Άρθρο 338 – Κατακύρωση – Σύναψη σύμβασης

1. Η απόφαση κατακύρωσης εγκρίνεται από τον αναθέτοντα φορέα και συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, στην οποία ενσωματώνονται τα αποτελέσματα όλων των προηγούμενων σταδίων, όπως ειδικότερα περιγράφονται στο παρόν Βιβλίο.
2. Ο αναθέτων φορέας κοινοποιεί αμέσως την απόφαση κατακύρωσης, σε κάθε προσφέροντα εκτός από τον προσωρινό μειοδότη με κάθε πρόσφορο τρόπο, όπως με τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κ.λπ., επί αποδείξει.
3. Η απόφαση κατακύρωσης δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, εφόσον ο αναθέτων φορέας δεν την κοινοποίησε σε όλους τους προσφέροντες.
Τα έννομα αποτελέσματα της απόφασης κατακύρωσης και ιδίως η σύναψη της σύμβασης επέρχονται από την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών άσκησης των προβλεπόμενων στις κείμενες διατάξεις βοηθημάτων και μέσων στο στάδιο της προδικαστικής και δικαστικής προστασίας και από τις τυχόν αποφάσεις αναστολών επί αυτών και μετά την ολοκλήρωση του προσυμβατικού ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με τα άρθρα 35 και 36 του ν. 4129/2013, εφόσον απαιτείται.
4. Μετά την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της απόφασης κατακύρωσης, ο αναθέτων φορέας προσκαλεί τον ανάδοχο να προσέλθει για την υπογραφή της σύμβασης, εντός είκοσι (20) ημερών από τη λήψη σχετικής έγγραφης ειδικής πρόσκλησης.
5. Εάν ο προσωρινός ανάδοχος δεν προσέλθει να υπογράψει τη σύμβαση μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην ειδική πρόκληση, κηρύσσεται έκπτωτος και η κατακύρωση γίνεται στον προσφέροντα που υπέβαλε την αμέσως επόμενη χαμηλότερη τιμή ή την επόμενη πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά. Αν κανένας από τους προσφέροντες δεν προσέλθει για την υπογραφή της σύμβασης, η διαδικασία ανάθεσης ματαιώνεται.

 

  • 28 Μαρτίου 2016, 11:40 | Ιωάννης Μάργαρης, Αντιπρόεδρος ΔΕΔΔΗΕ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Ως προς την παρ. 1 όπου αναφέρεται ο όρος «εκτελεστή διοικητική πράξη», πρέπει αυτός να διορθωθεί διότι οι αναθέτοντες φορείς που δεν είναι αναθέτουσες αρχές δεν εκδίδουν διοικητικές πράξεις. Θα αρκούσε στο σημείο αυτό να γίνει λόγος για εκτελεστή πράξη.

    Εξάλλου, προκαλεί σοβαρό προβληματισμό η διάταξη του β΄ εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 338, σύμφωνα με την οποία «Τα έννομα αποτελέσματα της απόφασης κατακύρωσης και ιδίως η σύναψη της σύμβασης επέρχονται από την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών άσκησης των προβλεπόμενων από τις κείμενες διατάξεις ενδίκων βοηθημάτων και μέσων στο στάδιο της προδικαστικής και δικαστικής προστασίας και από τις τυχόν αποφάσεις αναστολών επί αυτών…». Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι οι δεν υπάρχουν ένδικα βοηθήματα και μέσα στην προδικαστική προστασία, πιθανότατα το σχέδιο ήθελε να αναφερθεί στην προδικαστική προσφυγή του άρθρου 4 του Ν. 3886/2010. Σε σχέση με την εξάντληση των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων στη δικαστική προστασία, πρέπει να διευκρινιστεί αν αναφέρεται ο νόμος τόσο στην προσωρινή δικαστική προστασία στο στάδιο που προηγείται της σύναψης δημόσιας σύμβασης, που καθ’ ημάς πραγματώνεται με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του άρθρου 5 του Ν. 3886/2010, ή και την οριστική προστασία. Εφόσον ο νομοθέτης αναφέρεται και στην οριστική δικαστική προστασία, η θέση τέτοιου όρου του ενεργού της δήλωσης βούλησης του αναθέτοντος φορέα που ενσωματώνεται στην κατακυρωτική απόφαση μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή καθυστέρηση. Και τούτο διότι, προκειμένου περί συμβάσεων υπαγόμενων στο Ν. 3886/2010 η οριστική δικαστική προστασία πραγματώνεται με την αίτηση ακύρωσης πράξης ή παράλειψης του άρθρου 7 του νόμου αυτού, η οποία ασκείται εντός προθεσμίας 60 ημερών. Εξάλλου, προκειμένου για τις συμβάσεις που δεν υπάγονται στην Οδηγία 2014/25/ΕΕ ως υπολειπόμενες των ελάχιστων χρηματικών ορίων και προκειμένου περί αναθετόντων φορέων που έχουν τη νομική μορφή ανωνύμου εταιρείας, η δικαστική προστασία πραγματώνεται με αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων η οποία υπόκειται όχι σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία αλλά σε παραγραφή.