 7 Α’) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Στις κηρυγμένες αναδασωτέες εκτάσεις λόγω πυρκαγιάς, που υπέρκεινται χωριών ή συνοικισμών ή βρίσκονται εντός λεκανών σχηματισμού χειμάρρων, απαγορεύεται η βοσκή, των μεν προβάτων και των μεγάλων ζώων το λιγότερο επί πενταετία, των δε αιγών το λιγότερο επί δεκαετία από την ημέρα της πυρκαγιάς.
2.Εκτός των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου, σε αναδασωτέες λόγω πυρκαγιάς εκτάσεις, εφόσον επήλθε πλήρης αναγέννηση μετά την πυρκαγιά, δύναται να ρυθμίζεται ο χρόνος της απαγόρευσης της βοσκής των κτηνοτροφικών ζώων– αναλόγως των σταθμολογικών συνθηκών του οικοσυστήματος, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μετά από εισήγηση του αρμοδίου Δασάρχη και σύμφωνη γνώμη του Δ/ντη Συντονισμού & Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στην οποία θα βεβαιώνεται ότι δια της βοσκής αυτών δεν κινδυνεύει η επελθούσα αναγέννηση των δασικών οικοσυστημάτων και η ομαλή αποκατάσταση τους».

  • Άρθρο 15

    Είναι ευρέως αποδεκτό ότι οι βοσκότοποι είναι ένας ανεκτίμητος πόρος για την κτηνοτροφία μας συμβάλλοντας καταλυτικά τόσο στη μείωση του κόστους παραγωγής, όσο στην παραγωγή ποιοτικών προϊόντων.
    Η βόσκηση στους δημόσιους βοσκότοπους αφορά σ’ ένα πολύ μεγάλο μέρος εκτρεφόμενων ζώων, βασικών κλάδων της χώρας μας, με βάση εκτατικά και ημιεκτατικά συστήματα εκτροφής. Γίνεται δε κατά κανόνα ακολουθώντας τοπικούς εθιμικούς κανόνες και δυστυχώς επί των ημερών μας διαπιστώνεται μια συνεχιζόμενη υποβάθμιση των βοσκοτόπων κύρια από την υποβόσκησή των.
    Η βόσκηση αποτελεί, λοιπόν, μέρος ενός παραγωγικού συστήματος της ζωικής παραγωγής, στο οποίο συμμετέχει εκτός από τον βοσκότοπο, το ζώο με την ηθολογία του, τις ανάγκες του στα πλαίσια του παραγωγικού και αναπαραγωγικού του κύκλου, ο κτηνοτρόφος με τις συνήθειές του και τις δυνατότητές του, οι λοιπές εισροές του συστήματος, η διάθεση των προϊόντων, οι τοπικές κοινωνίες κ.λ.π.
    Συνεπώς θεωρούμε ότι τόσο στην σύνταξη, όσο και στην εφαρμογή των προτεινόμενων διαχειριστικών σχεδίων δεν πρέπει να είναι απόντες οι γνώστες της λιβαδοπονικής επιστήμης αλλά και της ζωικής παραγωγής, δηλαδή οι γεωπόνοι ζωοτέχνες των γεωπονικών υπηρεσιών, οι οποίοι μέσω της άμεσης συνεργασίας αυτών και των ενδιαφερόμενων κτηνοτρόφων χρηστών του βοσκότοπου, θα βοηθήσουν σημαντικά και αποφασιστικά ώστε να έχουμε ένα καλό αποτέλεσμα.
    Παράλληλα υποστηρίζουμε ότι είναι ανάγκη να προβλεφθούν έργα και μέτρα βελτίωσης των βοσκοτόπων και της βοσκοϊκανότητάς τους με στόχο και κατά πρώτο λόγο την αειφορική διαχείριση αυτών των εκτάσεων για χρήση βοσκής.

  • Η Ελληνική Ζωοτεχνική Εταιρεία (Ε.Ζ.Ε.) θεωρεί ότι:
    Η βόσκηση στον Ελληνικό χώρο έχει παράδοση χιλιετιών και κατ’ αυτό τον τρόπο έχει διαμορφώσει βιολογική και πολιτισμική παράδοση που χαρακτηρίζει τον τόπο μας. Η εξασφάλιση της συνέχειας στη μορφή, την βιοποικιλότητα και τον πολιτισμό που φέρουν οι βοσκόμενες εκτάσεις μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο μέσω της ορθά διαχειριζόμενης βόσκησης. Η βόσκηση όμως ασκείται από ποίμνια ζώων τα οποία πρέπει να διαχειρίζονται κατάλληλα ώστε να ασκούν επιτυχώς τη δραστηριότητα αυτή. Επιπλέον η διαχείριση των ποιμνίων γίνεται από γεωργικές εκμεταλλεύσεις των οποίων η δραστηριότητα καθορίζεται από τους νόμους «της Οικονομίας και της Αγοράς». Το συγκεκριμένο σχέδιο Νόμου δεν λαμβάνει υπόψη τις συνιστώσες αυτές αναθέτοντας στις Δασικές Υπηρεσίες την εισήγηση των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης για έγκριση από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης Διοίκησης.
    Η Ελληνική Ζωοτεχνική Εταιρεία πιστεύει ότι το αντικείμενο της ορθολογικής αξιοποίησης του πολύτιμου για την Εθνική Οικονομία φυσικού πόρου των βοσκοτόπων είναι σύνθετο και η αντιμετώπισή του πρέπει να γίνεται από περισσότερες της μιας ειδικότητες. Οι απόφοιτοι των Τμημάτων Ζωικής Παραγωγής στη χώρα μας έχουν εκπαιδευτεί για να γνωρίζουν «το ζώο, το βοσκότοπο και την εκμετάλλευση». Η σύνταξη των σχεδίων βόσκησης και ο έλεγχος της εφαρμογής τους είναι δραστηριότητες στις οποίες οι εν λόγω πτυχιούχοι μπορούν να προσφέρουν ουσιαστικά. Επιπλέον, η συνθετότητα των οικολογικών και κοινωνικών συνθηκών των εκτάσεων που αποτελούν τους βοσκοτόπους στη χώρα μας, δεν επιτρέπει την διαμόρφωση προκατασκευασμένων σχεδίων.
    Η Ελληνική Ζωοτεχνική Εταιρεία πιστεύει, επίσης, ότι η διάθεση των εκτάσεων στους ενδιαφερόμενους κτηνοτρόφους πρέπει να γίνεται με ορίζοντα χρόνου που έχει επαρκές βάθος ώστε να δίνεται κίνητρο στον παραγωγό να φροντίσει κατάλληλα την έκταση για να του αποδώσει το καλύτερο. Οι γνωρίζοντες αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι οι «επενδύσεις» στο χώρο αυτό δεν έχουν ποτέ βραχυπρόθεσμη απόσβεση. Δυστυχώς, κατά τις πρόσφατες δεκαετίες, οι επιλογές που επιλέχθηκαν στη χώρα μας οδήγησαν στην υποβάθμιση μεγάλου μέρους των βοσκήσιμων εκτάσεων και σήμερα αντιμετωπίζουμε και τον κίνδυνο της εξαφάνισης της κτηνοτροφικής δραστηριότητας που διατηρεί τους βοσκότοπους. Θεωρούμε ότι για ένα θέμα υψηλής σημασίας όπως αυτό των βοσκοτόπων, η σύνταξη ενός σχεδίου Νόμου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις απόψεις όλων των εμπλεκόμενων μερών και να δίνεται ικανός χρόνος για τη σχετική διαβούλευση, ώστε τα αποτελέσματα από την εφαρμογή του να αποβαίνουν θετικά για τη χώρα.
    Με εκτίμηση για το ΔΣ της Εταιρείας

    Ο Πρόεδρος της ΕΖΕ

    Καθηγητής Γ. Ζέρβας

  • 2 Οκτωβρίου 2013, 00:27 | Αλεξάνδρα Δήμου

    Χρονική Διάρκεια βόσκησης – εγκατάστασης

    Δεν αναφέρεται η χρονική διάρκεια εγκατάστασης στους βοσκοτόπους – δασικές εκτάσεις.
    Προκειμένου και υπό την προϋπόθεση ότι ο κτηνοτρόφος τηρεί τους κανόνες ορθής γεωργικής πρακτικής (βοσκοϊκανότητα, αριθμός ζώων, κτλ), προτείνεται να εγκαθίσταται μόνιμα στους βοσκοτόπους – δασικές εκτάσεις και να μην αποβάλλεται ενόσω διατηρεί την κτηνοτροφική του εκμετάλλευση. Επίσης, πρέπει να προβλεφθεί ομαλή μεταβίβαση της κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης και του αντίστοιχου βοσκοτόπου της στους κληρονόμους της εκμετάλλευσης.
    Πρέπει να ανατεθεί στον εγκατεστηθέντα στον βοσκότοπο κτηνοτρόφο η διαφύλαξη της βιοποικιλότητας του (π.χ. ανεξέλεγκτη και ληστρική συλλογή βοτάνων, αρωματικών φυτών, κλπ).
    Πρέπει να επιτραπεί στον εγκατεστηθέντα στον βοσκότοπο κτηνοτρόφο η εκμετάλλευση των βοτάνων και των αρωματικών φυτών με κανόνες που πρέπει να θεσπιστούν και που θα εξασφαλίζουν την αειφορία και τη βιωσιμότητα των οικοκυστημάτων.

  • 1 Οκτωβρίου 2013, 23:43 | Δημήτριος Δήμος, Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Εκτροφέων Αυτόχθονων Φυλών Αγροτικών Ζώων

    Η απαγόρευση της βοσκής πρέπει να επιβάλλεται μόνον α) σε αναδασωτέες εκτάσεις λόγω πυρκαγιάς και β) σε εκτάσεις μετά από υλοτόμηση, σύμφωνα με τους περιορισμούς που ισχύουν (5 έτη για πρόβατα, βαριά ζώα – 10 έτη για αίγες, κλπ). Οποιαδήποτε άλλη απαγόρευση βόσκησης σε δασικές εκτάσεις για λόγους σκοπιμότητας οδηγεί σε αντίθετα αποτελέσματα, ήτοι: όπου εφαρμόστηκε τις τελευταίες δεκαετίες απαγόρευση βοσκής, καθημερινά παρατηρούμε ότι εξαφανίζονται πολλά είδη της χλωρίδας μας (βότανα, φυτά, κλπ) και αναπτύσσονται ελάχιστα, με αποτέλεσμα να βλέπουμε μια πράσινη ερημοποίηση. Πολύ εύκολα μπορούμε να σας αποδείξουμε με μια επίσκεψη σε χώρους που απαγορεύτηκε η βοσκή (πριν λίγες δεκαετίες) ότι ταυτόχρονα εξαφανίστηκε και η πολύτιμη για τη χώρα μας βιοποικιλότητα.
    Επίσης, μας πληροφορούν συνάδελφοί μας κτηνοτρόφοι από τη Γαλλία ότι μεταφέρουν τα ζώα τους (κοπάδια από αγελάδες) σε απομακρυσμένες ορεινές δασικές περιοχές με αμοιβή από το Κράτος (υλοποιώντας προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης) με σκοπό τη βόσκηση επιτυγχάνοντας α) τη συγκράτηση των βρόχινων υδάτων και β) την αποφυγή της διάβρωσης του εδάφους. (Δεν μπορούμε να αναλύσουμε λόγω του περιορισμένου χώρου, στη διάθεσή σας για κάθε διευκρίνιση).
    Σημειώνουμε ακόμα ότι η ελεύθερη βόσκηση εκατομμυρίων αγροτικών ζώων (15.000.000 αιγοπροβάτων, 1.100.000 βοοειδών, 1.000.000 ιπποειδών και 500.000 χοίρων) για πολλές χιλιάδες χρόνια επηρέασαν θετικά τη βιοποικιλότητα απ’ άκρο σε άκρο της χώρας, καθιστώντας την μοναδική. Πολλοί ειδικοί επιστήμονες αναφέρουν ότι πάνω από 1600 ενδημικά φυτά έχουν μέχρι σήμερα παρατηρηθεί στη χώρα μας.
    Νομοθέτες, Σας παρακαλούμε πολύ μην επιτρέψετε να χαθεί ό,τι πολυτιμότερο έμεινε στη χώρα μας, η ελληνική βιοποικιλότητα. Δε μπορούν να μας την πάρουν οι ξένοι, ας μην την απεμπολήσουμε μόνοι μας.

  • 1 Οκτωβρίου 2013, 22:04 | Σύλλογος Αγελαδοτρόφων Αγελαίας Μορφής Νομού Λάρισας

    Κατά την άποψη μας οι βοσκότοποι είναι ένα κομμάτι παραγωγικής γης με κυρίαρχη χρήση την βόσκηση των ζώων και αποτελεί ένα πολύτιμο πόρο για την κτηνοτροφία μας . Η χρήση βοσκής σήμερα στους περισσότερους βοσκότοπους γίνεται στα πλαίσια των τοπικών κοινοτήτων, με βάση την εθιμική χρήση και με διαφορετική διαχειριστική τακτική ανάλογα με την γεωμορφολογία του βοσκότοπου, το είδος του ζώου, το διαθέσιμο νερό για την ύδρευση των ζώων κ.λ.π.
    Σε ορεινές κοινότητες που παρατηρείται περίσσεια βοσκοτόπων, αυτοί εκμισθώνονται από τους οικείους δήμους σε μετακινούμενους κτηνοτρόφους, των οποίων η προσφορά στην διατήρηση των ορεινών βοσκοτόπων είναι πολύτιμη.
    Διαπιστώνει κανείς σήμερα, ότι σε αρκετές τοπικές κοινότητες, οι βοσκότοποι που βρίσκονται κοντά στους οικισμούς, όπου βρίσκονται και οι εγκαταστάσεις των ζώων, υπερβόσκονται, ενώ οι απομακρυσμένοι κινδυνεύουν να αχρηστευτούν σαν βοσκότοποι, εξαιτίας της υποβόσκησης, ειδικά εκεί που έχουμε μείωση της αιγοτροφίας.
    Θεωρούμε ότι η διαχείριση βοσκής δεν είναι ένα απλό και μόνο τεχνικό θέμα. Έτσι για να έχουν πρακτικό αποτέλεσμα τα όποια διαχειριστικά σχέδια βοσκής και να μπορούν να εφαρμοστούν προς όφελος της κτηνοτροφίας και του περιβάλλοντος, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η υφιστάμενη κατάσταση, η υφιστάμενη χρήση, να γίνει εκτεταμένη διαβούλευση και με τους χρήστες κτηνοτρόφους και η σύνταξη των σχεδίων να γίνει από γνώστες του αντικείμενου της λιβαδοπονίας αλλά και της ζωικής παραγωγής.
    Τα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης επίσης αν δεν συνδυαστούν με μέτρα , πρακτικές και κίνητρα, που να αποτρέπουν την εγκατάλειψη των βοσκοτόπων με αποτέλεσμα να αχρηστεύονται , καθώς και με μέτρα βελτίωσης της βοσκοϊκανότητας τους, θα παραμείνουν σχέδια χωρίς ωφέλιμο αντίκρισμα.

  • Τα προβλεπόμενα διαχειριστικά σχέδια της παραγράφου 3, θα πρέπει να συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες που έχουν την ευθύνη διαχείρισης των (δασικών) βοσκοτόπων και οι κτηνοτρόφοι να έχουν την υποχρέωση εφαρμογής αυτών. Επίσης, θα πρέπει να προβλεφτεί και έλεγχος εφαρμογής των διαχειριστικών σχεδίων.

    Στην παρ.5, αναφέρεται ότι «οι δικαιούχοι τη βοσκή κτηνοτρόφοι για τις δημόσιου χαρακτήρα εκτάσεις της παραγράφου 2 του παρόντος καταβάλλουν μίσθωμα, για τη χρήση της βοσκής , το ύψος του οποίου ως και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια με τη μίσθωση καθορίζεται με Κοινή Υπουργική Απόφαση των υπουργών ΠΕΚΑ, Αγροτικής Ανάπτυξης και Οικονομίας & Οικονομικών. Το ανωτέρω μίσθωμα κατατίθεται υπέρ του δήμου στην διοικητική περιφέρεια του οποίου ασκείται η βόσκηση και σε σχετικό λογαριασμό του». Το ύψος της μίσθωσης θα πρέπει να είναι ανάλογο της βοσκοϊκανότητας του βοσκοτόπου και να εκφράζεται σε €/ΜΖΜ (Μηνιαία Ζωική Μονάδα) και όχι σε €/στρεμ. (με αυτό τον τρόπο αντιμετωπίζονται ενιαία βοσκότοποι υψηλής και μικρής παραγωγικότητας). Το δικαίωμα βοσκής θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη βελτίωση των υποδομών και της βλάστησης των βοσκοτόπων.

    Στην αποκλειστική προθεσμία των δύο (2) ετών είναι αδύνατο να συνταχθούν διαχειριστικά σχέδια για όλη την Ελλάδα. Επίσης, θα πρέπει ταυτόχρονα με τα διαχειριστικά σχέδια να γίνει και ένα είδος απογραφής των δασικών βοσκοτόπων για τους οποίους θα προβλέπεται μακροπρόθεσμη χρήση βοσκής (30 έτη). Ακόμη θα πρέπει να προβλεφτούν μέτρα ανόρθωσης και βελτίωσης της βλάστησης αυτών και των συνθηκών βόσκησης σύμφωνα με τις αρχές της λιβαδοπονικής επιστήμης (μείωση ξυλώδους βλάστησης, εισαγωγή λιβαδικών φυτών, κτλ.).Στην ειδική περίπτωση που συμβεί πυρκαγιά σε δασικό βοσκότοπο να μην κηρύσσεται αναδασωτέος αλλά να προβλέπεται ότι η βόσκηση θα επανέρχεται μετά την αποκατάσταση της βλάστησής του, η οποία θα διαπιστώνεται με επιτόπια αξιολόγηση (λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό κάλυψης εδάφους, την κλίση, τη διάβρωση, κτλ.) από δασολόγο της αρμόδιας δασικής αρχής.

  • 27 Σεπτεμβρίου 2013, 14:28 | Αντώνης Μαντζαβέλας

    επί της παρ.3:

    Τα διαχειριστικά σχέδια θα πρέπει να συντάσσονται και να επικαιροποιούνται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα (πχ 5 ετία), να αφορούν χωρικά μεγάλες επιφάνειες (πχ σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας ή/και Περιφέρειας), λόγω αντικειμένου.
    Την ευθύνη για τη σύνταξή των διαχειριστικών σχεδίων να την έχουν φορείς με επισπεύδουσες αρμοδιότητες και όχι χρήστες (κτηνοτροφικοί συνεταιρισμοί) οι οποίοι δεν έχουν από το καταστατικό τους την αρμοδιότητα και ούτε δύνανται να εκπονούν διαχειριστικά σχέδια, να τα επιβλέπουν, να τα παραλαμβάνουν, κ.λπ. ενώ είναι οξύμορο τουλάχιστο να ταυτίζεται ο σχεδιάζον με αυτόν που υλοποιεί σε περιπτώσεις χρήσης φυσικού πόρου.
    Οι συνεταιρισμοί των κτηνοτρόφων αντίθετα είναι σωστό και επιβάλλεται να συμμετέχουν στη διαδικασία σύνταξης των διαχειριστικών σχεδίων σε επίπεδο διαβούλευσης

  • 27 Σεπτεμβρίου 2013, 13:46 | ΕΛΛΗΝΙΚH ΕΤΑIΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού

    Ο νομοθέτης οφείλει να εισάγει ποσοτικοποιημένα κριτήρια ώστε να υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση και συνεπώς πιθανότατα μεγαλύτερη αποδοτικότητα των στόχων που θέτει.

    Άρθρο 15-Παράγραφος 1
    Η αποσπασματική άσκηση πολιτικής με την κατά περίπτωση έκδοση ΚΥΑ, αποτελεί λανθασμένη πρακτική και αποτελεί πρωταρχικό αίτιο για την σημερινή χαοτική κατάσταση του χωροταξικού γίγνεσθαι.

  • 27 Σεπτεμβρίου 2013, 13:07 | ΕΛΛΗΝΙΚH ΕΤΑIΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού

    Άρθρο 15
    Ο νομοθέτης οφείλει να εισάγει ποσοτικοποιημένα κριτήρια ώστε να υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση και συνεπώς πιθανότατα μεγαλύτερη αποδοτικότητα των στόχων που θέτει.

    Άρθρο 15-Παράγραφος 1
    Η αποσπασματική άσκηση πολιτικής με την κατά περίπτωση έκδοση ΚΥΑ, αποτελεί λανθασμένη πρακτική και αποτελεί πρωταρχικό αίτιο για την σημερινή χαοτική κατάσταση του χωροταξικού γίγνεσθαι.

  • Ο όρος «δημόσιες εκτάσεις» (πάσης φύσεως), «δημόσιοι βοσκότοποι» κ.λπ. δεν έχει αναφορά σε όλη την Ελλάδα, καθώς ΕΙΔΙΚΑ στα νησιά Κύθηρα και Αντικύθηρα το Δημόσιο δεν κατέχει τίποτε απολύτως (Π.Δ. 272/85 και Νόμος 1416/84), επειδή εκεί υπάρχει το μοναδικό και ιδιαίτερο καθεστώς της Εγχώριας Περιουσίας (www.eghorios.gr). Στο εν λόγω άρθρο πρέπει να υπάρξει μία παράγραφος που να ορίζει ότι για οποιαδήποτε άδεια βόσκησης η νομής των πάσης φύσεως μη ιδιωτικών (εγχωρίων) εκτάσεων στα Κύθηρα και Αντικύθηρα θα πρέπει προηγουμένως να παρέχεται η άδεια της Επιτροπής Εγχωρίου Περιουσίας.

    Στην άμεση, αποκλειστική και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή της «Εγχώριας Περιουσίας Κυθήρων και Αντικυθήρων» ανήκουν όλα τα οποιασδήποτε φύσεως ακίνητα που βρίσκονται στα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα και δεν ανήκουν αποδεδειγμένα σε ιδιώτες, τα εγκαταλελειμμένα, τα βουνά, τα δάση, οι ακτές (αιγιαλός, παραλία και ο παλαιός αιγιαλός), οι νησίδες, άπασα η κινητή και ακίνητη περιουσία των Ιερών Προσκυνημάτων και κάθε γενικά ακίνητο ή τμήμα γης των δύο νησιών, το οποίο κατ΄αναλογίαν σε άλλες περιοχές του Κράτους συνιστά ιδιοκτησία του Δημοσίου, με δεδομένο πάντα ότι στα Κύθηρα κατά τεκμήριο δεν υφίσταται ιδιοκτησία του Δημοσίου, όπως ρητά διασαφηνίστηκε με τη διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 998/1979 (δασικός νόμος).

    Ειδικώς δε σε ό,τι αφορά στα δάση, πρέπει να διευκρινιστεί ότι με βάση την υπ΄αρ 721/1991 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, «στα Επτάνησα, πριν από την ένωσή τους με την Ελλάδα, δεν υπήρχαν δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις ως ιδιοκτησία του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, ώστε να περιέλθουν κατά διαδοχή, με την ένωση το έτος 1864, στο Ελληνικό Δημόσιο… Έτσι, δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση και δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, ως ιδιοκτησία του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, δεν υπήρχαν, ούτε προβλέπονται στο παραπάνω Σύνταγμα (του 1817)… Επομένως επί των δασών και δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων των Επτανήσων, το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτών με την Ελλάδα ουδέν έλαβε, ούτε ως διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο, όπως προαναφέρεται δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση ή δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώρια περιουσία, αφού αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων κάθε νήσου (σσ. εκτός από τα Κύθηρα). Συνεπώς επί των δασών και δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων της Επτανήσου δεν δύναται να έχει εφαρμογή το υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας… Κατά συνέπεια των παραπάνω, προκειμένου περί δασών και δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων των Επτανήσων δεν αρκεί μόνη η από το Ελληνικό Δημόσιο επίκληση και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικουμένης εκτάσεως προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητάς του επ΄αυτής, αλλά απαιτείται η επίκληση και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, απόδειξη της κτήσεως της κυριότητας από το Δημόσιο κατά έναν από τους τρόπους κτήσεως κυριότητας που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τις 23-2-1946 από τον Αστικό Κώδικα ή από κάποιον ειδικό νόμο. Αφού λοιπόν στα Επτάνησα, τα Κύθηρα και Αντικύθηρα δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των ευρισκομένων σ΄αυτά δασών και δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων, έπεται ότι το Δημόσιο πρέπει να διαχειρίζεται ως δημόσια μόνον τα δάση και τις δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις για τις οποίες έχει νόμιμους τίτλους κυριότητας…».

    Με το Νόμο 1416/1984 και σύμφωνα με το άρθρο 84, η Εγχώρια Περιουσία των νήσων Κυθήρων και Αντικυθήρων ορίστηκε ότι αποτελεί διακοινοτική περιουσία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης των Κυθήρων και Αντικυθήρων και περιλαμβάνει:

    Όλες τις εκτάσεις των νησιών είτε είναι κοινόχρηστες δασικές ή χορτολιβαδικές είτε αγροτικά ή αστικά ή άλλης κατηγορίας ακίνητα, που δεν ανήκουν σε ιδιώτες ή βάσει νόμιμων τίτλων κτήσης κυριότητας στο δημόσιο, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου ή σε κατ΄ιδίαν κοινότητες.
    Την κινητή και ακίνητη περιουσία των ιερών προσκυνημάτων της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας, της Αγίας Μόνης και του Αγίου Ιωάννου του εν κρημνώ και των ανηκόντων σε αυτά παρεκκλησίων.
    Τις νησίδες που βρίσκονται γύρω από τα Κύθηρα.

    Σύμφωνα με το Νόμο 3208/03 (άρθρο 10/ΙΙΙ/περ. 3) ορίζεται ότι το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση και δασικές εν γένει εκτάσεις που περιήλθαν στην Επιτροπή Εγχωρίου Περιουσίας Κυθήρων και Αντικυθήρων κατά τις διατάξεις του άρθρου 84 του Ν. 1416/84.

    Με την παράγραφο 7α του άρθρου 16 του Ν.2946/2001 ορίζεται ότι: κατά την αληθή έννοια της περίπτωσης α της παρ. 1 του άρθρου 84 του Ν.1416/1984 (ΦΕΚ 18Α), υπό τον όρο «κοινόχρηστες εκτάσεις» που υπάγονται στην Εγχώρια Περιουσία των Νήσων Κυθήρων και Αντικυθήρων, νοούνται τα κοινόχρηστα πράγματα, όπως ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 967 του Αστικού Κώδικα, δηλαδή τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους. Το άρθρο 968 του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι τα κοινόχρηστα πράγματα, εφόσον δεν ανήκουν δε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο δημόσιο. Όμως, ειδικά στην περίπτωση των Κυθήρων και Αντικυθήρων, τίποτε από όσα αναφέρονται ως κοινόχρηστα πράγματα δεν ανήκει στο δημόσιο, αλλά αποκλειστικά στην Επιτροπή Εγχωρίου Περιουσίας.

  • Η Ελληνική Λιβαδοπονική Εταιρεία (ΕΛΕ):

    α) Συμφωνεί με το γεγονός ότι η βόσκηση πρέπει να ασκείται σύμφωνα με διαχειριστικά σχέδια, όμως θεωρεί προβληματικό το γεγονός ότι τα σχέδια αυτά πρέπει να συντάσσονται με μέριμνα των οικείων κτηνοτροφικών οργανώσεων, σύμφωνα με το σχέδιο νόμου. Εγείρεται αρχικά το ερώτημα αν οι ενώσεις των κτηνοτρόφων, όπως αυτές υφίστανται σήμερα, είναι σε θέση να επιληφθούν ενός τόσο σημαντικού ζητήματος σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας. Ακόμη, είναι αμφισβητούμενο αν οι ενώσεις των κτηνοτρόφων είναι σε θέση να αναλάβουν το κόστος εκπόνησης των σχεδίων αυτών. Επίσης, δεν διευκρινίζεται ποιος θα είναι ο συντάκτης των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης. Η ΕΛΕ θεωρεί ότι οι συγκεκριμένες μελέτες πρέπει να αναθέτονται σε εξειδικευμένους επιστήμονες (λιβαδοπόνους) και ελλείψει αυτών σε δασολόγους. Αν και σωστά διατυπώνεται ότι τα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης θα «εγκρίνονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης Διοίκησης, μετά από εισήγηση του αρμοδίου Δασάρχη» πουθενά δεν αναφέρεται ποιος θα ασκεί τον έλεγχο εφαρμογής των συγκεκριμένων διαχειριστικών σχεδίων. Θέση της ΕΛΕ είναι ότι αυτό πρέπει να ανατεθεί στα κατά τόπους αρμόδια Δασαρχεία.

    β) Επιπρόσθετα, πάγια θέση της ΕΛΕ αποτελεί η θεσμοθέτηση της δυνατότητας μακροχρόνιας μίσθωσης δημοσίων βοσκήσιμων εκτάσεων για βιώσιμες κτηνοτροφικές μονάδες, έτσι ώστε να συνεχιστεί η επιδότηση των υπαρχόντων κτηνοτροφικών επιχειρήσεων ενώ παράλληλα θα αξιοποιηθεί αειφορικά η σχολάζουσα έκταση των απομακρυσμένων λιβαδιών και θα δημιουργηθούν και νέες θέσεις εργασίας, σε σύντομο χρόνο. Ο δικαιούχος οφείλει να διαχειριστεί την έκταση σύμφωνα με το διαχειριστικό σχέδιο ώστε να διατηρήσει τη βλάστηση. Η συγκεκριμένη πρακτική μπορεί να αποδειχθεί πολύ περισσότερο αποτελεσματική τόσο σε κοινωνικοοικονομικό όσο και σε οικολογικό επίπεδο από την υφιστάμενη κατάσταση καταβολής μισθώματος σε ετήσια βάση.

    γ) Η ΕΛΕ θεωρεί ότι η αναφορά στο σχέδιο νόμου που ορίζει πως «σε αναδασωτέες λόγω πυρκαγιάς εκτάσεις, εφόσον επήλθε πλήρης αναγέννηση μετά την πυρκαγιά, δύναται να ρυθμίζεται ο χρόνος της απαγόρευσης της βοσκής των κτηνοτροφικών ζώων– αναλόγως των σταθμολογικών συνθηκών του οικοσυστήματος, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μετά από εισήγηση του αρμοδίου Δασάρχη και σύμφωνη γνώμη του Δ/ντη Συντονισμού & Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στην οποία θα βεβαιώνεται ότι δια της βοσκής αυτών δεν κινδυνεύει η επελθούσα αναγέννηση των δασικών οικοσυστημάτων και η ομαλή αποκατάσταση τους» είναι σε θετική κατεύθυνση. Είναι τεκμηριωμένο ότι σε πολλές περιπτώσεις φυσικών οικοσυστημάτων (θαμνώνες αειφύλλων πλατυφύλλων, φρυγανολιβαδικές εκτάσεις κ.ά.) η αποκατάσταση της βλάστησης μετά από πυρκαγιά επέρχεται σε σύντομο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα η βόσκηση να μπορεί να ασκηθεί νωρίτερα από ότι προβλέπεται στο νόμο.

    Με εκτίμηση,
    για το Δ.Σ. της Ελληνικής Λιβαδοπονικής Εταιρείας,
    ο πρόεδρος

    Απόστολος Π. Κυριαζόπουλος

  • 27 Σεπτεμβρίου 2013, 07:17 | ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ

    Την παραδοσιακή μορφή της κτηνοτροφίας στην Ελλάδα την έχετε λάβει υπόψη;
    Πάντα από την εποχή του βυζαντίου, της οθωμανικής κυριαρχίας και στην συνέχεια του ελληνικού κράτους, τα δασικά οικοσυστήματα της Ελλάδας ήταν κατά χρήση βοσκότοποι.
    Την αλληλεπίδραση της βόσκησης με τα δασικά οικοσυστήματα, που ήταν στο παρελθόν σε μία ισορροπία, μιας και ο κάθε τόπος είχε «όσα ζώα σήκωνε» το έχετε λάβει υπόψη;
    Τα δασικά οικοσυστήματα, είτε είναι δασολίβαδα, θαμνολίβαδα ή ποολίβαδα, πάντα βόσκονταν και η σημερινή πολλές φορές μοναδική βιοκοικιλότητα και τα μοναδικά μεσογειακά τοπία που έχουν δημιουργηθεί στην χώρα μας είναι συνέπεια και της ορθολογικής βόσκησης του παρελθόντος.
    Σήμερα με την επιλογή, βοσκήσιμες γαίες (θα συμπεριλαμβάνει και τις δασικές εκτάσεις αυτό;) αποκλείουμε από την χρηματοδότηση των εθνικών και κοινοτικών προγραμμάτων μια παραδοσιακή μορφή διαχείρισης των δασικών οικοσυστημάτων που είναι η βόσκηση.
    Η οικονομία των ορεινών πληθυσμών της χώρας μας θα αλλάξει και πολλοί κτηνοτρόφοι ίσως αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.
    Στα θετικά η εκπόνηση διαχειριστικών μελετών για τα δασικά οικοσυστήματα, όμως από τις κτηνοτροφικές οργανώσεις; Υπάρχουν; Αυτό θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα εφαρμογής στην πράξη.

  • 27 Σεπτεμβρίου 2013, 06:36 | Βασίλειος Παπαναστάσης

    1. Παρ. 1. Ο ορισμός που δίνεται για τους «Δημόσιους βοσκότοπους» δε συσχετίζεται με σαφήνεια με τους ορισμούς της παρ. 4 του άρθρου 1 του σχεδίου νόμου. Τι είναι οι δημόσιοι βοσκότοποι; δάση, δασικές εκτάσεις, δημόσιες γαίες ή κάτι διαφορετικό; Αν ισχύει το τελευταίο, τότε πρέπει να οριστεί στο άρθρο 1 του νόμου και όχι στο 15. Αν, όμως, συμπίπτει με τη δασική έκταση, όπως προκύπτει από τον ορισμό τους, τότε πρέπει να ειπωθεί ξεκάθαρα. Έπειτα, γιατί πρέπει να μπει το επίθετο “δημόσιοι”; Υπάρχουν οι βοσκότοποι που είναι κοινοτικοί ή ιδιωτικοί και έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά του ορισμού! Στην περίπτωση αυτή, η διαχείρισή τους δε διέπεται από τη δασική νομοθεσία; Το ίδιο δεν ισχύει και για τα κοινοτικά ή τα ιδιωτικά δάση; Πρόταση: Να ονομαστούν «φυσικοί βοσκότοποι» (ανεξάρτητα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος) αντί του «δημόσιοι βοσκότοποι» και να τονιστεί ότι πρόκειται για τις δασικές εκτάσεις που βόσκονται. Επίσης να προστεθεί ότι οι εκτάσεις αυτές προσφέρουν βοσκήσιμη ύλη σε αγροτικά και άγρια ζώα. Ο ορισμός αυτός καλύτερα είναι να μεταφερθεί στο άρθρο 1.
    2. Παρ.1. Το Σύστημα Αναγνώρισης Αγροτεμαχίων (LPIS-GIS), καλώς ή κακώς, πρέπει νε περιλάβει και βοσκοτόπους γιατί μόνο έτσι θα πάρουν επιδοτήσεις οι κτηνοτρόφοι. Είναι συμβατική μας υποχρέωση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και πληρώσαμε ήδη μεγάλο πρόστιμο επειδή δεν το είχαμε κάνει πριν το 2009. Είναι πράγματι ένας θεματικός χάρτης, αλλά γιατί να μην επηρεάζει την «αποτύπωση, προστασία και διαχείριση» των βοσκοτόπων σύμφωνα με το «εθνικό δίκαιο»; Ποιο είναι αυτό το εθνικό δίκαιο και γατί δεν πρέπει να προσαρμόσουμε τη διαχείριση των βοσκοτόπων στη κοινοτική νομοθεσία; Εξάλλου το ΣΣΑ δεν υπεισέρχεται σε θέματα ιδιοκτησιακά ή νομικά. Πρόταση: Να απαλειφθεί αυτή η ασαφής πρόταση από το σχέδιο νόμου.
    3. Παρ. 1. Αναφέρονται ως επιτρεπτές οι «κατασκευές ή εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν τη λειτουργία του βοσκοτόπου». Μήπως θα πρέπει να αναφερθούν και οι βελτιώσεις βλάστησης που είναι απαραίτητες για την αναβάθμιση του βοσκοτόπου; Πρόταση: Να προστεθεί η φράση: Επίσης επιτρέπονται οι βελτιώσεις βλάστησης που στοχεύουν στην αναβάθμιση και αύξηση της παραγωγικότητας του βοσκοτόπου.
    4. Παρ. 2. Η φράση « Η χρήση της βοσκής … ασκείται ελεύθερα στο βαθμό που δεν παρεμποδίζεται η φυσική εξέλιξη και ανάπτυξη, … των οικοσυστημάτων που συγκροτεί η φυομένη στις ανωτέρω εκτάσεις βλάστηση…» είναι εσφαλμένη εκφραστικά και επιστημονικά. Η σωστή έκφραση είναι «η χρήση της βοσκής είναι ελεύθερη» ή «η βοσκή ασκείται ελεύθερα». Έπειτα, εξ ορισμού η βοσκή παρεμποδίζει την εξέλιξη της βλάστησης, γιατί αλλιώς ο βοσκότοπος θα γίνει δάσος και θα είναι ακατάλληλος για βόσκηση. Αυτό συνέβη τα τελευταία χρόνια που υποχώρησε η κτηνοτροφία από τον ορεινό χώρο και πολλά ποολίβαδα δασώθηκαν. Πρόταση: Η φράση να τροποποιηθεί ως εξής: «η χρήση της βοσκής … είναι ελεύθερη υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται ορθολογικά και δε παρεμποδίζονται οι παραγωγικές, προστατευτικές…»
    5. Παρ. 3. Προβλέπονται διαχειριστικά σχέδια βόσκησης που θα συντάσσονται από τις «οικείες κτηνοτροφικές οργανώσεις». Ποιες είναι αυτές και με τι χρήματα θα συντάσσουν τα σχέδια αυτά; Έπειτα, με ποιο νομικό δικαίωμα; Πρόταση: Τα διαχειριστικά σχέδια θα πρέπει να συντάσσονται από τις οικείες δημόσιες υπηρεσίες προκειμένου για δημόσιους βοσκοτόπους, από τους Δήμους προκειμένου για δημοτικούς ή κοινοτικούς βοσκοτόπους και από τους ιδιώτες προκειμένου για ιδιωτικούς. Οι κτηνοτροφικές οργανώσεις, αν υπάρχουν και όπου υπάρχουν, να ευθύνονται για την εφαρμογή των μελετών.
    6. Παρ. 4. Το δικαίωμα βοσκής θα πρέπει να επανέρχεται στους βοσκοτόπους με σκοπό τη βελτίωσή τους και να μη χρησιμοποιείται από τους Δήμους για αλλότριους σκοπούς.
    7. Παρ. 6. Η προθεσμία των δύο ετών είναι πολύ σύντομη για να συνταχθούν διαχειριστικά σχέδια για όλη την Ελλάδα. Που θα βρεθούν τόσα χρήματα για τα σχέδια αυτά μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα; Πρόταση: Να απαλειφθεί αυτή η δεσμευτική προθεσμία και να δίνονται οικονομικά κίνητρα βελτίωσης των βοσκοτόπων που έχουν καλυφθεί με διαχειριστικό σχέδιο.
    8. Βόσκηση καμένων εκτάσεων. Η πρόβλεψη για απαγόρευση της βοσκής σε κηρυγμένες αναδασωτέες εκτάσεις για μια 5ετία των προβάτων και των μεγάλων ζώων και για μια 10ετία των αιγών μετά την πυρκαγιά είναι αυθαίρετη και δε στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Πρόταση: Να προβλεφθεί η γνωμάτευση του Δασολόγου με επιτόπιες επισκέψεις για τον αν και πότε αποκαταστάθηκε η βλάστηση μετά την πυρκαγιά και ανάλογα να επιτρέπεται η βόσκηση.
    9. ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ: Το όλο άρθρο για τη βοσκή στηρίζεται σε απαρχαιωμένες αντιλήψεις για το ρόλο της κτηνοτροφίας και της βοσκής στα δασικά οικοσυστήματα. Επιπλέον δεν είναι ολοκληρωμένο, γιατί δε δίνει λεπτομέρειες για τη διαχείριση και βελτίωση των βοσκοτόπων. Πρόταση: Να ανασυνταχθεί με τη συμμετοχή στην επιτροπή και δασολόγων-λιβαδοπόνων.

  • 27 Σεπτεμβρίου 2013, 00:18 | LEYTERHS

    Οι ρυθμισεις του άρθρου αυτού στο άρθρο 103 ν.δ/τος 86/69 , όσο αφορά την βοσκή, κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση, αρκεί να προβλεφθεί και σχετικό Π.Δ/γμα που θα καθορίσει λεπτομέρειες. Η έκδοση κοινών αποφάσεων , για τέτοιες ρυθμίσεις που συνεπάγονται εκτιμήσεις χρήσεων, υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος , σε δασικά οικοσυστήματα,θα αντίκεινται στο Σύνταγμα. Απαιτείται κατά την γνώμη μου, έκδοση Π.Δ/των. Επίσης πρέπει να τηρηθεί η επιταγή του Συντ/τος(117 παρ.3) σε περιπτώσεις καταστροφών , απο πυρκαγιές , των βοσκησίμων εκτάσεων.

  • 27 Σεπτεμβρίου 2013, 00:34 | LEYTERHS

    Οι ρυθμισεις του άρθρου αυτού στο άρθρο 103 ν.δ/τος 86/69 , όσο αφορά την βοσκή, κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση, αρκεί να προβλεφθεί και σχετικό Π.Δ/γμα που θα καθορίσει λεπτομέρειες. Η έκδοση κοινών αποφάσεων , για τέτοιες ρυθμίσεις που συνεπάγονται εκτιμήσεις χρήσεων, υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος , σε δασικά οικοσυστήματα, απαιτούν κατά την γνώμη μου, έκδοση Π.Δ/των. Επίσης πρέπει να τηρηθεί η επιταγή του Συντ/τος(117 παρ.3) σε περιπτώσεις καταστροφών , απο πυρκαγιές , των βοσκησίμων εκτάσεων.

  • 26 Σεπτεμβρίου 2013, 15:53 | Γεωργία Ξυλούρη

    Το θέμα της βοσκής και το βοσκοτόπων χρίζει πολλή συζήτηση και διαβούλευση.…
    Γνωρίζουν άραγε οι συντάκτες του ν/σ το ανάγλυφο και τη γεωμορφολογία των νησιωτικών περιοχών;
    Γνωρίζουν ότι μεγάλα βοσκοτόπια, ποολίβαδα δεν υπάρχουν στα νησιά;
    Ότι παραδοσιακά ασκείται αιώνες τώρα η κτηνοτροφία στα δάση και τις δασικές εκτάσεις και ότι η ορεινή οικονομία στηρίζεται κυρίως στην άσκηση της κτηνοτροφίας;
    Γνωρίζετε ότι η παραδοσιακή άσκηση της κτηνοτροφίας σημαίνει ότι τα βοσκοτόπια αυτά διαχειρίζονται χρόνια τώρα με ένα είδους εθιμοτυπικού δικαίου και ότι δεν υπάρχουν κτηνοτροφικές οργανώσεις;
    Αν αποκλειστούν τα δασικά λιβαδικά οικοσυστήματα από τους θεματικούς χάρτες για την εφαρμογή των κοινοτικών και εθνικών προγραμμάτων γνωρίζετε ότι χιλιάδες κτηνοτρόφοι θα εξαιρεθούν από τα παραπάνω προγράμματα με καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία της περιοχής;

  • 25 Σεπτεμβρίου 2013, 15:28 | ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ (ΔΑΣΟΠΟΝΟΣ)

    Για την απαγόρευση της βοσκής σε αναδασωτέες εκτάσεις δεν χρειάζεται να εκδοθεί Δ.Α.Δ. αφού ο Νόμος το απαγορεύει ευθέως και για όσο χρόνο διαρκεί η κήρυξη σύμφωνα με το άρθρο 70 του Ν. 998/79 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 2081/92 (Φ.Ε.Κ. 154/Α/10-09-1992)και κατατάσει την παράνομη πράξη σε πλημέλλημα.
    Η έκδοση Δ.Α.Δ. γίνετε καθ΄υπέρβαση των διατάξεων του παραπάνω νόμου και προσπάθεια κατάταξης της παράνομης πράξης σε πταίσμα (ανάλογα βέβαια και με το ύψος της ζημίας).

  • 25 Σεπτεμβρίου 2013, 12:29 | Αλκιβιάδης Τσιτσώνης

    ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
    α) Επί της παρ. 1:
    Αντί της δημιουργίας μίας ακόμη πολύπλοκης και μάλλον όχι αρκούντως εύχρηστης τεχνικής εφαρμογής (LPIS-GIS), θα ήταν πιο φρόνιμο και τεχνικά πιο ορθό να προστεθεί ένα ακόμη επίπεδο στους Δασικούς Χάρτες και να μη διαχωρίζεται η αμφιμονοσήμαντη σχέση μεταξύ «κοινοτικών και εθνικών» προγραμμάτων, με γνώμονα την πληρέστερη καταγραφή και την αποτελεσματικότερη κατά το δυνατόν προστασία και διαχειριση των εν λόγω εκτάσεων.
    β) Επί της παρ. 3:
    Κατά την άποψή μου δεν είναι δυνατόν να επιχειρείται ένας αποσπασματικός χειρισμός των σχεδίων βόσκησης, τη στιγμή που και οι βοσκήσιμες εκτάσεις αποτελούν ένα ξεχωριστό κομμάτι ενός οργανωμένου σχεδίου διαχείρισης και προστασίας με σαφή προσανατολισμό και στόχο.
    Σαφώς και πρέπει ένα «σχεδιο βόσκησης» να συντάσσεται με μέριμνα και ευθύνη της Δασικής Υπηρεσίας, στο πλαίσιο πάντα των δεδομένων και δράσεων που θέτει μια «ολοκληρωμένη μελέτη διαχείρισης και προστασίας» μιας περιοχής παρέμβασης (ενός συμπλέγματος).
    Πρέπει παράλληλα να συνταχθούν άμεσα ειδικές τεχνικές προδιαγραφές υπολογισμού της «βοσκοϊκανότητας», βάσει των οποίων θα προχωρήσει εν συνεχεία η Δασική Υπηρεσία στις σχετικές μελέτης προσδιορισμού αυτής, με βάση τις επικρατούσες συνθήκες και περιβαλλοντικά δεδομένα και πάντα σε συνάρτηση με το ενεργό ζωικό κεφάλαιο.

  • 25 Σεπτεμβρίου 2013, 11:17 | ΤΣΙΠΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ

    Το μίσθωμα για την χρήση της βοσκής που θα καταβάλουν οι κτηνοτρόφοι θα πρέπει να πηγαίνει στον Ειδικό Φορέα Δασών του Πράσινου Ταμείου σε ένα κωδικό από τον οποίο θα μπορούν να διατεθούν τα χρήματα μόνο για έργα διαχείρισης και βελτίωσης των βοσκοτόπων. Είναι σημαντικό οι βοσκότοποι να διαχειρίζονται αειφορικά ώστε να προσφέρουν βοσκήσιμη ύλη χωρίς να υποβαθμίζονται.

  • 25 Σεπτεμβρίου 2013, 11:40 | ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΤΑΓΓΙΔΗΣ

    Πρέπει να καθοριστεί με ακριβή ορισμό τι είναι οι Δημόσιοι βοσκότοποι.
    Είναι ασαφέστατος ο ορισμός: δημόσιες βοσκήσιμες γαίες, στις οποίες αναπτύσσεται αυτοφυής ή μη βλάστηση ποώδης, φρυγανική ή ξυλώδης με θαμνώδη ή αραιά δενδρώδη μορφή ή και μικτή.
    Ο ορισμός μια και πρόκειται για εκτάσεις της δασικής νομοθεσίας πρέπει να έχει χαρακτηριστικά κατ’ αντιστοιχία με αυτά των κατηγοριών του άρθρου 3 του Ν.998/79.
    Ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως Δημόσιος βοσκότοπος από ποιόν θα γίνεται;; και με τι είδους πράξη;;
    Η εκτάσεις πρέπει να χαρτογραφηθούν κατ αντιστοιχία με τους δασικούς χάρτες αφού θα πρέπει να αποτελούν κατηγορία του δασικού χάρτη.
    Είναι λάθος να συσχετίζονται με το Σύστημα Αναγνώρισης Αγροτεμαχίων (LPIS-GIS) αφού αφορά εκτάσεις της δασικής νομοθεσίας.
    Θα προκύψουν άμεσα προβλήματα με την ευρωπαική νομοθεσία που δεν επιδοτεί πχ. εκτάσεις που είναι ταυτόχρονα δάση και βοσκότοποι.

  • Σε προηγούμενο σχόλιο πρότεινα σχετικά με την παρ. 3 του άρθρου να προστεθεί :
    «Ειδικά στις εκτάσεις που λειτουργούν ως Ελεγχόμενες κυνηγητικές περιοχές (Δημόσιες ή ιδιωτικές) δεν ισχύουν και δεν επιβάλλονται κανενός είδους περιορισμοί βόσκησης πέραν των προβλεπομένων στην σχετική μελέτη βοσκοϊκανότητας (Τηρείται η προϋπόθεση του άρθρου 12 του Ν. 4164/2013)».

    Όπως σας είναι γνωστό μετά από υλοτομίες πρακτικά σε όλα τα δάση και ανεξάρτητα από το κυρίαρχο είδος, επιβάλλονται περιορισμοί της βοσκής ΠΡΟΦΑΝΩΣ κοπαδιών και οικόσιτων ζώων.
    Σε όλες τις περιοχές που πρόκειται να εγκατασταθούν (ή είναι εγκατεστημένες) ΕΚΠ έχουν γίνει κατά το παρελθόν υλοτομίες σε διάφορες συστάδες σε χρόνο μικρότερο της 10καετίας. Με βάση την γνώμη των κατά τόπους Δασικών Υπηρεσιών όπου έχουν γίνει υλοτομίες δεν μπορεί να λειτουργήσει ΕΚΠ λόγω των περιορισμών βόσκησης. Οπότε και πρακτικά ακυρώνεται κάθε νομοθετική ή άλλη προσπάθεια δημιουργίας ΕΚΠ ίσως οπουδήποτε.

    Η γνώμη μας είναι ότι σε κάθε περίπτωση οι απαγορεύσεις βοσκής δεν αφορούν τα άγρια ζώα ούτε και τα άγρια ζώα των εκτροφείων που εισέρχονται στην ΕΚΠ την ημέρα του κυνηγίου και παραμένουν σ’ αυτήν λίγες ώρες.

    Είναι γνωστό ότι σε μια περιοχή που λειτουργεί ως ΕΚΠ και είναι και περιφραγμένη γίνονται καλλιεργητικές υλοτομίες που έχουν ως στόχο κυρίως την ασφάλεια του χώρου αλλά και την προσθήκη ειδών προς εμπλουτισμό της έκτασης.
    Ωστόσο οι δασικές υπηρεσίες θεωρούν ότι η παραγωγικές υλοτομίες είναι εντελώς ασυμβίβαστες. Έτσι ιδίως σε μια περίοδο κρίσης και πολύ μεγάλης φορολογίας των δασοκτημάτων καλούν τους δασοκτήμονες να παραιτηθούν κάθε άλλης προσόδου και να αρκεστούν μόνο στις πιθανές εισπράξεις της ΕΚΠ. Σημειώνουμε ότι οι εισπράξεις αυτές ίσως και να πραγματοποιηθούν αλλά μόνο μετά από πολύ σημαντικές επενδύσεις. Οι απαγορεύσεις κάθε είδους υλοτομίας που επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση ΕΚΠ είναι ούτως ή άλλως ανεπίκαιρη. Αφού ανά τριετία σε κάθε ΕΚΠ θα γίνεται και χωριστή μελέτη βοσκοϊκανότητας θα μπορεί να γίνει και κάθε είδους διορθωτική ενέργεια.

    Η γνώμη μας είναι. Να μην υπάρχουν περιορισμοί στις προγραμματισμένες παραγωγικές υλοτομίες παράλληλα με την λειτουργία της ΕΚΠ. Μόνο στην περίπτωση αποψιλωτικών υλοτομιών πρέπει να επιβληθεί τα παρακρατήματα να είναι αυστηρά στο 12% του συνολικού όγκου και να κατανέμεται ισορροπημένα και ομοιόμορφα σε όλη της επιφάνεια της υλοτομούμενης συστάδας και σε τουλάχιστον 5 επιμέρους τμήματα.
    Μάλιστα ειδικά στην περίπτωση κυνηγίου πουλιών, λαγού και αγριογούρουνου δεν μπορεί να υπάρχει κανένας περιορισμός.

  • Η διατύπωση της παρ. 3 είναι :

    3. Η βοσκή εντός των ανωτέρω εκτάσεων, στις οποίες αυτή δεν έχει απαγορευθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, ασκείται επί τη βάσει διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης της περιοχής, τα οποία συντάσσονται μερίμνη των οικείων κτηνοτροφικών οργανώσεων και εγκρίνονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης Διοίκησης, μετά από εισήγηση του αρμοδίου Δασάρχη. Στα ανωτέρω σχέδια ρυθμίζεται χωρικά η βοσκή, σύμφωνα με τις υφιστάμενες και τις προκύπτουσες χρήσεις, καθώς και τη βοσκοϊκανότητα της περιοχής και μελετάται η αναβάθμιση των βοσκήσιμων εκτάσεων προς εξυπηρέτηση της σκοπούσας χρήσης.

    Να προστεθεί : Ειδικά στις εκτάσεις που λειτουργούν ως Ελεγχόμενες κυνηγητικές περιοχές (Δημόσιες ή ιδιωτικές) δεν ισχύουν και δεν επιβάλλονται κανενός είδους περιορισμοί βόσκησης πέραν των προβλεπομένων στην σχετική μελέτη βοσκοϊκανότητας (Τηρείται η προϋπόθεση του άρθρου 12 του Ν. 4164/2013).